ΝΠ | Ποίηση Ξένη

Μοχάμεντ ελ-Κουρντ, Κανένας Μωυσής δεν πολιορκείται

*

Ο Μοχάμεντ ελ-Κουρντ γεννήθηκε στις 15 Μαΐου 1998. Είναι Παλαιστίνιος συγγραφέας και ποιητής. Διεθνώς γνωστός έγινε με τα κείμενά του όπου περιγράφει τη ζωή των Παλαιστινίων στην κατεχόμενη Ανατολική Ιερουσαλήμ και την λοιπή Δυτική Όχθη.

Επιλογή-μετάφραση: Έλενα Σταγκουράκη

~.~

Αυτός είναι ο λόγος που χορεύουμε

Για την Κάρμελ

Πατρίδα στη μνήμη μου είναι ένας πράσινος φθαρμένος καναπές
και η γιαγιά μου σε κάθε ποίημα:
κάθε γιασεμί να πλήττει την ανάκρουση,
κάθε ανάκρουση να πλήττει τα δακρυγόνα,
τα δακρυγόνα να κουράρονται με γιαούρτι και κρεμμύδι,
με την άσκηση στην αντοχή,
με γυναίκες να τραγουδούν, κρούοντας
κατσαρόλες και τηγάνια
με αναθέματα και hasbiyallah.

Αυτοί δουλεύουνε τα τανκς, εμείς ξέρουμε από πέτρες.

Στους βομβαρδισμούς της Γάζας το 2008
η ιεροτελεστία μου βλέποντας τηλεόραση
ήταν να ταλαντεύομαι ανάμεσα στο θρήνο
και το αιγυπτιώτικο τσιφτετέλι,
ανερμάτιστος ανάμεσα σε μίσος και λατρεία,
σωρεύοντας και στοιβάζοντας τους λόγους των δερβίσηδων για να ζει κανείς
άλλοτε υιοθετώντας τους
άλλοτε βουτώντας απλώς το ψωμί μου στην ανοχή,
γνωρίζοντας πως τα παιδιά στο Καν Γιούνις δεν έχουν ψωμί,
βουτηγμένα στα μπάζα μιας οροφής…

Αν με ρωτήσεις από πού είμαι, μην περιμένεις μονολεκτική απάντηση.
Έσο έτοιμος, καθιστός, νηφάλιος κι εν εγρηγόρσει.
Αν το να ακούς για κόσμους άλλους από τον δικό σου
σε αναστατώνει,
πιες τη θάλασσα,
κόψε τα αφτιά σου,
φύσηξε άλλη μια φούσκα να φουσκώνει τη φούσκα σου και την υποκρισία.
Ανατίναξε άλλη μια πόλη από κορμιά στο όνομα του φόβου. (περισσότερα…)

Rainer Maria Rilke, Η αναχώρηση του άσωτου υιού και άλλα ποιήματα

*

Μετάφραση Κώστας Κουτσουρέλης

~.~

ΑΒΙΣΑΓ

I

Είχε πλαγιάσει. Και τα παιδικά της μπράτσα
τα ’χαν δεμένα οι δούλοι γύρω απ’ τα πλευρά του
τα μαραμένα· έτσι πέρναγε τις νύχτες,
με κάποιο φόβο εμπρός στα χρόνια τα πολλά του.

Κι άλλες φορές μέσα στα γένια του τριβόταν
το πρόσωπό της με το σκούξιμο του γκιώνη·
και τρόμους σέρνοντας και πόθους το σκοτάδι
από παντού ένιωθε να την περιζώνει.

Έτρεμαν τ’ άστρα όπως έτρεμε κι εκείνη,
το στρώμα έν’ άρωμα ψηλαφητά τρυπούσε,
στον τοίχο σάλευε η κουρτίνα σαν σημάδι
και με το βλέμμα της βουβά τ’ ακολουθούσε.

