Συντάκτης: L'apprendista

Νέοι ποιητές ενός νέου αιώνα | 5. Ευσταθία Δήμου

ΔΙΑΡΚΗΣ ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ 2000-2020

Ποιά ἡ ποίηση τοῦ 21ου αἰώνα καὶ ποιοί οἱ ποιητές της; Χιλιάδες ποιητικὲς συλλογές, εἴτε τυπωμένες ἀπὸ ἐπώνυμους οἴκους εἴτε αὐτοεκδόσεις, ἑκατοντάδων ἢ καὶ χιλιάδων ποιητῶν ποὺ ἀναζητοῦν τὴν θέση τους στὴν Νεοελληνικὴ Λογοτεχνία. Τί μένει ὅμως καὶ τί περνάει ἀπὸ τὴν κρησάρα τῆς κριτικῆς; Τί ἐπιβιώνει –ἢ ἔστω, τί φαίνεται ὅτι μπορεῖ νὰ ἐπιβιώσει– στὴν μνήμη τῆς ἀναγνωστικῆς κοινότητας;

Ἀποπειρώμενο μιὰν ἀπάντηση στὰ παραπάνω, τὸ Νέο Πλανόδιον ἐγκαινιάζει τὴν ἑβδομαδιαία στήλη ‘‘Νέοι ποιητὲς ἑνὸς νέου αἰώνα. Διαρκὴς ποιητικὴ ἀνθολογία 2000-2020’’. Γιὰ διάστημα δύο ἐτῶν καὶ ἀρχῆς γενομένης ἀπὸ τὸν Φεβρουάριο τοῦ 2019, θὰ ἀνθολογοῦμε κάθε ἑβδομάδα ἀπὸ ἕνα ἢ περισσότερα ποίηματα ἑνός/μιᾶς συγγραφέα, ποὺ θὰ πληροῦν δύο προϋποθέσεις: θὰ εἶναι α) δημοσιευμένα μετὰ τὸ 2000, καὶ β) γραμμένα ἀπὸ ποιήτριες ἢ ποιητὲς 45 ἐτῶν καὶ νεώτερους, γεννημένους δηλαδὴ ἀπὸ τό –σημαδιακό– 1974 καὶ ἑξῆς.

Τὰ ποιήματα θὰ παρατίθενται πολυτονισμένα, δίχως ὅμως ἄλλες παρεμβάσεις στὸ πρωτότυπο. Ἐπίσης, στὸ τέλος κάθε ἑξαμήνου θὰ δημοσιεύεται στὸν ἱστότοπο ὁ Θησαυρὸς Ἀναγνώσεων τῶν ἀνθολόγων μὲ τὴν μορφὴ ἀναλυτικοῦ καταλόγου, ὅπου καὶ θὰ καταγράφονται ὅλες οἱ ποιητικὲς συλλογὲς ποὺ εἴδαμε στὸ διάστημα αὐτό. Τὰ ποιήματα ποὺ θὰ προκύψουν στὸ πέρας τῆς διαρκοῦς αὐτῆς ἀνθολόγησης, συμπληρωμένα ἐνδεχομένως καὶ μὲ ἄλλα, θὰ ἀποτελέσουν τὸν κορμὸ μιᾶς ἔντυπης Ἐκλογῆς.

Οἱ σκοποὶ τοῦ ἐγχειρήματος, δύο: νὰ ἀναδείξουμε τὰ ἀξιανάγνωστα ποιήματα ποὺ γράφονται στὶς μέρες μας ἀπὸ νέους ποιητές· καὶ νὰ συμβάλλουμε στὴν ἐπόπτευση τῆς νεοελληνικῆς ποίησης τοῦ αἰώνα μας, μακριὰ ἀπὸ παρελκυστικὲς κατηγοριοποιήσεις, αἰσθητικὲς ἢ/καὶ ἰδεολογικές.

ΘΑΝΑΣΗΣ ΓΑΛΑΝΑΚΗΣ – ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΚΟΡΔΑΣ


Μὲ δεδομένο τὸν τεράστιο ὄγκο τῆς τρέχουσας ποιητικῆς παραγωγῆς, ποὺ ξεπερνᾶ τοὺς 800 τίτλους ἐτησίως (813 γιὰ τὸ 2017, βάσει ἐπίσημων στοιχείων ἀπὸ τὴν Ἐθνικὴ Βιβλιοθήκη), οἱ ἀνθολόγοι δὲν τρέφουν ψευδαισθήσεις ὅτι εἶναι σὲ θέση νὰ τὴν παρακολουθήσουν στὴν πληρότητά της. Ὑπόσχονται ὅμως νὰ ἐξετάσουν φιλότιμα ὅλα τὰ βιβλία ποὺ θὰ τεθοῦν ὑπ’ ὄψιν τους. Οἱ φίλοι νέοι ποιητὲς μποροῦν νὰ τὰ στέλνουν στὶς διευθύνσεις: Ἀγησιλάου 7, Ἡράκλειο Ἀττικῆς, 141-22 καὶ Ἁγ. Φανουρίου 2, Ζωγράφου, 157-72 [Μὲ τὴν ἔνδειξη: “Α.Β.Γ.-Α.Κ. γιὰ τὸ Ν.Π.” στὰ στοιχεῖα τοῦ παραλήπτη].


Εὐσταθία Δήμου

(Στὴ σπορὰ τῶν ἀστεριῶν. Πενήντα-πέντε χαϊκού, Ἀθήνα, Νέος Ἀστρολάβος/Εὐθύνη, 2011)

1028_The_great_ballet

5.
Τ’ ἄγαλμα κλαίει
Στὰ μάτια του ὁ ἱδρώτας
τοῦ γλύπτη κυλά.

~.~

39.
Πᾶν τὰ κορμιά μας
κοπάδι· πάντα μαζὶ
καὶ πάντα χώρια.

~.~

(Σονέτα, Ἀθἠνα, Gutenberg, 2016)

22489718_1731695233509610_7119279681353390854_n

Χρόνε

Χρόνε ποὺ γλύφεις τὰ κορμιὰ
ἔλα, γλύψε κι ἐτοῦτο
ἔργο τέχνης φέρε μου το·
Λάξευε ἀργά, προσεκτικὰ

ὥσπου νὰ μ’ ἀρτιώσεις κι ἂν
κάποτε μὲ δεῖς γεμάτη
ἀπὸ ψεγάδια, φευγάτη
στὰ σκοτάδια ποὺ ἀγρυπνᾶν

μὴ σταματᾶς, χρόνε, στιγμὴ
μὲ τὴν αἰώνιά σου σμίλη
νὰ μοῦ ἀλλάζεις τὴ μορφὴ

νὰ μὲ χτυπᾶς, νὰ μὲ κεντᾶς
τὸ κέλυφός μου νὰ πετᾶς
νὰ μ’ ἔχεις πάντα ὕλη.

~.~

Λαβύρινθος

Στὸ λαβύρινθο αὐτὸ
ποὺ χρόνια ἔχω γιὰ σπίτι
σὰν τὸ βαρυποινίτη
τὴν ἔξοδο ἀναζητῶ.

Ἕνα ἀτέλειωτο νῆμα
ἀκολουθῶ στὰ ἴδια
δώματα· αἰφνίδια
στὴν πόρτα ἐμπρὸς τὸ βῆμα

σταματῶ — μένω ἐνεὸς
χαλάλι τὰ νυχτέρια
μὰ πρὶν κραυγάσω ζήτω

βλέπω στὸ ἐλλείπον φῶς
πὼς τύλιξα τὰ χέρια
τυλίγοντας τὸ μίτο.

~.~

Φιλί

Ἔξω στὸ δρόμο
ἕνα πουλὶ
φιλὶ
στὸν ὦμο

τῆς ἡμέρας
τὴν ξυπνᾶ
καὶ πετᾶ
ὣς τὸ πέρας

νὰ βρεῖ
σπυρὶ
ἕνα ἀστρὶ

πάνω στὴ γῆ
ποὺ σουλατσάρει
τὸ φεγγάρι.


Ἡ Εὐσταθία Δήμου γεννήθηκε στὸ Μαρούσι τὸ 1982. Πρῶτο της βιβλίο εἶναι ἡ συλλογὴ χαϊκοὺ Στὴ σπορὰ τῶν ἀστεριῶν (2011) καὶ δεύτερο τὰ Σονέτα (2016). Ἐργάζεται ὡς καθηγήτρια φιλόλογος στὴ Δημόσια Μέση Ἐκπαίδευση. 

Λόρεν Γκροφ, Στον Παράδεισο και στην Κόλαση (2/2)

Woodward_Ave_Detroit_1942.jpg

(Συνέχεια από το πρώτο μέρος)

Βρήκε μια αίσθηση στο καθάρισμα που ένιωθε συχνά στην άλλη της ζωή, όταν τα βιβλία που διάβαζε ήταν τόσο θελκτικά που την παρέσερναν για ώρες. Οι λέξεις ήταν ένας τόπος λαξεμένος απ’ τη ζωή, ζεστός και ασφαλής. Το γυάλισμα των τζαμιών ως την τέλεια διαφάνεια, το τρίψιμο της πορσελάνης, το πέρασμα καυστικών χημικών στα πλακάκια ώσπου να λάμψουν σαν οδοντοστοιχία, όλα αυτά την έκαναν να ξεχνιέται απ’ τον εαυτό της. Δυνατοί μύες έσφιξαν στα κοκαλιάρικα μπράτσα της.

Κάθε πρωί, έβγαινε στο κρύο κι ένιωθε αποχαυνωμένη από την κούραση. Ο Ευλάμπης-και λάμπεις την κέρναγε πού και πού πρωινό και καθόντουσαν, με τη μπόχα των χημικών πάνω τους, στο πίσω μέρος του βαν του, τριγυρισμένοι απ’ τις μυρωδιές ζεστού γράσου και καυτού καφέ.

Ήθελε να γελάσει μαζί του, να του πει για τις φρικτές μέρες στο σπίτι της μητέρας της όταν ήταν παιδί, για τις κατσαρίδες, για τον λινοτάπητα που είχε μια μόνιμη κρούστα βρωμιάς, για το πόσο παράξενο της φαινόταν που τώρα καθάριζε για να ζει, μα ο Ευλάμπης μιλούσε τόσο πολύ που δεν χρειαζόταν εκείνη να πει κάτι. Της έλεγε για το σκυλί που είχε όταν ήταν μικρός και που μιλούσε μ’ ανθρώπινη λαλιά, ή για τα οράματα που έβλεπε, όταν ο χρόνος πάγωνε κι ο Διάβολος ψιθύριζε στο αυτί του ώσπου η λάμψη που δυνάμωνε μέσα του τον έδιωχνε, κι έλουζε τον κόσμο στο φως.

~.~

Έπιασε ένα δωμάτιο σ’ ένα τσιμεντένιο χαμηλοτάβανο μοτέλ σχεδόν πάνω στον αυτοκινητόδρομο, οπού πλήρωνε το νοίκι με τη βδομάδα. Το μοτέλ λεγόταν «Οικονομικό – Εγγύηση Τιμής – Βολικό», αλλά έπρεπε να δανειστεί μερικά χημικά και βετέξ απ’ τον Ευλάμπη για να μπορέσει να χρησιμοποιήσει την τουαλέτα. Της άρεσε ο ήχος των φορτηγών που σφύριζαν στην άσφαλτο και οι φωνές των γειτόνων της που είχαν έναν ρυθμό σταθερό και τα αγόρια που σύχναζαν στο φαστφουντάδικο της διπλανής πόρτας, με τις σαρωτικές καυχησιές και τα χαβαλετζίδικα πειράγματά τους.

Ένα πρωί, καθώς επέστρεφε στο μοτέλ, είδε μια γνώριμη μοτοσυκλέτα έξω απ’ το καφέ όπου κάποτε βαθμολογούσε εργασίες φοιτητών. Κοίταξε τη τζαμαρία, κατεβάζοντας χαμηλά το τζόκεϊ που φορούσε για να κρύψει το πρόσωπό της. Δύο πρώην φίλοι της καθόντουσαν σ’ ένα τραπέζι, συνοφρυωμένοι στις οθόνες των λάπτοπ τους. Πόσο χοντροί φαινόντουσαν, πόσο ροδαλοί. Σιγόπιναν δυο σκέτους καφέδες φίλτρου κι εκείνη θυμήθηκε, με μια δόση αηδίας, ότι συνήθιζαν να γκρινιάζουν πως δεν έχουν αρκετά λεφτά για καπουτσίνο. Πόσο πλούσιοι ήταν. Είχαν ένα είδος πλούτου που δεν ξέρει κανείς πως έχει, μέχρι να σταθεί ένα πρωί τρέμοντας στο κρύο, αντικρίζοντας το πώς ήταν κάποτε. Ένας από τους φίλους της, ο άντρας, ένιωσε πως κάποιος τον κοίταζε και σήκωσε αργά το βλέμμα. Ένας κόμπος τραβήχτηκε στο στομάχι της, μα όταν είδε πως η ματιά του την προσπέρασε ακολουθώντας μια νεαρή, κομψή ποδηλάτισσα, ο κόμπος ξέφτισε και λύθηκε.

34 (5).jpg

Ένα Σάββατο του Μάρτη, ενώ καθάριζαν το τελευταίο τους κλαμπ, είδε τον Ευλάμπης-και λάμπεις να ταλαντεύεται καθώς στεκόταν. Κοίταζε με μάτια κενά τους αεραγωγούς πάνω απ’ τα κεφάλια τους, με μια έκφραση εκστατική. Δεν πρόλαβε να τον πιάσει, έπεσε κάτω. Το σώμα του ήταν κοκαλωμένο, τα σαγόνια του έτριζαν. Τον σήκωσε με κόπο, τον ξάπλωσε πάνω σ’ ένα τραπέζι και σκέφτηκε να καλέσει ασθενοφόρο, αλλά εγκατέλειψε την ιδέα, γιατί ήξερε πως δεν είχε χρήματα για περίθαλψη: μάζευε λεφτά για να φτιάξει τα δόντια που του έλειπαν. Πάντα το ξεπερνούσε, της είχε πει. Το φως μέσα του νικούσε τον Διάβολο. Δεν είχε παρά να περιμένει.

Τον άφησε εκεί και συνέχισε το καθάρισμα. Όταν τελείωσε, γυάλισε όλα τα ποτήρια και σκούπισε το πέπλο σκόνης απ’ τα μπουκάλια στα ψηλότερα ράφια του μπαρ. Καθάρισε τις τζαμαρίες με τη ρακλέτα.

Όταν πια είδε ανθρώπους με φόρμες εργασίας να περνούν έξω, ήταν ώρα να τα μαζεύει. Όταν όμως πλησίασε τον Ευλάμπης-και λάμπεις, μια απαίσια μπόχα την χτύπησε και είδε πως είχε ξεράσει παντού. Τον έβαλε όπως-όπως να κάτσει σε μια καρέκλα, τον έσυρε ως την τουαλέτα και τον καθάρισε όσο καλύτερα μπορούσε. Πέταξε το παντελόνι και το βρακί και τις κάλτσες και τα παπούτσια του στον κάδο απορριμμάτων πίσω από το κλαμπ και σκάρωσε ένα είδος εσωρούχου με το φούτερ της. Το βαν του ήταν παρκαρισμένο πίσω απ’ το μαγαζί, τον κουβάλησε με δυσκολία ως εκεί, τον ανάγκασε να μπει μέσα και τον ξάπλωσε πάνω σ’ ένα σωρό καθαρά ξεσκονόπανα.

Δεν ήξερε που έμενε, ούτε αν είχε δικούς του ανθρώπους. Δεν τον είχε ρωτήσει ποτέ τίποτα, μόνο άκουγε αυτά που επέλεγε να της λέει. Άφησε ένα σημείωμα πάνω στο στέρνο του και κλείδωσε το βαν, κι όταν επέστρεψε το απόγευμα για να δει αν είχε ξυπνήσει και τί έκανε, το βαν δεν ήταν πια εκεί, και παρόλο που τον περίμενε κάθε βράδυ στα κλαμπ για μια βδομάδα, κανείς απ’ τους συνήθεις άεργους της πλατείας ή τους μάνατζερ των νάιτ-κλαμπ δεν ήξεραν ή δεν ήθελαν να της πουν που βρισκόταν.

~.~

Ένας παγωμένος αέρας φύσηξε μια νύχτα του Απρίλη και σκότωσε τα πιο ευαίσθητα φυτά. Σ’ όλη την πόλη, έβλεπε κανείς σκελετούς από φτέρες, μπανανιές και καμέλιες. Το πρωί, η μικροκαμωμένη, βλοσυρή Ταϊλανδέζα ιδιοκτήτρια του «Οικονομικό – Εγγύηση Τιμής! – Βολικό» χτύπησε την πόρτα της και περίμενε, σιωπηλή και με τα μπράτσα σταυρωμένα, στο κατώφλι της, ώσπου μάζεψε τα πράγματά της, έβαλε τα παπούτσια και το τζιν σακάκι της κι έφυγε απ’ το δωμάτιο.

Το μεσημέρι, ακολούθησε την αργόσυρτη πομπή των αναξιοπαθούντων προς την πλατεία, όπου τους μοίρασαν από ένα σάντουιτς σε πλαστικό περιτύλιγμα κι από ένα κουτάκι χυμό. Στις έξι, τους ακολούθησε ως την εκκλησία των Μεθοδιστών όπου τους μοίρασαν ένα ποτήρι γάλα με ξινή γεύση που της ήταν γνώριμη από το νηπιαγωγείο, και μια ψητή πατάτα με τσίλι.

Ύστερα, ακολούθησε μια ομάδα από αυτούς στο καταφύγιο αστέγων, που άνοιγε για το βράδυ στις πέντε το απόγευμα, και που στις πέντε και ένα ήταν ήδη γεμάτο. Πέρασαν το παλιό ντεπό της πόλης, διέσχισαν ένα πάρκο σημαδεμένο από συρμάτινους φράχτες και σωρούς χώμα. Το μονοπάτι τους έβγαλε στον ποδηλατοδρόμο όπου μια φορά κι έναν καιρό, με τον πρώην της, έκαναν ανέμελες, μακρινές βόλτες για να δουν τους αλιγάτορες να γυαλίζουν στις όχθες των μικρών λιμνών που είχαν σχηματιστεί από την καθίζηση του εδάφους. Ήταν σκοτεινά στο δάσος, που ήταν γεμάτο βρύα και μούσκλα που, στην άκρη των ματιών της, έμοιαζαν με φίδια. Ένιωσε ένα ξαφνικό κύμα μέσα της, έναν οξύ φόβο, που προσπάθησε να καταπνίξει. Οι άνθρωποι μπροστά της δεν φαινόντουσαν πια στον ποδηλατοδρόμο, είχαν εξαφανιστεί μέσα στα δέντρα.

Προτού δει, το μύρισε: ούρα και περιττώματα και κάπνα και χυμένη μπύρα και κάτι σαν ζυμαρικό που ψήνεται. Άκουσε τις φωνές και βγήκε σ’ ένα ξέφωτο. Μέσα στο σκοτάδι, σκηνές, σκυφτές, ως εκεί που έφτανε το μάτι, φωτιές, εδώ, εκεί, παραπέρα.

Ένας άντρας φώναξε, Εμένα γυρεύεις, γλύκα; κι άκουσε γέλια κι είδε μια σκοτεινή φιγούρα να σηκώνεται απ’ την κοντινότερη φωτιά και να γλιστρά προς το μέρος της.

Από πίσω της, άκουσε τη φωνή μιας γυναίκας να λέει, ένθερμα, Να ‘σαι! κι ένιωσε να την τραβούν πέρα απ’ τον άντρα που πλησίαζε, κι ύστερα πέρα από εφτά ή οχτώ φωτιές.

Σταμάτησαν. Στάσου, είπε η γυναίκα κι έσκυψε, κι άναψε μ’ έναν αναπτήρα μια εφημερίδα, κι ύστερα με την εφημερίδα ένα μικρό κομμάτι προσάναμμα. Η φωτιά φανέρωσε μια γεροδεμένη γυναίκα με ψωμωμένο πρόσωπο και μαλλιά βαμμένα σε μια ροζ απόχρωση του κόκκινου. Έφερα το νερό, παιδία, είπε. Μπορείτε να βγείτε. Ακούστηκε ο ήχος ενός φερμουάρ και τέσσερα μικρά σώματα ξεγλίστρησαν από μια σκηνή. Στην αρχή φαινόντουσαν ίδια το ένα με τ’ άλλο, τέσσερα κοκαλιάρικα πλάσματα με μακριά ξανθωπά μαλλιά.

Η γυναίκα την κοίταξε και είπε, Όχι και τόσο έξυπνο, να ‘ρχεσαι εδώ πέρα μοναχή σου.

Δεν είχα που αλλού να πάω, είπε εκείνη, και η φωνή της ήχησε άσχημη στα αυτιά της.

Δεν έχεις οικογένεια; ρώτησε η γυναίκα. Ένα τόσο καθώς πρέπει κορίτσι σαν κι εσένα;

Όχι, είπε εκείνη.

Έχεις καθόλου φαγητό; είπε η γυναίκα κι εκείνη έγνεψε, καθώς έβγαζε απ’ το σακίδιό της τις τελευταίες της προμήθειες: ένα καρβέλι λευκό ψωμί, ένα βάζο φυστικοβούτυρο, ένα κομμάτι τυρί, μερικές κονσέρβες σαρδέλας, τρία φτηνά πακέτα νουντλς.

Φυστικοβούτυρο! είπε ένα από τα παιδιά, αρπάζοντάς το, και η γυναίκα της χαμογέλασε για πρώτη φορά. Μοιράζεσαι το φαγητό σου, μοιράζεσαι τη σκηνή μας, της είπε.

Ευχαριστώ, είπε εκείνη. Όταν κάθισαν να φάνε, ένα από τα μικρά κοριτσάκια σύρθηκε πλάι της κι ακούμπησε με το χεράκι της το πέλμα του ποδιού της. Όταν ήταν μικρή, είχε κι εκείνη την ίδια δίψα, της αφής. Τα μαλλιά του κοριτσιού μύριζαν κάπνα, το δέρμα της κάτι σαν γαρύφαλλο.

~.~

Η γεροδεμένη γυναίκα λεγόταν Τζέην, κι όταν τα παιδιά πήγαν για ύπνο, οι δυο τους ήπιαν με λαχτάρα δυο κούπες ζεστό, αραιό κακάο. Η Τζέην της είπε για τον άντρα της που τους παράτησε, για το σπίτι που έχασαν, εκείνη και τα παιδιά, για το πόσο ευέξαπτη ήταν, με αποτέλεσμα να απολύεται από τη μία δουλειά μετά την άλλη. Αναστέναξε. Τα ίδια και τα ίδια, είπε.

