ΝΠ | Βιογραφήματα

Το προδοτικό φιλί

*

της ΑΓΓΕΛΙΚΗΣ ΚΑΡΑΘΑΝΑΣΗ

Στο σημερινό απόσπασμα, συνέχεια του προηγούμενου («Ένας έρωτας γεννιέται»), από το ανέκδοτο βιβλίο Η Ελισάβετ της Κρήτης, παρακολουθούμε τις συνέπειες της ερωτικής σχέσης μεταξύ της Ελισάβετ και του νεαρού ζωγράφου Πέτρου Μωραΐτη, που σχεδόν βίαια ως ανεπίτρεπτη, διακόπτουν αγαπημένα της πρόσωπα, αλλάζοντας ανεπίγνωστα την πορεία της ζωή της.

~ . ~

Απόγευμα πρωταπριλιάς του 1855 η Ελισάβετ άκουσε να κτυπά η πόρτα της ιεραποστολικής κατοικίας και πήγε ν’ ανοίξει. Είχε καλέσει τον Πέτρο,[1] να δει προσεχτικά την Ἀνθοδέσμη της, πριν την παραδώσει στην Επιτροπή, της το είχε προτείνει ο ίδιος· ήθελε να ελέγξει μήπως υπάρχει κάποια αβλεψία που μπορούσε την τελευταία στιγμή να διορθωθεί.

— Πρωταπριλιάτικο αστείο; τη ρώτησε εκείνος χαριτολογώντας και της πρόσφερε ένα κλαδάκι με ροζ απριλιάτικα τριαντάφυλλα.

— Όχι, δεν θα έκανα ποτέ τέτοια φάρσα, του είπε και τον οδήγησε στον συνηθισμένο χώρο, στη Βιβλιοθήκη.

Η Ελισάβετ τράβηξε από το ράφι της μικρής βιβλιοθήκης την κασετίνα, όπου φυλασσόταν το λεύκωμά της, και του την έδωσε. Την πήρε στα χέρια του με  προσοχή και αναφώνησε με θαυμασμό:

— Τι εντυπωσιακή ξυλογλυπτική και πόσο αρμονική με το έργο!

— Ντόπιο πλατανόξυλο και ελιόξυλο, ό,τι καλύτερο για μια τέτοια κασετίνα· είναι άξιος λεπτουργός ο Γλήνης, σχολίασε η Ελισάβετ.

Κάθισαν δίπλα δίπλα στο τραπέζι· ο Πέτρος έβγαλε προσεχτικά την Κλασική Ἀνθοδέσμη από την κασετίνα κι άρχισε να την ξεφυλλίζει και να την ελέγχει λεπτομερώς· σταμάτησε στην σελίδα με τον τίτλο «Πρόθεσις»·[2] τυπωμένο με μαύρα και κόκκινα γράμματα το μικρό κείμενο που ακολουθούσε αποκάλυπτε τον στόχο του έργου της. Ήταν το πρώτο δικό της γραπτό που είχε διαβάσει· είχε έλθει σε άμεση επαφή με τον νου και την ψυχή της, από όπου είχε αντληθεί. Θέλησε τώρα να το ξαναδιαβάσει δυνατά, να νιώσει πάλι τον ήχο των λέξεων και την ισχυρή επίδρασή τους στο πνεύμα και στην καρδιά του.

— Τι ωραίο το κείμενό σου, αγαπητή μου Ελισάβετ! εγκιβωτίζεις άριστα το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον της πόλης μας. Στις δυο λέξεις, «αλλεπάλληλα δυστυχήματα»,[3]  περιλαμβάνεις με λεπτό, έξυπνο και σύντομο τρόπο την τρέχουσα πολιτική και υγειονομική κατάσταση της Αθήνας, την Κατοχή και τη χολέρα·υμνείς δυο πόλεις, την Αθήνα, όπου δημιουργήθηκε η Ἀνθοδέσμη σου και από όπου ξεκινά το ταξίδι της και την πόλη του φωτός, όπου θα εκτεθεί·[4] φανερώνεις την αγωνία σου για την κακή τύχη, που φοβάσαι πως θα εξακολουθήσουν να έχουν τέχνες και επιστήμες στον τόπο, όπου γεννήθηκαν. Είμαι συγκινημένος.

— Γράφω ό,τι νιώθω, Πέτρο, και χαίρομαι πολύ που σου αρέσει. Ναι, δεν σου κρύβω ότι ανησυχώ για το μέλλον… απάντησε η Ελισάβετ, ενώ ο Πέτρος συνέχιζε να ξεφυλλίζει ένα ένα τα σχεδόν εβδομήντα φύλλα τού λευκώματος· σε κάθε φύλλο έλεγχε προσεχτικά τα πάντα, ακόμη και τα κενά. (περισσότερα…)

Στο Δημοτικό και στο Γυμνάσιο

*

του ΜΑΝΩΛΗ ΜΠΟΥΖΑΚΗ

Ένα μικρό χωριό ήταν το 1948 η Παλαιοχώρα ή Παλιόχωρα, όπως ήταν γνωστό το όνομα με το οποίο τη γνώριζαν οι περισσότεροι κάτοικοι της Κρήτης. Στις μέρες μας έχει εξελιχτεί σε έναν γοητευτικό και ιδιαίτερα δημοφιλή τουριστικό προορισμό, αλλά και σε ένα δραστήριο κέντρο συναλλαγών και εμπορίου της ευρύτερης περιοχής του νοτιοδυτικού άκρου του νομού Χανίων.

