ΝΠ | Ποίηση Ελληνική

Σωτήρης Γουνελάς, Τρία ποιήματα

*

Η άγνωστη των ανθρώπων βιοτή

Μέρες, νύχτες
μήνες που διαρκούν
δεν παρουσιάζεται μπροστά σου
η μαγική λέξη,
ο ήχος και το χρώμα,
ο ουρανός.
Ειδάλλως, πως θα γράψεις;

Τι βουή υψώνεται μπροστά σου,
τι θεόρατα στηθαία
να σκεπάζουν το Φως.
Ο κόσμος απέραντη σκιά,
νέφη μας περιβάλλουν
συχνές οιμωγές.
Περιφέρονται πρόσωπα συμπαγή.
Πεταλουδίτσες της μέρας και της νύχτας
ξεδιάντροπες.
Κλείνεις τα μάτια.
Άλλοι τ’ ανοίγουν
και στραβώνονται.
Δεν βλέπουν που πατούν
ονειρεύονται χίμαιρες.

Στάθηκα μια στιγμή
εδώ στη γωνία
και σαν να ακινήτησα.
Με καταλαμβάνει κάθε τόσο
ένα βαθύ αίσθημα
απροσδιόριστο αλλά κυριαρχικό.
Σαν να πλέω
μέσα σε άγνωστο χώρο αναίσθητος.
Κι ύστερα μια βαθιά ανάσα.
Σηκώνεται γαλάζιο χρώμα,
είναι σκέψη που γλιστράει
και θέλει να πάρει μαζί της
το συναίσθημα.
Επιμένει, καθυστερεί,
κωλυσιεργεί, διστάζει.
Τί έρχεται πρώτη
η συγκίνηση ή η σκέψη; (περισσότερα…)

Nord Stream I/II

*

Nord Stream I/II

Βάλαν μές στο πέλαγο μπουγάδα
για να πλύνουν κώλους και βρακιά,
κι αγκαλιάζει τώρα η σαπουνάδα,
μυριοπλόκαμη, κάθε στεριά.

Σκάν η μιά μετά απ’ την άλλη οι φυσα-
λίδες – Θέ-μου, τί γυαλιστερές!
Κι απο κάτω, πάντα φρέσκια, η πίσσα
περιμένει τους κολυμβητές.

«Κρίμα!» ο καρχαρίας αναστενάζει,
«Φρίκη!» συμφωνεί κι ο κοκοβιός.
Πρίν το νιώσουν οι ίδιοι, το μαράζι

κιόλας ο Μεγάλος Αδελφός
μές στα σπάραχνά-τους το διαβάζει.
Δέν τους κρύβει, δέν τους σώζει ο αφρός…

/// (περισσότερα…)

Γιάννης Υφαντής, Από το ημερολόγιό μου

*

ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ 1994:
ΤΟΥ ΝΤΟΥΛΑ ΤΟ ΣΤΕΦΑΝΙ

Οι Τούρκοι παιδομάζωμα έκαμαν στο Πυργί.
Πρόκριτοι, δημογέροντες, παπάς και χωριανοί
κρύψαν τους γιους τους κι έδωσαν της χήρας το παιδί,
τον Ντούλα τον μονάκριβο και μήτε η Παναγία
μήτε ο Χριστός σταμάτησαν αυτή την αδικία.
Δέρνεται η μάνα σέρνεται και τους παρακαλεί
κι ανυπεράσπιστο θρηνεί φωνάζει το παιδί.
Μα ούτε οι πέτρες άκουγαν ούτε και οι καρδιές.
Πήραν τον Ντούλα κι έφυγαν σε στράτες μακρινές.
Γενίτσαρο τον κάμανε, τσαούση στρατολάτη,
μ’ αυτός ποτέ δεν λησμονεί, του έμεινε γινάτι.
Διαβαίνουν χρόνοι και καιροί κι ένα πρωί προβαίνει
καβάλα με στρατό πολύ, στην εκκλησιά πηγαίνει
κεφάλια σκίζει αγίων, καίει την εκκλησιά
κι έξω μαχαιρωμένη σέρνει την Παναγιά.
Όλους τους άντρες μάζωξε, κοπάδι να τους κάμει
και στο γκρεμό τους έριξε, μες στο βαθύ ποτάμι.

