*
Εισαγωγή – Επιλογή – Μετάφραση
ΕΛΕΝΑ ΣΤΑΓΚΟΥΡΑΚΗ
~.~
*
Εισαγωγή – Επιλογή – Μετάφραση
ΕΛΕΝΑ ΣΤΑΓΚΟΥΡΑΚΗ
~.~
*
Καί κάποια στιγμή βρές χρόνο νά ὁδηγήσεις δυτικά
Στήν κομητεία Clare, κατά μῆκος τῆς Ἀκτῆς Flaggy,
Σεπτέμβρη ἤ Ὀκτώβρη, ὅταν ὁ ἄνεμος
Καί τό φῶς αλληλοσυμπληρώνονται
Ἔτσι πού ὁ ὠκεανός ἀπ’ τή μιά πλευρά εἶναι ἄγριος
Μέ ἀφρούς και λάμψη, καί στήν ἐνδοχώρα ἀνάμεσα στίς πέτρες
Ἡ ἐπιφάνεια μιᾶς γκρίζας τοῦ σχιστόλιθου λίμνης ἀνάβει
Ἀπό τό γήϊνο ἄστραμμα ἑνός κοπαδιοῦ κύκνων
Μέ τά φτερά τους τραχιά καί ἀνακατωμένα, λευκό πάνω στό λευκό,
Τά πλήρως ἐνήλικα πεισματάρικα, ὅπως μοιάζουν, κεφάλια τους
Χωμένα ἤ ὀρθά στήν κορυφή τους ἤ ἀπασχολημένα κάτω ἀπ’ τά νερά.
Μάταιο νά σκεφτείς πως θά παρκάρεις καί θά τό ἀπαθανατίσεις
Πιό βαθιά. Δεν εἶσαι οὔτε κεῖ οὔτε ἐδῶ
Μιά βιασύνη ἀπ’ ὅπου γνωστά καί παράξενα πράγματα περνοῦν
Λές ἔρχονται μεγάλα μαλακά ραπίσματα ἀπ’τίς πλευρές τοῦ ἁμαξιοῦ
Καί ἀδράχνουν τήν καρδιά ἀφρούρητη καί τήν παρασύρουν ὀρθάνοιχτη.
*
*
*
*
Ασταμάτητα
Ανοησία
Να σκουπίζει κανείς
Τα δάκρυά του
Προτού σταματήσει
Να κλαίει
*
Αλλά
Πρέπει κανείς
Να τα σκουπίζει
Για να σιγουρευτεί
Ότι πράγματι μπορεί
Να σταματήσει
Να κλαίει
*
Ή ότι δεν είναι δυνατόν
Πια να πάψει
Να θέλει να κλάψει
/// (περισσότερα…)
*
Το ελαιόλαδο θα μου κρατήσει πολύ,
σαν το αγνό λάδι του Χανουκά, που κράτησε
οκτώ μέρες αντί για μια –
το θαύμα που έσωσε τον Ναό.
Το μπουκάλι είχε σφραγιστεί
προστατευμένο μέσα στα ρούχα μου—
ούτε μια σταγόνα δεν χύθηκε
στις αποσκευές—
ταξίδεψε ακέραιο ως την Αμερική.
Εκείνο το πολύτιμο λάδι,
με φειδώ το φύλαγα για τις σαλάτες,
γευόμουν κάθε σταγόνα,
όπως κάθε στιγμή στην Ελλάδα,
ανάμεσα σε ερείπια λαμπρά και ευρήματα,
στους δρόμους της Αθήνας, στα μουσεία, στο μετρό. Μια φορά,
μια σεβαστή κυρία στο τραμ με αγκάλιασε
όταν έμαθε
από πού είμαι — είμαι από τη Νέα Υόρκη.
