Στο ερώτημα ποιο νυχτολούλουδο ευωδιάζει τους κόλπους της νύχτας απαντώ ευθέως: η λεμονιά.[1]
Μία δεκαετία μετά το πρώτο και βραβευμένο της βιβλίο διηγημάτων (Απειλουμενα είδη, Λεμεσός, Εκδόσεις Αφή, 2010: Βραβείο Πρωτοεμφανιζόμενου Λογοτέχνη στα Κρατικά Βραβεία Λογοτεχνίας της Κύπρου), η Κύπρια Λουίζα Παπαλοΐζου μάς δίνει το πολυαναμενόμενο επόμενο έργο της, το εκτενές μυθιστόρημα Το Βουνί (Αθήνα, Το Ροδακιό, 2020). Η μεγάλη χρονική απόσταση δεκαετίας προδίδει μάλλον από μόνη της τον στόχο. Πρόκειται για ένα έργο, όπως υποψιάζεται ο αναγνώστης, αφενός από την έκταση, αφετέρου από το σημείωμα της συγγραφέως, χρόνιας μελέτης και συγγραφής, όπου αφηγήσεις, μαρτυρίες και επιστολές στήνουν έναν πολυφωνικό κόσμο, καθρέφτη ενός άκρως πολυφωνικού τόπου, τιμώντας το μυθιστορηματικό είδος με τον πιο έντιμο τρόπο: επεκτείνοντας τα στιγμιότυπα της ιστορίας σε ένα μυθοπλαστικό σύμπαν πιο πραγματικό και από το πραγματικό.
Το να συνεορτάσουμε τα 200 χρόνια από την Ελληνική Επανάσταση του 1821 χωρίς καμία επίμονη ματιά στη σημερινή κοινωνία μας, μόνο ως φολκλόρ και γελοιότητα μπορεί να ακουστεί. Αν και αυτό δεν απέχει πολύ από τις σημερινές κυβερνητικές επιλογές και επιδιώξεις.
Δεν έχουν περάσει πολλές δεκαετίες που οι εορταστικές εκδηλώσεις της 25ης Μαρτίου είχαν αποκλειστικά τον χαρακτήρα της εθνοπατριωτικής υποκρισίας, όπου οι μετεμφυλιοπολεμικοί ηγέτες του τόπου στις βροντώδεις ανοησίες τους μαγάριζαν, όταν τα έπιαναν στο στόμα τους, καί το Έθνος των Ελλήνων καί την πτωχή Πατρίδα. Και φυσικά το άλλο άκρο καιροφυλακτούσε. Στα χρόνια της μεταπολίτευσης και της ευτυχισμένης μας ένταξης στην Ευρώπη, με την υπόσχεση της καταναλωτικής ευμάρειας ―της μόνης υπόσχεσης που μπορούσε να δοθεί σε πιστό υποτελή― ήρθαμε αντιμέτωποι με το αντιδιαμετρικό αίσχος. Εθνοαποδόμηση αντί για εθνοπατριωτισμό. Στο σωρό της αποδομητικής επιχειρηματολογίας τους, το πιο χαρακτηριστικό στοιχείο αλλά όχι το μόνο, εμφανίζεται με το βιβλίο ιστορίας της ΣΤ’ Δημοτικού και την ιδιαίτερη αναφορά του στο ’21. Αντί λοιπόν για κριτική σκέψη, αντί για συνεχή θεώρηση και αναθεώρηση, αντί για τίμια στάση απέναντι στο γεγονός μιας μεγάλης επανάστασης, είχαμε την ευκολία της αποδόμησης. Και μάλιστα όπως αυτή υπαγορευόταν και υπάκουα μεταφερόταν στην ελληνική πολιτική και πανεπιστημιακή ζωή, από τα ακαδημαϊκά επιτελεία ιδιαίτερα της αγγλικής ιστορικής σχολής. Μαζί στην προσπάθεια αυτή υπήρξαν οι νεοφιλελεύθεροι μιμητές ό,τι ξένου και οι δήθεν προοδευτικοί του θολού διεθνισμού. Απόπειρα τελικά, μιας αεθνικής πολιτικής που έδειχνε να συγκλίνει με οτιδήποτε άνοιγε, χωρίς όρους και όρια, σύνορα και πόρτες στα επαχθέστερα των σύγχρονων συμφερόντων. Η Δημοκρατία αναιρούταν μέσα στις ίδιες τις Δημοκρατίες. Μέσα σ’ αυτό το κλίμα, κάθε χρόνο γιορτάζαμε την ημέρα της Εθνικής Παλιγγενεσίας. Α ρε Μακρυγιάννη, να μας βλέπεις, να μας φτύνεις και πάλι ν’ ανοίγουν και να αιμορραγούν οι εφτά πληγές σου. (περισσότερα…)
Το Νέο Πλανόδιον σας εύχεται ανέμελες γιορτινές μέρες με τρία χριστουγεννιάτικα διηγήματα. Γράφουν η Νατάσα Ζαχαροπούλου, η Ζωή Κατσιαμπούρα και η Αλεξία Κατσικογιάννη.