~.~

ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΣ, 1996:
ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΠΩΣ ΠΕΡΙΦΡΟΝΩ

Δεν είναι πως περιφρονώ
τον κάθε μέτριο ποιητή
είναι που για ν’ αντέξω εγώ
τη φρίκη πού ’χει η ζωή
ήθελα δόσεις δυνατές
από μεγάλους ποιητές
κι έγινα ποιητομανής
όσο ποτέ άλλος κανείς
κι αδιάφορος στο κάθε τι
που δεν γιατρεύει τη ζωή.

~.~ (περισσότερα…)

Τρεις σεστίνες εν Αθήναις

*

Ι.

Αγιάτρευτη Αθήνα,
λιώνει ο πάγος και σαν να πέφτω
θύμα της αβύσσου, διασχίζω
τόσες υπάρξεις κι είναι όμορφο
θέαμα τα φώτα μες στη σκόνη,
οι ωχρές εκλάμψεις του αύριο.

Φυλλοβόλο αύριο,
τον Άνεμο φέρε στην Αθήνα
και πρόσφερε σε μένα τη σκόνη,
συνήθισα στην άμμο να πέφτω
μήπως και χτίσω κάτι όμορφο.
Μόνος την έρημο διασχίζω.

Στα κρυφά διασχίζω
τις ανύποπτες λέξεις, αύριο
ίσως τις πάω σ’ ένα όμορφο
διαμέρισμα κάπου στην Αθήνα,
ίσως μάθουν γιατί όλο πέφτω,
ίσως εθιστούν κι αυτές στη σκόνη. (περισσότερα…)

Πώς βλέπουν οι σύγχρονοι έμμετροι ποιητές τον ελεύθερο στίχο

*

του ΘΑΝΟΥ ΓΙΑΝΝΟΥΔΗ

Σε πρόσφατο άρθρο μου στο Νέο Πλανόδιον (μπορείτε να το διαβάσετε εδώ), προσπάθησα να καταγράψω τις βασικότερες στάσεις, υποκατηγορίες και αντιδράσεις των σημερινών ελευθερόστιχων ποιητών και ποιητριών έναντι της σύγχρονης έμμετρης ποίησης. Ορισμένα απαντητικά σχόλια κινήθηκαν (ελπίζω καλόπιστα) προς την κατεύθυνση της ενδεχόμενης μονομέρειας μιας τέτοιας προσέγγισης, μιας και δεν συμπεριλαμβάνει την ακριβώς αντίθετη πλευρά, εκείνη, δηλαδή, της οπτικής των έμμετρων ποιητών και ποιητριών απέναντι στον λεγόμενο «ελεύθερο στίχο». Παρόλο που πιστεύω πως κάποιος/-α ελευθερόστιχος ποιητής/-τρια θα ήταν καταλληλότερος/-η σε σχέση με εμένα για να τοποθετηθεί γι’ αυτό το ζήτημα, μιας και θα αποτελούσε τον ντε φάκτο δέκτη μιας τέτοιας οπτικής και συμπεριφοράς, παίρνω, εντούτοις, την πρωτοβουλία της συμπλήρωσης του προηγούμενου άρθρου, ελπίζοντας ειλικρινά σε διορθώσεις, ανταπαντήσεις και στην εξακολούθηση ενός (σε κάθε περίπτωση ανοιχτού και ειλικρινούς) διαλόγου.

Βγάζοντας τον εαυτό μας και τις (δεδομένες) θέσεις και αγκυλώσεις μας από το πεδίο, υποθέτωντας για τις ανάγκες του ερωτήματός μας ότι υφίσταται ένα σαφώς οριοθετημένο δίπολο (κάτι που εν μέρει αμφισβητείται) κι επιδιώκοντας μια συνολικότερη εποπτεία του επιστητού, μπορούμε να διακρίνουμε τις ακόλουθες στάσεις των σύγχρονων έμμετρων ποιητών και ποιητριών απέναντι στην ελευθερόστιχη παραγωγή:

