ΝΠ | Ποίηση Ξένη

Χάινριχ Χάινε, Δώδεκα ποιήματα

 

*

Μπουρλέσκο σονέτο

Πώς στη μιζέρια θα ’βαζα τελεία
αν ήμουν δεξιοτέχνης στα πινέλα
και στον καμβά μου ηρώων μεγαλεία
ζωγράφιζα και καλλονές με βέλα.

Πώς πακτωλός σωστός θα μ’ ελεούσε
αν γνώριζα βιολί καλό ή πιάνο
κι ο πάσα εις που μ’ άκουγε επαινούσε
το παίξιμό μου το γλυκό και πλάνο.

Μα αλίμονο, στο δρόμο αυτόν που πήρα
τον Μαμωνά ποτέ δεν θα πετύχω,
μιας κι απ’ τις τέχνες όλες την πιο στείρα
διάλεξα για την τσέπη μου – τον στίχο !

Το θείο ποτό του Βάκχου άλλοι πίνουν,
διψώ, επαιτώ κι εγώ, μα δε μου δίνουν.

~.~

Παίρναν όλοι το τσάι τους παρέα…

Παίρναν όλοι το τσάι τους παρέα
κι όλο λέγαν για τα ερωτικά,
δεσποσύνες με αμφίεση ωραία,
καβαλιέροι με ήθη λεπτά.

«Ένας Έρως υπάρχει : ο αγνός»,
ο βαρώνος με ύφος δηλώνει.
Και (με στόνο κρυφό…) η βαρώνη
του πετάει σκωπτικά : «Ασφαλώς !»

«Α, η πείρα», λέει ο δούξ, «συμβουλεύει
η συνεύρεσις να ’ναι πραεία,
διότι βλάπτεται ειδάλλως η υγεία !»
Κι η μαμζέλ –που απορεί– : «Μα αληθεύει ;» (περισσότερα…)

Γκωτιέ του Σατιγιόν, Καθώς φεύγει η χειμωνιά

*

Μετάφραση-Σχόλια-Επιμέλεια στήλης
ΦΩΤΗΣ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ

Στη Γαλλία του 12ου αιώνα, διαμορφώνεται και ανθίζει ένα απολύτως ευδιάκριτο είδος λυρικού ποιήματος, η pastourelle (παστορέλα). Τις πολυάριθμες pastourelles που έχουν διασωθεί τις συνδέει λιγότερο η μορφή και πολύ περισσότερο το περιεχόμενο, αφού όλες αφηγούνται επί της ουσίας το ίδιο επεισόδιο. Έχουμε μπει στην άνοιξη και ένας άνδρας ευγενικής καταγωγής (συνήθως ένας ιππότης) περιπλανιέται στην εξοχή. Αργά τη νύχτα ή τη χαραυγή συναντά εκεί μια άγνωστή του βοσκοπούλα, νεαρή και πανέμορφη. Θαμπωμένος από την ομορφιά της, ο άνδρας βάζει σκοπό να την πείσει να του δοθεί. Οι προσπάθειές του έχουν άλλοτε αίσια και άλλοτε άδοξη κατάληξη.

Λίγες πρέπει να ήταν οι pastourelles που γράφτηκαν στα λατινικά και ελάχιστες έχουν διασωθεί. Ανάμεσα σε αυτές, όμως, οπωσδήποτε ξεχωρίζει η σύνθεση «Καθώς φεύγει η χειμωνιά» (Declinante frigore) του Γκωτιέ του Σατιγιόν (Gautier de Châtillon, περ. 1135-1200), ενός εκ των κορυφαίων ποιητών του 12ου αιώνα. Δεξιοτέχνης του μέτρου, ο Γκωτιέ συντάσσει το ποίημα σε 7 στροφές, 7 στίχων και 7 συλλαβών, με δισύλλαβη ομοιοκαταληξία (ΑΑΒΑΑΒΑ). Πρωτοτυπεί καθώς η pastourelle του συνομιλεί φανερά με μια κλασική πηγή: τους οβιδιανούς Amores. Στην ίδια την αφήγηση δε, ξεφεύγει πάλι από τον κανόνα, αφού περιγράφει τη νεαρή Γλυκερία (Glycerium / Γλυκέριον) ωσάν να τη γνωρίζει προτού τη συναντήσει και με λόγια που δεν θα ταίριαζαν σε βοσκοπούλα. Ως κληρικός-ποιητής, επίσης, ο Γκωτιέ δεν κυνηγά πιεστικά τη Γλυκερία. Τουναντίον, εκείνη φαίνεται να ανταποκρίνεται πρόθυμα στο κάλεσμά του. Και, αν και ο ίδιος εξέρχεται νικητής, αφήνει να εννοηθεί ότι μπορεί τελικά να ήταν εκείνος που έπαιξε εξαρχής το παιχνίδι της πονηρής Γλυκερίας.

(περισσότερα…)

Κοιτάζοντας το κρανίο του Σίλλερ

*

του ΗΛΙΑ ΜΑΛΕΒΙΤΗ

Τον Λευτέρη Αλεξίου (1890-1964), τον Ηρακλειώτη ποιητή, τον γνώριζα κατ’ ουσίαν μόνο από το θαυμάσιο ποίημά του «Ενδεχόμενα», που είχε συμπεριλάβει κι ο Μανόλης Αναγνωστάκης στην ανθολογία του Η χαμηλή φωνή. Αργότερα έμαθα για αυτόν από τον γιο του Στυλιανό Αλεξίου, που παρουσίασε τα εργοβιογραφικά μαζί με μια ανθολόγηση της ποίησής του, στα εικοσιπέντε χρόνια από τον θάνατό του, στο περιοδικό Παλίμψηστον της Βικελαίας Βιβλιοθήκης του Ηρακλείου, τχ. 9-10, Δεκ. 1989-Ιουν. 1990, σ. 7-40 (όπου και παραπέμπω όποιον ενδιαφέρεται να μάθει περισσότερα για τον ποιητή).