Στο Γυμνάσιο της  Παλιόχωρας υπηρετούσε ως καθηγητής μαθηματικών ο πατέρας μου. Στο σπίτι η μάνα μου παιδευότανε με τα  τέσσερα όχι και τόσο εύκολα αγγελούδια της. Η αφεντιά μου, ως πρωτότοκος, δημιουργούσε τα πιο δυσεπίλυτα προβλήματα. Το σκέφτηκε, το ξανασκέφτηκε ο πατέρας μου, το συζήτησε με τον φίλο του, Διευθυντή του Δημοτικού σχολείου και αποφασίστηκε να με στείλουν στην Α΄ τάξη του σχολείου, ως ακροατή! Επαρχιακή αυθαιρεσία είπατε; Αυτό μπορούσε να γίνεται την εποχή εκείνη. Είσοδος στα Πανεπιστήμια με βαθμούς 2 ή 3 ή 5, πλαστά ή μαϊμού πτυχία και λοιπές επαναστατικές και εναλλακτικές εκπαιδευτικές διαδικασίες δεν υπήρχαν τότε. Από το αυτί λοιπόν –κυριολεκτώ εδώ– και στον δάσκαλο.

Πήγαινα λοιπόν στο σχολείο και μάθαινα την αλφαβήτα και την προπαίδεια και υποσχέθηκα πως έτσι θα έκανα καθημερινά, αφού όμως και ο κύριος Διευθυντής είχε αναλάβει τη δική του ευθύνη να μου προσφέρει ένα μικρό χωνί ζάχαρη κάθε μέρα την ώρα του μεγάλου διαλείμματος. Με αυτά και με τ’ άλλα η εκπαίδευσή μου ξεκίνησε με καλούς οιωνούς. Προς το τέλος της εκπαιδευτικής περιόδου ο Δάσκαλος μας πληροφόρησε πως θα ερχόταν κάποιος άλλος, ένας πιο σοφός Δάσκαλος, να δει αν ο δικός μας Δάσκαλος κάνει καλά τη δουλειά του κι αν εμείς είμαστε μαθητές της προκοπής. Ήρθε λοιπόν ο κύριος Επόπτης Στοιχειώδους Εκπαίδευσης και μας ζήτησε να γράψουμε με λίγα λόγια γιατί αγαπούμε το χωριό μας. Δεν θυμάμαι πώς σκέφτηκα και έγραψα ότι έγραψα. Θυμάμαι όμως πολύ καλά πως αφού δώσαμε όλες και όλοι τα γραπτά στο Δάσκαλό μας βγήκαμε έξω για το μεγάλο διάλειμμα. Πήγα στο γραφείο του κυρίου Διευθυντή, πήρα το χωνάκι μου με τη ζάχαρη και αμολήθηκα στην αυλή. Είχαμε ήδη επιστρέψει στην τάξη μας όταν εισήλθαν ο Δάσκαλός μας και ο κύριος  Επιθεωρητής ο οποίος κρατούσε στο χέρι του τα γραπτά μας. Κάθισαν δίπλα-δίπλα πίσω από την έδρα οι μεγάλοι μας κριτές και άρχισαν κάτι ψου ψου ψου και πάλι ψου ψου ψου και μετά ο κύριος Επιθεωρητής ρωτά:

— Ποιος είναι ο Μπουζάκης; (περισσότερα…)

Jack Kerouac, «Έχω μπουχτίσει» (Συνέντευξη στον Fernand Séguin)

*

Μετάφραση ΓΙΑΝΝΗΣ ΛΕΙΒΑΔΑΣ

Απόσπασμα της συνέντευξης που έδωσε ο συγγραφέας στην εκπομπή Sel de la semaine της δημόσιας καναδικής τηλεόρασης στις 7 Μαρτίου του 1967. Ο Κέρουακ ήταν ήδη μεθυσμένος όταν εμφανίστηκε στο πλατώ μα κατάφερε, με αρκετό χιούμορ, να ανταποκριθεί στις ερωτήσεις δίχως να αποκοιμηθεί μπροστά στην κάμερα, όπως είχε συμβεί προηγουμένως στην Ιταλία.

Η συνέντευξη μου γνωστοποιήθηκε πριν πολλά χρόνια από τον Τόνυ Σάμπας, συνεκτελεστή της διαθήκης του συγγραφέα, και η μετάφρασή της έγινε το 2003. Ο Τόνυ Σάμπας, απόγονος της Στέλλας Σάμπας, της ελληνικής καταγωγής τελευταίας συζύγου του Κέρουακ, συνεισέφερε το επιλογικό σημείωμα στον τόμο Τζακ Κέρουακ: Μια μονογραφία που κυκλοφόρησε το 2016 από τις Εκδόσεις Απόπειρα. — ΓΛ

~.~

Σ: Σχετικά με το βιβλίο Στον δρόμο, αυτό που γράψατε σε ρολό χαρτιού, και χρειαστήκατε γι’ αυτό… τρεις εβδομάδες.

Κ: Ναι… Και το Μπιγκ Σερ επίσης.. Και το Οι Αλήτες του Ντάρμα επίσης…

Σ: Αλλά το πρώτο πράγμα που εξασφάλισε την επιτυχία σας ήταν το Στον δρόμο

Κ: Ναι…

Σ: Έτσι γίνατε ο ιδρυτής της μπητ γενιάς. Τι ήταν η μπητ γενιά, για σας; Επειδή μου είπατε νωρίτερα…

Κ: Λοιπόν, υπήρχε η χαμένη γενιά του ’20… και μετά ήταν του ’40, του ’50… Σκεφτόμασταν, πώς θα την αποκαλέσουμε;…

Σ: Εσείς ήσασταν που επινοήσατε αυτόν τον όρο, έτσι δεν είναι; Μπητ γενιά;

Κ: Λοιπόν… άκουσα κάποιους γέρους, κάποιους ηλικιωμένους νέγρους να λένε αυτή τη λέξη… Μπητ.

Σ: Με την έννοια του συντριμμένου… του ταλαίπωρου;

Κ: Ναι… του φτωχού!

