Συντάκτης: L'apprendista

Νέοι ποιητές ενός νέου αιώνα | 4. Αλέξιος Μάϊνας

ΔΙΑΡΚΗΣ ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ 2000-2020

Ποιά ἡ ποίηση τοῦ 21ου αἰώνα καὶ ποιοί οἱ ποιητές της; Χιλιάδες ποιητικὲς συλλογές, εἴτε τυπωμένες ἀπὸ ἐπώνυμους οἴκους εἴτε αὐτοεκδόσεις, ἑκατοντάδων ἢ καὶ χιλιάδων ποιητῶν ποὺ ἀναζητοῦν τὴν θέση τους στὴν Νεοελληνικὴ Λογοτεχνία. Τί μένει ὅμως καὶ τί περνάει ἀπὸ τὴν κρησάρα τῆς κριτικῆς; Τί ἐπιβιώνει –ἢ ἔστω, τί φαίνεται ὅτι μπορεῖ νὰ ἐπιβιώσει– στὴν μνήμη τῆς ἀναγνωστικῆς κοινότητας;

Ἀποπειρώμενο μιὰν ἀπάντηση στὰ παραπάνω, τὸ Νέο Πλανόδιον ἐγκαινιάζει τὴν ἑβδομαδιαία στήλη ‘‘Νέοι ποιητὲς ἑνὸς νέου αἰώνα. Διαρκὴς ποιητικὴ ἀνθολογία 2000-2020’’. Γιὰ διάστημα δύο ἐτῶν καὶ ἀρχῆς γενομένης ἀπὸ τὸν Φεβρουάριο τοῦ 2019, θὰ ἀνθολογοῦμε κάθε ἑβδομάδα ἀπὸ ἕνα ἢ περισσότερα ποίηματα ἑνός/μιᾶς συγγραφέα, ποὺ θὰ πληροῦν δύο προϋποθέσεις: θὰ εἶναι α) δημοσιευμένα μετὰ τὸ 2000, καὶ β) γραμμένα ἀπὸ ποιήτριες ἢ ποιητὲς 45 ἐτῶν καὶ νεώτερους, γεννημένους δηλαδὴ ἀπὸ τό –σημαδιακό– 1974 καὶ ἑξῆς.

Τὰ ποιήματα θὰ παρατίθενται πολυτονισμένα, δίχως ὅμως ἄλλες παρεμβάσεις στὸ πρωτότυπο. Ἐπίσης, στὸ τέλος κάθε ἑξαμήνου θὰ δημοσιεύεται στὸν ἱστότοπο ὁ Θησαυρὸς Ἀναγνώσεων τῶν ἀνθολόγων μὲ τὴν μορφὴ ἀναλυτικοῦ καταλόγου, ὅπου καὶ θὰ καταγράφονται ὅλες οἱ ποιητικὲς συλλογὲς ποὺ εἴδαμε στὸ διάστημα αὐτό. Τὰ ποιήματα ποὺ θὰ προκύψουν στὸ πέρας τῆς διαρκοῦς αὐτῆς ἀνθολόγησης, συμπληρωμένα ἐνδεχομένως καὶ μὲ ἄλλα, θὰ ἀποτελέσουν τὸν κορμὸ μιᾶς ἔντυπης Ἐκλογῆς.

Οἱ σκοποὶ τοῦ ἐγχειρήματος, δύο: νὰ ἀναδείξουμε τὰ ἀξιανάγνωστα ποιήματα ποὺ γράφονται στὶς μέρες μας ἀπὸ νέους ποιητές· καὶ νὰ συμβάλλουμε στὴν ἐπόπτευση τῆς νεοελληνικῆς ποίησης τοῦ αἰώνα μας, μακριὰ ἀπὸ παρελκυστικὲς κατηγοριοποιήσεις, αἰσθητικὲς ἢ/καὶ ἰδεολογικές.

ΘΑΝΑΣΗΣ ΓΑΛΑΝΑΚΗΣ – ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΚΟΡΔΑΣ


Μὲ δεδομένο τὸν τεράστιο ὄγκο τῆς τρέχουσας ποιητικῆς παραγωγῆς, ποὺ ξεπερνᾶ τοὺς 800 τίτλους ἐτησίως (813 γιὰ τὸ 2017, βάσει ἐπίσημων στοιχείων ἀπὸ τὴν Ἐθνικὴ Βιβλιοθήκη), οἱ ἀνθολόγοι δὲν τρέφουν ψευδαισθήσεις ὅτι εἶναι σὲ θέση νὰ τὴν παρακολουθήσουν στὴν πληρότητά της. Ὑπόσχονται ὅμως νὰ ἐξετάσουν φιλότιμα ὅλα τὰ βιβλία ποὺ θὰ τεθοῦν ὑπ’ ὄψιν τους. Οἱ φίλοι νέοι ποιητὲς μποροῦν νὰ τὰ στέλνουν στὶς διευθύνσεις: Ἀγησιλάου 7, Ἡράκλειο Ἀττικῆς, 141-22 καὶ Ἁγ. Φανουρίου 2, Ζωγράφου, 157-72 [Μὲ τὴν ἔνδειξη: “Α.Β.Γ.-Α.Κ. γιὰ τὸ Ν.Π.” στὰ στοιχεῖα τοῦ παραλήπτη].


Ἀλέξιος Μάινας

(Τὸ περιεχόμενο τοῦ ὑπόλοιπου, Ἀθήνα, Γαβριηλίδης, 2011)

.23423423

Ὁ αὐτοκράτορας

Τίποτα μικρό.

Ὀνειρεύτηκα μιὰ αὐλὴ μὲ φοίνικες καὶ παρτέρια
ὀνειρεύτηκα τὴν αἰχμαλωσία ἀπ’ τὰ παράθυρα
τοῦ κελιοῦ μου.
Σκλάβοι ἀδράξαν τὶς ἁλυσίδες καὶ μ’ ἔσυραν
κατὰ μῆκος τοῦ δαίδαλου στὶς μουχλιασμένες σκάλες
κι ἀπὸ κεῖ σὲ ἀψιδωτὲς αἴθουσες καὶ κατατρεγμοὺς
μὲ ὐαλογραφήματα καὶ τοὺς ἥλιους στοὺς τοίχους,
κι ἀπὸ κεῖ σὲ χαλιά, βεντάλιες μὲ χρυσοκάνθαρους
καὶ χαλκοτύμπανα στὶς πανοπλίες τῆς πόρτας.
Εἶπαν:
Πίσω ἀπὸ δῶ εἶναι αὐτὸς ποὺ θὰ κρίνει τὴν τύχη σου.
Ἐδῶ θὰ μπεῖς μόνος.
Κάποιος γέλαγε πίσω ἀπ’ τὴν πόρτα.
Τὸν εἶδα. Καθόταν καταγῆς σ’ ἕνα δέρμα ἀρνιοῦ
καὶ κρατοῦσε τὴν ξύλινη ρομφαία του. Ἔβλεπε τηλεόραση.
Φοροῦσε μιὰ πράσινη σαλιάρα.

 ~.~

Ἡ ὕπαρξη τῶν δασῶν

– Ἡ ἁπλότητά σου
καθὼς προδίδεται
δὲν ξεχνάει ν’ ἀγκαλιάσει
τὸν ἑαυτό της.
– Δὲ γνώριζα καὶ τὰ θεωροῦσα
ὅλα διαρκῆ.

Ποθώντας τ’ ὁλότελο μεγαλώνουν τὰ χέρια,
βυθίζουν κορίτσια στὶς γοῦβες τους λίγο,
μὰ περνάει ὁ καιρός, βαραίνει ἡ αἰθέρια
καρδιά· μὲς στὶς λέξεις τὰ χείλη μου σμίγω.

Τὰ παράθυρα δάση διαγράφουν καὶ τρένα·
εἶναι δίπλα γυμνή, μὲ κοιτάζει γιὰ πάντα,
τὸ νιώθει πὼς φεύγω καθὼς πιάνει τὴ χτένα,
πὼς μ’ ἐλκύει τὸ ξένο, τῶν δρυμῶν τὰ συμβάντα.

Παλιὰ ἱστορία, στέκω ἀκόμα στὸ τζάμι·
στὸ μυαλὸ πινελιές, μὲς στὸν ἥλιο σκοτάδια,
τὸ μέλλον τῆς μοιάζει σολομὸς σὲ ποτάμι
ποὺ μὲ μνῆμες εἰσβάλλει στὰ δωμάτια τὰ ἄδεια.

Ἤδη πέρα ἔχει πέσει ἀπ’ τὸ κατάστρωμα ὁ ἥλιος,
δές, συννέφιασε μπροῦντζο κι ἔχει ἀρχίσει νὰ βρέχει
τὴ στιγμὴ ποὺ τὸ χρῶμα, μιὰ βροντὴ καὶ ἡ ὕλη ὡς
καθρέφτης, μαρτυροῦν πὼς τὸ πρὶν ἀπ’ τὸ τώρα ἀπέχει.

Δὲν θυμᾶμαι ἂν τῆς εἶπα «ἔχουν ὅλα τελειώσει»
ὅταν τρίκλισα ἄτολμα πρὸς τὸν φάρο στὴν πόρτα,
στὸν κῆπο ξεβράστηκα μὲ μιὰ ἀδύναμη ὤση
κι ἤδη τρίζαν στὶς μπότες τῶν δρυμῶν μου τὰ χόρτα.

~.~

(Τὸ ξυράφι τοῦ Ὄκαμ, Μικρὴ Ἄρκτος, 2014)
William-of-Ockham-stained-glass.png

 

 

 

 

 

(Felix aestheticus, 08:50
Ἐπὶ τῇ βάσει ἄνυδρων νερόλακκων)

Γιὰ παράδειγμα ὁ Ἀμαζόνιος εἶναι μύθος τῆς τζεογκράφικ, τοῦ BBC
τοῦ τρέχα γύρευε.
Ἐνῶ ὡς σονέτο:
Τὸ φῶς τοῦ παντζουριοῦ σχεδιάζει στὸ χαλὶ
τὴν κάτοψη ἑνὸς δάσους
μὲ ἐξωτικὰ πουλιά, ἔντονα ἔντομα
καὶ θεόρατες ρίζες ποὺ βγαίνουν ἀπ’ τὸ νερό.
Τὸ πρωὶ ποὺ χαλᾶνε τὸν κόσμο
σηκώνομαι καὶ κάνω βόλτες ἀνάμεσα
στὰ τηλεγραφόξυλα τῶν κορμῶν
καὶ τὰ φαρδιὰ λουλούδια δίπλα στὸ κρεβάτι.
Μὲ μιὰ πιρόγα ἀπὸ φελλὸ πλησιάζω τὴν κουζίνα.
Κουπὶ ποὺ σπρώχνει τὰ νερόφιδα
στὰ κόκκινα κυρήγματα τοῦ ἰβίσκου.
Τ’ ἀγριεμένα ροῦχα μου ἀνεμίζουν.
Ἀνάμεσα στὶς φυλλωσιὲς τῶν κουρτινόξυλων
ἀκούω τὶς φωνὲς τῶν ἰαγουάρων.

~.~

(19:08) Ἕξι συνώνυμα τοῦ Γκέοργκ Χάυμ

Μεγάλα ρόδια
σὰν καρδιὲς
μὲ ρωγμὲς

σὰν άπογεύματα
στὰ τέλη
τοῦ Λυκείου

~.~

Ἐξάχνωση πεζοδρομίου, 01:10)
Μπροστά σου δὲν ὑπάρχει ὁδὸς καὶ πίσω σου χαλάει

(Exordium)

Τὰ καναρίνια
εὔκολα κίτρινα πουλιὰ σχεδιασμένα πρόχειρα
φωνάζουν στὸ σκοτάδι
κι οἱ κόπροι τῆς ἀλάνας γαβγίζουν καὶ τὰ πεῦκα.
Ὁ λεγόμενος καιρός, ἂν ἤρθε
θὰ πέθανε τὴ νύχτα
ὅπως πεθαίνουν οἱ τηλεοράσεις.
Ρέματα μὲ μπαζωμένες βροχὲς
καὶ μισογδαρμένες κνῆμες
σπασμένοι φράχτες ξύλινες κολόνες
μιὰ γειτονιὰ ἀπὸ συνάψεις τοίχων
καὶ ξεραμένες λάμπες ἠλεκτρικοῦ.

Πάνω ἀπ’ τὶς στέγες ἡ ἐκπνοὴ τῆς στάχτης
ἀναζητεῖ κάτι ἀκόμα νὰ κάψει.


Ὁ Ἀλέξιος Μάινας γεννήθηκε τὸ 1976 στὴν Ἀθήνα, ὅπου καὶ μεγάλωσε. Ἔχει ἑλληνογερμανικὴ καταγωγὴ καὶ γράφει καὶ μεταφράζει λογοτεχνία καί στὶς δύο γλῶσσες. Ἔχουν ἐκδοθεῖ τὰ ποιητικά βιβλία του Τὸ περιεχόμενο τοῦ ὑπόλοιπου (2011) καὶ Τὸ ξυράφι τοῦ Ὄκαμ (2014).

Λόρεν Γκροφ, Στον Παράδεισο και στην Κόλαση (1/2)

writers-voice-groff-1

~.~

Μετάφραση: Μαρία Σ. Μπλάνα

Οι χτύποι των χουρμάδων που έσκαγαν πάνω στη σκεπή την άφησαν άυπνη όλο το βράδυ κι όταν το πρωί την ξύπνησε το εκτυφλωτικό φως του ήλιου που εισέβαλε απ’ το παράθυρο, έφτασε στα όριά της. Αντίο, σ’ όλα αυτά! τραγουδούσε καθώς μετέφερε τα λιγοστά υπάρχοντά της στο στέισον-βάγκον: την κιθάρα του πρώην της, τον εξοπλισμό κάμπινγκ που είχαν αγοράσει στο πρώτο έτος του μεταπτυχιακού τους (τη μοναδική νύχτα τους στον ποταμό Σουάνι την πέρασαν παγωμένοι από τα μουγκρητά των κροκόδειλων), ένα κασόνι βιβλία. Αντίο στα άλλα βιβλία που θα άφηνε στοιβαγμένα στον τοίχο, εκατοντάδες από αυτά: δεν πιάνουν μία, της είπαν όταν προσπάθησε να τα πουλήσει.

Αντίο στο γυάλινο βουνό χρέους απ’ το οποίο ξεγλιστρούσε κρυφά. Αντίο στο απειλητικά λευκό χαρτί της γνωστοποίησης επικείμενης έξωσης που της θυροκόλλησαν. Αντίο στ’ ανεκπλήρωτα όνειρα. Θα ήταν άδεια τώρα, έχοντας επιλέξει να χάσει.

Το διαμέρισμα ήταν ένα όστρακο, στεγανό απ’ το βερνίκι. Πήρε βαθιά ανάσα, βγαίνοντας στην αυλή. Ξουτ! μια ανεπαίσθητη ιδέα ιλίγγου τη διαπέρασε καθώς έσπρωξε τον γάτο έξω απ’ την πόρτα. Ουφ, θα είσαι μια χαρά, είπε, κι έσκυψε να χαϊδέψει το μεταξένιο τρίχωμα ανάμεσα στ’ αυτιά του, αλλά, σβέλτος σαν φίδι εκείνος, τη γρατζούνισε. Όταν σήκωσε τα μάτια της απ’ τις τέσσερις πριονωτές γραμμές στο χέρι της που άρχιζαν να μοιάζουν με σειρές αιμάτινες χάντρες, εκείνος είχε πηδήξει μακριά. Κι έπειτα, κι εκείνος, χάθηκε.

~.~

Πέρασε οδηγώντας απ’ την τούβλινη εστία του πανεπιστημίου, όπου οι πρωτοετείς μόλις είχαν φτάσει και ξεφόρτωναν τις βαλίτσες τους από τα οικογενειακά αυτοκίνητα, ενώ οι γονείς τους αγκάλιαζαν ο ένας τον ώμο του άλλου για παρηγοριά. Αντίο, φώναξε, σπινιάροντας τα λάστιχα του βαν στην άσφαλτο.

Ύστερα από ένα καλοκαίρι με το ρεύμα κομμένο, ένα καλοκαίρι που το πέρασε διαβάζοντας πλάι στο ανοιχτό παράθυρο φορώντας μόνο τα μουσκεμένα απ’ τον ιδρώτα εσώρουχά της, το κλιματιστικό του βαν της φαινόταν πάγος. Άνοιξε το παράθυρο και μύρισε την παράξενη νοτισμένη οσμή που απέπνεε η καρδιά της Φλόριντα. Εδώ έξω, οι άνθρωποι στολίζουν τις αυλές τους με μεγάλες πέτρες και πιστεύουν ότι μπορούν να μιλήσουν με το Θεό. Εδώ η λέξη «Ντεριντά» δε σημαίνει γι’ αυτούς παρά «εκεί πίσω» στα γαλλικά.

Τίναξε τη γροθιά της έξω απ’ το παράθυρο και την χαλάρωσε αργά. Μπορούσε σχεδόν να δει τις ελπίδες της να ξεφλουδίζονται απ’ την παλάμη της και να πέφτουν στο οδόστρωμα, να γίνονται ένα με το παρελθόν: τα βιβλία με τ’ όνομά της στο εξώφυλλο, η εκπαιδευτική εξάμηνη άδεια στη Φλορεντία, το φανταχτερό μοντέρνο σπίτι στην άκρη του δάσους. Παρελθόν.

Όταν το ξανακοίταξε, το χέρι της ήταν πρησμένο κι έκαιγε απ’ το πύον. Το έφερε στο στόμα της. Όταν σταμάτησε τελικά στην άκρη μιας παραθαλάσσιας κωμόπολης και χάζεψε πάνω απ’ το γρασίδι των αμμόλοφων τη θάλασσα, η γλώσσα της είχε τη γεύση του χαλκού, απ’ το αίμα.

~.~

Κάποιος είχε παρατήσει ένα φορητό ψυγειάκι στην παραλία, μέσα είχαν ξεμείνει μια σακούλα μήλα, ένα μισοφαγωμένο σάντουιτς, δυο κόκα-κόλες. Κάθισε, βλέποντας το σούρουπο να παίρνει χρώμα μουσταρδί κι έπειτα καρπουζί, και τα έφαγε όλα. Ένα σμήνος γλάροι κούρνιασαν στην υγρή άμμο κι ύστερα φτεροκόπησαν μακριά στον αέρα. Όταν σκοτείνιασε τόσο που δεν μπορούσε πια να δει, πήρε το ψυγειάκι, το άφησε στο αμάξι και περπάτησε μέχρι τον κεντρικό δρόμο για να βρει καρτοτηλέφωνο.

Ήταν αποφασισμένη να το κλείσει αν το σήκωνε ο πατριός της, αλλά το σήκωσε η μητέρα της, λέγοντας ναι; με φωνή αργή και ξεψυχισμένη. Ναι;

Δε μπορούσε να μιλήσει. Φαντάστηκε τη μητέρα της με το νυχτικό στην κουζίνα, ένα ηλιοβασίλεμα, τα παιδιά του γείτονα να παίζουν έξω.

Ναι; είπε ξανά η μητέρα της, κι εκείνη κατάφερε να πει, Γεια σου, Μαμά.

Γλυκιά μου, είπε η μητέρα της. Τι χαρά που μας πήρες.

Μαμά, είπε εκείνη. Ήθελα απλώς να ξέρεις ότι μετακόμισα. Δεν έχω ακόμα καινούριο τηλέφωνο όμως.

Περίμενε στο ακουστικό, νιώθοντας το κάψιμο από τον ήλιο στα μάγουλά της να την ενοχλεί, μα η μητέρα της είπε μόνο, Α έτσι; αφηρημένα. Από τότε που είχε ξαναπαντρευτεί, υπέφερε από χρόνιους ιδιοπαθείς πόνους, που τους αντιμετώπιζε, επίσης χρόνια τώρα, με παυσίπονα. Είχε ξεχάσει τα γενέθλια της κόρης της, τα τελευταία τρία χρόνια πόσες φορές της είχε στείλει πακέτα με τάπερ που ήταν άδεια. Μια ζεστή μέρα του Ιούλη, όταν το κορίτσι είδε στο ΑΤΜ πως ο λογαριασμός της είχε σχεδόν αδειάσει, σκέφτηκε να την καλέσει για βοήθεια. Μα ήταν σίγουρη κατά βάθος πως κι ο φάκελος θα έφτανε επίσης άδειος.

Άκουσε στη γραμμή τον ήχο μιας μηχανής να πλησιάζει και Αχ!, είπε η μαμά της, Γύρισε ο πατέρας σου. Καθώς άκουγαν και οι δύο το βρόντο της πόρτας και τις βαριές μπότες ν’ ανεβαίνουν τα σκαλιά, σκέφτηκε αλλά δεν το είπε, Αυτός ο άντρας δεν είναι ο πατέρας μου.

Αντί γι’ αυτό είπε, Μαμά, ήθελα απλώς να σου πω να μην ανησυχήσεις αν δεν έχεις νέα μου για κάποιον καιρό, εντάξει; Είμαι καλά, αλήθεια.

Εντάξει, γλυκιά μου, είπε η μητέρα της, η φωνή της ήδη πιο μαλακή, καθώς περίμενε τον άντρα της από στιγμή σε στιγμή. Μην κάνεις κάτι που δεν θα έκανα.

Το κορίτσι ξαναβγήκε στο δρόμο, με τα φώτα των αυτοκινήτων να την προσπερνούν λάμποντας στο σκοτάδι, κι είπε φωναχτά, Κάνω ακριβώς αυτό που θα έκανες εσύ, και γέλασε, μα δεν ήταν και πολύ αστείο, εν τέλει.

Picture of sunset, Cotswolds, England March 2005

Την ημέρα ξάπλωνε στον ήλιο για ώρες, μέχρι που δίψαγε τόσο που έπρεπε να γεμίσει το παγούρι της απ’ τη ντουζιέρα της παραλίας ξανά και ξανά. Στον καθρέφτη του βαν, έβλεπε το δέρμα της να ροδίζει και τα μαλλιά της να ξανθαίνουν. Τα ρούχα της επέπλεαν πάνω της. Σκέφτηκε τα χιλιάδες δολάρια που είχε ξοδέψει για την εμφάνισή της όλα αυτά τα χρόνια: πόση αγωνία, πόσες δίαιτες, ενώ το μόνο που χρειαζόταν για να είναι όμορφη ήταν λίγη ραθυμία κι ελαφρύς υποσιτισμός! Έτρωγε κονσέρβες τόνου και κρακεράκια και καμιά φορά έπινε καφέ στο Μπητς-μπαρ, για να στυλωθεί. Τα λεφτά της λιγόστευαν ανησυχητικά. Η ουλή στο χέρι της είχε αποκτήσει ένα υπέροχο ασημί χρώμα από τον ήλιο και καμιά φορά την ψηλαφούσε αφηρημένα, σημαίνον στη θέση του σημαινόμενου, μια γρατζουνιά για τη χαμένη ζωή.

Τη νύχτα, ξάπλωνε στο πίσω μέρος του στέισον-βάγκον και διάβαζε το «Middlemarch» μ’ ένα φακό-μπρελόκ, ώσπου αποκοιμιόταν.

Όταν το σώμα της μύριζε τόσο έντονα που η θάλασσα δεν ξέπλενε την οσμή, έμπαινε στο γυμναστήριο ενός πολυτελούς παραθαλάσσιου ξενοδοχειακού συγκροτήματος φορώντας τα αθλητικά της ρούχα. Περίμενε πως κάποιος θα την πέταγε έξω αλλά κανείς δεν της έδινε σημασία. Το μπάνιο ήταν άδειο και υπήρχαν καλαθάκια με λοσιόν, μικρά σαπουνάκια και ξυραφάκια μιας χρήσης. Στεκόταν κάτω απ’ το τηλέφωνο του μπάνιου κι άφηνε το νερό να ξεπλύνει από πάνω της αυτό το μοναχικό καλοκαίρι. Ήδη πριν την παρατήσει ο φίλος της για μια πρωτοετή μεταπτυχιακή φοιτήτρια, εκείνη είχε αποτραβηχτεί στον εαυτό της. Η επιχορήγησή της δεν ανανεώθηκε και το μόνο που της είχε απομείνει ήταν το φοιτητικό επίδομα που δεν έφτανε καν για το νοίκι, πόσο μάλλον για το σουπερμάρκετ. Δεν έβγαινε ακόμα κι όταν κατάφερνε να πνίξει τη ντροπή της και ν’ αντικρύσει τους φίλους της που είχαν πάρει επιχορήγηση. Ο πρώην της τα πήρε όλα μαζί του: τα κυριακάτικα πρωινά τους, το εγχειρίδιο savoir-vivre που της είχε χαρίσει απροκάλυπτα κάποια Χριστούγεννα, το ξυπνητήρι που τους ξυπνούσε κάθε μέρα δέκα λεπτά πριν τις έξι. Ήταν τελειομανής –έστρωνε το κρεβάτι με στρατιωτική πειθαρχία, σήκωνε βάρη, κρατούσε σημειώσεις, κι όλα αυτά με τον σωστό πάντα τρόπο– κι όταν την άφησε, έκλεψε τη ρουτίνα της, που είχε τόσο συνηθίσει. Και το χειρότερο απ’ όλα, πήρε μαζί τους γονείς του, που την υποδεχόντουσαν για τέσσερα χρόνια στο φιλόξενο πέτρινο εξοχικό τους στην Πενσυλβανία, στις διακοπές τους. Για αρκετές βδομάδες περίμενε να της τηλεφωνήσει η μητέρα του, μια γυναίκα με ανοιχτή αγκαλιά και απαλά μαλλιά, μα το τηλέφωνο δεν χτύπησε.

Η πόρτα άνοιξε και φωνές πλημμύρησαν το μπάνιο, κάποιο τμήμα αερόμπικ μόλις είχε σχολάσει. Γύρισε το πρόσωπό της προς τον τοίχο, κάτω απ’ το νερό, μ’ άξαφνη ντροπαλοσύνη. Όταν άνοιξε τα μάτια της, τα ντους είχαν γεμίσει με γυμνές μεσήλικες γυναίκες που γελούσαν και σαπουνίζονταν. Φορούσαν διαμαντένια δαχτυλίδια και τα δόντια τους έλαμπαν και οι κοιλιές και οι μηροί τους ήταν αφρατεμένοι από την εύκολη ζωή τους.