Πρόσφατα, ψάχνοντας για ένα δυσεύρετο κείμενο, πήρα στα χέρια μου τη συλλογή κειμένων: Συμβολή. Μικρή Ανθολογία κειμένων για τη νεοελληνική λογοτεχνία, που εξέδωσε το ΚΕ Λύκειο Αρρένων Αθηνών στις εκδόσεις Ιωλκός το 1977. Μέσα εκεί, ανάμεσα σε άλλα ενδιαφέροντα και αρκετά ανέκδοτα ―τότε― κείμενα σημαντικών συγγραφέων μας, έπεσα πάνω σε μια μετάφραση από τον Λευτέρη Αλεξίου ενός γνωστού ποιήματος του Γκαίτε για τον Σίλλερ, το «Bei Betrachtung von Schillers Schädel». Με τη σχετική βεβαιότητα πως δεν έχει ξαναδημοσιευθεί το παρουσιάζω εδώ, με τη σύντομη εισαγωγή και τη σημείωση του μεταφραστή του, από τη μνημονευθείσα συλλογή κειμένων, που είχε επιμεληθεί ο Αθ. Φωσκαρίνης, σ. 23-24.

Το περιστατικό στο οποίο αναφέρεται το ποίημα είναι αληθινό. Είναι γνωστό πως ο Γκαίτε είχε κρατήσει το κρανίο του Σίλλερ για ένα διάστημα στο γραφείο του σε διαρκή ανάμνηση του αγαπημένου φίλου του (τώρα κατά πόσον ήταν αυτό αυθεντικό, όπως αποκάλυψε η μεταγενέστερη έρευνα, είναι ένα άλλο ζήτημα). Σε ό,τι αφορά την ποιότητα της σχέσης τους και το βάθος της εκτίμησης που έτρεφε ο Γκαίτε για τον Σίλλερ, γράφει ο Τόμας Μάνν στο Δοκίμιο για τον Σίλλερ (εκδ. Ίνδικτος, μτφρ. Θαν. Λάμπρου, 2002): «Ο αμοιβαίος θαυμασμός εμπλούτισε πράγματι και τους δύο, και όσον αφορά τον Γκαίτε ο θαυμασμός αυτός μεγαλώνει ακόμη περισσότερο μετά τον θάνατο του Σίλλερ. Είναι σαν να μην ήξερε, όσο ζούσε ο Σίλλερ, αυτό που είχε δίπλα του», και «Για αυτόν που έζησε περισσότερο, ο νεκρός έγινε ό,τι δεν υπήρξε ποτέ ο ένας για τον άλλον: ιερός. Από τα τελευταία χρόνια της ζωής του Γκαίτε έχει φτάσει ώς εμάς η απάντηση που έδωσε στη νύφη του Ottilie, όταν αυτή του είπε πως ο Σίλλερ την κάνει συχνά να πλήττει. Ο Γκαίτε έστρεψε τότε μακριά το προσωπό του κι απάντησε: “Είστε όλοι πάρα πολύ κακόμοιροι και γήινοι γι’ αυτόν”».

~.~

Κοιτάζοντας το κρανίο του Σίλλερ

(Το παρακάτω ποίημα γράφτηκε ύστερα από μιαν ανακομιδή των οστών του Σίλλερ. Ο Γκαίτε ήτανε παρών και πήρε στα χέρια το κρανίο του φίλου του. Τις χαραχτηριστικές σκέψεις του σε κείνη την περίσταση τις εστιχούργησε σ’ αυτό το ποίημα. Οι στίχοι μεταφράζονται, όσο ξέρω, για πρώτη φορά στα ελληνικά. Λευτ. Αλεξίου).

Στὸ κοιμητήρι τὸ βαθὺ καὶ σκοτεινὸ κοιτάω
μὲ πόση τάξη ἀραδιαστὰ σωπαίνουν τὰ κρανία
καὶ μὲσ’ στὸ νοῦ τὶς ἐποχὲς ποὺ ἐφύγαν μελετάω.
 
Μένουν πλάϊ-πλάϊ ὅσοι ἄλλοτε μισοῦνταν μὲ μανία·
κόκκαλα ποὺ ὡς τὸ θάνατον ἀλληλοχτυπηθῆκαν,
τώρα ἡσυχάζουν σταυρωτὰ μέσα στὴν ἡσυχία.
 