->Η οπτική της πλήρους άρνησης: Όπως συμβαίνει και στην αντίστροφη περίπτωση που είχαμε εξετάσει, μακράν η πιο «ιακωβίνικη» οπτική ενός (μικρού αλλά υπαρκτού) τμήματος του έμμετρου ποιητικού χώρου είναι εκείνη που αρνείται συλλήβδην τον ελεύθερο στίχο και τις συναφείς μ’ εκείνον ποιητικές δημιουργίες, είτε υπό το πρίσμα της (φερόμενης ως) ευκολίας, προχειρογραφίας κι ακαλαισθησίας του είτε αντιμετωπίζοντάς τον ως μια εν γένει παρέκκλιση από την αισθητική κανονικότητα. Η οπτική αυτή συνοδεύεται συχνά από την εμφανέστατη και ανοιχτή υποτίμηση των ελευθερόστιχων ποιητών και ποιητριών (συχνότατα και των μοντέρνων καλλιτεχνών εν γένει) κι οδηγείται στις πιο ακραίες της απολήξεις ακόμα και στην άρνηση αποδοχής της καλλιτεχνικής τους ιδιότητας και στη μη συμπερίληψή τους στη χορεία των πνευματικών ομοτέχνων. Κάποιες φορές η οπτική αυτή φαίνεται πως συνυπάρχει και με εν γένει συντηρητικότερες ιδεολογικές πεποιθήσεις, δίχως να είναι, πάντως, απαραίτητα ταυτόσημη μαζί τους. (περισσότερα…)

Χάρης

Sir Thomas Rowlandson (1756-1827),  L’Homme de la Rénaissance,
Bristol Museum & Art Gallery

*

Χ ά ρ η ς

Τὸ θέλω τοῦ κισσοῦ τὸ πλάνο ψήλωμα
σὲ ξένα ἀναστυλώματα δεμένο,
μ’ ἕνα βιβλιογραφικώτατο ξεχείλωμα
τὸ κάθε μου ἁμάρτημα ξεπλένω.

Το θέλω τὸ ἀδήλωτο τὸ δάνειο
σ’ αὐτὴ τὴν ὑψηλή μου ἐνατένισι,
στὸ στύλ μου τὸ ἀσυγχώρητα βαλκάνιο
προσδίδει μιὰ essence ἀπὸ Ἀναγέννησι.

ΑΑΡΩΝ ΜΝΗΣΙΒΙΑΔΗΣ

~.~

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ

Χρησιμοποιήθηκαν τὰ Φωτερὰ Σκοτάδια  τοῦ Γεωργίου Δροσίνη. Ὁ τίτλος ἀποτελεῖ ὀρθογραφικὸ ἐξελληνισμὸ ὁμώνυμου σονέττου τοῦ Λορέντζου Μαβίλη.

~.~

Βλ. ακόμη

Μιχάλης Παπαδόπουλος
Η «ΚΡΙΤΙΚΗ» ΚΑΙ Η ΚΡΙΤΙΚΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΑΓΕΝΝΗΣΗ ΤΟΥ ΧΑΡΗ ΒΛΑΒΙΑΝΟΥ

Γ. Μπλάνας, Γ. Πατίλης, Δ. Σολδάτος κ.ά.
ΟΙ ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ ΚΑΙ ΟΙ ΣΥΡΡΑΦΕΙΣ: ΜΙΑ ΕΠΙΚΑΙΡΗ ΣΑΤΙΡΙΚΗ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ

Σοφία Κολοτούρου
ΓΙΑ ΤΟΝ ΑΑΡΩΝ ΜΝΗΣΙΒΙΑΔΗ

*

*

*

 

Νικηφόρος Βρεττάκος, Ὁ ἀλήτης τοῦ οὐρανοῦ

*

Μικρὴ ἐπιλογὴ ἀπὸ τὸν τόμο «Ὁ ἀλήτης τοῦ οὐρανοῦ», Ὁ ποιητὴς Νικηφόρος Βρεττάκος (1912-1991), Εἰσαγωγὴ-Ἀνθολόγηση Σωτήρης Γουνελᾶς, Ἵδρυμα Τάκης Σινόπουλος, 2024, μὲ ἀφορμὴ τὴν παρουσίαση τῆς ἔκδοσης στὶς ἐφετινὲς Νύχτες τοῦ Ἰουλίου, άπόψε Τετάρτη 17.7.2024 καὶ ὥρα 21:00 στὸ Θέατρο Κυδωνία τῶν Χανίων.