Μα αυτή, στον σκοτεινό τον γέρο πλάι ριγμένη,
ανέγγιχτη έμενε απ’ τη Νύχτα τη Μεγάλη,
ψυχή ελαφριά που το ψυχρό του μεγαλείο
ζεστό το κράταγε σε μια παρθένα αγκάλη.

II

Τα έργα στον θρόνο ο βασιλιάς συλλογιζόταν
της άδειας μέρας του, αυτά που λαχταρούσε
και δεν τ’ απέκτησε, τη σκύλα που αγαπούσε…
Μα σαν το βράδυ η Αβισάγ κουλουριαζόταν
πάνω του, η άστατη ζωή του αφηνόταν
όπως του κάβου του κακόφημου οι ξέρες
κάτω απ’ του στήθους της τους σιωπηλούς αστέρες. (περισσότερα…)

Lawrence Durrell, «Όμηρε τυφλέ»

*

Μετάφραση ΛΗΤΩ ΣΕΪΖΑΝΗ

Εκτός από το ατμοσφαιρικό και βαθυστόχαστο Αλεξανδρινό κουαρτέτο, εκτός από τα υπόλοιπα μυθιστορήματά του και τα ηλιόλουστα ταξιδιωτικά του, εκτός από τις ενδιαφέρουσες επιστολές του προς τον Χένρυ Μίλλερ, ο λογοτέχνης Λώρενς Ντάρρελλ έγραψε και αξιόλογα ποιήματα. Ένα μικρό δείγμα εδώ με αναφορές στην Ελλάδα, την ιστορία και την μυθολογία της.

///

Όμηρε τυφλέ

Χειμωνιάτικη νύχτα ξανά, η σελήνη μελάνι
Στα μάρμαρα χύνει και αποσύρεται

Τα έξι πεύκα σφυρίζουν, τεντώνονται κι εκεί,
Στην ανατολή, έτοιμο περιμένει το πινέλο του πρωινού

Εκεί όπου λίγα άστρα ελληνικά σβήνουν και αναγεννώνται
Κάθε νύχτα σε ηχηρά και λαμπυρίζοντα λουτρά.

Τώρα προς τον χειμώνα κάθε τι έχει αποβάλει
Κάτι σημαντικό, το δέρμα του φιδιού, τα κέρατα του ελαφιού,

Άσε να φύγει της ποίησης το δέρμα και του σταφυλιού.

Όμηρε τυφλέ, οι σαύρες την ζέστη ρουφάνε
Απ’ τα βράχια, κι ωστόσο η άνοιξη,

Αθόρυβη σαν τα νομίσματα επάνω στα μαλλιά
Αιώνια επαναλαμβάνει τους διφθόγγους.

Αντάλλαξε ένα βλέμμα με κάποιον που η τέχνη του
Όλο μυστικοπάθεια κατά της μοναξιάς συνωμοτεί

Αυτόν τον Φεβρουάριο του ’46, σφυγμός κανονικός, νεύρα εν ηρεμία:
Διάδοχος πάθησης παρόμοιας, που ήρθε όμως αργότερα

Πολύ πιο αβέβαιος για το χάρισμα των λέξεων,
Δίπλα από ένα πιάτο ελιές, από ένα μελανοδοχείο στεγνό. (περισσότερα…)

Elaine Feinstein, Ἰούνιος

*

Ἀφυδατωμένε γερο-κάκτε
κιτρινίζοντας σέ διάφορα σημεῖα
χλομά στεκάμενε στό παράθυρο τῆς κουζίνας μου
σέ εἶχα παρατήσει γιά τά καλά πεθαμένο
ἀλλά τά κατάφερες πάλι σέ μιά νύχτα
μ’ ἕνα λουλούδι κροσσωτή τρομπέτα
καί μιά θηριώδη κόκκινη ἀναλαμπή!
Λοιπόν εἶναι Ἰούνιος, Ἰούνιος πάλι,
ζεστός ἥλιος κελαηδισμός καί στεγνός ἀέρας·
θυμόμαστε τήν ἔρημο
και τίς πόλεις ὅπου τό γρασίδι σπανίζει.
Ἐδῶ πλάϊ στό πράσινο τῆς ἰτιᾶς ποτάμι
πλαγιάζουμε ξυπνητοί στήν ταράτσα
γιατί εἶναι Ἰούνιος, Ἰούνιος πάλι· (περισσότερα…)