Άκουγε τον καταυλισμό που ησύχαζε. Η μυρωδιά της μαριχουάνας σκέπαζε την έντονη μπόχα του μέρους. Ένας άντρας φώναζε, κι ύστερα η φωνή του κόπηκε ξαφνικά. Το σπίτι ήταν πολύ ωραίο, είπε η Τζέην θλιμμένα. Με πισίνα και τα όλα του. Ο άντρας μου πάντα έλεγε πως δεν γίνεται παιδική ηλικία χωρίς πισίνα, στη Φλόριντα. Ρουθούνισε, κι έκανε μια χειρονομία προς τα παιδιά. Και τώρα ζούμε στη σκηνή.

Πόσον καιρό είστε εδώ; ρώτησε το κορίτσι.

Μα αυτό δεν έπρεπε να το ρωτήσει, γιατί η Τζέην κατσούφιασε και είπε, Είναι προσωρινό, και σηκώθηκε να πλυθεί. Θα επιστρέψουμε εκεί που ήμασταν.

Όταν πήγε να πλύνει τα δόντια της, πρόσεξε πως η Τζέην την παρατηρούσε. Οδοντόκρεμα, είπε. Τα παιδιά έχουν πολύ καιρό να… Ίσως… θα μπορούσες αύριο να μας δανείσεις λίγη; Και εκείνη είπε, Σίγουρα, και η Τζέην της χαμογέλασε και πάλι, κι ώσπου να μπουν στη σκηνή και να κουλουριαστούν πλάι στα τέσσερα παιδιά που είχαν απλωθεί απ’ άκρη σ’ άκρη, οι δυο γυναίκες ήταν και πάλι φίλες.

~.~

Στο λαμπερό, πρώτο φως της μέρας, ο καταυλισμός άχνιζε μες στην ομίχλη: έμοιαζε σχεδόν αθώος, ονειρικός. Άναψε τη φωτιά, βρήκε το πόσιμο νερό κι έκανε να βράσει βρώμη για τα παιδιά. Ένα-ένα, ξεμύτισαν. Το μεγαλύτερο ήταν δεν ήταν πέντε, κανένα τους δεν ήταν σε σχολική ηλικία. Από άλλες σκηνές, φωνές άλλων γυναικών υψώνονταν, κι άλλα παιδιά απαντούσαν. Ένα μικρό αγόρι έτρεξε προς το μέρος τους, είπε ένα ντροπαλό Γεια στα παιδιά της Τζέην κι έτρεξε ξανά πίσω στη μητέρα του.

Καταλάβαινε τώρα πως σ’ αυτό το κομμάτι της σκηνούπολης έμεναν οι οικογένειες, κι ότι η ασφάλεια εδώ ήταν ζήτημα αριθμών, κανόνων και σιωπηλής επαγρύπνησης απέναντι στον κίνδυνο που καραδοκούσε λίγα μέτρα πιο πέρα.

Το κεφάλι της Τζέην ξεπρόβαλε απ’ τη σκηνή, χαμογέλασε και βγήκε ολόκληρη έξω, φορώντας μια στολή απ’ αυτές που φορούν αυτοί που δουλεύουν σε φαστφουντάδικο.

Θα προσέχεις τα παιδιά σήμερα; είπε. Η κοπέλα που τα προσέχει συνήθως βρήκε σπίτι πριν λίγες μέρες, και δεν θέλω να τα αφήσω πάλι στη βιβλιοθήκη.

Ξέρω να διαβάζω, είπε το μεγαλύτερο κοριτσάκι. Κι εγώ ξέρω, είπε το δευτερότοκο. Λέμε τώρα, είπε το πρώτο, καλόκαρδα.

Εκείνη κοίταξε τα παιδιά κι ένιωσε το στομάχι της να βουλιάζει. Αα…, είπε.

Το πρόσωπο της Τζέην κατσούφιασε πάλι. Κοίτα, της είπε. Ή που θα δουλεύω ή που δεν πρόκειται ποτέ να φύγουμε από δω χάμω. Ή τα αφήνω μαζί σου λοιπόν ή τα αφήνω ξανά στη βιβλιοθήκη με το φόβο να το μυριστούν οι κοινωνικοί λειτουργοί και να μου τα πάρουν. Δεν έχουμε άλλη επιλογή.

Ο.Κ., είπε εκείνη. Φυσικά, θα τα προσέχω. Και η Τζέην είπε ευχαριστώ, αλλά της έριξε ένα ξινισμένο βλέμμα καθώς ξέμπλεκε τα μαλλιά του μικρού κοριτσιού με μια υγρή χτένα.

132 (2).jpg

Τα βράδια, η Τζέην επέστρεφε ζέχνοντας απ’ τον ιδρώτα, με σακούλες μπέργκερ και προτηγανισμένες πατάτες που ήταν πολύ μπαγιάτικα για να πουληθούν.

Βούταγε τα πόδια της σε ζεστό νερό βογκώντας, κι όταν αποκοιμιόντουσαν τα παιδιά, μιλούσε με πικρία για το αφεντικό της. Βλαμμένος, νιάνιαρο, βρωμο-σάτυρος, έλεγε. Της χούφτωσε το στήθος στην αποθήκη.

Εκείνη άκουγε, νεύοντας συγκαταβατικά, προσφέροντας λίγα. Μα η Τζέην φαινόταν να παρηγοριέται με την ήσυχη παρουσία της, της μίλαγε λες και ήταν καμιά όχι ιδιαίτερα εύστροφη ξαδέλφη της –για λύπηση, αλλά χρήσιμη.

Ένα απόγευμα, εκείνη και τα παιδιά έβγαιναν από τη βιβλιοθήκη, όταν είδαν τη Τζέην σ’ ένα παγκάκι στην απέναντι πλευρά του δρόμου.

Ουπς, είπε το μεγαλύτερο κοριτσάκι. Το μικρότερο έκρυψε το κεφάλι του πίσω απ’ την πλάτη του αδελφού της. Περιμένετε εδώ, είπε εκείνη κι έβαλε τα παιδιά να κάτσουν σ’ ένα τοιχάκι μπροστά στη βιβλιοθήκη.

Με σχόλασαν, είπε η Τζέην, δίχως να σηκώσει το κεφάλι της. Στο είπα ότι είμαι ευέξαπτη.

Δεν πειράζει, είπε εκείνη, αν και ένιωθε τη γη να χάνεται κάτω απ’ τα πόδια της. Θα βρεις άλλη δουλειά.

Η Τζέην σήκωσε το κεφάλι της κι έφτυσε, Πειράζει. Και πολύ μάλιστα. Τις προάλλες έβαλα όλα μας τα λεφτά μπροστά για ένα διαμέρισμα, περίμενα να πληρωθώ την Παρασκευή για να δώσω τα υπόλοιπα. Γαμιούνται όλα, είπε. Γύρνα στη σκηνή, είπε. Θα έρθω όταν είναι να ‘ρθω.

~.~

Για βραδινό, εκείνη και τα παιδιά έφαγαν τοματόσουπα και σάντουιτς με τυρί. Είπε στα παιδιά ιστορίες κλεμμένες από τις Χίλιες και Μία Νύχτες, κι αποκοιμήθηκαν, περιμένοντας τη μητέρα τους. Εκείνη έκατσε πλάι στη φωτιά μέχρι που ξέμεινε από ξύλα, και οι φιγούρες που πηγαινοερχόντουσαν στο σκοτάδι έγιναν απειλητικές. Ύστερα μπήκε στη σκηνή, στη ζεστασιά της ανάσας των παιδιών, κι έκλεισε το φερμουάρ.

Το πρωί, η μεριά που ξάπλωνε η Τζέην ήταν ακόμη άδεια. Πήγε τα παιδιά στο νεκροταφείο που βρισκόταν κάπου ανάμεσα στην σκηνούπολη και την πόλη. Ήταν το αγαπημένο τους μέρος: ήσυχο, καθαρό, κι όμορφο, με ψηλές, γέρικες βαλανιδιές και σειρές ανοιχτόχρωμα πλαστικά λουλούδια που τα μάζευαν και στόλιζαν μ’ αυτά τα πιο μελαγχολικά μνήματα.

Στο τέλος της μέρας πήγε τα παιδιά στο αστυνομικό τμήμα, και τους έδωσε από μια κούπα τσάι με πολλή ζάχαρη, και ντόνατς πασπαλισμένα με άχνη που βρήκε σ’ ένα τραπέζι στο δωμάτιο της αναμονής.

Όταν ρώτησε για τη Τζέην, η αστυνομικός υπηρεσίας ούτε που την κοίταξε πίσω απ’ τον υπολογιστή της. Σούφρωσε τα χείλια της και πληκτρολόγησε το όνομα της Τζέην και είπε, Μμ. Συνελήφθη χτες περί τις επτά. Πορνεία.

Όχι, δεν μπορεί, είπε το κορίτσι. Τα παιδιά δεν άκουγαν. Κάποιο λάθος κάνετε, είπε.

Η αστυνομικός της έριξε ένα βαριεστημένο βλέμμα. Μπορούσε να δει τον εαυτό της όπως θα έμοιαζε σ’ αυτή τη γυναίκα – άπλυτη, βρωμερή, λιγδιασμένη, μαυρισμένη, προφανώς άστεγη. Τα χείλη της αστυνομικού πάντα σουφρωμένα, λες και ήταν αυτή η φυσική της έκφραση. Κι όμως μπορεί, είπε, κι επέστρεψε στη δουλειά της.

Το κορίτσι επικαλέστηκε το φάντασμα της καθηγήτριας που ήταν κάποτε και είπε, αρθρώνοντας εμφατικά, Αστυνόμε, ακούστε με σας παρακαλώ. Θα πρέπει να σας ζητήσω να ειδοποιήσετε τους Κοινωνικούς Λειτουργούς. Αυτά εκεί είναι τα παιδιά της Τζέην και, δυστυχώς, αυτή την περίοδο δεν έχω τη δυνατότητα να τα φροντίσω.

Περίμενε με τα παιδιά ώσπου μπήκε βιαστική στο δωμάτιο μια γυναίκα με μαύρο κοστούμι και κουρασμένη όψη, που πήγε να μιλήσει με την αστυνόμο στο γραφείο. Όταν η Κοινωνική Λειτουργός είπε ένα χαρωπό Γεια σας, τα παιδιά, που διάβαζαν ένα περιοδικό, την κοίταξαν, παρακολουθώντας επιφυλακτικά καθώς τράβηξε λιγάκι τα μπατζάκια απ’ το παντελόνι της για να κάτσει χαμηλά μπροστά τους.

Εκείνη σηκώθηκε, με βήμα αδύναμο, πισοπατώντας προς την έξοδο.

Η μέρα ήταν υπερβολικά φωτεινή. Στο κεφάλι της, σφυριές. Δεν είχε φάει τίποτα από το πρωί. Γύρισε στη σκηνή και κοιμήθηκε ως το ξημέρωμα. Λίγο πριν αρχίσει η πόλη να ξυπνά, μάζεψε τα πράγματά της και περπάτησε ως το κέντρο, χωρίς να ξεστήσει τη σκηνή της Τζέην, έχοντας τακτοποιήσει τα πράγματα των παιδιών σε στοίβες κι αφήνοντας τον δικό της υπνόσακο στη μέση της σκηνής – σαν άνανδρη απολογία.

~.~

Σκεφτόταν τη μητέρα της, πώς θα πρέπει να ένιωθε για την εξαφάνιση της κόρης της. Η αστυνομία σίγουρα θα είχε εντοπίσει το εγκαταλελειμμένο στέισον βάγκον μήνες τώρα, θα το είχαν βέβαια ταυτοποιήσει κάποιος θα ‘χε τηλεφωνήσει στη μητέρα της. Ίσως να σκέφτηκε πως την απήγαγαν ή τη δολοφόνησαν, ίσως να έψαχνε να βρει σε τι έφταιξε κι η κόρη της της φέρθηκε τόσο αχάριστα. Ίσως, σκέφτηκε μ’ ένα στιγμιαίο αίσθημα κακεντρέχειας, ο φόβος να ‘χε ξυπνήσει επιτέλους τη μητέρα της. Ίσως να όργωνε τη χώρα ψάχνοντάς την, αυτή τη στιγμή.

~.~

Κοιμήθηκε για δυο βράδια μέσα στη συστάδα μπαμπού στην αυλή του πρώην γείτονά της, σκεπασμένη με το μουσαμά της. Οι νύχτες του Μάη ήταν πιο ζεστές, μα ακόμα τρεμούλιαζε απ’ την ψύχρα. Σε μια στιγμή ξύπνησε κι αντίκρυσε τα πράσινα φωτεινά μάτια μιας γάτας να την κοιτούν επίμονα, και φώναξε τ’ όνομα της γάτας που είχε κάποτε, μα το ζώο έτρεξε μακριά.

Περπάτησε όλο το δρόμο ως το πανεπιστήμιο γιατί θυμήθηκε πως ήταν το σαββατοκύριακο της αποφοίτησης, πράγμα που σήμαινε πως πολλοί από τους φοιτητές θα άφηναν τις εστίες τους. Σκέφτηκε πως θα μπορούσε ίσως να βρει λίγο φαγητό ή έναν καινούριο υπνόσακο. Στο κολλέγιο, είχε δει μια παρέα αγοριών ν’ ανοίγουν το παράθυρο ενός κοιτώνα στον πέμπτο όροφο και να πετάνε τους υπολογιστές τους –που ήταν σε εξαιρετική κατάσταση– στο έδαφος. Και η ίδια άλλωστε είχε αδειάσει το ψυγειάκι της εστίας της, πετώντας ολόφρεσκα μήλα και γιαούρτια και κατεψυγμένες πίτσες στα σκουπίδια. Ένιωθε σαν παράσιτο στο κάμπους, έτρεχε να κρυφτεί από σκιά σε σκιά. Αν κάποιος γνωστός της την έβλεπε, αν κάποιος την έπαιρνε μυρωδιά. Μια σκηνή είχε στηθεί στο αίθριο και ίσα που μπορούσε να δει στο λυκαυγές ανθρώπους να στήνουν έναν μπουφέ. Περίμενε, κι όταν οι υπάλληλοι του κέτερινγκ πήγαν πίσω απ’ το φορτηγό να κάνουν διάλειμμα, γέμισε σβέλτα ένα πιάτο με ζεστά αυγά και πατάτες και λουκάνικα. Σήκωσε το βλέμμα κι είδε έναν από τους υπαλλήλους να την κοιτά, κρατώντας έναν δίσκο με ποτήρια. Του χαμογέλασε κι εκείνος, σκυθρωπός, της έκανε νόημα να φύγει.

~.~

Έξω από τους κοιτώνες των τελειόφοιτων, πρόσεξε ένα μεγάλο μεταλλικό φορτηγό πλάι σ’ έναν κάδο για μπάζα, απ’ τον οποίο άνθρωποι έβγαζαν στρώματα, μηχανές του καφέ, καρέκλες. Είδε μια καρέκλα γραφείου να αιωρείται πάνω απ’ το χείλος του κάδου, μα το αγόρι που θα την έπιανε είχε ήδη πιάσει ένα κασόνι με καλώδια, και γύρισε να φύγει. Τα χέρια που την κράταγαν άρχισαν να τρέμουν. Χωρίς να σκεφτεί, έκανε δυο βήματα μπροστά κι έπιασε την άλλη άκρη της καρέκλας πάνω απ’ το κεφάλι της. Ο άντρας που την κρατούσε τέντωσε το λαιμό του για να τη δει, χαμογελώντας. Θα βοηθήσεις;

Έκπληκτη με τον εαυτό της είπε, Ναι αμέ.

Εκείνος της έκλεισε το μάτι και της έδωσε ένα τυλιγμένο χαλί.

Κουβάλησε κουτιά με βιβλία, ένα κεφαλάρι, ένα κομοδίνο. Η μηχανή του φορτηγού άναψε ξαφνικά και κάποιος ψιθύρισε, Φύγαμε. Άρχισε να τρέχει όπως και οι υπόλοιποι και πήδηξε μαζί τους μέσα στο φορτηγό. Μόλις που πρόλαβαν να κλείσουν τις πόρτες του φορτηγού και να ξεκινήσουν, όταν ένα αμάξι της εταιρείας σεκιούριτι του κολλεγίου πλησίασε και σταμάτησε εκεί όπου ήταν μέχρι πριν ένα δευτερόλεπτο το φορτηγό. Ήταν σκοτεινά, η μηχανή μούγκριζε, τόσο στριμωγμένα που ένιωθε να πνίγεται. Μα κάποιος άγγιξε το μπράτσο της και το ψηλάφισε ως την παλάμη της, όπου της άφησε κάτι τυλιγμένο σε χαρτί. Ήταν μια σοκολάτα.

Επιτέλους, το φορτηγό σταμάτησε και η μηχανή έσβησε. Κλικ – οι πόρτες άνοιξαν σ’ ένα εκτυφλωτικό φως. Ήταν στην άκρη μιας μεγάλης, κατηφορικής, καταπράσινης έκτασης. Έριξε το σακίδιό της κάτω και πήδηξε έξω στο ξανθωπό χώμα.

Ένα κορίτσι με μουτζουρωμένο πρόσωπο και μακριά πλεξούδα την κοίταξε και είπε, Ώρα για πρωινό.

Ανέβηκαν με το άλλο κορίτσι τον χωματόδρομο μέχρι που έφτασαν σ’ ένα μακρόστενο, ετοιμόρροπο κτήριο. Τι είναι εδώ; είπε, και το άλλο κορίτσι γέλασε. Είναι το Μικρό Σπίτι στο Λιβάδι, είπε. Κατάληψη. Ακολουθείς συχνά ανθρώπους χωρίς να ξέρεις που πηγαίνεις;

Τελευταία, ναι, είπε εκείνη. Το κορίτσι την περιεργάστηκε και είπε, Ουόου. Δεν φαίνεσαι και τόσο καλά, γλύκα, και την οδήγησε σ’ ένα κρεβάτι όπου βούλιαξε, κι ας είχαν τα σεντόνια έντονη την μυρωδιά κάποιου άλλου, κι ας μην μπορούσε να μαζέψει τη δύναμη για να βγάλει τα μποτάκια της.

~.~

Κοιμήθηκε όλη μέρα, όλη νύχτα, την επόμενη μέρα, και ξύπνησε ζαλισμένη από την πείνα. Τρύπωσε αθόρυβα στην κουζίνα, περνώντας ανάμεσα από σώματα ξαπλωμένα σε ράντσα και στρώματα. Το ψυγείο ήταν αηδιαστικό, παραγεμισμένο, ανέδυε μια μυρωδιά σκόρδου και μούχλας, βρήκε όμως ένα μπολ γεμάτο σούπα που ήταν ακόμα ζεστή, παραχωμένο ανάμεσα σε μερικά ζαρωμένα μήλα.

Το φεγγάρι μεσουρανούσε πάνω απ’ το λιβάδι κι έλουζε τους λόφους με σκιές. Ένα μικρό πλάσμα κινούταν στην άκρη του λιβαδιού, και μες στο σπίτι άκουγε τους άλλους να κοιμούνται, την ανάσα, τις κινήσεις τους. Ήταν σε εγρήγορση, χρόνια είχε να αισθανθεί έτσι. Άναψε το φως του αποροφητήρα και κοίταξε με φρίκη τα μάτια της κουζίνας: είχαν μία κρούστα από τροφές, που είχαν καεί και βρωμούσαν σαν γράσο. Μπορούσε να ξεκινήσει το καθάρισμα τώρα κιόλας, σκέφτηκε, και βρήκε χλωρίνη κάτω απ’ το νεροχύτη, ένα ζευγάρι αταίριαστα πλαστικά γάντια, λίγο σύρμα. Πόντο-πόντο, δούλεψε όσο πιο αθόρυβα μπορούσε. Απέφυγε τα παράθυρα, στη σκέψη πως αν κοίταζε έξω θα έβλεπε τα πεινασμένα πνεύματα του Ευλάμπη να συγκεντρώνονται στο λιβάδι, τους Πιονιέρους που λιμοκτόνησαν, τους κονκισταδόρες με τη μαλάρια, καβάλα στ’ άλογά τους. Ή τα παιδιά της Τζέην, με τα πρόσωπά τους κολλημένα στο τζάμι.

Το πρωί, η εστία της κουζίνας έλαμπε, το ψυγείο ήταν καθαρό και τα μουχλιασμένα φαγητά είχαν πεταχτεί, τα πιάτα ήταν πλυμένα κι ο νεροχύτης είχε και πάλι το φυσικό χρώμα του, αυτό του ανοξείδωτου ατσαλιού. Είχε τακτοποιήσει και τα ντουλάπια, καθαρίζοντάς τα από τα περιττώματα των ποντικιών και τις ψόφιες κατσαρίδες.

Ένιωθε το σώμα της κενό από την κούραση, μα η διαύγεια του μυαλού της παρέμενε. Όταν γύρισε προς την πόρτα της κουζίνας, ο άντρας που είχε βοηθήσει με την καρέκλα καθόταν στο τραπέζι και την παρατηρούσε. Ουάου, είπε. Ούτε που θυμάμαι την τελευταία φορά που κάποιος έκανε την κουζίνα να λάμπει έτσι.

Έχω ακόμα πολλά να κάνω, είπε εκείνη, κι εκείνος είπε Κάτσε ένα λεπτό να πούμε μια κουβέντα.

Της είπε τους κανόνες: όχι καυγάδες, όχι ναρκωτικά, κοιμάσαι όπου βρεις. Άνθρωποι πηγαινοέρχονταν συνέχεια και κανείς δεν ήξερε κανέναν, επομένως αν είχε μαζί της πολύτιμα αντικείμενα καλό θα ήταν να έχει το νου της.

Δεν έχω, είπε εκείνη, κι εκείνος είπε, Ακόμα καλύτερα. Όλοι όφειλαν να είναι χρήσιμοι, κάνοντας δουλειές στο σπίτι ή στον αχυρώνα, όπου είχαν στήσει μια επιχείρηση μεταπώλησης στο ίντερνετ των αντικειμένων που μάζευαν, κι έτσι μπορούσαν να πληρώνουν τους λογαριασμούς του νερού και του ρεύματος κι αγόραζαν λίγο φαγητό – όσο δεν έβρισκαν από δω κι από εκεί. Προσπαθούσαν έτσι να ζουν χωρίς χρήματα, και τα κατάφερναν αρκετά καλά.

Σταμάτησε και της χαμογέλασε.

Αυτό ήταν; είπε εκείνη. Ακόμα και στη σκηνούπολη οι κανόνες ήταν πιο αυστηροί.

Αυτό, είπε εκείνος. Παράδεισος δεν είναι;

Εκείνη σκέφτηκε για μια στιγμή. Ή κόλαση, είπε.

Λες κι έχουν διαφορά, είπε εκείνος γεμίζοντάς της μια κούπα με καφέ.

1 (6).jpg

Το πάρτυ μεταδόθηκε από σώμα σε σώμα, όπως συνέβαινε με όλα στο Μικρό Σπίτι στο Λιβάδι. Κάποιοι βούταγαν τώρα γυμνοί, ανέλπιστες λευκές πιτσιλιές στο σκοτεινό νερό της καταβόθρας, κι ένα βαρέλι τυλιγμένο με χριστουγεννιάτικα λαμπιόνια είχε κρεμαστεί πάνω σε μια βαλανιδιά. Γύρισε την πλάτη της στη μεγάλη φωτιά μπρος στην οποία στεκόταν, με τις σιλουέτες των σωμάτων να χορεύουν ακόμη στα μάτια της.

