ΝΠ | Ποίηση Ξένη

Pablo Neruda, Εἴκοσι ἐρωτικὰ ποιήματα κι ἕνα τραγούδι ἀπελπισμένο

*

Προλόγισμα-Μετάφραση ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΑΓΑΘΟΚΛΗΣ

* ~ *

Ἑκατὸ χρόνια πίσω, τὸ 1924, ὁ Πάμπλο Νερούδα ἐκδίδει σὲ ἡλικία 19 ἐτῶν, ἀπ’ τὶς Ἐκδόσεις Nascimento, τὸ ἐμβληματικὸ Veinte poemas de amor y una canción desesperada. Εἶναι ἡ δεύτερη ποιητική του δουλειά. Ἔχει προηγηθεῖ, μόλις ἕναν χρόνο πρίν, τὸ Crepusculario ἀπ’ τὶς Ἐκδόσεις Claridad (γιὰ τὴν ἔκδοση τοῦ ὁποίου, σύμφωνα μὲ τὸν ἀστικὸ μύθο, ὁ Νερούδα πουλάει μέχρι καὶ τὸ χρυσὸ ρολόι ποὺ τοῦ δώρισε ὁ πατέρας του). Ἡ κριτικὴ δὲν ἀγκαλιάζει ἀμέσως τὸ ἔργο. Μάλιστα ὁ Νερούδα ἀρθρογραφεῖ σχετικὰ ὑπερασπιζόμενος τοὺς στίχους του. Τὸ 1932 κυκλοφορεῖ ἡ δεύτερη ἔκδοση μὲ κάποιες ἀλλαγές. Αὐτὴ ἀποτελεῖ καὶ τὴν ὁριστικὴ μορφὴ τῆς συλλογῆς ἡ ἀποδοχὴ τῆς ὁποίας, ἀπ’ τὸ παγκόσμιο ἀναγνωστικὸ κοινό, ὑπῆρξε ἐνθουσιώδης (μόνο στὴν ἱσπανικὴ γλώσσα, μέχρι τὸ 1973, ϑὰ πωληθοῦν περισσότερα ἀπὸ δύο ἑκατομμύρια ἀντίτυπα καὶ τὸ 1976 ἡ ϕωνὴ τῆς Λατινικῆς Ἀμερικῆς, ἡ Μερσέδες Σόσα, ϑὰ τραγουδήσει τὸ ὑπ’ ἀριθμὸν XV ὑπὸ ἀντίξοες πολιτικὲς συνθῆκες). Τὴν ἀπήχηση τοῦ ἔργου οὔτε ὁ ἴδιος ὁ ποιητὴς μπορεῖ νὰ ἐξηγήσει, παρὰ τὶς κατὰ καιροὺς ἀναλύσεις· ὅπως γιὰ παράδειγμα ὅτι στὰ ποιήματα ἐνυπάρχουν δύο ἱστορίες ἀγάπης: ἡ ἐφηβικὴ τῆς ἐπαρχίας καὶ ἡ ὡριμότερη, ἡ ϕοιτητική, τῆς μεγαλούπολης (ἡ Μαρισόλ καὶ ἡ Μαρισόμπρα) — λεπτομέρειες ποὺ προσθέτουν πολλὰ ἀλλὰ μᾶλλον τίποτα προκειμένου κανεὶς ν’ ἀπολαύσει τὸ ἔργο.

Διαβάζοντας τὰ ποιήματα ἀναδύεται ἡ αἴσθηση τοῦ «ἀπέλπιδου», τοῦ «ἀνεκπλήρωτου», τοῦ «τέλους» ὄχι ὅμως ὡς ἀδιέξοδο ἀλλὰ ὡς ζώπυρο χαρμόσυνης ἀφετηρίας. Στίχοι πηγαῖοι ἀφιερωμένοι στὸν πηγαῖο ἔρωτα, τὸν ἰδεατό. Τὸν ἔρωτα ποὺ εἶναι καταδικασμένος νὰ συντριβεῖ κάτω ἀπ’ τὸ ϐάρος του καὶ ἐπακόλουθα νὰ γεννήσει —μέσα ἀπὸ ἕνα λυρικὸ Bing Bang— τοὺς γαλαξίες καὶ τ’ ἀστέρια στὴν ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου.

Δ. Ἀ.
Πρωτοχρονιὰ 2025

Ἀπ’ ὅσο γνωρίζω, στὴν ἑλληνικὴ ἀγορὰ κυκλοφοροῦν οἱ ἑξῆς πλήρεις μεταφράσεις —οἱ ὁποῖες καὶ μὲ ϐοήθησαν νὰ ξεπεράσω, οὐκ ὀλίγες ϕορές, ποικίλα μεταφραστικὰ ἐμπόδια: τῆς Δανάης Στρατηγοπούλου (Μετρονόμος 2023 & Νέοι Ἄνθρωποι 1973), τοῦ Βασίλη Λαλιώτη (Ἱδεόγραμμα 2004 & Bibliothèque 2023) καὶ τοῦ Γιώργου Κεντρωτῆ (Τυπωθήτω, 2006). Τέλος, mil gracias στὴ ϕιλόλογο Φαίη Κακαβᾶ γιὰ τὶς πολύτιμες ἐπισημάνσεις της. Ὁ ρόλος της ὑπῆρξε καταλυτικός. Σ’ ευχαριστῶ, Φαίη!