Οι ελιές είχαν μαζευτεί
από την οικογένεια της Εύας — τρεις γενιές —
από δέντρα αρχαία σαν τα ερείπια
και που, όπως εκείνα, στέκονται ακόμη·
και φυτρώνουν παντού στην εξοχή
και στο μικρό χωριό
όπου όλοι,
όπως η Εύα, λέγονται Μαραγκός: ο πατέρας,
τα ξαδέλφια, οι θείοι, οι θείες,
δεν μιλούσαν αγγλικά
μα μου άπλωναν τα χέρια
και γελούσαν με όλη τους
την καρδιά. (περισσότερα…)
*
~.~
*
~.~
Κι ύστερα ήταν ο Άγιος Κέβιν και το κοτσύφι.
Ο άγιος γονατίζει, χέρια εκτεταμένα μέσα
στο κελί του, μα το κελί είναι στενό, οπότε
η μια παλάμη, γυρισμένη προς τα πάνω, βγαίνει έξω, στέρεη,
σαν το δοκάρι του σταυρού, όταν ένα κοτσύφι κατεβαίνει,
κάθεται μέσα της και βολεύεται για να γεννήσει.
Ο Κέβιν νιώθει τα ζεστά αυγά, το μικρό στήθος, το κρυμμένο
τακτοποιημένο κεφάλι και τα νύχια, κι όπως ανακαλύπτει πως είναι πλεγμένος
στο δίκτυο μέσα της αιώνιας ζωής,
συγκινείται και το συμπονά: Τώρα πρέπει να κρατήσει το χέρι του
σαν κλαδί έξω στον ήλιο και τη βροχή για εβδομάδες
μέχρι να βγούνε τα μικρά από τ’ αυγό, να φτερωθούν και να πετάξουν. (περισσότερα…)
*
Σαν τον ανθό μαραίνεται κι η κάθε νιότη
γέρνει απ’ τα γηρατειά, κάθε ηλικία θάλλει,
θάλλει κάθε αρετή, κάθε σοφία μεγάλη,
μα τη δροσιά της δεν κρατά ποτέ την πρώτη.
Όποτε την καλεί η ζωή, πρέπει να ξέρει
να λέει αντίο η καρδιά, πέρα να φεύγει,
πίσω τη θλίψη της ν’ αφήνει, να αλαργεύει,
γενναίο ξεκίνημα να κάνει σ’ άλλα μέρη.
Σε κάθε μας ξεκίνημα ζει μια μαγεία,
που είν’ της ζωής μας αρωγός και προστασία.
Σ’ αυτό το Αλλού λοιπόν ας μπούμε μ’ ευφροσύνη,
τόπος κανείς, καμιά πατρίδα δεν μας δένει,
από το πνεύμα αυτού του κόσμου οδηγημένοι
που βήμα βήμα μάς υψώνει, μας διευρύνει.
Δες, δεν προφταίνουν καν καλά να βολευτούνε
κι όλους τους τριγυρίζει η νάρκη, η χαύνωση ήδη·
οι έτοιμοι μόνο για φευγιό και για ταξίδι,
απ’ της συνήθειας τα δεσμά μπορούν να βγούνε.
Μα ίσως η ώρα του θανάτου θά ’ρθει πια
νέους ξανά σε νέους τόπους να μας στείλει,
το κάλεσμα της η ζωή δεν θα υποστείλει,
φύγε λοιπόν, καρδιά μου, αντίο κι έχε γεια! (περισσότερα…)
*
*
*
*
*
Στάσου ἀκίνητος. Τά δέντρα ἐμπρός σου κι οἱ θάμνοι δίπλα σου
Δέν εἶναι χαμένοι. Το ὄνομα ὅποιου τόπου κι ἄν βρίσκεσαι εἶναι Ἐδῶ,
Καί πρέπει νά τοῦ φερθεῖς σάν σέ ἰσχυρό ἄγνωστο,
Πρέπει νά ζητήσεις ἄδεια νά τόν γνωρίσεις καί νά τοῦ γίνεις οἰκεῖος.
Τό δάσος ἀναπνέει. Ἀφουγκράσου. Ἀπαντάει,
Ἔχω φτιάξει τοῦτο τόν τόπο γύρω σου.