Lou Reed, Φασαρία στον δρόμο

*

Προλεγόμενα-Μετάφραση
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΧΡΥΣΟΓΕΛΟΣ

Το τραγούδι «Φασαρία στον δρόμο» («Street hassle») συμπεριλήφθηκε στον ομώνυμο δίσκο του Λου Ρηντ, που κυκλοφόρησε στις αρχές του 1978. Ο σκοπός του Ρηντ ήταν να γράψει ένα συνθετικό κομμάτι που θα απηχούσε την επιρροή συγγραφέων όπως ο Ουίλλιαμ Μπάροουζ, ο Τένεσση Ουίλλιαμς και ο Χιούμπερτ Σέλμπυ. Τα τρία μέρη συνδέονται μέσω των μοτίβων και της κοινής τους ατμόσφαιρας και δεν αφηγούνται την ίδια ιστορία.

Πιο συγκεκριμένα, στο πρώτο, μία καλοβαλμένη γυναίκα αγοράζει τις υπηρεσίες ενός ζιγκολό. Η αφηγηματική φωνή εναλλάσσεται μεταξύ του αφηγητή και της γυναίκας. Το δεύτερο απαρτίζεται από τον θεατρικό μονόλογο ενός εμπόρου ναρκωτικών, ύστερα από τον θάνατο μίας κοπέλας από υπερβολική δόση. Ο αποδέκτης του μονολόγου είναι ο συνοδός του θύματος. Το τρίτο μέρος ανοίγει με τα λόγια μίας αντρικής φωνής (στον δίσκο ερμηνεύεται από τον Μπρους Σπρίνγκστην) που σκιαγραφεί τη συντριβή μιας κοπέλας ύστερα από το βίωμα της ερωτικής απογοήτευσης. Το τραγούδι ολοκληρώνεται με τον σπαρακτικό μονόλογο της δεύτερης, καθώς αποζητά τα δύο πράγματα που φαίνεται να έχασε για πάντα: Το πρόσωπο που ποθούσε και την ίδια την αγάπη.

Σημειώνεται ότι έχουν γίνει κάποιες προσαρμογές, ώστε η ανάγνωση να δίνει την εντύπωση ενός ποιήματος και όχι μηχανικής μεταγραφής στίχων τραγουδιού. Έτσι, τα πολλαπλά «sha-la-la» που ακούγονται στο τραγούδι αφαιρέθηκαν και έγιναν μικρές προσθήκες στη στίξη. Μετά τη μετάφραση παρατίθενται οι στίχοι στο πρωτότυπο.

(περισσότερα…)

D. H. Lawrence, Ὁ θρίαμβος τῆς μηχανῆς


*

Mιλοῦν γιά τόν θρίαμβο τῆς μηχανῆς,
ἀλλά ἡ μηχανή ποτέ δέν θά θριαμβεύσει.

Ἀπό τίς χιλιάδες καί χιλιάδες αἰώνων τοῦ ἀνθρώπου
μέ τό ξετύλιγμα τῆς φτέρης,
τίς λευκές γλῶσσες τῆς ἄκανθας λείχοντας τόν ἥλιο,
χάρη σ’ ἕνα θλιβερό αἰώνα
οἱ μηχανές θριαμβεύουν, κατρακυλώντας μας ἐδῶ κι ἐκεῖ,
ταρακουνώντας τή φωλιά τοῦ κορυδαλλοῦ ὥσπου τ’ αὐγά νά σπάσουν.

Τρανταγμένοι οἱ ὑγρότοποι, ὥσπου φύγανε οἱ χῆνες
καί οἱ ἄγριοι κύκνοι πέταξαν μακριά
γιά μᾶς τραγουδώντας τό κύκνειο ἄσμα.

