ΝΠ | Ποίηση Ξένη

Βοκκάκιος, Πάνθεον

*

Μετάφραση-Σχόλια-Επιμέλεια στήλης
ΦΩΤΗΣ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ

~.~

Ο Βοκκάκιος συνέθεσε τις δεκαέξι Εκλογές που απαρτίζουν τη λεγόμενη Βουκολική ωδή του (Bucolicum carmen) ανάμεσα στο 1350 και το 1370. Εξ αυτών, οι δέκα τελευταίες (7-16) γράφονται με σαφή την επιρροή του Πετράρχη, ο οποίος διέτριψε ανατρεπτικά στο είδος από το 1346 έως το 1357, φέρνοντάς το στις κορυφές της γραμματείας της αλληγορίας. Σε αυτές τις Εκλογές ο Βοκκάκιος αποδεικνύεται, οπωσδήποτε, ισάξιος του Πετράρχη.

Η διασημότερη, ίσως, Εκλογή του Βοκκάκιου είναι η ενδέκατη, η οποία φέρει τον τίτλο «Πάνθεον». Πρόκειται για σύνθεση διπλά αλληγορική. Από τη μια πλευρά, ο Βοκκάκιος εκχριστιανίζει την κλασική μυθολογική παράδοση, περιγράφοντας γνωστά επεισόδια της ιουδαϊκής-χριστιανικής ιστορίας (από τη Δημιουργία έως την Πεντηκοστή) μέσω συμβολικών/προσημαντικών παραλλήλων τα οποία βρίσκει (ή επινοεί) στην κλασική κουλτούρα. Ο Ιησούς ιστορείται, λόγου χάρη, μέσα απ’ τις μορφές του Ηρακλή, του Ακταίωνα, του Ασκληπιού, του Κόδρου, του Ιππολύτου, του Πάλη κ.ά. Από την άλλη ο Βοκκάκιος παρουσιάζει, πιο κρυπτικά, τη συγκαιρινή «αιχμαλωσία» της παπικής Κουρίας στην Αβινιόν.

Μοντέλο του είναι, μορφολογικά, η έκτη Εκλογή του Βιργιλίου: η αφήγηση μιας αφήγησης. Ο Βοκκάκιος (ο «Συγγραφέας») αναπλάθει την κοσμολογική και ιστορική αφήγηση του Γλαύκου (Aγίου Πέτρου), δοσμένη ύστερα από τη στερρή παράκληση της Μυρτίλης (της Εκκλησίας). Ομοίως, στην έκτη Εκλογή, ο Βιργίλιος παρουσιάζει την κοσμολογική-μυθολογική αφήγηση του Σιληνού, η οποία δίνεται ύστερα από την επιμονή του Χρώμιδος, του Μνασίλλου και της Αίγλης.

Το ισχυρότερο, όμως, πρότυπο του Βοκκάκιου δεν είναι άλλο από την τέταρτη Εκλογή του Βιργιλίου, τη γνωστή ως «Μεσσιανική». Εκεί ο Βιργίλιος κατατείνει στο ανάβλεμμα μιας Χρυσής Γενιάς και Εποχής την οποία φέρνει η γέννηση ενός απροσδιόριστου «βρέφους», θείου και ουρανόσταλτου. Η τέταρτη Εκλογή του Βιργιλίου υπήρξε αγαπημένο ανάγνωσμα των Χριστιανών στον Μεσαίωνα και η χριστιανική της ερμηνεία απαντά ήδη στον Προυδέντιο. Με τον Βοκκάκιο ξεκινά μια γραμματειακή παράδοση αξιοποίησης της τέταρτης Εκλογής του Βιργιλίου εντός του ίδιου του λογοτεχνικού της είδους: την υψηλή βουκολική ποίηση. Και Εκλογές που πραγματεύονται τη Γέννηση του Χριστού, συναντά κανείς έως τη βαθιά ύστερη Αναγέννηση.

Για τη βοήθεια του αναγνώστη προσθέτω δύο παραρτήματα. Αρχικά, μεταφράζω το απόσπασμα από την 23η επιστολή του Βοκκάκιου, όπου εξηγεί ο ίδιος τη βασική αλληγορία στο «Πάνθεον». Τέλος, παραθέτω τη μετάφραση της τέταρτης Εκλογής του Βιργιλίου που εκπόνησε ο Γιώργος Βαρθαλίτης. Τον ευχαριστώ θερμά για την άδειά του να την αναπαραγάγω εδώ.