*

(περισσότερα…)

Ὁ θάνατος τοῦ Ρέμπραντ


*

Τί γνώρισα;
Τό σκότος πού συνέλαβα, πέραν
Κάθε ξεχωριστοῦ προσώπου, στό νοῦ μου εἰσχωρεῖ
Μοῦ ἀποκαλύφθηκε
Ἡ νύχτα τῶν πενθούντων
Ὅπου ὅλοι οἱ ἄνθρωποι εἶναι τυφλοί.

Ἀνακαλῶ ὅμως
Γέρικα πρόσωπα ρημάδια, μέ μάτια
Καρφωμένα σέ κείνη τήν ἀδιαφάνεια –
Ἀναμένοντας ὁλόκληρη
Ζωή ἐντούτοις ἀπορώντας ἴσως μέ σοφή,
Ἀνέπαφη ἱεροφάνεια·

Kαί στόν νέο Ἰουδαῖο
Πού ὑπῆρξε ὁ Χριστός μου
Βλάστησε ἡ συμπόνοια –
Σέ ἐξουθενωμένης, κι ἄν τά πάντα ἔβλεπε, μορφῆς
Λές καί καρτερικά μποροῦσε νά διαβάσει
Τούς πόνους μιᾶς ὁλόκληρης φυλῆς (περισσότερα…)

Richard P. Feynman, Στέκομαι στήν ἀκτή μονάχος

*

Στέκομαι στήν ἀκτή, μονάχος, κι ἀρχίζω νά σκέπτομαι
Ὑπάρχουν τά ὁρμητικά κύματα, βουνά ἀπό μόρια
Κάθε χαζομάρα πού κοιτάζει τή δική της δουλειά
Τρισεκατομμύρια ξεχωριστά, πού ὅμως ἑνωμένα
Δημιουργοῦν μιάν ἄσπρη ἐπιφάνεια

Αἰῶνες ἐπί αἰώνων, προτοῦ κανένα μάτι μπορέσει νά δεῖ
Χρόνο μέ τό χρόνο,
Κεραυνοβόλα χτυπώντας τήν ἀκτή ὅπως τώρα
Γιά ποιόν, γιατί;
Σ’ ἕνα νεκρό πλανήτη, δίχως ζωή νά εὐφραίνεται
Ποτέ σέ ἡσυχία, τυραννισμένα ἀπό τήν ἐνέργεια
Ξοδεμένα θαυμαστά ἀπό τόν ἥλιο, χυμένα στό διάστημα
Μιά δύναμη κάνει τή θάλασσα νά βρυχᾶται
Βαθιά στη θάλασσα, ὅλα τά μόρια ἐπαναλαμβάνουν τά μοτίβα
Τοῦ ἑνός καί τοῦ ἄλλου ὡσότου νέα περίπλοκα σχηματίζονται
Κάνουν τά ἄλλα ὅμοια μ’ αὐτά
Κι ἕνας νέος χορός ξεκινᾶ (περισσότερα…)

Robert Browning, Ο εραστής της Πορφυρίας

*

Νωρίς απόψε κόπιασε η βροχή
κι ο άνεμος, αγουροξυπνημένος,
μαδούσε απ’ την κακία του την κορφή
της γριάς φτελιάς και, μ’ όλο του το μένος,
τη λίμνη ανάδευε: μαρμαρωμένος

τον άκουγα ώσπου, ίδια αερικό,
γλιστράει η Πορφυρία μες στο καλύβι
κι αφού κλειδώνει έξω όλο το κακό
τα κάρβουνα ν’ ανασκαλέψει σκύβει
– το μέσα κι έξω κρύο μου συνετρίβη.

Θ’ απάλλασσε την ακριβή μορφή της
απ’ τον μανδύα της που ’σταζε, το σάλι
τα γάντια, το καπέλο –η στεγνή της
κόμη, λυτή, τον χώρο μου ν’ αγάλει–
στο πλάι μου, τέλος, για να προβάλει

με τ’ όνομά μου και να με καλέσει.
Άχνα δεν έβγαλα. Ωστόσο εκείνη
το χέρι μου περνά γύρω απ’ τη μέση
της και τον τρυφερό της ώμο γδύνει
κι ανάλαφρα προς τη μεριά μου κλίνει

το μάγουλό μου εκεί για ν’ αναπαύσει·
με τα ξανθά μαλλιά της με τυλίγει
και λόγια αγάπης πιάνει δίχως παύση – (περισσότερα…)