Σκληρά, σκληρά πάνω στήν γῆ οἱ μηχανές κυλοῦν,
ἀλλά μέσα ἀπό κάποιες καρδιές ποτέ δέν θά κυλήσουν.

Ὁ ἄγριος κύκνος κολυμπᾶ στoύς ὑγρότοπους τῶν λαγόνων του,
καί στίς πλατιές παιδιάδες τοῦ στέρνου του
νεαρός ταῦρος ποιμαίνει τίς ἀγελάδες του,
ἀρνάκια σκιρτοῦν ἀνάμεσα στίς μαργαρίτες τοῦ μυαλοῦ του. (περισσότερα…)

Rainer Maria Rilke, Τρεις γυναίκες

*

Η ΑΝΑΡΡΩΝΥΟΥΣΑ

Σαν το τραγούδι που στους δρόμους τριγυρνά
και μια ζυγώνει και μια λες ότι δειλιάζει,
μια φτερουγίζει — και σχεδόν την ακουμπά —
και μια πιο απόμακρα πηγαίνει και κουρνιάζει:

έτσι μαζί της παίζει τώρα η ζωή·
ενώ εκείνη, αδύναμη και κουρασμένη,
κάνει μια απόπειρα για να της προσφερθεί,
μια αδέξια κίνηση όχι συνηθισμένη.

Και σαν ξελόγιασμα το αισθάνεται σχεδόν
τώρα το χέρι της, που τόσο είχε τραχύνει
αυτή η παράκρουση των άγριων πυρετών,
σαν χάδι λες ν’ αναρριχάται λουλουδιών
το μέτωπό της το τραχύ για ν’ απαλύνει.

///

ΓΥΝΑΙΚΑ ΕΜΠΡΟΣ ΣΤΟΝ ΚΑΘΡΕΦΤΗ

Καθώς βοτάνι σε ποτό υπνωτικό,
τους κουρασμένους τρόπους της αργά διαλύει
μες στου καθρέφτη το κρυστάλλινο νερό·
εκεί και το χαμόγελό της πάει και δύει.

Και περιμένει ωσότου η στάθμη ν’ ανεβεί·
και τότε χύνει στον καθρέφτη τα μαλλιά της
και, τους εξαίσιους ώμους της για μια στιγμή
αποδεσμεύοντας από το φόρεμά της,

(περισσότερα…)

Η επικράτηση των βαρβαρόγλωσσων

*

Η ΕΠΙΚΡΑΤΗΣΗ ΤΩΝ ΒΑΡΒΑΡΟΓΛΩΣΣΩΝ

Διαβάζω πάλι τον Καβάφη ολόκληρον,
διαβάζω λέω μ’ όλο που
σχεδόν όλο το έργο του το έχω αποστηθίσει.
Διαβάζω κι έχω τη χαρά ν’ απολαμβάνω
τον τέλειο στίχο του τον τέλειο ρυθμό του.

Και βλέπω εδώ να μου υπογραμμίζουν
τη λέξη «ολόκληρον» σα να ’ναι λαθεμένη.
Μου την υπογραμμίζει ο κομπιούτερ
ο ρυθμισμένος από τους Σελτζούκους
που κατακλύσανε τις τελευταίες δεκαετίες
τη γλώσσα μας και διαρκώς την καταστρέφουν.
Γιατί τα νι δεν τα γουστάρουν οι Σελτζούκοι
κι ούτε τις κλίσεις θέλουνε που για χιλιετίες
τη γλωσσική μας έδιναν ακρίβεια κι ευφροσύνη.