~.~

ΒΟΚΚΑΚΙΟΣ

Π ά ν θ ε ο ν
( Η 11η Εκλογή ) [1]

ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ

Τον Φοίβο αγαπάς, Κλειώ[2], σ’ αγρούς τον κυνηγάς πλατιούς
τη νύχτα αποφεύγοντας και σκοτερά λημέρια.
Δάφνες όμως ποθεί αυτός, κι είναι το έπαθλό του
γι’ αγώνες ιερούς· δεν θ’ ατιμωθείς αν λίγο[3],
τώρα που καίνε οι αγροί, στ’ ανθόκλωνα σταλιάσεις.
Τ’ άσματα τα δικά σου, στον Μόψο[4] ’γώ γλυκολαλώ,
χάιδεψε, προστάτιδα, τη λύρα της Αρεθούσης,
και τ’ άσμα με τ’ αγέρι του, ο Μόψος θα λαμπρύνει. (περισσότερα…)

Derek Walcott, Νοσταλγώντας τη θάλασσα και άλλα ποιήματα

*

Μετάφραση Νίκος Κωσταγιόλας

~.~

ΘΑΛΑΣΣΙΝΟ ΑΕΡΑΚΙ

Η Κ., με το γρήγορό της γέλιο, το μελένιο δέρμα και μαλλί,
και πάντοτε λεφτά. Ποιον ίσκιο αμμουδιάς και ποια χρονιά
έχει μυρώσει τόσο με την τρυφερότητά της,
που δε μπορώ να δω νερό να στραφταλίζει
δίχως να τη σκεφτώ; –
εκείνο το έκτακτο πρωινό, κουβάρι ξετυλίγοντας
στιχάκια του Μπεν Τζόνσον: «το χρυσό κουρέλι»
–μήλον της έριδος για δύο ερωτιδείς–
μα και «τον νάρδο στη φωτιά»
– α, ο νάρδος στη φωτιά! –
πάνω στο αλμυρό πεντάγραμμο της θάλασσας
με τη δροσάτη αύρα να μπερδεύει τις μελένιες μπούκλες –
μα ποια χρονιά ήταν η φωτιά;
Πρόσωπα κοριτσιών θολά απ’ τον χρόνο – η Αντρεϊγί χρυσωμένη από το φως
σαν Κυριακή. Το χορτάρι ξεμυτίζει μες από το γκρεμισμένο ντόκο.
Τραπέζια στις σκιές των ακακιών, σαν να μπαίνεις μέσα σ’ έναν Ρενουάρ.
Maintenant je n’ai plus ni fortune, ni pouvoir… (περισσότερα…)

Το τελευταίο ποίημα

*

Στον θάνατο του Παλαιστίνιου ποιητή Ρεφάτ Αλαρίρ.
Σκοτώθηκε κατά τη διάρκεια των ισραηλινών
βομβαρδισμών στη Γάζα, σε ηλικία 44 ετών.

If I must die,
you must live
to tell my story
…………………
…………………
If I must die
let it bring hope
let it be a tale.

Βαρύ αυτό το πρέπει, Ρεφάτ.

Όμως θα πω την ιστορία σου
(συγχώρα με)
με λόγια του χαμού ανέλπιδα.

Δεν είμαι αγνός όπως το βλέμμα σου
μήτε λευκός όπως ο χαρταετός
του ύστατου ονείρου σου.

Βλέπω το Κακό εκεί ψηλά
όχι τον άγγελο πού επιστρέφει
τη χαμένη αγάπη. Κι η οργή αρνιέται
τον λευκό χαρταετό σου ν’ αμολήσει.
Γιατί στη Γάζα ο ουρανός σκοτώνει
τα παιδιά
– αθώα παιδιά όπως εσύ.

(περισσότερα…)

Rainer Maria Rilke, Αρχαϊκός Απόλλων και άλλα ποιήματα

*

«Η προσευχή είναι η λάμψη που εκπέμπει το είναι μας σαν αναφλέγεται αιφνίδια, είναι ένας δρόμος ατέρμονος κι άσκοπος, η βάναυση συνοδός των ελπίδων μας που διασχίζουν αέναα το σύμπαν χωρίς προορισμό.»

Επιστολή στη Adelmina Romanelli, 5 Ιανουαρίου 1910

(Σαν σήμερα, 4.12.1875, γεννήθηκε στην Πράγα της Βοημίας ο Ρενέ Καρλ Γιόχαν Βίλχελμ Γιόζεφ Μαρία Ρίλκε.)