~.~

Ξύπνησε από ένα δυνατό χτύπημα δίπλα στο κεφάλι της και σηκώθηκε με κόπο απ’ τον ύπνο μες στο σκοτάδι. Άναψε τον φακό τσέπης κι είδε έναν καβάλο, σε μαύρο τεντωμένο ύφασμα, ένα όπλο στη θήκη μιας δερμάτινης ζώνης κι έναν τεράστιο φακό να τη σημαδεύει.

Μπάτσος, σκέφτηκε. Φαλλός φωτός, φαλλός τιμωρός.

Άνοιξε, είπε ο αστυνόμος κι εκείνη είπε Ναι, κύριε, σύρθηκε στη μπροστά θέση και άνοιξε το παράθυρο.

Πού το βλέπεις το αστείο και γελάς; τη ρώτησε.

Πουθενά, αστυνόμε, είπε κι έσβησε τον φακό τσέπης.

Σε παρακολουθώ μια βδομάδα τώρα.

Κατάλαβα, είπε αυτή.

Είναι παράνομο. Δεν είναι μέρος για κάμπινγκ αυτό. Εντάξει, πιάνω κανένα παιδαρέλι που δεν θέλει να πληρώσει ξενοδοχείο πού και πού, άντε καμιά φορά και τίποτα γερο-χίπηδες με τα τροχόσπιτά τους. Αλλά εσύ είσαι μικρό κορίτσι. Δεν θα θελα να σε βάλω σε μπελά. Υπάρχουν κακοί άνθρωποι παντού, ξέρεις.

Ξέρω, είπε αυτή. Κλειδώνω το αμάξι.

Αυτός ρουθούνισε. Τώρα μάλιστα, είπε. Κι ύστερα από μια μικρή παύση, Το ‘σκασες απ’ τον άντρα σου; Αυτό είναι; Ξέρω ένα σπίτι στην πόλη που κορίτσια σαν εσένα είναι ασφαλή. Μπορώ να σου βρω ένα κρεβάτι εκεί.

Όχι, είπε εκείνη. Δεν είναι αυτό. Ας πούμε πως …κάνω διακοπές απ’ τη ζωή μου.

Μάλιστα, είπε εκείνος, με μια ξαφνική αυστηρότητα στη φωνή του. Τότε δρόμο από δω. Μην σε ξαναδώ τριγύρω γιατί θα σε συλλάβω για επαιτεία.

~.~

Έμεινε μερικές μέρες σε μια άλλη παραλία όπου οι άνθρωποι πάρκαραν τα βαν τους πάνω στην άμμο κι άκουγαν μουσική στη διαπασών ώσπου έπεφτε η μπαταρία του αμαξιού τους. Έψαξε και πάλι μάταια στις σχισμές των καθισμάτων του στέισον-βάγκον για ψιλά – για μια σοκολάτα, κι ύστερα περπάτησε ως την πόλη, για να σκεφτεί τι θα έπρεπε να κάνει. Περπάτησε για μίλια, τα πόδια της έτρεμαν όταν έφτασε.

Τα κτίρια γύρω απ’ την πλατεία θύμιζαν την παλιά Φλόριντα – οι ευρύχωρες βεράντες με τα φυλλώματα, οι αλουμινένιες στέγες – μόνο που όλα ήταν φτιαγμένα από συμπαγές πλαστικό, σε μπεζ αποχρώσεις. Στο κέντρο, ένα σιντριβάνι: ένας καθιστός βάτραχος που φτύνει νερό, κέρματα σκορπισμένα στα γαλάζια πλακάκια, κάτω απ’ το νερό. Κάθισε στην άκρη του σιντριβανιού παρακολουθώντας τους αγοραστές στις βιτρίνες των μπουτίκ, κι άλλους να τρώνε χωνάκια παγωτό.

Στη μια άκρη της πλατείας ήταν μία μικρή τούβλινη εκκλησία, πνιγμένη στις ανθισμένες μυρτιές. Δεν πρόσεξε τους ανθρώπους που άρχισαν να μαζεύονται στην είσοδο του ναού, ώσπου τους είδε να βγαίνουν κρατώντας μερίδες συσσίτιο και κουτάκια χυμού. Κάποιοι απ’ αυτούς ήταν βρώμικοι, άπλυτοι, οι γνωστοί διαλυμένοι απ’ τη ζωή τύποι που ζούσαν σχεδόν αόρατοι, στα όρια της πανεπιστημιούπολης απ’ όπου είχε έρθει. Υπήρχαν όμως και οικοδόμοι με τα κράνη της δουλειάς τους, και μητέρες που απομακρυνόντουσαν βιαστικά με τα αγουροξυπνημένα παιδιά τους.

Ήθελε να σηκωθεί. Να σταθεί στην ουρά, να πάρει το φαγητό. Το σώμα της, όμως, δεν κουνιόταν. Καθώς έπεφτε το φως της μέρας, μια οικογένεια διέσχισε την πλατεία και σκέφτηκε πως κάποτε ήταν εκείνη το ξανθό κοριτσάκι πάνω στο τρίκυκλο, που μουρμουρίζει ένα τραγούδι ενώ οι γονείς του περπατούν δίπλα. Πόσο ξαφνικά είχαν χαθεί όλα αυτά! Ο θάνατος του πατέρα της στα δέκα της χρόνια, ο αγώνας της να βγάλει το σχολείο χωρίς λεφτά, η μητέρα της που λύγισε και ξαναπαντρεύτηκε από ανάγκη, μόνο και μόνο για ν’ αποτραβηχτεί τελείως τον εαυτό της. Το μόνο ασφαλές μέρος που είχε μείνει σ’ αυτό το κοριτσάκι ήταν το σχολείο. Μα προσεκτική καθώς ήταν να μην το χάσει κι αυτό, δεν μπόρεσε να πάρει τα απαραίτητα ακαδημαϊκά ρίσκα, και στο τέλος έγινε αυτό ακριβώς που φοβόταν.

Σαν άλλος βάτραχος, καθόταν στην άκρη του συντριβανιού, διπλωμένη στα δυο απ’ την πείνα, ώσπου το ρολόι χτύπησε – δεν μπορεί να ‘ταν τόσο αργά, ούτε που είχε καταλάβει πως πέρασε η ώρα – κι ήταν μόνη στην πλατεία πια. Μάζεψε το παντελόνι της ως τα γόνατα και μπήκε στο σιντριβάνι. Έψαξε με τα δάχτυλα των ποδιών της στα πλακάκια μέχρι που βρήκε ένα κέρμα, και βούτηξε το χέρι της ως τον ώμο να το πιάσει, μα σχεδόν όλα τα κέρματα ήταν κολλημένα στα πλακάκια. Έκανε το γύρο του συντριβανιού, κι όταν βρέθηκε στο ίδιο σημείο, είχε μαζέψει μόνο μια μικρή χούφτα κέρματα. Εξετάζοντάς τα στο φως του φανοστάτη, είδε πως ήταν κυρίως μονόλεπτα και δίλεπτα. Παρόλα αυτά, έκανε άλλον έναν γύρο μες στο νερό. Είδε τον εαυτό της από απόσταση: μια γυναίκα σκυμμένη, μες το νερό ως τα γόνατα, γυρεύοντας ευχές άλλων.

Τις περισσότερες μέρες έβρισκε φαγητό – ψωμί και υπερώριμα φρούτα – στοιβαγμένο σε σωρό, καθαρό, σ’ έναν κάδο απορριμμάτων, πίσω από ένα ντελικατέσεν. Έκρυψε το στέισον-βάγκον στο πίσω μέρος του παρκινγκ ενός σούπερ-μάρκετ, πλάι σε μια δεξαμενή, κρυμμένο κάτω απ’ τα χαμηλά κλαδιά ενός ευκαλύπτου. Η μυρωδιά του έμπαινε στα όνειρά της τα βράδια, κι όταν ξυπνούσε, τα ολοπράσινα κλαδιά λικνιζόντουσαν αργά, έτσι που ένιωθε λες κι ήταν κάτω απ’ το νερό. Αυτό της θύμιζε κάποιο ποίημα του Μπωντλαίρ, που είχε σβηστεί από τη μνήμη της. Αναρωτιόταν τι άλλο είχε πια ξεχάσει –Γκαίτε, Σαίξπηρ, Μοντάλε. Ο ήλιος τα ξεθώριαζε όλα, τα έκανε σκόνη η πείνα της τα καταβρόχθιζε. Αποφάσισε πως αυτό ήταν κάθαρση. Αν δεν μπορούσαν να τη σώσουν οι όμορφες λέξεις, τότε η απώλειά τους ήταν για καλό.

405113_561708567189328_1373605849_n.jpg

Ψηνόταν στον ήλιο, στην παραλία, όταν ένα φύλλο έπεσε απαλά πάνω στην κοιλιά της. Το σήκωσε βαριεστημένα, κι είδε πως δεν ήταν φύλλο, αλλά πεντοδόλαρο.

Εκείνο το βράδυ, πλύθηκε προσεκτικά στις ντουζιέρες της πισίνας ενός συγκροτήματος εξοχικών. Όταν είδε τον εαυτό της στον καθρέφτη, γυμνή καθώς ήταν, πρόσεξε τα κόκκαλα που διαγράφονταν στο στέρνο της και στην καμπύλη της λεκάνης. Μα στέγνωσε τα μαλλιά της, τα έπιασε σε αλογοουρά και βάφτηκε, με μεϊκάπ που είχε αγοράσει πριν χρόνια. Δεν έμοιαζε πια ο εαυτός της: σχολαστική, παχουλή, καθώς πρέπει. Έμοιαζε με σέρφερ ή με κολλεγιοκόριτσο, μ’ εκείνα τα τρεμάμενα, ανασφαλή πλάσματα που πάντα αντιπαθούσε ενδόμυχα.

Περπάτησε τρία μίλια, προς ένα μπητς-μπαρ, ακούγοντας τον ωκεανό να σπάει σε κύματα, ξανά και ξανά. Το μπαρ ήταν φουλ όταν μπήκε από την πίσω πόρτα, στις τεράστιες οθόνες εδώ κι εκεί ένα ματς ποδοσφαίρου στη διαπασών. Άλλοτε, θα παρακολουθούσε κι αυτή το ματς με ενδιαφέρον, αν μη τι άλλο γιατί ήταν η lingua franca της Φλόριντα, μπορούσε κανείς με μια αναφορά στο ποδόσφαιρο να σπάσει τον πάγο σε μια τάξη πρωτοετών ή να μιλήσει για κάτι με τη βαρετή σύζυγο ενός κοσμήτορα. Τώρα όμως της φαινόταν τελείως χαζό. Νεαροί άντρες που τρέχουν ο ένας πάνω στον άλλον, σαν να παίζουν πόλεμο με σορτσάκια.

Παρήγγειλε την σπέσιαλ μπύρα για ένα δολάριο κι έδωσε άλλο ένα δολάριο στον μπάρμαν, για φιλοδώρημα. Τα δάχτυλά του χάιδεψαν τα δικά της καθώς της έδινε τα ρέστα, κι εκείνη ξαφνιάστηκε από τη ζεστασιά του δέρματός του. Άνοιξε τη μπύρα της κι ανάσανε βαθιά.

Κάποιος κάθισε στο διπλανό σκαμπό, κι εκείνη τον κοίταξε, καθώς παράγγελνε δύο τζιν με τόνικ. Ήταν ένα ομορφούτσικο ξανθωπό αγόρι με μεγάλα κόκκινα αυτιά, σαν εκείνους τους φοιτητές που πάντα έπαιρναν το πολύ έξι στα μαθήματά της, κι αυτό για την καλή τους θέληση κυρίως. Δειλά, έσπρωξε το ένα ποτό προς εκείνη, κι όταν άρχισε να μιλά δεν σταματούσε. Ήταν φοιτητής κάπου στο βορρά, αλλά έπρεπε να διακόψει για ένα εξάμηνο και δούλευε στο μεσιτικό γραφείο της μητέρας του προς το παρόν, κάτι που εκνεύριζε τρομερά τους άλλους μεσίτες της εταιρείας που ήταν χρόνια στη δουλειά, γιατί ήδη οι προμήθειες τους ήταν στον πάτο, έτσι σκατά που πάνε τα ακίνητα, σ’ αυτή την σκατο-εποχή. Και τα λοιπά και τα λοιπά. Ύστερα από τρία ποτά, εκείνη είχε μεθύσει περισσότερο από όσο είχε αφήσει ποτέ τον εαυτό της να μεθύσει στη ζωή της. Αναρωτιόταν, καθώς εκείνος μιλούσε, τι ήταν αυτό που τον έκανε να διακόψει τις σπουδές του για ένα εξάμηνο. Ναρκωτικά; Μπούλινγκ; Κακοί βαθμοί; Όταν σταμάτησαν, στο δρόμο για το σπίτι του, και ακούμπησε τους ώμους του στο κρύο μέταλλο ενός φανοστάτη και τη φίλησε με συγκινητική ειλικρίνεια, εκείνη άγγιξε τα απαλά μαλλιά στο πίσω μέρος του λαιμού του και σκέφτηκε πως μάλλον είχε πάθει νευρικό κλονισμό. Φιλούσε σαν ένα αγόρι που υπέφερε από κρίσεις πανικού.

Της άρεσε όμως, και το διαμέρισμά του ήταν καθαρό και συμπαθητικό: στη διακόσμηση, ήταν εμφανές το στίγμα μιας δεσποτικής μητέρας. Προτού την αγγίξει, κοίταξε το γυμνό σώμα της για πολλή ώρα, βλεφαρίζοντας. Εκείνη είδε τότε τον εαυτό της όπως την έβλεπε αυτός: στα μέρη που συνήθως κάλυπτε το μπικίνι, το λευκό αποτυπωμένο στο δέρμα της, ο ερωτισμός της αντίθεσης. Ευγνώμων, τον πλησίασε.

Και, ύστερα, το στρώμα ήταν εντυπωσιακά μαλακό. Ενώ το αγόρι κοιμόταν, πήγε στην κουζίνα και άνοιξε το ψυγείο. Ήταν τόσο γεμάτο που πάγωσε για μια στιγμή, απέναντι στην αφθονία. Έφαγε ένα κρύο κομμάτι πίτσα που δέσποζε στο φως του ψυγείου, άνοιξε ένα βάζο με πίκλες κι έφαγε τρεις, έκοψε με τα νύχια της ένα μεγάλο κομμάτι τσένταρ και το κατάπιε σχεδόν αμάσητο. Δεν είδε το αγόρι που στεκόταν στην πόρτα της κουζίνας, παρά μόνο όταν γύρισε να πιάσει ένα μπουκάλι χυμό. Είδε το ανοιχτόχρωμο μπλουζάκι του να διαγράφεται στο σκοτάδι, κι έκλεισε τα μάτια, μη μπορώντας να τον κοιτάξει.

Τον άκουσε να περπατά προς το μέρος της κι ετοιμάστηκε να δικαιολογηθεί. Μα εκείνος χάιδεψε τη μέση της και είπε, απαλά, Αχ, μωρό μου, κι αυτό ήταν σίγουρα χειρότερο.

~.~

Ένας τυφώνας αναπτύχθηκε πάνω από την Καραϊβική μα μόνο οι άκρες του χτύπησαν την ακτή. Παρόλα αυτά, όσο μαινόταν ο τυφώνας, ο ευκάλυπτος κροτάλιζε τα κλαδιά του πάνω στην οροφή του βαν που κλυδωνιζόταν τόσο έντονα, που φοβήθηκε πως το μέταλλο θα άνοιγε και τα τζάμια θα έσπαγαν. Η δεξαμενή υπερχείλισε και το νερό έφτασε ως τις ζάντες του βαν. Έμενε ξαπλωμένη, όσο πιο ήσυχα μπορούσε, ακούγοντας και παρακολουθώντας: η ίδια δεν ήταν παρά ένα λεπτό κέλυφος από μέταλλο και γυαλί που τη χώριζε από την ευαίσθητη χορδή μέσα της. Ένιωθε την καταιγίδα να πλησιάζει, ηλεκτρισμένη, όλο και πιο κοντά περίμενε με κομμένη την ανάσα, έκανε υπομονή, αγωνιώντας. Μα προτού ξεσπάσει η καταιγίδα, αποκοιμήθηκε.

~.~

Τηλεφώνησε στη μητέρα της για τη γιορτή των Ευχαριστιών, μα το σήκωσε ο πατριός της, η μητέρα της ήταν πάλι στο κρεβάτι, δεν ένιωθε καλά, της είπε. Βέβαια εκείνη ούτε που την ένοιαζε αυτό. Καιρό τώρα το είχαν πάρει απόφαση πως δεν θα γύριζε σπίτι αλλά δεν μπορούσε τουλάχιστον να τηλεφωνεί στην μητέρα της μια φορά το μήνα, γαμώτο;

Κράτησε το ακουστικό προς τον αυτοκινητόδρομο και τον άφησε να ξεσπάσει, κι όταν εκείνος σταμάτησε, του είπε να πει στη μητέρα της πως την αγαπούσε και πως θα ξανατηλεφωνούσε σύντομα. Κάθισε για λίγο σ’ έναν αμμόλοφο, τρέμοντας απ’ το κρύο. Ο ωκεανός ήταν κενός, ανέκφραστος, χωρίς ίχνος συμπόνιας. Στο τέλος, είχε μουδιάσει αρκετά ώστε κατάφερε να περπατήσει ως την πόλη και να σταθεί στην μεγάλη ουρά έξω από την εκκλησία. Σήμερα είχαν στήσει τραπέζια, κι η ουρά προχωρούσε πολύ αργά.

Οι περισσότεροι άνθρωποι στο τραπέζι της έμοιαζαν φυσιολογικοί. Απέναντί της καθόταν μια οικογένεια, η μητέρα μελαχρινή, με ένα σικ κούρεμα και τατουάζ απ’ τη μια άκρη της κλείδας ως την άλλη, ο πατέρας με μια περίτεχνη χαίτη, τα δυο κοριτσάκια με κοκαλάκια στα μαλλιά. Πλάι της καθόταν μια τεράστια μαύρη γυναίκα, της οποίας το δέρμα ακουμπούσε πάνω της, σφιχτό και ζεστό. Κανείς δε μιλούσε. Σούπα για πρώτο πιάτο –σπιτικό μινεστρόνε με φρέσκο ψωμί– κι ύστερα γαλοπούλα για κυρίως με διάφορα συνοδευτικά, όλα από κονσέρβες: κράνμπερι, πουρές πατάτας, γέμιση, φασόλια, σάλτσα. Και, στο τέλος, σπιτική καρυδόπιτα και γλυκιά κολοκυθόπιτα με καφέ.

Όταν η γυναίκα που σέρβιρε το τραπέζι τους έσκυψε, φορώντας γάντια και πλαστικό σκουφάκι μιας χρήσης, να μαζέψει τα πιάτα του γλυκού, η μαύρη κυρία την έπιασε απ’ το χέρι. Όλοι κοίταξαν το πρόσωπο της γυναίκας, την έκπληξή της. Σ’ ευχαριστώ, είπε η μαύρη κυρία, ήταν τόοοσο ωραίο! και τα κοριτσάκια γέλασαν. Εκείνη περίμενε πως η γυναίκα θα ένιωθε αμήχανα, θα βιαζόταν ίσως να φύγει, κι όμως, αγκάλιασε τη μαύρη κυρία, την έσφιξε για μια στιγμή, κι οι δυο γυναίκες έκλεισαν τα μάτια καθώς αγκαλιάστηκαν.

297690_514155615277957_252008265_n.jpg

Ήταν μια πολύ ζεστή μέρα για την εποχή, κι εκείνη είχε ρουφήξει την τελευταία λιακάδα του καλοκαιριού στο πετσί της, ξαπλωμένη στην άμμο. Και τώρα, η πετσέτα και το βιβλίο και το μπουκάλι με το νερό της έπεσαν απ’ τα χέρια καθώς κοίταζε εμβρόντητη το στέισον-βάγκον. Όλες οι πόρτες ήταν ανοιχτές, και τα πράγματά της πεταμένα ανάκατα, μέσα κι έξω απ’ το βαν. Της διέλυσαν το αμάξι. Τα πράγματά της, σαν σωθικά που είχαν ξεχυθεί απ’ το σώμα του βάγκον. Το καπό ήταν ανοιχτό, η μηχανή έλειπε. Τα λάστιχα, οι ζάντες, οι μπροστινές θέσεις, όλα είχαν κάνει φτερά. Στο εσωτερικό του βαν, έντονη οσμή ούρων: κάποιος είχε κατουρήσει στο ντουλαπάκι. Η κιθάρα έλειπε, το γκαζάκι του κάμπινγκ, η σκηνή, το παιδικό της αρκουδάκι –μια λούτρινη χελώνα– το αντιανεμικό της. Απ’ όλα τα γαμημένα πράγματά της, πήραν ως και το «Middlemarch». Το σακίδιό της είχε ένα μεγάλο σκίσιμο.

Μάζεψε ό,τι μπορούσε –τον υπνόσακό της, το «Απολεσθείς Παράδεισος», μερικά ρούχα, έναν μουσαμά. Βρήκε λίγο οδοντικό νήμα και με μια βελόνα έραψε το σακίδιο. Ύστερα πήρε από το ντουλαπάκι την άδεια κυκλοφορίας του βαν και την έσκισε –βρεγμένη καθώς ήταν διαλύθηκε πανεύκολα– και πέταξε το δίπλωμά της στη δεξαμενή, οπού επέπλευσε για μια στιγμή ανάμεσα στα βρύα προτού βυθιστεί.

Πόσο ανάλαφρη νόμισε πως αισθανόταν πριν. Πόσο πραγματικά ανάλαφρη ήταν τώρα.

Ούτως ή άλλως θα ‘πρεπε να φύγει από κει –τα μπουρίνια του ωκεανού είχαν φέρει πολύ κρύο. Στα παράθυρα των καταστημάτων υπήρχαν Άγιοβασίληδες, μέσα σε σωρούς ψεύτικο χιόνι.

Στην εθνική, τα αυτοκίνητα ούρλιαζαν προσπερνώντας την, πετώντας καυσαέριο στο πρόσωπό της. Τέντωσε τον αντίχειρά της, κι ένα μαύρο σεντάν επιβράδυνε καθώς την πλησίαζε. Ο οδηγός ήταν χλωμός και νευρικός, και μια φωνή μέσα της είπε μην μπεις, μα συνειδητοποίησε πως δεν την ένοιαζε ν’ ακούσει. Ο οδηγός της είπε πως επέστρεφε στην πανεπιστημιούπολη, κι εκείνη σκέφτηκε τον πρώην της, τους φίλους της, το ξεβόλεμά της. Συνειδητοποίησε πως ούτε αυτά την ένοιαζαν.

Ένιωσε τον ωκεανό να την τραβά πίσω, μα δεν γύρισε να πει αντίο. Δεν της είχε προσφέρει αυτό που τόσο περίμενε απ’ αυτόν: υπήρξε αδιάφορος, τελικά. Πάνω απ’ το κανάλι της ενδοχώρας, με τα μικροσκοπικά νησάκια και την αυλακωτή του γέφυρα, μέσα απ’ τον θαμνότοπο με τους φοίνικες. Κάπου κατά μήκος ενός δρόμου πλαισιωμένου από έναν πυκνό σχηματισμό πεύκων, ο άντρας ακούμπησε το χέρι του στο γόνατό της και τεντώθηκε στην θέση του οδηγού, λοξοκοιτάζοντας την έρημη άσφαλτο μπροστά τους. Εκείνη απομάκρυνε απαλά το χέρι του κι εκείνος δεν ξαναπροσπάθησε. Μόνο άνοιξε το ραδιόφωνο, κι άκουσαν μερικές πιασάρικες ερωτικές μπαλάντες. Στην πόλη, την άφησε στην κεντρική πλατεία και γκάζωσε μακριά φασαριόζικα, προκαλώντας τη χλεύη δύο γηραιών κύριων που περίμεναν στη στάση του λεωφορείου. Της χαμογέλασαν και, ταυτόχρονα, καθώς μασούσαν τις τσίχλες τους, έκαναν δύο ροζ φούσκες που έσκασαν η μία μετά την άλλη.

~.~

Λίγα λεπτά πριν κλείσει η δημοτική βιβλιοθήκη, πήρε το ασανσέρ ως το τελευταίο πάτωμα, και τρύπωσε μέσα στη μεγάλη αίθουσα συσκέψεων με τα βιτρό, που έμοιαζε με στέμμα φορεμένο στην κορυφή του κτηρίου. Είχε ανακαλύψει ένα ξεκλείδωτο ντουλάπι πίσω από έναν κινητό μαυροπίνακα, που ίσα που χώραγε το σώμα της ξαπλωμένο μέσα στον υπνόσακο. Μέσα στο σκοτάδι του ντουλαπιού, έφαγε ό,τι είχε βρει κατά τη διάρκεια της ημέρας, ακούγοντας τη βιβλιοθήκη να αδειάζει από κόσμο. Ήταν η εποχή των εσπεριδοειδών, κι εκείνη έκοψε μερικά μανταρίνια από ένα δέντρο για πρωινό κι έφτυσε τα κουκούτσια στην παλάμη της.

Αμέλησε να τηλεφωνήσει στη μητέρα της τα Χριστούγεννα, την Πρωτοχρονιά. Όταν προσπαθούσε να διαβάσει, κατά τη διάρκεια της ημέρας, οι λέξεις έχαναν το νόημά τους κι επέπλεαν χαλαρά καθώς τις κοίταζε.