Σκόρπιες κουτάλες… Ἀπὸ ποιά φορτιὰ νὰ κυρτωθῆκαν,
κανένας δὲ ρωτάει. Μέλη γιερά, γεμᾶτα ζέση,
χέρια καὶ πόδια, π’ ἀπ’ τῆς ζωῆς τὴν ἄρθρωση λυθῆκαν…
 
Ὤ, κουρασμένοι, ἀνώφελα στὴ γῆς ἔχετε πέσει.
Δὲ σᾶς ἀφήνω ἀνάπαψη στὸν τάφο. Στὴν ἡμέρα,
στὴν ἅγια ζήση καὶ στὸ φῶς σᾶς ἔχω ἐδῶ καλέσει:
 
Τί ἕν’ ἄθλιο τσώφλι εἶν’ ἄσκοπο νὰ ὑψώνω στὸν ἀγέρα,
κι ἂς εἶχε τὸν ἐγκέφαλο τὸν πιὸ εὐγενῆ κλεισμένο.
Μὰ νά, ποὺ ἕνας παλιὸς χρησμὸς μ’ ἀκολουθεῖ ἐδῶ πέρα,
 
(σ’ ἐλάχιστους τὸ νόημά του τό ’χει φανερωμένο)
ὅταν, στὴ μέση ἀπὸ σωροὺς κοκκάλων καὶ κρανίων,
μιὰ ἀτίμητα ἱερὴ μορφὴ στὰ μάτια μου ἀνασταίνω.
 
Καὶ ἰδέ, σ᾽ αὐτὴ τὴ στενωσιά, στὴ μούχλα καὶ στὸ κρύο,
μ’ αἴστηση λευτεριᾶς πλατειᾶς εὐτὺς ἀναγαλλιάζω,
ὡς νά ’βγαινε ἀπ’ τὸ θάνατο ζωῆς ἀνάμα θεῖο!
 
Μὲ ποιά γοητεία μυστηριακὴ τὴν ὄψη σου ἀναπλάζω!
Τὰ θεῖα χαρακτηριστικά, πού ’χε ἄλλοτε κρατήσει!
Μὲ μιὰ ματιὰ μέσ’ στὴ γνωστή μου θάλασσα βουλιάζω,
 
ποὺ τόσες ξεχειλίζοντας μορφὲς* εἶχε ἀναβρύσει.
Σκεῦος, ἱερό, πού ’χεις χρησμοὺς στὸν κόσμο τόσους δώσει,
στὰ χέρια πὼς εἶμ’ ἄξιος νὰ σ’ ἔχω ἐτοῦτα κλείσει;
 
Ἀπὸ τὴ μούχλα, ὦ Θησαυρέ, ψηλὰ σ’ ἔχω σηκώσει,
καὶ πρὸς τὰ αἰθέρια τ’ ἀνοιχτά, πρὸς τὴν πλατειὰ τὴ σκέψη,
πρὸς τὸ ἠλιοφῶς ἔχω μὲ σὲ τὸν ἴδιο ἐμένα ὑψώσει.
 
Τί πιὸ πολὺ μπορεῖ κανεὶς στὸν κόσμο νὰ γυρέψει,
τὴ θέαιανα Πλάση ἂν τοῦ δοθεῖ στὰ μάτια νὰ κοιτάξει,
σὲ πνεῦμα πῶς τὰ πιὸ σκληρὰ μπορεῖ νὰ μετατρέψει,
 
κι αἰώνια πῶς τοῦ πνεύματος τὰ τέκνα νὰ φυλάξει.

*(Σ. του Μ.) Ο Γκαίτε υπαινίσσεται τους τύπους που έπλασε ο Σίλλερ στα θεατρικά έργα του.

*

*

*

Χαῖρε Θαλασσινό Ἄστρο

*

Εἰσαγωγή-Μετάφραση: ΝΑΤΑΣΑ ΚΕΣΜΕΤΗ

Ἡ πατρότητα τοῦ μεσαιωνικού ὕμνου Ave maris stella ἀποδίδεται, ἀνάμεσα σέ πολλούς ἄλλους, στόν Ἅγιο Βερνάρδο τοῦ Κλαιρβώ (1090-1153) ὁ ὁποῖος ἔγραψε ὡραιότατες διευκρινίσεις καί παραινέσεις, σχετικές μέ τό θεοτοκωνύμιο maris stella-θαλασσινό ἄστρο. Ἡ λατινική ἐκδοχή τοῦ ὕμνου ἰχνηλατεῖται ἀνάμεσα στόν ὕστερο 6ο αἰῶνα μ.Χ. καί τόν πρώιμο 9ο, καί τό ὄνομα παραλλάζει ἀπό ἄστρο τῆς θάλασσας σέ ἄστρο τοῦ ὠκεανοῦ, προσωνύμιο ἀπό τά ἀρχαιότερα καί πλέον δημοφιλῆ τῆς Μαρίας.

Τό ποίημα τοῦ 15ου αἰῶνα πού ἀποδίδω ἐδῶ εἶναι ἐμπνευσμένο ἀπό τόν ἀρχαῖο ὕμνο· τό χειρόγραφο πιθανολογεῖται ὅτι φτιάχθηκε σέ ἕνα Καρθουσιανό μοναστήρι τοῦ Γιορκσάιρ ἤ πιό βόρεια στό Λινκολνσάιρ. Ἂποτελεῖ θερμό ἐγκώμιο καί ἐξομολογητική εὐχή, θυμίζοντας τήν πολύ πιό ἐκτεταμένη, καί, ἀπό κάθε ἄποψη εὐρύτερη καί ἰσχυρότερη Ἐξομολογητική εὐχή πρός τήν Θεοτόκο τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου Παλαμᾶ (14ος αἰώνας). Κατορθώνει ὅμως τό ὀλιγόστιχο ἐγκώμιο νά εἶναι ταυτοχρόνως θεολογικό. Ἐν ὀλίγοις, πρόκειται γιά θεολογικά λογάκια, ὅπως θά ἔλεγε ὁ δικός μας Παπατσώνης.