~.~

Τὸ ταξίδι τοῦ Ἀρχάγγελου

Τὸ σκάφος τοῦτο, ποὺ σοφὸ τιμόνι
τὸ πέρασε ἀπὸ χίλιες καταιγίδες,
ποὺ ἄστραψε στὰ νερὰ τῶν ἀνοιγμένων
ἀβύσσων τ’ οὐρανοῦ· τὸ σκάφος τοῦτο,
ποὺ ἀμφέβαλλαν γιὰ τὴν καταγωγή του
τῶν θαλασσῶν οἱ ὁρίζοντες, ποὺ κλάψαν
μπρὸς στὸν ἡρωϊσμό του τὰ στοιχεῖα
καὶ ποὺ σ’ αἰωνιότητες καθρέφτισε
τὴ μεθυσμένη πλώρη του, μεσίστια
κατέβασε τὴ σημαία του· κι οἱ ναῦτες,
ἄγρυπνοι, θλιβεροί, καταισχυμένοι
μὲ ματωμένα πρόσωπα προσεύχονται…
Μέσ ’ ἀπὸ τὸ αἰώνιο δάσος, πρὶν ἀκόμα
στὸ φῶς ὀρθὰ νὰ δέσουν τὰ πλευρά του,
τῆς θάλασσας γρικοῦσε τὸ τραγούδι
ποὺ στοῦ κενοῦ τὴν ἄχνη βυθιζόταν
καὶ πέρ’ ἀπ’ τὰ γλαυκὰ τοῦ κόσμου σπλάχνα,
πάνω ἀπ’ τὴ γῆ, ξανάφερνε τὸν ἥλιο.
Χοχλάζανε τὰ κόκκινα νερά της
κι ὡς χάραζ ’ ὁ ἥλιος κι ἔμπαινε στὸν κόσμο,
ἔσπαζε ἡ νύχτα πάνω ἀπ’ τὴν ‘ Ιθάκη
σ ’ ἑκατομμύρια κρούσταλλα, ποὺ ἁπλώναν
σπιθίζοντας, κι ὡς ἔλιωναν, γρικοῦσε
τοὺς ἀνοιχτοὺς ὁρίζοντες νὰ βουΐζουν
μιὰ γαλανὴ βοή· κι ὅλο τὸ δάσος,
γιορταστικὰ σαλεύοντας ὣς πέρα,
τραβιόταν ἀπ’ τὶς ρίζες κι οἱ κορφές του
μὲς στὰ γαλάζια ἐκύλααν δαχτυλίδια… (περισσότερα…)

Μοντέρνο τρίπτυχο

*

του ΧΑΡΗ ΨΑΡΡΑ

~.~

Αλλέες ευκαλύπτων, κλειδοκύμβαλα

Θυμήσου τα κορίτσια που έβαψαν τα χέρια σου
πράσινα, κόκκινα, λιλά.
Θυμήσου τα πουλιά της μέρας και της νύχτας,
τους γκιόνηδες, τους πετεινούς.

Θυμήσου τη Μαρία, την Ελένη,
την Ανδρομέδα με τ’ άστρα φυτευτά
στα μαλλιά της, στο στήθος. Θυμήσου
τον ταυρομάχο, τον Θησέα, το ιστίο το ανάλλαγο.

Θυμήσου την Ονειροτόκο, το ενύπνιο, τη μαυρίλα
βυθού που χώνεψε μάτια νεκρών,
μάτια σφαγμένων με τ’ άκρα τους σκόρπια εδώ κι εκεί.
Αλλού η κνήμη, αλλού η ωλένη, αλλού η καμάρα του ποδιού.

Την Τασία θυμήσου, το τριζόνι, το αηδόνι,
τα χέρια σου στο αίμα, τα χέρια θαμμένα στη χλόη,
μες στα τριφύλλια, μες στα κοχύλια, μέσα στον ουρανό.
Κι έπειτα, την εκταφή — την ανάσυρση των αγαλμάτων.