Ποιήματα γιά τήν Ἔλευση

*

Μετάφραση: Νατάσα Κεσμέτη

~.~

Οἱ Μάγοι

Πρός τό τέλος τοῦ κόσμου, μέσα ἀπό τίς γυμνές
Ἀπαρχές τοῦ χειμώνα, ταξιδεύουν καί πάλι.
Πόσους χειμῶνες τό ἔχουμε δεῖ νά συμβαίνει,
Παρακολουθήσαμε τό ἴδιο σημάδι νά προχωρεῖ καθώς περνοῦν
Πόλεις φυτρώνουν γύρω ἀπό αὐτή τή ρότα τό χρυσάφι τους
Χαραγμένο στήν ἔρημο, κι ὡστόσο
Φύλαξαν τήν εἰρήνη μας, αὐτοί
Ὄντας οἱ Σοφοί, ἔρχονται νά δοῦν τήν καθορισμένη ὥρα
Πώς τίποτα δέν ἄλλαξε: στέγες, ὁ στάβλος
Λαμποκοπώντας στό σκοτάδι, ὅλα ὅσα εὔχονται νά δοῦν.

LOUISE GLÜCK (1943-2023)

~.~ (περισσότερα…)

Nicanor Parra, Οικοποιήματα

*

Εισαγωγή-Μετάφραση: ΝΑΝΣΥ ΑΓΓΕΛΗ

Τα Οικοποιήματα του Χιλιανού ποιητή Νικανόρ Πάρρα (1914-2018), τα Ecopoemas όπως τα τιτλοφορεί ο ίδιος, δεν αποτελούν απλώς μια κριτική στο σύχρονο οικοδόμημα του κοινωνικοπολιτικού συστήματος, μα μια σφοδρή καταγγελία κατά του Δυτικού κόσμου συλλήβδην. Ο Πάρρα, πάντα πρωτοπόρος, εξέθεσε από πολύ νωρίς τον προβληματισμό του για τη διαλεκτική σχέση ανθρώπου-φύσης ενσωμάτωντας την οικολογική ευαισθησία και την αγάπη για τη φύση στην ευρύτερη μεταμοντερνιστική προσέγγιση που χαρακτηρίζει το έργο του. Πολλά από τα σύγχρονα προβλήματα απορρέουν από την έλλειψη οικολογικής συνείδησης, μας λέει ο ποιητής, και η επιστήμη της οικολογίας προσφέρει ένα νέο πεδίο κριτικής θεώρησης όσων μαστίζουν τον πλανήτη.

Τα ποιήματα «Οι μάστιγες του σύγχρονου κόσμου» και «Μονόλογος του ατόμου» που ακολουθούν συμπεριλαμβάνονται στην περίφημη συλλογή Ποιήματα και Αντιποιήματα του Πάρρα που κυκλοφόρησε το 1954 και έθεσε τις βάσεις της «αντι- ποίησης». Ο όρος που έγινε ευρύτερα γνωστός υπαγορεύοντας τη ρήξη με την παραδοσιακή ποίηση, έχει τις ρίζες του στη διαμονή του ποιητή στην Οξφόρδη κατά την περίοδο 1949- 1952 και την επαφή του με το έργο των Πάουντ, Έλιοτ, Κάφκα, Μπλέηκ, με τη φροϋδιανή θεωρία και τον υπερρεαλισμό. Χρόνια μετά, το ποίημα «Ιδιωτικός εξακριβωτής» που δημοσιεύεται στον Τύπο το 1981 παρωδώντας τον εθνικό ύμνο της Χιλής, αποτελεί την πρώτη αποκλειστικά οικολογική διακήρυξη του ποιητή σε μια εποχή που η βιομηχανική ανάπτυξη βρίσκεται στο απόγειο της και το κίνημα της οικολογίας σε συνδυασμό με την επιστημονική κοινότητα εκπέμπουν τα πρώτα ανησυχητικά σήματα κινδύνου: Ο επερχόμενος θάνατος του πλανήτη δεν είναι μακριά.

///

Οι μάστιγες του σύγχρονου κόσμου

Οι σύχρονοι εγκληματίες
έχουν ελεύθερη πρόσβαση σε κήπους και πλατείες.
Εφοδιασμένοι με ισχυρά ματογυάλια και με ρολόγια τσέπης
μπουκάρουν σε πέργκολες όπου πλανιέται ο θάνατος
και εγκαθιστούν ανάμεσα στις ανθισμένες τριανταφυλλιές τα εργαστήρια τους.
Από κει εποπτεύουν τυχόν φωτογράφους και ζητιάνους που γυρνάνε στα πέριξ
φροντίζοντας να στήσουν ένα μικρό βωμό αφιερωμένο στην αθλιότητα
κι αν βρουν ευκαιρία κάνουν δικό τους κάποιον μελαγχολικό λουστράκο.
Η αστυνομία τρομοκρατημένη τρέχει μακριά απ’ αυτά τα τέρατα
με κατεύθυνση το κέντρο της πόλης
όπου μεγάλες πυρκαγιές ξεσπούν παραμονές πρωτοχρονιάς
και ένας γενναίος κουκουλοφόρος επιτίθεται σε δυο φιλάνθρωπες Μητέρες.

