*
του ΚΩΣΤΑ ΑΝΔΡΟΥΛΙΔΑΚΗ
Ποια είναι η σχέση λογοτεχνίας και φιλοσοφίας; Το θέμα είναι βέβαια σύνθετο, και συναρτάται με τα ζητήματα: Τι είναι η λογοτεχνία, τι είναι η φιλοσοφία, ποιο είναι το έργο και ο σκοπός τους; Θα επιχειρήσω να θίξω τα θέματα με την ακόλουθη σειρά: Πρώτα, θα αναφέρω μερικές διαφορές τους, από τις οποίες μπορεί να φανεί (και ίσως, εν μέρει να εξηγηθεί) η αμοιβαία δυσπιστία τους∙ έπειτα, θα αναφέρω ένα κύριο κοινό σημείο τους, αλλά και μερικές συναφείς διαφορές∙ τέλος, θα αναφέρω ένα ακόμα συστατικό κοινό στοιχείο, στο οποίοι στηρίζεται η σύγκλιση και η «ομολογία» τους.
Α΄ Για να προσεγγίσομε το θέμα μας, δεν μπορούμε να αποφύγομε τα ερωτήματα: Τι είναι η λογοτεχνία; Τι είναι η φιλοσοφία; Και γι’ αυτό, θα αναφέρω πρώτα μερικές διαφορές τους, τις, κατά τη γνώμη μου, κυριότερες και ουσιώδεις. Κύριος σκοπός της φιλοσοφίας είναι η αναζήτηση της γνώσης και της αλήθειας, ενώ άμεσος σκοπός και πρώτιστο έργο της λογοτεχνίας δεν είναι η γνώση και η αλήθεια καθ’ εαυτήν. Η φιλοσοφία είναι κυρίως θεωρία, και ακόμα και όταν ασχολείται με την πράξη (τα πρακτικά ζητήματα, λ.χ. τα ηθικά), τα μελετά θεωρητικά, ως θεωρία. Αντιθέτως, η λογοτεχνία είναι ποίηση (με την πρωταρχική σημασία του όρου), δημιουργία, έκφραση, τέχνη. Και οι δύο είναι δυνατόν να χρησιμοποιούν το σύνολο των πνευματικών και ψυχικών δυνάμεων και ικανοτήτων, αλλά η φιλοσοφία στηρίζεται κυρίως ή κατ’ εξοχήν στις έλλογες και νοητικές ικανότητες (στον νου, στη νόηση), ενώ η λογοτεχνία αξιοποιεί και απευθύνεται ιδίως στη φαντασία, στη διαίσθηση, στο συναίσθημα, στη συγκίνηση. Εξειδικεύοντας το σημείο αυτό, η φιλοσοφία -ως θεωρία του ορθού Λόγου– λειτουργεί καθοριστικά με θεμέλιο και πλαίσιό της τον ορθό Λόγο, ακολουθώντας τις απαιτήσεις, τους κανόνες και τη μεθοδολογία του: σωστή θέση και διάκριση των ζητημάτων, αποσαφήνιση των εννοιών, υποχρέωση στήριξης σε επιχειρήματα (ει δυνατόν σε αποδείξεις), και στην πραγματικότητα (στα πραγματικά δεδομένα), αποφυγή λογικών σφαλμάτων. Η φιλοσοφία επιδιώκει κατ’ αρχήν την καθολικότητα της γνώσης και της αλήθειας, με αντικειμενική ή διυποκειμενική εγκυρότητα και ισχύ∙ στόχος και ιδεώδες της, ρυθμιστικό και κανονιστικό (εννοείται άφθαστο, αλλά ισχυρό), είναι ένα συνεκτικό σύστημα σύνολης της γνώσης (εννοείται: κατά προσέγγιση, όχι αλάνθαστο ή τέλειο πραγματικά, αλλά ιδεατά τελειοποιούμενο), ενώ δεν συμβαίνει αυτό με τη λογοτεχνία∙ της αρκεί συχνά το υποκειμενικά αληθινό, η «δόξα». Η λογοτεχνία παρουσιάζει και εξεικονίζει, από τη φύση της, επιμέρους περιπτώσεις και το συγκεκριμένο σε απέραντη ποικιλία, ενώ η φιλοσοφία αναζητεί το γενικό και το καθόλου. (περισσότερα…)

Μεγάλο μέρος της ελληνικής πολιτικής, κοινωνιολογικής και ιστοριογραφικής σκέψης επιχείρησε να ερμηνεύσει τις παρατηρούμενες κατά τη γνώμη τους αντιφατικές ελληνικές συμπεριφορές επί τη βάσει του εκσυγχρονιστικού θεωρητικού προτύπου που αναδείχτηκε κατά τις δεκαετίες 1950-1960 και επανήλθε στο προσκήνιο κατά τις δεκαετίες 1990-2000. Με ρίζες στον Βέμπερ, το εν λόγω θεωρητικό σχήμα στηρίχθηκε κυρίως στο μοντέλο του Τάλκοτ Πάρσονς, ο οποίος ισχυρίστηκε πως οι κοινωνίες προχωρούν εξελικτικά από μια προνεωτερική σε μια νεωτερική, εκσυγχρονιστική φάση. Οι Έλληνες θεωρητικοί επέμειναν πως η ελληνική κοινωνία εξακολουθεί να κινείται με παλινδρομήσεις ανάμεσα σ’ ένα παραδοσιακό, προνεωτερικό πρότυπο, όπου κυριαρχεί η επιθυμία του προστατευτισμού και των συγγενικών σχέσεων, η ξενοφοβία και ανασφάλεια, οι συγκινήσεις και τα εθνικιστικά συναισθήματα, και σ’ ένα πρότυπο εκσυγχρονιστικό, νεωτερικό, εξωστρεφές, βασισμένο στις δημοκρατικές αρχές, τον ελεύθερο ανταγωνισμό, την ορθολογική λειτουργία του πολιτικού συστήματος κλπ.