~.~ (περισσότερα…)

Ἀπὸ τὴν Χούντα στὴν Woke ἐποχή

*

Μὲ τὴν εὐκαιρία τῆς σημερινῆς βραδιᾶς, μερικοὶ δεῖκτες τῆς μακρᾶς διαδρομῆς τοῦ Γιάννη Πατίλη, ἑπτὰ ποιήματα ἀπὸ ἐκεῖνα ποὺ ὁ ἴδιος ἔχει ἐπιλέξει γιὰ νὰ ἀκουστοῦν ἀπόψε στὸ Θέατρο Κυδωνία. Ὁ τίτλος «Ἀπὸ τὴν Χούντα στὴν Woke ἐποχή» εἶναι ἐπίσης δικὀς του.

~.~

ΘΑ ΡΘΩ ΚΑΘΕΤΩΣ

Σκοτάδι ἀπόψε
κι ὁ δρόμος ποὺ μοῦ δείξανε
χαράδρα ἀτέλειωτη.

Εἶναι μιὰ λύση νὰ τραβᾶς ἀπὸ ψηλὰ
ἀπ’ τὶς ταράτσες.
Κάτου δὲν ξέρεις
τί μπορεῖ νὰ σοῦ κυλήσει
ἄνθρωπος θά ‘ναι, εἴδηση…

Τέλος εἶπαν πὼς «κάτου» θὰ λογαριαστοῦνε
δῶσαν τὰ σχέδια –
μὰ τούτη ἡ περιπλάνηση μὲ κούρασε.
Βαρέθηκα τὰ ὁριζοντίως
αὐτὴ τὴν εἰρωνικὴ συνύπαρξη,
τὴν εὐθυγράμμιση.
Λοιπὸν θὰ στρίψω
θὰ ρθῶ καθέτως
καθέτως στὴν πόρτα σας
στὴν καρδιά σας
σὰ σφαίρα, σὰν εἴδηση…
Καθέτως.

1970

~.~

ΣΤO ΒΟΘΡΟ ΤHΣ ΝΙΚΗΣ Ι.

Περπατοῦσα στὴν παραλιακὴ λεωφόρο
κοντὰ στὴ διαστρεβλωμένη θάλασσα
μέσα στὸ ἔκδοτο ἡλιοβασίλεμα ἀγνοώντας
τὰ ἐλευσίνια μυστήρια τῶν πετρελαίων.
Ἀνοικοδομήσιμα τὰ θεοβάδιστα τοπία
φιλοπρόοδα τσιμέντα ἀνηφορίζαν σκαλωσιές
μικρὲς φωτιὲς καταναλῶναν τὰ σκοτάδια.
Κανένας δὲν χτίζει στὴ φιλοσοφία
στὴν ποίηση τὸ ἀκατασκεύαστο κουνουπίδι
κανένας κυκλοθυμικὸς μηχανικὸς
ἀπὸ αὐτοὺς ποὺ σκοτώνουνε τὰ κεραμίδια.
Στρώνουμε τραπέζι στὸν πυθμένα τῆς νύχτας
καὶ ζητᾶμε ἀπὸ τὰ ὄνειρα ἀποδείξεις
κουκουλωμένοι τὴν ὑστεροφημία μένουμε γυμνοὶ
ἀγνοώντας τὸ σοφὸ ὕφασμα τῆς ἀγάπης.
Περπατοῦσα στὴν παραλιακὴ λεωφόρο
ἀναβλύζοντας μιὰν ἄλλη ἀκταιωρία
στὰ χρόνια ποὺ καταργήσανε τὴν ὕπαιθρο
καὶ τὰ τέσσερα πόδια τῆς καρέκλας.

1977

(περισσότερα…)

Δύο αιώνες ελληνικής ποίησης | Τρεις σταθμοί: Βαλαωρίτης – Καρούζος – Σινόπουλος

~.~

Με την ευκαιρία της αποψινής εκδήλωσης στο Θέατρο Κυδωνία, μια πρόγευση, μια μικρή ανθολογία των ανθολογιών κατά κάποιον τρόπο: ποιήματα των Βαλαωρίτη, Καρούζου και Σινόπουλου από τους τόμους που επιμελήθηκαν οι ομιλητές.