Σ: Του φτωχού;

Κ: Μετά απ’ αυτό πήγα στην εκκλησία της Ζαν ντ’ Αρκ. Και ξαφνικά σκέφτηκα: α, μπητ… BE-AT [λατινικά]…

Σ: Μακαριότητα (Beatitude)! Άλλαξε σημασία.. λοιπόν…

Κ: Beato στα Ιταλικά. Beatus. Béatifique στα Γαλλικά.

Σ: Αλλά, δεν έχει επίσης τη σημασία του μπητ [ρυθμού] της τζαζ ορχήστρας;

Κ: Ναι, αλλά και με την έννοια αυτού: έτσι κι έτσι… (κάνει πως κωπηλατεί) Κι όπως το κάνουμε… αυτό… στο κανό, εε; Και… στο τύμπανο! Έτσι, να… (κάνει πως χτυπάει με μπαγκέτα). Δεν έχει σημασία. Το όνομα δεν είναι σημαντικό.

Σ: Όμως, ε…

Κ: Οι νέοι, ωστόσο, είναι σημαντικοί.

Σ: Είπατε ότι το όνομα δεν είναι σημαντικό, αλλά… ακόμη αρνείστε να σας αποκαλούν μπήτνικ. Δεν είστε μπήτνικ.

Κ: Μπήτνικ είναι ένας όρος που είναι… ε… έχω μια ωραία λέξη γι’ αυτό… dégradant [γαλλικά]…  Υποτιμητικός…

Σ: Ταπεινωτικός;

Κ: Υποτιμητικός! (περισσότερα…)

Νίκος Ξανθόπουλος, Καταφυγή και παρηγορία για τον φτωχόκοσμο

*

τοῦ ΧΡΙΣΤΟΥ ΡΟΥΜΕΛΙΩΤΑΚΗ

(Μὲ ἀφορμὴ τὸ βιβλίο: Νίκος Ξανθόπουλος, Ὅσα θυμᾶμαι καὶ ὅσα ἀγάπησα, Ἀθήνα, Ἄγκυρα 2005, σελ. 406 ‒ Μὲ ἕναν ψηφιακὸ δίσκο)

Τὸ βιβλίο τοῦ Νίκου Ξανθόπουλου Ὅσα θυμᾶμαι καὶ ὅσα ἀγάπησα εἶναι ἐκ τῆς προθέ­σεως τοῦ συγγραφέα του —τὸ μαρτυρεῖ καὶ ἡ ἐπιλογὴ τοῦ τίτλου— καὶ ἐξ ἀντικειμένου πρωτί­στως αὐτοβιογραφία, κλασικὴ αὐτοβιογραφία, ὅπως τὴν ὁρίζει ἡ γραμματολογία, ἕνα εἶδος γρα­φῆς δηλαδή, ὅπου ὁ συγγραφέας καταγράφει τὰ γεγονότα τῆς ἐποχῆς του, ὅπως τὰ θυμᾶται, προσπαθῶντας, ἔστω καὶ ἂν δὲν τὸ ὁμολογεῖ οὔτε στὸν ἴδιο τὸν ἑαυτό του, νὰ δικαιω­θεῖ στὰ μάτια τοῦ ἀναγνώστη. Αὐτὴ εἶναι ἡ φύση τῆς αὐτοβιογραφίας.

Τὸ βιβλίο τοῦ Νίκου Ξανθόπουλου εἶναι ἐπίσης, ἔστω καὶ ἂν αὐτὴ δὲν εἶναι ἡ πρόθεση τοῦ συγ­γραφέα του, μαρτυρία τῆς ἐποχῆς του, ἀφοῦ, ἀπὸ τὰ γεγονότα ποὺ ἀφηγεῖται προκύπτει καὶ ἀναδεικνύεται, ἔστω καὶ πλαγίως φωτιζόμενη, ἔστω καὶ κατὰ ἕνα μέρος μόνο, μιὰ ὁλόκληρη ἐποχή, ἐκείνη ποὺ ἀρχίζει μὲ τὸν πόλεμο τοῦ ’40, περνᾶ ἀπὸ τὴν Κατοχὴ καὶ τὴν Ἀντίσταση, διατρέχει τὸν Ἐμφύλιο καὶ τὴ μετεμφυλιακὴ δυστυχία καὶ φτάνει ὣς τὴ Μεταπολίτευση καὶ τὰ τωρινά. Μερικὲς φορές, μάλιστα, μαρτυρεῖ καὶ γιὰ παλαιότερα γεγονότα, ὅπως ἡ Μικρασιατικὴ Καταστροφή, ποὺ ὁ συγγραφέας γνωρίζει μόνο ἀπὸ τὶς ἀφηγήσεις τῶν γο­νέων καὶ τῶν συγγενῶν του ἢ ἀπὸ τὶς συνέπειές τους.

Αὐτὴ τὴν ἐποχὴ κλήθηκε νὰ διέλθει ὁ Νίκος Ξανθόπουλος, ἕνα φτωχὸ προσφυγόπου­λο δεύτερης γενιᾶς ἀπὸ τὴν Ἐλευθερούπολη τῆς Νέας Ἰωνίας καὶ αὐτὴ τὴν ἐποχὴ καὶ τὴν πορεία του σ’ αὐτὴν ἀφηγεῖται. Καὶ αὐτὴ ἡ ἀφήγηση, ὀφείλουμε νὰ τὸ ὑπογραμμίσουμε, ἔχει δύο χαρακτηριστικά, τὴν ἐντιμότητα καὶ τὴ λιτότητα τῆς γραφῆς. Δὲν ἀποκρύπτει πράγμα­τα οὐσιώδη γιὰ τὴν οἰκονομία τῆς γραφῆς, οὔτε τὰ ἐξωραΐζει, τὰ λέει ὅπως θὰ τὰ ἔλεγε σ’ ἕνα φίλο του μιὰ μέρα σ’ ἕνα ταβερνάκι τῆς γειτονιᾶς, ὅπως θὰ τὰ ἔλεγε στὸν ἴδιο τὸν ἑαυτό του. Χωρὶς μεγαλοστομίες, χωρὶς περιττὰ λόγια, χωρὶς λογοτεχνικὲς φιοριτοῦ­ρες, μὲ λόγια ντρέτα καὶ σταράτα. Ὅπως θὰ τὰ ἔλεγε ἕνα παιδὶ τοὺ λαοῦ. Τὸ «παιδὶ τοῦ λαοῦ» τῆς Ἱστορίας τοῦ ἑλληνικοῦ κινηματογράφου δὲν εἶναι κάποιος πολὺ διαφορετικὸς ἀπὸ τὸν ἀφηγητὴ Νίκο Ξανθόπουλο. (περισσότερα…)