Τα απογεύματα μετά το σχολείο βγαίναμε και παίζαμε στον δρόμο. Έτσι είχα μάθει. Ανυπομονούσα για τα Σάββατα και τις Κυριακές. Τηλεφωνούσα στον Παναγιώτη και τον Λευτέρη, και τον Γιώργο με τα δύο αδέλφια του και πετούσα από προσμονή όταν δέχονταν και οι πέντε να έρθουν, ενώ μελαγχολούσα όταν όχι, γιατί ποιος ήξερε πότε θα να ξαναβρισκόμαστε. Ήμασταν συγγενικά πνεύματα. Οι γονείς μας ήταν μετανάστες, και οι εφτά είχαμε φτάσει στη νέα χώρα μικροί, κάτω των ένδεκα, όταν οι γονείς μας, όλοι τους σαραντάρηδες ―σαραντάρηδες!― άφησαν πίσω ζωές και πήγαν όπου δεν ήξεραν.
Προσπαθώ να φανταστώ και να μπω στη θέση τους και δεν το καταφέρνω. Ποτέ δεν θα παράταγα σαράντα χρόνια ζωής για να πάω αλλού. Τι να κάνω; Να ξαναρχίσω; Γίνεται; Τώρα, βέβαια, μεγάλος στην ηλικία, ξέρω ότι μια φορά μόνο αρχίζει κανείς.
Ήταν καλύτεροι – σε τόσα ισχυρότεροι, σκληρότεροι. Οι γονείς τείνουν να είναι έτσι.
Τι καλύτερο από το να ζεις σε δρόμο χωρίς έξοδο, με διώροφα σπίτια στις δύο πλευρές, δύο-τρεις οικογένειες στο καθένα, με παιδιά σε πολλά απ’ αυτά, αυτοκίνητα αραγμένα στις άκρες και δέκα-είκοσι παιδιά να παίζουν στο δρόμο κάθε απόγευμα;
Αυτό στην απέναντι γωνία, ήταν ποδήλατο; Ήταν δυνατόν; Εγκαταλειμμένο; Το σήκωσα και το καβάλησα και αμέσως η μπροστινή διχάλα λύγισε προς τη μια πλευρά και με δυσκολία κράτησα το τιμόνι ευθεία. Το σώμα μου ξεφούσκωσε με απογοήτευση σαν συνειδητοποίησα ότι αυτό το θαυμάσιο πράγμα που ποτέ δεν θα αποκτούσα ήταν λιγότερο από τις υποσχέσεις του καινούργιου και από αυτές που ξύπνησαν μέσα μου.
Αποφάσισα να μην ισιώσω το σκέλος γιατί θα έσπαζε και θα έμενα δίχως τίποτα. Βρήκα ότι με ζόρι κατάφερνα να αντισταθώ στην κλίση της μπροστινής ρόδας που τραβούσε και θα ανάτρεπε τα πάντα. Κρατούσα το τιμόνι με το ένα χέρι γιατί με το άλλο κρατιόμουν στα παράθυρα και στις σκεπές αυτοκινήτων να μην πέσω. Δεν ήξερα ισορροπία. Στιγμή τη στιγμή, δειλά και αργά, αμολούσα το χέρι όταν αισθανόμουν λίγη ισορροπία. Πέρασα το καλοκαίρι εκείνο με τα πόδια μελανωμένα και τα αχαμνά, φοβόμουν, καταστραμμένα αφού συχνά έπαιρνα φόρα, έχανα έλεγχο και έπεφτα σε αυτοκίνητα. Πέρασε καιρός να μάθω τι θα πει φρένο και έτσι και αλλιώς το σταμάτημα ήταν τελευταία σκέψη. Στραπατσάρισα και γρατσούνισα αρκετά αυτοκίνητα. Μπελά δεν βρήκα. Πολλοί ιδιόκτητες ήταν μετακινούμενοι που έπαιρναν το τρένο και επέστρεφαν αργά το βράδυ. Οι υπόλοιποι, οι ντόπιοι, σπάνια να βγουν έξω.