~.~

ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ ΒΑΛΑΩΡΙΤΗΣ

ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ Σ’ ΕΙΔΑ ΜΙΑΝ ΑΥΓΗ …

Ένας τυφλός επαιτεί στα σκαλιά μιας εκκλησιάς. Μιλάει στο παιδί του που αμέριμνο κοιμάται. Από το εκτενές ποίημα «Ο τυφλός Χορμοβίτης» που δεν μας σώζεται ολόκληρο παρότι ο Βαλαωρίτης το είχε ολοκληρώσει, επειδή έχασε τα χειρόγραφα στο λιμάνι της Σύρου. Πιθανόν να ανήκε και αυτό στον κύκλο των συνθέσεών του γύρω από τον Αλή, αφού το Χόρμοβο, χωριό της επαρχίας του Τελεπενίου στη σημερινη Αλβανία, καταστράφηκε από τον πασά το 1779 και οι επιζήσαντες Χριστιανοί κάτοικοί του εκδιώχθηκαν από τις εστίες τους.

Στον κόσμο σ’ είδα μιαν αυγή, στον ουρανό μου αστέρι,
στον έρημό μου το γιαλό μονάκριβη αρμυρήθρα,
βυζασταρούδι γαλανό, δροσάτο σαν τη φτέρη,
ξανθό σαν την κερήθρα.

Σβησμένο φως στον Άδη μου σ’ επήρα λυχνοστάτη
και κρεμασμένος σέρνομαι στον άχαρο λαιμό σου,
μελανιασμένο σύγνεφο στην έρμη σου την πλάτη,
μέρα και νύχτα ζωντανό σκοτάδι στο πλευρό σου!

Ούτε που βρέθηκε για μας, σ’ όλην αυτήν την πλάση,
ένα παλιό καταχυτό και δυο ρονιές κατώγι,
μια καταρήχωση τυφλή, να κρύψει, να σκεπάσει
τη φτώχεια που μας τρώγει!…

Άλλα κοιμώνται σ’ αγκαλιές, σε δροσερά στρωσίδια,
τα παραστέκουν όνειρα, μοσχοβολιές, παιδί μου,
κι εσύ, το μαύρο, σέπεσαι γυμνό μες στα ξεσκλίδια
και μόνη σου έχεις συντροφιά τη στείρα την ευχή μου.

Είν’ αύριο Πρωτομαγιά, θα σηκωθούν πριν φέξει,
σα χιλιδόνια απ’ τη φωλιά θ’ αφήσουν το κρεβάτι
και με τραγούδια, με χαρές, καθένα τους θα τρέξει
να στολιστεί με λούλουδα, να πιει στο νεροκράτη.

Για σε δεν έρχετ’ άνοιξη! Φτωχά, τυραγνισμένα
θα τρως τα νιότα σου μ’ εμέ γειρμένο στα πεζούλια
κι ονείρατα στον ύπνο σου μελανοφορεμένα
θα βλέπεις νυχτοπούλια.

***** (περισσότερα…)

Πλάτη με πλάτη

*

Πές μου, φοράς πού και πού το μαντήλι που σού ʼκανα δώρο;
…Θά ʼταν η πρώτη φορά πού ʼχαμε πάει εκδρομή
δίχως παρέα, μοναχοί-μας. Χριστούγεννα νά ʼταν, των Φώτων;
Νύχτωνε πάντως νωρίς πάνω απʼ την πόλη, κι εμάς,
χέρι με χέρι πιασμένους, κανείς δέ μας πρόσεχε μέσα
στου γιορτινού παζαριού το εύθυμο πλήθος. Ποτέ
πρίν δέν είχαμε νοιώσει κοντύτερα ο ένας τον άλλο,
στη συμπλοκή των χεριών τόση κρυφή ζεστασιά.
Κι όταν μας είδε ο παππούς κι αράδιασε πάνω στον πάγκο
γάντια, μαντήλια, κασκόλ, «Διάλεξε – σού ʼπα – ό,τι θές.»
Σού ʼδειξε τόσα μαντήλια! Κι εσύ μου πήρες το μαύρο
με τις χρυσές πιτσιλιές κάτω στην άκρη. Γιατί;
«Μάθε επιτέλους, κουτέ – με αποπήρες γελώντας – πως φέγγει
και το μικρότερο φώς δυό φορές πιό δυνατά
μές στο σκοτάδι. Κι η αγάπη, που εσύ την περνάς για παιχνίδι,
θέλει σκοτάδι κι αυτή πρίν λαμπαδιάσει. Μα ποιός,
ποιός είναι τάχατε αυτός που θα σβήσει ποτέ τη δική-μας;»
Άμυαλη! Μόνο δυό τρείς μήνες χρειάστηκαν για
νά ʼρθει σάν κλέφτης, κρυφά, ο χωρισμός, και να μπεί το μαντήλι
μές στη βαλίτσα κι αυτό… Πές μου άν ποτέ το φοράς!