Πέρα απ’ το πάρτυ ξεδιπλωνόταν το λιβάδι, ήρεμο και απαθές, συναντώντας κάπου τον εξίσου σκοτεινό ουρανό. Ασυνείδητα βρέθηκε να κινείται πάνω του, κάθε βήμα κι ένα αλάφρωμα απ’ τις μεθυσμένες φωνές, τα σπινθηρίζοντα αποκόμματα χαρτιού που τίναζαν οι φλόγες, το καψάλισμα της φωτιάς. Πέρα απ’ την πρώτη συστάδα δέντρων, το σκοτάδι πήρε μια δική του απόχρωση κι εκείνη άρχισε να διακρίνει την υφή του εδάφους. Διέσχισε ήρεμα τους αμμόλοφους, με τα φύλλα των φίκων να κόβουν τις γάμπες της σαν δόντια, κι άξαφνες, παράξενες, ελώδεις λακκούβες. Μικρά ζωύφια έτρεξαν θροΐζοντας μακριά απ’ τα βήματά της, κι εκείνη ένιωσε γι’ αυτά μια βαθιά συμπόνια, ήταν τόσο μικρά, τόσο φοβισμένα.

Ύστερα από δέκα λεπτά, οι ήχοι των ανθρώπων είχαν εκμηδενιστεί, κι οι ήχοι των εντόμων δυνάμωσαν αισθητά. Το σώμα της κολλούσε απ’ τον ιδρώτα. Όταν σταμάτησε ένιωσε τον πρώτο παροξυσμό. Έμεινε ακίνητη, τόσο ήσυχη, για τόσην ώρα που το λιβάδι άρχισε ξανά να κινείται ανεπαίσθητα. Ο κόσμος που, από την άνεση της φωτιάς, έμοιαζε σελίδα λευκή, έσφυζε απροσδόκητα από ζωή.

Μπορούσε να μυρίσει τη σαπίλα ενός αποστραγγιστικού καναλιού που είχαν σκάψει στο λιβάδι κάποιοι καλοπροαίρετοι αφελείς, κατά τη διάρκεια της Μεγάλης Ύφεσης. Η γη είχε κρατήσει το αποτύπωμα των χεριών τους, το ‘χε κάνει δικό της. Σκέφτηκε τα φίδια που κοιμόντουσαν κουλουριασμένα στα λαγούμια τους και τους αλιγάτορες που αναδυόντουσαν για να τη μυρίσουν μες στο σκοτάδι, το ταλάντεμά τους πάνω στο χώμα, το μουλωχτό σύρσιμο της κοιλιάς τους το ότι ήταν μονάχα ένα χαμένο ζωντανό πλάσμα ανάμεσα σε τόσα άλλα, χωρίς να την κάνει ξεχωριστή η ανθρώπινη φύση της. Κάτι σύρθηκε στο λαιμό της.

Είχε παγώσει. Ο ιδρώτας στέγνωνε στο σώμα της κάνοντάς την να τρέμει. Δεν υπήρχε ανακούφιση στον ουρανό τον αραιά στρωμένο μ’ αστέρια, ένα δίχτυ μεγαλύτερο απ’ όσο μπορούσε να φανταστεί. Δεν υπήρχε κανείς να μπορεί να τη σώσει, κανείς να την επαναφέρει απαλά στην παρηγοριά των ανθρώπων.

Ξανάζησε τη νύχτα στο λιβάδι χρόνια μετά, κατά την διάρκεια του πολύωρου και επίπονου τοκετού της, όταν, μετά την κηδεία της μητέρας της σ’ ένα λόφο κατάλευκο απ’ το χαλάζι, γεννήθηκε η κόρη της. Μία ένεση στη σπονδυλική της στήλη πήρε τον πόνο μακριά, κι ένιωσε ευτυχής, μετέωρη πάνω απ’ τον εαυτό της, ασφαλής μέσα στον ανεπαίσθητο βόμβο των μηχανημάτων.

~.~

Ύστερα κάτι πήγε πολύ στραβά ξαφνικά, και τα πρόσωπα των νοσοκόμων πλησίασαν πάνω της, κι ο κόσμος έξω απ’ αυτήν φρένιασε. Τη μετέφεραν πάνω στο φορείο κατά μήκος του διαδρόμου και μέσα σ’ ένα ψυχρό δωμάτιο. Ήταν σχεδόν Χριστούγεννα κι ένα αλεξανδρινό καμπούριαζε στη γωνιά του δωματίου, φέρνοντας στη σκέψη της το μαύρο χώμα στη γλάστρα, τα ζωύφια, τη ζωή που υπήρχε στο χώμα. Το σώμα της τρανταζόταν τόσο δυνατά που το αλουμινένιο χειρουργικό κρεβάτι κροτάλιζε, κι ένιωσε μια τεράστια πίεση να την κυριεύει καθώς ο χειρούργος πίεσε το νυστέρι μέσα στο σώμα της. Ύστερα ο πανικός επανήλθε, το σκοτάδι, η αίσθηση πως χανόταν, οι κυνόδοντες που είχε φανταστεί πως δάγκωναν τους αστραγάλους της, και που δεν ήταν παρά κοψίματα από φύλλα φίκων, η καυτή ανάσα ενός κακού πνεύματος στο πίσω μέρος του λαιμού της. Κι ύστερα είχε δει τη λάμψη μέσα στο σκοτάδι κι επέστρεψε σκουντουφλώντας στο φως της μεγάλης φωτιάς. Πόσο λεπτές είναι οι κλωστές που μας δένουν, τον έναν με τον άλλον. Μια λάμψη στο σκοτάδι. Το κουδούνισμα ενός μενταγιόν στο λαιμό μιας νοσοκόμας. Τα σώματα που πλησίαζαν. Η πίεση, τόσο έντονη που δεν μπορούσε ν’ ανασάνει, η απελευθέρωση.

ΛΟΡΕΝ ΓΚΡΟΦ


waldman-lauren-groff-florida

H  Λόρεν Γκροφ (Lauren Groff) (1978) είναι αμερικανίδα συγγραφέας μυθιστορήματων και μικροδιηγημάτων. Γεννήθηκε στη Νέα Υόρκη, όπου και διαμένει, και ὠς τὠρα έχει εκδώσει τρία μυθιστορήματα και δύο συλλογές μικροδιηγημάτων.

Νέοι ποιητές ενός νέου αιώνα | 4. Αλέξιος Μάϊνας

ΔΙΑΡΚΗΣ ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ 2000-2020

Ποιά ἡ ποίηση τοῦ 21ου αἰώνα καὶ ποιοί οἱ ποιητές της; Χιλιάδες ποιητικὲς συλλογές, εἴτε τυπωμένες ἀπὸ ἐπώνυμους οἴκους εἴτε αὐτοεκδόσεις, ἑκατοντάδων ἢ καὶ χιλιάδων ποιητῶν ποὺ ἀναζητοῦν τὴν θέση τους στὴν Νεοελληνικὴ Λογοτεχνία. Τί μένει ὅμως καὶ τί περνάει ἀπὸ τὴν κρησάρα τῆς κριτικῆς; Τί ἐπιβιώνει –ἢ ἔστω, τί φαίνεται ὅτι μπορεῖ νὰ ἐπιβιώσει– στὴν μνήμη τῆς ἀναγνωστικῆς κοινότητας;

Ἀποπειρώμενο μιὰν ἀπάντηση στὰ παραπάνω, τὸ Νέο Πλανόδιον ἐγκαινιάζει τὴν ἑβδομαδιαία στήλη ‘‘Νέοι ποιητὲς ἑνὸς νέου αἰώνα. Διαρκὴς ποιητικὴ ἀνθολογία 2000-2020’’. Γιὰ διάστημα δύο ἐτῶν καὶ ἀρχῆς γενομένης ἀπὸ τὸν Φεβρουάριο τοῦ 2019, θὰ ἀνθολογοῦμε κάθε ἑβδομάδα ἀπὸ ἕνα ἢ περισσότερα ποίηματα ἑνός/μιᾶς συγγραφέα, ποὺ θὰ πληροῦν δύο προϋποθέσεις: θὰ εἶναι α) δημοσιευμένα μετὰ τὸ 2000, καὶ β) γραμμένα ἀπὸ ποιήτριες ἢ ποιητὲς 45 ἐτῶν καὶ νεώτερους, γεννημένους δηλαδὴ ἀπὸ τό –σημαδιακό– 1974 καὶ ἑξῆς.

Τὰ ποιήματα θὰ παρατίθενται πολυτονισμένα, δίχως ὅμως ἄλλες παρεμβάσεις στὸ πρωτότυπο. Ἐπίσης, στὸ τέλος κάθε ἑξαμήνου θὰ δημοσιεύεται στὸν ἱστότοπο ὁ Θησαυρὸς Ἀναγνώσεων τῶν ἀνθολόγων μὲ τὴν μορφὴ ἀναλυτικοῦ καταλόγου, ὅπου καὶ θὰ καταγράφονται ὅλες οἱ ποιητικὲς συλλογὲς ποὺ εἴδαμε στὸ διάστημα αὐτό. Τὰ ποιήματα ποὺ θὰ προκύψουν στὸ πέρας τῆς διαρκοῦς αὐτῆς ἀνθολόγησης, συμπληρωμένα ἐνδεχομένως καὶ μὲ ἄλλα, θὰ ἀποτελέσουν τὸν κορμὸ μιᾶς ἔντυπης Ἐκλογῆς.

Οἱ σκοποὶ τοῦ ἐγχειρήματος, δύο: νὰ ἀναδείξουμε τὰ ἀξιανάγνωστα ποιήματα ποὺ γράφονται στὶς μέρες μας ἀπὸ νέους ποιητές· καὶ νὰ συμβάλλουμε στὴν ἐπόπτευση τῆς νεοελληνικῆς ποίησης τοῦ αἰώνα μας, μακριὰ ἀπὸ παρελκυστικὲς κατηγοριοποιήσεις, αἰσθητικὲς ἢ/καὶ ἰδεολογικές.

ΘΑΝΑΣΗΣ ΓΑΛΑΝΑΚΗΣ – ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΚΟΡΔΑΣ


Μὲ δεδομένο τὸν τεράστιο ὄγκο τῆς τρέχουσας ποιητικῆς παραγωγῆς, ποὺ ξεπερνᾶ τοὺς 800 τίτλους ἐτησίως (813 γιὰ τὸ 2017, βάσει ἐπίσημων στοιχείων ἀπὸ τὴν Ἐθνικὴ Βιβλιοθήκη), οἱ ἀνθολόγοι δὲν τρέφουν ψευδαισθήσεις ὅτι εἶναι σὲ θέση νὰ τὴν παρακολουθήσουν στὴν πληρότητά της. Ὑπόσχονται ὅμως νὰ ἐξετάσουν φιλότιμα ὅλα τὰ βιβλία ποὺ θὰ τεθοῦν ὑπ’ ὄψιν τους. Οἱ φίλοι νέοι ποιητὲς μποροῦν νὰ τὰ στέλνουν στὶς διευθύνσεις: Ἀγησιλάου 7, Ἡράκλειο Ἀττικῆς, 141-22 καὶ Ἁγ. Φανουρίου 2, Ζωγράφου, 157-72 [Μὲ τὴν ἔνδειξη: “Α.Β.Γ.-Α.Κ. γιὰ τὸ Ν.Π.” στὰ στοιχεῖα τοῦ παραλήπτη].


Ἀλέξιος Μάινας

(Τὸ περιεχόμενο τοῦ ὑπόλοιπου, Ἀθήνα, Γαβριηλίδης, 2011)

.23423423

Ὁ αὐτοκράτορας

Τίποτα μικρό.

Ὀνειρεύτηκα μιὰ αὐλὴ μὲ φοίνικες καὶ παρτέρια
ὀνειρεύτηκα τὴν αἰχμαλωσία ἀπ’ τὰ παράθυρα
τοῦ κελιοῦ μου.
Σκλάβοι ἀδράξαν τὶς ἁλυσίδες καὶ μ’ ἔσυραν
κατὰ μῆκος τοῦ δαίδαλου στὶς μουχλιασμένες σκάλες
κι ἀπὸ κεῖ σὲ ἀψιδωτὲς αἴθουσες καὶ κατατρεγμοὺς
μὲ ὐαλογραφήματα καὶ τοὺς ἥλιους στοὺς τοίχους,
κι ἀπὸ κεῖ σὲ χαλιά, βεντάλιες μὲ χρυσοκάνθαρους
καὶ χαλκοτύμπανα στὶς πανοπλίες τῆς πόρτας.
Εἶπαν:
Πίσω ἀπὸ δῶ εἶναι αὐτὸς ποὺ θὰ κρίνει τὴν τύχη σου.
Ἐδῶ θὰ μπεῖς μόνος.
Κάποιος γέλαγε πίσω ἀπ’ τὴν πόρτα.
Τὸν εἶδα. Καθόταν καταγῆς σ’ ἕνα δέρμα ἀρνιοῦ
καὶ κρατοῦσε τὴν ξύλινη ρομφαία του. Ἔβλεπε τηλεόραση.
Φοροῦσε μιὰ πράσινη σαλιάρα.

 ~.~

Ἡ ὕπαρξη τῶν δασῶν

– Ἡ ἁπλότητά σου
καθὼς προδίδεται
δὲν ξεχνάει ν’ ἀγκαλιάσει
τὸν ἑαυτό της.
– Δὲ γνώριζα καὶ τὰ θεωροῦσα
ὅλα διαρκῆ.

Ποθώντας τ’ ὁλότελο μεγαλώνουν τὰ χέρια,
βυθίζουν κορίτσια στὶς γοῦβες τους λίγο,
μὰ περνάει ὁ καιρός, βαραίνει ἡ αἰθέρια
καρδιά· μὲς στὶς λέξεις τὰ χείλη μου σμίγω.

Τὰ παράθυρα δάση διαγράφουν καὶ τρένα·
εἶναι δίπλα γυμνή, μὲ κοιτάζει γιὰ πάντα,
τὸ νιώθει πὼς φεύγω καθὼς πιάνει τὴ χτένα,
πὼς μ’ ἐλκύει τὸ ξένο, τῶν δρυμῶν τὰ συμβάντα.

Παλιὰ ἱστορία, στέκω ἀκόμα στὸ τζάμι·
στὸ μυαλὸ πινελιές, μὲς στὸν ἥλιο σκοτάδια,
τὸ μέλλον τῆς μοιάζει σολομὸς σὲ ποτάμι
ποὺ μὲ μνῆμες εἰσβάλλει στὰ δωμάτια τὰ ἄδεια.

Ἤδη πέρα ἔχει πέσει ἀπ’ τὸ κατάστρωμα ὁ ἥλιος,
δές, συννέφιασε μπροῦντζο κι ἔχει ἀρχίσει νὰ βρέχει
τὴ στιγμὴ ποὺ τὸ χρῶμα, μιὰ βροντὴ καὶ ἡ ὕλη ὡς
καθρέφτης, μαρτυροῦν πὼς τὸ πρὶν ἀπ’ τὸ τώρα ἀπέχει.

Δὲν θυμᾶμαι ἂν τῆς εἶπα «ἔχουν ὅλα τελειώσει»
ὅταν τρίκλισα ἄτολμα πρὸς τὸν φάρο στὴν πόρτα,
στὸν κῆπο ξεβράστηκα μὲ μιὰ ἀδύναμη ὤση
κι ἤδη τρίζαν στὶς μπότες τῶν δρυμῶν μου τὰ χόρτα.

~.~

(Τὸ ξυράφι τοῦ Ὄκαμ, Μικρὴ Ἄρκτος, 2014)
William-of-Ockham-stained-glass.png

 

 

 

 

 

(Felix aestheticus, 08:50
Ἐπὶ τῇ βάσει ἄνυδρων νερόλακκων)

Γιὰ παράδειγμα ὁ Ἀμαζόνιος εἶναι μύθος τῆς τζεογκράφικ, τοῦ BBC
τοῦ τρέχα γύρευε.
Ἐνῶ ὡς σονέτο:
Τὸ φῶς τοῦ παντζουριοῦ σχεδιάζει στὸ χαλὶ
τὴν κάτοψη ἑνὸς δάσους
μὲ ἐξωτικὰ πουλιά, ἔντονα ἔντομα
καὶ θεόρατες ρίζες ποὺ βγαίνουν ἀπ’ τὸ νερό.
Τὸ πρωὶ ποὺ χαλᾶνε τὸν κόσμο
σηκώνομαι καὶ κάνω βόλτες ἀνάμεσα
στὰ τηλεγραφόξυλα τῶν κορμῶν
καὶ τὰ φαρδιὰ λουλούδια δίπλα στὸ κρεβάτι.
Μὲ μιὰ πιρόγα ἀπὸ φελλὸ πλησιάζω τὴν κουζίνα.
Κουπὶ ποὺ σπρώχνει τὰ νερόφιδα
στὰ κόκκινα κυρήγματα τοῦ ἰβίσκου.
Τ’ ἀγριεμένα ροῦχα μου ἀνεμίζουν.
Ἀνάμεσα στὶς φυλλωσιὲς τῶν κουρτινόξυλων
ἀκούω τὶς φωνὲς τῶν ἰαγουάρων.

~.~

(19:08) Ἕξι συνώνυμα τοῦ Γκέοργκ Χάυμ

Μεγάλα ρόδια
σὰν καρδιὲς
μὲ ρωγμὲς

σὰν άπογεύματα
στὰ τέλη
τοῦ Λυκείου

~.~

Ἐξάχνωση πεζοδρομίου, 01:10)
Μπροστά σου δὲν ὑπάρχει ὁδὸς καὶ πίσω σου χαλάει

(Exordium)

Τὰ καναρίνια
εὔκολα κίτρινα πουλιὰ σχεδιασμένα πρόχειρα
φωνάζουν στὸ σκοτάδι
κι οἱ κόπροι τῆς ἀλάνας γαβγίζουν καὶ τὰ πεῦκα.
Ὁ λεγόμενος καιρός, ἂν ἤρθε
θὰ πέθανε τὴ νύχτα
ὅπως πεθαίνουν οἱ τηλεοράσεις.
Ρέματα μὲ μπαζωμένες βροχὲς
καὶ μισογδαρμένες κνῆμες
σπασμένοι φράχτες ξύλινες κολόνες
μιὰ γειτονιὰ ἀπὸ συνάψεις τοίχων
καὶ ξεραμένες λάμπες ἠλεκτρικοῦ.

Πάνω ἀπ’ τὶς στέγες ἡ ἐκπνοὴ τῆς στάχτης
ἀναζητεῖ κάτι ἀκόμα νὰ κάψει.


Ὁ Ἀλέξιος Μάινας γεννήθηκε τὸ 1976 στὴν Ἀθήνα, ὅπου καὶ μεγάλωσε. Ἔχει ἑλληνογερμανικὴ καταγωγὴ καὶ γράφει καὶ μεταφράζει λογοτεχνία καί στὶς δύο γλῶσσες. Ἔχουν ἐκδοθεῖ τὰ ποιητικά βιβλία του Τὸ περιεχόμενο τοῦ ὑπόλοιπου (2011) καὶ Τὸ ξυράφι τοῦ Ὄκαμ (2014).

Λόρεν Γκροφ, Στον Παράδεισο και στην Κόλαση (1/2)

writers-voice-groff-1

~.~

Μετάφραση: Μαρία Σ. Μπλάνα

Οι χτύποι των χουρμάδων που έσκαγαν πάνω στη σκεπή την άφησαν άυπνη όλο το βράδυ κι όταν το πρωί την ξύπνησε το εκτυφλωτικό φως του ήλιου που εισέβαλε απ’ το παράθυρο, έφτασε στα όριά της. Αντίο, σ’ όλα αυτά! τραγουδούσε καθώς μετέφερε τα λιγοστά υπάρχοντά της στο στέισον-βάγκον: την κιθάρα του πρώην της, τον εξοπλισμό κάμπινγκ που είχαν αγοράσει στο πρώτο έτος του μεταπτυχιακού τους (τη μοναδική νύχτα τους στον ποταμό Σουάνι την πέρασαν παγωμένοι από τα μουγκρητά των κροκόδειλων), ένα κασόνι βιβλία. Αντίο στα άλλα βιβλία που θα άφηνε στοιβαγμένα στον τοίχο, εκατοντάδες από αυτά: δεν πιάνουν μία, της είπαν όταν προσπάθησε να τα πουλήσει.

Αντίο στο γυάλινο βουνό χρέους απ’ το οποίο ξεγλιστρούσε κρυφά. Αντίο στο απειλητικά λευκό χαρτί της γνωστοποίησης επικείμενης έξωσης που της θυροκόλλησαν. Αντίο στ’ ανεκπλήρωτα όνειρα. Θα ήταν άδεια τώρα, έχοντας επιλέξει να χάσει.

Το διαμέρισμα ήταν ένα όστρακο, στεγανό απ’ το βερνίκι. Πήρε βαθιά ανάσα, βγαίνοντας στην αυλή. Ξουτ! μια ανεπαίσθητη ιδέα ιλίγγου τη διαπέρασε καθώς έσπρωξε τον γάτο έξω απ’ την πόρτα. Ουφ, θα είσαι μια χαρά, είπε, κι έσκυψε να χαϊδέψει το μεταξένιο τρίχωμα ανάμεσα στ’ αυτιά του, αλλά, σβέλτος σαν φίδι εκείνος, τη γρατζούνισε. Όταν σήκωσε τα μάτια της απ’ τις τέσσερις πριονωτές γραμμές στο χέρι της που άρχιζαν να μοιάζουν με σειρές αιμάτινες χάντρες, εκείνος είχε πηδήξει μακριά. Κι έπειτα, κι εκείνος, χάθηκε.

~.~

Πέρασε οδηγώντας απ’ την τούβλινη εστία του πανεπιστημίου, όπου οι πρωτοετείς μόλις είχαν φτάσει και ξεφόρτωναν τις βαλίτσες τους από τα οικογενειακά αυτοκίνητα, ενώ οι γονείς τους αγκάλιαζαν ο ένας τον ώμο του άλλου για παρηγοριά. Αντίο, φώναξε, σπινιάροντας τα λάστιχα του βαν στην άσφαλτο.

Ύστερα από ένα καλοκαίρι με το ρεύμα κομμένο, ένα καλοκαίρι που το πέρασε διαβάζοντας πλάι στο ανοιχτό παράθυρο φορώντας μόνο τα μουσκεμένα απ’ τον ιδρώτα εσώρουχά της, το κλιματιστικό του βαν της φαινόταν πάγος. Άνοιξε το παράθυρο και μύρισε την παράξενη νοτισμένη οσμή που απέπνεε η καρδιά της Φλόριντα. Εδώ έξω, οι άνθρωποι στολίζουν τις αυλές τους με μεγάλες πέτρες και πιστεύουν ότι μπορούν να μιλήσουν με το Θεό. Εδώ η λέξη «Ντεριντά» δε σημαίνει γι’ αυτούς παρά «εκεί πίσω» στα γαλλικά.