Άλλες φορές παίζαμε μπέιζμπολ. Ποτέ δεν είχαμε πραγματικό ρόπαλο – έσπαζα πήχες από τα κιγκλιδώματα και τις ξύλινες σκάλες που πήγαιναν στον τρίτο όροφο και λείαινα γωνίες με σουγιά και στρογγύλευα και μόρφωνα λαβή.
Ο Παναγιώτης προτιμούσε φουτμπόλ. Μερικές φορές όταν βρισκόμασταν και οι εφτά βάζαμε τρεις-τέσσερις παίκτες ανά πλευρά—δεν επέτρεπε άλλους το πλάτος του δρόμου. Αυτός πασαδόρος και εγώ δρομέας.
Έτσι βρήκα την τελειότητα που κουβαλάω ακόμα και σήμερα.
Έχουμε εκφράσεις να εννοούμε ότι είμαστε στη ζώνη, για φυσικά χάη, για γλυκά σημεία και όταν είμαστε απόλυτα βέβαιοι για κάτι πριν συμβεί και μετά συμβαίνει. Είναι μια διάσταση άλλης ύπαρξης, μια στιγμή που ίσως χαρίζετε από τη Μούσα, και είναι υπεράνω του κόσμου αυτού. Έτρεξα με ύστατη ταχύτητα, πέταξα, ξέφυγα του φύλακά μου, έτρεχα κοιτάζοντας μπροστά, σήκωσα το χέρι και η μπάλα μπήκε στην παλάμη μου. Απαλά και απλά βρέθηκε εκεί.
Στο κρεβάτι του νοσοκομείου, τα μαύρα μαλλιά του Παναγιώτη ήταν άγρια και τα χαρακτηριστικά του ήταν τώρα χαραγμένα και λιπόσαρκα. Μπαινοέβγαινε στη συνείδηση. Ένα μήνα πριν, τυχαία λες και δεν ήταν τίποτα, λες και δεν ήθελε να είναι τίποτα, είπε είχε καρκίνο. Υπήρχε σχέδιο, είπε. «Σχέδιο» λες και όταν εφαρμοστεί, έπεται το αποτελέσματα που σχεδιάζεις.
Η αλήθεια είναι κανείς δεν ξέρει τι επακολουθεί. Θα του έβγαζαν τα δόντια. Βόμβα αυτό. Δεν είχε νόημα. Ο κόσμος καταστράφηκε και η φτώχεια και το Σκοτάδι και η Φθορά κράτησαν αδιάφορη κυριαρχία πάνω σε όλα.
Ζήτησε μια κόκα κόλα και κοίταξα τη νοσοκόμα, που μου έγνεψε. «Αραιώστε τη,» μου είπε, «θα του είναι σκληρή.»
Επτά πήραν το δρόμο για το νεκροταφείο αλλά έξι ήταν για γυρισμό και κανείς δεν ξέρει πού πάει η αγάπη του θεού ή αν υπάρχει.
Αυτή η τέλεια πάσα, αυτή η χάρη, αυτό το δώρο, αυτή η ενότητα με το σύμπαν είναι μια λεπτή φλοίδα κρεμμυδιού, ένα ανέκδοτο ενός απογεύματος και ενός λεπτού που δεν σημαίνει τίποτα … και σημαίνει το παν.
Το πρόβλημα προϋπήρχε της πρόσκλησης. Ίσως και της σκέψης για μια τέτοια πρόσκληση. Για να πιθανολογήσει κανείς, το πρόβλημα ενδεχομένως να ξεκίνησε απ’ την ώρα που –όλοι– αποφάσισαν να νοικοκυρέψουν τις ζωές τους.