~.~

Ένα βράδυ, δεν πρόλαβε τη βιβλιοθήκη ανοιχτή και πέρασε τη νύχτα τρέμοντας απ’ το κρύο, μες στο λεπτό τζιν σακάκι της. Πέρναγε από ένα κλαμπ που μόλις είχε κλείσει, όταν ένα σμήνος προπτυχιακών φοιτητριών με στράπλες φορέματα προσπέρασαν τρεκλίζοντας, πληκτρολογώντας στα κινητά τους. Αναγνώρισε μία απ’ αυτές, ένα κορίτσι από το περσινό της τμήμα συγκριτικής λογοτεχνίας. Ήταν ένα τρομαγμένο, σιωπηλό πλάσμα που μόλις και μετά βίας είχε πάρει ένα πέντε. Όσες ασκήσεις και γυμνάσια κι αν της έβαζε, η λεπτή γραμμή μεταξύ του «ότι» και του «ό,τι» πάντα διέφευγε της προσοχής του κοριτσιού. Απόψε, αν ερχόταν πρόσωπο με πρόσωπο, το κορίτσι θα κοίταζε την παλιά της καθηγήτρια χωρίς να την αναγνωρίζει, σ’ αυτή την καταπονημένη, βρώμικη γυναίκα. Κι εκείνη, που κάποτε οι λέξεις της τσάκιζαν κόκαλα, δεν θα ‘χε τίποτα να πει.

Ότι, Ό,τι, είπε δυνατά τώρα. Ποιος νοιάζεται;

Ένας άντρας που στοίβαζε τις καρέκλες στο αίθριο του κλαμπ την άκουσε και γέλασε. Χαζοβιόλες, συμφώνησε.

Εκείνη έγειρε στα κάγκελα και τον παρατηρούσε καθώς δούλευε. Ήταν ένας υπερβολικά αδύνατος, κοντός, μελαχρινός άντρας, εξαιρετικά σβέλτος: είχε ήδη μαζέψει τα λαστιχένια χαλάκια και κατάβρεχε τις πλάκες όταν εκείνη συνειδητοποίησε πως ακόμα της μιλούσε. Στο λόγο μου, έλεγε, χαζεύουν ολοένα και περισσότερο, μέρα με τη μέρα, γεμίζουν τα μυαλά τους με τουίτερς και σκούτερς και φείσμπουκς και στάρμπουκς κι όλα αυτά τα σκατά. Την κοίταξε και χασκογέλασε. Τέσσερα απ’ τα μπροστινά του δόντια έλειπαν, κι αυτό του έδινε κάτι απ’ το σκανταλιάρικο ύφος εξάχρονου παιδιού. Με λένε Ευλάμπιο, αλλά όλοι με φωνάζουν Ευλάμπης-και λάμπεις. Επειδή τα κάνω όλα λαμπίκο, το ‘πιασες; Όχι ένα – τρία μαγαζιά σαν ετούτο έχω να καθαρίσω ως το πρωί, δεν μπορώ να σταματήσω για ψιλοκουβέντα.

Ο.Κ., είπε εκείνη κι έκανε να φύγει, μα εκείνος εννοούσε ότι δεν μπορούσε να σταματήσει να καθαρίζει, μπορούσε όμως να κουβεντιάζει παράλληλα. Τούτο το μέρος, της είπε, είναι γεμάτο από χαζοχαρούμενους κι ανήσυχα πνεύματα, ναι, κι απ’ τα δυο. Τα πνεύματα είναι δυστυχισμένα, φωνάζουν και σπέρνουν το κακό στον τόπο. Νεκροί Ισπανοί ιεραπόστολοι και Ινδιάνοι που τους έφαγαν τα φίδια και πιονιέροι που λιμοκτόνησαν, κι όλα αυτά τα σκατά. Εκείνος, ο Ευλάμπης-και λάμπεις, ήταν από κάπου κοντά στην Ατλάντα και είχε κατέβει στη Φλόριντα πριν από τέσσερα χρόνια σχεδόν και είχε μολυνθεί από τα πνεύματα, που ήταν πια μέσα του και δεν τον άφηναν να φύγει.

Είχαν πια μπει μέσα στο κλαμπ, που βρωμούσε αλκοόλ, κι ο Ευλάμπης της είχε βάλει ένα ποτήρι χυμό κράνμπερι. Άρχισε να σφουγγαρίζει το πάτωμα μ’ ένα διάλυμα χλωρίνης τόσο δυνατό που τα μάτια της δάκρυσαν. Την κοίταξε σταματώντας για μια στιγμή, σα να σκέφτηκε κάτι ξαφνικά. Μ’ αρέσεις, είπε. Δεν είσαι φλύαρη.

Ευχαριστώ, Ευλάμπιε, του είπε.

Θα ‘χρειαζόμουν ένα χεράκι, της είπε. Τρία κλαμπ ως το πρωί, πώς να τα φέρω βόλτα μόνος μου; Μπορείς να καθαρίζεις τις τουαλέτες. Έχεις δουλειά;

Όχι, είπε εκείνη.

Την κοίταξε πονηρά και είπε, πενήντα πράσινα Πέμπτες, Παρασκευές, Σάββατα, είκοσι πράσινα τα υπόλοιπα βράδια. Δευτέρες ρεπό.

Εκείνη βλεφάρισε καθώς της πέταξε έναν άδειο κουβά στα χέρια. Συνέταιρε, της είπε.

~.~

(Το δεύτερο μέρος και τελευταίο μέρος, την Κυριακή 17/03)

Προσωπικό λυρικό ανακάλημα

της ΤΑΣΟΥΛΑΣ ΚΑΡΑΓΕΩΡΓΙΟΥ

 Ξάνθος Μαϊντάς
Τριλογία 17
Γαβριηλίδης 2018

Ἡ στοργικὴ ἐνασχόληση τοῦ Ξάνθου Μαϊντᾶ μὲ τὴν ποίηση τοῦ Σινόπουλου ἔχει ἤδη ἐγγραφεῖ μὲ τρόπο συστηματικὸ καὶ πολύπλευρο  στὸ διαφοροποιημένο ἀπὸ τὴν ποίηση  εἶδος τῆς δοκιμιακῆς μελέτης μὲ τὸ βιβλίο: Τὸ μεγάλο μαῦρο φῶς, Ὁ ποιητὴς Τάκης Σινόπουλος (Εἰσαγωγή-Ἀνθολόγηση: Ξάνθος Μαϊντᾶς), ποὺ ἐξέδωσε τὸ Ἵδρυμα Τάκης Σινόπουλος ἀπὸ κοινοῦ μὲ τὶς ἐκδόσεις Γαβριηλίδης στὴ σειρὰ «Δυὸ αἰῶνες Νεοελληνικῆς Ποίησης».

Ἡ Τριλογία 17 εἶναι  μία προσωπικότερη, λυρικότερη καὶ γι᾿ αὐτὸ ἰδιαιτέρως συγκινητικὴ κατάθεση αὐτῆς τῆς μεγάλης ἀγάπης καὶ τῆς βαθιᾶς ἐκτίμησης γιὰ τὸν ποιητὴ τοῦ Νεκρόδειπνου. Ἡ συλλογὴ ἔχει τὰ χαρακτηριστικὰ κειμένου  δραματικῆς λειτουργίας καὶ εἶναι χωρισμένη σὲ τρία κεφάλαια ἢ σὲ  τρεῖς λόγους. Ἡ τριμερὴς αὐτὴ  διαίρεση σὲ ἐπιμέρους ἑνότητες («Νυχτερινό», «Ἰωάννα», «Κάθοδος»), συνδεδεμένες ὡστόσο μεταξύ τους, συγκροτεῖ μιὰν ἑνιαία  ποιητικὴ σύνθεση.

Συνολικὰ ἡ Τριλογία ἀπαρτίζεται ἀπὸ ὀλιγοσύλλαβους στίχους, συχνὰ ἰαμβικοὺς μὲ κυριαρχία τοῦ ὀκτασύλλαβου (89 τέτοιοι στίχοι ἐπὶ συνόλου 360 τοῦ ποιήματος), οἱ ὁποῖοι συνοδεύονται ἀπὸ 9σύλλαβους καὶ 7σύλλαβους καὶ ἀρθρώνονται, σὲ λίγες περιπτώσεις, σὲ παραδοσιακοὺς 15σύλλαβους.

Ὁ σκηνικὸς χῶρος εἶναι κοινός. Πρόκειται γιὰ τὸ σπίτι τοῦ Τάκη Σινόπουλου. Ὁ Ξάνθος Μαϊντᾶς κατορθώνει νὰ ἀναπαραγάγει μία ποιητικὴ ἀτμόσφαιρα ζόφου καὶ θλίψης, παρόμοια ἐκείνης ποὺ ἐπικρατεῖ στὴν ποίηση τοῦ Σινόπουλου. Τὸ βροχερὸ τοπίο ἐπιτείνει τὴ διάχυτη μελαγχολία.

Ἡ συνομιλία τῆς Τριλογίας μὲ τὴν  ποίηση τοῦ Τάκη Σινόπουλου συνιστᾶ ἕνα ποιητικὸ ἀνακάλημα τοῦ ποιητῆ ποὺ ἡ σκιὰ του ἐνοικεῖ μονίμως στὸν τόπο τῆς  πάλαι ποτὲ κατοικίας του. Διεύθυνση, ὅσο ἐκεῖνος ζοῦσε: Ὁδὸς Ναζλῆ 22,  ὅπως ἀναγράφεται στὴν Τριλογία:

Μένω Ναζλῆ 22
Ἔξω βρέχει
κι ἀκούω τὴ  βροχὴ
στὴν τρύπια στέγη
Εἶναι βαθιὰ  νύχτα
μὰ ὕπνος δὲν ταιριάζει.

(Σήμερα πλέον ὁδὸς Τάκη Σινόπουλου 22, χῶρος ὅπου —κατὰ συγκινητικὴ συγκυρία— στεγάζεται τὸ ὁμώνυμο τῆς ὁδοῦ Ἵδρυμα καὶ Ἐργαστήρι Ποίησης,  μὲ πρόεδρο τὸν Ξάνθο Μαϊντᾶ).

Ὅσοι ἔχουν τὴν τύχη, ὅπως κι ἐγώ, νὰ διδάσκουν  στὸ Ἐργαστήρι τοῦ Ἱδρύματος εἶναι αὐτήκοοι μάρτυρες αὐτῆς τῆς μονότονης συναυλίας  ποὺ δίνουν οἱ σταγόνες τῆς βροχῆς στὴ στέγη τοῦ σπιτιοῦ καὶ μποροῦν νὰ νιώσουν ἔτσι τὸ  ρίγος τῆς αἴσθησης πὼς αὐτὸς ὁ ἦχος, βίωμα κοινὸ καὶ ἐπαναλαμβανόμενο γιὰ τὸν Σινόπουλο,  τὸν Ξάνθο  καὶ τοὺς νέους ποιητὲς ποὺ φοιτοῦν στὸ Ἵδρυμα, μπορεῖ νὰ γίνει μία γέφυρα γιὰ νὰ περάσει κανεὶς ἀπέναντι διαβαίνοντας τὸν Ἀχέροντα, τὸν χρόνο καὶ τὸν θάνατο.

Μιὰ τέτοια ἐμπειρία, τοποθετημένη στὰ ὅρια τῆς μεταφυσικῆς, βιώνει καὶ ὁ Μαϊντᾶς, ὅταν ἤδη στὴν πρώτη ἑνότητα τῆς συλλογῆς, ποὺ ἐπιγράφεται «Νυχτερινό»,  συναντᾶ τὸν ποιητὴ γιὰ νὰ συνομιλήσει μαζί του μέσα σὲ κλίμα οἰκεῖο,  φιλικὸ καὶ ἄμεσο,  ποὺ τὸ δημιουργοῦν καὶ τὸ ἐνισχύουν τὸ δεύτερο γραμματικὸ πρόσωπο καὶ ἡ κυριαρχία τῶν ρηματικῶν τύπων.

Ὁ Ξάνθος Μαϊντᾶς σκοπίμως ἐπιγράφει τὴν πρώτη αὐτὴ ἑνότητα «Νυχτερινὸ» γιὰ νὰ παραπέμψει  ἔτσι στὸ Νυχτολόγιο τοῦ Σινόπουλου,  ὕστερο κείμενο τοῦ ποιητῆ,  —ἐξομολογητικὸ καὶ ἀπολογητικὸ— ὑβριδικό, ὅπως ἔχει χαρακτηρισθεῖ ἀπὸ τὴν κριτικὴ —κινούμενο δηλαδὴ μεταξὺ ἡμερολογιακῆς καταγραφῆς καὶ ποιητικῆς λειτουργίας.

Ἡ συνάντηση πραγματοποιεῖται νύχτα,
ἐνῷ ἡ βροχὴ δυναμώνει.
Ὁ ἦχος τῆς σκληρὸς
ἀκούγεται στὰ ρημαγμένα
κεραμίδια τοῦ προσφυγικοῦ,
ποὺ τώρα τρίζουν
καθὼς τὰ γδέρνει τὸ νερό. (σ.12).

ἀκριβῶς τὴν ὥρα ποὺ καταβάλλει  ὡς προμήνυμα  θανάτου τὸν ὥριμης πιὰ ἡλικίας Σινόπουλο ὁ βαθὺς πόνος στὸ στῆθος,

ἄλγος
στηθαγχικό, διέγνωσες σωστὰ

………………………………………

ἐπιμένει
αὐξάνοντας μία γραμμὴ θανάτου στὸ νυχτολόγιό σου.

Ἡ ἀπειλὴ τοῦ θανάτου μετατρέπεται σὲ ἀφετηρία δημιουργίας.

Ἡ Ἱστορία, μονίμως παροῦσα ὡς  ἀνεπούλωτο τραῦμα στὴν ποίηση τοῦ Σινόπουλου,  περιορίζει στὴν ἑνότητα τὴν παρουσία της  στὴν  πικρὴ μνήμη τοῦ βαριὰ πληγωμένου  Θωμᾶ,  ἑνὸς ἀπὸ τοὺς πολλοὺς ἀφανεῖς ἥρωες τῆς ποίησής του («Ἡσύχασε μωρὲ Θωμᾶ, δὲν εἶναι τίποτα…» γράφει ὁ Σινόπουλος στὸ Νυχτολόγιο). Καὶ ὁ Μαϊντᾶς:

Ἐσὺ συλλογιζόσουνα τὸν Θωμᾶ
Τὰ μάτια του θολώνανε—
τὴν κάθοδό σου στὴ γραμμὴ
—ποτὲ δὲν μάθαμε τί ἀπόγινε—
γραμμὴ πυρὸς ἢ κόλαση
—τοῦ σκούπισες στὸ μέτωπο—
Τὸ βράδυ ἔπαιζες στὰ χέρια
τὸ βρόμικο μαντήλι.

Ὁ τόπος εἶναι πάντα  τὸ  σπίτι τοῦ Σινόπουλου,  τὸ παλιὸ χαμηλοτάβανο  προσφυγικὸ μὲ τὴν κεραμοσκεπή, περικυκλωμένο  σήμερα  ἀπὸ  πολυώροφες πολυκατοικίες, σὰν νὰ ἀπηχεῖ  τὴ βαριὰ ἀνάσα τῆς ποίησης μέσα στὸν ἀσφυκτικὸ κλοιὸ ἐνὸς ἀπρόσωπου ἄστεως.

Ὁ τόπος τῆς συνάντησης (τὸ σπίτι) εἶναι τὸ πραγματικὸ στοιχεῖο, ἡ βάση καὶ ἡ ἀφετηρία γιὰ νὰ γίνει ἡ χρονικὴ ὑπέρβαση καὶ νὰ μετατραπεῖ σταδιακὰ καὶ ὁ χῶρος σὲ μίαν ἰδιότυπη νέκυια.

Ἡ ἑνότητα ἀναπαράγει αὐτούσια τὴν κοινὴ ἀγωνία γιὰ τὴ γραφή, οἰκεία καὶ στοὺς δυὸ ποιητές:

Ἀνοίγω τὸ Νυχτολόγιο
σελίδα τρακόσια δέκα.
Καὶ ὑπῆρχαν μέσα μου κραυγές.
Ὁ στίχος σου ὀρθώνεται
ἀπὸ τὸ χάος ποὺ συνθέτουν
Κραυγὲς τοῦ ὀνείρου
καὶ τοῦ φόβου.

Πρόκειται γιὰ τὸ ψυχικὸ πάθος τοῦ συγγραφέα  ποὺ τὸ ἀνταγωνίζεται τὸ ἄλγος τοῦ σώματος.

Τὸ ποίημα ἔβγαινε μισοφώτιστο
ἀνάμεσα στὸ περίπου φῶς
καὶ στὸ σκοτάδι τῶν λέξεων.
Στὸ μεταίχμιο.

Ὅμως σήμερα
-εἶν᾿  ἄλλο αὐτό-
ἀγγίζεις τὴ στιγμή.
Ἀγγίζεις τὸ πέρασμα
ἄπ᾿ τὴ ζωὴ στὸ θάνατο.
ἕνα ἀπλησίαστο ὅριο σκοτεινό.

Ἡ δεύτερη ἑνότητα («Ἰωάννα») ἀρχίζει  μὲ ἐπανάληψη τῶν πρώτων στίχων τῆς πρώτης γιὰ νὰ σηματοδοτήσει τὸ κοινὸ  ποιητικὸ κλίμα μὲ τὴν πρώτη. Ὁ τόπος (τὸ σπίτι) παραμένει ὁ ἴδιος μὲ ὅλες τὶς συμβολικὲς συνδηλώσεις τῆς ἐρείπωσής του.

Κοιτάζεις τὴν ὀροφή, γυψοσανίδα
ψεύτικα πράγματα, μοῦ γνέφεις
βαθιὲς εἶν᾿  οἱ γραμμὲς
ραγίσματα πάνω της
ἴδιες ρυτίδες

Ἡ συνομιλία συνεχίζεται μέσα στὴν ἴδια ἀτμόσφαιρα μιᾶς ὑπερβατικῆς ἐμπειρίας. Ἐδῶ μιὰ ἀναδρομή,  ἐγκιβωτισμένη στὴν ἤδη ἐν ἐξελίξει ἀναδρομικὴ  ἀφήγηση,   ἐπιτρέπει τὴν εὐπρόσδεκτη εἴσοδο τοῦ ἐρωτικοῦ στοιχείου ποὺ ξεπροβάλλει πρῶτα μέσα ἀπὸ τὸν  ζόφο τοῦ Νεκρόδειπνου κομίζοντας τὴ λάμπουσα ὀμορφιὰ τῆς Μάγδας: ἔφυγε ἡ Μάγδα, στὰ μαλλιὰ τῆς πίσω φέγγος ὀρφανό, γράφει ὁ Σινόπουλος. Καὶ ὁ Μαϊντᾶς:

Ἡ Μάγδα αἷμα ζεστὸ
στοὺς κοιμισμένους λαβυρίνθους
τοῦ μυαλοῦ μας.

Στιγμιαία παρουσία ἡ φεύγουσα μορφὴ τῆς ἀστραφτερῆς Ἑλένης, σηματοδοτούμενη ἀπὸ ἕνα μετέωρο ἐρωτηματικό:

Θεέ μου τί εἶναι ἀγάπη.

γιὰ νὰ κυριαρχήσει ἐν τέλει, σφραγίζοντας μὲ τὸ ἀστραφτερὸ ἐρωτικὸ κάλλος τὴν παρουσία της,  ἡ Ἰωάννα. Μαζί της εἰσβάλλει στὴν Τριλογία καὶ ἕνας αἰσθησιασμὸς καταγόμενος  ἀπὸ  τὴν ἄλλη ὄψη τῆς ποιητικῆς τοῦ Σινόπουλου: τὸν σφοδρὸ ἔρωτα ποὺ διαπερνᾶ  τὶς σελίδες τοῦ ἔργου του ἀποφορτίζοντάς τες ἀπὸ τὴ θλίψη τοῦ ζόφου καὶ τὸ μαῦρο τοῦ θανάτου. Ὁ Μαϊντᾶς τὸν  ἀναγνωρίζει καὶ τὸν οἰκειώνεται. Παράλληλα  μὲ τὸ  ὑπερβατικὸ μνημονικὸ ἀνακάλημα τοῦ Σινόπουλου, ἐνσωματώνει δικές του ὁλότελα προσωπικές ἐρωτικὲς μνῆμες, ἀναγόμενες στὰ νεανικά του χρόνια,  οἱ ὁποῖες συγχωνεύονται καὶ συνείρονται στὸ πρόσωπο τῆς Ἰωάννας, ποὺ εἶναι ἄλλοτε πραγματική, ὅπως στὴν παλιὰ φωτογραφία ἄπ᾿  τὰ γυμνασιακὰ χρόνια τοῦ Μαϊντᾶ:

Εἶναι ξυπόλυτη
μὲ τὴ φούστα ὣς τὸ γόνατο
φοράει ἄσπρο πουκάμισο
Ἀτημέλητη καὶ πρόθυμη ἐρωτικὰ
σκέφτομαι

καὶ ἄλλοτε κειμενικὴ παραπέμποντας στὴ ἐμβληματικὴ ἡρωίδα τῆς ποίησης τοῦ Σινόπουλου:

Ἦταν ρευστὴ σὰν χείμαρρος
ποὺ τρώει τὶς ὄχθες
ἀνοίγοντας πάντοτε
τὸν δικό της δρόμο.
Ἡ Ἰωάννα εἶναι ἕνα ποτάμι
δύσκολο νὰ τὸ διαβεῖς
ἢ καὶ νὰ μετρηθεῖς μαζί του.

Landscape_in_Scotland_Dore.jpg

Ἡ Τρίτη ἑνότητα μὲ τὸν εὔγλωττο τίτλο «Κάθοδος» ἐπαναφέρει τὴ συλλογὴ  μετὰ ἀπὸ τὸ ἐρωτικὸ ἰντερμέδιο στὸ μελαγχολικὸ κλίμα τῆς νέκυιας ποὺ συντελεῖται ὅμως  καὶ στὸν ἐπάνω κόσμο, στὴ σύγχρονη πραγματικότητα τῆς συνοικίας τοῦ Περισσοῦ.

Προσωπικὸς ἐδῶ καὶ ἐξομολογητικὸς ὁ Μαϊντᾶς φαίνεται σὰν νὰ ἔχει παράλληλα μεταμορφωθεῖ σὲ περσόνα τοῦ Σινόπουλου  καὶ σὰν νὰ ἔχει ἀναλάβει  νὰ συνεχίσει, μεταθανάτια, τὴν ὅραση τοῦ κόσμου ποὺ εἶχε ἐκεῖνος.

Βαδίζω στοὺς δρόμους
τοῦ Περισσοῦ
καὶ πᾶνε χρόνια, πολλὰ χρόνια
ποὺ ἔχεις φύγει.

Στὸ βάθος ἡ Ἁγία Ὄλγα
φωτισμένη ἡ Ἁγία Ἀναστασία.
Μελαγχολικὲς ὄψεις τῆς νύχτας
βουβοὶ ἀναγνῶστες
τοῦ θανάτου.

Ἐξάλλου τὸ τοπίο παραμένει βροχερὸ τροφοδοτώντας ἀέναα  ἕνα συμβολικὸ ποτάμι, ὄχι ζείδωρο, ἀλλὰ φερμένο ἀπὸ τὸ Χρονικὸ τοῦ Σινόπουλου, («Τὸ ποτάμι ἀργὰ κατεβάζοντας μὲ τὶς ὦρες τὰ πτώματα/ ἑκατομμύρια πτώματα» Χρονικό, «Σημειώσεις»), γεμάτο λάσπη καὶ πέτρες καὶ πτώματα.

Στὴν ἴδια ἑνότητα ἀνακαλεῖται  καὶ ἕνα ὄνειρο τοῦ ἀφηγητῆ τῆς Τριλογίας ποὺ ἀφορᾶ μιὰν ἀγωνιώδη  περιπλάνηση  στοῦ λαβυρίνθου τὶς στοές, ὅπως ἀναφέρει,   ἀπὸ τὸ ὁποῖο  ἐξέρχεται γιὰ νὰ ἀντικρύσει ἐπιτέλους τὴ σμίξη τῶν νερῶν. Πρόκειται γιὰ ὑπαινικτικὴ φιλοσοφικὴ ταύτιση μὲ τὸ γνωστὸ ἀπόφθεγμα,  τοῦ σκοτεινοῦ Ἐφέσιου, ἐξόχως ἀγαπητοῦ καὶ ἀπὸ τοὺς δυὸ ποιητές:

λέγει που Ἡράκλειτος ὅτι πάντα χωρεῖ καὶ οὐδὲν μένει καὶ ποταμοῦ ῥοῆι ἀπεικάζων τὰ ὄντα λέγει ὡς δὶς ἐς τὸν αὐτὸν ποταμὸν οὐκ ἂν ἐμβαίης

Ἡ ἐπιστροφὴ στὴν πραγματικότητα διόλου δὲν αἴρει τὴν εἰκόνα μιᾶς ἀπερήμωσης, ψυχικῆς καὶ πραγματικῆς. Εἶναι ἡ σύγχρονη Ἑλλάδα τῆς κρίσης:

Στὸν Περισσὸ ἀχνὰ φωτίζει.
Μόνος.—Κι ἀπ᾿ τ᾿ ὄνειρο ποιητὴ
ἐσὺ ἔχεις  φύγει—
Μόνος ξεμακραίνω.
Ἄδειες ὑφαντουργίες
δρόμοι λασπωμένοι
ἡ Μουταλάσκη καὶ τὸ Τρία Ἄλφα.
Τὸ πρωινὸ τραῖνο μόλις ἀκούστηκε.
Συλλογίζομαι
τοῦ λαβυρίνθου τὶς στοὲς
(ὄνειρο ἦταν)
τὴν ἔξοδο στὴ σμίξη
(κι αὐτὸ ὄνειρο)

Ἡ σύνθεση ὁλοκληρώνεται μὲ τὴν ἐπαναφορὰ τοῦ Σινόπουλου  στὸν κόσμο τοῦ ἐπέκεινα  ἀπὸ τὸν ὁποῖο ἀνέβηκε ἡ σκιά του, γιὰ νὰ συνομιλήσει φιλικὰ μὲ τὴν  Τριλογία τοῦ Ξάνθου Μαϊντᾶ.

