ΝΠ | Ποίηση Ξένη

Mary Oliver, Γιά ταξίδια σέ ὄμορφους τόπους

*

Ἀκόμη ψάχνω κάθε μέρα τόν Θεό
κι ἀκόμη τόν ἀνακαλύπτω παντοῦ,
στήν σκόνη, στά παρτέρια τῶν λουλουδιῶν.
Σίγουρα στούς ὠκεανούς,
στά νησιά πού πλαγιάζουν πέρα μακριά
ἤπειροι πάγου, χῶρες ἄμμου
καθεμιά μέ τή δική της σύναξη πλασμάτων
καί τόν Θεό, κάτω ἀπό ὁποιοδήποτε ὄνομα.
Πόσο τέλειο νά βρίσκομαι πάνω σέ ἕνα πλοῖο μέ
ἐκατό ἴσως χρόνια ἀκόμη στό χέρι μου.
Ἀλλά εἶναι ἀργά, γιά ὅλους μας,
καί ἀληθεύει πώς τό μόνο ὑπαρκτό πλοῖο
εἶναι τό πλοῖο ὅπου ὅλοι εἴμαστε πάνω
καίγοντας τόν κόσμο καθώς φεύγουμε.

Μετάφραση Νατάσα Κεσμέτη

***

Donald Justice, «Το όνομά μου είναι όλα ή κανένα»

*

Προλόγισμα-Μετάφραση Κώστας Μπέης

Γεννημένος στο Μαϊάμι και έχοντας κάνει τις σπουδές του εκεί (εν μέρει με τον συνθέτη Καρλ Ραγκλς), ο Ντόναλντ Τζάστις  (1925-2005) επέστρεψε στον γενέθλιο τόπο του το 1982 ως καθηγητής Αγγλικής Φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο της Φλώριδας, στο Γκαίινσβιλ. Για πολλά χρόνια δίδαξε στο Εργαστήρι Συγγραφής τής Άιοβας. «Εντρυφώ», λέει ο ομιλητής ενός ποιήματος του Τζάστις, «στις δαψιλές αρνήσεις». Τα εμβληματικά τοπία του είναι γεμάτα με απουσίες – με τα σβησμένα, τα προσωρινά, τα κενωμένα, «ένας τόπος των άλλων και της σιωπής» όπου σπιθίζουν ασταθή ή μισοαπειλητικά σημεία και θαύματα. Κάτω από την ανακλαστική επιφάνειά τους, τα ποιήματά του ανακινούν μνήμες μιας αθωότητας ύπουλα προδομένης. Εάν η ποίηση μπορεί επαρκώς ν’ αποκαλύψει ή ενδεχομένως να λυτρώσει εκείνες τις μνήμες, είναι το ερώτημα που έχει θέσει εξ αρχής, για τον ίδιο και τους αναγνώστες του. Ο μετριοπαθής τόνος του Τζάστις και η σχολαστική τεχνική του κάποτε κρύβουν την τέχνη με την οποία μπορεί ανεπαίσθητα να κάνει το οικείο ξένο. Το πρώτο βιβλίο του Τζάστις κέρδισε το Βραβείο Λαμόντ το 1959. Τα Selected Poems τιμήθηκαν με το Βραβείο Πούλιτζερ το 1980.

~.~

Άντρες στα σαράντα

Άντρες στα σαράντα
Μαθαίνουν να κλείνουν σιγά
Τις πόρτες σε δωμάτια όπου δεν θα
Επανέλθουν.

Καθώς παίρνουν μια ανάσα στο πλατύσκαλο,
Το νιώθουν
Να κινείται κάτω τους τώρα σαν κατάστρωμα πλοίου,
Αν και το κύμα είναι απαλό.

Και βαθιά μες σε καθρέφτες
Ανακαλύπτουν πάλι
Το πρόσωπο του αγοριού που προσπαθεί να δέσει
Του πατέρα τη γραβάτα στα κρυφά (περισσότερα…)

Guido Gozzano, Σονέτα

*

Μετάφραση Σωτήρης Τριβιζάς

~.~

Ο Γκουΐντο Γκοτσάνο γεννήθηκε στο Τορίνο το 1883 και πέθανε στην ίδια πόλη το 1916 από φυματίωση. Υπήρξε κορυφαίος εκπρόσωπος του κινήματος των crepuscolari, των ποιητών «του λυκόφωτος», η ποίηση των οποίων διακρίνεται για τον άκρατο λυρισμό και το μελαγχολικό της κλίμα, κάτι που τους φέρνει κοντά στους δικούς μας ποιητές του Μεσοπολέμου.