Ἡ κύρια καί ἐπικρατοῦσα μεταφορά γιά τήν Μαρία, πού ἐνέπνευσε Ἀνατολή καί Δύση ὅσο καμία ἄλλη γυναίκα, εἶναι αὐτή τοῦ καθοδηγητικοῦ Ἄστρου τῆς θάλασσας: ὄχι μόνον γιά τούς ναυτικούς ἀλλά ὅλους ἐμᾶς τούς ναυσιπλόους καί ποντουμένους σάλῳ βιωτικῶν κυμάτων (Μέγας Παρακλητικός). Ἀκολουθεῖ ἡ μεταφορά τῆς Πύλης τοῦ Παραδείσου, παρομοίως μέ τό Πύλη Ἐπουράνιε, πού ἀκοῦμε στόν δικό μας Ὄρθρο, ἤ ἀπό τήν Β΄ Στάση τοῦ Ἀκαθίστου Ὕμνου τό: Χαῖρε Παραδείσου θυρῶν ἀνοικτήριον, καί ἀλλοῦ ἄλλα.

(περισσότερα…)

Edwin Morgan, Διαστημικά ποιήματα

*

Εισαγωγή-Μετάφραση ΝΙΚΟΣ ΣΤΡΑΤΗΓΑΚΗΣ

Ο Έντουιν Μόργκαν γεννήθηκε στη Γλασκώβη το 1920. Από την εφηβεία του κιόλας, δημοσίευε ποιήματα σε σχολικά περιοδικά και τελικά σπούδασε αγγλική φιλολογία στο πανεπιστήμιο της πόλης αποφοιτώντας το 1946. Είχε μεσολαβήσει ένα εξαετές διάστημα υπηρεσίας στο υγειονομικό σώμα του βρετανικού στρατού κατά τον Β’ παγκόσμιο πόλεμο. Αργότερα, εργάστηκε ως καθηγητής φιλολογίας – και πάλι στο Πανεπιστήμιο της Γλασκώβης. Το 1968, η συλλογή του The Second Life  τον έφερε στο προσκήνιο του λογοτεχνικού τοπίου της Σκωτίας, απ’ όπου δεν έμελλε να αποχωρήσει μιας και παρέμεινε παραγωγικός και δημοφιλής ως τα βαθιά γεράματα και τον θάνατό του το 2010. Μάλιστα, η ανοιχτή παραδοχή της ομοφυλοφιλίας του το 1990 κατάφερε να εξάψει τα πάθη στον δημόσιο διάλογο. Το 1999, ο Μόργκαν έγινε ο πρώτος Δαφνοστεφής Ποιητής της Γλασκώβης και το 2004 έγινε ο πρώτος Δαφνοστεφής Ποιητής, ο πρώτος «Makar», της σύγχρονης Σκωτίας. Είναι χαρακτηριστικό ότι, στις 9 Οκτωβρίου του 2004, τα εγκαίνια του Κοινοβουλίου στο Εδιμβούργο επισφραγίστηκαν μ’ ένα δικό του ποίημα ειδικά γραμμένο για την περίσταση.

Η περίπτωση του Μόργκαν είναι χαρακτηριστική για τον δημόσιο, ακόμα και θεσμικό, ρόλο της ποίησης στη Βρετανία. Ας σχολιάσουμε ότι τούτο το γεγονός θέτει εν αμφιβόλω τις ελληνικές, και όχι μόνο, κοινοτοπίες για την ποίηση ωσάν πράξη οπωσδήποτε αντιστασιακή αλλά και για την ποίηση ωσάν αισθητιστική απόσυρση από την πολλή συνάφεια του κόσμου. Ακόμη, ας σχολιάσουμε το ίδιο το corpus του Μόργκαν. Για πολλές δεκαετίες, ο ποιητής διέτρεχε συνεχώς ένα μεγάλο μορφικό και θεματικό κλαβιέ. Έγραψε από αυστηρά σονέτα μέχρι ελευθερωμένο στίχο και διασκεδαστικά ηχητικά στιχουργήματα μιας μορφής concrete poetry. Τα θέματά του φτάνουν από το σοβαρό και το επικό μέχρι το αστείο και το χθαμαλό. Πάντως, η ποίηση του Μόργκαν είναι συνήθως αισιόδοξη – άλλο ένα πλήγμα, αυτή τη φορά προς το στερεότυπο του σκοτεινού καλλιτέχνη. (Είναι χαρακτηριστικό πως, όταν διαγνώστηκε με καρκίνο το 1999, έγραψε ένα ποίημα όπου διαλέγεται ένα κύτταρο υγιές κι ένα καρκινικό.) Ένα θέμα ολοένα επανερχόμενο στην ποίησή του είναι η αγαπημένη του Γλασκώβη, και γενικά η Σκωτία, την οποία βλέπει με τρυφερότητα κι ελπίδα. Ακόμα και στα ποιήματα επιστημονικής φαντασίας που μεταφράζω παρακάτω, ο αναγνώστης θα βρει μια αναφορά στις συμπαθείς φρατέρκουλες των σκωτικών ακτών και μια αναφορά στη δίνη του Κορρυβρέκαν.

(περισσότερα…)

Τὰ ἐρωτικὰ σονέτα τῆς Λουίζας Λαμπὲ

*

ΠΡΟΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ἀπὸ τὸ βιβλίο
Λουίζα Λαμπέ, Τὰ ἐρωτικὰ σονέτα,
Μετάφραση – Εἰσαγωγὴ – Ἐπίμετρο Ξάνθος Μαϊντᾶς,
Νίκας, Ἰούλιος 2024.