Ἀξίζει νὰ σταθοῦμε στὴν τελευταία εἰκόνα  μὲ τὴν ὁποία κλείνει καὶ ἡ ποιητικὴ σύνθεση:

Μ᾿ ἕνα χρυσὸ
νόμισμα στὸ χέρι
ξυπόλυτος, τὸ παντελόνι
πάνω ἀπ᾿ τὰ γόνατα
ψάχνοντας ἰσορροπία
στὶς γλιστερὲς πέτρες
μόνος, ἀντίθετα στὸ ρεῦμα
ἀνηφόρισες τὸ μεγάλο ποτάμι.

Πρόκειται γιὰ ἀνατροπὴ τῆς καθοδικῆς εἰς Ἅδου πορείας ποὺ προαναγγέλλει ἡ Τρίτη ἑνότητα. Τὸ νόμισμα ποὺ κρατάει ὁ ποιητὴς δὲν εἶναι γιὰ τὸν περατάρη  Χάροντα, ἀλλὰ διαβατήριο ποὺ ὁδηγεῖ (χαρακτηριστικὸ τὸ ρῆμα ἀνηφόρισες) στοὺς οὐρανοὺς τῆς ποιητικῆς ἀθανασίας.

Καὶ αὐτὴ εἶναι ἡ μεγάλη τιμὴ ποὺ ὑπαινικτικὰ ἀποδίδει στὸν Τάκη Σινόπουλο ἡ Τριλογία 17, ἐνῶ παράλληλα κατορθώνει να ὑπερβεῖ το πλαίσιο μιᾶς ἐξαρτημένης ποιητικῆς συνομιλίας και νὰ αὐτονομηθεῖ σὲ μιὰ σύνθεση ποὺ φέρει τὰ χαρακτηριστικὰ τῆς προσωπικῆς ποιητικῆς φωνῆς του δημιουργοῦ της, Ξάνθου Μαϊντᾶ.

ΤΑΣΟΥΛΑ ΚΑΡΑΓΕΩΡΓΙΟΥ


*Κείμενο που εκφωνήθηκε την Τετάρτη 05.12. στην παρουσίαση της ποιητικής συλλογής του Ξάνθου Μαϊντά στο βιβλιοπωλείο των εκδόσεων Γαβριηλίδης. Βλ. εδώ για το κείμενο του Κώστα Κουτσουρέλη από την ίδια βραδιά. 

Ποιητική αλληλεγγύη

του ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

Ξάνθος Μαϊντάς
Τριλογία 17
Γαβριηλίδης 2018

Ο Τάκης Σινόπουλος γεννήθηκε σε χρονιά σημαδιακή για την πολιτική και άλλη ιστορία του 20ού αιώνα. Δεν ξέρω αν τα νούμερα προοιωνίζονται τη ζωή των ανθρώπων όπως κάποιοι μυστικιστές και αριθμολόγοι φρονούν, όμως το 1917 και οι απώτερες προεκτάσεις του αποδείχτηκαν πράγματι οιωνός βαρύς για εκείνον. «Ποιητή του αίματος, του αδελφικού αίματος, του Εμφυλίου», τον αποκάλεσε ο Χρίστος Ρουμελιωτάκης, και για να τον διακρίνει από τους ποιητές της Αριστεράς που την πλατιά εκείνη σύρραξη την είδαν από την στενή οπτική της ποίησης της ήττας, συμπληρώνει: «Ο Σινόπουλος, μόνος αυτός, βιώνει τον Εμφύλιο, στον οποίο έλαβε μέρος ως στρατιωτικός γιατρός, ως καθολική ήττα και ως τραγωδία αμφίπλευρη. Μερικές φορές μάλιστα, τολμώ να πω, με μια αισχύλεια τόλμη».

Εύλογο λοιπόν ένα βιβλίο που του απευθύνεται, να τη μνημονεύει εκείνη τη δυσοίωνη γενέθλια χρονιά, προετοιμάζοντας ήδη από το εξώφυλλο τον αναγνώστη: Τριλογία 17 λοιπόν. Με τρία ποιήματα, όσα και τα μέρη του βιβλίου του, διαλέγεται με τον Σινόπουλο, ο Ξάνθος Μαϊντάς. Και μάλιστα η συνάντησή τους αυτή είναι, μπορεί να πει κανείς, η τρίτη. Προηγήθηκε η θεσμική της ανάλογη, στο Ίδρυμα Τάκης Σινόπουλος, πρόεδρος του οποίου εδώ και κάμποσα χρόνια είναι ο Μαϊντάς, με θητεία ουσιαστική και ευδόκιμη. Ακολούθησε το 2016 στις Εκδόσεις Γαβριηλίδη το Μεγάλο μαύρο φως: Ο ποιητής Τάκης Σινόπουλος (1917-1981) η διεξοδική μελέτη και ανθολόγηση από το έργο του που του αφιέρωσε, στο πλαίσιο της σειράς του Ιδρύματος Σινόπουλου για τους κορυφαίους Έλληνες ποιητές των τελευταίων δύο αιώνων. Και έπεται τρίτη τούτη εδώ, η ποιητική, που είναι ασφαλώς η πιο μύχια, και η πιο προσωπική.

Σηκώνεσαι καὶ βηματίζεις,
κάπου στὴ μέση τοῦ σπιτιοῦ
στεκόμαστε ἀντίκρυ.
Κοιτάζεις τὴν ὀροφή, γυψοσανίδα
ψεύτικα πράγματα, μοῦ γνέφεις,
βαθιὲς εἶν’ οἱ γραμμὲς
ραγίσματα πάνω της,
ἴδιες ρυτίδες.

Gustave_Courbet_018Το βιβλίο του Μαϊντά είναι μαζί μονόλογος, διάλογος και εγκώμιο προς τον πρεσβύτερο ομότεχνο. Μονόλογος, κατ’ αρχάς, γιατί είναι λόγος πρωτοπρόσωπος: το ύφος οικείο, χαμηλόφωνο, εμπιστευτικό, μοιρασμένο σε στίχους κι αυτούς κουβεντιαστούς, σύντομους, κάποτε και κοφτούς, ο ρυθμός φυσικός, συνήθως ιαμβικός. Διάλογος, γιατί τα όσα λέγονται στα ποιήματα αυτά μιλούν, αφορούν, κάποτε και βιογραφούν τον Σινόπουλο: η Ιωάννα και ο Θωμάς και η Μάγδα, ο “Ελπήνωρ” και ο “Νεκρόδειπνος”, ο Περισσός και το σπίτι της οδού Ναζλή 22, της τωρινής Τάκη Σινόπουλου 22. Ένα προσκλητήριο τελείται στους στίχους του Μαϊντά, ο λογοτεχνικός κόσμος του ποιητή, αλλά και ο βιοτικός κόσμος του κατά κόσμον Πάικου Σινόπουλου, ιατρού, από τον Πύργο της Ηλείας, εδώ ανακαλούνται, επιστρέφουν. Κι αν κατά τον περίφημο στίχο του Σινόπουλου ο ποιητής μοιράζεται στα δυο, εδώ, στο βιβλίο του Μαϊντά, ο ποιητής πια δεν μοιράζεται αλλά διπλασιάζεται, οι δύο φωνές ενίοτε ταυτίζονται και γίνονται μία και κοινή:

Μένω Ναζλῆ 22.
Ἔξω βρέχει
κι ἀκούω τὴ βροχὴ
στὴν τρύπια στέγη.
Εἶναι βαθιὰ ἡ νύχτα
μὰ ὕπνος δὲν ταιριάζει.

Τέλος, εγκώμιο. Είναι μεγάλη βέβαια η παράδοση, μακριά η γραμμή των από ποιητή προς ποιητή εγκωμίων στην γλώσσα μας. Μερικά από τα πιο αβρά, τα πιο τρυφερά, αλλά και τα πιο ρωμαλέα ποιήματα της λογοτεχνίας μας είναι τέτοια. Επιτάφια ως επί το πλείστον νεκρολογήματα, κάποτε και όχι. Τι να πρωτομνημονεύσω; Τον Μαρκορά να αναπολεί εμπρός στην φωτογραφία του Ιάκωβου Πολυλά;

Λὲς καὶ δὲ σ’ ἔχει ὁ θάνατος, χρυσέ μου φίλε, ἀρπάξει.
Ἐδῶ τὸ φῶς εὐτύχησε πιστὰ νὰ σὲ χαράξει.

Τον Παλαμά να αναθυμάται τον νεαρό Μαλακάση;

Καὶ καβαλλάρης πέρναγες, ξανθόμαλλο παιδάκι,
καὶ τάραζε τὸ διάβα σου τὸ σιγαλὸ σοκκάκι…

Τον Οδυσσέα Ελύτη να προσκυνά με δέος μες στο τριανταφυλλί φως της αυγής τη σκιά του Διονυσίου Σολωμού;

Ἄ κεῖ μονάχα νὰ ’ταν
Ἕνα κλωνάρι μὲ δαφνόκουκα νὰ σοῦ ἄφηνα γιὰ καλημέρα
Ποὺ τέτοιας νύχτας τὴν ἀγρύπνια πέρασες.

Τι άλλο είναι η παράδοση, είπαν, παρά αλληλεγγύη; Αλληλεγγύη ανάμεσα στους ζωντανούς και τους κεκοιμημένους. Αυτή την πολύτιμη, αυτή την ακριβή παράδοση έρχεται με τούτο εδώ το βιβλίο του να προεκτείνει άξια ο Ξάνθος Μαϊντάς.

ΚΩΣΤΑΣ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗΣ


*Κείμενο που εκφωνήθηκε την Τετάρτη 05.12. στην παρουσίαση της ποιητικής συλλογής του Ξάνθου Μαϊντά στο βιβλιοπωλείο των εκδόσεων Γαβριηλίδης. Βλ. εδώ το κείμενο της Τασούλας Καραγεωργίου από την ίδια βραδιά. 

Νέοι ποιητές ενός νέου αιώνα | 3. Γιώργος Γωνιανάκης

ΔΙΑΡΚΗΣ ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ 2000-2020

Ποιά ἡ ποίηση τοῦ 21ου αἰώνα καὶ ποιοί οἱ ποιητές της; Χιλιάδες ποιητικὲς συλλογές, εἴτε τυπωμένες ἀπὸ ἐπώνυμους οἴκους εἴτε αὐτοεκδόσεις, ἑκατοντάδων ἢ καὶ χιλιάδων ποιητῶν ποὺ ἀναζητοῦν τὴν θέση τους στὴν Νεοελληνικὴ Λογοτεχνία. Τί μένει ὅμως καὶ τί περνάει ἀπὸ τὴν κρησάρα τῆς κριτικῆς; Τί ἐπιβιώνει –ἢ ἔστω, τί φαίνεται ὅτι μπορεῖ νὰ ἐπιβιώσει– στὴν μνήμη τῆς ἀναγνωστικῆς κοινότητας;

Ἀποπειρώμενο μιὰν ἀπάντηση στὰ παραπάνω, τὸ Νέο Πλανόδιον ἐγκαινιάζει τὴν ἑβδομαδιαία στήλη ‘‘Νέοι ποιητὲς ἑνὸς νέου αἰώνα. Διαρκὴς ποιητικὴ ἀνθολογία 2000-2020’’. Γιὰ διάστημα δύο ἐτῶν καὶ ἀρχῆς γενομένης ἀπὸ τὸν Φεβρουάριο τοῦ 2019, θὰ ἀνθολογοῦμε κάθε ἑβδομάδα ἀπὸ ἕνα ἢ περισσότερα ποίηματα ἑνός/μιᾶς συγγραφέα, ποὺ θὰ πληροῦν δύο προϋποθέσεις: θὰ εἶναι α) δημοσιευμένα μετὰ τὸ 2000, καὶ β) γραμμένα ἀπὸ ποιήτριες ἢ ποιητὲς 45 ἐτῶν καὶ νεώτερους, γεννημένους δηλαδὴ ἀπὸ τό –σημαδιακό– 1974 καὶ ἑξῆς.

Τὰ ποιήματα θὰ παρατίθενται πολυτονισμένα, δίχως ὅμως ἄλλες παρεμβάσεις στὸ πρωτότυπο. Ἐπίσης, στὸ τέλος κάθε ἑξαμήνου θὰ δημοσιεύεται στὸν ἱστότοπο ὁ Θησαυρὸς Ἀναγνώσεων τῶν ἀνθολόγων μὲ τὴν μορφὴ ἀναλυτικοῦ καταλόγου, ὅπου καὶ θὰ καταγράφονται ὅλες οἱ ποιητικὲς συλλογὲς ποὺ εἴδαμε στὸ διάστημα αὐτό. Τὰ ποιήματα ποὺ θὰ προκύψουν στὸ πέρας τῆς διαρκοῦς αὐτῆς ἀνθολόγησης, συμπληρωμένα ἐνδεχομένως καὶ μὲ ἄλλα, θὰ ἀποτελέσουν τὸν κορμὸ μιᾶς ἔντυπης Ἐκλογῆς.

Οἱ σκοποὶ τοῦ ἐγχειρήματος, δύο: νὰ ἀναδείξουμε τὰ ἀξιανάγνωστα ποιήματα ποὺ γράφονται στὶς μέρες μας ἀπὸ νέους ποιητές· καὶ νὰ συμβάλλουμε στὴν ἐπόπτευση τῆς νεοελληνικῆς ποίησης τοῦ αἰώνα μας, μακριὰ ἀπὸ παρελκυστικὲς κατηγοριοποιήσεις, αἰσθητικὲς ἢ/καὶ ἰδεολογικές.

ΘΑΝΑΣΗΣ ΓΑΛΑΝΑΚΗΣ – ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΚΟΡΔΑΣ


Μὲ δεδομένο τὸν τεράστιο ὄγκο τῆς τρέχουσας ποιητικῆς παραγωγῆς, ποὺ ξεπερνᾶ τοὺς 800 τίτλους ἐτησίως (813 γιὰ τὸ 2017, βάσει ἐπίσημων στοιχείων ἀπὸ τὴν Ἐθνικὴ Βιβλιοθήκη), οἱ ἀνθολόγοι δὲν τρέφουν ψευδαισθήσεις ὅτι εἶναι σὲ θέση νὰ τὴν παρακολουθήσουν στὴν πληρότητά της. Ὑπόσχονται ὅμως νὰ ἐξετάσουν φιλότιμα ὅλα τὰ βιβλία ποὺ θὰ τεθοῦν ὑπ’ ὄψιν τους. Οἱ φίλοι νέοι ποιητὲς μποροῦν νὰ τὰ στέλνουν στὶς διευθύνσεις: Ἀγησιλάου 7, Ἡράκλειο Ἀττικῆς, 141-22 καὶ Ἁγ. Φανουρίου 2, Ζωγράφου, 157-72 [Μὲ τὴν ἔνδειξη: “Α.Β.Γ.-Α.Κ. γιὰ τὸ Ν.Π.” στὰ στοιχεῖα τοῦ παραλήπτη].


Γιῶργος Γωνιανάκης

(Κάλεσμα, Ἀθήνα, Ποιήματα τῶν φίλων, 2013)

H0223-L16559448

Ἡ πόρτα τῶν ὀνείρων μου
                                         Μνήμη Μιχάλη Βασιλάκη

Ἡ πόρτα τῶν ὀνείρων μου εἶναι ἀνοικτὴ γιὰ σένα,
να ‘ρθεῖς νὰ ξαναζήσουμε ὅλα τὰ περασμένα.
Στοὺς δρόμους τῶν ὀνείρων μου ὅποτε θὲς περπάτα,
νὰ σεργιανίσομε μαζὶ σὲ μαγεμένη στράτα.
Στ’ ἅρματα τῶν ὀνείρων μου, τ’ ἀνέμου καβαλάρης,
ὅλο τὸν κόσμο θὰ γυρνᾶς, ἔλα, κι ἐμὲ νὰ πάρεις.
Στὰ κάστρα τῶν ὀνείρων μου μάχη θέλω νὰ δώσεις,
ὅλου τοῦ κόσμου τὸ κακὸ γιὰ πάντα νὰ σκοτώσεις.
Ὁ κόσμος τῶν ὀνείρων μου μὲ τὸ δικό σου μοιάζει,
ἀγάπη καὶ καλὴ καρδιὰ ἐμᾶς ἐξουσιάζει.
Ἡ μπάντα τῶν ὀνείρων μου θά ‘χει δικούς σου ἤχους,
ἐσὺ θὰ παίζεις μουσικὴ κι ἐγὼ θὰ γράφω στίχους.
Στὸ γλέντι τῶν ὀνείρων σου θὰ κάνομε βεγγέρα,
παλιὸ κρασὶ θὰ πίνομε μέχρι νὰ βγεῖ ἡ μέρα.
Καὶ σὰν ξυπνήσω, φίλε μου, ἐσὺ δὲ θά ‘σαι γύρω –
ὤ, πόσο γρήγορα περνᾶ ὁ χρόνος τῶν ὀνείρω.
Μὰ αὐτὸ ποὺ θέλησα νὰ πῶ, πιστεύω πὼς τὸ εἶπα:
τὴν πόρτα τῶν ὀνείρων μου ὅποτε θέλεις χτύπα.

                                                        16-VII-2006

~.~

Βαρέλι

Κι ἡ προσμονὴ ὡρίμαζε χωρὶς νὰ βρίσκει πάτο·
χαμένος οἶνος ἔρεε στὰ ὀνειρέματά μου,
καθὼς ἐντός μου πάλευε τ’ ἄδειο μὲ τὸ γεμάτο.

Καὶ μιὰ βραδιὰ ξεχείλισε καὶ γέμισα δυὸ κοῦπες·
τὸ κάλεσμα τ’ ἀρνήθηκαν, καὶ τότε ἤπια μόνος:
καὶ μέθυσα μὲ θάνατο καὶ ξέρασα ἀγάπη.

Ὦ, τρυγητές μου ἔρωτες, σεῖς ξέρετε μονάχα
ποιό μυστικὸ κατανικᾶ τὴν τρύπα τοῦ θανάτου,
γιατὶ ἀπ’ ὅταν πάψατε ἡ στέρηση πληθαίνει:

Ἐμένα ξεπατώσετε ποὺ βράζω ἀπὸ ζυμώσεις.
Ὁ χρόνος εἶναι ὥριμος, – Ὥρα καλή, ἂς ἔρθεις.
Ὦ αἴσθηση πληρότητας! Ὦ ἅγιασμα τῆς μέθης!

~.~ 

Σὰν ψαροκόκκαλο καρφώθηκα στῆς πόλης τὸ λαρύγγι·
πῶς βρέθηκα ΄δῶ πέρα!
Θέλω νὰ φωνάξω, ὅμως ἔχω χάσει τὴ φωνή μου.
Κι αὐτὴ τοῦ δρόμου ἡ πνοὴ φέρνει μονάχα βρώμα
σὰν ἀπὸ μιᾶς γριᾶς – παλιόγριας τὸ στόμα
(ἐδῶ ΕΝΟΙΚΙΑΖΕΤΑΙ ἐδῶ ΑΓΟΡΑ ΧΡΥΣΟΥ)
ποὺ μούχλιασε ἡ μποὐκα της σαπίλα
καὶ τὸ φτιασίδωμα δὲν ἔχει πιὰ σαγήνη·
λάμπουν τὰ ψεύτικα χρυσά της δόντια

~.~

(Τί εἶπε τὸ ποτάμι, Ἀθήνα, Στιγμή, 2018)

Evinos_River,_Greece_-_View_from_the_Bania_bridge

Δάσος ὑδάτινο

Ἡ θάλασσα συνέχιζε τὰ δάση.
Κι ἐκεῖ, στὸ δασωμένο ἀκροθαλάσσι,
ψαράδες ξυλοκόποι συναγμένοι
ὅπου γιὰ τὴ δική σου τὴν εὐγένεια
καὶ τὸ δικό μου τὸ χατίρι
βάζουν φωτιὰ στὶς βάρκες
καὶ σπάζουν τὰ πελέκια
ἀλλὰ φύγαν καὶ δὲν μοῦ εἶπαν
τί εἶναι πιὸ ἐπικίνδυνο,
νὰ κολυμπήσω σὲ βαθειὰ νερὰ
ἢ νὰ πνιγὼ στὴν εὐωδιὰ τῶν δέντρων·
φύγαν, καὶ τά ‘χω χάσει…

Ποὺ εἶναι τὰ μάτια σου
μιὰ θάλασσα ἀπὸ δάση.

~.~

Ἀποκάρπωση

Στὸ σπίτι γύριζα κι ἀνέβαινα πρὸς Στρέφη.
Καὶ ἦταν σὰν νά ‘κοβα κρυφοὺς καρπούς·
γευόμουν τὸ ἀπόγευμα καὶ ἔπινα τ’ ἀγέρι
καὶ ἡ λιακάδα εἶχε μαλακώσει τ’ ἀνηφόρι.
Τί μέρα ὄμορφη κι ἀνάλαφρο τὸ φῶς της!
Σὲ λίγο —σκέφτηκα— θὰ νύχτωνε
τὰ μαγαζιὰ θὰ μάζευαν ὡραῖο κόσμο.
Μιὰ στάση, μιὰ στιγμὴ καὶ θὰ μὲ βρεῖ τὸ βράδυ
ἁπλὸ καὶ πλούσιο μὲ τὴ σοδειὰ τοῦ ἥλιου.

~.~

Ἀκέραιο θραῦσμα

Μύριες ἀλήθειες καὶ μαῦρο μοιρολόι
κεῖνο τὸ βράδυ πέσαν, τὸ βράδυ
ποὺ κοίμισε σκληρὰ ἡ μάνα τὸ παιδί της
τὸν γιό της τὸν μονάκριβο· πικρὸ νανούρισμα.

—Πῶς τὸ ἀβάσταχτο λιγάκι νὰ γλυκάνει.

Ἄχι, κι ὁ χρόνος πίσω δὲν γυρνᾶ!
Κι ἀπὸ τοῦ θειου-Γιώργη τὰ στερνὰ
ὣς τῆς γιαγιᾶς τὸ θρῆνο καὶ τὸ σθένος
ἡ μνήμη μου ἀκέραια ματώθηκε
ἀπὸ τὴ φράση-θραῦσμα:

«Γιέ μου, μὰ καὶ νεκρός, πάλι ὡραῖος εἶσαι!».


Ὁ Γιῶργος Γωνιανάκης γεννήθηκε τὸ 1984 στὸ Ἡράκλειο Κρήτης. Ζεῖ στὴν Ἀθήνα. Εἶναι ἀπόφοιτος τῆς Α.Σ.Παι.Τ.Ε. τοῦ Τμήματος Ἠλεκτρονικῶν Μηχανικῶν. Ἔχει ἐκδώσει δύο ποιητικὲς συλλογές: Κάλεσμα (2013) καὶ Τί εἶπε τὸ ποτάμι (2018).

Χρόνοι της αφήγησης

του ΦΩΤΗ ΔΟΥΣΟΥ

Όταν πριν λίγα χρόνια το Νόμπελ λογοτεχνίας δόθηκε στον Γάλλο συγγραφέα Πατρίκ Μοντιανό πολλοί δημοσιογράφοι και άνθρωποι του βιβλίου αντέδρασαν με κάποια αμηχανία. Δεν τον γνωρίζανε. Ο συγγραφέας δεν συγκαταλεγόταν στα τρανταχτά ονόματα. Δεν επρόκειτο για κραυγαλέα περίπτωση. Αντιθέτως το χαμηλόφωνο έργο του, με τη μουρμουριστή πρόζα που το χαρακτηρίζει, έμοιαζε να αντιστέκεται στους άκριτους διθυράμβους, στις ιαχές και στους πανηγυρικούς, στους οποίους τόσο αρέσκεται η σύγχρονη κριτική. Είναι ανάρμοστο να αδολεσχείς, να εκφράζεσαι με λεκτικά πυροτεχνήματα, να φωνάζεις ή να κραυγάζεις για ένα έργο που απεχθάνεται τον θόρυβο.

PATRICK MODIANO RECOIT LE PRIX ROGER MINIER POUR SON ROMAN LA PLACE DE L'ETOILE EN 1968

Ο Μοντιανό έχει γράψει ένα μόνο βιβλίο, βασανιστικά και επαναληπτικά, όπως κάνουν και οι περισσότεροι ομότεχνοί του άλλωστε. Σε όλα του τα έργα, ή σε αυτό το ένα, μοναδικό, πολύτομο, κατακερματισμένο αλλά ταυτοχρόνως και αρραγές έργο, ο ρυθμός είναι ο ίδιος. Αργός, γουργουριστός, μαυλιστικός. Δημιουργεί ηχητικές δίνες και μελωδίες γλυκιές και μακρινές. Τα μυθιστορήματα του Μοντιανό παράγουν μουσική. Μπορούμε να την ακούσουμε αν παρασυρθούμε στους ρυθμούς τους, αν αφουγκραστούμε τις αρμονίες τους, αν αφεθούμε στους κύκλους και τα da capo τους.

“Το Παρίσι αλλάζει! Αλλά τίποτα μέσα στη μελαγχολία μου δεν σάλεψε” λέει ο Μπωντλαίρ. Για τον Μοντιανό το Παρίσι είναι μια πόλη με τόσο γρήγορες αλλαγές που ο ίδιος αδυνατεί να παρακολουθήσει. Ό,τι έλαμπε ή έσφυζε από ζωή παλαιότερα, τώρα είναι ερείπιο. Ή έχει μετατραπεί σε κάτι τελείως διαφορετικό, αγνώριστο, ξένο. Το ίδιο και για κάθε πόλη από όπου πέρασε. Αυτός είναι ο σκηνικός διάκοσμος των μυθιστορημάτων του. Το στοιχείο της παρακμής και της αναπόφευκτης φθοράς αντιπαραβάλλεται με μια περασμένη, απολεσθείσα αίγλη. Αλλά η σύγκριση δεν γεννά μελαγχολία ή νοσταλγία. Ο Μοντιανό περιγράφει ψυχρά σαν να φτιάχνει μια λίστα, έναν κατάλογο προσώπων, ονομάτων, τοπωνυμιών.