Οι μάστιγες του σύγχρονου κόσμου:
Τα τετράτροχα κι ο ομιλών κινηματογράφος,
οι φυλετικές διακρίσεις,
ο αφανισμός των ερυθρόδερμων
τα κόλπα του τραπεζικού συστήματος,
η εξόντωση των ηλικιωμένων,
το παράνομο εμπόριο λευκής σαρκός από σοδομιστές διεθνώς,
η αυτοέπαρση και η απληστία,
οι εργολάβοι κηδειών,
οι προσωπικοί φίλοι της Αυτού Μεγαλειότητος, (περισσότερα…)

Louisa May Alcott, Η μεταμόρφωση

*

Ω θάνατε, παράξενή σου η ώρα
π’ αρπάζεις της ζωής μας τα χρυσά
κι η θεϊκή σου τέχνη που εμφυσά
γεμίζει τους θνητούς μ’ αιώνια δώρα!

Στο βάρος των ογδόντα της και κάτι
την είδαμε να γέρνει σταδιακά
απ’ τη ζωή που ξέρει να νικά
σε μι’ άβυσσο, παράδεισους γεμάτη.

Μα, ξάφνου, στης καρδιάς μας τη σπατάλη,
σαν κάποιο θαύμα να ’γινε ευθύς
κι εκεί που είχαμε μείνει κατηφείς,
ξεπήδησε μπροστά μας νέα πάλι. (περισσότερα…)

Μάρ Ἐφραίμ τοῦ Σύρου, Ὀκτώ Ὕμνοι τοῦ Παραδείσου

*

Μετάφραση-Εἰσαγωγή: Νατάσα Κεσμέτη

Εἰς Μνημόσυνον Δημητρίου Β. Τριανταφυλλίδη (1959-2024)

Ὁ Μάρ Ἐφραίμ, ὁ Ἅγιος Ἐφραίμ ὁ Σύρος, πολυγραφότατος ὕμνογράφος καί θεολόγος τοῦ 4ου αἰῶνα, τιμᾶται σέ ὁλόκληρο τόν χριστιανικό κόσμο. Ἀνακηρυγμένος ἀπό τούς ρωμαιοκαθολικούς ὡς Δάσκαλος τῆς Ἑκκλησίας, εἶναι ἰδιαιτέρως προσφιλής στήν Ὀρθόδοξη Συριακή Ἐκκλησία. Ἔγραψε ποικίλους ὕμνους, ποιήματα καί ὁμιλίες σέ στίχους, ὅπως ἐπίσης βιβλικές ἑρμηνεῖες σέ πεζό. Οἱ ἐργασίες του αὐτές, πού ἔχουν ἐπίσης χαρακτηρισθεῖ ὡς «πρακτική θεολογία», ἀποτελοῦσαν θεμελιακά ἔργα σέ ταραγμένους καιρούς. Ἦσαν τόσο δημοφιλῆ ὥστε, αἰῶνες μετά τήν κοίμησή του, χριστιανοί συγγραφεῖς έξέδιδαν ψευδεπίγραφα ἔργα μέ το ὄνομά του. Ἡ μεγάλου εὔρους μαρτυρία του φανερώνει τήν πρώιμη μορφή τῆς χριστιανοσύνης, στήν ὁποία οἱ ἰδέες τῆς Δύσης δέν ἔπαιζαν κανένα σημαίνοντα ρόλο. Ἔχει ἀναγνωριστεῖ ὡς ὁ πιό σημαντικός ἀπό ὅλους τούς Πατέρες τῆς Συριακῆς Ἐκκλησιαστικῆς παράδοσης.

Ὁ σερ Σεμπάστιαν Μπρόκ, παγκόσμια αὐθεντία στά ἀφορῶντα τήν ἀραμαϊκή γλώσσα καί τήν συριακή γραμματεία, ἔχει δώσει μιάν ἔξοχη εἰσαγωγή ὡς πρός τόν τρόπο σκέψης τοῦ Μάρ Ἐφραίμ. Εἰδικά γιά τούς Ὕμνους τοῦ Παραδείσου ὀφείλεται νά τονιστεῖ ὅτι μᾶς μαθαίνει πῶς νά βλέπουμε τήν πραγματικότητα ὄχι μέ τά μάτια ἑνός ἑλληνιστῆ, ἀλλά μέ τά μάτια κάποιου ἀνήκοντος στήν ὁμάδα τῶν ἀρχαίων λαῶν: ἀπογόνων τοῦ Σήμ (γιοῦ τοῦ Νῶε) στήν Ἐγγύς Ἀνατολή καί τήν Ἀφρική, καί ἔχοντος σημιτική νοοτροπία. Πράγμα πού σημαίνει ὅτι στήν ἑλληνιστική ἀντίληψη προτεραιότητα εἶχε ἡ Μορφή, ἡ ὁποία καί ἀποτελοῦσε τό Πραγματικό. Δέν γνωρίζουμε ἄν ὁ Μάρ Ἐφραίμ θά συμφωνοῦσε ἤ ὄχι. Αὐτό ὅμως πού βλέπουμε στόν Ἐφραίμ δέν εἶναι Μορφές ἀλλά Σύμβολα. Ἐπιπλέον συχνά μετακινεῖ ται ἀπό τό ἀτομικό στό συλλογικό. Ἀκριβῶς στο σημεῖο αὐτό ὁ Σεμπάστιαν Μπρόκ διευκρινίζει:

Για τήν σημιτική νοοτροπία τῶν βιβλικῶν συγγραφέων καί τῶν Σύρων ποιητῶν, ὅπως ὁ Ἅγιος Ἐφραίμ, εἶναι πάρα πολύ ἁπλή καί εὔκολη ἡ μετακίνηση ἀπό το συλλογικό στό ἀτομικό, καί ἀπό το ἀτομικό στό συλλογικό.

Ἔτσι, ἀναφορικά μέ τόν Παράδεισο στούς Ὕμνους τοῦ Παραδείσου, ἰσχυρίζεται ὅτι γιά τήν συριακή παράδοση ὁ Παράδεισος ἦταν ἡ κατοικία/διαμονή τοῦ ἱεροῦ χρόνου, σύμφώνως μέ τήν μετάφραση τοῦ miqqedem (πρός τήν Ἀνατολή) ὡς «ἀπό τήν ἀρχή/ ἐξ ἀρχῆς». Στήν συνέχεια ὁ Μπρόκ συνδέει με αὐτήν τήν θεμελιακή ἀντίληψη ἄλλες τοπολογικές λεπτομέρειες τοῦ Ἐφραίμ, ὅπως τά ἑξῆς: το παραδείσιο βουνό εἶναι κυκλικό, κυκλώνει τή Μεγάλη Θάλασσα· ὁ Κατακλυσμός ἔφτασε μόνο μέχρι τούς πρόποδές του, ὅπου εἶναι ἐγκατεστημένος ἕνας φράχτης (syaga) φρουρούμενος ἀπό τά Χερουβείμ. Τό Δέντρο τῆς Γνώσεως εἶναι στά μισά τοῦ δρόμου πρός τά ἄνω. Κι αὐτό εἶναι τό ὅριο (σημεῖο) τό ὁποῖο ὁ Ἀδάμ και ἡ Εὔα, προφανῶς μετά θάνατον, δέν μποροῦσαν νά ὑπερβοῦν.

(περισσότερα…)

Χάινριχ Χάινε, Δώδεκα ποιήματα

 

*

Μπουρλέσκο σονέτο

Πώς στη μιζέρια θα ’βαζα τελεία
αν ήμουν δεξιοτέχνης στα πινέλα
και στον καμβά μου ηρώων μεγαλεία
ζωγράφιζα και καλλονές με βέλα.

Πώς πακτωλός σωστός θα μ’ ελεούσε
αν γνώριζα βιολί καλό ή πιάνο
κι ο πάσα εις που μ’ άκουγε επαινούσε
το παίξιμό μου το γλυκό και πλάνο.

Μα αλίμονο, στο δρόμο αυτόν που πήρα
τον Μαμωνά ποτέ δεν θα πετύχω,
μιας κι απ’ τις τέχνες όλες την πιο στείρα
διάλεξα για την τσέπη μου – τον στίχο !

Το θείο ποτό του Βάκχου άλλοι πίνουν,
διψώ, επαιτώ κι εγώ, μα δε μου δίνουν.

~.~

Παίρναν όλοι το τσάι τους παρέα…

Παίρναν όλοι το τσάι τους παρέα
κι όλο λέγαν για τα ερωτικά,
δεσποσύνες με αμφίεση ωραία,
καβαλιέροι με ήθη λεπτά.

«Ένας Έρως υπάρχει : ο αγνός»,
ο βαρώνος με ύφος δηλώνει.
Και (με στόνο κρυφό…) η βαρώνη
του πετάει σκωπτικά : «Ασφαλώς !»

«Α, η πείρα», λέει ο δούξ, «συμβουλεύει
η συνεύρεσις να ’ναι πραεία,
διότι βλάπτεται ειδάλλως η υγεία !»
Κι η μαμζέλ –που απορεί– : «Μα αληθεύει ;» (περισσότερα…)

Γκωτιέ του Σατιγιόν, Καθώς φεύγει η χειμωνιά

*

Μετάφραση-Σχόλια-Επιμέλεια στήλης
ΦΩΤΗΣ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ

Στη Γαλλία του 12ου αιώνα, διαμορφώνεται και ανθίζει ένα απολύτως ευδιάκριτο είδος λυρικού ποιήματος, η pastourelle (παστορέλα). Τις πολυάριθμες pastourelles που έχουν διασωθεί τις συνδέει λιγότερο η μορφή και πολύ περισσότερο το περιεχόμενο, αφού όλες αφηγούνται επί της ουσίας το ίδιο επεισόδιο. Έχουμε μπει στην άνοιξη και ένας άνδρας ευγενικής καταγωγής (συνήθως ένας ιππότης) περιπλανιέται στην εξοχή. Αργά τη νύχτα ή τη χαραυγή συναντά εκεί μια άγνωστή του βοσκοπούλα, νεαρή και πανέμορφη. Θαμπωμένος από την ομορφιά της, ο άνδρας βάζει σκοπό να την πείσει να του δοθεί. Οι προσπάθειές του έχουν άλλοτε αίσια και άλλοτε άδοξη κατάληξη.