~.~

ΑΡΧΑΪΚΟΣ ΑΠΟΛΛΩΝ

Σαν τις φορές που απ’ τα κλαδιά η αυγή προβάλλει
τ’ άφυλλα ακόμη, μα είν’ η άνοιξη ήδη εδώ:
έτσι κι εκείνου το μαρμάρινο κεφάλι
όλης της ποίησης το φως το αστραφτερό

πώς να εμποδίσει πριν σχεδόν μας θανατώσει;
Γιατί σκιά δεν έχει στη ματιά καμιά,
δάφνες ακόμη δεν τον έχουν στεφανώσει,
κι από τα φρύδια του πολύ κατοπινά

ένας μακρόμισχος ροδώνας θ’ ανατείλει
απ’ όπου πέταλα και φύλλα θα μαδούν
ένα ένα πάνω στα τρεμάμενά του χείλη

που ώς τώρα ανέγγιχτα και λαμπερά σιωπούν
κι άλλο δεν πίνουν παρά το χαμόγελό του,
λες και τραγούδια εμφυσούν στον θείο λαιμό του.

(περισσότερα…)

Rolf Jacobsen, Φύλακας ἄγγελος

*

Εἶμαι τό πουλί πού φτεροκοπᾶ στό παράθυρό σου τό πρωί,
καί ὁ πιό κοντινός σου φίλος, πού ποτέ δέ μπορεῖς νά γνωρίσεις,
λουλουδίζει ψηλά ἐκεῖνο τό φῶς γιά τούς τυφλούς.

Εἶμαι ὁ παγετώνας πού λαμποκοπᾶ πάνω ἀπ’ τά δάση, τόσο ἁπαλά,
καί βαριές φωνές ἀπό τόν πύργο τοῦ καθεδρικοῦ.
Ἡ σκέψη πού αἰφνίδια σoῦ ἐμφανίζεται στό μέσο τῆς μέρας
καί σέ κάνει νά νιώθεις τόσο ὑπέροχα εὐτυχισμένος.

Εἶμαι αὐτός πού ἀγαπᾶς γιά πολλά χρόνια.
Βαδίζω δίπλα σου ὅλη μέρα καί σέ κοιτάζω ἐπίμονα
καί βάζω τό στόμα μου πάνω στήν καρδιά σου
παρόλο πού δέν τό ἀντιλαμβάνεσαι.

Εἶμαι τό τρίτο σου χέρι, ἡ δεύτερη σου σκιά, ἡ λευκή,
πού δέ μπορεῖς νά δεχτεῖς,
κι αὐτή εἶναι ἀδύνατο νά σέ ξεχάσει ποτέ.

(περισσότερα…)

Oscar Wilde (16 Οκτωβρίου 1854 – 30 Νοεμβρίου 1900)

*

Άγιοι Δέκα

Πέθαναν οι θεοί: στη γαλανή Αθηνά
πια δεν προσφέρουμε στεφάνια από λιοκλάδια
ούτε στην Κόρη μερτικό από τη σοδειά.
Γυρνούν ανέμελα οι βοσκοί μες στα λαγκάδια
και τραγουδούν στα ξέφωτα και τις μονιές –
ο Μέγας Παν, ο Μέγας Παν είναι νεκρός!
Έπαψε ο Ύλας να γυρεύει τις πηγές·
πια της Μαρίας βασιλεύει ο ακριβογιός.

Κι όμως, σ’ αυτό το θαλασσόπνοο νησί
της θύμησης μασώντας τους πικρούς καρπούς,
μες στ’ ασφοδίλια ίσως να κρύβονται οι θεοί.
Νά εκεί! Τα βέλη του Έρωτα! Αχ, να φύγω,
απ’ την οργή του να γλιτώσω! Μα όχι… Ακούς;
Θροούν γλυκά τα φύλλα: ας μείνω ακόμα λίγο.