Τα πρόσωπα, οι ήρωές του, αχνοφαίνονται μέσα στην πλοκή που κινείται κάνοντας ιλλιγγιώδεις  αν και βραδύτατες περιστροφές. Μόνο κάποια γενικά χαρακτηριστικά των προσώπων γίνονται αντιληπτά. Τι δουλειά κάνουν, με ποιους συσχετίστηκαν, πότε πέθαναν. Θυμόμαστε αναγκαστικά το κινηματογραφικό βλέμμα του Θεόδωρου Αγγελόπουλου. Στον Μοντιανό, όπως στον Αγγελόπουλο, σπανίζουν τα γκρο πλαν. Οι ανθρώπινες φιγούρες περιφέρονται μέσα στην υγρασία της ιστορίας σαν φαντάσματα, σαν σκιές και αφήνουν πίσω τους ένα ανεπαίσθητο ίχνος. Ο συγγραφέας αναζητεί το χνάρι τους και το φέρνει στο φως σαν τεκμήριο μεγάλης υπαρξιακής συμπύκνωσης. “Το φέρνει στο φως” εννοούμε το φέρνει στον λόγο. Δεν το αφήνει να ξεχαστεί. Το καταγράφει.

Οι άνθρωποι στη λογοτεχνία του Μοντιανό πεθαίνουν όπως λαμπάκια που κάποια στιγμή απλώς σβήνουν και η θαμπή λάμψη τους εξαχνώνεται κάτω από τους φανοστάτες της πόλης. Ο θάνατος επέρχεται σαν αναπόφευκτο, φυσικό συμβάν. Δεν υπάρχει πένθος. Η ζωή –αν αυτό που περιγράφεται είναι ζωή– συνεχίζεται.

MODIANO-750x345.jpg

Όταν δεν είναι σε αστικό περιβάλλον οι ήρωες του βρίσκονται στην εξοχή. Αλλά όχι εκτεθημένοι στην αγριάδα της φύσης. Οι άνθρωποι του Μοντιανό κινούνται πάντα εντός ορίου του πολιτισμού. Στην ύπαιθρο διαχίζουν πελούζες (τόσο αγαπημένη λέξη του Μοντιανό), κατασκευασμένους κήπους, ευθύγραμμες συστάδες δέντρων. Η παρέμβαση του ανθρώπινου παράγοντα, το έργο κάποιου αρχιτέκτονα τοπίου είναι εμφανέστατο σε όλα αυτά τα μέρη.

Οι Αμερικάνοι λένε ότι όσο πιο λίγο backstory παρεμβάλλεται σε μια ιστορία τόσο το καλύτερο. Η πλοκή υποτίθεται πρέπει να πηγαίνει μόνο μπροστά, για να γίνεται κάτι, να υπάρχει αλληλουχία γεγονότων, να μη βαριέται ο αναγώστης αλλά και για να βγαίνει κάποιο νόημα. Το backstory, οι αναδρομές στο παρελθόν, τα φλας μπακ δεν προωθούν την ιστορία. Αντιθέτως την πηγαίνουν όπισθεν ή την καθηλώνουν σε ακινησία.

Στον Μοντιανό τα πάντα είναι backstory. Παρόν δεν υφίσταται. Είναι τόσο καθοριστική αυτή η επιλογή στα έργα του που αγγίζει τα όρια του φιλοσοφικού προτάγματος. Όλα είναι παρελθόν. Όλα έχουν περάσει. Όλα έχουν συντελεστεί. Το παρόν είναι το μέρος που λαμβάνει χώρα η αφήγηση. Αλλά τα αφηγούμενα ανήκουν σε παρελθόντα χρόνο. Το παρόν είναι για να συλλογούμαστε ό,τι έγινε. Τα γεγονότα είναι καρφιτσωμένα σα νεκρές πεταλούδες σε ένα διαρκές παρελθόν, επικαλυμμένα από μια ονειρική αχλύ. Ο συγγραφέας τα ατενίζει έκπληκτος, στοχαστικός, κάποιες φορές εκστατικός. Ωστόσο το παρελθόν δεν είναι στατικό, δεν μένει ακίνητο. Αντιθέτως ρέει αργά σαν μάγμα και συνδιαμορφώνεται κάτω από την επιρροή εκείνου που το παρατηρεί και ακόμα περισσότερο εκείνου που το περιγράφει.

456992652(1)Ένας παλιός νόμος της αφήγησης λέει ότι εξιστορούμε ως επί το πλείστον σε παρελθόντα χρόνο. Σπανίως χρησιμοποιούμε τον ενεστώτα, που υποτίθεται έχει μια άλλη αμεσότητα. Ενεστώτας χρόνος χρησιμοποιείται κατά κανόνα στη συγγραφή σεναρίου ή θεατρικού κειμένου. Πολύ συχνά και στην ποίηση, όπως και στην αφήγηση ονείρων. Στα μυθιστορήματα, σε αυτά τα εκτεταμένα και επεξεργασμένα όνειρα, ο αόριστος είναι ο κυρίαρχος χρόνος και σπανιότερα ο παρατατικός. Ίσως θέλουμε να δείξουμε με τον αόριστο ότι τα γεγονότα που περιγράφουμε είναι μοναδικά, συνέβησαν άπαξ. Επίσης είναι σημαντικά. Ανάμεσα σε τόσα και τόσα που έλαβαν χώρα  και συνεχίζουν να αλληλοδιαδέχονται το ένα τ’άλλο, διασώθηκαν μόνο τα συγκεκριμένα μέσα από τον ληθαργικό ποταμό του χρόνου. Άρα όσα επιλέγουμε να διηγηθούμε, όσα ξεχωρίζουμε και τους δίνουμε καλλιεπή, ηδυσμένο λόγο για να εκφραστούν, έχουν ιδιάζουσα αξία και σημασία. Είναι μοναδικά.  Ποιος ενδιαφέρεται για το ευτελές, το τετριμμένο, το ανούσιο; Από τον καιρό που ο άνθρωπος καθόταν στη σπηλιά του γύρω από τη φωτιά και άκουγε τον πρωτόγονο storyteller, διψούσε για ιστορίες που έχουν νόημα, που ερεθίζουν το συναίσθημα και τη φαντασία, που προκαλούν έλεος, φόβο και κάθαρση.

Στον Μοντιανό οι χωροχρονικοί κανόνες της αφήγησης συχνά καμπυλώνονται ή και ανατρέπονται ακόμη. Κάποιες φορές μιλάει για παρελθόντα γεγονότα χρησιμοποιώντας ενεστώτα, λες και τα ζει την ίδια στιγμή που τα περιγράφει. Τηλεμεταφέρει τους ήρωές του από τόπο σε τόπο αγνοώντας τις απαιτούμενες συνδέσεις. Όχημά του είναι η μνήμη και της δίνει απόλυτη ελευθερία κινήσεως.

Αν ο χρόνος της αφήγησης είναι πεπερασμένος, ο τόπος αποδεινύεται εντελώς θραυσματικός. Συνέχεια δεν υπάρχει. Τι ενώνει λοιπόν, τι κρατάει σε συνοχή αυτό το ιδιότυπο σύμπαν; Τι του δίνει νόημα και υπόσταση; Ίσως η αγωνία του συγγραφέα να διασώσει μέσα στον ορυμαγδό του χρόνου ο,τιδήποτε και αν σώζεται: ένα όνομα, μια αίσθηση, μια στιγμή. Καθώς και η ενδόμυχη  πεποίθησή του ότι η προσπάθειά του είναι μάταιη, ανώφελη, αλυσιτελής και άρα έχει μια βαθιά ανθρώπινη διάσταση.

ΦΩΤΗΣ ΔΟΥΣΟΣ

Η αμείλικτη απεραντοσύνη του κάμπου

4 (6)

του ΗΛΙΑ ΜΑΛΕΒΙΤΗ

Χεσούς Καρράσκο
Άγρια ερημιά
(μετ. Λένα Φραγκοπούλου)
Αντίποδες, 2018

Ένα αγόρι κουλουριασμένο μέσα σε μια τρύπα στο χώμα κρύβεται από τους συγχωριανούς του, που τον ψάχνουν.
Ένα αγόρι σχεδόν θαμμένο μες «στο λαγούμι του στο χώμα» λουφάζει, επιμελώς καλυμμένο από πάνω του με κλαριά οιονεί –διαπερατή αλλ’ αόρατη– ταφόπλακα.
Το αγόρι κρύβεται ασάλευτος, χωμένος στην κρυψώνα του.
Το αγόρι δεν βγάζει άχνα στις κραυγές των ανθρώπων που καλούν το όνομά του.
Σαν σουρουπώνει και πέφτει το φως της μέρας, ο οικεία βουλήσει ‘κατελθών εις τον Άδη’ εγείρεται· καθώς ο ήλιος δύει αυτός αναδύεται από τον ‘κάτω κόσμο’ των εξαφανισμένων, στον έρημο από ανθρώπους κόσμο του σκοταδιού, για να κρυφτεί ακόμα καλύτερα, ακόμα μακρύτερα από όλο το χωριό του, τον πατέρα του και την οικογένειά του, τον δάσκαλο, τον χωροφύλακα. Μέσα στη νύχτα, αρχίζει να βαδίζει μακριά προς «ό,τι εκτεινόταν πέρα από τα πόδια του» κι «αποτελούσε, απλούστατα, άγνωστη γη», «τοσοδούλης και σκουρόχρωμος στη σκοτεινιά» τραβάει μακριά κατά τον Βορρά, «απομακρυνόταν από το χωριό, από τον χωροφύλακα, από τον πατέρα του. Έφευγε, κι αυτό από μόνο του αρκούσε».
Στην περιπλάνησή του προς την άγνωστη γη συναντά έναν γέρο πλανόδιο βοσκό με το μικρό του κοπάδι από γίδες, το σκυλί και τον γάϊδαρο μα και τη Βίβλο του απόκοντα. Από εκείνη τη στιγμή η ζωή κι η μοίρα τους συμπλέκονται αδιαχώριστα μέχρι το τέλος του βιβλίου. Κι αυτό γιατί ο γέρος κι ο μικρός θα αντιμετωπίσουν μαζί τον βίαιο κόσμο που ορίζει ο ενήλικας χωροφύλακας, απ’ τον οποίο το αγόρι τρέχει να φύγει μακριά και με τον οποίο ο περιπλανώμενος γερο-βοσκός έχει ανοιχτούς λογαριασμούς.

81zTKTRzb9LΗ Άγρια ερημιά είναι το πρώτο βιβλίο του Καρράσκο, κι όπως λέει ο ίδιος είναι κατά πολύ επηρεασμένο από τον τόπο που μεγάλωσε στην Ισπανία. Ο χώρος κι ο χρόνος του μυθιστορήματος, αν και δεν αναφέρονται, παραπέμπουν ευδιακρίτως στην φρανκική ισπανική επαρχία κοντά στα μέσα του 20ου αιώνα. Ήδη ο τόπος κάνει την εμφάνισή του στον τίτλο του βιβλίου: στο ισπανικό πρωτότυπο είναι Intemperie, που σημαίνει τα στοιχεία (της φύσης), όπως λέμε “να είσαι στο έλεος των στοιχείων της φύσης”. Ταυτόχρονα, εξηγεί η Margaret Jull Costa, μεταφράστρια του έργου στα αγγλικά, η φράση “dejar alguien a la intemperie” σημαίνει “αφήνω κάποιον απροστάτευτο” γι’ αυτό και διάλεξε τη μετάφραση Out in the Open (Έξω στην ανοιχτωσιά) καθώς υποβάλλει την ιδέα της έκθεσης στα στοιχεία της φύσης αλλά και της φανέρωσης των σκοτεινών μυστικών σε δημόσια θέα. Η Λένα Φραγκοπούλου, που μας χάρισε τούτη την εξαιρετική μεταφορά του έργου στη γλώσσα μας, διαλέγει για την ελληνική μετάφραση την Άγρια ερημιά, μια φράση που ακούγεται δυο φορές μέσα στη διήγηση για να περιγράψει τον ψυχισμό λες του τόπου κι όχι το ίδιο το τοπίο, τον τραχύ κι άνυδρο κάμπο που διαβαίνουν ο μικρός κι ο γέρος.

Κοντά στη φοινικιά, ανακάλυψε τα απομεινάρια μιας παλιάς πλίθινης κατασκευής, που είχε διαβρωθεί από τον ήλιο και τον άνεμο και που από τους τοίχους της είχε μείνει στο έδαφος μονάχα μια γραμμή από πηλό. Αναγνώρισε την ορθογώνια κάτοψη μιας μονοκάμαρης κατοικίας, απ’ αυτές που συνηθίζουν να χτίζουν στη περιοχή, και θυμήθηκε το σπίτι του που ήταν έξω απ’ το χωριό.
Τώρα, μόνος κάτω απ’ τον ήλιο, κοιτούσε εκείνη την περίμετρο που είχε ύψος δυο σπιθαμές και στρογγυλεμένα τελειώματα, θυμίζοντας κρατήρα με τέσσερις γωνίες.  Ανέβηκε σε μία απ’ αυτές και κοίταξε ολόγυρα αναζητώντας σημάδια που να προδίδουν την παρουσία των διωκτών του ή οποιουδήποτε άλλου. Το έδαφος εκτεινόταν με ελαφρούς κυματισμούς προς όλες τις κατευθύνσεις και, όπου κι αν έστρεφε τη ματιά του, οι επιφάνειες τρεμόπαιζαν από την κάψα του εδάφους. […] Ο μικρός κρεμασμένος από τα χάμουρα του γαϊδάρου ένιωθε το λίκνισμα του ζώου σαν λιτανεία μονότονη όσο και η έκταση που διέσχιζαν. Μαυρίλα στα υψώματα, στον ορίζοντα, στη χέρσα γη. Με τον γέρο για οδηγό και τον γάιδαρο για στήριγμα, άφησε τις αναμνήσεις από τον τόπο του να τον παρασύρουν. Το χωριό του ήταν χτισμένο στον πάτο μιας ρηχής ρεματιάς, που κάποτε είχε νερό, αλλά τώρα αποτελούσε απλώς ένα μακρόστενο βαθούλωμα καταμεσής ενός απέραντου κάμπου.

Και ξεκινάω από δω. Από την αρχή ως το τέλος αυτό που κυριαρχεί είναι η άγρια ερημιά του τόπου. Άνυδρος, φρυγμένος, ακάλυπτος, δαρμένος αλύπητα από την ξηρασία, ο τόπος είναι ο πρωταγωνιστής, δευτεραγωνιστές οι άνθρωποι, αν μπορείς ανθρώπους να καλείς ό,τι απογυμνωμένο έχει απομείνει πια από αυτό που κάποτε θύμιζε άνθρωπο, θες πρόκειται για την κάτισχνη και τσακισμένη δυάδα των ηρώων ή για τη βίαιη και χτηνώδη επέλαση των  διωκτών τους. Ναι· είναι σαφές ότι ο Καρράσκο θέλει να μιλήσει για τον τόπο και την παρουσία του ανθρώπου μέσα σε αυτό το τοπίο της συμφοράς. Ναι, κι ακόμη βαθύτερα θέλει να μιλήσει για τη συμφορά, τον πόνο και την ακατάπαυστη βάσανο και κακουχία της ανθρώπινης ζωής.

Θυμήθηκε το κτήμα με τα λιόδεντρα που εκτεινόταν στη βόρεια πλαγιά της ρεματιάς. Εκεί όπου είχε βρει καταφύγιο. Ένας ξύλινος στρατός ριζωμένος, που γέμιζε το τοπίο κηλίδες στις αποχρώσεις του δέρματος. Συχνά, μια δεντροκορφή στηριζόταν σε δυο τρεις ροζιασμένους κορμούς, που πρόβαλλαν από τη γη σαν ανθοφόρα γεροντικά δάχτυλα. Ήταν σπάνιο να βρεις μια ελιά που να μοιάζει πραγματικά με δέντρο. Αντίθετα, αφθονούσαν οι ροζιασμένοι κορμοί, οι ξερές σχισμάδες απ’ τις οποίες κάποτε τρύπωσε το νερό για να παγώσει και να κάνει το ξύλο να σκάσει. Ένα τσούρμο φαντάροι που γυρνάνε από το μέτωπο. Λαβωμένοι, αλλά πορεύονται. Πορεύονται τόσο καιρό, ώστε κανείς δε θα μπορούσε να πει με σιγουριά ότι προχωράνε. Δεν μαρτυρούν αυτοί πως ο χρόνος περνά. Ο χρόνος είναι αυτός που τους οφείλει την υπόστασή του.

Απόντα ολωσδιόλου τα ονόματα. Τίποτα δεν ονοματίζεται, ούτε οι τόποι ούτε οι άνθρωποι. Μόνο μια νύξη σύνδεσης (σαν συνένοχο κλείσιμο του ματιού στον αναγνώστη) με το πασίγνωστο αρχετυπικό λογοτεχνικό ζευγάρι που περιδιάβαινε αντάμα τον ισπανικό χερσότοπο κάνει ο συγγραφέας, που δυστυχώς ξεθωριάζει, αν δεν εξαφανίζεται, στην ελληνική μετάφραση. Το πρωτότυπο «Tomó la pértiga bajo un brazo como si fuera un Quijote y levantó la punta endirección a los animales» μεταφέρεται ως εξής: «έβαλε τη γκλίτσα του σαν δονκιχωτικό κοντάρι κάτω από το μπράτσο του και ύψωσε το ένα άκρο προς τη μεριά των ζώων». Κι αυτή η πικαρέσκα χειρονομία του συγγραφέα, που κωμικά ιχνογραφεί τον μικρό ως Δον Κιχώτη, αποτελεί φόρο τιμής προς τον πατριώτη του Θερβάντες αλλά και προς το ίδιο το γελαστικό στοιχείο στο μυθιστόρημα.

Η γλώσσα πλούσια στις περιγραφές του πάμφτωχου, αυχμηρού κι άγριου τοπίου έχει συγχρόνως και μια αμεσότητα σχεδόν γευστικής, οσφρητικής κι απτικής τάξεως. Ώρες ώρες είναι σαν να αναπνέεις τη σκόνη του εδάφους, να μυρίζεις τη γιδίλα του κοπαδιού και το φρεσκοαρμεγμένο γάλα, το κάτουρο, να νιώθεις το κάψιμο του ήλιου στο δέρμα και το αίμα που κυλάει, την αλμύρα των δακρύων.

Και δεν είναι μόνον η απουσία του νερού κι η ξηρασία που ορίζουν τον τόπο και τους ανθρώπους, αλλά που αυτή η απουσία εντείνεται κι οξύνεται ως τις ακραίες ψυχικές εκτάσεις του ανθρώπινου με τη διαρκή παρουσία των υγρών εκροών του ανθρώπου (αρνητικό –υλικό και ψυχικό– σύστοιχο του επιποθούμενου και διαρκώς ελλείποντος ύδατος): τα ούρα και τα δάκρυα.

Άκουσε τ’ όνομά του να απλώνεται ανάμεσα στα δέντρα σαν μια σταγόνα πάνω στη γαλήνια επιφάνεια του νερού» κι όμως τον ραίνει το κάτουρο του δασκάλου· κατουριέται ο ίδιος στην κρυψώνα του προκειμένου να μην φανερωθεί. Το κάτουρο κυριαρχεί παντού περισσότερο κι απ’ το νερό που η απουσία του ορίζει την άγρια ερημιά όλου του τόπου κι όλου του έργου. Ως αρνητικό του νερού αλλά κι ως έκφραση ορατή του τρόμου εμπρός στη βία. Κατουριέται στην παρουσία και μόνον του χωροφύλακα. «Η λιμνούλα στα πόδια του είχε χαθεί ανάμεσα στις σχισμές του ασβέστη, αλλά τα μπατζάκια του ήταν υγρά και άρχιζε να νιώθει ένα ελαφρύ μούδιασμα στις γάμπες.

Κάτουρο και δάκρυα· δάκρυα άφθονα όσο το νερό που λείπει:

Κουλουριασμένος για να βρει στο χώρο ένα σημείο σύγκλισης ανάμεσα στην υγρασία της γης και των ματιών», «το αγόρι έμεινε για λίγο να κοιτάζει τη γαβάθα με τις γροθιές σφιγμένες πάνω στο τραπέζι. Άφησε το κεφάλι του να πέσει λες και ο λαιμός του διαλύθηκε απότομα κι άρχισε να κλαίει με ένα νευρικό, καταπιεσμένο κλάμα που του έκοβε την ανάσα κάθε στιγμή.

Και με τι σοφή μαεστρία δοσμένη αυτή η επαναληπτική σκηνή των δακρύων του αγοριού μες στη γαβάθα με τα καρύδια! Την πρώτη φορά ως έκφραση πόνου για την αναπόδραστη βία, τη δεύτερη σαν ξέσπασμα λυτρωτικό στη θύμησή της.

p3ydje1545138571846

Αν μόνον ο Θεός ονομάζεται μια φορά στο κείμενο έτσι κι ο Σατανάς. Κι αυτός είναι απερίφραστα ο χωροφύλακας: «Το αγόρι ακούγοντας τη λέξη “χωροφύλακας” από το στόμα του βοσκού ένιωσε το αίμα να του πυρπολεί τα πόδια και τη φλόγα να ανεβαίνει από τις πατούσες και να του καίει τα σωθικά όπως μόνο η ντροπή μπορεί  να κάψει. Στο άκουσμα του ονόματος του Σατανά από ξένα χείλη, ένιωσε να γκρεμίζονται τα τείχη μέσα στα οποία βίωνε την ατίμωσή του. Ήταν γυμνός ενώπιον του γέρου και ενώπιον των ανθρώπων». Ο χωροφύλακας ορίζει (καθορίζει αλλά και διαφεντεύει) τον κόσμο του ενήλικου κακού, της άγριας ερημιάς, ενάντια στο αγόρι· στα αγόρια.

Μ’ αυτό το κακό αναμετριέται ο γέρος και το αγόρι. Η νιότη και τα γερατειά. Ο ενδιάμεσος ενήλικος κόσμος εχθρός τους, διώκτης, η άνανδρη παραφωνία αντί για την ισορροπία, ανάμεσα στα δυο άκρα του εκκρεμούς της ανδρικής ζωής. Αυτή τη στρεβλή ενηλικίωση θέλει να αλλάξει ο μικρός με τη φυγή του, για αυτόν τον στόχο θα βοηθήσει κι ο γέρος με τη συμπαράσταση του στον μικρό.

Η γυναίκα πάλι απούσα παντού, ούτε σχεδόν ως ανάμνηση ή επίκληση μάνας: ένας άγριος ερημωμένος άκαρπος, άγονος ‘αρσενικός’ κόσμος ξηρασίας, βίας, σωματικής και ψυχικής κακουχίας κι εξάντλησης. Απαράκλητος. Η μόνη σχεδόν αναφορά στη γυναίκα-μάνα αφορά μια θαμμένη μνήμη για το κουβάλημα της στάμνας με νερό από τη βρύση στην πλατεία.

Γυμνός κι έρημος, με τη διπλή σημασία της λέξης (κενός κι ακάλυπτος) ο τόπος· απαράκλητος. Κι όμως σ’ αυτόν τον ερημότοπο, σαν άλλοι Ισραηλίτες νομάδες, ο γέρος και το αγόρι περιπλανώνται για να ξεφύγουν από του χωροφύλακα τα χέρια. Αλλά και για έναν άλλο λόγο, που συνταιριάζει ακόμα περισσότερο στην περιπλάνηση του Ισραήλ στην έρημο, για να ανδρωθεί το αγόρι, να πάρει όλη την ηθική εκπαίδευση που θα τον κάνει άντρα, ώστε να φτάσει ελεύθερος στη γη της Επαγγελίας-ενηλικίωσης, ενώ ο γέρος ως άλλος Μωυσής θα το οδηγήσει ίσαμε εκεί (σαν έναν άλλο Ιησού του Ναυή) χωρίς ο ίδιος να καταφέρει να μπει. Το χρέος του καταπώς φαίνεται ήταν να οδηγήσει το αγόρι –αφού την σμιλέψει και την διαπλάσει– στην πνευματική κι ηθική ενηλικίωσή του.

―Θα πρέπει να πας μόνος σου για νερό.
―Δεν ξέρω που έχει.
― Θα σου πω εγώ.
―Φοβάμαι.
―Είσαι γενναίο αγόρι.
― Όχι, δεν είμαι.
―Έφτασες μέχρι εδώ.
―Γιατί είχα εσάς.
―Γιατί είχες θέληση.
Το αγόρι δεν ήξερε τι να αποκριθεί.
―Είδες τον στέφανο του Ιησού εκεί πάνω;
―Ναι. Έχει τρεις ακτίνες.
―Τις λένε δυνάμεις. Η μία είναι η μνήμη, η άλλη είναι η νόηση και η τρίτη,  η θέληση.
Ο μικρός σήκωσε το βλέμμα. Πάνω από το τείχος διαγραφόταν στο λυκόφως μαι μαύρη σιλουέτα και μάντευε κανείς το χιτώνα, τα χέρια και τον στέφανο. Ακούγοντας εκστατικός τα λόγια του γέρου, άφησε για μια στιγμή τις σκοτούρες του κατά μέρος.
―Και ο Χριστός βασανίστηκε.
― Εγώ δε θέλω να βασανιστώ άλλο.
―Τότε θα μείνουμε εδώ και θα πεθάνουμε από τη δίψα. Τα βάσανά σου σύντομα θα τελειώσουν.

Carrasco-2017-02-800x533Αυτή ακριβώς η ηθική διάπλαση και ωρίμαση του αγοριού έχει να κάνει με τον κόσμο της πίστης και της ηθικής στάσης. Και φυσικά διόλου τυχαία δεν είναι η τετραπλή αναφορά της Βίβλου μες στο ολόγυμνο τοπίο της παντελούς ανυπαρξίας ονομάτων. Μέσα στη ρημαγμένη γη, πέρα απ’ τον πόνο, τη συμφορά και την κατάρρευση, ο Καρράσκο μιλάει και για την πίστη και την ηθική υπόσταση των ανθρώπων. Η δε φράση «ο ίδιος άνεμος που έφερνε τους ανθρώπους γυρνούσε και τα διάφανα φύλλα της Βίβλου, που ήταν ανοιχτή στο έδαφος», θαρρώ πως με ευκρίνεια εικονοποιητική δηλώνει πως η ίδια η ζωή που φέρνει το ελαύνον κακό προκαλεί ταυτοχρόνως και την απάντησή του από την ηθική. «Έμοιαζε περισσότερο με τη Σκηνή του μαρτυρίου παρά με μαντρί» μας λέει σε κάποια στιγμή για την πρόχειρη στάνη του κοπαδιού. Αλλά κι η χέρσα και φρυγμένη γη έχει παρομοιαστεί με την κόλαση. Μια κόλαση που η τελική επί γης εκπύρωση των κακών βρίσκει το λεκτικό της σύστοιχο στη διαπίστωση του γέρου: «οι πύλες της Κόλασης έχουν ανοίξει και τους περιμένουν». Όλα τα τωρινά βάσανα του αγοριού συσχετίζονται στον νου του με την θρησκευτική εικονοποιΐα του κηρύγματος: «σκέφτηκε πως η κόλαση που τον περίμενε στο τέλος της ζωής του δεν πρέπει να διέφερε και πολύ από τα βάσανα που περνούσε τώρα. Πως εκείνο το πηγάδι με τις φλόγες, το γεμάτο μαύρες ψυχές, θα μπορούσε κάλλιστα να είναι αυτός εδώ ο ξερόκαμπος με τον εσμό των αθλίων του».