Ποιοὶ λόγοι συντρέχουν ὥστε σημερινοὶ ἀναγνῶστες, ἀφοσιωμένοι στὴν ποίηση, νὰ στρέψουν τὸ φιλέρευνο βλέμμα τους καὶ νὰ σταθοῦν μὲ προσήλωση στὰ σονέτα καὶ τὶς ἐλεγεῖες, ἢ στὸ φιλοσοφικὸ ἔργο μιᾶς σχεδὸν ξεχασμένης ποιήτριας τοῦ 16ου αἰῶνα, ποὺ κάποτε δικαίως τῆς εἶχε δοθεῖ ὁ πολὺ τιμητικὸς τίτλος τῆς Λυωνέζας Σαπφῶς; Θὰ ἀποπειραθῶ νὰ δώσω, σὲ ὅ,τι ἀκολουθεῖ στὸν παρόντα τόμο, μιὰ ἀπάντηση γιὰ τὴν ἀξία τοῦ ἔργου τῆς Λουίζας Λαμπέ, γιὰ τὴν διαχρονικότητά του καὶ ἄρα γιὰ τοὺς λόγους ποὺ ἀγγίζουν, συγκινοῦν καὶ ἴσως συγκλονίζουν τὸν σημερινὸ ἀναγνώστη. Θὰ τὸ ἐπιχειρήσω ἔχοντας μεταφράσει στὰ ἑλληνικὰ τὰ εἴκοσι τέσσερα ἐρωτικὰ σονέτα της, ποὺ παρουσιάζονται στὸ πρῶτο μέρος ἀντικρυστὰ μὲ τὰ πρωτότυπα, καὶ μὲ τὸ ἐπίμετρο ποὺ ἀκολουθεῖ στὸ δεύτερο μέρος. Στὸ τελευταῖο ἀκολουθῶ τὸ ἔργο τῆς Γαλλίδας ποιήτριας, στὰ χρόνια τῆς Γαλλικῆς Ἀναγέννησης, τότε ποὺ σημαντικοὶ ἄνθρωποι, ὅπως ὁ Ραμπελαί, ὁ Μονταίνιος καὶ ὁ Ρονσάρ, ἔβγαζαν τὴν γαλλικὴ γλῶσσα ἀπὸ τὴν χαοτική της Βαβυλωνία καὶ στὴ Λυὼν μεσουρανοῦσε ἡ «Πλειάδα» τῶν γαλλικῶν γραμμάτων. Ἀκολουθεῖ ἡ σύντομη σκιαγράφηση τῆς ποίησης ποὺ προηγήθηκε τῆς Λ. Λαμπὲ καθώς καὶ τῆς ποίησης ποὺ ἕπεται χρονικάτοῦ ἔργου της. Γιὰ νὰ φανοῦν οἱ ἐπιδράσεις ποὺ δέχτηκε, ἀλλὰ κυρίως νὰ δειχθεῖ πόσο προχώρησε καὶ ξεχώρισε μὲ τοὺς δικούς της ποιητικοὺς δρόμους. Ἡ ποίησή της, κατεξοχὴν ἐρωτική, ἄφηνε πίσω της τὴν θρησκευτικὴ ἀλληγορία, τὸν φόβο καὶ τὴν ἐνοχὴ ποὺ διαπερνοῦσαν τὸ ἔργο ἀκόμη καὶ σύγχρονών της ποιητῶν. Καὶ μετέγραφε τὸ ἐρωτικὸ πάθος, τοὺς πόνους καὶ τὰ βάσανα σὲ πειθαρχημένο σονέτο ἢ ἐλεγεῖα, ἀπ’ ὅπου συχνὰ ξεπετάγονταν ἕνα παιγνιῶδες τρέμουλο ἢ καὶ τραύλισμα δημιουργῶντας ἕναν περίτεχνο ἑλιγμὸ ποὺ ἔδινε ξεχωριστὴ κατάληξη στὸ ποίημα καὶ ἐπιθυμητὴ δικαίωση στὴν μαχητικὴ ποιήτρια. Καὶ ὅλα αὐτὰ σὲ μιὰ ἐποχὴ ποὺ δὲν τὸ εἶχε σὲ τίποτα νὰ ἐξυβρίσει καὶ νὰ τιμωρήσει σκληρὰ τὸ θάρρος καὶ τὴν γενναιότητα, ἰδιαίτερα ἂν προέρχονταν ἀπὸ γυναῖκα καὶ μάλιστα ποιήτρια.