Ἄν τόν ἐγκαταλείψεις, μπορεῖς νά γυρίσεις πάλι, λέγοντας Ἐδῶ.
Γιά τό Γεράκι δυό δέντρα δέν εἶναι ἴδια .
Δυό κλαδιά δέν εἶναι ἴδια γιά τόν Τρυποκάρυδο.
Ἄν ὅ,τι φτιάχνει ἕνα δέντρο ἤ ἕνας θάμνος πάει χαμένο γιά σένα,
Σίγουρα εἶσαι χαμένος. Στάσου ἀκίνητος. Τό δάσος γνωρίζει
Ποῦ βρίσκεσαι. Πρέπει νά τό ἀφήσεις νά σέ βρεῖ.
*
*
*
*
Η Σαντάκο Ντόι γεννήθηκε το 1913 στη Χιροσίμα, δευτερότοκη κόρη μιας αγροτικής οικογένειας. Δημοσίευσε το πρώτο της ποίημα σε τοπική εφημερίδα το 1930. Στα δεκαοκτώ της, γνώρισε τον Τανταΐτσι Κουριχάρα, με τον οποίο θα περνούσε τα επόμενα πενήντα χρόνια της ζωής της. Παντρεύτηκαν κρυφά, καθώς ο Κουριχάρα ήταν ανεπιθύμητος από την πατρική της οικογένεια, λόγω των αριστερών πολιτικών του πεποιθήσεων. Το 1940 κατετάγη στον Αυτοκρατορικό Ιαπωνικό στρατό και πολέμησε στην Κίνα· λίγους μήνες αργότερα, επέστρεψε στη Χιροσίμα και συνελήφθη, διότι κατήγγειλε τις κτηνωδίες που διέπραξαν οι Ιάπωνες εις βάρους αμάχων στη Σαγκάη. Στις 6 Αυγούστου 1945, η Σαντάκο βρισκόταν με τα δύο τους παιδιά τέσσερα χιλιόμετρα από το υπόκεντρο της έκρηξης της ατομικής βόμβας. Η ποιητική της συλλογή Μαύρα αυγά (Kuroi tamago, 1946) αποτυπώνει την εμπειρία του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, καθώς και τη φρίκη της ρίψης της βόμβας. Τα Μαύρα αυγά υποβλήθηκαν μεταπολεμικά σε λογοκρισία από την Αμερικανική Στρατιωτική Διοίκηση και δεκατέσσερα ποιήματα αφαιρέθηκαν.
Τι κομίζει ο ποιητικός λόγος της Σαντάκο Κουριχάρα στον σημερινό αναγνώστη; Την οδυνηρή μαρτυρία ενός ιστορικά οριακού γεγονότος. Η ποιητική της γραφή, άλλοτε γίνεται μαντήλι για να σκουπίσει τις πληγές του μαρτυρίου των τραυματιών, κι άλλοτε κιβωτός του ιστορικού τραύματος, κενοτάφιο. Κινείται με άνεση ανάμεσα στην αυστηρή δομή των τάνκα (κλασική ιαπωνική ποιητική μορφή του 8ου μ.Χ. αιώνα, αρχαιότερη των χαϊκού) και τον νεωτερικό ελεύθερο στίχο. Το γνωστότερο ποίημα της, το οποίο αναδύθηκε μέσα από τις στάχτες της Χιροσίμα, είναι το «Ας υποδεχθούμε τη νέα ζωή»:
Νύχτα στο υπόγειο ενός στιβαρού κτιρίου, που τώρα κατέρρευσε
Τραυματίες της ατομικής βόμβας στοιβαγμένοι στο δωμάτιο·
Ήταν σκοτάδι – ούτ’ ένα κερί.
Οσμή φρέσκου αίματος, δυσωδία θανάτου,
ασφυξία ιδρωμένων σωμάτων, βογγητά.
Ξαφνικά, ακούγεται μια φωνή:
«Γεννάω!»