[Στην πύρινη τούτη βιβλική εικονοποιΐα τολμώ να προσθέσω και μιαν άλλη αντιστοιχία: όταν ο μικρός σώζεται, ωσάν τους παίδες της καμίνου της φλεγομένης, από το παρανάλωμα της φωτιάς που λαμπάδιασαν οι διώκτες του στον πύργο που είχε καταφύγει.]
Πέρα από τις ρητές μνείες όμως, αλλά και την ισχνή κι απόμακρη μνήμη του κηρύγματος του παπά, η αναφορά στη Βίβλο ουσιαστικά έχει να κάνει με την ανάληψη της ηθικής ευθύνης και απόφασης, με την αντιμετώπιση των ηθικών διλημμάτων ως τέτοιων και την υπέρβαση του εγώ. Αντί για τον παπά με τα συγκεχυμένα εκκλησιαστικά κηρύγματα, ή τον πατέρα που ιδίαις χερσί παρέδωσε το αγόρι στις δυνάμεις του κακού, το έργο αυτό το διακονεί ο γέρος βοσκός.

Το αγόρι ξανάσκυψε στο πλευρό του γέρου.
―Δεν μπορώ να τα καταφέρω μόνος μου.
―Πρέπει να τα καταφέρεις.
―Δεν υπάρχει ούτε φτυάρι ούτε αξίνα.
―Αν δεν τους θάψεις θα τους φάνε τα όρνια.
―Και τι σημασία έχει;
―Έχει.
―Αυτοί οι άνθρωποι δεν το αξίζουν.
Γι’ αυτό πρέπει να το κάνεις.

Ούτως ή άλλως το μόνο λογικό ποίμνιο του γερο-ποιμένα δεν ήταν τα λιγοστά του γίδια αλλά το αγόρι.
Ο γέρος όμως είναι κι ο εκδικητής τιμωρός, ο άγγελος της αργοπορημένης αλλά κι αμείλικτης δικαιοσύνης.

Η πόρτα έτριξε ελαφρά και άνοιξε αργά αργά. Ένα αεράκι μπήκε από το δρόμο κι έκανε τις φλογίτσες να τρεμοπαίξουν. Στο κατώφλι, η σιλουέτα του τσοπάνη με το δίκαννο του βοηθού ανά χείρας είχε κάτι το αλλόκοτο: το καμπουριασμένο κορμί, το παντελόνι που έπλεε και το πρόσωπο σκαμμένο από το μόχθο και τις στερήσεις. Ίσα που κρατιόταν όρθιος κι έπρεπε να στηρίζεται στο κάσωμα για να μην πέσει. Ανάσαινε με δυσκολία.
― Φύγε από δω, γέρο.
Ο τσοπάνος έμεινε στην πόρτα ασάλευτος, σημαδεύοντας το κεφάλι του χωροφύλακα με το δίκαννο. […]
Ο χωροφύλακας είχε παραλύσει. Όχι από φόβο, από κατάπληξη.
―Δεν έχεις τ’ αρχίδια, τσομπάνη.
― Μην κοιτάς, μικρέ.

Γι’ αυτό κι ο δεσμός τους, μετά την αμείλικτη δοκιμασία της άγριας ερημιάς, γίνηκε ακατάλυτος, ψυχικός και σωματικός. Κατόρθωμα υιϊκής και πατρικής σχέσης αξεδιάλυτης.

Το αγόρι πετάχτηκε σαν ελατήριο και, χωρίς καν να κοιτάξει τον βοσκό, αγκάλιασε το καχεκτικό κορμί του. Βυθίστηκε στα κουρέλια του για να γίνει ένα μαζί του, για να τρυπώσει στο γαλήνιο καταφύγιο που αρνούνταν να του προσφέρουν τα δικά του χέρια. Ήταν η πρώτη φορά που βρισκόταν τόσο κοντά με κάποιον χωρίς να πρέπει να παλέψει. Η πρώτη φορά που το δέρμα του άγγιζε ενός άλλου και άφηνε τους χυμούς και τις ουσίες της ύπαρξής του να βγουν από τους πόρους του. Ο βοσκός τον υποδέχτηκε χωρίς να πει λέξη, σαν να υποδεχόταν προσκυνητή ή εξόριστο.

Αφού τελειώσει ο αγώνας και πληρωθεί το αναπόφευκτο μεγάλο τίμημα, έρχεται στο τέλος κι η βροχή σαν λυτρωτικός, καθαρτικός επίλογος. Έρχεται και πέφτει στάλα τη στάλα επάνω στη σκληρή, σχεδόν πετρωμένη γη:

χοντρές στάλες έσκαγαν πέφτοντας στο σκονισμένο έδαφος, χωρίς να το διαπερνούν»· σκάει παρά πέφτει, συγκρούεται με την ξεραμένη γη και την φρυγμένη παιδική ψυχή, που έχει πια ανδρωθεί. Κι όμως ο ερχομός της στην άγρια ερημιά ήταν αλάνθαστο σημείον για το αγόρι, που «ξαναγύρισε στο κατώφλι κι έμεινε εκεί όσο κράτησε η βροχή, έμεινε να κοιτάζει πώς χαλάρωνε για λίγο ο Θεός τις βίδες του μαρτυρίου του.

ΗΛΙΑΣ ΜΑΛΕΒΙΤΗΣ

 

Νέοι ποιητές ενός νέου αιώνα | 2. Μάξιμος Τρεκλίδης

ΔΙΑΡΚΗΣ ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ 2000-2020

Ποιά ἡ ποίηση τοῦ 21ου αἰώνα καὶ ποιοί οἱ ποιητές της; Χιλιάδες ποιητικὲς συλλογές, εἴτε τυπωμένες ἀπὸ ἐπώνυμους οἴκους εἴτε αὐτοεκδόσεις, ἑκατοντάδων ἢ καὶ χιλιάδων ποιητῶν ποὺ ἀναζητοῦν τὴν θέση τους στὴν Νεοελληνικὴ Λογοτεχνία. Τί μένει ὅμως καὶ τί περνάει ἀπὸ τὴν κρησάρα τῆς κριτικῆς; Τί ἐπιβιώνει –ἢ ἔστω, τί φαίνεται ὅτι μπορεῖ νὰ ἐπιβιώσει– στὴν μνήμη τῆς ἀναγνωστικῆς κοινότητας;

Ἀποπειρώμενο μιὰν ἀπάντηση στὰ παραπάνω, τὸ Νέο Πλανόδιον ἐγκαινιάζει τὴν ἑβδομαδιαία στήλη ‘‘Νέοι ποιητὲς ἑνὸς νέου αἰώνα. Διαρκὴς ποιητικὴ ἀνθολογία 2000-2020’’. Γιὰ διάστημα δύο ἐτῶν καὶ ἀρχῆς γενομένης ἀπὸ τὸν Φεβρουάριο τοῦ 2019, θὰ ἀνθολογοῦμε κάθε ἑβδομάδα ἀπὸ ἕνα ἢ περισσότερα ποίηματα ἑνός/μιᾶς συγγραφέα, ποὺ θὰ πληροῦν δύο προϋποθέσεις: θὰ εἶναι α) δημοσιευμένα μετὰ τὸ 2000, καὶ β) γραμμένα ἀπὸ ποιήτριες ἢ ποιητὲς 45 ἐτῶν καὶ νεώτερους, γεννημένους δηλαδὴ ἀπὸ τό –σημαδιακό– 1974 καὶ ἑξῆς.

Τὰ ποιήματα θὰ παρατίθενται πολυτονισμένα, δίχως ὅμως ἄλλες παρεμβάσεις στὸ πρωτότυπο. Ἐπίσης, στὸ τέλος κάθε ἑξαμήνου θὰ δημοσιεύεται στὸν ἱστότοπο ὁ Θησαυρὸς Ἀναγνώσεων τῶν ἀνθολόγων μὲ τὴν μορφὴ ἀναλυτικοῦ καταλόγου, ὅπου καὶ θὰ καταγράφονται ὅλες οἱ ποιητικὲς συλλογὲς ποὺ εἴδαμε στὸ διάστημα αὐτό. Τὰ ποιήματα ποὺ θὰ προκύψουν στὸ πέρας τῆς διαρκοῦς αὐτῆς ἀνθολόγησης, συμπληρωμένα ἐνδεχομένως καὶ μὲ ἄλλα, θὰ ἀποτελέσουν τὸν κορμὸ μιᾶς ἔντυπης Ἐκλογῆς.

Οἱ σκοποὶ τοῦ ἐγχειρήματος, δύο: νὰ ἀναδείξουμε τὰ ἀξιανάγνωστα ποιήματα ποὺ γράφονται στὶς μέρες μας ἀπὸ νέους ποιητές· καὶ νὰ συμβάλλουμε στὴν ἐπόπτευση τῆς νεοελληνικῆς ποίησης τοῦ αἰώνα μας, μακριὰ ἀπὸ παρελκυστικὲς κατηγοριοποιήσεις, αἰσθητικὲς ἢ/καὶ ἰδεολογικές.

ΘΑΝΑΣΗΣ ΓΑΛΑΝΑΚΗΣ – ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΚΟΡΔΑΣ


Μὲ δεδομένο τὸν τεράστιο ὄγκο τῆς τρέχουσας ποιητικῆς παραγωγῆς, ποὺ ξεπερνᾶ τοὺς 800 τίτλους ἐτησίως (813 γιὰ τὸ 2017, βάσει ἐπίσημων στοιχείων ἀπὸ τὴν Ἐθνικὴ Βιβλιοθήκη), οἱ ἀνθολόγοι δὲν τρέφουν ψευδαισθήσεις ὅτι εἶναι σὲ θέση νὰ τὴν παρακολουθήσουν στὴν πληρότητά της. Ὑπόσχονται ὅμως νὰ ἐξετάσουν φιλότιμα ὅλα τὰ βιβλία ποὺ θὰ τεθοῦν ὑπ’ ὄψιν τους. Οἱ φίλοι νέοι ποιητὲς μποροῦν νὰ τὰ στέλνουν στὶς διευθύνσεις: Ἀγησιλάου 7, Ἡράκλειο Ἀττικῆς, 141-22 καὶ Ἁγ. Φανουρίου 2, Ζωγράφου, 157-72 [Μὲ τὴν ἔνδειξη: “Α.Β.Γ.-Α.Κ. γιὰ τὸ Ν.Π.” στὰ στοιχεῖα τοῦ παραλήπτη].


Μάξιμος Τρεκλίδης

(Ἐωθινὰ βὰλς ἑνὸς μόνου, Ἀθήνα, Γαβριηλίδης, 2016)

51588430_1093537220842597_623115577585565696_n

ια’

[Ὁ ὕπνος τοῦ ἠλίου νοσταλγία
φέρνει στὰ χρώματα.] Τὸ πέρα κύμα
μὲ φτάνει μ’ ἕναν λιπόθυμο ἀέρα,
ἀφοῦ οἱ νεφέλες ἔχουν ἀπεργία.

Εἶναι μιὰ μέρα σκέτη εὐλογία…
Ἀκολουθώντας τὶς ἀμμορυτίδες
καθὼς μὲ συντροφεύουνε ἀχτίδες
ἀνίσχυρες, μὲ μιὰ σιωπὴ ἁγία.

Βραδιάζει καὶ λέω νὰ τὴν κάνω.
Βάζω στὸ mp3 τὸ Pilgrimage τῶν Om
κι ὅλο τυχαίως κοιτάζω πρὸς τὰ πάνω.

Ὁ ἄνθρωπος εἶναι ἀμπεμπαμπλόμ,
ὁ κόσμος τὸ παπούτσι ποὺ βρομάει.
Μὰ ἡ ὀμορφιὰ στὸ κούτελο ὁρμάει.

~.~

γγ’

Τὴ νύχτα ποὺ μ’ ἀγχώνουνε οἱ κοῦκοι,
κι ἄχρονα, ἀνειρήνευτα ρολόγια,
τὸ μόνο ποὺ μὲ σώζει εἶναι τὰ λόγια
σου: look our shadows, are so spooky.

Ἄρα ἡ καρδιὰ δὲν εἶναι λόγια,
γυρεύει ποῦ καὶ ποῦ κάνα χαστούκι,
ὅπως κι οἱ ἔννοιες τραμποῦκοι
φυλάγουν παρελθόντος λεξιλόγια.

Ξάπλωσε ἐδῶ, νυχτοκλάδευτη φίλη,
δίπλα στὰ μάτια μὲ τὸ αἰώνιο δείλι.
Ἔμπα στὸ χρῶμα κι ἂν δὲν χορτάσεις

θὰ μείνει ὁ χρόνος ποὺ σταμάτησε,
μία στιγμὴ ποὺ ἐγκλημάτισε
ποὺ μέσα της διαρκῶς θὰ ἐφησυχάζεις.

~.~

XV

                                                           Στὸν Πάνο

Πέφτουν τὰ σώματα κι ἀνεβαίνουν οἱ λέξεις μας
Σὰν τοὺς κλειστοὺς καπνοὺς μέχρι ποὺ χάνονται
Ἐρχόμενοι στὸ βαθύτερο λευκὸ
Ποὺ ἐνυπάρχει ἀβέβαιη ἡ νεκρὴ φωνή μας
Ἔξω ἀπ’ τοῦ χρόνου τὸ land up comedy –
Ποὺ ἀναγκαστήκαμε νὰ περάσουμε παρέα μὲ τὴ
Μεμψίμοιρη σάρκα μας – ζητιανεύει τὸ τέλος τῆς ἀνάσας

Ὥστε πράγματι αἰχμαλωτίζεται κανεὶς σ’ ἀθάνατες πληγές –
Εἴμαστε παιδαρέλια τῆς νόησης ἀλλιῶς εὐγενεῖς
Μὲ φύλλα κρεμασμένα στὸ μέτωπο.
Οὔτε μᾶς λείπει τίποτα οὔτε ἔχουμε τίποτα.

Πέφτουν τὰ χρώματα κατεβαίνουν οἱ αἰσθήσεις μας.
Ὁπόταν ξαναρθεῖ ὁ θάνατος
Θὰ γελάσουμε παραπάνω. Τὸ βεβαιώνω –


Ὁ Μάξιμος Τρεκλίδης γεννήθηκε τὸ 1992 στὰ Ἰωάννινα. Ζεῖ καὶ ἐργάζεται στὴν Ἀθήνα. Τὰ Ἐωθινὰ βὰλς ἑνὸς μόνου εἶναι ἡ πρώτη του ποιητικὴ συλλογή.

Κοινοτικό ήθος και εξατομίκευση

του ΧΡΗΣΤΟΥ ΓΡΟΣΔΑΝΗ

Jean Bloch-Michel,
Φροσύνη,
Οκτάνα, 2018

Εξαιρετικά μεταφρασμένη από την Ευγενία Γραμματικοπούλου στην καλαίσθητη έκδοση της νεοσύστατης Οκτάνας, η Φροσύνη (1966) δίνει στον Έλληνα αναγνώστη την ευκαιρία να έρθει σε επαφή με το έργο του Jean Bloch-Michel (1912-1987).

Μυθιστοριογράφος, δοκιμιογράφος και μεταφραστής, ο Jean Bloch-Michel υπήρξε στενός φίλος του Αλμπέρ Καμύ του οποίου προλόγισε πολλές εκδόσεις. Διακρίνονται άλλωστε στη Φροσύνη ομοιότητες με το ύφος του Καμύ: η λιτή και κομψή φράση, ο ελεγχόμενος λυρισμός και η αποτύπωση των αισθήσεων του μεσογειακού καλοκαιριού.

~.~

Η πλοκή της νουβέλας είναι εξαιρετικά απλή. Αφού τελείωσε το λύκειο στην πόλη, η Φροσύνη επιστρέφει στο νησί για τις καλοκαιρινές διακοπές. Εκεί, την περιμένει ο πατέρας της Αλέξης, ο οποίος έχει πολύ συγκεκριμένα σχέδια για το μέλλον της. Επιθυμεί εφεξής η κόρη του να παραμείνει στο νησί, για να την έχει συντροφιά στα γεράματα του και να την παντρέψει με έναν άντρα που έχει ο ίδιος επιλέξει. Η Φροσύνη ανατρέπει τα σχέδιά του ανακοινώνοντας την απόφασή της να επιστρέψει στην πόλη για να συνεχίσει τις σπουδές της και να γίνει καθηγήτρια. Ο Jean Bloch-Michel περιγράφει με ενάργεια την ένταση που δημιουργούν οι αντικρουόμενες επιθυμίες των δύο πρωταγωνιστών, εστιάζοντας κυρίως στην ταραχή και την ψυχική αναστάτωση του Αλέξη.

Η Φροσύνη θα έχανε μεγάλο μέρος της γοητείας της αν ο συγγραφέας περιοριζόταν στην περιγραφή της μανιχαϊκής σύγκρουσης μεταξύ ενός τυραννικού πατέρα και της επαναστατημένης κόρης του. Δεν πρόκειται όμως περί αυτού. Παρόλο που η ανυπακοή της Φροσύνης αποσυντονίζει τον Αλέξη και τον ωθεί –σε μια στιγμή παραφοράς– να κάψει τα βιβλία της (σύμβολα ενός τρόπου ζωής τον οποίο δεν αποδέχεται), οι αντιδράσεις του δεν είναι απόρροια πληγωμένου εγωισμού. H απόφαση της Φροσύνης δεν πλήττει μόνο την πατρική εξουσία αλλά έναν ολόκληρο κόσμο: τον κόσμο του κοινοτικού ήθους που ενσαρκώνει ο Αλέξης. Πίσω από τη σύγκρουση των δύο πρωταγωνιστών, δύο διαφορετικοί κόσμοι έρχονται αντιμέτωποι: ο κόσμος του κοινοτικού ήθους και εκείνος της εξατομικευμένης προσωπικότητας[1].

frosyni-9786188393103-1000-1339973

Ο κόσμος του Αλέξη είναι αιώνιος και αμετάβλητος κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν του Θεού που τον έπλασε. Κόσμος κλειστός, στο εσωτερικό του οποίου ο καθένας έχει τη θέση του και νιώθει ασφαλής. Χρέος κάθε γενιάς είναι να συνεχίσει την πορεία της προηγούμενης, χρέος κάθε ανθρώπου να διατηρήσει τα πράγματα ως έχουν: «Να ζεις σημαίνει να ανήκεις σε έναν κόσμο σωστά πλασμένο, όπου δεν χρειάζεται να αναρωτιέται κανείς κάθε πρωί ποια είναι η θέση του ή ποιο το καθήκον που οφείλει να εκπληρώσει στον κόσμο αυτόν». Σ ’έναν τέτοιον κόσμο ο εαυτός (ποιος είμαι, πού πάω, τι μου επιτρέπεται να κάνω;) δίνεται στο άτομο από την κοινότητα και οι εκδηλώσεις της ατομικότητας θεωρούνται σκάνδαλο. Δεν είναι τυχαίο ότι ο Αλέξης δέχεται το πρώτο πλήγμα όταν, μουδιασμένος από την ανακοίνωση της απόφασης της Φροσύνης να εγκαταλείψει το νησί, τη ρωτάει ποιος πήρε την απόφαση που τους φέρνει αντιμέτωπους. Η Φροσύνη, από σεβασμό και μόνο, δεν τολμά «να ξεστομίσει τη μοναδική λέξη, που θα μπορούσε να είχε πει: ‘‘εγώ’’». Αυτό το εγώ που αποφασίζει να ακολουθήσει μια πορεία υπαγορευμένη από τις δικές του ανάγκες και επιθυμίες και όχι επιβεβλημένη από τους άλλους είναι αδιανόητο για τον Αλέξη. Το γεγονός δε ότι η άρνηση του κόσμου του εκφράζεται από μια γυναίκα την καθιστά ακόμα πιο σοκαριστική. Εκεί έγκειται η δυσκολία επικοινωνίας μεταξύ τους. Παίρνοντας την απόφαση να ζήσει τη ζωή της όπως η ίδια το επιθυμεί, η Φροσύνη μετατρέπεται σε αίνιγμα για τον πατέρα της, γίνεται Άλλη, ξένη. Η αφηγηματική τεχνική του συγγραφέα αποδίδει εύστοχα αυτή τη μετατροπή: ο Jean Bloch-Michel εκθέτει λεπτομερώς την εσωτερική ζωή του Αλέξη, ενώ για τις σκέψεις και τα συναισθήματα της Φροσύνης δεν μαθαίνουμε τίποτα. Μόνο οι εξωτερικές της αντιδράσεις περιγράφονται μέσα από τα μάτια του έκπληκτου πατέρα της, ο οποίος προσπαθεί μάταια να τις αποκρυπτογραφήσει.

Ο Jean Bloch-Michel δεν ορίζει τον τόπο και χρόνο της δράσης, αν και ο αναγνώστης καταλαβαίνει εύκολα ότι αυτή τοποθετείται σε κάποιο ελληνικό νησί κατά τη δεκαετία του ’50 ή του ’60. Ορισμένες απειλητικές για τον κόσμο του Αλέξη ενδείξεις έχουν ήδη αρχίσει να εμφανίζονται. Όπως τα καινούργια πλαστικά προϊόντα που αυτός αρνείται να συμπεριλάβει στην πραμάτεια του παντοπωλείου του και τα φερσίματα των νησιωτών που ζουν στην πόλη και έρχονται για τις διακοπές τους στο νησί. Πρόκειται όμως για μικρές ρωγμές στην επιφάνεια του κόσμου του· η καθημερινότητά του δεν διαταράσσεται. Μέχρι τη στιγμή που η στάση της Φροσύνης θα τον κλονίσει, κάνοντας τον να αναρωτηθεί, έστω και στιγμιαία, μήπως η σταθερότητα του κόσμου του δεν αποτελεί εγγενές χαρακτηριστικό του αλλά προσωπική του πρόσληψη.

Αξίζει να σημειωθεί ότι ο αφηγητής δεν παίρνει θέση στη διαμάχη τους. Αφήνει τους δύο πρωταγωνιστές να υπερασπιστούν πεισματικά τις επιλογές τους, εκκινώντας από τα βιώματά τους. Η κοινότητα, παρά τις όποιες αντιθέσεις μεταξύ των μελών της και τις δυσκολίες της καθημερινής ζωής, είναι πράγματι ένας ειδυλλιακός μικρόκοσμος που εγγυάται τον αυθεντικό βίο ή, αντίθετα, συντηρεί ανισότητες και καταπνίγει οποιονδήποτε προσπαθεί να ζήσει για τον εαυτό του; Ο καθένας πιστεύει ότι έχει το δίκιο με το μέρος του, και για αυτό και οι δύο τους είναι συγκινητικοί. Η μοναξιά του χήρου και εγκαταλειμμένου από τους γιούς του Αλέξη, οι οποίοι έχουν αποξενωθεί από αυτόν και τον επισκέπτονται αραιά και πού ντυμένοι με κουστούμια «που πάντα μοιάζουν σαν να έχουν ραφτεί για άλλους», και η πεισματική του προσκόλληση στον κόσμο της κοινότητας μάς αγγίζει εξίσου με την επιμονή της Φροσύνης να μην επιτρέψει σε κανέναν, ούτε καν στον ίδιο της τον πατέρα, να αποφασίσει για λογαριασμό της.

jean-bloch-michel

Αν και στη νουβέλα υπάρχουν όλες οι προϋποθέσεις δραματικής κατάληξης, ο Jean Bloch-Michel δεν ενδίδει στον πειρασμό της τραγικής έκβασης. Η αντίθεση των δύο πρωταγωνιστών δεν διαρρηγνύει τον χαμηλόφωνο τόνο, η μεταξύ τους ένταση δεν γίνεται ποτέ ανεξέλεγκτη. Ο Μίλαν Κούντερα έχει τονίσει στο δοκιμιακό του έργο τη δυσπιστία του μυθιστορήματος απέναντι στο τραγικό: τις θεατρικές του ρίζες, τη λατρεία του μεγαλείου, την τυφλότητά του απέναντι στην πεζότητα της ζωής[2]. Η Φροσύνη με το μελαγχολικό της κλείσιμο και τις ανθρώπινες διαστάσεις των χαρακτήρων της επιβεβαιώνει την αντίληψή του.

Αναμένοντας και άλλα κείμενα παρόμοιας ποιότητας, δεν μένει, κλείνοντας, παρά να ευχηθούμε στην Οκτάνα καλή συνέχεια.

ΧΡΗΣΤΟΣ ΓΡΟΣΔΑΝΗΣ


[1] Στηρίζομαι εδώ στην εργασία του Στέλιου Ράμφου, Ο καημός του ενός (Αρμός, Αθήνα 2007), στην οποία ο συγγραφέας πραγματεύεται το πρόβλημα της ελληνικής εξατομίκευσης. Ως εξατομίκευση ορίζεται η μακρά ιστορική διαδικασία η οποία αποκόπτει το άτομο από τα παραδοσιακά συστήματα αναφοράς, όπως η θρησκεία και τα ήθη της κοινότητας, και το στρέφει προς τον εαυτό του. Ο Ράμφος υποστηρίζει ότι η συγκεκριμένη διαδικασία έλαβε χώρα μόνο στη Δυτική Ευρώπη. Στην Ελλάδα, η ορθόδοξη θεολογία και ο ισχυρός ομαδισμός του ελληνικού λαού προέβαλαν ισχυρές αντιδράσεις στις εξατομικευτικές τάσεις. Τα παραπάνω είχαν ως αποτέλεσμα ο Έλληνας να διατηρεί σε πολλές πλευρές της ζωής του το προ-νεωτερικό ήθος και να αναζητεί την ταυτότητά του στο πλαίσιο της ομάδας (οικογένεια, σόι, κοινότητα, παρέα). Μια από τις επιτυχίες της νουβέλας είναι η (σε επίπεδο βιώματος) περιγραφή του κοινοτικού ήθους.