Λίγες πρέπει να ήταν οι pastourelles που γράφτηκαν στα λατινικά και ελάχιστες έχουν διασωθεί. Ανάμεσα σε αυτές, όμως, οπωσδήποτε ξεχωρίζει η σύνθεση «Καθώς φεύγει η χειμωνιά» (Declinante frigore) του Γκωτιέ του Σατιγιόν (Gautier de Châtillon, περ. 1135-1200), ενός εκ των κορυφαίων ποιητών του 12ου αιώνα. Δεξιοτέχνης του μέτρου, ο Γκωτιέ συντάσσει το ποίημα σε 7 στροφές, 7 στίχων και 7 συλλαβών, με δισύλλαβη ομοιοκαταληξία (ΑΑΒΑΑΒΑ). Πρωτοτυπεί καθώς η pastourelle του συνομιλεί φανερά με μια κλασική πηγή: τους οβιδιανούς Amores. Στην ίδια την αφήγηση δε, ξεφεύγει πάλι από τον κανόνα, αφού περιγράφει τη νεαρή Γλυκερία (Glycerium / Γλυκέριον) ωσάν να τη γνωρίζει προτού τη συναντήσει και με λόγια που δεν θα ταίριαζαν σε βοσκοπούλα. Ως κληρικός-ποιητής, επίσης, ο Γκωτιέ δεν κυνηγά πιεστικά τη Γλυκερία. Τουναντίον, εκείνη φαίνεται να ανταποκρίνεται πρόθυμα στο κάλεσμά του. Και, αν και ο ίδιος εξέρχεται νικητής, αφήνει να εννοηθεί ότι μπορεί τελικά να ήταν εκείνος που έπαιξε εξαρχής το παιχνίδι της πονηρής Γλυκερίας.

(περισσότερα…)

Κοιτάζοντας το κρανίο του Σίλλερ

*

του ΗΛΙΑ ΜΑΛΕΒΙΤΗ

Τον Λευτέρη Αλεξίου (1890-1964), τον Ηρακλειώτη ποιητή, τον γνώριζα κατ’ ουσίαν μόνο από το θαυμάσιο ποίημά του «Ενδεχόμενα», που είχε συμπεριλάβει κι ο Μανόλης Αναγνωστάκης στην ανθολογία του Η χαμηλή φωνή. Αργότερα έμαθα για αυτόν από τον γιο του Στυλιανό Αλεξίου, που παρουσίασε τα εργοβιογραφικά μαζί με μια ανθολόγηση της ποίησής του, στα εικοσιπέντε χρόνια από τον θάνατό του, στο περιοδικό Παλίμψηστον της Βικελαίας Βιβλιοθήκης του Ηρακλείου, τχ. 9-10, Δεκ. 1989-Ιουν. 1990, σ. 7-40 (όπου και παραπέμπω όποιον ενδιαφέρεται να μάθει περισσότερα για τον ποιητή).

Πρόσφατα, ψάχνοντας για ένα δυσεύρετο κείμενο, πήρα στα χέρια μου τη συλλογή κειμένων: Συμβολή. Μικρή Ανθολογία κειμένων για τη νεοελληνική λογοτεχνία, που εξέδωσε το ΚΕ Λύκειο Αρρένων Αθηνών στις εκδόσεις Ιωλκός το 1977. Μέσα εκεί, ανάμεσα σε άλλα ενδιαφέροντα και αρκετά ανέκδοτα ―τότε― κείμενα σημαντικών συγγραφέων μας, έπεσα πάνω σε μια μετάφραση από τον Λευτέρη Αλεξίου ενός γνωστού ποιήματος του Γκαίτε για τον Σίλλερ, το «Bei Betrachtung von Schillers Schädel». Με τη σχετική βεβαιότητα πως δεν έχει ξαναδημοσιευθεί το παρουσιάζω εδώ, με τη σύντομη εισαγωγή και τη σημείωση του μεταφραστή του, από τη μνημονευθείσα συλλογή κειμένων, που είχε επιμεληθεί ο Αθ. Φωσκαρίνης, σ. 23-24.