Ένας έρωτας γεννιέται

*

της ΑΓΓΕΛΙΚΗΣ ΚΑΡΑΘΑΝΑΣΗ

Αθήνα χειμώνας του 1855. Στο σημερινό όγδοο απόσπασμα, από τα τελευταία κεφάλαια του πρώτου μέρους του βιβλίου μου Η Ελισάβετ της Κρήτης, παρακολουθούμε τα επακόλουθα μιας συνάντησής της με τον νεαρό ζωγράφο Πέτρο Μωραΐτη, τον κύριο συνεργάτη της στη σύνθεση του καλλιτεχνικού λευκώματός της Κλασική Ανθοδέσμη, με την οποία θα συμμετέχει στην Παγκόσμια Έκθεση των Παρισίων.

~.~

Άνοιξε γρήγορα την πόρτα του δωματίου και μπαίνοντας γύρισε αμέσως το κλειδί δυο φορές κι έπεσε στο κρεβάτι.

«Απόψε δεν ήθελα να με ενοχλήσει κανείς, είπε δυνατά, βέβαιη πως δεν την άκουγε κανείς· προτιμώ να μείνω μόνη, να βάλω σε τάξη όσα με έχουν αναστατώσει κι έγιναν η αιτία να απαντήσω προηγουμένως ψυχρά κι απότομα στη «μητέρα» που με ρώτησε: “Πώς πήγε λοιπόν σήμερα η συνεργασία σας με τον Πέτρο, Ελισάβετ; αργήσατε κάπως, μάλλον θα τελειώνετε με την Κλασική Ἀνθοδέσμη σου, γι’ αυτό υποθέτω…”.

»Δεν καταλάβαινα αν τα λόγια της δήλωναν βεβαιότητα, ερώτηση ή έλεγχο και της είπα τυπικά “ο κύριος Μωραΐτης θα ξαναέλθει”. Κι όταν εκείνη με γλυκιά φωνή με κάλεσε στην τραπεζαρία για το δείπνο, εγώ αρνήθηκα, προφασιζόμενη κούραση και χώθηκα εδώ μέσα, χωρίς να την κοιτάξω».

Ένας μικρός θόρυβος που άκουσε απέξω τη φόβισε μήπως υπάρχει κανείς ωτακουστής και αυτόματα άρχισε να μονομιλεί χαμηλόφωνα.

«Ναι, κουρασμένη είμαι, διανοητικά, αλλά νιώθω ανάλαφρη ψυχικά και κυριευμένη από μια πρωτόγνωρη συναισθηματική ευφορία· την πηγή της ήθελα να αναπολήσω· εκείνη τη μαγική στιγμή που έζησα στη Βιβλιοθήκη του αιδεσιμότατου θέλω με τη φαντασία μου να τη ζήσω ξανά και ξανά.

»Δεν θα ανάψω τη λάμπα κι ας βυθίστηκε το δωμάτιο στο σκοτάδι, καλύτερα σκοτεινά, το εξωτερικό φως μού είναι αχρείαστο· από μέσα μου ξεπετάγεται ένα άλλο φως, πιο δυνατό, που φωτίζει ολοκάθαρα το μέλλον μου, ένα μέλλον που θα με λυτρώσει από τη μοναξιά».

Έβαλε το αριστερό χέρι κάτω από το κεφάλι της και  αυτόματα με το δεξί κάλυψε τα μάτια της· το σώμα της ακινητοποιήθηκε, αλλά η καρδιά της άρχισε να κτυπά δυνατά και γρήγορα ακολουθώντας τον ταχύ ρυθμό του νου που επαναλάμβανε διαρκώς την τολμηρή σκηνή στη Βιβλιοθήκη κι ένιωσε πάλι τα ανάμεικτα συναισθήματα που της είχε γεννήσει: έκπληξη και ηδονή, αγωνία και φόβο μην προδοθεί η πιο χυμώδης στιγμή της ζωής της, που ενώ επιθυμούσε να παραταθεί, επιβλήθηκε η λογική της και τη διέκοψε απότομα· ακόμη απορεί πώς κατάφερε την κρίσιμη στιγμή να συνέλθει και να φρενάρει την ασυγκράτητη φυσική ορμή τους και να του πει: “πρέπει να είμαστε προσεχτικοί, τουλάχιστον σε τούτον τον χώρο· κάποιο απροειδοποίητο άνοιγμα της πόρτας μπορεί να μας χωρίσει για πάντα”. (περισσότερα…)

Όχι πια έρωτας, όχι γάμος

*

της ΑΓΓΕΛΙΚΗΣ ΚΑΡΑΘΑΝΑΣΗ

Στο σημερινό έβδομο, συνέχεια του προηγούμενου, απόσπασμα από τη μυθιστορηματική βιογραφία της Ελισάβετ Β. Κονταξάκη, οι δυο φίλες, Φλωρεντία Ναϊτινγκέηλ και Ελισάβετ, εκμυστηρεύονται προσωπικά βιώματά τους και, αντιμέτωπες με διλήμματα, συζητούν για τον έρωτα, την πολιτική και το ιδανικό της αφοσιωμένης προσφοράς στον άνθρωπο.