Αναίσθητοι κακοποιοί, «ψυχές μαραγκιασμένες»,
δεν λένε «τους αγνώστους» μα «τους άγνωστους»
κι ούτε «ο Κίμων» λένε μα «ο Κίμωνας»,
κ’ «είπαμε προηγούμενα» κι όχι «προηγουμένως» (περισσότερα…)

Βίλχελμ Μύλλερ, Τὸ χειμωνιάτικο ταξίδι


*

Εἰσαγωγὴ – Ἐπιλογὴ
ΣΥΜΕΩΝ ΓΡ. ΣΤΑΜΠΟΥΛΟΥ

Ὁ Wilhelm Müller (1794-1827), κορυφαῖος Γερμανὸς φιλέλληνας, ὑμνητὴς τοῦ Εἰκοσιένα, ποιητής, μεταφραστὴς στὴ γερμανικὴ γλώσσα τῆς συλλογῆς ἑλληνικῶν δημοτικῶν τραγουδιῶν τοῦ Κλὼντ Φωριέλ, ἔγραψε καὶ δημοσίευσε τὸν κύκλο ποιημάτων Τὸ χειμωνιάτικο ταξίδι (Die Winterreise) σὲ δύο περιόδους (1823-1824). Συνολικὰ εἴκοσι τέσσερα ποιήματα ποὺ μελοποιήθηκαν ὅλα ἀπὸ τὸν Φρὰντς Σοῦμπερτ τὸ 1827. Οἱ χρονολογικές, ἢ μᾶλλον, ἡμερολογιακὲς λεπτομέρειες τῆς σύνθεσης εἶναι ἀπὸ τὶς πιὸ συγκινητικὲς στὴν ἱστορία τῆς μουσικῆς. Ὅπως ἀναφέρει σὲ χειρόγραφο σημείωμα, ὁ Σοῦμπερτ καταπιάστηκε μὲ τὴ σύνθεση τῶν δώδεκα πρώτων ποιημάτων τὸν Φεβρουάριο τοῦ 1827, καὶ μὲ τὸ δεύτερο μέρος ἀπὸ τὸ τέλος τοῦ καλοκαιριοῦ μέχρι τὸ τέλος Ὀκτωβρίου τῆς ἴδιας χρονιᾶς. Ὁ Μύλλερ, βαριὰ ἄρρωστος στὴ γενέτειρά του, τὸ Ντεσσάου, πέθανε στὶς 20 Σεπτεμβρίου, πιθανότατα χωρὶς νὰ πληροφορηθεῖ τὸ συνθετικὸ ἐγχείρημα τοῦ Σοῦμπερτ καὶ φυσικὰ χωρὶς νὰ ἀκούσει τὶς μοναδικὲς στὴν ἱστορία τῆς μουσικῆς, καὶ τοῦ ρομαντισμοῦ εἰδικότερα, συνθέσεις.

Ἦταν 33 χρόνων. Εἴκοσι μέρες ἀργότερα ἔγινε ἡ ναυμαχία τοῦ Ναυαρίνου (20 Ὀκτωβρίου 1827) ποὺ σήμανε γιὰ τοὺς Ἕλληνες τὴν ἀπαρχὴ τῆς ἀπελευθέρωσης ἀπὸ τὸν ὀθωμανικὸ ζυγό. Ὁ Μύλλερ εἶχε γράψει καὶ δημοσιεύσει περισσότερα ἀπὸ πενῆντα λῆντερ (ὅπως τὰ ὀνόμαζε), τὰ πασίγνωστα πλέον GriechenliederLieder der Griechen, φόρο τιμῆς στὸν ἀγώνα. Τὰ τέσσερα τελευταῖα γιὰ τὴν Ἔξοδο τοῦ Μεσολογγίου. Ὁ Σοῦμπερτ, ἄρρωστος ἤδη ἀπὸ τὸ 1823, πέθανε ἕνα χρόνο ἀργότερα, στὶς 19 Νοεμβρίου 1828. Ἦταν 31 χρόνων. Ὁ ποιητὴς καὶ ὁ συνθέτης (ποὺ δὲν εἶχαν γνωριστεῖ προσωπικὰ οὔτε συναντηθεῖ) συναντήθηκαν μέσα ἀπὸ τὴν τέχνη τους. Τὰ τραγούδια τοῦ Σοῦμπερτ συγκινοῦν, καὶ θὰ συγκινοῦν στοὺς αἰῶνες, ὅπως συνέβη στὴ πρώτη παρουσίαση τὸν Ἰανουάριο τοῦ 1828 στὴν Βιέννη, καὶ πάλι (δύο μῆνες μετὰ τὸν θάνατο τοῦ συνθέτη) τὸν Ἰανουάριο τοῦ 1829.