Μετάφραση Στάθης Κυδωνιάτης

*

*

*

Jacques Prévert, Αυτός ο έρωτας

*

Αυτός ο έρωτας
Ο τόσο βίαιος
Ο τόσο εύθραυστος
Ο τόσο τρυφερός
Τόσο απελπισμένος
Αυτός ο έρωτας
Όμορφος σαν τη μέρα
Κακός σαν τον καιρό
Όταν ο καιρός είναι κακός
Αυτός ο έρωτας ο τόσο αληθινός
Αυτός ο έρωτας, τόσο ωραίος
Τόσο ευτυχισμένος
Τόσο χαρούμενος
Τόσο γελοίος επίσης
Τρέμει απ’ τον φόβο του σαν το παιδί μες στο σκοτάδι
Και τόσο σίγουρος για τον εαυτό του
Σαν άνθρωπος ήρεμος στο μέσον της νύχτας
Αυτός ο έρωτας που έκανε τους γύρω να φοβούνται
Τους έκανε να συζητούν
Να χλωμιάζουν
Αυτός ο έρωτας
Που οι γύρω τον παραμονεύουν ανυπόμονοι
Που εμείς οι ίδιοι καιροφυλακτούμε γι’ αυτόν
Κυνηγημένος, τραυματισμένος, ποδοπατημένος
Σκοτωμένος, απαρνημένος, λησμονημένος
Γιατί εμείς τον καταδιώξαμε, εμείς τον τραυματίσαμε
Τον ποδοπατήσαμε, τον σκοτώσαμε, τον αρνηθήκαμε
Τον λησμονήσαμε
Αυτός ο έρωτας ακέραιος
Ακόμα τόσο ζωντανός
Τόσο λαμπρός
Είναι δικός σου
Είναι δικός μου
Αυτός που (περισσότερα…)

Charles Beaudelaire, «Θα ονειρευτώ ορίζοντες που κυανίζουν…»

*

Τοπίο

Αυθεντικά ειδύλλια θα ήθελα να πλάσω
και, σε όνειρο θαρρείς, με τα καμπαναριά κοντά μου,
ύμνους ιερούς καθώς ο αέρας φέρνει ώς τα αυτιά μου,
σαν αστρολόγος πλάι στον ουρανό να ξαποστάσω.
Τα χέρια στο πηγούνι μου, ψηλά από τη σοφίτα
θα δω το εργαστήριο όλο τραγούδι και φλυαρία,
καμπαναριά, φουγάρα, λες της πόλης τα ιστία,
και τους βαθιούς τους ουρανούς, αιώνιοι σαν να ήταν.

Είναι όμορφο, μες από τις ομίχλες να γεννιέται
το άστρο του γλαυκού, στο παραθύρι η λάμπα πλάι,
ποτάμι από κάρβουνο που στα ουράνια πάει,
και της σελήνης η αχνή σαγήνη να σκορπιέται.
Φθινόπωρα θα αντικρίσω, ανοίξεις, καλοκαίρια
κι όταν της χειμωνιάς χιόνια μονότονα απαντήσω,
παντού πόρτες, παράθυρα θα πρέπει να σφαλίσω
στη νύχτα τα παλάτια για να χτίσω τα αιθέρια.
Τότε θα ονειρευτώ ορίζοντες που κυανίζουν, (περισσότερα…)

C. F. Meyer, Τα πόδια στην πυρά

Conrad Ferdinand Meyer (1825-1898)

~.~

Άγρια αστράφτει ο κεραυνός. Στο σύθαμπο αχνοφαίνεται ένας πύργος.
Σέρνεται η βροντή. Δαμάζει ο καβαλάρης τ’ άτι του,
Πηδάει κάτω, χτυπάει την πύλη και φωνάζει. Ο μανδύας του σφυρίζει
Στον αέρα. Κρατάει τ’ άγριο ρούσικο άλογο γερά από τα ηνία.
Ένα στενό παράθυρο χρυσίζει πίσω απ’ τα κάγκελα
Και τρίζοντας, την πύλη ανοίγει τώρα ένας ευγενής.
«Υπηρέτης είμαι του βασιλιά, ως αγγελιαφόρος στάλθηκα
Στη Νιμ. Φιλοξενήστε με! Γνωρίζετε δα το κιλτ του βασιλιά!»
«Έχει καταιγίδα. Είσαι καλεσμένος μου. Για τη στολή σου, τι με νοιάζει;
Πέρασε μέσα και ζεστάσου! Το ζώο σου θα το φροντίσω εγώ!»
Μπαίνει σε μια αίθουσα σκοτεινή με πίνακες προγόνων ο ιππέας,
Απ’ τη φωτιά μιας εστίας μεγάλης αμυδρά φωτισμένη,
Και μέσα στο τρεμοφέγγισμα του ασταθούς φωτός της,
Απειλεί ένας Ουγενότος με πανοπλία εδώ, μια γυναίκα εκεί,
Μια περήφανη ευγενής μέσα απ’ τον πολυκαιρισμένο πίνακα.
Ο καβαλάρης σωριάζεται στην πολυθρόνα μπροστά από την εστία
Και ρίχνει το βλέμμα του απλανές στη ζωντανή πυρά. Καίει, αναπολεί.
Ανασηκώνονται τα μαλλιά του ελαφρά. Γνωρίζει την εστία, την αίθουσα…
Συρίζει η φλόγα. Δυό πόδια τρεμοπαίζουν μέσα στην ανθρακιά… (περισσότερα…)