 

ΕΓΚΩΜΙΟ ΤΟΥ ΣΟΝΕΤΟΥ

Δόξα σ’ εσάς, Πατέρες, που Μαντόνες
αγαπημένες σε πλατωνικό μαρτύριο
υμνήσατε αναγείροντας το κτίριο
που ακουμπά σε δεκατέσσερις κολόνες.

Τίποτα δεν υπάρχει πιο γλυκό από σένα
ανταμοιβή μιας νύχτας αγρυπνίας
ούτε η κόμη κάποιας όμορφης κυρίας
ούτε τα γαλλικά καινούργια μέτρα.

Τέτοια μορφή δεν έχει ο κόσμος όλος
όταν κρυφά και με φροντίδα σ’ ετοιμάζει
σε μέθη ανείπωτη σοφός ονειροπόλος. (περισσότερα…)

Stéphane Mallarmé, «Στην πέτρα πάνω του Μπωντλαίρ…»

*

To Γλαυκό

( L’ azur )

H ήπια ειρωνεία του αιώνιου γλαυκού
ράθυμα όμορφη όπως τα άνθη πέφτει πάνω
σε ανάξιο ποιητή που βρίζει τον νωθρό του νου
περνώντας μέσα από μια άγονη έρημο Βασάνων.

Μάτια κλειστά, φυγάς, νιώθω ότι παρατηρεί
με μιαν ανήλεη της μεταμέλειας μανία,
την άδεια την ψυχή μου. Πού πάω; Ποια νύχτα ζοφερή
να ρίξω, ράκη, σε άσπλαχνη να ρίξω υπεροψία;

Σήκω, ομίχλη! Άπλωσε μονοτονία τεφρών,
κορδέλες στα ουράνια καταχνιάς να σύρεις
που θα πνίξει των φθινοπώρων το έλος το ωχρό,
μία μεγάλη σιωπηλή οροφή να ανεγείρεις!

Μάζεψε, εσύ από λίμνες αφού βγεις της λησμονιάς,
καθώς θα φτάνεις, άοκνα να βουλώσεις, φίλη Ανία,
τρύπες κυανές, με ισχνά καλάμια κι ύλη λασπουριάς,
μεγάλες, των πουλιών που έχει ανοίξει η κακία.

Aκόμη! Οι καμινάδες συνεχώς οι θλιβερές
ας καιν, και μία φυλακή καπνιάς που όλο σαλεύει
στη φρίκη μέσα ας σβήνει από τις μαύρες της ουρές
κίτρινο ήλιο που στον ορίζοντα τελεύει!

Σε σε προστρέχω, ω ύλη (περισσότερα…)

Denise Levertov, Ἡ Πηγή

*

Mή λές, μή λές δέν ὑπάρχει νερό
νά παρηγορήσει τήν στέγνια στίς καρδιές μας

Ἔχω δεῖ
τήν πηγή να ξεπηδᾶ ἀπό τόν βραχόκτιστο τοῖχο
καί σένα νά πίνεις ἐκεῖ. Κι ἐγώ ἐπίσης
μπροστά στά μάτια σου
βρῆκα πατήματα καί σκαρφάλωσα
γιά νά πιῶ τό δροσερό νερό.

Ἡ γυναίκα ἐκείνου τοῦ τόπου, σκιάζοντας τά μάτια της,
ἔσμιξε τά φρύδια της παρακολουθώντας – ἀλλ’ ὄχι γιατί
φθονοῦσε τό νερό
μόνο γιατί περίμενε
νά δεῖ πώς ξεδιψάσαμε καί
ἀναζωογονήθηκαμε.

Μή λές, μή λές δέν ὑπάρχει νερό.

(περισσότερα…)

Βοκκάκιος, Πάνθεον

*

Μετάφραση-Σχόλια-Επιμέλεια στήλης
ΦΩΤΗΣ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ

~.~

Ο Βοκκάκιος συνέθεσε τις δεκαέξι Εκλογές που απαρτίζουν τη λεγόμενη Βουκολική ωδή του (Bucolicum carmen) ανάμεσα στο 1350 και το 1370. Εξ αυτών, οι δέκα τελευταίες (7-16) γράφονται με σαφή την επιρροή του Πετράρχη, ο οποίος διέτριψε ανατρεπτικά στο είδος από το 1346 έως το 1357, φέρνοντάς το στις κορυφές της γραμματείας της αλληγορίας. Σε αυτές τις Εκλογές ο Βοκκάκιος αποδεικνύεται, οπωσδήποτε, ισάξιος του Πετράρχη.