Κανένας δεν θα έφερνε σ’ αυτή την επανένωση κανέναν, όλοι όμως θα έλεγαν σ’ εκείνο το ακριβές σημείο το πόσο ευτυχισμένοι είναι ενώ, πίσω απ’ το κεφάλι τους θα παρατηρηθούν απροσδιόριστες σκιές, που αν και πιο πίσω θα σταθούν· δεν έχουν χείλη, στόματα, δεν παίρνουν μέρος σε καμία κουβέντα που γίνεται στο μεταξύ. Φιγούρες ψηλές – και άλλες πιο μικρές που πλαισιώνουν την κορνίζα τους μπροστά σου. Αυτές οι σκιές, που στέκονται πιο πίσω, είναι και αυτές που κατευθύνουν την κουβέντα. Της ευτυχίας, της επιτυχίας· και πλέον δεν αναγνωρίζεται κανένας με κανέναν. Νεύματα τυπικά, κάποια χαμόγελα λιγάκι ξαφνικά και βεβιασμένα δημιουργούν το κλίμα του τι θα επακολουθήσει.
Στο μεταξύ, κάποιες κοιλιές εξέχουν επικίνδυνα μέσα από καλοσιδερωμένα γαλάζια πουκάμισα, που απ’ αυτά καταλαβαίνεις πως ακουμπά ξεχειλωμένη σάρκα και κρύβεται καλά, από φανέλα άσπρη· κι όμως, η μνήμη δεν αφήνει να ξεχαστεί, πως ποτέ δεν φορούσανε αυτοί οι άνθρωποι φανέλα κι αυτό σίγουρα είναι αποτέλεσμα των ανθρώπων πίσω τους, των δίχως στόμα, των σκιών. Αραιωμένα μαλλιά, κάποιες τούφες διάσπαρτες που επιμένουν να υπάρχουν ελαφρώς ξεθωριασμένες στους κροτάφους για να δικαιολογούν τα χρόνια και το αποτέλεσμα: πως τελικά η μνήμη υπάρχει για να την προδώσει κάποια στιγμή ένα παρόν.
Κάποιες είναι επιτυχημένες, δίχως άλλο, γιατί άφησαν – όπως ακούστηκε, τα όνειρα και επικεντρώθηκαν να ριζώσουν – εδώ μιλάνε οι σκιές. Ισιώνουν μια αδιόρατη ρυτίδα στο ρούχο τους, που κανένας δεν βλέπει τελικά, τονίζοντας πως η ζωή τις έμαθε να διαλέγουν την κοινωνική τους εξέλιξη. Κι όμως, να σημειωθεί στα πρακτικά της συγκεντρώσεως πως ουδέποτε ήταν πολύ καλές στα ψέματα.
Άλλοι πάλι, δεν θα φανούν ποτέ. Τους πήρε η ζωή μακριά, και έγιναν κάρτα τις γιορτές και μια καλημέρα ή καληνύχτα στο διαδίκτυο. Άλλοι ρυθμοί. Στο τέλος, ίσως δεν ήταν και τόσο σαδιστές όπως θελήσανε προφυλάξουν την ομορφιά της νιότης από τις παρεκβάσεις. Ίσως μ’ αυτούς, να υπήρχε συνεννόηση, ίσως να μπορούσε κανείς μαζί τους να μιλήσει.
Πως θα θέλατε, λοιπόν, να σας θυμούνται; Όπως και αν είναι αυτό, κάνετε ένα σχέδιο στο μυαλό σας και ακολουθήστε το μέχρι τέλους.
Σε μια γωνιά υπάρχει κάποιος ο οποίος δεν μεγάλωσε ποτέ. Ή μάλλον αρνήθηκε να μεγαλώσει. Εμφανίζεται όμως, πάντοτε σε τέτοιες συγκεντρώσεις διότι ήταν – από τότε, ψυχή σαδιστική. Του αρέσει να στέκει σε σημείο που του επιτρέπει να έχει σφαιρική εικόνα για τις ξεχειλωμένες σάρκες, τις ανύπαρκτες ρυτίδες, τις σκιές.