Ἡ μετάφραση τοῦ ποιητικοῦ λόγου, ἰδιαίτερα τοῦ σονέτου, ἀποτελεῖ ξεχωριστὴ δοκιμασία γιὰ τὸν μεταφραστή, ἴσως μεγαλύτερη ἀπὸ αὐτὴν τῆς δημιουργίας ἑνὸς πρωτότυπου ποιήματος, γιατί ἐνῷ σ’ αὐτὸ ὁ ρυθμὸς καὶ ἡ ρίμα εἶναι ἱκανὲς νὰ ἀναπτύξουν ἢ καὶ νὰ δημιουργήσουν τὸν νοηματικὸ λόγο καὶ τελικὰ νὰ ὁδηγήσουν στὸ ποίημα, ὅπου ἡ μορφὴ ἔχει κινήσει τὰ νήματα τῆς ποιητικῆς δημιουργίας, στὴν μετάφραση ἡ μορφὴ δὲν μπορεῖ νὰ ἀλλάξει ἢ νὰ παραποιήσει τὸν λόγο ποὺ εἶναι δεδομένος ἀπὸ τὸ πρωτότυπο. Συνεπῶς εἶναι ἐκεῖ ποὺ μορφὴ καὶ λόγος ὄχι μόνο ἀλληλοεπιδροῦν καὶ συνεργάζονται, ἀλλὰ ἀνταγωνίζονται μεταξύ τους, γιὰ τὴν ἀκρίβεια χτυπιοῦνται καὶ ἀποζητοῦν λύσεις. Δὲν μπορεῖς νὰ κάνεις πιστὴ μετάφραση, ἐπειδὴ τότε χάνοντας τὴ μορφὴ ἔχεις χάσει τὸ ποίημα. Ἴσως χρειάζεται νὰ ἀντικρίσεις χωρὶς μικροσκόπιο, ἀπὸ μεγαλύτερη ἀπόσταση, τὸν λόγο, καὶ ξεχωρίζοντας φράσεις νὰ ἐπιμείνεις, ἐνῷ τὴν ἴδια στιγμὴ μπορεῖ ν’ ἀναγκαστεῖς νὰ γυρίσεις τὴν πλάτη σὲ λέξεις. Μὰ ἂν αἰσθανθεῖς, ἔστω πρὸς στιγμή, πὼς ἀπομακρύνεσαι ἀπὸ τὸ ἀρχικὸ ἔργο, νὰ ἐπανέρχεσαι καὶ νὰ διορθώνεις, μέχρις ὅτου κάτι φανεῖ στὴν μετάφραση ποὺ προσφέρει σχετικὴ ἱκανοποίηση. Χωρὶς ποτὲ νὰ λησμονήσεις τὶς σοφὲς παρακαταθῆκες ποὺ μᾶς ἔχει ἀφήσει ὁ Ἰγκὸρ Στραβίνσκυ: (περισσότερα…)

Χασάν Ζακτάν, Σκοπιά τη νύχτα

*

Απόδοση  ΝΙΚΟΣ  ΣΤΡΑΤΗΓΑΚΗΣ

Ο Χασάν Ζακτάν γεννήθηκε στη Δυτική Όχθη το 1954 κι έκτοτε έζησε σε διάφορες αραβικές χώρες καθώς και στη Λωρίδα της Γάζας. Εργάστηκε ως γυμναστής στη μέση εκπαίδευση και ως επιμελητής εκδόσεων, ενώ χρημάτισε σε θέσεις της Παλαιστινιακής Αρχής σχετικές με τον πολιτισμό. Από το 1980 έχει δημοσιεύσει ποίηση, μυθιστορήματα κι ένα θεατρικό. Το ποιητικό του έργο είναι μάλλον χαμηλόφωνο, ωστόσο ξεχωρίζουν εκείνα τα ποιήματα που αφορούν όχι απλώς τον πόλεμο αλλά την εμπειρία του στρατευμένου.

Η μετάφραση έγινε από τις αγγλικές αποδόσεις του Φάντυ Τζούντα για την ανθολογία The Silence that Remains: Selected poems 1982-2003 (εκδ. Copper Canyon, 2017). Ευχαριστίες στην Αιγύπτια φίλη Ράνα Μουνίρ για τις παρατηρήσεις της.

~.~

Συζητήσεις με τον πατέρα μου

Μου έλεγε:
Μια πέτρα στον δρόμο
έχεις τις ακτές της
την επικράτειά της
από άμμο κι ήσυχη πρασινάδα
όμως δεν είναι παρά μια πέτρα
σ’ έναν δρόμο

Έλεγε:
Είχα ξεμείνει μοναχός και
αμήχανος
τα παΐδια μου στις ερημωμένες κοιλάδες
γύρω απ’ τα χωριά
μόλις το σκοτάδι πάει να τα χαιρετίσει το βράδυ,
ευφρόσυνο βράδυ,
και κατέρχεται βομβαρδισμός
κι οι πέτρες γίνονται
ό,τι τρίψουν οι αέρηδες
ό,τι σπείρουνε τα δάχτυλα (περισσότερα…)

Μόλις φτάσει η άνοιξη

*

ΜΟΛΙΣ ΦΤΑΣΕΙ Η ΑΝΟΙΞΗ

Είδα να σέρνουν τη γη στο σφαγείο, σου είπα.
Αυτά είναι εφιάλτες, μου είπες,
θα τελειώσουν
μόλις φτάσει στην πόρτα σου η άνοιξη.

Όμως η άνοιξη άργησε, άργησε τόσο πολύ
που ο εφιάλτης μου τώρα
είναι η άνοιξη η ίδια.
Δεν μπορώ να ξεκρεμάσω τη γη,
δεν ξέρω καν ποιος την κρέμασε εκεί στο τσιγκέλι,
και τον μόνο που βρίσκω για να πάρω εκδίκηση
είναι ο εαυτός μου ο ίδιος:
«Εσύ ήσουν αυτός που την κρέμασε…
Εσύ ήσουν αυτός που την κρέμασε».

Βέβαιος πως εκείνος κρέμασε τη γη,
ο εαυτός μου τώρα αρνείται πια να ξυπνήσει
απ’ το σφαγείο των τύψεων.