Η διασημότερη, ίσως, Εκλογή του Βοκκάκιου είναι η ενδέκατη, η οποία φέρει τον τίτλο «Πάνθεον». Πρόκειται για σύνθεση διπλά αλληγορική. Από τη μια πλευρά, ο Βοκκάκιος εκχριστιανίζει την κλασική μυθολογική παράδοση, περιγράφοντας γνωστά επεισόδια της ιουδαϊκής-χριστιανικής ιστορίας (από τη Δημιουργία έως την Πεντηκοστή) μέσω συμβολικών/προσημαντικών παραλλήλων τα οποία βρίσκει (ή επινοεί) στην κλασική κουλτούρα. Ο Ιησούς ιστορείται, λόγου χάρη, μέσα απ’ τις μορφές του Ηρακλή, του Ακταίωνα, του Ασκληπιού, του Κόδρου, του Ιππολύτου, του Πάλη κ.ά. Από την άλλη ο Βοκκάκιος παρουσιάζει, πιο κρυπτικά, τη συγκαιρινή «αιχμαλωσία» της παπικής Κουρίας στην Αβινιόν.

Μοντέλο του είναι, μορφολογικά, η έκτη Εκλογή του Βιργιλίου: η αφήγηση μιας αφήγησης. Ο Βοκκάκιος (ο «Συγγραφέας») αναπλάθει την κοσμολογική και ιστορική αφήγηση του Γλαύκου (Aγίου Πέτρου), δοσμένη ύστερα από τη στερρή παράκληση της Μυρτίλης (της Εκκλησίας). Ομοίως, στην έκτη Εκλογή, ο Βιργίλιος παρουσιάζει την κοσμολογική-μυθολογική αφήγηση του Σιληνού, η οποία δίνεται ύστερα από την επιμονή του Χρώμιδος, του Μνασίλλου και της Αίγλης.

Το ισχυρότερο, όμως, πρότυπο του Βοκκάκιου δεν είναι άλλο από την τέταρτη Εκλογή του Βιργιλίου, τη γνωστή ως «Μεσσιανική». Εκεί ο Βιργίλιος κατατείνει στο ανάβλεμμα μιας Χρυσής Γενιάς και Εποχής την οποία φέρνει η γέννηση ενός απροσδιόριστου «βρέφους», θείου και ουρανόσταλτου. Η τέταρτη Εκλογή του Βιργιλίου υπήρξε αγαπημένο ανάγνωσμα των Χριστιανών στον Μεσαίωνα και η χριστιανική της ερμηνεία απαντά ήδη στον Προυδέντιο. Με τον Βοκκάκιο ξεκινά μια γραμματειακή παράδοση αξιοποίησης της τέταρτης Εκλογής του Βιργιλίου εντός του ίδιου του λογοτεχνικού της είδους: την υψηλή βουκολική ποίηση. Και Εκλογές που πραγματεύονται τη Γέννηση του Χριστού, συναντά κανείς έως τη βαθιά ύστερη Αναγέννηση.

Για τη βοήθεια του αναγνώστη προσθέτω δύο παραρτήματα. Αρχικά, μεταφράζω το απόσπασμα από την 23η επιστολή του Βοκκάκιου, όπου εξηγεί ο ίδιος τη βασική αλληγορία στο «Πάνθεον». Τέλος, παραθέτω τη μετάφραση της τέταρτης Εκλογής του Βιργιλίου που εκπόνησε ο Γιώργος Βαρθαλίτης. Τον ευχαριστώ θερμά για την άδειά του να την αναπαραγάγω εδώ.

~.~

ΒΟΚΚΑΚΙΟΣ

Π ά ν θ ε ο ν
( Η 11η Εκλογή ) [1]

ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ

Τον Φοίβο αγαπάς, Κλειώ[2], σ’ αγρούς τον κυνηγάς πλατιούς
τη νύχτα αποφεύγοντας και σκοτερά λημέρια.
Δάφνες όμως ποθεί αυτός, κι είναι το έπαθλό του
γι’ αγώνες ιερούς· δεν θ’ ατιμωθείς αν λίγο[3],
τώρα που καίνε οι αγροί, στ’ ανθόκλωνα σταλιάσεις.
Τ’ άσματα τα δικά σου, στον Μόψο[4] ’γώ γλυκολαλώ,
χάιδεψε, προστάτιδα, τη λύρα της Αρεθούσης,
και τ’ άσμα με τ’ αγέρι του, ο Μόψος θα λαμπρύνει. (περισσότερα…)