Ποιήματα-τραγούδια τῆς περιπλάνησης, τοῦ ἀπεγνωσμένου ἔρωτα καὶ τῆς βύθισης στὴ μελαγχολία. Στὴν ἄκρη τοῦ δρόμου, ἀναπόφευκτη κατάληξη, ἡ αὐτοκτονία. Εἴκοσι τέσσερα λιτά, ἔμμετρα, μὲ πλεκτὴ κατὰ βάση ὁμοιοκαταληξία καὶ πλούσια σὲ εἰκόνες καὶ ἀποχρώσεις γλώσσα. Κατὰ ἕναν τρόπο ἀποτελοῦν τὴν ποιητικὴ ἐκδοχὴ τῆς πορείας τοῦ Βέρθερου τοῦ Γκαῖτε (Τὰ πάθη τοῦ νεαροῦ Βέρθερου, 1774-1787), στὸ μυθιστόρημα μαθητείας ποὺ ἄνοιξε τὸν δρόμο στὸν γερμανικὸ ρομαντισμό.

Μὲ τὸν ἴδιο ἀριστουργηματικὸ τρόπο ὁ Σοῦμπερτ εἶχε μελοποιήσει ἐνωρίτερα, τὸ 1823, τὸν ὁμόθυμο ποιητικὸ κύκλο τοῦ Μύλλερ Ἡ ὡραία μυλωνού, γραμμένον τὸ 1820 (μελοποιήθηκαν εἴκοσι ἀπὸ τὰ εἴκοσι πέντε ποιήματα). Ὅσο γνωρίζουμε, ὁ Μύλλερ δὲν εὐτύχησε νὰ ἀκούσει οὔτε αὐτὲς τὶς συνθέσεις ποὺ πρωτοπαίχτηκαν, καὶ μάλιστα στὸ βιεννέζικο κοινό, τρεῖς δεκαετίες ἀργότερα, τὸ 1856.

(περισσότερα…)

Mary Oliver, Λάμπες

*

Στίς ὀκτώ, ὄχι ἀργότερα
Ἀνάβεις τίς λάμπες,

Τή μεγάλη πλάι στό φαρδύ παράθυρο,
Τή μικρή πάνω στό γραφεῖο σου.

Δέν προορίζονται γιά νά βλέπεις περνώντας –
Ἔξω πλανιέται τό λυκόφως πάνω ἀπό τήν ἄμμο,

Τίς χαμηλές βελανιδιές καί τά κούμαρα.
Ἀκόμη καί τά μικρόπουλα δέν ἔχουν καταλαγιάσει

Πέφτοντας γιά ὕπνο, ἀνέγγιχτα (περισσότερα…)

Hölderlin Reparatur

*

Εισαγωγή-Μετάφραση-Σχόλια
ΣΥΜΕΩΝ ΓΡ. ΣΤΑΜΠΟΥΛΟΥ

«Μιὰ συντομία μου δυὸ λόγων»

Ἐπιδιόρθωση Χαίλντερλιν  ἢ  Ἐπισκευάζοντας τὸν Χαίλντερλιν. Πρῶτα ἕνας παράδοξος τίτλος ποιητικῆς συλλογῆς (Hölderlin Reparatur, Berlin Verlag, 2008), ἀλλὰ ἂς κάνουμε ὑπομονή. Οἱ πολλὲς παραδοξότητες βρίσκονται στὰ ποιήματα, τὶς λέξεις, τὶς φράσεις, τὶς εἰκόνες τοῦ ἐκκεντρικοῦ (μᾶλλον, ἔκκεντρου) διανοούμενου, θεατρικοῦ συγγραφέα, ἐπιμελητῆ ἐκδόσεων, ἀνθολόγου, ταξιδευτῆ καὶ πρὸ πάντων ποιητῆ, Gerhard Falkner, γεννημένου στὸ Σβάμπαχ τῆς Γερμανίας τὸ 1951.