Το περιστατικό στο οποίο αναφέρεται το ποίημα είναι αληθινό. Είναι γνωστό πως ο Γκαίτε είχε κρατήσει το κρανίο του Σίλλερ για ένα διάστημα στο γραφείο του σε διαρκή ανάμνηση του αγαπημένου φίλου του (τώρα κατά πόσον ήταν αυτό αυθεντικό, όπως αποκάλυψε η μεταγενέστερη έρευνα, είναι ένα άλλο ζήτημα). Σε ό,τι αφορά την ποιότητα της σχέσης τους και το βάθος της εκτίμησης που έτρεφε ο Γκαίτε για τον Σίλλερ, γράφει ο Τόμας Μάνν στο Δοκίμιο για τον Σίλλερ (εκδ. Ίνδικτος, μτφρ. Θαν. Λάμπρου, 2002): «Ο αμοιβαίος θαυμασμός εμπλούτισε πράγματι και τους δύο, και όσον αφορά τον Γκαίτε ο θαυμασμός αυτός μεγαλώνει ακόμη περισσότερο μετά τον θάνατο του Σίλλερ. Είναι σαν να μην ήξερε, όσο ζούσε ο Σίλλερ, αυτό που είχε δίπλα του», και «Για αυτόν που έζησε περισσότερο, ο νεκρός έγινε ό,τι δεν υπήρξε ποτέ ο ένας για τον άλλον: ιερός. Από τα τελευταία χρόνια της ζωής του Γκαίτε έχει φτάσει ώς εμάς η απάντηση που έδωσε στη νύφη του Ottilie, όταν αυτή του είπε πως ο Σίλλερ την κάνει συχνά να πλήττει. Ο Γκαίτε έστρεψε τότε μακριά το προσωπό του κι απάντησε: “Είστε όλοι πάρα πολύ κακόμοιροι και γήινοι γι’ αυτόν”».

~.~

Κοιτάζοντας το κρανίο του Σίλλερ

(Το παρακάτω ποίημα γράφτηκε ύστερα από μιαν ανακομιδή των οστών του Σίλλερ. Ο Γκαίτε ήτανε παρών και πήρε στα χέρια το κρανίο του φίλου του. Τις χαραχτηριστικές σκέψεις του σε κείνη την περίσταση τις εστιχούργησε σ’ αυτό το ποίημα. Οι στίχοι μεταφράζονται, όσο ξέρω, για πρώτη φορά στα ελληνικά. Λευτ. Αλεξίου).

Στὸ κοιμητήρι τὸ βαθὺ καὶ σκοτεινὸ κοιτάω
μὲ πόση τάξη ἀραδιαστὰ σωπαίνουν τὰ κρανία
καὶ μὲσ’ στὸ νοῦ τὶς ἐποχὲς ποὺ ἐφύγαν μελετάω.
 
Μένουν πλάϊ-πλάϊ ὅσοι ἄλλοτε μισοῦνταν μὲ μανία·
κόκκαλα ποὺ ὡς τὸ θάνατον ἀλληλοχτυπηθῆκαν,
τώρα ἡσυχάζουν σταυρωτὰ μέσα στὴν ἡσυχία.
 
Σκόρπιες κουτάλες… Ἀπὸ ποιά φορτιὰ νὰ κυρτωθῆκαν,
κανένας δὲ ρωτάει. Μέλη γιερά, γεμᾶτα ζέση,
χέρια καὶ πόδια, π’ ἀπ’ τῆς ζωῆς τὴν ἄρθρωση λυθῆκαν…
 
Ὤ, κουρασμένοι, ἀνώφελα στὴ γῆς ἔχετε πέσει.
Δὲ σᾶς ἀφήνω ἀνάπαψη στὸν τάφο. Στὴν ἡμέρα,
στὴν ἅγια ζήση καὶ στὸ φῶς σᾶς ἔχω ἐδῶ καλέσει:
 
Τί ἕν’ ἄθλιο τσώφλι εἶν’ ἄσκοπο νὰ ὑψώνω στὸν ἀγέρα,
κι ἂς εἶχε τὸν ἐγκέφαλο τὸν πιὸ εὐγενῆ κλεισμένο.
Μὰ νά, ποὺ ἕνας παλιὸς χρησμὸς μ’ ἀκολουθεῖ ἐδῶ πέρα,
 
(σ’ ἐλάχιστους τὸ νόημά του τό ’χει φανερωμένο)
ὅταν, στὴ μέση ἀπὸ σωροὺς κοκκάλων καὶ κρανίων,
μιὰ ἀτίμητα ἱερὴ μορφὴ στὰ μάτια μου ἀνασταίνω.
 
Καὶ ἰδέ, σ᾽ αὐτὴ τὴ στενωσιά, στὴ μούχλα καὶ στὸ κρύο,
μ’ αἴστηση λευτεριᾶς πλατειᾶς εὐτὺς ἀναγαλλιάζω,
ὡς νά ’βγαινε ἀπ’ τὸ θάνατο ζωῆς ἀνάμα θεῖο!
 