Derek Walcott, Νοσταλγώντας τη θάλασσα και άλλα ποιήματα

*

Μετάφραση Νίκος Κωσταγιόλας

~.~

ΘΑΛΑΣΣΙΝΟ ΑΕΡΑΚΙ

Η Κ., με το γρήγορό της γέλιο, το μελένιο δέρμα και μαλλί,
και πάντοτε λεφτά. Ποιον ίσκιο αμμουδιάς και ποια χρονιά
έχει μυρώσει τόσο με την τρυφερότητά της,
που δε μπορώ να δω νερό να στραφταλίζει
δίχως να τη σκεφτώ; –
εκείνο το έκτακτο πρωινό, κουβάρι ξετυλίγοντας
στιχάκια του Μπεν Τζόνσον: «το χρυσό κουρέλι»
–μήλον της έριδος για δύο ερωτιδείς–
μα και «τον νάρδο στη φωτιά»
– α, ο νάρδος στη φωτιά! –
πάνω στο αλμυρό πεντάγραμμο της θάλασσας
με τη δροσάτη αύρα να μπερδεύει τις μελένιες μπούκλες –
μα ποια χρονιά ήταν η φωτιά;
Πρόσωπα κοριτσιών θολά απ’ τον χρόνο – η Αντρεϊγί χρυσωμένη από το φως
σαν Κυριακή. Το χορτάρι ξεμυτίζει μες από το γκρεμισμένο ντόκο.
Τραπέζια στις σκιές των ακακιών, σαν να μπαίνεις μέσα σ’ έναν Ρενουάρ.
Maintenant je n’ai plus ni fortune, ni pouvoir… (περισσότερα…)

Το τελευταίο ποίημα

*

Στον θάνατο του Παλαιστίνιου ποιητή Ρεφάτ Αλαρίρ.
Σκοτώθηκε κατά τη διάρκεια των ισραηλινών
βομβαρδισμών στη Γάζα, σε ηλικία 44 ετών.

If I must die,
you must live
to tell my story
…………………
…………………
If I must die
let it bring hope
let it be a tale.

Βαρύ αυτό το πρέπει, Ρεφάτ.

Όμως θα πω την ιστορία σου
(συγχώρα με)
με λόγια του χαμού ανέλπιδα.

Δεν είμαι αγνός όπως το βλέμμα σου
μήτε λευκός όπως ο χαρταετός
του ύστατου ονείρου σου.

Βλέπω το Κακό εκεί ψηλά
όχι τον άγγελο πού επιστρέφει
τη χαμένη αγάπη. Κι η οργή αρνιέται
τον λευκό χαρταετό σου ν’ αμολήσει.
Γιατί στη Γάζα ο ουρανός σκοτώνει
τα παιδιά
– αθώα παιδιά όπως εσύ.

(περισσότερα…)

Rainer Maria Rilke, Αρχαϊκός Απόλλων και άλλα ποιήματα

*

«Η προσευχή είναι η λάμψη που εκπέμπει το είναι μας σαν αναφλέγεται αιφνίδια, είναι ένας δρόμος ατέρμονος κι άσκοπος, η βάναυση συνοδός των ελπίδων μας που διασχίζουν αέναα το σύμπαν χωρίς προορισμό.»

Επιστολή στη Adelmina Romanelli, 5 Ιανουαρίου 1910

(Σαν σήμερα, 4.12.1875, γεννήθηκε στην Πράγα της Βοημίας ο Ρενέ Καρλ Γιόχαν Βίλχελμ Γιόζεφ Μαρία Ρίλκε.)

~.~

ΑΡΧΑΪΚΟΣ ΑΠΟΛΛΩΝ

Σαν τις φορές που απ’ τα κλαδιά η αυγή προβάλλει
τ’ άφυλλα ακόμη, μα είν’ η άνοιξη ήδη εδώ:
έτσι κι εκείνου το μαρμάρινο κεφάλι
όλης της ποίησης το φως το αστραφτερό

πώς να εμποδίσει πριν σχεδόν μας θανατώσει;
Γιατί σκιά δεν έχει στη ματιά καμιά,
δάφνες ακόμη δεν τον έχουν στεφανώσει,
κι από τα φρύδια του πολύ κατοπινά

ένας μακρόμισχος ροδώνας θ’ ανατείλει
απ’ όπου πέταλα και φύλλα θα μαδούν
ένα ένα πάνω στα τρεμάμενά του χείλη

που ώς τώρα ανέγγιχτα και λαμπερά σιωπούν
κι άλλο δεν πίνουν παρά το χαμόγελό του,
λες και τραγούδια εμφυσούν στον θείο λαιμό του.