~,~

Λίγο μετά το κυριακάτικο γεύμα η Ελισάβετ βρήκε τη Φλωρεντία στη βιβλιοθήκη των Χιλλ σκυμμένη πάνω από ένα  δερματόδετο βιβλίο· μόλις εκείνη την είδε, γύρισε πίσω τις σελίδες και της διάβασε τον τίτλο δυνατά: Life, Letters and literary remains of John Keats, by Richard Monckton Milnes, in two volumes….

— London 1848, συμπλήρωσε χαριτολογώντας η Ελισάβετ, που είχε ήδη βρεθεί δίπλα της κι έβλεπε τη σελίδα του βιβλίου με τον τίτλο.

— Αυτός είναι ο πρώτος τόμος κι εδώ περιλαμβάνονται τα δύο σονέτα για τον Έλγιν και για τα μάρμαρα του Παρθενώνα, που σου έλεγα.

Η Φλωρεντία της έδωσε το βιβλίο να το περιεργαστεί. Το πήρε εκείνη στα χέρια της και το ξεφύλλιζε. Βρήκε γρήγορα τα δυο σονέτα, τα διάβασε και μετά περιηγήθηκε στις υπόλοιπες σελίδες.

— Πολύ καλή δουλειά έχει κάνει ο Μιλνς, μπράβο!

— Ο Ρίτσαρντ είναι κι ο ίδιος ποιητής, νομίζω σου το έχω πει. Πάντα θαύμαζε τον Κητς και ενδιαφερόταν για την ποίησή του. Όταν πήγε στην Ιταλία, βρήκε τον αφοσιωμένο φίλο και προστάτη του Κητς, τον γνωστό ζωγράφο Joseph Severn, και ζήτησε να μάθει περισσότερα για τον ποιητή. Εκείνος, εκτιμώντας το ενδιαφέρον του Ρίτσαρντ, του παρέδωσε όλο το αρχείο του, αφού ο ίδιος δεν είχε καταφέρει μέχρι τότε να το φέρει στο φως. Από τότε ο Μιλνς ξεκίνησε μια φιλολογική εργασία για τον Κητς που κράτησε σχεδόν οκτώ χρόνια.

— Μιλάς με τόσο θαυμασμό και συγκίνηση για τον Ρίτσαρντ… τι είναι για σένα αγαπητή μου Φλο ο Ρίτσαρντ; τόλμησε να την ρωτήσει η Ελισάβετ. (περισσότερα…)

1979 – Με ρεντιγκότα στο Publishers Hall

*

του ΜΑΝΩΛΗ ΜΠΟΥΖΑΚΗ

Τα περιοδικά της Mary Glasgow με είχαν βάλει για τα καλά στο χώρο της ξενόγλωσσης, ιδιωτικής εκπαίδευσης. Οι επαφές μου με τους Εγγλέζους εκδότες και οι επισκέψεις μου στη Μεγάλη Βρετανία ήταν συχνές. Γνώριζα ένα διαφορετικό κόσμο. Στη Μεγάλη Βρετανία μάθαινα τι σημαίνει να υπάρχουν γραπτοί και άγραφτοι κανόνες κοινωνικής συμβίωσης που να είναι γνωστοί στους πολίτες και σεβαστοί από τους περισσότερους, παρά το γεγονός πως η πτώση της άλλοτε κραταιάς, πλην γηραιάς πλέον Αλβιόνος, ήταν εμφανής.

Θυμάμαι την πρόσκληση που έλαβα για να παρευρεθώ στην επέτειο των 50 χρόνων εκδοτικής παρουσίας του οίκου Mary Glasgow Publications. Η εκδήλωση θα γινόταν στο περίφημο Publishers Hall στο City του Λονδίνου. Η πρόσκληση επέβαλε σμόκιν και ρεντιγκότα, μαύρο επανωφόρι με ουρά, τα οποία επιπλέον σήμαιναν λουστρίνι παπούτσι, μεταξωτές κάλτσες, παπιονάκι και ανάλογο πουκάμισο με τα κατάλληλα μανικετόκουμπα! Θεώρησα πως αυτά ήταν βρετανικές υπερβολές και αγόρασα ένα ακριβό για την εποχή μαύρο κοστούμι. (περισσότερα…)

Έλγιν και Άγγλοι «σαν νέοι Αλάριχοι» στην Ακρόπολη

~ . ~ 

της ΑΓΓΕΛΙΚΗ ΚΑΡΑΘΑΝΑΣΗ 

Στο σημερινό έκτο απόσπασμα, από άλλο σημείο της μυθιστορηματικής βιογραφίας της Ελισάβετ Β. Κονταξάκη, η αφήγηση δεν είναι αναδρομική. Οι δυο φίλες, η Φλωρεντία Ναϊτινγκέηλ και η Ελισάβετ, ένα ανοιξιάτικο απόγευμα του 1850 επισκέπτονται την Ακρόπολη, όπου ξεναγούνται από τον σπουδαίο αρχαιολόγο Κυριακό Πιττάκη και συζητούν για τα κλεμμένα από τον Έλγιν γλυπτά του Παρθενώνα και για άλλες βεβηλώσεις των μνημείων από άγγλους ναύτες.

~.~

Έκλεισαν πίσω τους την πόρτα και τράβηξαν κατά την Ακρόπολη. Η μεγάλη ανυπομονησία για την ξενάγηση που θα τους έκανε ο άνθρωπος μύθος, ο Κυριακός Πιττάκης, κρατούσε τη Φλωρεντία παράξενα σιωπηλή. Η Ελισάβετ κάποια στιγμή κοντοστάθηκε, την κοίταξε στα μάτια και τη ρώτησε:

— Γιατί δεν μιλείς;

— Νιώθω μεγάλο δέος, Ελισάβετ, στη σκέψη της συνάντησης με τον κύριο Πιττάκη.