Τίναξε τη γροθιά της έξω απ’ το παράθυρο και την χαλάρωσε αργά. Μπορούσε σχεδόν να δει τις ελπίδες της να ξεφλουδίζονται απ’ την παλάμη της και να πέφτουν στο οδόστρωμα, να γίνονται ένα με το παρελθόν: τα βιβλία με τ’ όνομά της στο εξώφυλλο, η εκπαιδευτική εξάμηνη άδεια στη Φλορεντία, το φανταχτερό μοντέρνο σπίτι στην άκρη του δάσους. Παρελθόν.

Όταν το ξανακοίταξε, το χέρι της ήταν πρησμένο κι έκαιγε απ’ το πύον. Το έφερε στο στόμα της. Όταν σταμάτησε τελικά στην άκρη μιας παραθαλάσσιας κωμόπολης και χάζεψε πάνω απ’ το γρασίδι των αμμόλοφων τη θάλασσα, η γλώσσα της είχε τη γεύση του χαλκού, απ’ το αίμα.

~.~

Κάποιος είχε παρατήσει ένα φορητό ψυγειάκι στην παραλία, μέσα είχαν ξεμείνει μια σακούλα μήλα, ένα μισοφαγωμένο σάντουιτς, δυο κόκα-κόλες. Κάθισε, βλέποντας το σούρουπο να παίρνει χρώμα μουσταρδί κι έπειτα καρπουζί, και τα έφαγε όλα. Ένα σμήνος γλάροι κούρνιασαν στην υγρή άμμο κι ύστερα φτεροκόπησαν μακριά στον αέρα. Όταν σκοτείνιασε τόσο που δεν μπορούσε πια να δει, πήρε το ψυγειάκι, το άφησε στο αμάξι και περπάτησε μέχρι τον κεντρικό δρόμο για να βρει καρτοτηλέφωνο.

Ήταν αποφασισμένη να το κλείσει αν το σήκωνε ο πατριός της, αλλά το σήκωσε η μητέρα της, λέγοντας ναι; με φωνή αργή και ξεψυχισμένη. Ναι;

Δε μπορούσε να μιλήσει. Φαντάστηκε τη μητέρα της με το νυχτικό στην κουζίνα, ένα ηλιοβασίλεμα, τα παιδιά του γείτονα να παίζουν έξω.

Ναι; είπε ξανά η μητέρα της, κι εκείνη κατάφερε να πει, Γεια σου, Μαμά.

Γλυκιά μου, είπε η μητέρα της. Τι χαρά που μας πήρες.

Μαμά, είπε εκείνη. Ήθελα απλώς να ξέρεις ότι μετακόμισα. Δεν έχω ακόμα καινούριο τηλέφωνο όμως.

Περίμενε στο ακουστικό, νιώθοντας το κάψιμο από τον ήλιο στα μάγουλά της να την ενοχλεί, μα η μητέρα της είπε μόνο, Α έτσι; αφηρημένα. Από τότε που είχε ξαναπαντρευτεί, υπέφερε από χρόνιους ιδιοπαθείς πόνους, που τους αντιμετώπιζε, επίσης χρόνια τώρα, με παυσίπονα. Είχε ξεχάσει τα γενέθλια της κόρης της, τα τελευταία τρία χρόνια πόσες φορές της είχε στείλει πακέτα με τάπερ που ήταν άδεια. Μια ζεστή μέρα του Ιούλη, όταν το κορίτσι είδε στο ΑΤΜ πως ο λογαριασμός της είχε σχεδόν αδειάσει, σκέφτηκε να την καλέσει για βοήθεια. Μα ήταν σίγουρη κατά βάθος πως κι ο φάκελος θα έφτανε επίσης άδειος.

Άκουσε στη γραμμή τον ήχο μιας μηχανής να πλησιάζει και Αχ!, είπε η μαμά της, Γύρισε ο πατέρας σου. Καθώς άκουγαν και οι δύο το βρόντο της πόρτας και τις βαριές μπότες ν’ ανεβαίνουν τα σκαλιά, σκέφτηκε αλλά δεν το είπε, Αυτός ο άντρας δεν είναι ο πατέρας μου.

Αντί γι’ αυτό είπε, Μαμά, ήθελα απλώς να σου πω να μην ανησυχήσεις αν δεν έχεις νέα μου για κάποιον καιρό, εντάξει; Είμαι καλά, αλήθεια.

Εντάξει, γλυκιά μου, είπε η μητέρα της, η φωνή της ήδη πιο μαλακή, καθώς περίμενε τον άντρα της από στιγμή σε στιγμή. Μην κάνεις κάτι που δεν θα έκανα.

Το κορίτσι ξαναβγήκε στο δρόμο, με τα φώτα των αυτοκινήτων να την προσπερνούν λάμποντας στο σκοτάδι, κι είπε φωναχτά, Κάνω ακριβώς αυτό που θα έκανες εσύ, και γέλασε, μα δεν ήταν και πολύ αστείο, εν τέλει.

Picture of sunset, Cotswolds, England March 2005

Την ημέρα ξάπλωνε στον ήλιο για ώρες, μέχρι που δίψαγε τόσο που έπρεπε να γεμίσει το παγούρι της απ’ τη ντουζιέρα της παραλίας ξανά και ξανά. Στον καθρέφτη του βαν, έβλεπε το δέρμα της να ροδίζει και τα μαλλιά της να ξανθαίνουν. Τα ρούχα της επέπλεαν πάνω της. Σκέφτηκε τα χιλιάδες δολάρια που είχε ξοδέψει για την εμφάνισή της όλα αυτά τα χρόνια: πόση αγωνία, πόσες δίαιτες, ενώ το μόνο που χρειαζόταν για να είναι όμορφη ήταν λίγη ραθυμία κι ελαφρύς υποσιτισμός! Έτρωγε κονσέρβες τόνου και κρακεράκια και καμιά φορά έπινε καφέ στο Μπητς-μπαρ, για να στυλωθεί. Τα λεφτά της λιγόστευαν ανησυχητικά. Η ουλή στο χέρι της είχε αποκτήσει ένα υπέροχο ασημί χρώμα από τον ήλιο και καμιά φορά την ψηλαφούσε αφηρημένα, σημαίνον στη θέση του σημαινόμενου, μια γρατζουνιά για τη χαμένη ζωή.

Τη νύχτα, ξάπλωνε στο πίσω μέρος του στέισον-βάγκον και διάβαζε το «Middlemarch» μ’ ένα φακό-μπρελόκ, ώσπου αποκοιμιόταν.

Όταν το σώμα της μύριζε τόσο έντονα που η θάλασσα δεν ξέπλενε την οσμή, έμπαινε στο γυμναστήριο ενός πολυτελούς παραθαλάσσιου ξενοδοχειακού συγκροτήματος φορώντας τα αθλητικά της ρούχα. Περίμενε πως κάποιος θα την πέταγε έξω αλλά κανείς δεν της έδινε σημασία. Το μπάνιο ήταν άδειο και υπήρχαν καλαθάκια με λοσιόν, μικρά σαπουνάκια και ξυραφάκια μιας χρήσης. Στεκόταν κάτω απ’ το τηλέφωνο του μπάνιου κι άφηνε το νερό να ξεπλύνει από πάνω της αυτό το μοναχικό καλοκαίρι. Ήδη πριν την παρατήσει ο φίλος της για μια πρωτοετή μεταπτυχιακή φοιτήτρια, εκείνη είχε αποτραβηχτεί στον εαυτό της. Η επιχορήγησή της δεν ανανεώθηκε και το μόνο που της είχε απομείνει ήταν το φοιτητικό επίδομα που δεν έφτανε καν για το νοίκι, πόσο μάλλον για το σουπερμάρκετ. Δεν έβγαινε ακόμα κι όταν κατάφερνε να πνίξει τη ντροπή της και ν’ αντικρύσει τους φίλους της που είχαν πάρει επιχορήγηση. Ο πρώην της τα πήρε όλα μαζί του: τα κυριακάτικα πρωινά τους, το εγχειρίδιο savoir-vivre που της είχε χαρίσει απροκάλυπτα κάποια Χριστούγεννα, το ξυπνητήρι που τους ξυπνούσε κάθε μέρα δέκα λεπτά πριν τις έξι. Ήταν τελειομανής –έστρωνε το κρεβάτι με στρατιωτική πειθαρχία, σήκωνε βάρη, κρατούσε σημειώσεις, κι όλα αυτά με τον σωστό πάντα τρόπο– κι όταν την άφησε, έκλεψε τη ρουτίνα της, που είχε τόσο συνηθίσει. Και το χειρότερο απ’ όλα, πήρε μαζί τους γονείς του, που την υποδεχόντουσαν για τέσσερα χρόνια στο φιλόξενο πέτρινο εξοχικό τους στην Πενσυλβανία, στις διακοπές τους. Για αρκετές βδομάδες περίμενε να της τηλεφωνήσει η μητέρα του, μια γυναίκα με ανοιχτή αγκαλιά και απαλά μαλλιά, μα το τηλέφωνο δεν χτύπησε.

Η πόρτα άνοιξε και φωνές πλημμύρησαν το μπάνιο, κάποιο τμήμα αερόμπικ μόλις είχε σχολάσει. Γύρισε το πρόσωπό της προς τον τοίχο, κάτω απ’ το νερό, μ’ άξαφνη ντροπαλοσύνη. Όταν άνοιξε τα μάτια της, τα ντους είχαν γεμίσει με γυμνές μεσήλικες γυναίκες που γελούσαν και σαπουνίζονταν. Φορούσαν διαμαντένια δαχτυλίδια και τα δόντια τους έλαμπαν και οι κοιλιές και οι μηροί τους ήταν αφρατεμένοι από την εύκολη ζωή τους.

~.~

Ξύπνησε από ένα δυνατό χτύπημα δίπλα στο κεφάλι της και σηκώθηκε με κόπο απ’ τον ύπνο μες στο σκοτάδι. Άναψε τον φακό τσέπης κι είδε έναν καβάλο, σε μαύρο τεντωμένο ύφασμα, ένα όπλο στη θήκη μιας δερμάτινης ζώνης κι έναν τεράστιο φακό να τη σημαδεύει.

Μπάτσος, σκέφτηκε. Φαλλός φωτός, φαλλός τιμωρός.

Άνοιξε, είπε ο αστυνόμος κι εκείνη είπε Ναι, κύριε, σύρθηκε στη μπροστά θέση και άνοιξε το παράθυρο.

Πού το βλέπεις το αστείο και γελάς; τη ρώτησε.

Πουθενά, αστυνόμε, είπε κι έσβησε τον φακό τσέπης.

Σε παρακολουθώ μια βδομάδα τώρα.

Κατάλαβα, είπε αυτή.

Είναι παράνομο. Δεν είναι μέρος για κάμπινγκ αυτό. Εντάξει, πιάνω κανένα παιδαρέλι που δεν θέλει να πληρώσει ξενοδοχείο πού και πού, άντε καμιά φορά και τίποτα γερο-χίπηδες με τα τροχόσπιτά τους. Αλλά εσύ είσαι μικρό κορίτσι. Δεν θα θελα να σε βάλω σε μπελά. Υπάρχουν κακοί άνθρωποι παντού, ξέρεις.

Ξέρω, είπε αυτή. Κλειδώνω το αμάξι.

Αυτός ρουθούνισε. Τώρα μάλιστα, είπε. Κι ύστερα από μια μικρή παύση, Το ‘σκασες απ’ τον άντρα σου; Αυτό είναι; Ξέρω ένα σπίτι στην πόλη που κορίτσια σαν εσένα είναι ασφαλή. Μπορώ να σου βρω ένα κρεβάτι εκεί.

Όχι, είπε εκείνη. Δεν είναι αυτό. Ας πούμε πως …κάνω διακοπές απ’ τη ζωή μου.

Μάλιστα, είπε εκείνος, με μια ξαφνική αυστηρότητα στη φωνή του. Τότε δρόμο από δω. Μην σε ξαναδώ τριγύρω γιατί θα σε συλλάβω για επαιτεία.

~.~

Έμεινε μερικές μέρες σε μια άλλη παραλία όπου οι άνθρωποι πάρκαραν τα βαν τους πάνω στην άμμο κι άκουγαν μουσική στη διαπασών ώσπου έπεφτε η μπαταρία του αμαξιού τους. Έψαξε και πάλι μάταια στις σχισμές των καθισμάτων του στέισον-βάγκον για ψιλά – για μια σοκολάτα, κι ύστερα περπάτησε ως την πόλη, για να σκεφτεί τι θα έπρεπε να κάνει. Περπάτησε για μίλια, τα πόδια της έτρεμαν όταν έφτασε.

Τα κτίρια γύρω απ’ την πλατεία θύμιζαν την παλιά Φλόριντα – οι ευρύχωρες βεράντες με τα φυλλώματα, οι αλουμινένιες στέγες – μόνο που όλα ήταν φτιαγμένα από συμπαγές πλαστικό, σε μπεζ αποχρώσεις. Στο κέντρο, ένα σιντριβάνι: ένας καθιστός βάτραχος που φτύνει νερό, κέρματα σκορπισμένα στα γαλάζια πλακάκια, κάτω απ’ το νερό. Κάθισε στην άκρη του σιντριβανιού παρακολουθώντας τους αγοραστές στις βιτρίνες των μπουτίκ, κι άλλους να τρώνε χωνάκια παγωτό.

Στη μια άκρη της πλατείας ήταν μία μικρή τούβλινη εκκλησία, πνιγμένη στις ανθισμένες μυρτιές. Δεν πρόσεξε τους ανθρώπους που άρχισαν να μαζεύονται στην είσοδο του ναού, ώσπου τους είδε να βγαίνουν κρατώντας μερίδες συσσίτιο και κουτάκια χυμού. Κάποιοι απ’ αυτούς ήταν βρώμικοι, άπλυτοι, οι γνωστοί διαλυμένοι απ’ τη ζωή τύποι που ζούσαν σχεδόν αόρατοι, στα όρια της πανεπιστημιούπολης απ’ όπου είχε έρθει. Υπήρχαν όμως και οικοδόμοι με τα κράνη της δουλειάς τους, και μητέρες που απομακρυνόντουσαν βιαστικά με τα αγουροξυπνημένα παιδιά τους.

Ήθελε να σηκωθεί. Να σταθεί στην ουρά, να πάρει το φαγητό. Το σώμα της, όμως, δεν κουνιόταν. Καθώς έπεφτε το φως της μέρας, μια οικογένεια διέσχισε την πλατεία και σκέφτηκε πως κάποτε ήταν εκείνη το ξανθό κοριτσάκι πάνω στο τρίκυκλο, που μουρμουρίζει ένα τραγούδι ενώ οι γονείς του περπατούν δίπλα. Πόσο ξαφνικά είχαν χαθεί όλα αυτά! Ο θάνατος του πατέρα της στα δέκα της χρόνια, ο αγώνας της να βγάλει το σχολείο χωρίς λεφτά, η μητέρα της που λύγισε και ξαναπαντρεύτηκε από ανάγκη, μόνο και μόνο για ν’ αποτραβηχτεί τελείως τον εαυτό της. Το μόνο ασφαλές μέρος που είχε μείνει σ’ αυτό το κοριτσάκι ήταν το σχολείο. Μα προσεκτική καθώς ήταν να μην το χάσει κι αυτό, δεν μπόρεσε να πάρει τα απαραίτητα ακαδημαϊκά ρίσκα, και στο τέλος έγινε αυτό ακριβώς που φοβόταν.

Σαν άλλος βάτραχος, καθόταν στην άκρη του συντριβανιού, διπλωμένη στα δυο απ’ την πείνα, ώσπου το ρολόι χτύπησε – δεν μπορεί να ‘ταν τόσο αργά, ούτε που είχε καταλάβει πως πέρασε η ώρα – κι ήταν μόνη στην πλατεία πια. Μάζεψε το παντελόνι της ως τα γόνατα και μπήκε στο σιντριβάνι. Έψαξε με τα δάχτυλα των ποδιών της στα πλακάκια μέχρι που βρήκε ένα κέρμα, και βούτηξε το χέρι της ως τον ώμο να το πιάσει, μα σχεδόν όλα τα κέρματα ήταν κολλημένα στα πλακάκια. Έκανε το γύρο του συντριβανιού, κι όταν βρέθηκε στο ίδιο σημείο, είχε μαζέψει μόνο μια μικρή χούφτα κέρματα. Εξετάζοντάς τα στο φως του φανοστάτη, είδε πως ήταν κυρίως μονόλεπτα και δίλεπτα. Παρόλα αυτά, έκανε άλλον έναν γύρο μες στο νερό. Είδε τον εαυτό της από απόσταση: μια γυναίκα σκυμμένη, μες το νερό ως τα γόνατα, γυρεύοντας ευχές άλλων.

Τις περισσότερες μέρες έβρισκε φαγητό – ψωμί και υπερώριμα φρούτα – στοιβαγμένο σε σωρό, καθαρό, σ’ έναν κάδο απορριμμάτων, πίσω από ένα ντελικατέσεν. Έκρυψε το στέισον-βάγκον στο πίσω μέρος του παρκινγκ ενός σούπερ-μάρκετ, πλάι σε μια δεξαμενή, κρυμμένο κάτω απ’ τα χαμηλά κλαδιά ενός ευκαλύπτου. Η μυρωδιά του έμπαινε στα όνειρά της τα βράδια, κι όταν ξυπνούσε, τα ολοπράσινα κλαδιά λικνιζόντουσαν αργά, έτσι που ένιωθε λες κι ήταν κάτω απ’ το νερό. Αυτό της θύμιζε κάποιο ποίημα του Μπωντλαίρ, που είχε σβηστεί από τη μνήμη της. Αναρωτιόταν τι άλλο είχε πια ξεχάσει –Γκαίτε, Σαίξπηρ, Μοντάλε. Ο ήλιος τα ξεθώριαζε όλα, τα έκανε σκόνη η πείνα της τα καταβρόχθιζε. Αποφάσισε πως αυτό ήταν κάθαρση. Αν δεν μπορούσαν να τη σώσουν οι όμορφες λέξεις, τότε η απώλειά τους ήταν για καλό.

405113_561708567189328_1373605849_n.jpg

Ψηνόταν στον ήλιο, στην παραλία, όταν ένα φύλλο έπεσε απαλά πάνω στην κοιλιά της. Το σήκωσε βαριεστημένα, κι είδε πως δεν ήταν φύλλο, αλλά πεντοδόλαρο.

Εκείνο το βράδυ, πλύθηκε προσεκτικά στις ντουζιέρες της πισίνας ενός συγκροτήματος εξοχικών. Όταν είδε τον εαυτό της στον καθρέφτη, γυμνή καθώς ήταν, πρόσεξε τα κόκκαλα που διαγράφονταν στο στέρνο της και στην καμπύλη της λεκάνης. Μα στέγνωσε τα μαλλιά της, τα έπιασε σε αλογοουρά και βάφτηκε, με μεϊκάπ που είχε αγοράσει πριν χρόνια. Δεν έμοιαζε πια ο εαυτός της: σχολαστική, παχουλή, καθώς πρέπει. Έμοιαζε με σέρφερ ή με κολλεγιοκόριτσο, μ’ εκείνα τα τρεμάμενα, ανασφαλή πλάσματα που πάντα αντιπαθούσε ενδόμυχα.

Περπάτησε τρία μίλια, προς ένα μπητς-μπαρ, ακούγοντας τον ωκεανό να σπάει σε κύματα, ξανά και ξανά. Το μπαρ ήταν φουλ όταν μπήκε από την πίσω πόρτα, στις τεράστιες οθόνες εδώ κι εκεί ένα ματς ποδοσφαίρου στη διαπασών. Άλλοτε, θα παρακολουθούσε κι αυτή το ματς με ενδιαφέρον, αν μη τι άλλο γιατί ήταν η lingua franca της Φλόριντα, μπορούσε κανείς με μια αναφορά στο ποδόσφαιρο να σπάσει τον πάγο σε μια τάξη πρωτοετών ή να μιλήσει για κάτι με τη βαρετή σύζυγο ενός κοσμήτορα. Τώρα όμως της φαινόταν τελείως χαζό. Νεαροί άντρες που τρέχουν ο ένας πάνω στον άλλον, σαν να παίζουν πόλεμο με σορτσάκια.

Παρήγγειλε την σπέσιαλ μπύρα για ένα δολάριο κι έδωσε άλλο ένα δολάριο στον μπάρμαν, για φιλοδώρημα. Τα δάχτυλά του χάιδεψαν τα δικά της καθώς της έδινε τα ρέστα, κι εκείνη ξαφνιάστηκε από τη ζεστασιά του δέρματός του. Άνοιξε τη μπύρα της κι ανάσανε βαθιά.

Κάποιος κάθισε στο διπλανό σκαμπό, κι εκείνη τον κοίταξε, καθώς παράγγελνε δύο τζιν με τόνικ. Ήταν ένα ομορφούτσικο ξανθωπό αγόρι με μεγάλα κόκκινα αυτιά, σαν εκείνους τους φοιτητές που πάντα έπαιρναν το πολύ έξι στα μαθήματά της, κι αυτό για την καλή τους θέληση κυρίως. Δειλά, έσπρωξε το ένα ποτό προς εκείνη, κι όταν άρχισε να μιλά δεν σταματούσε. Ήταν φοιτητής κάπου στο βορρά, αλλά έπρεπε να διακόψει για ένα εξάμηνο και δούλευε στο μεσιτικό γραφείο της μητέρας του προς το παρόν, κάτι που εκνεύριζε τρομερά τους άλλους μεσίτες της εταιρείας που ήταν χρόνια στη δουλειά, γιατί ήδη οι προμήθειες τους ήταν στον πάτο, έτσι σκατά που πάνε τα ακίνητα, σ’ αυτή την σκατο-εποχή. Και τα λοιπά και τα λοιπά. Ύστερα από τρία ποτά, εκείνη είχε μεθύσει περισσότερο από όσο είχε αφήσει ποτέ τον εαυτό της να μεθύσει στη ζωή της. Αναρωτιόταν, καθώς εκείνος μιλούσε, τι ήταν αυτό που τον έκανε να διακόψει τις σπουδές του για ένα εξάμηνο. Ναρκωτικά; Μπούλινγκ; Κακοί βαθμοί; Όταν σταμάτησαν, στο δρόμο για το σπίτι του, και ακούμπησε τους ώμους του στο κρύο μέταλλο ενός φανοστάτη και τη φίλησε με συγκινητική ειλικρίνεια, εκείνη άγγιξε τα απαλά μαλλιά στο πίσω μέρος του λαιμού του και σκέφτηκε πως μάλλον είχε πάθει νευρικό κλονισμό. Φιλούσε σαν ένα αγόρι που υπέφερε από κρίσεις πανικού.