Ἐπιδιορθώνεται ὁ Χαίλντερλιν; Αὐτὴ ἡ λατινογενὴς «Reparatur» ταιριάζει περισσότερο σὲ ἕνα διαταραγμένο λογισμικό, σὲ δημιουργικὴ τακτοποίηση τοῦ χάους (τιθασεύεται τὸ χάος;). Ὁ (κάθε) ποιητής, ἄλλωστε δὲν εἶναι πλέον πολλοί, προσπαθεῖ νὰ βάλει σὲ τάξη τὸ χάος τῶν λέξεων. Ἂν ὁ Χαίλντερλιν εἶδε τοὺς μίζερους, μικρόψυχους καιρούς (πῶς ἀλλιῶς νὰ ἀποδώσουμε τὸ «dürftige Zeit»; ὁ Μητροπολίτης Χίου μοῦ ψιθύρισε: «ὀρφανούς), πῶς βλέπουν σήμερα οἱ καιροὶ τὸν ποιητή; Χρήζοντα ἐπισκευῆς; Αὐτὸ διατείνεται ὁ Φάλκνερ. Ἔχει πάρει μαθήματα ἀπὸ τοὺς σημειολόγους, τοὺς στρουκτουραλιστές, τὸν Ρολὰν Μπάρτ (μεσουρανοῦσε στὴν ἐφηβεία τοῦ ποιητῆ). Τὸ πιθανότερο εἶναι νὰ διαμαρτύρεται (μὲ τὴ σωκρατικὴ εἰρωνικὴ προσχώρηση στὴ ρητορεία τοῦ συνομιλητῆ) γιὰ τὴν κυρίαρχη γλώσσα τῶν χρηστῶν τοῦ διαδικτύου (ἢ τοῦ διαδικτύου ποὺ τιθασεύει τοὺς χρῆστες). Τί σημαίνει αὐτὸ γιὰ τὸν Φάλκνερ; Τὴν πρόκληση μιᾶς ἀνάγνωσης τῶν καιρῶν του ὑπὸ τὸ φῶς τοῦ Ρομαντισμοῦ. Σκέφτεται ἕναν Χαίλντερλιν νὰ πληκτρολογεῖ σὲ Windows μὲ Times New Roman τὸν ὕμνο «Ἄρτος καὶ Οἶνος».

Πρόσχημα, ἢ ἄλλοθι, γιὰ μιὰ νέα προκλητικὴ ποιητικὴ δημιουργία. Ὁ Φάλκνερ ἐπικαλεῖται καὶ προσκαλεῖ (μαζὶ μὲ τὸν Ἐρημίτη τοῦ Τύμπινγκεν) ὅλα τὰ ποιητικὰ ὁρόσημα πρὶν καὶ μετὰ ἀπ᾿ αὐτόν: Σαπφώ, Ὀρφέα, Μαλλαρμέ, Ρίλκε, Κλόπστοκ, Νοβάλις, Γκαῖτε, Μαίρικε, Τράκλ, Μπένν, Ρόμπερτ Μπράουνινγκ, Τσέλαν, Μπάχμανν καὶ πολλοὺς ἀκόμη ποὺ ἐξακολουθοῦν νὰ προσέρχονται, ἢ ἄλλους ποὺ ἀδυνατώντας νὰ παραστοῦν (Γερτρούδη Στάιν, Χάινε, Σίλλερ) στέλνουν στίχους τους, γιὰ νὰ παρεντεθοῦν πλαγιωμένοι, ἀνολοκλήρωτα ποιήματα ποὺ θέλουν νὰ «ἐπιδιορθωθοῦν» στὴ δαιμόνια πέννα τοῦ Φάλκνερ.