[2] Μίλαν Κούντερα, Ο Πέπλος, δοκίμιο σε εφτά μέρη, μτφ. Γ. Η. Χάρης, Εστία, Αθήνα, 2005, σ. 148-151.

Νέοι ποιητές ενός νέου αιώνα | 1. Θοδωρῆς Ρακόπουλος

ΔΙΑΡΚΗΣ ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ 2000-2020

Ποιά ἡ ποίηση τοῦ 21ου αἰώνα καὶ ποιοί οἱ ποιητές της; Χιλιάδες ποιητικὲς συλλογές, εἴτε τυπωμένες ἀπὸ ἐπώνυμους οἴκους εἴτε αὐτοεκδόσεις, ἑκατοντάδων ἢ καὶ χιλιάδων ποιητῶν ποὺ ἀναζητοῦν τὴν θέση τους στὴν Νεοελληνικὴ Λογοτεχνία. Τί μένει ὅμως καὶ τί περνάει ἀπὸ τὴν κρησάρα τῆς κριτικῆς; Τί ἐπιβιώνει –ἢ ἔστω, τί φαίνεται ὅτι μπορεῖ νὰ ἐπιβιώσει– στὴν μνήμη τῆς ἀναγνωστικῆς κοινότητας;

Ἀποπειρώμενο μιὰν ἀπάντηση στὰ παραπάνω, τὸ Νέο Πλανόδιον ἐγκαινιάζει τὴν ἑβδομαδιαία στήλη ‘‘Νέοι ποιητὲς ἑνὸς νέου αἰώνα. Διαρκὴς ποιητικὴ ἀνθολογία 2000-2020’’. Γιὰ διάστημα δύο ἐτῶν καὶ ἀρχῆς γενομένης ἀπὸ τὸν Φεβρουάριο τοῦ 2019, θὰ ἀνθολογοῦμε κάθε ἑβδομάδα ἀπὸ ἕνα ἢ περισσότερα ποίηματα ἑνός/μιᾶς συγγραφέα, ποὺ θὰ πληροῦν δύο προϋποθέσεις: θὰ εἶναι α) δημοσιευμένα μετὰ τὸ 2000, καὶ β) γραμμένα ἀπὸ ποιήτριες ἢ ποιητὲς 45 ἐτῶν καὶ νεώτερους, γεννημένους δηλαδὴ ἀπὸ τό –σημαδιακό– 1974 καὶ ἑξῆς.

Τὰ ποιήματα θὰ παρατίθενται πολυτονισμένα, δίχως ὅμως ἄλλες παρεμβάσεις στὸ πρωτότυπο. Ἐπίσης, στὸ τέλος κάθε ἑξαμήνου θὰ δημοσιεύεται στὸν ἱστότοπο ὁ Θησαυρὸς Ἀναγνώσεων τῶν ἀνθολόγων μὲ τὴν μορφὴ ἀναλυτικοῦ καταλόγου, ὅπου καὶ θὰ καταγράφονται ὅλες οἱ ποιητικὲς συλλογὲς ποὺ εἴδαμε στὸ διάστημα αὐτό. Τὰ ποιήματα ποὺ θὰ προκύψουν στὸ πέρας τῆς διαρκοῦς αὐτῆς ἀνθολόγησης, συμπληρωμένα ἐνδεχομένως καὶ μὲ ἄλλα, θὰ ἀποτελέσουν τὸν κορμὸ μιᾶς ἔντυπης Ἐκλογῆς.

Οἱ σκοποὶ τοῦ ἐγχειρήματος, δύο: νὰ ἀναδείξουμε τὰ ἀξιανάγνωστα ποιήματα ποὺ γράφονται στὶς μέρες μας ἀπὸ νέους ποιητές· καὶ νὰ συμβάλλουμε στὴν ἐπόπτευση τῆς νεοελληνικῆς ποίησης τοῦ αἰώνα μας, μακριὰ ἀπὸ παρελκυστικὲς κατηγοριοποιήσεις, αἰσθητικὲς ἢ/καὶ ἰδεολογικές.

ΘΑΝΑΣΗΣ ΓΑΛΑΝΑΚΗΣ – ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΚΟΡΔΑΣ


Μὲ δεδομένο τὸν τεράστιο ὄγκο τῆς τρέχουσας ποιητικῆς παραγωγῆς, ποὺ ξεπερνᾶ τοὺς 800 τίτλους ἐτησίως (813 γιὰ τὸ 2017, βάσει ἐπίσημων στοιχείων ἀπὸ τὴν Ἐθνικὴ Βιβλιοθήκη), οἱ ἀνθολόγοι δὲν τρέφουν ψευδαισθήσεις ὅτι εἶναι σὲ θέση νὰ τὴν παρακολουθήσουν στὴν πληρότητά της. Ὑπόσχονται ὅμως νὰ ἐξετάσουν φιλότιμα ὅλα τὰ βιβλία ποὺ θὰ τεθοῦν ὑπ’ ὄψιν τους. Οἱ φίλοι νέοι ποιητὲς μποροῦν νὰ τὰ στέλνουν στὶς διευθύνσεις: Ἀγησιλάου 7, Ἡράκλειο Ἀττικῆς, 141-22 καὶ Ἁγ. Φανουρίου 2, Ζωγράφου, 157-72 [Μὲ τὴν ἔνδειξη: “Α.Β.Γ.-Α.Κ. γιὰ τὸ Ν.Π.” στὰ στοιχεῖα τοῦ παραλήπτη].


Θοδωρῆς Ρακόπουλος

(Φαγιούμ, Ἀθήνα, Μανδραγόρας, 2010)

948b96274c66ed8468c35c7d6907f25a.jpg

φαγιούμ

Κάθε τόσο ἀπαντοῦν στὰ ἰντεντικίτ
μὲ φωτογραφικὴ ἀνακρίβεια
ἢ ἔνστολου μνήμη ἀνορθόγραφη
στὶς στροφὲς τῆς λεωφόρου,
αὐτοκινημένοι, ἀκίνητοι.

ἀσάλευτοι
σὰν γιὰ πορτρέτο διαβατηρίου
θολὸ σὲ τράνζιτ κι ὑπὸ βροχήν

κάνουν στάση ὅσο
–σὲ κάποιο ἄλλο ποίημα–
ἡ ἀδράνεια ἀποτυπώνει
τὸ ὁλοκάθαρο φαγιούμ τους

~.~

ἐπιφάνια

Στάθηκε λοιπὸν μπροστά
μὲ τὸ πνευμόνι του διαμπερές
κι ἕνα μπουκάλι χωρὶς πῶμα
ἢ μέσα μήνυμα

μὲ τὴν ἀμηχανία τοῦ ἀκάλεστου
στὸ κατώφλι κυριακάτικα
ὅταν ὅλες οἱ κάβες ἔχουν κλείσει

«ρὲ Πάνο» τοῦ εἶπα, «ἀπὸ τὸ χῶμα ἔρχεσαι καὶ μοῦ μυρίζεις
σὰν ὅταν ἔσκαβες χωράφια· ὁ ἴδιος· κόπιασε».

Ἐκεῖνος δὲν ἀπάντησε– οὔτε κἂν φαίνονταν
νὰ ἔχει καταλάβει· μὲ κοίταζε ἀργὰ στὸ στῆθος
σὰν νὰ ψάχνει τοὺς ὑπότιτλους
κι ἔβγαζε ἕνα μαντήλι συνέχεια κόκκινο
σκουπίζοντας τὴν εὐφυΐα στάλα στάλα ἀπὸ τὸ μέτωπο.

Δὲν ἤτανε στὴ γλώσσα ὁ Πάνος.
Δὲν «τό ‘χε» ποὺ λὲν οἱ γλωσσοπλάστες.
Σὲ μιὰ μαύρη φωτογραφία ἤτανε, χωμένος στὸ παλιό του ροῦχο.

σημ: αὐτὸ τὸ ποίημα βγῆκε μὲ ἀναμμένο τὸ ἀλάρμ
μόλις προσπέρασα ἕναν ποὺ σοῦ ἔμοιαζε ρὲ Πάνο
ἀκίνητος στὸ ἀεράκι τοῦ ἀμπελώνα
μὲ τὸ πουκάμισό του καπνισμένο
λογάριαζε τὴν ἀριθμητικὴ τῶν πουλιῶν.

~.~

ἀπὸ κουτὶ φοντάν

(σχόλια σὲ φωτογραφία)

Στέκουν τὰ δέντρα ἀνώνυμα στὸ γκρί:
ἁβρά, μὲ ἔνταση ἀναπάντεχης γεωγραφίας,
στὸ ρυάκι ποὺ ἐπαναλαμβάνονταν Πρωτομαγιὲς σειρά
σὲ δρόμο μὲ ἐθνόσημα, πουκάμισα γραμμὴ
ἢ μὲ Τορόντου κλίμακα: τεράστια, μακρινά.

Ἀγνωστοι δρόμοι, πόλεις σὲ αιὠνια ἀπογέματα·
ἡ σκαλωσιὰ μὲ ὁμόηχα ἐπίθετα ποὺ λὲν family tree.
Γελᾶν στ’ ἀρχαῖα ἢ μακεδόνικα – πάντως σπαστά.
Τὸ φῶς ὅριζε ἴδιο τότε ὅπως τώρα, τὰ ἐκθέματα
ποὺ θὰ γινόντουσα ζωές τους. Ἀγέλαστοι, μαζί.

Τὸ λικέρ, γερμένο σὰν φακός, διαλύει τὴν πυκνότητα
ἀπὸ τὰ παραστήματα στὴν ἀναμνηστική:
σοβαροί, φερμένοι στὸ κάδρο τελευταία στιγμή
– στὸ ρέμα, στὴν παρέλαση, στὸν Καναδᾶ.
Ἡ ἀφιέρωση, ἀπὸ πίσω, σὲ ἐπίσημα πολυτονικὰ
καί –θὲς νὰ πεῖς— «μὲ ἀνορθόγραφη κομψότητα».

Τοῦ Θόδωρου: μνήμη

~.~

(Ἡ συνωμοσία τῆς πυρίτιδας, Ἀθήνα, Νεφέλη, 2014)

563028_350354455017919_163015065_n

Ἡ Τούρνα (μακεδ.), Τουτέστιν Λοῦτσος

Ἡ τούρνα, το μικρὸ σκυλόψαρο τῆς Βεγορίτιδας, μὲ
τὰ ἀνοιχτά της φαιοκόκκινα βράγχια, μὲ κοιτοῦσε,
βλέποντας πρὸς τὴ γραμμὴ τοῦ κενοῦ, στὴ λαϊκὴ
ἀγορὰ τῆς κεντρικῆς πλατείας Ἀμυνταίου (δίπλα
στὸν καφενὲ τοῦ Τζότζου, ὄχι ἐκεῖνον τὸν καινούριο).

Σὰν ἄπιστος Θωμᾶς –τοῦ Καραβάτζο– ἀκούμπησα
μὲ τὴν ἄκρη τοῦ δαχτύλου τὴ γλαρὴ ἐπιφάνεια στὸ
βράγχιο, ποὺ ἔμοιαζε μὲ αὐτί: μὲ τὶς χορδὲς τοξωτὰ
ὁλόγυρα. Μπῆκα στὸ βασίλειό του ἀνοίγοντας τὶς
κόκκινες κουρτίνες, εἰσβάλλοντας μὲ τὸ νύχι. Μέσα
ἀπὸ τὶς λάσπες καὶ τὸν ὑποτροφισμό, ὅλα τὰ ψάρια
μιλᾶνε μακεδόνικα – ἀκόμη καὶ οἱ κορίγανοι, ποὺ
φέραν οἱ ἀλιεῖς ὡς γόνους ἀπὸ τὴν Οὐγγαρία. Εἶδα
ὴ γλώσσα του, βαμμένη καφετιά –λασπωμένη–
μέσα στὸ παγωμένο στόμα: ἴδια μὲ τὴ δική μου.

[τὸ ζωικὸ βασίλειο (τοῦ Ἰουλίου Βέρν)]

~.~

Ἕνας μάρτυρας τοῦ Ἰεχωβᾶ κτυπᾶ μὲ διακριτικό-
τητα, καὶ προσοχή, μιὰ πόρτα, στὸ Ναϊρόμπι τῆς
Κένυας ἢ στὸ Πέραμα – σὲ μιὰ λαϊκὴ πολυκατοι-
κία. Ἡ σύντροφός του, πιὸ ἀποφασιστική, ἴδιας ἡλι-
κίας, χρησιμοποιεῖ τὸ ρόπτρο, παρακάμπτοντας τὴν
ἀμηχανία του: καθὼς ἀδράχνει τὸ ἐπίχρυσο χεράκι
γιὰ νὰ ἀκουστεῖ, τοῦ ἀγγίζει ἐλαφρὰ τὴν παλάμη.
Τοῦ χαμογελάει κι ἐκεῖνος κοκκινίζει, μέσα ἀπὸ τὸ
σφιχτό, ζεστὸ γιλέκο του. Ἀκούγονται πολὺ ἀπαλὰ
ἄλλα σταθερὰ βήματα, ποὺ πλησιάζουν, πίσω ἀπὸ
τὴν ἑτοιμόρροπη πόρτα· μᾶλλον ἀπὸ ξυλοπάπουτσα.
Ὁ σύρτης τραβιέται· οἱ χιλιαστὲς χαϊδεύουν ἀσυνεί-
δητα τὴν Ἁγία Γραφή, ποὺ κρατοῦν ὑπὸ μάλης, καί,
γιὰ ἕνα δευτερόλεπτο, ὁ νεαρὸς σκέπτεται νὰ ρω-
τὴσει τὴ σύντροφό του ποιό εἶναι τὸ ἀγαπημένο της
χωρίο· ἐν τῷ μεταξύ, ἀπὸ τὴν καταχνιὰ τοῦ δια-
δρόμου, ποὺ ἀνοίγει μπροστά τους στὸ κατώφλι τῆς
πόρτας, ξεπροβάλλει καὶ τοὺς καλεῖ, χωρὶς δεύτερη
κουβέντα, στὸ σπίτι Του, ὁ Ἰησοὺς Χριστός.

[Χιλιαστές]


Ὁ Θοδωρῆς Ρακόπουλος (Ἀμύνταιο, 1981) σπούδασε Νομικὰ καὶ Κοινωνικὴ Ἀνθρωπολογία στὴ Θεσ/νίκη καὶ τὸ Λονδίνο. Ἔχει γράψει τρία βιβλία ποίησης: Φαγιούμ (2010), Ὀρυκτὸ δάσος (2013) καὶ Ξέρετε τὸ τέλος (μαζὶ μὲ τούς: Στέργιο Μήτα καὶ Ἀντώνη Ψάλτη) (2017) καὶ τὸ ὑβριδικὸ Ἡ συνωμοσία τῆς πυρίτιδας (2014). Ἡ συλλογὴ διηγημάτων Νυχτερίδα στὴν τσέπη (2015) ὑπῆρξε τὸ πρῶτο του πεζογραφικὸ βιβλίο. Διατηρεῖ τὸ μπλογκ Ἡ Ἀφρικὴ μὲ ὁποιοδήποτε ἄλλο ὄνομα (http://thodorisrakopoulos.blogspot.com/).

Γυμνός ορίζοντας

18 (5)
της ΘΕΩΝΗΣ ΚΟΤΙΝΗ

Μυρτώ Χμιελέφσκι
24+7
Θράκα 2018

Νικόλας Μιτζάλης
Χωρίς σπιθαμή
Χαραμάδα 2017

Έτυχε τελευταία να διαβάσω αρκετά από τα βιβλία νεότερων ποιητών και αυτή η, έστω μικρή, εποπτεία παρήγαγε μια σχετική αθυμία για την αναμενόμενη ποιητική φαρέτρα των κοινόχρηστων ποιητικών συμβόλων που κληρονομούν αυτόχρημα οι νεότεροι και μη: σιωπή και λήθη και φεγγάρι και ψυχή, αιμορραγούσα ναρκισσευόμενη ή μεγαλήγορη ευαισθησία. Μια ποίηση που όζει ποιητικότητας. Αρκετή από την ποίηση που γράφεται σήμερα τελείται ερήμην του αποσπασματικού, του κοινότοπου, του μετρίως βιωμένου που συνιστά τη ζωή μας γενικά και ειδικά τη νεοελληνική συνθήκη της αποδομημένης εν κρίσει βεβαιότητας. Εξακολουθεί να θέλει να αρθρώσει μια έσχατη χειρονομία ψυχής, μα αν το χέρι δεν ακουμπά πάνω στα πράγματα εξαερώνεται σε νεφελώδες σύμβολο.

Κι ο αναγνώστης; Τι αντανάκλαση πορίζεται από αυτό; Τι αντοχές, τι προσδοκίες έχει; Ο χαλκέντερος υπομονετικός βιβλιοφάγος είναι μια μειονότητα, ο ευσυνείδητος κουράζεται, ο νέος βιάζεται. Και η περιβόητη ποίηση της κρίσης; Φλέγον άρα επικίνδυνο θέμα, η ταύτιση χρόνου-βιώματος, ως γνωστόν, παράγει συχνά μια θερμή, άνιση αισθηματολογία ή ρητορικότητα. Ένας τρόπος να αποτυπωθεί πειστικά αυτό το βίωμα που είναι ζεστό και ανεπίγνωστα τραυματικό είναι να ειπωθεί χωρίς εμπάθεια, με έναν ασχολίαστο ρεαλισμό που θα αφήσει το πράγμα να εκτεθεί και να διαπιστωθεί οιονεί αδιαμεσολάβητο.

68b1caf6-1c44-4aba-9cec-402a6a13cf2fΜια τέτοια προσπάθεια αποτελεί το μικρό βιβλίο της Μυρτώς Χμιελέφσκι που, όπως διαβάζω στο εσώφυλλο του βιβλίου της, είναι εικαστικός και αυτό έχει σαφώς καθορίσει και την ποιητική της δουλειά. Θα ονόμαζα το εγχείρημά της «φωτορεαλισμό». Εδώ κυρίαρχο ρόλο παίζει η όραση, το φωτογραφικό στιγμιότυπο, η αναφορά σε κινήσεις, χειρονομίες καθημερινών ανθρώπων στον ηλεκτρικό, στο δρόμο, στην κουζίνα, στην αυλή του σχολείου, σε στενάχωρα μικροαστικά τριάρια. Πρωταγωνιστές οι επαίτες του δρόμου, ξένοι μικροπωλητές, μετανάστες, νεόφτωχοι νοικοκυραίοι, ζευγάρια, έφηβοι που δεν γνωρίζουν πώς, μα θέλουν την εξέγερση, άνθρωποι μόνοι ή μαζί. Αυτό που παρακολουθούμε είναι το υλικό του καθεμέρα, σε «αμοντάριστα» πλάνα, ακινητοποιημένο ένα συμβάν ή την ακολουθία μιας ρουτίνας που μέσα στην επαναληπτικότητά της εκχέει τη λυπημένη ασφυξία της ζωής ή φωτίζει τη χαραμάδα μιας αληθινής επιθυμίας:

ΟΡΙΣΑ

(Οι συγγενείς στην πατρίδα)
φροντίζουν τα παιδιά της καλύτερα κι απ’ τα δικά τους

τα μεγαλόσωμα χέρια της (σαν φτυάρια για το χώμα)
μπορούν να δεχτούν: σκληρή δουλειά
αναμονές και διαδρομές
χλωρίνη και μικροπροσβολές
(δεν μου είπε ποτέ για μεγάλες προσβολές)

(παλιά) έτρωγε κρύο και ξύλο
τώρα τρώει κάθε μέρα χοιρινό με 4 ευρώ το κιλό
(τι ευκαιρία στο μονό τραπέζι!)
ή πολυκαιρισμένες μερίδες φαγητού στα ξένα σπίτια

άκουσε στις 8 παρά (στο σπίτι που καθαρίζει)
την πρώτη πρωινή μιλιά αντρός
και μέσα της ταράχτηκε

Δεν λείπει, βέβαια, το ειρωνικό σχόλιο, αλλά προκύπτει διακριτικό μέσα από την έκθεση της μικρορουτίνας σε μικρά μονόπρακτα του βίου:

Happiness

Πώς σε προσέχει η σύζυγός σου
πόσο σιδερωμένος ο γιακάς σου
πόσο χωρίς φθορά τα πουλόβερ σου
ακριβό το μπουφάν σου
και πώς αποφασίσατε μια καθημερινή απόγευμα
τατουάζ να χτυπήσετε στους ώμους
τα μικρά σας εναλλάξ και καλλιγραφικά
δώρο επετείου και όλο λέξεις ενδιάμεσα
σε άπταιστα αγγλικά να πετάς
κι αν δεν σχολάς πριν τις εννιά γιατί πειράζει
μπορείς να πληρώσεις τέσσερις διανυκτερεύσεις
σε ξενοδοχείο με χιονισμένα έλατα τριγύρω

Η «αμέτοχη» οπτική γωνία και η συγκεκριμένη όραση παράγουν κείμενα- νεκρές φύσεις της ζωής που πορεύεται ασυνάρτητη και αυτοσχέδια, κοιταγμένη με συμπάθεια, καταγεγραμμένη σαν βιαστικό σημείωμα στο ημερολόγιο ενός ανθρώπου που μαζεύει αυτό το άτακτο υλικό, για να το διασώσει σε μια στοιχειώδη τάξη:

Το συμπαγές στερεό στο οποίο κινείται φτιαγμένο από:
παράπονα μικροπαρεξηγήσεις μεγάλες παρεξηγήσεις
τραπέζια κυριακάτικα πηγαινοερχόμενες κατσαρόλες ταψιά
άνοστα φαγητά σφουγγαρισμένα μωσαϊκά
προβλήματα οικονομικά αβοήθητα παιδιά
και ο χρόνος ενδιάμεσα γλιστράει
θυμώνει βροντά τα χέρια πονηρά
σε τραπέζια που δεν σωριάζονται ακόμη

Δεν λείπουν, βέβαια, και οι αστοχίες, τα άνευρα σκαριφήματα μιας εντύπωσης που μένουν ακίνητα ποιητικά, καθώς το αμοντάριστο παραμένει, σε αρκετές περιπτώσεις, ακατέργαστη πρώτη ύλη. Η συλλογή σε κερδίζει ωστόσο. Η καθημερινή αχθοφορία της ύπαρξης εκτεθειμένη στη χαμηλή, κακοφωτισμένη, ενίοτε, σκηνή μπορεί να λειτουργήσει πιο ποιητικά, αφημένη, χωρίς «συγκινημένη» διαμεσολάβηση, ως τέτοια που είναι, αφοπλιστική στην ατέλειά της.

~.~

19225920_1123912657713210_2532041067951421803_nΜια δεύτερη εκδοχή της «ποίησης της κρίσης» εκπροσωπεί το «Χωρίς σπιθαμή» του Νικόλα Μιτζάλη. Το βιβλίο είναι μια δήλωση ανυπακοής, γι’ αυτό και μετέρχεται μια αντιρρητική ρητορική που υπερασπίζεται ό,τι κινείται στην περιφέρεια ή στο περιθώριο του κοινωνικά αποδεκτού. Ταυτίζεται με ό,τι αμήχανα ονομάζουμε κοινωνικά αποκλίνον: ανήλικοι παραβατικοί, έγκλειστοι των φυλακών, μπαχαλάκηδες κουκουλοφόροι, νομάδες του χρόνου, παρίες, αυτόχειρες στρατιώτες στη σκοπιά, εξαρτημένοι οροθετικοί, εξεγερμένοι. Εν ολίγοις, όσοι στριμώχνονται στις υποσημειώσεις του «Δημοκρατικού παράδοξου», όπως διαβάζουμε στο ομότιτλο ποίημα:

[…]
Αμόλευτα πεντάφτωχοι
πρεζάκηδες κακοποιοί πόρνες και αλκοολικοί
ανθρώπινα απορρίμματα μαζεμένα
στου δημοκρατικού παραδόξου την χωματερή

ΛΑΘΟΣ ΟΝΕΙΡΑ

Κοίταξα μέσα απ’ το τζάμι
να δω πως είναι τα όνειρα
και τα είδα στριμωγμένα πίσω από καρτελάκια τιμών
να προσπαθούν να χωρέσουν σε κάρτες πιστωτικές
και σε συναλλαγές
δεμένα με κορδελίτσες παρδαλές και ανάγκες
πλασματικές
ψιθύρων κραυγές
έσκυψα, σήκωσα μια πέτρα και έσπασα τη βιτρίνα.