~.~

Όλοι μαζί για τη νίκη – των άλλων! Αυτών που μας έχουν
κλείσει μπαμπέσικα εδώ, να κολλάμε τα χέρια στις μπάρες
άβουλοι, οκνοί, φοβισμένοι, ρωτώντας σάν τί θα μας φέρουν
σήμερα για φαγητό: της στεγνής, της άχρηστης γνώσης
τʼ άχυρα, κόκαλα κρύα, λιγδερά, ρουφηγμένα απο χείλη
πρόστυχα σʼ άκεφες τάβλες, φιστίκια, ανοστιές, σαχλαμάρες,
ψέματα φρέσκα, αχνιστά, να μυρίζουν ακόμα κουζίνα,
τη συφορά σε μπουκίτσες, αστεία με βγαλμένο κουκούτσι –
όλο το σκουπιδαριό της τροφής που σε κάνει να θέλεις
κι άλλο, κι άλλο ώσπου πιά ο εμετός να σου κάψει το στόμα.

Ζήτω στους φύλακες, ζήτω! Σʼ αυτούς χρωστάμε τα πάντα:
στέγη, τροφή, σιγουριά. Για μάς πολεμάν κάποιους άγριους,
κάποιους ανήλεους εχθρούς. Κανείς δέν τους έχει αντικρίσει.
Πώς νά ʼναι τάχα; Ωμοφάγους τους λέν, βιαστές, βρεφοκτόνους,
λύκους σωστούς στο ουρλιαχτό, στο δάγκωμα, στο φαγοπότι.
Σίγουρα πάντως κι αυτοί, σάν τόσους άλλους, θα χάσουν
μάχη τη μάχη τον πόλεμο, βήμα το βήμα τη γή-τους.
Κι όταν, αιχμάλωτους πιά, τους δούμε νά ʼχουν κολλήσει
πάνω στις μπάρες τα χέρια, ρωτώντας σάν τί θα τους φέρουν
σήμερα για φαγητό – θα γνωρίσουμε λές τον εαυτό-μας; (περισσότερα…)

Τετάρτη 17 Ιουλίου | Ο ποιητής Νικηφόρος Βρεττάκος (1912-1991)

*

Τετάρτη 17 Ιουλίου | Παρουσίαση βιβλίου

«Ο αλήτης του ουρανού»
Ο ποιητής Νικηφόρος Βρεττάκος (1912-1991)

Σε σύμπραξη με το Ίδρυμα Τάκης Σινόπουλος
– Σπουδαστήριο Νεοελληνικής Ποίησης

«Ο Βρεττάκος είναι άνθρωπος άλλης εποχής. Τότε που οι αισθήσεις δεν κόβονταν από τις μηχανές, ο άνθρωπος ήταν ακόμη στο κέντρο, έστω κι αν είχαν αρχίσει οι ιδεολογίες να χτυπιούνται αναμεταξύ τους σκορπίζοντας ήρωες, θύματα και νεκρούς».

Με αφετηρία τον εκτενή ανθολογικό τόμο που μόλις εκδόθηκε από το Ίδρυμα Σινόπουλου, ο ανθολόγος Σωτήρης Γουνελάς συζητά με τον Κώστα Κουτσουρέλη γι’ αυτήν τη σημαδιακή φυσιογνωμία των γραμμάτων μας και την επικαιρότητα του έργου του σήμερα. Ποιήματα του Νικηφόρου Βρεττάκου διαβάζουν οι ηθοποιοί του Θεάτρου Κυδωνία.

~.~

*

*

*