Τὸ ἴδιο πλούσια εἶναι ἡ ἱστορική, μυθικὴ γεωγραφία τοῦ κύκλου ἀπὸ τὴν Κνωσὸ μέχρι τὸ Στάλινγκραντ, τὸ Heathrow, τὸν Ὄλυμπο, τὸ Neverywhere. Ποιητικὰ κείμενα ποὺ δοκιμάζουν ἀκόμη καὶ τὴν πολυμάθεια ἑνὸς Τζὼρτζ Στάινερ, μὲ γλώσσα πολυστρωματική, λεπτουργημένη καὶ κοινότοπη, ἐπιστημονικὴ καὶ γλώσσα τῆς διαφήμισης, τῆς σύγχρονης πληροφορικῆς, τῆς ἀναλυτικῆς φιλοσοφίας, τῆς τετριμμένης κουβέντας.

Τί ἄλλο νὰ ἐπιδιώκει ὁ πάντοτε ἀπρόβλεπτος Φάλκνερ; Ἴσως ἀκόμη τὴ βίαιη ἔξωση τοῦ Χαίλντερλιν ἀπὸ τὸν «πύργο» του, ὅπου μένει κλεισμένος δύο αἰῶνες, ἀντικείμενο λατρείας καὶ προσκυνήματος τῶν πιστῶν ποὺ ἐπισκέπτονται μὲ δέος τὸ φασματικό του ξόανο στὸ νέο μαυσωλεῖο τῆς ποίησης. Τὴν ἀρχὴ ἔκαναν οἱ Ναζιστὲς τὸ 1943, στὰ ἑκατὸ χρόνια ἀπὸ τὸν θάνατό του, ὑψώνοντας στὸν τάφο του σβάστικες γιὰ τὸν ποιητὴ τῆς «πατρίδας» (Vaterland). Τὴ σκυτάλη πῆρε ὁ Χάιντεγγερ, ὁ ὑπόλογος φιλόσοφος, ὁ ἐπιτιμητὴς τῆς νέας τεχνολογίας, τῆς μεταπολεμικῆς Εὐρώπης. (περισσότερα…)

Kurt Schwitters, Στην Άννα την Λουλούδινη

Kurt Schwitters (1887-1948)

*

Ω Εσύ, αγαπημένη και των 27 μου αισθήσεων, Σου αγαπώ!
Εσού Εσένα Εσέ, ημείς υμείς – – – – εμείς;
Άκου, κι ας φαίνονται ξεκάρφωτα όλ’  αυτά!

Ποια είσαι, ω απροσμέτρητη;
Μην είσαι… είσαι αλήθεια αυτή;
Ο κόσμος λέει ότι είσαι εσύ…
Άσ’ τους να λένε, άσ’ τους να πουν,
πού παν τα τέσσερα δεν ξέρουν να σου πουν.

Φορείς το καπελάκι Σου στα πόδια
και επί τας χείρας πορπατείς
πάνω στα χέρια πηαίνεις.

Γεια και χαρά σου, χαιρετώ
τα κόκκινα τα ρούχα Σου τ’ ασπροπριονισμένα,
την Άννα την Λουλούδινη κόκκινη εγώ την αγαπώ,
κόκκινη, ω ναι, αγαπώ και Σου!
Εσού Εσένα Εσέ, ημείς υμείς – – – – εμείς;
Άκου, φωτιά τα κάρβουνα πήραν τα παγερά!
Άννα Λουλούδινη, Άννα κοκκίνω μου Ανθιστή,
άκου τι λέει ο κόσμος!

Γρίφος (ο ευρών αμοιφθήσεται):

1) Η Άννα η Ανθηρή διαθέτει ένα πουλί!
2) Η Άννα η Ανθηρή είναι κόκκινη!
3) Τι χρώμα έχει το πουλί; (περισσότερα…)