(περισσότερα…)

Rolf Jacobsen, Φύλακας ἄγγελος

*

Εἶμαι τό πουλί πού φτεροκοπᾶ στό παράθυρό σου τό πρωί,
καί ὁ πιό κοντινός σου φίλος, πού ποτέ δέ μπορεῖς νά γνωρίσεις,
λουλουδίζει ψηλά ἐκεῖνο τό φῶς γιά τούς τυφλούς.

Εἶμαι ὁ παγετώνας πού λαμποκοπᾶ πάνω ἀπ’ τά δάση, τόσο ἁπαλά,
καί βαριές φωνές ἀπό τόν πύργο τοῦ καθεδρικοῦ.
Ἡ σκέψη πού αἰφνίδια σoῦ ἐμφανίζεται στό μέσο τῆς μέρας
καί σέ κάνει νά νιώθεις τόσο ὑπέροχα εὐτυχισμένος.

Εἶμαι αὐτός πού ἀγαπᾶς γιά πολλά χρόνια.
Βαδίζω δίπλα σου ὅλη μέρα καί σέ κοιτάζω ἐπίμονα
καί βάζω τό στόμα μου πάνω στήν καρδιά σου
παρόλο πού δέν τό ἀντιλαμβάνεσαι.

Εἶμαι τό τρίτο σου χέρι, ἡ δεύτερη σου σκιά, ἡ λευκή,
πού δέ μπορεῖς νά δεχτεῖς,
κι αὐτή εἶναι ἀδύνατο νά σέ ξεχάσει ποτέ.

(περισσότερα…)

Oscar Wilde (16 Οκτωβρίου 1854 – 30 Νοεμβρίου 1900)

*

Άγιοι Δέκα

Πέθαναν οι θεοί: στη γαλανή Αθηνά
πια δεν προσφέρουμε στεφάνια από λιοκλάδια
ούτε στην Κόρη μερτικό από τη σοδειά.
Γυρνούν ανέμελα οι βοσκοί μες στα λαγκάδια
και τραγουδούν στα ξέφωτα και τις μονιές –
ο Μέγας Παν, ο Μέγας Παν είναι νεκρός!
Έπαψε ο Ύλας να γυρεύει τις πηγές·
πια της Μαρίας βασιλεύει ο ακριβογιός.

Κι όμως, σ’ αυτό το θαλασσόπνοο νησί
της θύμησης μασώντας τους πικρούς καρπούς,
μες στ’ ασφοδίλια ίσως να κρύβονται οι θεοί.
Νά εκεί! Τα βέλη του Έρωτα! Αχ, να φύγω,
απ’ την οργή του να γλιτώσω! Μα όχι… Ακούς;
Θροούν γλυκά τα φύλλα: ας μείνω ακόμα λίγο.

Μετάφραση Στάθης Κυδωνιάτης

*

*

*

Jacques Prévert, Αυτός ο έρωτας

*

Αυτός ο έρωτας
Ο τόσο βίαιος
Ο τόσο εύθραυστος
Ο τόσο τρυφερός
Τόσο απελπισμένος
Αυτός ο έρωτας
Όμορφος σαν τη μέρα
Κακός σαν τον καιρό
Όταν ο καιρός είναι κακός
Αυτός ο έρωτας ο τόσο αληθινός
Αυτός ο έρωτας, τόσο ωραίος
Τόσο ευτυχισμένος
Τόσο χαρούμενος
Τόσο γελοίος επίσης
Τρέμει απ’ τον φόβο του σαν το παιδί μες στο σκοτάδι
Και τόσο σίγουρος για τον εαυτό του
Σαν άνθρωπος ήρεμος στο μέσον της νύχτας
Αυτός ο έρωτας που έκανε τους γύρω να φοβούνται
Τους έκανε να συζητούν
Να χλωμιάζουν
Αυτός ο έρωτας
Που οι γύρω τον παραμονεύουν ανυπόμονοι
Που εμείς οι ίδιοι καιροφυλακτούμε γι’ αυτόν
Κυνηγημένος, τραυματισμένος, ποδοπατημένος
Σκοτωμένος, απαρνημένος, λησμονημένος
Γιατί εμείς τον καταδιώξαμε, εμείς τον τραυματίσαμε
Τον ποδοπατήσαμε, τον σκοτώσαμε, τον αρνηθήκαμε
Τον λησμονήσαμε
Αυτός ο έρωτας ακέραιος
Ακόμα τόσο ζωντανός
Τόσο λαμπρός
Είναι δικός σου
Είναι δικός μου
Αυτός που (περισσότερα…)