Μὲ ποιά γοητεία μυστηριακὴ τὴν ὄψη σου ἀναπλάζω!
Τὰ θεῖα χαρακτηριστικά, πού ’χε ἄλλοτε κρατήσει!
Μὲ μιὰ ματιὰ μέσ’ στὴ γνωστή μου θάλασσα βουλιάζω,
 
ποὺ τόσες ξεχειλίζοντας μορφὲς* εἶχε ἀναβρύσει.
Σκεῦος, ἱερό, πού ’χεις χρησμοὺς στὸν κόσμο τόσους δώσει,
στὰ χέρια πὼς εἶμ’ ἄξιος νὰ σ’ ἔχω ἐτοῦτα κλείσει;
 
Ἀπὸ τὴ μούχλα, ὦ Θησαυρέ, ψηλὰ σ’ ἔχω σηκώσει,
καὶ πρὸς τὰ αἰθέρια τ’ ἀνοιχτά, πρὸς τὴν πλατειὰ τὴ σκέψη,
πρὸς τὸ ἠλιοφῶς ἔχω μὲ σὲ τὸν ἴδιο ἐμένα ὑψώσει.
 
Τί πιὸ πολὺ μπορεῖ κανεὶς στὸν κόσμο νὰ γυρέψει,
τὴ θέαιανα Πλάση ἂν τοῦ δοθεῖ στὰ μάτια νὰ κοιτάξει,
σὲ πνεῦμα πῶς τὰ πιὸ σκληρὰ μπορεῖ νὰ μετατρέψει,
 
κι αἰώνια πῶς τοῦ πνεύματος τὰ τέκνα νὰ φυλάξει.

*(Σ. του Μ.) Ο Γκαίτε υπαινίσσεται τους τύπους που έπλασε ο Σίλλερ στα θεατρικά έργα του.

*

*

*

Χαῖρε Θαλασσινό Ἄστρο

*

Εἰσαγωγή-Μετάφραση: ΝΑΤΑΣΑ ΚΕΣΜΕΤΗ

Ἡ πατρότητα τοῦ μεσαιωνικού ὕμνου Ave maris stella ἀποδίδεται, ἀνάμεσα σέ πολλούς ἄλλους, στόν Ἅγιο Βερνάρδο τοῦ Κλαιρβώ (1090-1153) ὁ ὁποῖος ἔγραψε ὡραιότατες διευκρινίσεις καί παραινέσεις, σχετικές μέ τό θεοτοκωνύμιο maris stella-θαλασσινό ἄστρο. Ἡ λατινική ἐκδοχή τοῦ ὕμνου ἰχνηλατεῖται ἀνάμεσα στόν ὕστερο 6ο αἰῶνα μ.Χ. καί τόν πρώιμο 9ο, καί τό ὄνομα παραλλάζει ἀπό ἄστρο τῆς θάλασσας σέ ἄστρο τοῦ ὠκεανοῦ, προσωνύμιο ἀπό τά ἀρχαιότερα καί πλέον δημοφιλῆ τῆς Μαρίας.

Τό ποίημα τοῦ 15ου αἰῶνα πού ἀποδίδω ἐδῶ εἶναι ἐμπνευσμένο ἀπό τόν ἀρχαῖο ὕμνο· τό χειρόγραφο πιθανολογεῖται ὅτι φτιάχθηκε σέ ἕνα Καρθουσιανό μοναστήρι τοῦ Γιορκσάιρ ἤ πιό βόρεια στό Λινκολνσάιρ. Ἂποτελεῖ θερμό ἐγκώμιο καί ἐξομολογητική εὐχή, θυμίζοντας τήν πολύ πιό ἐκτεταμένη, καί, ἀπό κάθε ἄποψη εὐρύτερη καί ἰσχυρότερη Ἐξομολογητική εὐχή πρός τήν Θεοτόκο τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου Παλαμᾶ (14ος αἰώνας). Κατορθώνει ὅμως τό ὀλιγόστιχο ἐγκώμιο νά εἶναι ταυτοχρόνως θεολογικό. Ἐν ὀλίγοις, πρόκειται γιά θεολογικά λογάκια, ὅπως θά ἔλεγε ὁ δικός μας Παπατσώνης.

Ἡ κύρια καί ἐπικρατοῦσα μεταφορά γιά τήν Μαρία, πού ἐνέπνευσε Ἀνατολή καί Δύση ὅσο καμία ἄλλη γυναίκα, εἶναι αὐτή τοῦ καθοδηγητικοῦ Ἄστρου τῆς θάλασσας: ὄχι μόνον γιά τούς ναυτικούς ἀλλά ὅλους ἐμᾶς τούς ναυσιπλόους καί ποντουμένους σάλῳ βιωτικῶν κυμάτων (Μέγας Παρακλητικός). Ἀκολουθεῖ ἡ μεταφορά τῆς Πύλης τοῦ Παραδείσου, παρομοίως μέ τό Πύλη Ἐπουράνιε, πού ἀκοῦμε στόν δικό μας Ὄρθρο, ἤ ἀπό τήν Β΄ Στάση τοῦ Ἀκαθίστου Ὕμνου τό: Χαῖρε Παραδείσου θυρῶν ἀνοικτήριον, καί ἀλλοῦ ἄλλα.

(περισσότερα…)