— Ξέρεις, Φλωρεντία, πως εδώ και είκοσι περίπου χρόνια δεν έχει περάσει μέρα που να μην έχει ανέβει στην Ακρόπολη; Τη βλέπει, λένε, σαν θυγατέρα του κι έχει διαρκώς την έννοια της, ακόμη και τη νύχτα ξυπνάει να δει μη τυχόν και κάποιος την έχει απαγάγει!

Η Φλωρεντία χαμογέλασε αυθόρμητα και είπε μετά:

— Φαντάζομαι ιδανική την ξενάγησή του, όπως εκείνη που μας είχε κάνει πριν από λίγες μέρες στους Αμπελόκηπους. (περισσότερα…)

Μιχαήλ Άγγελος, Eπιστολές στην οικογένεια

*

Στον πατέρα του, Λοντοβίκο

Ρώμη, 27 Ιανουαρίου 1509

Πολυαγαπημένε μου πατέρα – έλαβα σήμερα το γράμμα σου και μόλις ξεδιάλυνα το νόημά του ταράχτηκα σφόδρα. Δεν αμφιβάλλω στιγμή ότι ανησυχείς και τρομάζεις περισσότερο απ’ όσο πρέπει. Θα χαρώ αν μου πεις τι νομίζεις ότι μπορεί να σας κάνει η γυναίκα εκείνη*, ποιο είναι το χειρότερο δηλαδή που μπορεί να πετύχει, αν κινήσει όλα τα μέσα που έχει στη διάθεσή της. Τίποτα άλλο δεν μπορώ να σου πω. Με αναστατώνει ν’ ακούω πως είσαι σε τέτοια κατάσταση φόβου. Γι’ αυτό, σου συνιστώ να προετοιμάσεις καλά την άμυνά σου, ζητώντας την κατάλληλη συμβουλή, κι ύστερα να πάψεις πια να το σκέφτεσαι. Γιατί και στην περίπτωση που εκείνη σου έπαιρνε ό,τι έχεις και δεν έχεις, δεν θα σου έλειπαν οι πόροι να ζήσεις, μήτε οι ανέσεις, ακόμη κι αν δεν είχες άλλο στον κόσμο από μένα. Ώστε αναθάρρησε.

Εγώ ζω πάντα σε μεγάλη αβεβαιότητα, γιατί είναι χρόνος τώρα που δεν έχω δει δεκάρα τσακιστή απ’ αυτόν τον πάπα**, κι ούτε του ζητάω και τίποτα, επειδή η δουλειά μού φαίνεται να μην προχωράει έτσι όπως θά ’θελα. Κι οφείλεται αυτό στη δυσκολία του έργου αλλά και στο ότι δεν είναι το επάγγελμά μου. Έτσι χάνω τον χρόνο μου άπραγος. Είθε ο Θεός να με βοηθήσει. Αν έχεις ανάγκη από χρήματα, πήγαινε στον έφορο, βάλ’ τον να σου μετρήσει δεκαπέντε δουκάτα και πες μου τι απομένει. (περισσότερα…)

Περιπλανώμενο προσφυγάκι: Ναύπλιο, Άργος, Σύρα

*

της ΑΓΓΕΛΙΚΗΣ ΚΑΡΑΘΑΝΑΣΗ

Η Ελισάβετ Β. Κονταξάκη, αμφιλεγόμενη διανοούμενη του 19ου αιώνα από την Κρήτη, έδρασε στην Αθήνα και θαυμάστηκε από Έλληνες και ξένους ως «κόσμημα του έθνους της». Όταν ώριμη επέστρεψε στην πατρίδα της, μισήθηκε με πάθος, λόγω της τουρκοφιλίας της. Πέθανε περιφρονημένη, μόνη και πάμπτωχη στην Κωνσταντινούπολη. Η επίσημη ελληνική Ιστορία την έχει αγνοήσει και διαγράψει. Με τη μυθιστορηματική βιογραφία της επιχειρώ, με βάση τις πηγές, να την προσεγγίσω ως ιστορικό πρόσωπο και ως άνθρωπο και να εξηγήσω, ή τουλάχιστον να καταλάβω, την όψιμη τουρκοφιλία της.

Η αγγλίδα Φλωρεντία Ναϊτινγκέηλ (η γνωστή νοσηλεύτρια κατά τον κριμαϊκό πόλεμο), την άνοιξη του 1850 έρχεται στην Αθήνα, επισκέπτεται τη σχολή των Χιλλ, όπου συναντιέται με τη συνομήλική της Ελισάβετ και συνδέονται με στενή φιλία. Στο προηγούμενο κεφάλαιο, κατά τη διάρκεια περιπάτου στον λόφο  του Κολωνού, τον Μάιο του 1850, η Ελισάβετ αφηγήθηκε στη συνομήλικη αγγλίδα φίλη της Φλωρεντία Ναϊτινγκέηλ τα δεινά του προσφυγικού ταξιδιού από το λιμανάκι του Λουτρού της νοτιοδυτικής Κρήτης μέχρι το κάστρο της Μονεμβασιάς, Πάσχα του 1824.

Στο σημερινό κεφάλαιο οι δυο φίλες βρίσκονται ακόμη μέσα στο εκκλησάκι της Αγίας Ελεούσας στον Κολωνό, όπου είχαν καταφύγει λόγω της ανοιξιάτικης μπόρας· η Ελισάβετ συνεχίζει να εξιστορεί τα δεινά της ατέλειωτης περιπλάνησης των προσφύγων από τη Μονεμβασιά μέχρι τη Σύρο, όπου θα ζήσει ως παιδί. (Α.Κ.)