Βλέπει τους κόμπους του ιδρώτα στο μέτωπο, τις φευγαλέες ματιές τους στο ρολόι, ή το ρυθμικό χτύπημα του ποδιού στη μουσική της εποχής. Δεν μιλά ποτέ, περιμένει να του μιλήσουν, δεν ενοχλεί και δεν ξαφνιάζεται. Τους θυμάται όλους. Ο συγκρατημένος τόνος του έχει μια φανερή επιτήδευση, το πρόσωπό του μαρτυρά λιτότητα του βίου, έχει συναίσθηση της αποστολή του, είναι το γρανάζι που λειτουργεί ευσυνείδητα και που λέει κρυφά το «φτάνει».
Στο μυαλό του νοερά, κάνει παιχνίδια αντοχής. Παίρνει τα πρόσωπα και τους αφαιρεί δεκαετίες, επανατοποθετεί τις μορφές στην αρχική τους μορφή και θέση· και περιμένει να δει τι θα συμβεί.
Και τότε, ξαφνικά, όλα γίνονται ξανά όπως πριν, προτού την πρόσκληση, προτού ακόμη και της σκέψης για μια τέτοια πρόσκληση, όλα γυρίζουν πίσω και σταματούν σε μια στιγμή που κανείς πραγματικά δεν το ’χε να ξεχάσει. Κρυφογελά και κουνάει τα χέρια τους, τα σηκώνει και τους φέρνει πιο κοντά. Ως δια μαγείας, εκείνη την στιγμή, δεν υπάρχουνε φανέλες, ούτε σκιές, ούτε και ενοχλητικός ιδρώτας.
Τους βλέπει όπως ήταν προτού τους αλλάξει ο κόσμος. Θυμάται πως ένας ήθελε να γίνει ποδοσφαιριστής – κι έγινε τελικά ασφαλιστής. Η άλλη ήθελε να γίνει ηθοποιός, αυτή τα κατάφερε, είχε χωρίσει δυο φορές ώς τώρα.
Παρακολουθεί την μοίρα, την μοίρα των ανθρώπινων πλασμάτων που δοκιμάζουν επιθέσεις, τολμηρές καταδρομές. Κάποτε τις αντιμετωπίζουν και μένουνε απόρθητοι. Κάποτε αλλάζουνε αφέντες, γνωρίζοντας εναλλασσόμενες λύπες και χαρές.
Όμως δεν είναι το ίδιο τελικά. Θα σκεφτεί ότι ποτέ δεν θα έπρεπε να γίνονται reunion, μήπως γινόταν πιο παλιά; Είναι τρομερά σαδιστικό να ξαναγυρίζεις πίσω ενώ οι σκιές γίνονται άνθρωποι απτοί, με σάρκα, με οστά, με στόμα που έχουν απαιτήσεις και αναφαίρετα δικαιώματα.
Αυτός ο άνθρωπος, θα τελειώσει το ποτό του όπως, όπως, θα χαιρετήσει εκείνους που κάποτε ήταν πιο κοντά, θα λυπηθεί για κάποιους άλλους, και θα ετοιμαστεί να φύγει ξυστά στον τοίχο – κολλητά, και γρήγορα προτου το καταλάβουν.
Αίφνης, θα βγει στην Πατησίων, στον καθαρό αέρα που η πνιγηρότητα της τυπικής φωνής τους δεν τον φτάνει. Θα είναι η τελευταία φορά που θα βρεθεί ανάμεσά τους. Την επόμενη της πρόσκλησης, ή ακόμη και της σκέψης για μια τέτοια πρόσκληση, θα προφασιστεί κάποια δικαιολογία και λείψει.