Της άρεσε όμως, και το διαμέρισμά του ήταν καθαρό και συμπαθητικό: στη διακόσμηση, ήταν εμφανές το στίγμα μιας δεσποτικής μητέρας. Προτού την αγγίξει, κοίταξε το γυμνό σώμα της για πολλή ώρα, βλεφαρίζοντας. Εκείνη είδε τότε τον εαυτό της όπως την έβλεπε αυτός: στα μέρη που συνήθως κάλυπτε το μπικίνι, το λευκό αποτυπωμένο στο δέρμα της, ο ερωτισμός της αντίθεσης. Ευγνώμων, τον πλησίασε.

Και, ύστερα, το στρώμα ήταν εντυπωσιακά μαλακό. Ενώ το αγόρι κοιμόταν, πήγε στην κουζίνα και άνοιξε το ψυγείο. Ήταν τόσο γεμάτο που πάγωσε για μια στιγμή, απέναντι στην αφθονία. Έφαγε ένα κρύο κομμάτι πίτσα που δέσποζε στο φως του ψυγείου, άνοιξε ένα βάζο με πίκλες κι έφαγε τρεις, έκοψε με τα νύχια της ένα μεγάλο κομμάτι τσένταρ και το κατάπιε σχεδόν αμάσητο. Δεν είδε το αγόρι που στεκόταν στην πόρτα της κουζίνας, παρά μόνο όταν γύρισε να πιάσει ένα μπουκάλι χυμό. Είδε το ανοιχτόχρωμο μπλουζάκι του να διαγράφεται στο σκοτάδι, κι έκλεισε τα μάτια, μη μπορώντας να τον κοιτάξει.

Τον άκουσε να περπατά προς το μέρος της κι ετοιμάστηκε να δικαιολογηθεί. Μα εκείνος χάιδεψε τη μέση της και είπε, απαλά, Αχ, μωρό μου, κι αυτό ήταν σίγουρα χειρότερο.

~.~

Ένας τυφώνας αναπτύχθηκε πάνω από την Καραϊβική μα μόνο οι άκρες του χτύπησαν την ακτή. Παρόλα αυτά, όσο μαινόταν ο τυφώνας, ο ευκάλυπτος κροτάλιζε τα κλαδιά του πάνω στην οροφή του βαν που κλυδωνιζόταν τόσο έντονα, που φοβήθηκε πως το μέταλλο θα άνοιγε και τα τζάμια θα έσπαγαν. Η δεξαμενή υπερχείλισε και το νερό έφτασε ως τις ζάντες του βαν. Έμενε ξαπλωμένη, όσο πιο ήσυχα μπορούσε, ακούγοντας και παρακολουθώντας: η ίδια δεν ήταν παρά ένα λεπτό κέλυφος από μέταλλο και γυαλί που τη χώριζε από την ευαίσθητη χορδή μέσα της. Ένιωθε την καταιγίδα να πλησιάζει, ηλεκτρισμένη, όλο και πιο κοντά περίμενε με κομμένη την ανάσα, έκανε υπομονή, αγωνιώντας. Μα προτού ξεσπάσει η καταιγίδα, αποκοιμήθηκε.

~.~

Τηλεφώνησε στη μητέρα της για τη γιορτή των Ευχαριστιών, μα το σήκωσε ο πατριός της, η μητέρα της ήταν πάλι στο κρεβάτι, δεν ένιωθε καλά, της είπε. Βέβαια εκείνη ούτε που την ένοιαζε αυτό. Καιρό τώρα το είχαν πάρει απόφαση πως δεν θα γύριζε σπίτι αλλά δεν μπορούσε τουλάχιστον να τηλεφωνεί στην μητέρα της μια φορά το μήνα, γαμώτο;

Κράτησε το ακουστικό προς τον αυτοκινητόδρομο και τον άφησε να ξεσπάσει, κι όταν εκείνος σταμάτησε, του είπε να πει στη μητέρα της πως την αγαπούσε και πως θα ξανατηλεφωνούσε σύντομα. Κάθισε για λίγο σ’ έναν αμμόλοφο, τρέμοντας απ’ το κρύο. Ο ωκεανός ήταν κενός, ανέκφραστος, χωρίς ίχνος συμπόνιας. Στο τέλος, είχε μουδιάσει αρκετά ώστε κατάφερε να περπατήσει ως την πόλη και να σταθεί στην μεγάλη ουρά έξω από την εκκλησία. Σήμερα είχαν στήσει τραπέζια, κι η ουρά προχωρούσε πολύ αργά.

Οι περισσότεροι άνθρωποι στο τραπέζι της έμοιαζαν φυσιολογικοί. Απέναντί της καθόταν μια οικογένεια, η μητέρα μελαχρινή, με ένα σικ κούρεμα και τατουάζ απ’ τη μια άκρη της κλείδας ως την άλλη, ο πατέρας με μια περίτεχνη χαίτη, τα δυο κοριτσάκια με κοκαλάκια στα μαλλιά. Πλάι της καθόταν μια τεράστια μαύρη γυναίκα, της οποίας το δέρμα ακουμπούσε πάνω της, σφιχτό και ζεστό. Κανείς δε μιλούσε. Σούπα για πρώτο πιάτο –σπιτικό μινεστρόνε με φρέσκο ψωμί– κι ύστερα γαλοπούλα για κυρίως με διάφορα συνοδευτικά, όλα από κονσέρβες: κράνμπερι, πουρές πατάτας, γέμιση, φασόλια, σάλτσα. Και, στο τέλος, σπιτική καρυδόπιτα και γλυκιά κολοκυθόπιτα με καφέ.

Όταν η γυναίκα που σέρβιρε το τραπέζι τους έσκυψε, φορώντας γάντια και πλαστικό σκουφάκι μιας χρήσης, να μαζέψει τα πιάτα του γλυκού, η μαύρη κυρία την έπιασε απ’ το χέρι. Όλοι κοίταξαν το πρόσωπο της γυναίκας, την έκπληξή της. Σ’ ευχαριστώ, είπε η μαύρη κυρία, ήταν τόοοσο ωραίο! και τα κοριτσάκια γέλασαν. Εκείνη περίμενε πως η γυναίκα θα ένιωθε αμήχανα, θα βιαζόταν ίσως να φύγει, κι όμως, αγκάλιασε τη μαύρη κυρία, την έσφιξε για μια στιγμή, κι οι δυο γυναίκες έκλεισαν τα μάτια καθώς αγκαλιάστηκαν.

297690_514155615277957_252008265_n.jpg

Ήταν μια πολύ ζεστή μέρα για την εποχή, κι εκείνη είχε ρουφήξει την τελευταία λιακάδα του καλοκαιριού στο πετσί της, ξαπλωμένη στην άμμο. Και τώρα, η πετσέτα και το βιβλίο και το μπουκάλι με το νερό της έπεσαν απ’ τα χέρια καθώς κοίταζε εμβρόντητη το στέισον-βάγκον. Όλες οι πόρτες ήταν ανοιχτές, και τα πράγματά της πεταμένα ανάκατα, μέσα κι έξω απ’ το βαν. Της διέλυσαν το αμάξι. Τα πράγματά της, σαν σωθικά που είχαν ξεχυθεί απ’ το σώμα του βάγκον. Το καπό ήταν ανοιχτό, η μηχανή έλειπε. Τα λάστιχα, οι ζάντες, οι μπροστινές θέσεις, όλα είχαν κάνει φτερά. Στο εσωτερικό του βαν, έντονη οσμή ούρων: κάποιος είχε κατουρήσει στο ντουλαπάκι. Η κιθάρα έλειπε, το γκαζάκι του κάμπινγκ, η σκηνή, το παιδικό της αρκουδάκι –μια λούτρινη χελώνα– το αντιανεμικό της. Απ’ όλα τα γαμημένα πράγματά της, πήραν ως και το «Middlemarch». Το σακίδιό της είχε ένα μεγάλο σκίσιμο.

Μάζεψε ό,τι μπορούσε –τον υπνόσακό της, το «Απολεσθείς Παράδεισος», μερικά ρούχα, έναν μουσαμά. Βρήκε λίγο οδοντικό νήμα και με μια βελόνα έραψε το σακίδιο. Ύστερα πήρε από το ντουλαπάκι την άδεια κυκλοφορίας του βαν και την έσκισε –βρεγμένη καθώς ήταν διαλύθηκε πανεύκολα– και πέταξε το δίπλωμά της στη δεξαμενή, οπού επέπλευσε για μια στιγμή ανάμεσα στα βρύα προτού βυθιστεί.

Πόσο ανάλαφρη νόμισε πως αισθανόταν πριν. Πόσο πραγματικά ανάλαφρη ήταν τώρα.

Ούτως ή άλλως θα ‘πρεπε να φύγει από κει –τα μπουρίνια του ωκεανού είχαν φέρει πολύ κρύο. Στα παράθυρα των καταστημάτων υπήρχαν Άγιοβασίληδες, μέσα σε σωρούς ψεύτικο χιόνι.

Στην εθνική, τα αυτοκίνητα ούρλιαζαν προσπερνώντας την, πετώντας καυσαέριο στο πρόσωπό της. Τέντωσε τον αντίχειρά της, κι ένα μαύρο σεντάν επιβράδυνε καθώς την πλησίαζε. Ο οδηγός ήταν χλωμός και νευρικός, και μια φωνή μέσα της είπε μην μπεις, μα συνειδητοποίησε πως δεν την ένοιαζε ν’ ακούσει. Ο οδηγός της είπε πως επέστρεφε στην πανεπιστημιούπολη, κι εκείνη σκέφτηκε τον πρώην της, τους φίλους της, το ξεβόλεμά της. Συνειδητοποίησε πως ούτε αυτά την ένοιαζαν.

Ένιωσε τον ωκεανό να την τραβά πίσω, μα δεν γύρισε να πει αντίο. Δεν της είχε προσφέρει αυτό που τόσο περίμενε απ’ αυτόν: υπήρξε αδιάφορος, τελικά. Πάνω απ’ το κανάλι της ενδοχώρας, με τα μικροσκοπικά νησάκια και την αυλακωτή του γέφυρα, μέσα απ’ τον θαμνότοπο με τους φοίνικες. Κάπου κατά μήκος ενός δρόμου πλαισιωμένου από έναν πυκνό σχηματισμό πεύκων, ο άντρας ακούμπησε το χέρι του στο γόνατό της και τεντώθηκε στην θέση του οδηγού, λοξοκοιτάζοντας την έρημη άσφαλτο μπροστά τους. Εκείνη απομάκρυνε απαλά το χέρι του κι εκείνος δεν ξαναπροσπάθησε. Μόνο άνοιξε το ραδιόφωνο, κι άκουσαν μερικές πιασάρικες ερωτικές μπαλάντες. Στην πόλη, την άφησε στην κεντρική πλατεία και γκάζωσε μακριά φασαριόζικα, προκαλώντας τη χλεύη δύο γηραιών κύριων που περίμεναν στη στάση του λεωφορείου. Της χαμογέλασαν και, ταυτόχρονα, καθώς μασούσαν τις τσίχλες τους, έκαναν δύο ροζ φούσκες που έσκασαν η μία μετά την άλλη.

~.~

Λίγα λεπτά πριν κλείσει η δημοτική βιβλιοθήκη, πήρε το ασανσέρ ως το τελευταίο πάτωμα, και τρύπωσε μέσα στη μεγάλη αίθουσα συσκέψεων με τα βιτρό, που έμοιαζε με στέμμα φορεμένο στην κορυφή του κτηρίου. Είχε ανακαλύψει ένα ξεκλείδωτο ντουλάπι πίσω από έναν κινητό μαυροπίνακα, που ίσα που χώραγε το σώμα της ξαπλωμένο μέσα στον υπνόσακο. Μέσα στο σκοτάδι του ντουλαπιού, έφαγε ό,τι είχε βρει κατά τη διάρκεια της ημέρας, ακούγοντας τη βιβλιοθήκη να αδειάζει από κόσμο. Ήταν η εποχή των εσπεριδοειδών, κι εκείνη έκοψε μερικά μανταρίνια από ένα δέντρο για πρωινό κι έφτυσε τα κουκούτσια στην παλάμη της.

Αμέλησε να τηλεφωνήσει στη μητέρα της τα Χριστούγεννα, την Πρωτοχρονιά. Όταν προσπαθούσε να διαβάσει, κατά τη διάρκεια της ημέρας, οι λέξεις έχαναν το νόημά τους κι επέπλεαν χαλαρά καθώς τις κοίταζε.

~.~

Ένα βράδυ, δεν πρόλαβε τη βιβλιοθήκη ανοιχτή και πέρασε τη νύχτα τρέμοντας απ’ το κρύο, μες στο λεπτό τζιν σακάκι της. Πέρναγε από ένα κλαμπ που μόλις είχε κλείσει, όταν ένα σμήνος προπτυχιακών φοιτητριών με στράπλες φορέματα προσπέρασαν τρεκλίζοντας, πληκτρολογώντας στα κινητά τους. Αναγνώρισε μία απ’ αυτές, ένα κορίτσι από το περσινό της τμήμα συγκριτικής λογοτεχνίας. Ήταν ένα τρομαγμένο, σιωπηλό πλάσμα που μόλις και μετά βίας είχε πάρει ένα πέντε. Όσες ασκήσεις και γυμνάσια κι αν της έβαζε, η λεπτή γραμμή μεταξύ του «ότι» και του «ό,τι» πάντα διέφευγε της προσοχής του κοριτσιού. Απόψε, αν ερχόταν πρόσωπο με πρόσωπο, το κορίτσι θα κοίταζε την παλιά της καθηγήτρια χωρίς να την αναγνωρίζει, σ’ αυτή την καταπονημένη, βρώμικη γυναίκα. Κι εκείνη, που κάποτε οι λέξεις της τσάκιζαν κόκαλα, δεν θα ‘χε τίποτα να πει.

Ότι, Ό,τι, είπε δυνατά τώρα. Ποιος νοιάζεται;

Ένας άντρας που στοίβαζε τις καρέκλες στο αίθριο του κλαμπ την άκουσε και γέλασε. Χαζοβιόλες, συμφώνησε.

Εκείνη έγειρε στα κάγκελα και τον παρατηρούσε καθώς δούλευε. Ήταν ένας υπερβολικά αδύνατος, κοντός, μελαχρινός άντρας, εξαιρετικά σβέλτος: είχε ήδη μαζέψει τα λαστιχένια χαλάκια και κατάβρεχε τις πλάκες όταν εκείνη συνειδητοποίησε πως ακόμα της μιλούσε. Στο λόγο μου, έλεγε, χαζεύουν ολοένα και περισσότερο, μέρα με τη μέρα, γεμίζουν τα μυαλά τους με τουίτερς και σκούτερς και φείσμπουκς και στάρμπουκς κι όλα αυτά τα σκατά. Την κοίταξε και χασκογέλασε. Τέσσερα απ’ τα μπροστινά του δόντια έλειπαν, κι αυτό του έδινε κάτι απ’ το σκανταλιάρικο ύφος εξάχρονου παιδιού. Με λένε Ευλάμπιο, αλλά όλοι με φωνάζουν Ευλάμπης-και λάμπεις. Επειδή τα κάνω όλα λαμπίκο, το ‘πιασες; Όχι ένα – τρία μαγαζιά σαν ετούτο έχω να καθαρίσω ως το πρωί, δεν μπορώ να σταματήσω για ψιλοκουβέντα.

Ο.Κ., είπε εκείνη κι έκανε να φύγει, μα εκείνος εννοούσε ότι δεν μπορούσε να σταματήσει να καθαρίζει, μπορούσε όμως να κουβεντιάζει παράλληλα. Τούτο το μέρος, της είπε, είναι γεμάτο από χαζοχαρούμενους κι ανήσυχα πνεύματα, ναι, κι απ’ τα δυο. Τα πνεύματα είναι δυστυχισμένα, φωνάζουν και σπέρνουν το κακό στον τόπο. Νεκροί Ισπανοί ιεραπόστολοι και Ινδιάνοι που τους έφαγαν τα φίδια και πιονιέροι που λιμοκτόνησαν, κι όλα αυτά τα σκατά. Εκείνος, ο Ευλάμπης-και λάμπεις, ήταν από κάπου κοντά στην Ατλάντα και είχε κατέβει στη Φλόριντα πριν από τέσσερα χρόνια σχεδόν και είχε μολυνθεί από τα πνεύματα, που ήταν πια μέσα του και δεν τον άφηναν να φύγει.

Είχαν πια μπει μέσα στο κλαμπ, που βρωμούσε αλκοόλ, κι ο Ευλάμπης της είχε βάλει ένα ποτήρι χυμό κράνμπερι. Άρχισε να σφουγγαρίζει το πάτωμα μ’ ένα διάλυμα χλωρίνης τόσο δυνατό που τα μάτια της δάκρυσαν. Την κοίταξε σταματώντας για μια στιγμή, σα να σκέφτηκε κάτι ξαφνικά. Μ’ αρέσεις, είπε. Δεν είσαι φλύαρη.

Ευχαριστώ, Ευλάμπιε, του είπε.

Θα ‘χρειαζόμουν ένα χεράκι, της είπε. Τρία κλαμπ ως το πρωί, πώς να τα φέρω βόλτα μόνος μου; Μπορείς να καθαρίζεις τις τουαλέτες. Έχεις δουλειά;

Όχι, είπε εκείνη.

Την κοίταξε πονηρά και είπε, πενήντα πράσινα Πέμπτες, Παρασκευές, Σάββατα, είκοσι πράσινα τα υπόλοιπα βράδια. Δευτέρες ρεπό.

Εκείνη βλεφάρισε καθώς της πέταξε έναν άδειο κουβά στα χέρια. Συνέταιρε, της είπε.

~.~

(Το δεύτερο μέρος και τελευταίο μέρος, την Κυριακή 17/03)

Προσωπικό λυρικό ανακάλημα

της ΤΑΣΟΥΛΑΣ ΚΑΡΑΓΕΩΡΓΙΟΥ

 Ξάνθος Μαϊντάς
Τριλογία 17
Γαβριηλίδης 2018

Ἡ στοργικὴ ἐνασχόληση τοῦ Ξάνθου Μαϊντᾶ μὲ τὴν ποίηση τοῦ Σινόπουλου ἔχει ἤδη ἐγγραφεῖ μὲ τρόπο συστηματικὸ καὶ πολύπλευρο  στὸ διαφοροποιημένο ἀπὸ τὴν ποίηση  εἶδος τῆς δοκιμιακῆς μελέτης μὲ τὸ βιβλίο: Τὸ μεγάλο μαῦρο φῶς, Ὁ ποιητὴς Τάκης Σινόπουλος (Εἰσαγωγή-Ἀνθολόγηση: Ξάνθος Μαϊντᾶς), ποὺ ἐξέδωσε τὸ Ἵδρυμα Τάκης Σινόπουλος ἀπὸ κοινοῦ μὲ τὶς ἐκδόσεις Γαβριηλίδης στὴ σειρὰ «Δυὸ αἰῶνες Νεοελληνικῆς Ποίησης».

Τριλογία 17 εἶναι  μία προσωπικότερη, λυρικότερη καὶ γι᾿ αὐτὸ ἰδιαιτέρως συγκινητικὴ κατάθεση αὐτῆς τῆς μεγάλης ἀγάπης καὶ τῆς βαθιᾶς ἐκτίμησης γιὰ τὸν ποιητὴ τοῦ Νεκρόδειπνου. Ἡ συλλογὴ ἔχει τὰ χαρακτηριστικὰ κειμένου  δραματικῆς λειτουργίας καὶ εἶναι χωρισμένη σὲ τρία κεφάλαια ἢ σὲ  τρεῖς λόγους. Ἡ τριμερὴς αὐτὴ  διαίρεση σὲ ἐπιμέρους ἑνότητες («Νυχτερινό», «Ἰωάννα», «Κάθοδος»), συνδεδεμένες ὡστόσο μεταξύ τους, συγκροτεῖ μιὰν ἑνιαία  ποιητικὴ σύνθεση.

Συνολικὰ ἡ Τριλογία ἀπαρτίζεται ἀπὸ ὀλιγοσύλλαβους στίχους, συχνὰ ἰαμβικοὺς μὲ κυριαρχία τοῦ ὀκτασύλλαβου (89 τέτοιοι στίχοι ἐπὶ συνόλου 360 τοῦ ποιήματος), οἱ ὁποῖοι συνοδεύονται ἀπὸ 9σύλλαβους καὶ 7σύλλαβους καὶ ἀρθρώνονται, σὲ λίγες περιπτώσεις, σὲ παραδοσιακοὺς 15σύλλαβους.

Ὁ σκηνικὸς χῶρος εἶναι κοινός. Πρόκειται γιὰ τὸ σπίτι τοῦ Τάκη Σινόπουλου. Ὁ Ξάνθος Μαϊντᾶς κατορθώνει νὰ ἀναπαραγάγει μία ποιητικὴ ἀτμόσφαιρα ζόφου καὶ θλίψης, παρόμοια ἐκείνης ποὺ ἐπικρατεῖ στὴν ποίηση τοῦ Σινόπουλου. Τὸ βροχερὸ τοπίο ἐπιτείνει τὴ διάχυτη μελαγχολία.

Ἡ συνομιλία τῆς Τριλογίας μὲ τὴν  ποίηση τοῦ Τάκη Σινόπουλου συνιστᾶ ἕνα ποιητικὸ ἀνακάλημα τοῦ ποιητῆ ποὺ ἡ σκιὰ του ἐνοικεῖ μονίμως στὸν τόπο τῆς  πάλαι ποτὲ κατοικίας του. Διεύθυνση, ὅσο ἐκεῖνος ζοῦσε: Ὁδὸς Ναζλῆ 22,  ὅπως ἀναγράφεται στὴν Τριλογία:

Μένω Ναζλῆ 22
Ἔξω βρέχει
κι ἀκούω τὴ  βροχὴ
στὴν τρύπια στέγη
Εἶναι βαθιὰ  νύχτα
μὰ ὕπνος δὲν ταιριάζει.

(Σήμερα πλέον ὁδὸς Τάκη Σινόπουλου 22, χῶρος ὅπου —κατὰ συγκινητικὴ συγκυρία— στεγάζεται τὸ ὁμώνυμο τῆς ὁδοῦ Ἵδρυμα καὶ Ἐργαστήρι Ποίησης,  μὲ πρόεδρο τὸν Ξάνθο Μαϊντᾶ).

Ὅσοι ἔχουν τὴν τύχη, ὅπως κι ἐγώ, νὰ διδάσκουν  στὸ Ἐργαστήρι τοῦ Ἱδρύματος εἶναι αὐτήκοοι μάρτυρες αὐτῆς τῆς μονότονης συναυλίας  ποὺ δίνουν οἱ σταγόνες τῆς βροχῆς στὴ στέγη τοῦ σπιτιοῦ καὶ μποροῦν νὰ νιώσουν ἔτσι τὸ  ρίγος τῆς αἴσθησης πὼς αὐτὸς ὁ ἦχος, βίωμα κοινὸ καὶ ἐπαναλαμβανόμενο γιὰ τὸν Σινόπουλο,  τὸν Ξάνθο  καὶ τοὺς νέους ποιητὲς ποὺ φοιτοῦν στὸ Ἵδρυμα, μπορεῖ νὰ γίνει μία γέφυρα γιὰ νὰ περάσει κανεὶς ἀπέναντι διαβαίνοντας τὸν Ἀχέροντα, τὸν χρόνο καὶ τὸν θάνατο.