Βρήκα το βιβλίο ως ένα πειστικό, σε αρκετά σημεία, εγχείρημα να εκφραστεί εκείνη η πλευρά της εμπειρίας του αποκλεισμού που βιώνει μια ομάδα ανθρώπων, όπως οι άνεργοι νέοι που αγναντεύουν τον ορίζοντα αποβιομηχανοποιημένων πόλεων, στο ποίημα –σχόλιο στους «Βιτελόνι» του Φελίνι:

ΒΙΤΕΛΛΟΝΙ

Ο άγγελος κι ο δαίμονας βολτάρουν μαζί
σε κάποια φθινοπωρινή προκυμαία της επαρχίας.
Καπνίζουν, κοροϊδεύουν, φλερτάρουν
κι όλο λένε να φύγουν.
Πάντα όμως μένουν εδώ.
Αυτός που φεύγει άλλωστε στ’ αλήθεια
είναι κείνος που δε μιλά ποτέ για φευγιό
Σαν τον Μοράλντο.
Τι είμαστε αν όχι χαραμοφάηδες σε μια ασπρόμαυρη πόλη
βαρίδια της και παράσιτά της και ονειροπόλοι της συνάμα.
Απατεωνίσκοι που τη βολεύουν με δανεικά
που όλο ταξιδεύουν
και ταξιδεύουν
και ταξιδεύουν
αγκαλιά μ’ έναν άγγελο κι ένα δαίμονα
μένοντας πάντα στο ίδιο μέρος
παράδεισος και κόλαση μαζί

Και πέρα από αυτό, ο συγγραφέας ζητά να διαδηλώσει την εξέγερση ως στάση ζωής ή ως επικείμενη έλευση – λύση. Μια τέτοια στρατευμένη θέση αναπόφευκτα υιοθετεί τη θερμή, κάποτε στεντόρεια ρητορική της καταγγελίας, που συχνά εκτρέπει την ποιητική γλώσσα σε προφανείς πεζολογίες, ρομαντικές μεγαλοστομίες, μανιχαϊστικές διχοτομίες, αποκηρύξεις, ουτοπική επαναστατικότητα. Το ποιητικό αποτέλεσμα σε αυτά τα σημεία μέτριο:

ΔΕΚΕΜΒΡΗΣ

Θα ’ρθει μια μέρα που θ’ ανοίξω την πόρτα.
Διάπλατα.
Και θα βγω έξω.
Στο δρόμο.
Για να βρεθώ μέσα στα πράγματα.
Κοντά στο δικό τους καρδιοχτύπι.
Θ’ αφήσω τις ώρες μου συντροφιά με τη μοναξιά μου
για να συναντήσω τις κίτρινες σκιές
στην Πλατεία, στα χαμόσπιτα στο Κερατσίνι,
στα ημιυπόγεια των Αμπελοκήπων,
στις άθλιες γκαρσονιέρες του Πειραιά.
Θα βρω το Νικόλα να μετράει τα ψιλά
και την Κατερίνα με τα κιτρινισμένα δάχτυλα
Με βαρύ και αέρινο φορτίο θ’ ακολουθήσουμε
την κοινή οδό
προς το απίθανο.
Προς το απροσδιόριστο.
Ανοιχτή προς τον καθένα, ακολουθούμενη από
ελάχιστους.
Αμίλητοι θα περάσουμε την Στουρνάρα να πάρουμε
τον Μιχάλη
και λίγο πιο πέρα τον Αλέξη.
Θα κατέβουμε την Πατησίων εν μέσω αδιαφορίας και
εχθρότητας
Και θα πληθύνουμε
Εν μέσω επιτήδευσης, λήθης και άγνοιας
[…]
Και θα μπούμε βάζοντας φωτιά,
ψηλή όσο το δέντρο των άλλων στο Σύνταγμα,
φωτιά ανασυνθέτοντας την ύλη
μένοντας να καούμε μαζί της
Γιατί κουραστήκαμε να περιμένουμε
Γιατί έφτασε ο καιρός να επαληθευτούμε
Γιατί ΕΡΧΟΜΑΣΤΕ.

Σε τι έγκειται επομένως το ενδιαφέρον του; Κατ’ εμέ, στο από μέσα κοιταγμένο και ένσαρκα βιωμένο πανόραμα των αποκλεισμένων και στο εξωστρεφές βλέμμα που εικονογραφεί με ευκρίνεια μανιφέστου αυτόν τον κόσμο. Αυτή η ευκρίνεια συνηγορεί υπέρ της ειλικρίνειας του συγγραφικού αιτήματος να βρεθεί ή να εκβιαστεί «μια πέραν του νόμου δικαιοσύνη», για να δανειστώ μια φράση το Σάββα Μιχαήλ. Αίτημα που αποτυπώνεται ακόμα και στους τίτλους των ποιημάτων: «Το χρώμα της φωτιάς», «Η ένοπλη χαρά», «Κατάδικοι», «Η κραυγή μας», «Αντίσταση», «Φάμπρικες», «Παλαιστίνη», «Φυλακές ανηλίκων»:

ΦΥΛΑΚΕΣ ΑΝΗΛΙΚΩΝ

Ο χτύπος της μιας χάντρας με την άλλη
είναι η απόσταση του τοίχου
από τη σιδερόπορτα
εκείνη που συνήθισε το βλέμμα
χωρίς ουρανό, χωρίς ορίζοντα
απ’ το βαλς του Χατζιδάκι
κι ένα κουρέλι για πανί που ποτέ δεν φουσκώνει
ο χτύπος που μετρά το χρόνο
πάντα αντίστροφα
εκείνων που περιμένουν
με σφιγμένα δόντια

Πού συναντιούνται αυτές οι δυο φωνές και πώς δικαιολογείται η συμπαράθεσή τους; Και τα δυο βιβλία αγγίζουν έναν κόσμο που δεν ζητά την ποίησή του εκφωνημένη από άμβωνος ή χωνεμένη στη βαθιά σπηλιά του ηγεμονικού ποιητικού εγώ. Συνιστούν δυο αξιοπρόσεκτες απόπειρες να εγγραφεί αισθητικά η επείγουσα εκκρεμότητα ενός κόσμου, μέσα και γύρω μας, που ανισορροπεί μες στο παρόν της κρίσης και ψάχνει όχι την ελεγεία του, μα τη μαρτυρία του, προσφερόμενη με μια απερίφραστη ορατότητα. Πιστεύω ότι και τα δυο βιβλία προσφέρουν αυτό τον γυμνό ορίζοντα που δεν διαθλά, σε μια έγκλειστη αυτοανάλυση, αλλά εκθέτει, εν είδει αυτόπτη, αυτό που τώρα συμβαίνει.

ΘΕΩΝΗ ΚΟΤΙΝΗ

Χανς Μάγκνους Εντσενσμπέργκερ, Ο απόλυτα ηττημένος (3/3)

του ΧΑΝΣ ΜΑΓΚΝΟΥΣ ΕΝΤΣΕΝΣΜΠΕΡΓΚΕΡ

(Μετάφραση: Χρήστος Αστερίου)

(Συνέχεια από το δεύτερο και το πρώτο μέρος)

ΙΙΙ. ΤΟ ΘΕΑΜΑ

Κατά μια έννοια οι Ισλαμιστές είναι κι αυτοί πολίτες του 21ου αιώνα. Στην διαχείριση της δημόσιας εικόνας τους μάλιστα πολύ πιο εξελιγμένοι από τους προκατόχους τους. Βεβαίως και οι παλαιότεροι διάκονοι τού τρόμου ασκούσαν μια προπαγάνδα που είχε ως βάση της την ίδια την πράξη τής τρομοκρατίας. Εν τούτοις δεν είχαν καταφέρει να βρίσκονται στο κέντρο τού παγκόσμιου ενδιαφέροντος όπως σήμερα η νεφελώδης ομάδα της Αλ Κάιντα. Έχοντας μελετήσει καλά τους κανόνες της τηλεόρασης, τις δυνατότητες των κομπιούτερ, το ίντερνετ και την διαφήμιση, η μουσουλμανική τρομοκρατία καταφέρνει να παίρνει μεγαλύτερο μερίδιο τηλεοπτική προβολής απ’ ότι το παγκόσμιο πρωτάθλημα ποδοσφαίρου. Σκηνοθετεί τις σφαγές σαν φιλομαθής μαθητής τού Χόλυγουντ, κατά τα πρότυπα των ταινιών καταστροφής, των splatter movies και των θρίλερ επιστημονικής φαντασίας. Η εξάρτησή της από την μισητή Δύση είναι και σ’ αυτή την περίπτωση ξεκάθαρη. Η société du spectacle, όπως την ονόμαζαν κάποτε οι καταστασιακοί φτάνει εδώ στην πραγμάτωσή της.

Ακόμα μεγαλύτερα αποτελέσματα πάντως έχει η χρήση της αυτοκτονίας ως στρατηγικού μέσου. Πρόκειται για ένα ανίκητο όπλο που μπορεί να χρησιμοποιηθεί σχεδόν σε κάθε περίπτωση χωρίς ποτέ ο εχθρός να καταφέρει να το εντοπίσει, ενώ εκτός των άλλων είναι και εξαιρετικά οικονομικό. Με τόσες «αρετές», η συγκεκριμένη μορφή τρομοκρατίας, δεν θα μπορούσε να μην ασκήσει μεγάλη έλξη στον απόλυτα ηττημένο. Ταυτίζοντας καταστροφή και αυτοκαταστροφή του δίνει την δυνατότητα να κάνει πράξη τις μεγαλομανείς ιδέες του εκτονώνοντας ταυτόχρονα το μίσος απέναντι στον ίδιο του τον εαυτό. Η τελευταία κατηγορία που θα μπορούσαμε να του προσάψουμε είναι η δειλία. Το θάρρος του είναι ένα θάρρος που πηγάζει απ’ την απόγνωση. Ο θρίαμβός του έγκειται στο γεγονός ότι δεν μπορεί κανείς να τον αντιστρατευτεί ή να τον τιμωρήσει, αφού και για τα δυο έχει φροντίσει αυτός ο ίδιος.

557766f37f20cΗ καταστροφική μανία των ισλαμιστικών ομάδων στρέφεται, αντίθετα με ό,τι πιστεύει ο δυτικός κόσμος, κυρίως εναντίων μουσουλμάνων. Αυτό δεν αποτελεί ούτε λάθος τακτικής ούτε παράπλευρη απώλεια. Μόνο στην Αλγερία η τρομοκρατία έχει κοστίσει την ζωή σε τουλάχιστον 50 χιλιάδες ντόπιους. Άλλες πηγές κάνουν λόγο για 150 χιλιάδες θανάτους, στους οποίους ωστόσο προσμετρώνται οι στρατιώτες και οι υπάλληλοι μυστικών υπηρεσιών. Ακόμα και σε χώρες όπως το Ιράκ και το Αφγανιστάν ο αριθμός των γηγενών νεκρών ξεπερνά κατά πολύ αυτό των ξένων. Η τρομοκρατία ως εκ τούτου δεν έχει βλάψει μόνο το κύρος του Ισλάμ, αλλά έχει επηρεάσει προς το χειρότερο το καθεστώς διαβίωσης των οπαδών του σε όλο τον κόσμο. Αυτό βεβαίως είναι κάτι που ελάχιστα απασχολεί τους ισλαμιστές, ακριβώς όπως η κατάρρευση της Γερμανίας δεν απασχολούσε τους εθνικοσοσιαλιστές. Ως ιερείς του θανάτου δεν δίνουν την παραμικρή σημασία στις ζωές των ομόθρησκών τους. Οι περισσότεροι μουσουλμάνοι πάντως δεν δείχνουν καμία διάθεση να τιναχτούν στον αέρα, γεγονός που κάνει τους εξτρεμιστές να πιστεύουν ότι δεν τους αξίζει τίποτα περισσότερο απ’ την προσωπική τους καταστροφή. Σκοπός του οριστικά ηττημένου άλλωστε είναι να δημιουργήσει όσο το δυνατόν περισσότερους ομοίους του. Το γεγονός ότι αποτελούν μειοψηφία στον κοινωνικό τους περίγυρο εκλαμβάνεται από τους ισλαμιστές ως σημάδι θεωρούν πως οι εκλεκτοί ήταν ανέκαθεν μετρημένοι στα δάχτυλα.

Το ερώτημα για το πώς καταφέρνει το ισλαμιστικό κίνημα να στρατολογεί, καλλιεργώντας προσδοκίες, τόσους ανθρώπους και να επικρατεί επί άλλων λαϊκών οργανώσεων απασχολεί ειδικούς ανά την υφήλιο. Ωστόσο δεν διαφαίνεται ξεκάθαρη απάντηση. Οι όποιες εξηγήσεις θα πρέπει να αναζητηθούν στον αραβικό πολιτισμό, εντός των ορίων του οποίου γεννήθηκε το Ισλάμ. Την μεγαλύτερη άνθησή του ο πολιτισμός αυτός την γνώρισε κατά την εποχή του Χαλιφάτου, όταν και ήταν κατά πολύ ανώτερος του ευρωπαϊκού σε στρατιωτικό, οικονομικό και πολιτισμικό επίπεδο. Η περίοδος εκείνη, πάνε οχτακόσια χρόνια, αποτελεί για τον αραβικό κόσμο λαμπρό κομμάτι του παρελθόντος του ενώ κατέχει ακόμα και σήμερα κεντρικό ρόλο στη συνείδηση των Αράβων. Έκτοτε, όμως, ο πολιτισμός αυτός, η δύναμή του, το πρεστίζ του, το πολιτισμικό και οικονομικό του εκτόπισμα μειώνεται συνεχώς. Πρόκειται δίχως άλλο για μια πτώση άνευ προηγουμένου, ένα οδυνηρό αίνιγμα. Ο μουσουλμάνος, ινδικής καταγωγής, ποιητής Χουσεΐν Χαλί (1837-1914) αποτύπωσε αυτή την οδύνη τής απώλειας στο έμμετρο έπος του «Άμπωτις και πλημμυρίδα του Ισλάμ»:

Οι ιστορικοί που ερευνούν
κι έχουν μεθόδους επιστημονικές πολύ σπουδαίες
που βυθομετρούν του κόσμου τα αρχεία
και διαβάζουνε την επιφάνεια της γης
από τους Άραβες φούντωσε η καρδιά τους
από τους Άραβες μάθανε πως βραδέως να σπεύδουν

Από το μετερίζι του ο Χαλί περιγράφει την πορεία της πτώσης μέσα στο χρόνο. Η τελευταία στροφή λέει:

Δεν είμαστε ούτε έμπιστοι κυβερνητικοί υπάλληλοι
ούτε η περηφάνεια μας χαρακτηρίζει στις αυλές των αρχόντων
δεν μας υπολογίζουνε για δύναμη στις επιστήμες
ούτε χειρωνάκτες και βιομήχανοι γίναμε ξακουστοί.

Είναι δύσκολη η θέση μιας κοινότητας που βιώνει μια τέτοια μακραίωνη πτώση. Δεν είναι έκπληξη, λοιπόν, πως οι υπαίτιοι γι’ αυτήν αναζητώνται ανάμεσα στους Ισπανούς, τους Σταυροφόρους, τους Μογγόλους, τους Οσμάνους, τους Ευρωπαίους αποικιοκράτες ή τους Αμερικανούς κατακτητές. Βεβαίως υπήρξαν και άλλες κοινωνίες που υπέστησαν ανάλογες συνέπειες υπό την κυριαρχία κατακτητών, άγριες επεμβάσεις και πλιάτσικο όπως οι Ινδοί, οι Κινέζοι ή οι Κορεάτες. Κατάφεραν όμως να ανταποκριθούν επιτυχώς στις απαιτήσεις της σύγχρονης εποχής και να παίξουν κεντρικό ρόλο στο παγκόσμιο γίγνεσθαι. Αναφύεται ως εκ τούτου πιεστικό το ερώτημα για τις ενδογενείς αιτίες της αραβικής παρακμής. Όσο το ερώτημα αυτό παραμένει αναπάντητο η τεράστια επιστημονική, τεχνική και βιομηχανική υστέρηση του αραβικού κόσμου δεν θα μπορεί να εξηγηθεί.

dome-of-mosque-at-dusk-700712709-5aa7ff240e23d9003705318eΗ βαθιά ναρκισσιστική νεύρωση δεν οφείλεται μόνο στην στρατιωτική κατωτερότητά τους απέναντι στη Δύση. Ακόμα μεγαλύτερο αντίκτυπο έχει η πνευματική και υλική εξάρτηση από τους Δυτικούς. Τα τελευταία τετρακόσια χρόνια οι Άραβες δεν έχουν να επιδείξουν ούτε μια αξιομνημόνευτη ανακάλυψη. Ο Ρούντολφ Σιμέλι μνημονεύει την πρόταση ενός ιρακινού συγγραφέα: «Αν τον 18ο αιώνα ένας ιρακινός είχε προχωρήσει στην ανακάλυψη της ατμομηχανής, αυτή δεν θα είχε κατασκευαστεί ποτέ». Κανένας ιστορικός δεν θα έφερνε αντίρρηση. Για τον νοήμονα Άραβα κάθε αντικείμενο της πεζής καθημερινότητας στο Μαχρέμπ ή στη Μέση Ανατολή, κάθε ψυγείο, κάθε τηλέφωνο, κάθε πρίζα, κάθε κατσαβίδι, (τα προϊόντα υψηλής τεχνολογίας έτσι κι αλλιώς) συνιστούν ένα σιωπηρό χτύπημα. Τα παρασιτικά πετρελαϊκά κράτη που ζουν από τα αποθέματά τους είναι κι αυτά αναγκασμένα να εισάγουν τεχνολογία από το εξωτερικό. Αν δεν απασχολούσαν γεωλόγους από τη Δύση, εργάτες και εργοδηγούς, αν δεν είχαν στόλους από τάνκερ και διυλιστήρια θα ήταν αδύνατον να εκμεταλλευτούν τα κοιτάσματά τους. Το βασίλειό τους είναι γι’ αυτό ένα είδος κατάρας θυμίζοντάς τους συνεχώς τον βαθμό εξάρτησής τους από την Δύση. Αν εξέλειπε το πετρέλαιο η οικονομία του αραβικού κόσμου θα είχε μικρότερη ισχύ από εκείνη μιας και μόνο φινλανδικής εταιρίας τηλεφωνίας.

Ανάλογα αντιπαραγωγικός αποδείχτηκε ο αραβικός κόσμος και σε πολιτικό επίπεδο. Ο εθνικισμός και ο σοσιαλισμός, δύο εισαγόμενα είδη, έχουν αποτύχει παταγωδώς. Οποιοδήποτε δημοκρατικό σκίρτημα καταπνίγεται συνήθως εν τη γενέσει του. Είναι πάντως αυτονόητο πως τέτοιες γενικότητες αναφέρονται στο σύνολο και αποσιωπούν τις όποιες προσωπικές ικανότητες των κατοίκων, οι οποίες, όπως σε όλο τον κόσμο, υπόκεινται κι εδώ στους νόμους της γενετικής διασποράς. Σε πολλά αραβικά κράτη πάντως η έκφραση προσωπικής άποψης θέτει το άτομο σε θανάσιμο κίνδυνο. Σ’ αυτόν τον κίνδυνο οφείλεται το γεγονός ότι οι καλύτεροι Άραβες επιστήμονες, τεχνικοί, συγγραφείς και πολιτικοί στοχαστές ζουν εξόριστοι. Πρόκειται για ένα σοβαρό Brain Drain, ανάλογο μ’ εκείνο της εβραϊκής ελίτ στην Γερμανία της δεκαετίας του ’30.

Οι μέθοδοι καταπίεσης, κοινές στα αραβικά κράτη, αντλούν την καταγωγή τους από την ανατολική Δεσποτεία, με τους άπιστους δυτικούς να αποτελούν κι εδώ το βασικό πρότυπο. Αυτοί ανακάλυψαν και εξήγαν τα πάντα, από το περίστροφο ως τα τοξικά αέρια, χρήση των οποίων κάνει όλος ο αραβοϊσλαμικός κόσμος. Οι ηγέτες του έχουν ενστερνιστεί ακόμα και τις μεθόδους της GPU ή της Γκεστάμπο. Όμως ούτε η ισλαμιστική τρομοκρατία μπορεί να υπάρξει χωρίς τέτοια δάνεια. Όλα τα τεχνικά μέσα που χρησιμοποιεί, από την δυναμίτιδα μέχρι το δορυφορικό τηλέφωνο, από το αεροπλάνο μέχρι την βιντεοκάμερα, είναι προϊόντα φτιαγμένα στη μισητή Δύση. Μια τόσο ευρεία εξάρτηση

398px-hizbollah_posters_2006

είναι προφανές πως δεν μπορεί παρά να γίνεται μόνο δύσκολα αποδεκτή. Ιδιαιτέρως η επαφή των μεταναστών με τον δυτικό πολιτισμό, ανεξαρτήτως οικονομικής κατάστασης, τους προκαλεί συνεχή πολιτισμικά σοκ. Ο πακτωλός των προϊόντων, οι διαφορετικές απόψεις, οι οικονομικές και σεξουαλικές επιλογές οδηγούν σ’ ένα Double Bind, κάτι ανάμεσα σε έλξη και απώθηση. Την ίδια ώρα η συνεχής συνειδητοποίηση της υστέρησης του δικού τους πολιτισμού γίνεται αβάσταχτη. Είναι αυτονόητη η επίδραση που έχει στην προσωπική τους αυτοεκτίμηση αυτή η συνειδητοποίηση καθώς εξηγεί τη τάση τους να επιστρατεύουν θεωρίες συνομωσίας για να δικαιολογήσουν το χάσμα. Δεδομένης της κατάστασης η ένταξη στους κόλπους των Ισλαμιστών αποτελεί για πολλούς έναν μεγάλο πειρασμό και μια ευκαιρία να τιμωρήσουν άλλους για τις προσωπικές τους αδυναμίες.

Ο Ισλαμισμός δεν ενδιαφέρεται να προτείνει λύση στο δίλημμα τού αραβικού κόσμου αφού εξαντλείται στον αρνητισμό του. Πρόκειται για ένα αυστηρά απολιτικό κίνημα, το οποίο σε καμιά περίπτωση δεν σκοπεύει να εξελιχτεί ή να μετασχηματιστεί σε κάτι πέρα απ’ αυτό που ήδη είναι. Με άλλα λόγια, ως μόνο στόχο του έχει την κατάκτηση και εξολόθρευση των κατοίκων του πλανήτη, η πλειοψηφία των οποίων αποτελείται από απίστους και αιρετικούς.

Αυτή η έντονη επιθυμία δεν είναι πραγματοποιήσιμη. Η καταστροφική δύναμη των απόλυτα ηττημένων αρκεί, βεβαίως, για να σκοτώσει χιλιάδες, ίσως δεκάδες χιλιάδες αμάχους και να φθείρει αδιάκοπα έναν πολιτισμό, στον οποίο έχει κηρύξει πόλεμο. Ένα στοιχείο για την επίδραση που μπορούν να έχουν οι λίγες δεκάδες άνθρωποι-ζωντανές βόμβες είναι οι συνηθισμένοι πια, καθημερινοί έλεγχοι ασφαλείας.

Αυτό είναι το λιγότερο απ’ όσα η τρομοκρατία μπορεί να κοστίσει στον πολιτισμό. Γιατί η τρομοκρατία είναι ικανή να δημιουργήσει ένα γενικότερο κλίμα φόβου προκαλώντας αντιδράσεις πανικού. Αυξάνει την δύναμη και την επιρροή της πολιτικής αστυνομίας, των μυστικών υπηρεσιών, της εξοπλιστικής βιομηχανίας και των ιδιωτικών εταιριών προστασίας, οδηγεί στην ψήφιση όλο και πιο άγριων κατασταλτικών νόμων και έχει ως αποτέλεσμα την απώλεια ελευθεριών που έχουν κερδηθεί με αγώνες. Δεν είναι απαραίτητο να δεχτούμε τις γνωστές θεωρίες συνομωσίας για να καταλάβουμε πως υπάρχουν άνθρωποι που επιχαίρονται με όλα αυτά. Για εκείνους δεν υπάρχει τίποτα καλύτερο από έναν εξωτερικό εχθρό που να ενεργοποιεί τις δυνάμεις της παρακολούθησης και καταστολής. Η ρωσική εσωτερική πολιτική είναι ένα εξαιρετικό παράδειγμα.

Όλα τα παραπάνω ο Ισλαμισμός μπορεί να τα θεωρήσει ως επιτυχία του. Ωστόσο τίποτα δεν αλλάζει πραγματικά στις παγκόσμιες ισορροπίες δυνάμεων. Ακόμα και το εντυπωσιακό χτύπημα στο Κέντρο Παγκόσμιου Εμπορίου δεν μπόρεσε να επηρεάσει την ηγετική θέση που κατέχουν οι Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής. Το χρηματιστήριο της Νέας Υόρκης συνέχισε τις εργασίες του την Δευτέρα αμέσως μετά το χτύπημα. Οι μακροπρόθεσμες επιδράσεις που είχε στο διεθνές χρηματοπιστωτικό σύστημα και στο παγκόσμιο εμπόριο ήταν στην πραγματικότητα μηδαμινές.

salman-abedi-isis-616833Αντιθέτως, οι συνέπειες για τις αραβικές κοινωνίες ήταν τεράστιες. Τον λογαριασμό για τις μακροπρόθεσμες καταστροφές δεν θα κληθεί να τις πληρώσει η Δύση αλλά οι περιοχές εκείνες στο όνομα των οποίων δρα ο Ισλαμισμός. Και δεν είναι μόνο οι άστεγοι, οι μετανάστες και οι αναζητούντες άσυλο όσοι πρόκειται να υποφέρουν. Ολόκληροι λαοί θα υποχρεωθούν -πέρα από κάθε έννοια δικαιοσύνης- να πληρώσουν τεράστιο τίμημα για τις πράξεις των αυτόκλητων αντιπροσώπων τους. Η πεποίθηση πως η τρομοκρατία θα μπορούσε να βελτιώσει τις ήδη πολύ άσχημες προοπτικές τους είναι εντελώς παράλογη. Δεν υπάρχει ιστορικό προηγούμενο κοινωνίας που να κατόρθωσε να μακροημερεύσει καταπνίγοντας το παραγωγικό της δυναμικό.

Στόχος των απόλυτα ηττημένων, όπως βλέπουμε στο Ιράκ και στο Αφγανιστάν, είναι να οργανώσει την αυτοκτονία ενός ολόκληρου πολιτισμού. Μια ευρεία εξάπλωση της λατρείας τους για τον θάνατο δεν μοιάζει, ωστόσο, πιθανή. Οι επιθέσεις αυτοκτονίας είναι τόσο πιθανό να συμβούν όσο και τα καθημερινά, συνηθισμένα πια, δυστυχήματα στους δρόμους.

Ο πλανήτης είναι υποχρεωμένος να πορευτεί κατ’ αυτό τον τρόπο, όσο οι κοινωνίες του συνεχίζουν να παράγουν ολοένα και περισσότερους ηττημένους.

ΧΑΝΣ ΜΑΓΚΝΟΥΣ ΕΝΤΣΕΝΣΜΠΕΡΓΚΕΡ