ΝΑΤΖΟΥΑΝ ΝΤΑΡΟΥΪΣ

~.~

Ο Νατζουάν Νταρουίς είναι Παλαιστίνιος ποιητής.
Γεννήθηκε τον Δεκέμβρη του 1978 στα Ιεροσόλυμα.

Μετάφραση ΧΡΙΣΤΌΦΟΡΟΣ ΠΑΡΡΑΣ

*

*

*

Howard Nemerov (1920-1991), Δέντρα

*

Δέντρα

Γίγαντας νά εἶσαι καί νά σιωπᾶς γι’ αὐτό,
Νά παραμένεις στή θέση σου·
Νά ὑπερασπίζεσαι τή σταθερή παρουσία τῆς διεργασίας
Καί πάντοτε νά μοιάζεις ἴδιο·
Νά εἶσαι ἀκίνητος σάν βράχος καί πάντοτε τρεμουλιάζοντας,
Ἔχοντας τήν σκληρή ἐμφάνιση τοῦ θανάτου
Μαζί μέ τή μαλακιά, ρέουσα φύση τῆς ἀνάπτυξης,
Ὕπαρξη ὄντας παραπλανητικά ὁπλισμένη,
Κάποιου πού Γίνεται παραπλανητικά τρωτός·
Νά εἶσαι τόσο ἄκαμπτος καί νά δέχεσαι τόσο καλά τό φῶς,
Δωρεάν προσφέροντας ἀπαγορευμένη γνώση
Τόσων πολλῶν πραγμάτων γιά τόν ουρανό καί τή γῆ
Γιά τά ὁποῖα διαφορετικά δέ θά εἴχαμε καμιά λέξη –
Ποιήματα ἤ ἄνθρωποι σπανίως εἶναι τόσο ἀξιαγάπητοι
Ἀκόμη κι ὅταν ἔχουν ὑπέροχες ποιότητες
Τείνουν ἀντί νά σοῦ δίνουν παράδειγμα νά διηγοῦνται
Ἐκεῖνα πού οἱ ἴδιοι πιστεύουν πώς εἶναι,
Ἐνῶ ἀπό τήν συγκινητική σιγή τῶν δέντρων,
Σέ θύελλα ἤ γαλήνη, φυλλωμένα ἤ γυμνά
Μέρα ἤ νύχτα, συνάγουμε τά δικά μας συμπεράσματα,
Ὑποστηρικτικά κι ὅπως ἡ ἀναπνοή μας ἀπαρατήρητα
Κι ἐπίσης κινδυνώδη – ἄν καί οὐδέποτε ὑπῆρξε
Δέντρο ἀποφασιστικῆς σημασίας – γιά τή φύση τῶν πραγμάτων. (περισσότερα…)

Ο αυτόχειρας

*

Είμ’ ένας απ’ αυτούς που ναυαγήσαν
Και σιωπούν μέσα σε χίλια δάση.
Είμ’ ένας απ’ αυτούς που έχουν πνιγεί
Και άλλη οδύνη πια δεν θα γεννήσουν.

Μας εσείς για το καράβι κάνετε τέτοια χαρά ;
Λεκιάζει τη θάλασσα με το πανί του.
Εγώ σε βαθύτερο θέλω βυθό
Να γίνω λιώμα, κομμάτια, αόμματο χιόνι.

(περισσότερα…)

Emmy Hennings, Η τελευταία χαρά

*

Εισαγωγή-Μετάφραση ΚΩΣΤΑΣ ΜΑΝΤΖΑΚΟΣ

~.~

Σύμφωνα με τον Χέρμαν Έσσε, τα βιβλία της προκαλούσαν ενθουσιασμό, συγκίνηση και αγάπη. Κι όμως το λογοτεχνικό έργο της Έμμυ Χέννιγκς (1885-1948) πέρασε στη σκιά κι αν μνημονεύεται πια είναι ως μούσα των πρώτων εξπρεσιονιστών και ως συνιδρύτρια του κινήματος DADA και του Cabaret Voltaire από κοινού με τον σύζυγό της Ούγκο Μπαλ. «Μια φωνή, που μπορεί να πηδήξει πάνω από πτώματα και να τα περιγελάσει με ψυχωμένο κελάηδημα, όπως ένα καναρίνι», έγραφε μια κριτική της εποχής για την περφόρμανς της.

Γεννημένη στο Φλένσμπουργκ, υπήρξε ηθοποιός σε περιοδεύοντα θίασο ώσπου να καθιερωθεί στα καλλιτεχνικά καμπαρέ του Μονάχου και, κατόπιν, του Βερολίνου. Εθισμένη στη μορφίνη και τον αιθέρα, έζησε την μποέμικη ζωή μέχρι τον Α΄ Παγκόσμιο πόλεμο πιστή στην καθαρά αντιαστική ιδεολογία της –δεν μεγάλωσε η ίδια το παιδί της–, δούλεψε επίσης ως μοντέλο για ζωγράφους και, περιστασιακά, ως πόρνη.