Μιὰ τέτοια ἐμπειρία, τοποθετημένη στὰ ὅρια τῆς μεταφυσικῆς, βιώνει καὶ ὁ Μαϊντᾶς, ὅταν ἤδη στὴν πρώτη ἑνότητα τῆς συλλογῆς, ποὺ ἐπιγράφεται «Νυχτερινό»,  συναντᾶ τὸν ποιητὴ γιὰ νὰ συνομιλήσει μαζί του μέσα σὲ κλίμα οἰκεῖο,  φιλικὸ καὶ ἄμεσο,  ποὺ τὸ δημιουργοῦν καὶ τὸ ἐνισχύουν τὸ δεύτερο γραμματικὸ πρόσωπο καὶ ἡ κυριαρχία τῶν ρηματικῶν τύπων.

Ὁ Ξάνθος Μαϊντᾶς σκοπίμως ἐπιγράφει τὴν πρώτη αὐτὴ ἑνότητα «Νυχτερινὸ» γιὰ νὰ παραπέμψει  ἔτσι στὸ Νυχτολόγιο τοῦ Σινόπουλου,  ὕστερο κείμενο τοῦ ποιητῆ,  —ἐξομολογητικὸ καὶ ἀπολογητικὸ— ὑβριδικό, ὅπως ἔχει χαρακτηρισθεῖ ἀπὸ τὴν κριτικὴ —κινούμενο δηλαδὴ μεταξὺ ἡμερολογιακῆς καταγραφῆς καὶ ποιητικῆς λειτουργίας.

Ἡ συνάντηση πραγματοποιεῖται νύχτα,
ἐνῷ ἡ βροχὴ δυναμώνει.
Ὁ ἦχος τῆς σκληρὸς
ἀκούγεται στὰ ρημαγμένα
κεραμίδια τοῦ προσφυγικοῦ,
ποὺ τώρα τρίζουν
καθὼς τὰ γδέρνει τὸ νερό. (σ.12).

ἀκριβῶς τὴν ὥρα ποὺ καταβάλλει  ὡς προμήνυμα  θανάτου τὸν ὥριμης πιὰ ἡλικίας Σινόπουλο ὁ βαθὺς πόνος στὸ στῆθος,

ἄλγος
στηθαγχικό, διέγνωσες σωστὰ

………………………………………

ἐπιμένει
αὐξάνοντας μία γραμμὴ θανάτου στὸ νυχτολόγιό σου.

Ἡ ἀπειλὴ τοῦ θανάτου μετατρέπεται σὲ ἀφετηρία δημιουργίας.

Ἡ Ἱστορία, μονίμως παροῦσα ὡς  ἀνεπούλωτο τραῦμα στὴν ποίηση τοῦ Σινόπουλου,  περιορίζει στὴν ἑνότητα τὴν παρουσία της  στὴν  πικρὴ μνήμη τοῦ βαριὰ πληγωμένου  Θωμᾶ,  ἑνὸς ἀπὸ τοὺς πολλοὺς ἀφανεῖς ἥρωες τῆς ποίησής του («Ἡσύχασε μωρὲ Θωμᾶ, δὲν εἶναι τίποτα…» γράφει ὁ Σινόπουλος στὸ Νυχτολόγιο). Καὶ ὁ Μαϊντᾶς:

Ἐσὺ συλλογιζόσουνα τὸν Θωμᾶ
Τὰ μάτια του θολώνανε—
τὴν κάθοδό σου στὴ γραμμὴ
—ποτὲ δὲν μάθαμε τί ἀπόγινε—
γραμμὴ πυρὸς ἢ κόλαση
—τοῦ σκούπισες στὸ μέτωπο—
Τὸ βράδυ ἔπαιζες στὰ χέρια
τὸ βρόμικο μαντήλι.

Ὁ τόπος εἶναι πάντα  τὸ  σπίτι τοῦ Σινόπουλου,  τὸ παλιὸ χαμηλοτάβανο  προσφυγικὸ μὲ τὴν κεραμοσκεπή, περικυκλωμένο  σήμερα  ἀπὸ  πολυώροφες πολυκατοικίες, σὰν νὰ ἀπηχεῖ  τὴ βαριὰ ἀνάσα τῆς ποίησης μέσα στὸν ἀσφυκτικὸ κλοιὸ ἐνὸς ἀπρόσωπου ἄστεως.

Ὁ τόπος τῆς συνάντησης (τὸ σπίτι) εἶναι τὸ πραγματικὸ στοιχεῖο, ἡ βάση καὶ ἡ ἀφετηρία γιὰ νὰ γίνει ἡ χρονικὴ ὑπέρβαση καὶ νὰ μετατραπεῖ σταδιακὰ καὶ ὁ χῶρος σὲ μίαν ἰδιότυπη νέκυια.

Ἡ ἑνότητα ἀναπαράγει αὐτούσια τὴν κοινὴ ἀγωνία γιὰ τὴ γραφή, οἰκεία καὶ στοὺς δυὸ ποιητές:

Ἀνοίγω τὸ Νυχτολόγιο
σελίδα τρακόσια δέκα.
Καὶ ὑπῆρχαν μέσα μου κραυγές.
Ὁ στίχος σου ὀρθώνεται
ἀπὸ τὸ χάος ποὺ συνθέτουν
Κραυγὲς τοῦ ὀνείρου
καὶ τοῦ φόβου.

Πρόκειται γιὰ τὸ ψυχικὸ πάθος τοῦ συγγραφέα  ποὺ τὸ ἀνταγωνίζεται τὸ ἄλγος τοῦ σώματος.

Τὸ ποίημα ἔβγαινε μισοφώτιστο
ἀνάμεσα στὸ περίπου φῶς
καὶ στὸ σκοτάδι τῶν λέξεων.
Στὸ μεταίχμιο.

Ὅμως σήμερα
-εἶν᾿  ἄλλο αὐτό-
ἀγγίζεις τὴ στιγμή.
Ἀγγίζεις τὸ πέρασμα
ἄπ᾿ τὴ ζωὴ στὸ θάνατο.
ἕνα ἀπλησίαστο ὅριο σκοτεινό.

Ἡ δεύτερη ἑνότητα («Ἰωάννα») ἀρχίζει  μὲ ἐπανάληψη τῶν πρώτων στίχων τῆς πρώτης γιὰ νὰ σηματοδοτήσει τὸ κοινὸ  ποιητικὸ κλίμα μὲ τὴν πρώτη. Ὁ τόπος (τὸ σπίτι) παραμένει ὁ ἴδιος μὲ ὅλες τὶς συμβολικὲς συνδηλώσεις τῆς ἐρείπωσής του.

Κοιτάζεις τὴν ὀροφή, γυψοσανίδα
ψεύτικα πράγματα, μοῦ γνέφεις
βαθιὲς εἶν᾿  οἱ γραμμὲς
ραγίσματα πάνω της
ἴδιες ρυτίδες

Ἡ συνομιλία συνεχίζεται μέσα στὴν ἴδια ἀτμόσφαιρα μιᾶς ὑπερβατικῆς ἐμπειρίας. Ἐδῶ μιὰ ἀναδρομή,  ἐγκιβωτισμένη στὴν ἤδη ἐν ἐξελίξει ἀναδρομικὴ  ἀφήγηση,   ἐπιτρέπει τὴν εὐπρόσδεκτη εἴσοδο τοῦ ἐρωτικοῦ στοιχείου ποὺ ξεπροβάλλει πρῶτα μέσα ἀπὸ τὸν  ζόφο τοῦ Νεκρόδειπνου κομίζοντας τὴ λάμπουσα ὀμορφιὰ τῆς Μάγδας: ἔφυγε ἡ Μάγδα, στὰ μαλλιὰ τῆς πίσω φέγγος ὀρφανό, γράφει ὁ Σινόπουλος. Καὶ ὁ Μαϊντᾶς:

Ἡ Μάγδα αἷμα ζεστὸ
στοὺς κοιμισμένους λαβυρίνθους
τοῦ μυαλοῦ μας.

Στιγμιαία παρουσία ἡ φεύγουσα μορφὴ τῆς ἀστραφτερῆς Ἑλένης, σηματοδοτούμενη ἀπὸ ἕνα μετέωρο ἐρωτηματικό:

Θεέ μου τί εἶναι ἀγάπη.

γιὰ νὰ κυριαρχήσει ἐν τέλει, σφραγίζοντας μὲ τὸ ἀστραφτερὸ ἐρωτικὸ κάλλος τὴν παρουσία της,  ἡ Ἰωάννα. Μαζί της εἰσβάλλει στὴν Τριλογία καὶ ἕνας αἰσθησιασμὸς καταγόμενος  ἀπὸ  τὴν ἄλλη ὄψη τῆς ποιητικῆς τοῦ Σινόπουλου: τὸν σφοδρὸ ἔρωτα ποὺ διαπερνᾶ  τὶς σελίδες τοῦ ἔργου του ἀποφορτίζοντάς τες ἀπὸ τὴ θλίψη τοῦ ζόφου καὶ τὸ μαῦρο τοῦ θανάτου. Ὁ Μαϊντᾶς τὸν  ἀναγνωρίζει καὶ τὸν οἰκειώνεται. Παράλληλα  μὲ τὸ  ὑπερβατικὸ μνημονικὸ ἀνακάλημα τοῦ Σινόπουλου, ἐνσωματώνει δικές του ὁλότελα προσωπικές ἐρωτικὲς μνῆμες, ἀναγόμενες στὰ νεανικά του χρόνια,  οἱ ὁποῖες συγχωνεύονται καὶ συνείρονται στὸ πρόσωπο τῆς Ἰωάννας, ποὺ εἶναι ἄλλοτε πραγματική, ὅπως στὴν παλιὰ φωτογραφία ἄπ᾿  τὰ γυμνασιακὰ χρόνια τοῦ Μαϊντᾶ:

Εἶναι ξυπόλυτη
μὲ τὴ φούστα ὣς τὸ γόνατο
φοράει ἄσπρο πουκάμισο
Ἀτημέλητη καὶ πρόθυμη ἐρωτικὰ
σκέφτομαι

καὶ ἄλλοτε κειμενικὴ παραπέμποντας στὴ ἐμβληματικὴ ἡρωίδα τῆς ποίησης τοῦ Σινόπουλου:

Ἦταν ρευστὴ σὰν χείμαρρος
ποὺ τρώει τὶς ὄχθες
ἀνοίγοντας πάντοτε
τὸν δικό της δρόμο.
Ἡ Ἰωάννα εἶναι ἕνα ποτάμι
δύσκολο νὰ τὸ διαβεῖς
ἢ καὶ νὰ μετρηθεῖς μαζί του.

Landscape_in_Scotland_Dore.jpg

Ἡ Τρίτη ἑνότητα μὲ τὸν εὔγλωττο τίτλο «Κάθοδος» ἐπαναφέρει τὴ συλλογὴ  μετὰ ἀπὸ τὸ ἐρωτικὸ ἰντερμέδιο στὸ μελαγχολικὸ κλίμα τῆς νέκυιας ποὺ συντελεῖται ὅμως  καὶ στὸν ἐπάνω κόσμο, στὴ σύγχρονη πραγματικότητα τῆς συνοικίας τοῦ Περισσοῦ.

Προσωπικὸς ἐδῶ καὶ ἐξομολογητικὸς ὁ Μαϊντᾶς φαίνεται σὰν νὰ ἔχει παράλληλα μεταμορφωθεῖ σὲ περσόνα τοῦ Σινόπουλου  καὶ σὰν νὰ ἔχει ἀναλάβει  νὰ συνεχίσει, μεταθανάτια, τὴν ὅραση τοῦ κόσμου ποὺ εἶχε ἐκεῖνος.

Βαδίζω στοὺς δρόμους
τοῦ Περισσοῦ
καὶ πᾶνε χρόνια, πολλὰ χρόνια
ποὺ ἔχεις φύγει.

Στὸ βάθος ἡ Ἁγία Ὄλγα
φωτισμένη ἡ Ἁγία Ἀναστασία.
Μελαγχολικὲς ὄψεις τῆς νύχτας
βουβοὶ ἀναγνῶστες
τοῦ θανάτου.

Ἐξάλλου τὸ τοπίο παραμένει βροχερὸ τροφοδοτώντας ἀέναα  ἕνα συμβολικὸ ποτάμι, ὄχι ζείδωρο, ἀλλὰ φερμένο ἀπὸ τὸ Χρονικὸ τοῦ Σινόπουλου, («Τὸ ποτάμι ἀργὰ κατεβάζοντας μὲ τὶς ὦρες τὰ πτώματα/ ἑκατομμύρια πτώματα» Χρονικό, «Σημειώσεις»), γεμάτο λάσπη καὶ πέτρες καὶ πτώματα.

Στὴν ἴδια ἑνότητα ἀνακαλεῖται  καὶ ἕνα ὄνειρο τοῦ ἀφηγητῆ τῆς Τριλογίας ποὺ ἀφορᾶ μιὰν ἀγωνιώδη  περιπλάνηση  στοῦ λαβυρίνθου τὶς στοές, ὅπως ἀναφέρει,   ἀπὸ τὸ ὁποῖο  ἐξέρχεται γιὰ νὰ ἀντικρύσει ἐπιτέλους τὴ σμίξη τῶν νερῶν. Πρόκειται γιὰ ὑπαινικτικὴ φιλοσοφικὴ ταύτιση μὲ τὸ γνωστὸ ἀπόφθεγμα,  τοῦ σκοτεινοῦ Ἐφέσιου, ἐξόχως ἀγαπητοῦ καὶ ἀπὸ τοὺς δυὸ ποιητές:

λέγει που Ἡράκλειτος ὅτι πάντα χωρεῖ καὶ οὐδὲν μένει καὶ ποταμοῦ ῥοῆι ἀπεικάζων τὰ ὄντα λέγει ὡς δὶς ἐς τὸν αὐτὸν ποταμὸν οὐκ ἂν ἐμβαίης

Ἡ ἐπιστροφὴ στὴν πραγματικότητα διόλου δὲν αἴρει τὴν εἰκόνα μιᾶς ἀπερήμωσης, ψυχικῆς καὶ πραγματικῆς. Εἶναι ἡ σύγχρονη Ἑλλάδα τῆς κρίσης:

Στὸν Περισσὸ ἀχνὰ φωτίζει.
Μόνος.—Κι ἀπ᾿ τ᾿ ὄνειρο ποιητὴ
ἐσὺ ἔχεις  φύγει—
Μόνος ξεμακραίνω.
Ἄδειες ὑφαντουργίες
δρόμοι λασπωμένοι
ἡ Μουταλάσκη καὶ τὸ Τρία Ἄλφα.
Τὸ πρωινὸ τραῖνο μόλις ἀκούστηκε.
Συλλογίζομαι
τοῦ λαβυρίνθου τὶς στοὲς
(ὄνειρο ἦταν)
τὴν ἔξοδο στὴ σμίξη
(κι αὐτὸ ὄνειρο)

Ἡ σύνθεση ὁλοκληρώνεται μὲ τὴν ἐπαναφορὰ τοῦ Σινόπουλου  στὸν κόσμο τοῦ ἐπέκεινα  ἀπὸ τὸν ὁποῖο ἀνέβηκε ἡ σκιά του, γιὰ νὰ συνομιλήσει φιλικὰ μὲ τὴν  Τριλογία τοῦ Ξάνθου Μαϊντᾶ.

Ἀξίζει νὰ σταθοῦμε στὴν τελευταία εἰκόνα  μὲ τὴν ὁποία κλείνει καὶ ἡ ποιητικὴ σύνθεση:

Μ᾿ ἕνα χρυσὸ
νόμισμα στὸ χέρι
ξυπόλυτος, τὸ παντελόνι
πάνω ἀπ᾿ τὰ γόνατα
ψάχνοντας ἰσορροπία
στὶς γλιστερὲς πέτρες
μόνος, ἀντίθετα στὸ ρεῦμα
ἀνηφόρισες τὸ μεγάλο ποτάμι.

Πρόκειται γιὰ ἀνατροπὴ τῆς καθοδικῆς εἰς Ἅδου πορείας ποὺ προαναγγέλλει ἡ Τρίτη ἑνότητα. Τὸ νόμισμα ποὺ κρατάει ὁ ποιητὴς δὲν εἶναι γιὰ τὸν περατάρη  Χάροντα, ἀλλὰ διαβατήριο ποὺ ὁδηγεῖ (χαρακτηριστικὸ τὸ ρῆμα ἀνηφόρισες) στοὺς οὐρανοὺς τῆς ποιητικῆς ἀθανασίας.

Καὶ αὐτὴ εἶναι ἡ μεγάλη τιμὴ ποὺ ὑπαινικτικὰ ἀποδίδει στὸν Τάκη Σινόπουλο ἡ Τριλογία 17, ἐνῶ παράλληλα κατορθώνει να ὑπερβεῖ το πλαίσιο μιᾶς ἐξαρτημένης ποιητικῆς συνομιλίας και νὰ αὐτονομηθεῖ σὲ μιὰ σύνθεση ποὺ φέρει τὰ χαρακτηριστικὰ τῆς προσωπικῆς ποιητικῆς φωνῆς του δημιουργοῦ της, Ξάνθου Μαϊντᾶ.

ΤΑΣΟΥΛΑ ΚΑΡΑΓΕΩΡΓΙΟΥ


*Κείμενο που εκφωνήθηκε την Τετάρτη 05.12. στην παρουσίαση της ποιητικής συλλογής του Ξάνθου Μαϊντά στο βιβλιοπωλείο των εκδόσεων Γαβριηλίδης. Βλ. εδώ για το κείμενο του Κώστα Κουτσουρέλη από την ίδια βραδιά. 

Ποιητική αλληλεγγύη

του ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

Ξάνθος Μαϊντάς
Τριλογία 17
Γαβριηλίδης 2018

Ο Τάκης Σινόπουλος γεννήθηκε σε χρονιά σημαδιακή για την πολιτική και άλλη ιστορία του 20ού αιώνα. Δεν ξέρω αν τα νούμερα προοιωνίζονται τη ζωή των ανθρώπων όπως κάποιοι μυστικιστές και αριθμολόγοι φρονούν, όμως το 1917 και οι απώτερες προεκτάσεις του αποδείχτηκαν πράγματι οιωνός βαρύς για εκείνον. «Ποιητή του αίματος, του αδελφικού αίματος, του Εμφυλίου», τον αποκάλεσε ο Χρίστος Ρουμελιωτάκης, και για να τον διακρίνει από τους ποιητές της Αριστεράς που την πλατιά εκείνη σύρραξη την είδαν από την στενή οπτική της ποίησης της ήττας, συμπληρώνει: «Ο Σινόπουλος, μόνος αυτός, βιώνει τον Εμφύλιο, στον οποίο έλαβε μέρος ως στρατιωτικός γιατρός, ως καθολική ήττα και ως τραγωδία αμφίπλευρη. Μερικές φορές μάλιστα, τολμώ να πω, με μια αισχύλεια τόλμη».

Εύλογο λοιπόν ένα βιβλίο που του απευθύνεται, να τη μνημονεύει εκείνη τη δυσοίωνη γενέθλια χρονιά, προετοιμάζοντας ήδη από το εξώφυλλο τον αναγνώστη: Τριλογία 17 λοιπόν. Με τρία ποιήματα, όσα και τα μέρη του βιβλίου του, διαλέγεται με τον Σινόπουλο, ο Ξάνθος Μαϊντάς. Και μάλιστα η συνάντησή τους αυτή είναι, μπορεί να πει κανείς, η τρίτη. Προηγήθηκε η θεσμική της ανάλογη, στο Ίδρυμα Τάκης Σινόπουλος, πρόεδρος του οποίου εδώ και κάμποσα χρόνια είναι ο Μαϊντάς, με θητεία ουσιαστική και ευδόκιμη. Ακολούθησε το 2016 στις Εκδόσεις Γαβριηλίδη το Μεγάλο μαύρο φως: Ο ποιητής Τάκης Σινόπουλος (1917-1981) η διεξοδική μελέτη και ανθολόγηση από το έργο του που του αφιέρωσε, στο πλαίσιο της σειράς του Ιδρύματος Σινόπουλου για τους κορυφαίους Έλληνες ποιητές των τελευταίων δύο αιώνων. Και έπεται τρίτη τούτη εδώ, η ποιητική, που είναι ασφαλώς η πιο μύχια, και η πιο προσωπική.

Σηκώνεσαι καὶ βηματίζεις,
κάπου στὴ μέση τοῦ σπιτιοῦ
στεκόμαστε ἀντίκρυ.
Κοιτάζεις τὴν ὀροφή, γυψοσανίδα
ψεύτικα πράγματα, μοῦ γνέφεις,
βαθιὲς εἶν’ οἱ γραμμὲς
ραγίσματα πάνω της,
ἴδιες ρυτίδες.

Gustave_Courbet_018Το βιβλίο του Μαϊντά είναι μαζί μονόλογος, διάλογος και εγκώμιο προς τον πρεσβύτερο ομότεχνο. Μονόλογος, κατ’ αρχάς, γιατί είναι λόγος πρωτοπρόσωπος: το ύφος οικείο, χαμηλόφωνο, εμπιστευτικό, μοιρασμένο σε στίχους κι αυτούς κουβεντιαστούς, σύντομους, κάποτε και κοφτούς, ο ρυθμός φυσικός, συνήθως ιαμβικός. Διάλογος, γιατί τα όσα λέγονται στα ποιήματα αυτά μιλούν, αφορούν, κάποτε και βιογραφούν τον Σινόπουλο: η Ιωάννα και ο Θωμάς και η Μάγδα, ο “Ελπήνωρ” και ο “Νεκρόδειπνος”, ο Περισσός και το σπίτι της οδού Ναζλή 22, της τωρινής Τάκη Σινόπουλου 22. Ένα προσκλητήριο τελείται στους στίχους του Μαϊντά, ο λογοτεχνικός κόσμος του ποιητή, αλλά και ο βιοτικός κόσμος του κατά κόσμον Πάικου Σινόπουλου, ιατρού, από τον Πύργο της Ηλείας, εδώ ανακαλούνται, επιστρέφουν. Κι αν κατά τον περίφημο στίχο του Σινόπουλου ο ποιητής μοιράζεται στα δυο, εδώ, στο βιβλίο του Μαϊντά, ο ποιητής πια δεν μοιράζεται αλλά διπλασιάζεται, οι δύο φωνές ενίοτε ταυτίζονται και γίνονται μία και κοινή:

Μένω Ναζλῆ 22.
Ἔξω βρέχει
κι ἀκούω τὴ βροχὴ
στὴν τρύπια στέγη.
Εἶναι βαθιὰ ἡ νύχτα
μὰ ὕπνος δὲν ταιριάζει.