~.~

— Είχε περάσει ο μισός Απρίλιος, Φλωρεντία, κι εμείς ήμασταν ακόμη στη Μονεμβασιά· ανεπιθύμητοι. Οι δημογέροντας παραπονέθηκαν επίσημα στην «Ὑπερτάτη Διοίκηση» ότι «ήλθον δύο φορές τα καράβια και ξεμπαρκάρησαν εδώ πάνω από δέκα χιλιάδες ψυχές Κρητικών, οι οποίοι είναι γυμνοί και τετραχηλισμένοι· και δεν ηξεύρομεν πώς θέλουν οικονομηθεί». Τελικά η Διοίκηση αποφάσισε να μεταφερθούμε οι περισσότεροι σε άλλα μέρη της Πελοποννήσου και λίγοι σε νησιά των Κυκλάδων.

— Εσείς που πήγατε,  Ελισάβετ; ρώτησε η Φλωρεντία.

— Αρχικά στο Ναύπλιο. Πώς φτάσαμε ως εκεί μη ρωτάς, δεν θυμούμαι… έχει διαγραφεί από τη μνήμη μου εκείνη η περιπέτεια. Η μητέρα μου δεν ήθελε να μιλάει για εκείνες τις πικρές μέρες του ταξιδιού· στο τέλος είχαμε χάσει και τον αδελφό μου, κανείς δεν ήξερε να πει πού μπορεί να βρισκόταν. Ξυπνήσαμε ένα πρωί κι ήταν άφαντος. Το καραβάνι ξεκίναγε, η μάνα μου έκλαιγε για τον Νικόλα μας, έκλαιγα κι εγώ μαζί της. Φύγαμε δίχως του, με την ελπίδα ότι κάπου θα τονε βρούμε… (περισσότερα…)

Τετάρτη 23 Μαΐου 1973: D Day!

*

του ΜΑΝΩΛΗ ΜΠΟΥΖΑΚΗ

Τις μέρες αυτές συμπληρώθηκαν 49 χρόνια από την προδοσία του Κινήματος του Ναυτικού, της σημαντικότερης αντιστασιακής πράξης από τους κόλπους του στρατεύματος κατά της δικτατορίας. Ο Μανώλης Μπουζάκης έλαβε μέρος στο Κίνημα από την πρώτη γραμμή, όντας ο νεαρότερος από τους συλληφθέντες αξιωματικούς του Στόλου. Μερικά χρόνια αργότερα, ίδρυσε και διηύθυνε έναν από τους σημαντικότερους εκδοτικούς οίκους της Μεταπολίτευσης, την ιστορική «γνώση». Το απόσπασμα που ακολουθεί είναι από την ανέκδοτη αυτοβιογραφία του Ο δρόμος του Ποσειδώνη: Αναμνήσεις ενός πλάνητα οδοιπόρου.

 

«Οι δικτατορίες -ο ενικός δεν υπάρχει γι’ αυτές παρά μόνον επειδή το θέλει η γραμματική- προβάλλουν χωρίς να προηγείται γλυκοχάραμα. Προβάλλουν, συνήθως, τη νύχτα. Και η πτώση τους, ακόμη κι όταν υπάρχουν προμηνύματα, είναι πάντοτε κατακόρυφη…» (Παν. Κανελλόπουλος)

Το Κίνημα ουδέποτε εκδηλώθηκε. Κάποιος από αυτούς που δεν συμμετείχαν στο Κίνημα και που για άγνωστους  λόγους είχαν πληροφορηθεί τα του Κινήματος, ενημέρωσε τη Χούντα. Συμμετείχα σε μια πενταμελή Επιτροπή που θα ερευνούσε τα του θέματος. Δεν μπορέσαμε ποτέ να βρούμε την άκρη της προδοσίας.

Το αντιτορπιλικό «Βέλος» με Κυβερνήτη τον Αντιπλοίαρχο Νίκο Παπά ενημερώθηκε για την προδοσία του Κινήματος, εγκατέλειψε τη νατοϊκή άσκηση κατέπλευσε στο Φιουμιτσίνο της Ιταλίας και ο Παπάς και λίγοι ακόμη Αξιωματικοί και Υπαξιωματικοί, ζήτησαν πολιτικό άσυλο. Την απόφασή του αυτή την έκανε γνωστή ο ηρωικός Κυβερνήτης τόσο σε όλους τους συμμετέχοντες στη νατοϊκή άσκηση όσο και σε ιταλικά Μέσα Ενημέρωσης:

Πιστοί στον πολιτισμό των λαών της Συμμαχίας που έχει θεμελιωθεί πάνω στις αρχές της Δημοκρατίας, της προσωπικής ελευθερίας και του σεβασμού προς τους νόμους, όλοι οι αξιωματικοί και το πλήρωμα του πλοίου μου, ως ένας άνθρωπος πιστός στον δοθέντα όρκο μας, με βαθύτατη λύπη, εγκαταλείπουμε τις ασκήσεις. Με τη συμπάθεια ολόκληρου του ελεύθερου κόσμου θα παλέψουμε για να επαναφέρουμε τη Δημοκρατία στην Ελλάδα. Σας είναι πολύ καλά γνωστό και ιδιαιτέρως στους φίλους Αμερικανούς, ότι μία συμμορία ιδιοτελών αξιωματικών επέβαλε στην Ελλάδα μία απάνθρωπη και μισητή δικτατορία προ έξι και πλέον ετών. Η σημερινή εξέγερση του Ναυτικού ανταποκρίνεται στα αισθήματα ολόκληρου του λαού της χώρας μας. Ο ελεύθερος κόσμος και ιδιαιτέρως οι χώρες του ΝΑΤΟ πρέπει να αντιληφθούν τη διάβρωση και την καταστροφή των Ενόπλων Δυνάμεων, στις οποίες στηρίζεται η άμυνα της νοτιοανατολικής πτέρυγας. Σκεφθείτε ότι αυτή τη στιγμή, αξιωματικοί εν ενεργεία έχουν συλληφθεί και υφίστανται ταπεινώσεις και κακομεταχείριση από άλλους αξιωματικούς και στρατιώτες της στρατιωτικής αστυνομίας.