Σ’ εκείνο το κολαστήριο,
μια γυναίκα είχε ωδίνες.
Τι να κάναμε, στο θεοσκόταδο, χωρίς ούτ’ ένα σπίρτο; (περισσότερα…)
*
~.~
Πατρίδα στη μνήμη μου είναι ένας πράσινος φθαρμένος καναπές
και η γιαγιά μου σε κάθε ποίημα:
κάθε γιασεμί να πλήττει την ανάκρουση,
κάθε ανάκρουση να πλήττει τα δακρυγόνα,
τα δακρυγόνα να κουράρονται με γιαούρτι και κρεμμύδι,
με την άσκηση στην αντοχή,
με γυναίκες να τραγουδούν, κρούοντας
κατσαρόλες και τηγάνια
με αναθέματα και hasbiyallah.
Αυτοί δουλεύουνε τα τανκς, εμείς ξέρουμε από πέτρες.
Στους βομβαρδισμούς της Γάζας το 2008
η ιεροτελεστία μου βλέποντας τηλεόραση
ήταν να ταλαντεύομαι ανάμεσα στο θρήνο
και το αιγυπτιώτικο τσιφτετέλι,
ανερμάτιστος ανάμεσα σε μίσος και λατρεία,
σωρεύοντας και στοιβάζοντας τους λόγους των δερβίσηδων για να ζει κανείς
άλλοτε υιοθετώντας τους
άλλοτε βουτώντας απλώς το ψωμί μου στην ανοχή,
γνωρίζοντας πως τα παιδιά στο Καν Γιούνις δεν έχουν ψωμί,
βουτηγμένα στα μπάζα μιας οροφής…
Αν με ρωτήσεις από πού είμαι, μην περιμένεις μονολεκτική απάντηση.
Έσο έτοιμος, καθιστός, νηφάλιος κι εν εγρηγόρσει.
Αν το να ακούς για κόσμους άλλους από τον δικό σου
σε αναστατώνει,
πιες τη θάλασσα,
κόψε τα αφτιά σου,
φύσηξε άλλη μια φούσκα να φουσκώνει τη φούσκα σου και την υποκρισία.
Ανατίναξε άλλη μια πόλη από κορμιά στο όνομα του φόβου. (περισσότερα…)
*
~.~
I
Είχε πλαγιάσει. Και τα παιδικά της μπράτσα
τα ’χαν δεμένα οι δούλοι γύρω απ’ τα πλευρά του
τα μαραμένα· έτσι πέρναγε τις νύχτες,
με κάποιο φόβο εμπρός στα χρόνια τα πολλά του.
Κι άλλες φορές μέσα στα γένια του τριβόταν
το πρόσωπό της με το σκούξιμο του γκιώνη·
και τρόμους σέρνοντας και πόθους το σκοτάδι
από παντού ένιωθε να την περιζώνει.
Έτρεμαν τ’ άστρα όπως έτρεμε κι εκείνη,
το στρώμα έν’ άρωμα ψηλαφητά τρυπούσε,
στον τοίχο σάλευε η κουρτίνα σαν σημάδι
και με το βλέμμα της βουβά τ’ ακολουθούσε.
Μα αυτή, στον σκοτεινό τον γέρο πλάι ριγμένη,
ανέγγιχτη έμενε απ’ τη Νύχτα τη Μεγάλη,
ψυχή ελαφριά που το ψυχρό του μεγαλείο
ζεστό το κράταγε σε μια παρθένα αγκάλη.
II
Τα έργα στον θρόνο ο βασιλιάς συλλογιζόταν
της άδειας μέρας του, αυτά που λαχταρούσε
και δεν τ’ απέκτησε, τη σκύλα που αγαπούσε…
Μα σαν το βράδυ η Αβισάγ κουλουριαζόταν
πάνω του, η άστατη ζωή του αφηνόταν
όπως του κάβου του κακόφημου οι ξέρες
κάτω απ’ του στήθους της τους σιωπηλούς αστέρες. (περισσότερα…)