Τέλος, εγκώμιο. Είναι μεγάλη βέβαια η παράδοση, μακριά η γραμμή των από ποιητή προς ποιητή εγκωμίων στην γλώσσα μας. Μερικά από τα πιο αβρά, τα πιο τρυφερά, αλλά και τα πιο ρωμαλέα ποιήματα της λογοτεχνίας μας είναι τέτοια. Επιτάφια ως επί το πλείστον νεκρολογήματα, κάποτε και όχι. Τι να πρωτομνημονεύσω; Τον Μαρκορά να αναπολεί εμπρός στην φωτογραφία του Ιάκωβου Πολυλά;

Λὲς καὶ δὲ σ’ ἔχει ὁ θάνατος, χρυσέ μου φίλε, ἀρπάξει.
Ἐδῶ τὸ φῶς εὐτύχησε πιστὰ νὰ σὲ χαράξει.

Τον Παλαμά να αναθυμάται τον νεαρό Μαλακάση;

Καὶ καβαλλάρης πέρναγες, ξανθόμαλλο παιδάκι,
καὶ τάραζε τὸ διάβα σου τὸ σιγαλὸ σοκκάκι…

Τον Οδυσσέα Ελύτη να προσκυνά με δέος μες στο τριανταφυλλί φως της αυγής τη σκιά του Διονυσίου Σολωμού;

Ἄ κεῖ μονάχα νὰ ’ταν
Ἕνα κλωνάρι μὲ δαφνόκουκα νὰ σοῦ ἄφηνα γιὰ καλημέρα
Ποὺ τέτοιας νύχτας τὴν ἀγρύπνια πέρασες.

Τι άλλο είναι η παράδοση, είπαν, παρά αλληλεγγύη; Αλληλεγγύη ανάμεσα στους ζωντανούς και τους κεκοιμημένους. Αυτή την πολύτιμη, αυτή την ακριβή παράδοση έρχεται με τούτο εδώ το βιβλίο του να προεκτείνει άξια ο Ξάνθος Μαϊντάς.

ΚΩΣΤΑΣ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗΣ


*Κείμενο που εκφωνήθηκε την Τετάρτη 05.12. στην παρουσίαση της ποιητικής συλλογής του Ξάνθου Μαϊντά στο βιβλιοπωλείο των εκδόσεων Γαβριηλίδης. Βλ. εδώ το κείμενο της Τασούλας Καραγεωργίου από την ίδια βραδιά. 

Νέοι ποιητές ενός νέου αιώνα | 3. Γιώργος Γωνιανάκης

ΔΙΑΡΚΗΣ ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ 2000-2020

Ποιά ἡ ποίηση τοῦ 21ου αἰώνα καὶ ποιοί οἱ ποιητές της; Χιλιάδες ποιητικὲς συλλογές, εἴτε τυπωμένες ἀπὸ ἐπώνυμους οἴκους εἴτε αὐτοεκδόσεις, ἑκατοντάδων ἢ καὶ χιλιάδων ποιητῶν ποὺ ἀναζητοῦν τὴν θέση τους στὴν Νεοελληνικὴ Λογοτεχνία. Τί μένει ὅμως καὶ τί περνάει ἀπὸ τὴν κρησάρα τῆς κριτικῆς; Τί ἐπιβιώνει –ἢ ἔστω, τί φαίνεται ὅτι μπορεῖ νὰ ἐπιβιώσει– στὴν μνήμη τῆς ἀναγνωστικῆς κοινότητας;

Ἀποπειρώμενο μιὰν ἀπάντηση στὰ παραπάνω, τὸ Νέο Πλανόδιον ἐγκαινιάζει τὴν ἑβδομαδιαία στήλη ‘‘Νέοι ποιητὲς ἑνὸς νέου αἰώνα. Διαρκὴς ποιητικὴ ἀνθολογία 2000-2020’’. Γιὰ διάστημα δύο ἐτῶν καὶ ἀρχῆς γενομένης ἀπὸ τὸν Φεβρουάριο τοῦ 2019, θὰ ἀνθολογοῦμε κάθε ἑβδομάδα ἀπὸ ἕνα ἢ περισσότερα ποίηματα ἑνός/μιᾶς συγγραφέα, ποὺ θὰ πληροῦν δύο προϋποθέσεις: θὰ εἶναι α) δημοσιευμένα μετὰ τὸ 2000, καὶ β) γραμμένα ἀπὸ ποιήτριες ἢ ποιητὲς 45 ἐτῶν καὶ νεώτερους, γεννημένους δηλαδὴ ἀπὸ τό –σημαδιακό– 1974 καὶ ἑξῆς.

Τὰ ποιήματα θὰ παρατίθενται πολυτονισμένα, δίχως ὅμως ἄλλες παρεμβάσεις στὸ πρωτότυπο. Ἐπίσης, στὸ τέλος κάθε ἑξαμήνου θὰ δημοσιεύεται στὸν ἱστότοπο ὁ Θησαυρὸς Ἀναγνώσεων τῶν ἀνθολόγων μὲ τὴν μορφὴ ἀναλυτικοῦ καταλόγου, ὅπου καὶ θὰ καταγράφονται ὅλες οἱ ποιητικὲς συλλογὲς ποὺ εἴδαμε στὸ διάστημα αὐτό. Τὰ ποιήματα ποὺ θὰ προκύψουν στὸ πέρας τῆς διαρκοῦς αὐτῆς ἀνθολόγησης, συμπληρωμένα ἐνδεχομένως καὶ μὲ ἄλλα, θὰ ἀποτελέσουν τὸν κορμὸ μιᾶς ἔντυπης Ἐκλογῆς.

Οἱ σκοποὶ τοῦ ἐγχειρήματος, δύο: νὰ ἀναδείξουμε τὰ ἀξιανάγνωστα ποιήματα ποὺ γράφονται στὶς μέρες μας ἀπὸ νέους ποιητές· καὶ νὰ συμβάλλουμε στὴν ἐπόπτευση τῆς νεοελληνικῆς ποίησης τοῦ αἰώνα μας, μακριὰ ἀπὸ παρελκυστικὲς κατηγοριοποιήσεις, αἰσθητικὲς ἢ/καὶ ἰδεολογικές.

ΘΑΝΑΣΗΣ ΓΑΛΑΝΑΚΗΣ – ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΚΟΡΔΑΣ


Μὲ δεδομένο τὸν τεράστιο ὄγκο τῆς τρέχουσας ποιητικῆς παραγωγῆς, ποὺ ξεπερνᾶ τοὺς 800 τίτλους ἐτησίως (813 γιὰ τὸ 2017, βάσει ἐπίσημων στοιχείων ἀπὸ τὴν Ἐθνικὴ Βιβλιοθήκη), οἱ ἀνθολόγοι δὲν τρέφουν ψευδαισθήσεις ὅτι εἶναι σὲ θέση νὰ τὴν παρακολουθήσουν στὴν πληρότητά της. Ὑπόσχονται ὅμως νὰ ἐξετάσουν φιλότιμα ὅλα τὰ βιβλία ποὺ θὰ τεθοῦν ὑπ’ ὄψιν τους. Οἱ φίλοι νέοι ποιητὲς μποροῦν νὰ τὰ στέλνουν στὶς διευθύνσεις: Ἀγησιλάου 7, Ἡράκλειο Ἀττικῆς, 141-22 καὶ Ἁγ. Φανουρίου 2, Ζωγράφου, 157-72 [Μὲ τὴν ἔνδειξη: “Α.Β.Γ.-Α.Κ. γιὰ τὸ Ν.Π.” στὰ στοιχεῖα τοῦ παραλήπτη].


Γιῶργος Γωνιανάκης

(Κάλεσμα, Ἀθήνα, Ποιήματα τῶν φίλων, 2013)

H0223-L16559448

Ἡ πόρτα τῶν ὀνείρων μου
                                         Μνήμη Μιχάλη Βασιλάκη

Ἡ πόρτα τῶν ὀνείρων μου εἶναι ἀνοικτὴ γιὰ σένα,
να ‘ρθεῖς νὰ ξαναζήσουμε ὅλα τὰ περασμένα.
Στοὺς δρόμους τῶν ὀνείρων μου ὅποτε θὲς περπάτα,
νὰ σεργιανίσομε μαζὶ σὲ μαγεμένη στράτα.
Στ’ ἅρματα τῶν ὀνείρων μου, τ’ ἀνέμου καβαλάρης,
ὅλο τὸν κόσμο θὰ γυρνᾶς, ἔλα, κι ἐμὲ νὰ πάρεις.
Στὰ κάστρα τῶν ὀνείρων μου μάχη θέλω νὰ δώσεις,
ὅλου τοῦ κόσμου τὸ κακὸ γιὰ πάντα νὰ σκοτώσεις.
Ὁ κόσμος τῶν ὀνείρων μου μὲ τὸ δικό σου μοιάζει,
ἀγάπη καὶ καλὴ καρδιὰ ἐμᾶς ἐξουσιάζει.
Ἡ μπάντα τῶν ὀνείρων μου θά ‘χει δικούς σου ἤχους,
ἐσὺ θὰ παίζεις μουσικὴ κι ἐγὼ θὰ γράφω στίχους.
Στὸ γλέντι τῶν ὀνείρων σου θὰ κάνομε βεγγέρα,
παλιὸ κρασὶ θὰ πίνομε μέχρι νὰ βγεῖ ἡ μέρα.
Καὶ σὰν ξυπνήσω, φίλε μου, ἐσὺ δὲ θά ‘σαι γύρω –
ὤ, πόσο γρήγορα περνᾶ ὁ χρόνος τῶν ὀνείρω.
Μὰ αὐτὸ ποὺ θέλησα νὰ πῶ, πιστεύω πὼς τὸ εἶπα:
τὴν πόρτα τῶν ὀνείρων μου ὅποτε θέλεις χτύπα.

                                                        16-VII-2006

~.~

Βαρέλι

Κι ἡ προσμονὴ ὡρίμαζε χωρὶς νὰ βρίσκει πάτο·
χαμένος οἶνος ἔρεε στὰ ὀνειρέματά μου,
καθὼς ἐντός μου πάλευε τ’ ἄδειο μὲ τὸ γεμάτο.

Καὶ μιὰ βραδιὰ ξεχείλισε καὶ γέμισα δυὸ κοῦπες·
τὸ κάλεσμα τ’ ἀρνήθηκαν, καὶ τότε ἤπια μόνος:
καὶ μέθυσα μὲ θάνατο καὶ ξέρασα ἀγάπη.

Ὦ, τρυγητές μου ἔρωτες, σεῖς ξέρετε μονάχα
ποιό μυστικὸ κατανικᾶ τὴν τρύπα τοῦ θανάτου,
γιατὶ ἀπ’ ὅταν πάψατε ἡ στέρηση πληθαίνει:

Ἐμένα ξεπατώσετε ποὺ βράζω ἀπὸ ζυμώσεις.
Ὁ χρόνος εἶναι ὥριμος, – Ὥρα καλή, ἂς ἔρθεις.
Ὦ αἴσθηση πληρότητας! Ὦ ἅγιασμα τῆς μέθης!

~.~ 

Σὰν ψαροκόκκαλο καρφώθηκα στῆς πόλης τὸ λαρύγγι·
πῶς βρέθηκα ΄δῶ πέρα!
Θέλω νὰ φωνάξω, ὅμως ἔχω χάσει τὴ φωνή μου.
Κι αὐτὴ τοῦ δρόμου ἡ πνοὴ φέρνει μονάχα βρώμα
σὰν ἀπὸ μιᾶς γριᾶς – παλιόγριας τὸ στόμα
(ἐδῶ ΕΝΟΙΚΙΑΖΕΤΑΙ ἐδῶ ΑΓΟΡΑ ΧΡΥΣΟΥ)
ποὺ μούχλιασε ἡ μποὐκα της σαπίλα
καὶ τὸ φτιασίδωμα δὲν ἔχει πιὰ σαγήνη·
λάμπουν τὰ ψεύτικα χρυσά της δόντια

~.~

(Τί εἶπε τὸ ποτάμι, Ἀθήνα, Στιγμή, 2018)

Evinos_River,_Greece_-_View_from_the_Bania_bridge

Δάσος ὑδάτινο

Ἡ θάλασσα συνέχιζε τὰ δάση.
Κι ἐκεῖ, στὸ δασωμένο ἀκροθαλάσσι,
ψαράδες ξυλοκόποι συναγμένοι
ὅπου γιὰ τὴ δική σου τὴν εὐγένεια
καὶ τὸ δικό μου τὸ χατίρι
βάζουν φωτιὰ στὶς βάρκες
καὶ σπάζουν τὰ πελέκια
ἀλλὰ φύγαν καὶ δὲν μοῦ εἶπαν
τί εἶναι πιὸ ἐπικίνδυνο,
νὰ κολυμπήσω σὲ βαθειὰ νερὰ
ἢ νὰ πνιγὼ στὴν εὐωδιὰ τῶν δέντρων·
φύγαν, καὶ τά ‘χω χάσει…

Ποὺ εἶναι τὰ μάτια σου
μιὰ θάλασσα ἀπὸ δάση.

~.~

Ἀποκάρπωση

Στὸ σπίτι γύριζα κι ἀνέβαινα πρὸς Στρέφη.
Καὶ ἦταν σὰν νά ‘κοβα κρυφοὺς καρπούς·
γευόμουν τὸ ἀπόγευμα καὶ ἔπινα τ’ ἀγέρι
καὶ ἡ λιακάδα εἶχε μαλακώσει τ’ ἀνηφόρι.
Τί μέρα ὄμορφη κι ἀνάλαφρο τὸ φῶς της!
Σὲ λίγο —σκέφτηκα— θὰ νύχτωνε
τὰ μαγαζιὰ θὰ μάζευαν ὡραῖο κόσμο.
Μιὰ στάση, μιὰ στιγμὴ καὶ θὰ μὲ βρεῖ τὸ βράδυ
ἁπλὸ καὶ πλούσιο μὲ τὴ σοδειὰ τοῦ ἥλιου.

~.~

Ἀκέραιο θραῦσμα

Μύριες ἀλήθειες καὶ μαῦρο μοιρολόι
κεῖνο τὸ βράδυ πέσαν, τὸ βράδυ
ποὺ κοίμισε σκληρὰ ἡ μάνα τὸ παιδί της
τὸν γιό της τὸν μονάκριβο· πικρὸ νανούρισμα.

—Πῶς τὸ ἀβάσταχτο λιγάκι νὰ γλυκάνει.

Ἄχι, κι ὁ χρόνος πίσω δὲν γυρνᾶ!
Κι ἀπὸ τοῦ θειου-Γιώργη τὰ στερνὰ
ὣς τῆς γιαγιᾶς τὸ θρῆνο καὶ τὸ σθένος
ἡ μνήμη μου ἀκέραια ματώθηκε
ἀπὸ τὴ φράση-θραῦσμα:

«Γιέ μου, μὰ καὶ νεκρός, πάλι ὡραῖος εἶσαι!».


Ὁ Γιῶργος Γωνιανάκης γεννήθηκε τὸ 1984 στὸ Ἡράκλειο Κρήτης. Ζεῖ στὴν Ἀθήνα. Εἶναι ἀπόφοιτος τῆς Α.Σ.Παι.Τ.Ε. τοῦ Τμήματος Ἠλεκτρονικῶν Μηχανικῶν. Ἔχει ἐκδώσει δύο ποιητικὲς συλλογές: Κάλεσμα (2013) καὶ Τί εἶπε τὸ ποτάμι (2018).

Χρόνοι της αφήγησης

του ΦΩΤΗ ΔΟΥΣΟΥ

Όταν πριν λίγα χρόνια το Νόμπελ λογοτεχνίας δόθηκε στον Γάλλο συγγραφέα Πατρίκ Μοντιανό πολλοί δημοσιογράφοι και άνθρωποι του βιβλίου αντέδρασαν με κάποια αμηχανία. Δεν τον γνωρίζανε. Ο συγγραφέας δεν συγκαταλεγόταν στα τρανταχτά ονόματα. Δεν επρόκειτο για κραυγαλέα περίπτωση. Αντιθέτως το χαμηλόφωνο έργο του, με τη μουρμουριστή πρόζα που το χαρακτηρίζει, έμοιαζε να αντιστέκεται στους άκριτους διθυράμβους, στις ιαχές και στους πανηγυρικούς, στους οποίους τόσο αρέσκεται η σύγχρονη κριτική. Είναι ανάρμοστο να αδολεσχείς, να εκφράζεσαι με λεκτικά πυροτεχνήματα, να φωνάζεις ή να κραυγάζεις για ένα έργο που απεχθάνεται τον θόρυβο.

PATRICK MODIANO RECOIT LE PRIX ROGER MINIER POUR SON ROMAN LA PLACE DE L'ETOILE EN 1968

Ο Μοντιανό έχει γράψει ένα μόνο βιβλίο, βασανιστικά και επαναληπτικά, όπως κάνουν και οι περισσότεροι ομότεχνοί του άλλωστε. Σε όλα του τα έργα, ή σε αυτό το ένα, μοναδικό, πολύτομο, κατακερματισμένο αλλά ταυτοχρόνως και αρραγές έργο, ο ρυθμός είναι ο ίδιος. Αργός, γουργουριστός, μαυλιστικός. Δημιουργεί ηχητικές δίνες και μελωδίες γλυκιές και μακρινές. Τα μυθιστορήματα του Μοντιανό παράγουν μουσική. Μπορούμε να την ακούσουμε αν παρασυρθούμε στους ρυθμούς τους, αν αφουγκραστούμε τις αρμονίες τους, αν αφεθούμε στους κύκλους και τα da capo τους.

“Το Παρίσι αλλάζει! Αλλά τίποτα μέσα στη μελαγχολία μου δεν σάλεψε” λέει ο Μπωντλαίρ. Για τον Μοντιανό το Παρίσι είναι μια πόλη με τόσο γρήγορες αλλαγές που ο ίδιος αδυνατεί να παρακολουθήσει. Ό,τι έλαμπε ή έσφυζε από ζωή παλαιότερα, τώρα είναι ερείπιο. Ή έχει μετατραπεί σε κάτι τελείως διαφορετικό, αγνώριστο, ξένο. Το ίδιο και για κάθε πόλη από όπου πέρασε. Αυτός είναι ο σκηνικός διάκοσμος των μυθιστορημάτων του. Το στοιχείο της παρακμής και της αναπόφευκτης φθοράς αντιπαραβάλλεται με μια περασμένη, απολεσθείσα αίγλη. Αλλά η σύγκριση δεν γεννά μελαγχολία ή νοσταλγία. Ο Μοντιανό περιγράφει ψυχρά σαν να φτιάχνει μια λίστα, έναν κατάλογο προσώπων, ονομάτων, τοπωνυμιών.

Τα πρόσωπα, οι ήρωές του, αχνοφαίνονται μέσα στην πλοκή που κινείται κάνοντας ιλλιγγιώδεις  αν και βραδύτατες περιστροφές. Μόνο κάποια γενικά χαρακτηριστικά των προσώπων γίνονται αντιληπτά. Τι δουλειά κάνουν, με ποιους συσχετίστηκαν, πότε πέθαναν. Θυμόμαστε αναγκαστικά το κινηματογραφικό βλέμμα του Θεόδωρου Αγγελόπουλου. Στον Μοντιανό, όπως στον Αγγελόπουλο, σπανίζουν τα γκρο πλαν. Οι ανθρώπινες φιγούρες περιφέρονται μέσα στην υγρασία της ιστορίας σαν φαντάσματα, σαν σκιές και αφήνουν πίσω τους ένα ανεπαίσθητο ίχνος. Ο συγγραφέας αναζητεί το χνάρι τους και το φέρνει στο φως σαν τεκμήριο μεγάλης υπαρξιακής συμπύκνωσης. “Το φέρνει στο φως” εννοούμε το φέρνει στον λόγο. Δεν το αφήνει να ξεχαστεί. Το καταγράφει.

Οι άνθρωποι στη λογοτεχνία του Μοντιανό πεθαίνουν όπως λαμπάκια που κάποια στιγμή απλώς σβήνουν και η θαμπή λάμψη τους εξαχνώνεται κάτω από τους φανοστάτες της πόλης. Ο θάνατος επέρχεται σαν αναπόφευκτο, φυσικό συμβάν. Δεν υπάρχει πένθος. Η ζωή –αν αυτό που περιγράφεται είναι ζωή– συνεχίζεται.

MODIANO-750x345.jpg

Όταν δεν είναι σε αστικό περιβάλλον οι ήρωες του βρίσκονται στην εξοχή. Αλλά όχι εκτεθημένοι στην αγριάδα της φύσης. Οι άνθρωποι του Μοντιανό κινούνται πάντα εντός ορίου του πολιτισμού. Στην ύπαιθρο διαχίζουν πελούζες (τόσο αγαπημένη λέξη του Μοντιανό), κατασκευασμένους κήπους, ευθύγραμμες συστάδες δέντρων. Η παρέμβαση του ανθρώπινου παράγοντα, το έργο κάποιου αρχιτέκτονα τοπίου είναι εμφανέστατο σε όλα αυτά τα μέρη.

Οι Αμερικάνοι λένε ότι όσο πιο λίγο backstory παρεμβάλλεται σε μια ιστορία τόσο το καλύτερο. Η πλοκή υποτίθεται πρέπει να πηγαίνει μόνο μπροστά, για να γίνεται κάτι, να υπάρχει αλληλουχία γεγονότων, να μη βαριέται ο αναγώστης αλλά και για να βγαίνει κάποιο νόημα. Το backstory, οι αναδρομές στο παρελθόν, τα φλας μπακ δεν προωθούν την ιστορία. Αντιθέτως την πηγαίνουν όπισθεν ή την καθηλώνουν σε ακινησία.

Στον Μοντιανό τα πάντα είναι backstory. Παρόν δεν υφίσταται. Είναι τόσο καθοριστική αυτή η επιλογή στα έργα του που αγγίζει τα όρια του φιλοσοφικού προτάγματος. Όλα είναι παρελθόν. Όλα έχουν περάσει. Όλα έχουν συντελεστεί. Το παρόν είναι το μέρος που λαμβάνει χώρα η αφήγηση. Αλλά τα αφηγούμενα ανήκουν σε παρελθόντα χρόνο. Το παρόν είναι για να συλλογούμαστε ό,τι έγινε. Τα γεγονότα είναι καρφιτσωμένα σα νεκρές πεταλούδες σε ένα διαρκές παρελθόν, επικαλυμμένα από μια ονειρική αχλύ. Ο συγγραφέας τα ατενίζει έκπληκτος, στοχαστικός, κάποιες φορές εκστατικός. Ωστόσο το παρελθόν δεν είναι στατικό, δεν μένει ακίνητο. Αντιθέτως ρέει αργά σαν μάγμα και συνδιαμορφώνεται κάτω από την επιρροή εκείνου που το παρατηρεί και ακόμα περισσότερο εκείνου που το περιγράφει.