Θα προφυλάξει την μνήμη του βαθιά και θα κλειδώσει μέσα του ότι υπήρχε πριν. Θα νοικοκυρευτεί; Αισθανόταν εκείνες τις στιγμές τόσο παράταιρος στις σκιές και στους ανθρώπους… Θα βρεθεί απελπιστικά μόνος με τον εαυτό του και την μοίρα. Ο εαυτός του θα κάθεται μπροστά του, παραδομένος σε αυτόν, και μαζί απρόσιτος από κάθε επαφή. Και θα βρεθεί χιλιάδες έτη φωτός μακριά, πλαισιωμένος από τον θρύλο της νιότης και την σκληρότητα των αποφάσεών του. Το μόνο που θα μείνει πια, για να οδοιπορήσει στην Πατησιών και να καταλαγιάσει τον άσβεστο πόθο της ανθρώπινης παρέμβασης, ήταν να σκεφτεί πως «υπάρχουμε κατά τύχη, κι η ζωή είναι απόλυτα δεμένη με την ζωή των πραγμάτων, των σκιών. Υπήρξαμε θύματα των περιστάσεων». Και στρίβοντας σε έναν δρόμο κάθετο, θα εξαφανιστεί.
Και το χαρτί λευκό κι εσύ κάτασπρος. Όχι λευκασμένος, ούτε πανιασμένος, αλλά σαν να πέρασε πάνω σου μια θύελλα, κάτι να σε πείραξε απρόσμενα και έμεινες αποσβολωμένος. Εδώ σ’ αυτή την απροσδιόριστη κάμαρη – σαλόνι – κρεβατοκάμαρη – τραπεζαρία – γραφείο – καθιστικό, νύχτα, μεταμεσονύχτιος ν’ ακούς αραιά και που τον ήχο του αέρα καθώς περνάει αυτοκίνητο από το μεγάλο δρόμο, ένας σιδερένιος όγκος που μετακινείται με ταχύτητα, ένας όγκος που χωρίς ρόδες δεν πάει πουθενά.
Μια χαραμάδα της μπαλκονόπορτας ανοιχτή και χάρη σ’ αυτή φτάνει σ’ εσένα η αίσθηση της μεγαλούπολης. Η πόλη αυτή είναι απέραντη κι αναρωτιέσαι πως ζουν όλοι αυτοί οι κάτοικοί της. Πως περπατούν, πως αναπνέουν, πως δουλεύουν, πως πηγαινοέρχονται συνέχεια υπογείως, με λεωφορεία, τραίνα, ιδιωτικά και άλλα τροχοφόρα, πως μπορούν τόσοι πολλοί να διασταυρώνονται, να συγχρωτίζονται, να μιλούν, να ακούγονται αναμεταξύ τους. Κι ωστόσο ούτε μιλούν, ούτε βλέπονται, ούτε ακούγονται. Τίποτε δεν γίνεται αναμεταξύ τους. Μονάχα ατομικές σχέσεις, κάπως ενδοοικογενειακές, επαγγελματικές. Κι αυτές πόσο είναι προσωπικές; Το γεγονός ότι συναντιέται το ζευγάρι, ο άντρας και η γυναίκα, παντρεμένοι χρόνια, την ή τις ορισμένες στιγμές της ημέρας για να φάνε ή να πλαγιάσουν συνιστά προσωπική συνάντηση; Τι συμβαίνει με αυτό το ζήτημα; Ποιός συναντά ποιόν; Γιατί τον συναντά και τι γυρεύει από αυτόν, αν γυρεύει τίποτα.
Πολλοί άνθρωποι σταματημένα ρολόγια. Άλλοι ξεκούρδιστα. Άλλοι γυρνούν μόνοι τους τους δείχτες. Χειροκίνητα. Παρεμβαίνουν στη μηχανική κίνηση. Επιβάλλουν άλλο ρυθμό. Αντιστέκονται στο ρεύμα αυτό της απροσωπίας που τα νοθεύει, τα αλλοιώνει, τα αποξενώνει όλα. Όλοι τους εκτεθειμένοι σε βλέμματα, σε ακούσματα, πληροφορίες, θορύβους, διαφημίσεις, εκπομπές, ειδήσεις, όλοι τους αφημένοι σε καθετί που εκπέμπεται μέσα στη σύγχρονη πόλη από κάθε μεριά, ακόμη και μέσα στα σπίτια, και βέβαια από την μουσική.