(περισσότερα…)

Kωστῆς Παπαγιώργης, «Ἡ ἀποτυχία εἶναι τὸ γοῦστο μου»

*

Ἀποσπάσματα ἀπὸ συζήτηση τοῦ συγγραφέα
μὲ τοὺς συντάκτες τοῦ Νέου Πλανοδίου

(Η συνέντευξη αυτή του Κωστή Παπαγιώργη έχω την εντύπωση ότι είναι η τελευταία του. Την έδωσε στο Νέο Πλανόδιον τον Ιούνιο του 2013 και δημοσιεύτηκε στο τεύχος του χειμώνα που του ήταν αφιερωμένο, αρχές του 2014, λίγες βδομάδες προτού εκπνεύσει στο νοσοκομείο. Του πήγα ο ίδιος το τεύχος στον θάλαμο. Δεν ξέρω αν πρόλαβε, αν μπόρεσε να το περιεργαστεί. Στο σπίτι του στην οδό Μπουμπουλίνας παρόντες ήταν ο Κωνσταντίνος Πουλής, ο Λεωνίδας Σταματελόπουλος, ο Σπύρος Γιανναράς και ο υποφαινόμενος. – Κώστας Κουτσουρέλης)

Οὐδέποτε εἶχα κατὰ νοῦ μιὰ κάποια «ἐπιστημονικὴ μελέτη». Οὐσιαστικὰ δὲν ἤξερα οὔτε κατ’ ἐλάχιστον τὸ γράψιμο, κάτι μέσα μου ὅμως διαμαρτυρόταν καὶ ἔδειχνε πρὸς τὰ βιβλία καὶ τὸ γράψιμο. Λόγω μιᾶς δυσκολίας ποὺ ἔχω στὴν ὁμιλία, σιχάθηκα τὸ γυμνάσιο, τὴ Νομικὴ καὶ κάθε μορφὴ συνδιάλεξης. Στὰ βιβλία, ὀφείλω νὰ σοῦ πῶ, δὲν πήγα γιὰ νὰ σπουδάσω. Ἡ ἐλευθερία μοῦ ἔλειπε. Γνώρισα μιὰ συντροφιὰ μὲ τὰ ἴδια ἐνδιαφέροντα: τὸν Ἀποστολόπουλο, τὸν Λεβέντη καὶ τὸν Ζέρβα• αὐτὸς ἦταν ὁ πρῶτος ἀνθρωπος ποὺ εἴδα νὰ γράφει σὲ γραφομηχανὴ ποιήματα…

Κατὰ πρῶτο λόγο γιὰ νὰ ἀπαιτήσεις ἰδιαίτερη τύχη στὸ γράψιμο θὰ πρέπει νὰ ἔχεις κάποιο τάλαντο, ἀρετὴ ποὺ μοῦ ἔλειπε. ἀπὸ τὴν ἄλλη μεριὰ τὰ βιβλία ὣς ἕνα σημεῖο σὲ βοηθοῦν, ἀπο κεῖ καὶ πέρα σὲ τυφλώνουν. Ὅλα αὐτὰ βέβαια ἀφοροῦν τὴν ἀκαδημαϊκὴ σκέψη, ποὺ δὲν ἦταν τὸ φόρτε μου.

Δὲν εἶχα ἀκαδημαϊκὲς προθέσεις στὸ γράψιμο. Ἤθελα νὰ πάρει ὁ ἀναγνώστης τὸ βιβλίο καὶ νὰ βρεῖ κάτι ἀληθινὰ δικό του, δὲν εἶχα τὴν προθέση νὰ τὸν καταπλήξω μὲ τὶς γνώσεις μου. Μοῦ ἄρεσε νὰ εἶμαι καὶ νὰ παραμείνω αὐτοδίδακτος…

Γιὰ νὰ εἶμαι ἐλικρινὴς ὀφείλω νὰ σᾶς πῶ ὅτι οὐδέποτε μὲ γοήτευσε ἡ ποίηση. Δὲν μιλᾶμε γιὰ τὸν Ὅμηρο βέβαια, τοὺς τραγικούς, τὸν Σαίξπηρ κτλ. Ἔχω βιβλία ποιητικὰ στὸ σπίτι μου, ἀλλὰ σπανίως τὰ ἀνοίγω. Ἀντίθετα τὰ δοκίμια τοῦ Σεφέρη γιὰ παράδειγμα μὲ ἔχουν καταγοητεύσει. Εἰδικὰ τὸ δοκίμιο γιὰ τὰ μοναστήρια τῆς Καπαδοκίας… Ἀπὸ τὴν ἄλλη μεριά, τὴ στοχαστική, ὁ Ράμφος καὶ ὁ Κονδύλης νομίζω ὅτι ἐπέτυχαν κάτι ἐντυπωσιακό. Νὰ μὴν ξεχνᾶμε ὅτι τόσο ὁ Στέλιος ὅσο καὶ ὁ Τάκης προκάλεσαν πανικὸ στὸ ἑλληνικὸ πανεπιστήμιο…

Μιὰ καὶ μιλᾶμε γιὰ γραφτὰ ντόπιων μὲ εὐρωπαικὴ νοοτροπία, καλὸ εἶναι νὰ θυμόμαστε ὅτι ὁ νεοέλλην ἔχει ἕνα συνδρόμο ποὺ οὐδέποτε τὸν ἐγκαταλείπει. Σκοπεύει νὰ χτυπήσει τὴν πρωτιά, νὰ γίνει ἀκαδημαϊκὸς ἀνήρ, νὰ παίξει κάποιο ρόλο στὰ πολιτικὰ πράγματα τῆς χώρας, νὰ τὸν βλέπουν καὶ νὰ τὸν χαίρονται ἢ νὰ τὸν φθονοῦν. Ἂν δὲν ἔχει δημόσια εἰκόνα ἀλλὰ ἰδιωτεύει μὲ τὸ στίγμα τοῦ φουκαρᾶ, τότε κανεὶς δὲν δίνει σημασία…. (περισσότερα…)