*
Η ΑΝΑΡΡΩΝΥΟΥΣΑ
Σαν το τραγούδι που στους δρόμους τριγυρνά
και μια ζυγώνει και μια λες ότι δειλιάζει,
μια φτερουγίζει — και σχεδόν την ακουμπά —
και μια πιο απόμακρα πηγαίνει και κουρνιάζει:έτσι μαζί της παίζει τώρα η ζωή·
ενώ εκείνη, αδύναμη και κουρασμένη,
κάνει μια απόπειρα για να της προσφερθεί,
μια αδέξια κίνηση όχι συνηθισμένη.Και σαν ξελόγιασμα το αισθάνεται σχεδόν
τώρα το χέρι της, που τόσο είχε τραχύνει
αυτή η παράκρουση των άγριων πυρετών,
σαν χάδι λες ν’ αναρριχάται λουλουδιών
το μέτωπό της το τραχύ για ν’ απαλύνει.///
ΓΥΝΑΙΚΑ ΕΜΠΡΟΣ ΣΤΟΝ ΚΑΘΡΕΦΤΗ
Καθώς βοτάνι σε ποτό υπνωτικό,
τους κουρασμένους τρόπους της αργά διαλύει
μες στου καθρέφτη το κρυστάλλινο νερό·
εκεί και το χαμόγελό της πάει και δύει.Και περιμένει ωσότου η στάθμη ν’ ανεβεί·
και τότε χύνει στον καθρέφτη τα μαλλιά της
και, τους εξαίσιους ώμους της για μια στιγμή
αποδεσμεύοντας από το φόρεμά της,
το είδωλό της πίνει σιωπηλά. Το πίνει
όπως θα το ’πινε έραστης πάνω στη ζάλη,
δύσπιστα, ερευνητικά· και νεύει πρώταστην καμαριέρα της αφότου δει τα φώτα
μες στου καθρέφτη τον βυθό, και την αιθάλη
που τη βαθιά τη νύχτα τώρα περιχύνει.///
Η ΜΟΙΡΑ ΜΙΑΣ ΓΥΝΑΙΚΑΣ
Όπως επάνω στο κυνήγι ο βασιλιάς
ένα ποτήρι για να πιει, ένα όποιο, αρπάζει –
κι όπως μετά, το ίδιο εκείνο μονομιάς,
μ’ άλλα μαζί στην άκρη αδιάφορα το βάζει:έτσι κι Αυτήν το πεπρωμένο, ίσως γιατί
διψούσε τότε κι ήθελε να ξεδιψάσει,
τη στράγγιξε εντελώς· κι ύστερα, μια ζωή,
από την έγνοια μήπως και κανείς τη σπάσει,γερά την έκλεισε σε μια έντρομη βιτρίνα,
εκεί όπου φύλαγε τα τιμαλφή του εκείνα
που είναι πράγματι ή περνιούνται γι’ ακριβά.Κι έμειν’ εκεί μέχρι που γέρασε, μια ξένη
τυφλή κι αθέατη μαζί, παρατημένη
σαν τρόπαιο άχρηστο που ο κόσμος προσπερνά.Μετάφραση Κ. Κουτσουρέλης
///
*
*
*