Ερωμένη και πηγή έμπνευσης πολλών εξπρεσιονιστών, το όνομά της συνδέθηκε με ονόματα όπως του Γιοχάννες Ρ. Μπέχερ, για τον οποίο ήταν «η ξανθιά μούσα» του, του Γκέοργκ Χάυμ, του Φέρντιναρντ Χάρντεκοπφ (Siurlai), του αναρχικού Έριχ Μύζαμ, που την αποκάλεσε «ερωτική ιδιοφυΐα» και του «προστατευομένου» της Γιάκομπ φον Χόντις, στον οποίο πιστώνεται η επινόηση των πρώτων εξπρεσιονιστικών τρόπων. Η πολύχρονη ενασχόλησή της με τον καθολικισμό εξάλλου, ώθησε αυτόν τον τελευταίο στα πρώτα συμπτώματα της τρέλας που έβαλαν τέλος στην καριέρα του. Και η ίδια όμως κατέληξε δύο φορές στην φυλακή, βοηθώντας φίλους της να αποφύγουν την υποχρεωτική στράτευση και να μεταναστεύσουν από τη Γερμανία κατά τη διάρκεια του πολέμου.

Με τον Ούγκο Μπάλ συναντήθηκε γύρω στο 1913, όταν εκείνος αγόρασε την πρωτόλεια ποιητική της συλλογή, που κυκλοφορούσε χειρόγραφη, δεμένη σε μετάξι. Η Τελευταία χαρά είναι η πρώτη της τυπωμένη συλλογή και εκδόθηκε τον ίδιο χρόνο. Σ’ αυτήν κυριαρχεί ο εξομολογητικός τόνος που χαρακτηρίζει όλα τα γραπτά της, ακόμα και τα πεζά.

Το ζευγάρι μετακόμισε στη Ζυρίχη το 1915. Τον επόμενο χρόνο βρίσκουμε τη λέξη DADA για πρώτη φορά στο ημερολόγιο του Μπαλ. Με τη συνεργασία των Τριστάν Τσαρά, Χανς Αρπ κ.ά. ιδρύουν το Cabaret Voltaire. Το 1920 παντρεύτηκαν, επτά χρόνια πριν το θάνατο του Μπαλ. Την καλλιτεχνική τους περιπέτεια διέσωσε η Έμμυ Χέννιγκς σε μια σειρά αυτοβιογραφικών κειμένων, με αρκετές όμως – προφανώς ηθελημένες– ανακρίβειες. Τα τελευταία δέκα χρόνια, ο εκδοτικός οίκος Wallstein επανέκδοσε το έργο της (πεζά, ποίηση και αλληλογραφία) σε 4 τόμους.

*

*

~.~

ΑΙΘΕΡΑ ΣΤΡΟΦΕΣ

Τώρα πρέπει να πέσω απ’ την μεγάλη σφαίρα.
Εξάλλου είναι μεγάλη γιορτή στο Παρίσι.
Το Gare de l’ Est ο κόσμος έχει πλημμυρίσει,
πολύχρωμες, μεταξωτές σημαίες κυματίζουν στον αέρα.
Ανάμεσα τους όμως δε συχνάζω.
Στο μεγάλο διάστημα πετώ.
Σε κάθε όνειρο τρυπώνω εγώ
και χίλια πρόσωπα διαβάζω.
Μεσ’ στη μιζέρια, κάποιος άρρωστος είναι ξαπλωμένος.
Το τελευταίο του βλέμμα με υπνωτίζει.
Μια καλοκαιρινή μέρα λαχταράμε, που δε γυρίζει…
Μαύρος σταυρός στην κάμαρα είναι απλωμένος. (περισσότερα…)

Ελίζαμπεθ Τζέννινγκς (1926-2001), Οἱ Ἐχθροί

*

Χτές τή νύχτα διέσχισαν τόν ποταμό καί εἰσβάλανε στήν πόλη.
Οἱ γυναῖκες ἀγουροξυπνημένες
μέ φῶτα ἀναμμένα καί φαγητό. Διασκέδασαν τή μπάντα,
δίχως ἐρωτήσεις τί εἶχαν ἔρθει νά πάρουν οἱ ἄντρες
ἢ ποιά ἄγνωστη γλώσσα μιλοῦσαν
ἢ γιατί μπῆκαν τόσο αἰφνίδια μέσ’ ἀπό τήν ξηρά.

Τώρα τό πρωί ὁλόκληρη ἡ πόλη βρίθει
ἱστοριῶν γιά τήν ξαφνική καί σκοτεινή εἰσβολή·
οἱ γυναῖκες λένε πώς κανείς ξένος δέν εἶπε
τήν αἰτία τοῦ ἐρχομοῦ του. Ἡ κατάληψη
δέν εἶχε σκοπό τήν ἐρήμωση:
ἐπιπλέον ἡ εἰρήνη εἶναι φανερή σέ ἑστίες καί ἀγρούς.

Ὡστόσο ἡ πόλη ὁλόκληρη εἶναι στοιχειωμένος τόπος.
Ἄνθρωπος συναντάει ἄνθρωπο μιλώντας καχύποπτα. Παλιοί φίλοι
ἐξαφανίζουν τά εἰλικρινῆ βλέμματα ἀπό τά πρόσωπά τους.
Στίς χειραψίες καμιά θέρμη·
καθένας συλλογᾶται, «Καλύτερα νά κρυφτῶ μήπως
οἱ ξένοι τοῦτοι δά στήσουν τά σπιτικά τους στό νοῦ ἐκεινῶν
πού στά σπίτια τους ἔμπαινα. Καλύτερα νά τραβήξω τά στόρια
μπάς καί οἱ ἄγνωστοι στοιχειώσουν καί τό δικό μου σπίτι».

Poems, 1953

~.~

Μετάφραση-Επιμέλεια Στήλης
ΝΑΤΑΣΑ ΚΕΣΜΕΤΗ

~.~

*

*

*