Mark Strand, Ὁ Ἐρχομός τοῦ Φωτός

*

Ἀκόμη καί τόσο ἀργά, συμβαίνει:
ὁ ἐρχομός τῆς ἀγάπης, ὁ ἐρχομός τοῦ φωτός.
Ξυπνᾶς και τά κεριά εἶναι ἀναμένα σάν ἀπό μόνα τους,
ἀστέρια συνάζονται, ὄνειρα ξεχύνονται στά μαξιλάρια σου
στέλνοντας ψηλά θερμά μπουκέτα ἀέρα.
Ἀκόμη και τόσο ἀργά, τά ὀστά τοῦ σώματος λάμπουν
Καί ἡ αὐριανή σκόνη λαμπρή φουντώνει στήν ἀναπνοή.

(The Late Hour, 2002)

Μετάφραση Νατάσα Κεσμέτη

*

*

*

Derek Walcott, Ο φάρος και άλλα ποιήματα

*

Μετάφραση Νίκος Κωσταγιόλας

~.~

Ο ΦΑΡΟΣ

I

Σαν μέσα σε φυσούνα φωτογράφου
η οροσειρά που βλέπει προς την πόλη
κεντράρει το ηλιοβασίλεμα, τραβάει ένα κορδόνι –
κι όλα μεμιάς τα φώτα της ανάβουν.

Το σετ των καρτ-ποστάλ του περιστρέφεις
–τρίζουν λιγάκι– μια πενηνταετία μπροστά:
ο φάρος, ένα νέφος
καϊκιών σε διάπυρα νερά,

κι αστέρια στίκτοντας τις συνεπείς τους θέσεις
πάνω απ’ το Κάστρις· ξεπατικωμένες
τελείες που ήταν να συνδέσεις
σε παιδικό βιβλίο, τώρα μόλις ενωμένες

λάμπα τη λάμπα ως τη Λα Πλας, τούτο το βράδυ
που η ανάσα του άσπρο ρούμι αναδίνει
κι έχει ένα βάδισμα κηδείας το σκοτάδι
που σαν την πόλη να προεκτείνει,

ώσπου το φως του προβολέα –η σελήνη–
σβέλτα περνώντας τ’ ανεμόδαρτα φιτίλια
των θαλασσοκλημάτων, να επιμείνει
στο μπαρ Νέα Ιερουσαλήμ, όπου τα χείλια

σε λίγο βρέχεις με ουίσκι. Αστέρες άλλοι
τις μάζες μοιάζει εσχάτως να ηλεκτρίζουν (περισσότερα…)

«Με το καράβι της εξορίας»: Αφιέρωμα στην Cristina Peri Rossi [3/3]

*

Εισαγωγή – Επιλογή – Μετάφραση
ΕΛΕΝΑ ΣΤΑΓΚΟΥΡΑΚΗ

~.~

Εισαγωγή και Πρώτο Μέρος
του αφιερώματος εδώ

Δεύτερο Μέρος εδώ

~.~

ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΠΟΙΗΤΙΚΗΣ

Βιογραφία

Θυμάμαι τους ενήλικες
να μιλούν για την κλίση μου στη λογοτεχνία
όπως μιλά κανείς για κάποιον
με συνήθειες επιβλαβείς,
την τάση προς εγκληματικότητα, φέρ’ ειπείν,
ή τον εθισμό στα ναρκωτικά.

Δεν είχαν κι άδικο.

///

Ποιητές

Εμείς οι ποιητές δεν είμαστε αξιόπιστοι για κανέναν.
Δεν είμαστε αξιόπιστοι για τους εκδότες
αφού προτιμούν να εκδίδουν μυθιστορήματα,
δεν είμαστε αξιόπιστοι για τις τράπεζες
αφού δεν έχουμε σταθερό εισόδημα,
δεν είμαστε αξιόπιστοι για τις εφημερίδες
αφού προτιμούν να γράφουν για πολέμους και ληστείες,
δεν είμαστε αξιόπιστοι για τους σπιτονοικοκύρηδες
αφού καθυστερούμε το νοίκι.
Δεν είμαστε αξιόπιστοι
ούτε καν για τους αναγνώστες
αφού προτιμούν να ξοδεύουν τα χρήματά τους
για αράδες ολόκληρες
και όχι στη μέση κομμένες.

/// (περισσότερα…)