Ελάχιστοι νιώθουν την ανάγκη να σχολάσουν. Να αλλάξουν το ρυθμό. Να πουν σταματώ, τραβώ πέρα, βγαίνω από το δρόμο και πάω κατά τα χωράφια, ένα παρκάκι, ένα ξέφωτο δεντροφυτεμένο, ένα ρυάκι, ένα πεζουλάκι όχι μονάχα για να ξαποστάσω αλλά για να βρω ποιος είμαι, πως πορεύομαι, τι με ενδιαφέρει, ποιοί με αγαπούν, τι τους δίνω, τι προσδοκώ στο διάβα του καιρού, πόσο υγιής είμαι, τι περιμένω από τα παιδιά μου, αν έχω, τι σκέφτομαι για τον κόσμο.
Ώρες-ώρες θαρρείς πως υπάρχει μια απέραντη κρούστα κάπως θολή που απλώνεται ολοένα, τα σκεπάζει όλα, τα αποκοιμίζει, τα κάνει να χαζεύουν, να επαναλαμβάνονται, να φθείρονται με μια ανελέητη εσωτερική φθορά που εγγράφεται στα πρόσωπα των ανθρώπων. Κυβερνούν τα πράγματα, τα αντικείμενα, οι μηχανές, οι συσκευές. Για να γίνει οτιδήποτε παρεμβάλλεται ένα πράγμα ή μια μηχανή. Δεν μπορεί ένας άνθρωπος να εξυπηρετήσει έναν άλλο άμεσα: κάτι θα παρεμβληθεί. Μια καρέκλα, ένα κουμπί, ένας καθρέφτης, η πόρτα, η ταμειακή μηχανή, το σύστημα εξαερισμού, το τυποποιημένο προϊόν μέσα στο σελοφάν του, που θα πάρουμε από το σούπερ-μάρκετ και σπάνια από το μαγαζάκι της γειτονιάς. Ακόμη και τα ψωμιά που αγοράζουν οι περισσότεροι είναι κάπως μηχανικά προκατασκευασμένα. Οι νεώτερες γενιές έχουν αρχίσει και το βγάζουν από τη ζωή τους.
~ . ~
Τα χρυσάνθεμα κρεμασμένα ψηλά στο μπαλκόνι, βυσσινιά στρογγυλά κεφαλάκια και τα δέντρα απέναντι να σείονται πανύψηλα και να κοιτάζουν το φως που τυλίγει τα σύννεφα. Στέκει ακίνητο, μυστήριο, ποτίζει τα δέντρα, ποτίζει τις ψηλές οικοδομές, με τις γκρίζες, σκούρες σοφίτες, τα παράθυρά τους, φύλακες, αγναντεύουν πέρα, ποιος ξέρει ποιους άγνωστους κόσμους, ποιες θάλασσες ακύμαντες. Ήχοι μακρινοί, νυχτερινοί ψίθυροι ελάχιστοι.
Κοιμάται όντως αυτός ο κόσμος ή κάτι άλλο συμβαίνει; Κρύβονται οι άνθρωποι μες στον ύπνο ή γυρεύουν εκεί μέσα μια πιο αληθινή ζωή, κάπου ανάμεσα στα όνειρα; Κι αν όνειρα δεν έρχονται, αν δεν κυματίζουν εικόνες, είναι η εξάτμιση των οραμάτων που ενεργείται, είναι η ανελέητη σιγή των αβύσσων.
Η σειρήνα του συναγερμού με τον συριστικό και εκκωφαντικό της ήχο έκανε τα κεφάλια των περαστικών να στραφούν αυτόματα προς το κοσμηματοπωλείο που βρισκόταν Βόλακα και Αλφειού γωνία. Την ίδια ακριβώς στιγμή, δυο νεαροί πετάχτηκαν τρέχοντας από μέσα και σκουντουφλώντας ο ένας πάνω στον άλλο προσπάθησαν να χαθούν στην πολυκοσμία.
Ήταν μέρα μεσημέρι και πέρα από την αυξημένη κίνηση στην περιοχή υπήρχαν και αστυνομικοί που ρέμβαζαν πίνοντας καφέ καβάλα στις σβηστές μηχανές τους.
Οι αστυνομικοί χωρίς καν να μιλήσουν γυρίσαν τα κλειδιά των μηχανών και ξεχύθηκαν πίσω από τους ληστές κοσμημάτων. Η καταδίωξη δεν ήταν εύκολη με τόσο κόσμο στους δρόμους και στα πεζοδρόμια. (περισσότερα…)