456992652(1)Ένας παλιός νόμος της αφήγησης λέει ότι εξιστορούμε ως επί το πλείστον σε παρελθόντα χρόνο. Σπανίως χρησιμοποιούμε τον ενεστώτα, που υποτίθεται έχει μια άλλη αμεσότητα. Ενεστώτας χρόνος χρησιμοποιείται κατά κανόνα στη συγγραφή σεναρίου ή θεατρικού κειμένου. Πολύ συχνά και στην ποίηση, όπως και στην αφήγηση ονείρων. Στα μυθιστορήματα, σε αυτά τα εκτεταμένα και επεξεργασμένα όνειρα, ο αόριστος είναι ο κυρίαρχος χρόνος και σπανιότερα ο παρατατικός. Ίσως θέλουμε να δείξουμε με τον αόριστο ότι τα γεγονότα που περιγράφουμε είναι μοναδικά, συνέβησαν άπαξ. Επίσης είναι σημαντικά. Ανάμεσα σε τόσα και τόσα που έλαβαν χώρα  και συνεχίζουν να αλληλοδιαδέχονται το ένα τ’άλλο, διασώθηκαν μόνο τα συγκεκριμένα μέσα από τον ληθαργικό ποταμό του χρόνου. Άρα όσα επιλέγουμε να διηγηθούμε, όσα ξεχωρίζουμε και τους δίνουμε καλλιεπή, ηδυσμένο λόγο για να εκφραστούν, έχουν ιδιάζουσα αξία και σημασία. Είναι μοναδικά.  Ποιος ενδιαφέρεται για το ευτελές, το τετριμμένο, το ανούσιο; Από τον καιρό που ο άνθρωπος καθόταν στη σπηλιά του γύρω από τη φωτιά και άκουγε τον πρωτόγονο storyteller, διψούσε για ιστορίες που έχουν νόημα, που ερεθίζουν το συναίσθημα και τη φαντασία, που προκαλούν έλεος, φόβο και κάθαρση.

Στον Μοντιανό οι χωροχρονικοί κανόνες της αφήγησης συχνά καμπυλώνονται ή και ανατρέπονται ακόμη. Κάποιες φορές μιλάει για παρελθόντα γεγονότα χρησιμοποιώντας ενεστώτα, λες και τα ζει την ίδια στιγμή που τα περιγράφει. Τηλεμεταφέρει τους ήρωές του από τόπο σε τόπο αγνοώντας τις απαιτούμενες συνδέσεις. Όχημά του είναι η μνήμη και της δίνει απόλυτη ελευθερία κινήσεως.

Αν ο χρόνος της αφήγησης είναι πεπερασμένος, ο τόπος αποδεινύεται εντελώς θραυσματικός. Συνέχεια δεν υπάρχει. Τι ενώνει λοιπόν, τι κρατάει σε συνοχή αυτό το ιδιότυπο σύμπαν; Τι του δίνει νόημα και υπόσταση; Ίσως η αγωνία του συγγραφέα να διασώσει μέσα στον ορυμαγδό του χρόνου ο,τιδήποτε και αν σώζεται: ένα όνομα, μια αίσθηση, μια στιγμή. Καθώς και η ενδόμυχη  πεποίθησή του ότι η προσπάθειά του είναι μάταιη, ανώφελη, αλυσιτελής και άρα έχει μια βαθιά ανθρώπινη διάσταση.

ΦΩΤΗΣ ΔΟΥΣΟΣ

Η αμείλικτη απεραντοσύνη του κάμπου

4 (6)

του ΗΛΙΑ ΜΑΛΕΒΙΤΗ

Χεσούς Καρράσκο
Άγρια ερημιά
(μετ. Λένα Φραγκοπούλου)
Αντίποδες, 2018

Ένα αγόρι κουλουριασμένο μέσα σε μια τρύπα στο χώμα κρύβεται από τους συγχωριανούς του, που τον ψάχνουν.
Ένα αγόρι σχεδόν θαμμένο μες «στο λαγούμι του στο χώμα» λουφάζει, επιμελώς καλυμμένο από πάνω του με κλαριά οιονεί –διαπερατή αλλ’ αόρατη– ταφόπλακα.
Το αγόρι κρύβεται ασάλευτος, χωμένος στην κρυψώνα του.
Το αγόρι δεν βγάζει άχνα στις κραυγές των ανθρώπων που καλούν το όνομά του.
Σαν σουρουπώνει και πέφτει το φως της μέρας, ο οικεία βουλήσει ‘κατελθών εις τον Άδη’ εγείρεται· καθώς ο ήλιος δύει αυτός αναδύεται από τον ‘κάτω κόσμο’ των εξαφανισμένων, στον έρημο από ανθρώπους κόσμο του σκοταδιού, για να κρυφτεί ακόμα καλύτερα, ακόμα μακρύτερα από όλο το χωριό του, τον πατέρα του και την οικογένειά του, τον δάσκαλο, τον χωροφύλακα. Μέσα στη νύχτα, αρχίζει να βαδίζει μακριά προς «ό,τι εκτεινόταν πέρα από τα πόδια του» κι «αποτελούσε, απλούστατα, άγνωστη γη», «τοσοδούλης και σκουρόχρωμος στη σκοτεινιά» τραβάει μακριά κατά τον Βορρά, «απομακρυνόταν από το χωριό, από τον χωροφύλακα, από τον πατέρα του. Έφευγε, κι αυτό από μόνο του αρκούσε».
Στην περιπλάνησή του προς την άγνωστη γη συναντά έναν γέρο πλανόδιο βοσκό με το μικρό του κοπάδι από γίδες, το σκυλί και τον γάϊδαρο μα και τη Βίβλο του απόκοντα. Από εκείνη τη στιγμή η ζωή κι η μοίρα τους συμπλέκονται αδιαχώριστα μέχρι το τέλος του βιβλίου. Κι αυτό γιατί ο γέρος κι ο μικρός θα αντιμετωπίσουν μαζί τον βίαιο κόσμο που ορίζει ο ενήλικας χωροφύλακας, απ’ τον οποίο το αγόρι τρέχει να φύγει μακριά και με τον οποίο ο περιπλανώμενος γερο-βοσκός έχει ανοιχτούς λογαριασμούς.

81zTKTRzb9LΗ Άγρια ερημιά είναι το πρώτο βιβλίο του Καρράσκο, κι όπως λέει ο ίδιος είναι κατά πολύ επηρεασμένο από τον τόπο που μεγάλωσε στην Ισπανία. Ο χώρος κι ο χρόνος του μυθιστορήματος, αν και δεν αναφέρονται, παραπέμπουν ευδιακρίτως στην φρανκική ισπανική επαρχία κοντά στα μέσα του 20ου αιώνα. Ήδη ο τόπος κάνει την εμφάνισή του στον τίτλο του βιβλίου: στο ισπανικό πρωτότυπο είναι Intemperie, που σημαίνει τα στοιχεία (της φύσης), όπως λέμε “να είσαι στο έλεος των στοιχείων της φύσης”. Ταυτόχρονα, εξηγεί η Margaret Jull Costa, μεταφράστρια του έργου στα αγγλικά, η φράση “dejar alguien a la intemperie” σημαίνει “αφήνω κάποιον απροστάτευτο” γι’ αυτό και διάλεξε τη μετάφραση Out in the Open (Έξω στην ανοιχτωσιά) καθώς υποβάλλει την ιδέα της έκθεσης στα στοιχεία της φύσης αλλά και της φανέρωσης των σκοτεινών μυστικών σε δημόσια θέα. Η Λένα Φραγκοπούλου, που μας χάρισε τούτη την εξαιρετική μεταφορά του έργου στη γλώσσα μας, διαλέγει για την ελληνική μετάφραση την Άγρια ερημιά, μια φράση που ακούγεται δυο φορές μέσα στη διήγηση για να περιγράψει τον ψυχισμό λες του τόπου κι όχι το ίδιο το τοπίο, τον τραχύ κι άνυδρο κάμπο που διαβαίνουν ο μικρός κι ο γέρος.

Κοντά στη φοινικιά, ανακάλυψε τα απομεινάρια μιας παλιάς πλίθινης κατασκευής, που είχε διαβρωθεί από τον ήλιο και τον άνεμο και που από τους τοίχους της είχε μείνει στο έδαφος μονάχα μια γραμμή από πηλό. Αναγνώρισε την ορθογώνια κάτοψη μιας μονοκάμαρης κατοικίας, απ’ αυτές που συνηθίζουν να χτίζουν στη περιοχή, και θυμήθηκε το σπίτι του που ήταν έξω απ’ το χωριό.
Τώρα, μόνος κάτω απ’ τον ήλιο, κοιτούσε εκείνη την περίμετρο που είχε ύψος δυο σπιθαμές και στρογγυλεμένα τελειώματα, θυμίζοντας κρατήρα με τέσσερις γωνίες.  Ανέβηκε σε μία απ’ αυτές και κοίταξε ολόγυρα αναζητώντας σημάδια που να προδίδουν την παρουσία των διωκτών του ή οποιουδήποτε άλλου. Το έδαφος εκτεινόταν με ελαφρούς κυματισμούς προς όλες τις κατευθύνσεις και, όπου κι αν έστρεφε τη ματιά του, οι επιφάνειες τρεμόπαιζαν από την κάψα του εδάφους. […] Ο μικρός κρεμασμένος από τα χάμουρα του γαϊδάρου ένιωθε το λίκνισμα του ζώου σαν λιτανεία μονότονη όσο και η έκταση που διέσχιζαν. Μαυρίλα στα υψώματα, στον ορίζοντα, στη χέρσα γη. Με τον γέρο για οδηγό και τον γάιδαρο για στήριγμα, άφησε τις αναμνήσεις από τον τόπο του να τον παρασύρουν. Το χωριό του ήταν χτισμένο στον πάτο μιας ρηχής ρεματιάς, που κάποτε είχε νερό, αλλά τώρα αποτελούσε απλώς ένα μακρόστενο βαθούλωμα καταμεσής ενός απέραντου κάμπου.

Και ξεκινάω από δω. Από την αρχή ως το τέλος αυτό που κυριαρχεί είναι η άγρια ερημιά του τόπου. Άνυδρος, φρυγμένος, ακάλυπτος, δαρμένος αλύπητα από την ξηρασία, ο τόπος είναι ο πρωταγωνιστής, δευτεραγωνιστές οι άνθρωποι, αν μπορείς ανθρώπους να καλείς ό,τι απογυμνωμένο έχει απομείνει πια από αυτό που κάποτε θύμιζε άνθρωπο, θες πρόκειται για την κάτισχνη και τσακισμένη δυάδα των ηρώων ή για τη βίαιη και χτηνώδη επέλαση των  διωκτών τους. Ναι· είναι σαφές ότι ο Καρράσκο θέλει να μιλήσει για τον τόπο και την παρουσία του ανθρώπου μέσα σε αυτό το τοπίο της συμφοράς. Ναι, κι ακόμη βαθύτερα θέλει να μιλήσει για τη συμφορά, τον πόνο και την ακατάπαυστη βάσανο και κακουχία της ανθρώπινης ζωής.

Θυμήθηκε το κτήμα με τα λιόδεντρα που εκτεινόταν στη βόρεια πλαγιά της ρεματιάς. Εκεί όπου είχε βρει καταφύγιο. Ένας ξύλινος στρατός ριζωμένος, που γέμιζε το τοπίο κηλίδες στις αποχρώσεις του δέρματος. Συχνά, μια δεντροκορφή στηριζόταν σε δυο τρεις ροζιασμένους κορμούς, που πρόβαλλαν από τη γη σαν ανθοφόρα γεροντικά δάχτυλα. Ήταν σπάνιο να βρεις μια ελιά που να μοιάζει πραγματικά με δέντρο. Αντίθετα, αφθονούσαν οι ροζιασμένοι κορμοί, οι ξερές σχισμάδες απ’ τις οποίες κάποτε τρύπωσε το νερό για να παγώσει και να κάνει το ξύλο να σκάσει. Ένα τσούρμο φαντάροι που γυρνάνε από το μέτωπο. Λαβωμένοι, αλλά πορεύονται. Πορεύονται τόσο καιρό, ώστε κανείς δε θα μπορούσε να πει με σιγουριά ότι προχωράνε. Δεν μαρτυρούν αυτοί πως ο χρόνος περνά. Ο χρόνος είναι αυτός που τους οφείλει την υπόστασή του.

Απόντα ολωσδιόλου τα ονόματα. Τίποτα δεν ονοματίζεται, ούτε οι τόποι ούτε οι άνθρωποι. Μόνο μια νύξη σύνδεσης (σαν συνένοχο κλείσιμο του ματιού στον αναγνώστη) με το πασίγνωστο αρχετυπικό λογοτεχνικό ζευγάρι που περιδιάβαινε αντάμα τον ισπανικό χερσότοπο κάνει ο συγγραφέας, που δυστυχώς ξεθωριάζει, αν δεν εξαφανίζεται, στην ελληνική μετάφραση. Το πρωτότυπο «Tomó la pértiga bajo un brazo como si fuera un Quijote y levantó la punta endirección a los animales» μεταφέρεται ως εξής: «έβαλε τη γκλίτσα του σαν δονκιχωτικό κοντάρι κάτω από το μπράτσο του και ύψωσε το ένα άκρο προς τη μεριά των ζώων». Κι αυτή η πικαρέσκα χειρονομία του συγγραφέα, που κωμικά ιχνογραφεί τον μικρό ως Δον Κιχώτη, αποτελεί φόρο τιμής προς τον πατριώτη του Θερβάντες αλλά και προς το ίδιο το γελαστικό στοιχείο στο μυθιστόρημα.

Η γλώσσα πλούσια στις περιγραφές του πάμφτωχου, αυχμηρού κι άγριου τοπίου έχει συγχρόνως και μια αμεσότητα σχεδόν γευστικής, οσφρητικής κι απτικής τάξεως. Ώρες ώρες είναι σαν να αναπνέεις τη σκόνη του εδάφους, να μυρίζεις τη γιδίλα του κοπαδιού και το φρεσκοαρμεγμένο γάλα, το κάτουρο, να νιώθεις το κάψιμο του ήλιου στο δέρμα και το αίμα που κυλάει, την αλμύρα των δακρύων.

Και δεν είναι μόνον η απουσία του νερού κι η ξηρασία που ορίζουν τον τόπο και τους ανθρώπους, αλλά που αυτή η απουσία εντείνεται κι οξύνεται ως τις ακραίες ψυχικές εκτάσεις του ανθρώπινου με τη διαρκή παρουσία των υγρών εκροών του ανθρώπου (αρνητικό –υλικό και ψυχικό– σύστοιχο του επιποθούμενου και διαρκώς ελλείποντος ύδατος): τα ούρα και τα δάκρυα.

Άκουσε τ’ όνομά του να απλώνεται ανάμεσα στα δέντρα σαν μια σταγόνα πάνω στη γαλήνια επιφάνεια του νερού» κι όμως τον ραίνει το κάτουρο του δασκάλου· κατουριέται ο ίδιος στην κρυψώνα του προκειμένου να μην φανερωθεί. Το κάτουρο κυριαρχεί παντού περισσότερο κι απ’ το νερό που η απουσία του ορίζει την άγρια ερημιά όλου του τόπου κι όλου του έργου. Ως αρνητικό του νερού αλλά κι ως έκφραση ορατή του τρόμου εμπρός στη βία. Κατουριέται στην παρουσία και μόνον του χωροφύλακα. «Η λιμνούλα στα πόδια του είχε χαθεί ανάμεσα στις σχισμές του ασβέστη, αλλά τα μπατζάκια του ήταν υγρά και άρχιζε να νιώθει ένα ελαφρύ μούδιασμα στις γάμπες.

Κάτουρο και δάκρυα· δάκρυα άφθονα όσο το νερό που λείπει:

Κουλουριασμένος για να βρει στο χώρο ένα σημείο σύγκλισης ανάμεσα στην υγρασία της γης και των ματιών», «το αγόρι έμεινε για λίγο να κοιτάζει τη γαβάθα με τις γροθιές σφιγμένες πάνω στο τραπέζι. Άφησε το κεφάλι του να πέσει λες και ο λαιμός του διαλύθηκε απότομα κι άρχισε να κλαίει με ένα νευρικό, καταπιεσμένο κλάμα που του έκοβε την ανάσα κάθε στιγμή.

Και με τι σοφή μαεστρία δοσμένη αυτή η επαναληπτική σκηνή των δακρύων του αγοριού μες στη γαβάθα με τα καρύδια! Την πρώτη φορά ως έκφραση πόνου για την αναπόδραστη βία, τη δεύτερη σαν ξέσπασμα λυτρωτικό στη θύμησή της.

p3ydje1545138571846

Αν μόνον ο Θεός ονομάζεται μια φορά στο κείμενο έτσι κι ο Σατανάς. Κι αυτός είναι απερίφραστα ο χωροφύλακας: «Το αγόρι ακούγοντας τη λέξη “χωροφύλακας” από το στόμα του βοσκού ένιωσε το αίμα να του πυρπολεί τα πόδια και τη φλόγα να ανεβαίνει από τις πατούσες και να του καίει τα σωθικά όπως μόνο η ντροπή μπορεί  να κάψει. Στο άκουσμα του ονόματος του Σατανά από ξένα χείλη, ένιωσε να γκρεμίζονται τα τείχη μέσα στα οποία βίωνε την ατίμωσή του. Ήταν γυμνός ενώπιον του γέρου και ενώπιον των ανθρώπων». Ο χωροφύλακας ορίζει (καθορίζει αλλά και διαφεντεύει) τον κόσμο του ενήλικου κακού, της άγριας ερημιάς, ενάντια στο αγόρι· στα αγόρια.

Μ’ αυτό το κακό αναμετριέται ο γέρος και το αγόρι. Η νιότη και τα γερατειά. Ο ενδιάμεσος ενήλικος κόσμος εχθρός τους, διώκτης, η άνανδρη παραφωνία αντί για την ισορροπία, ανάμεσα στα δυο άκρα του εκκρεμούς της ανδρικής ζωής. Αυτή τη στρεβλή ενηλικίωση θέλει να αλλάξει ο μικρός με τη φυγή του, για αυτόν τον στόχο θα βοηθήσει κι ο γέρος με τη συμπαράσταση του στον μικρό.

Η γυναίκα πάλι απούσα παντού, ούτε σχεδόν ως ανάμνηση ή επίκληση μάνας: ένας άγριος ερημωμένος άκαρπος, άγονος ‘αρσενικός’ κόσμος ξηρασίας, βίας, σωματικής και ψυχικής κακουχίας κι εξάντλησης. Απαράκλητος. Η μόνη σχεδόν αναφορά στη γυναίκα-μάνα αφορά μια θαμμένη μνήμη για το κουβάλημα της στάμνας με νερό από τη βρύση στην πλατεία.

Γυμνός κι έρημος, με τη διπλή σημασία της λέξης (κενός κι ακάλυπτος) ο τόπος· απαράκλητος. Κι όμως σ’ αυτόν τον ερημότοπο, σαν άλλοι Ισραηλίτες νομάδες, ο γέρος και το αγόρι περιπλανώνται για να ξεφύγουν από του χωροφύλακα τα χέρια. Αλλά και για έναν άλλο λόγο, που συνταιριάζει ακόμα περισσότερο στην περιπλάνηση του Ισραήλ στην έρημο, για να ανδρωθεί το αγόρι, να πάρει όλη την ηθική εκπαίδευση που θα τον κάνει άντρα, ώστε να φτάσει ελεύθερος στη γη της Επαγγελίας-ενηλικίωσης, ενώ ο γέρος ως άλλος Μωυσής θα το οδηγήσει ίσαμε εκεί (σαν έναν άλλο Ιησού του Ναυή) χωρίς ο ίδιος να καταφέρει να μπει. Το χρέος του καταπώς φαίνεται ήταν να οδηγήσει το αγόρι –αφού την σμιλέψει και την διαπλάσει– στην πνευματική κι ηθική ενηλικίωσή του.

―Θα πρέπει να πας μόνος σου για νερό.
―Δεν ξέρω που έχει.
― Θα σου πω εγώ.
―Φοβάμαι.
―Είσαι γενναίο αγόρι.
― Όχι, δεν είμαι.
―Έφτασες μέχρι εδώ.
―Γιατί είχα εσάς.
―Γιατί είχες θέληση.
Το αγόρι δεν ήξερε τι να αποκριθεί.
―Είδες τον στέφανο του Ιησού εκεί πάνω;
―Ναι. Έχει τρεις ακτίνες.
―Τις λένε δυνάμεις. Η μία είναι η μνήμη, η άλλη είναι η νόηση και η τρίτη,  η θέληση.
Ο μικρός σήκωσε το βλέμμα. Πάνω από το τείχος διαγραφόταν στο λυκόφως μαι μαύρη σιλουέτα και μάντευε κανείς το χιτώνα, τα χέρια και τον στέφανο. Ακούγοντας εκστατικός τα λόγια του γέρου, άφησε για μια στιγμή τις σκοτούρες του κατά μέρος.
―Και ο Χριστός βασανίστηκε.
― Εγώ δε θέλω να βασανιστώ άλλο.
―Τότε θα μείνουμε εδώ και θα πεθάνουμε από τη δίψα. Τα βάσανά σου σύντομα θα τελειώσουν.

Carrasco-2017-02-800x533Αυτή ακριβώς η ηθική διάπλαση και ωρίμαση του αγοριού έχει να κάνει με τον κόσμο της πίστης και της ηθικής στάσης. Και φυσικά διόλου τυχαία δεν είναι η τετραπλή αναφορά της Βίβλου μες στο ολόγυμνο τοπίο της παντελούς ανυπαρξίας ονομάτων. Μέσα στη ρημαγμένη γη, πέρα απ’ τον πόνο, τη συμφορά και την κατάρρευση, ο Καρράσκο μιλάει και για την πίστη και την ηθική υπόσταση των ανθρώπων. Η δε φράση «ο ίδιος άνεμος που έφερνε τους ανθρώπους γυρνούσε και τα διάφανα φύλλα της Βίβλου, που ήταν ανοιχτή στο έδαφος», θαρρώ πως με ευκρίνεια εικονοποιητική δηλώνει πως η ίδια η ζωή που φέρνει το ελαύνον κακό προκαλεί ταυτοχρόνως και την απάντησή του από την ηθική. «Έμοιαζε περισσότερο με τη Σκηνή του μαρτυρίου παρά με μαντρί» μας λέει σε κάποια στιγμή για την πρόχειρη στάνη του κοπαδιού. Αλλά κι η χέρσα και φρυγμένη γη έχει παρομοιαστεί με την κόλαση. Μια κόλαση που η τελική επί γης εκπύρωση των κακών βρίσκει το λεκτικό της σύστοιχο στη διαπίστωση του γέρου: «οι πύλες της Κόλασης έχουν ανοίξει και τους περιμένουν». Όλα τα τωρινά βάσανα του αγοριού συσχετίζονται στον νου του με την θρησκευτική εικονοποιΐα του κηρύγματος: «σκέφτηκε πως η κόλαση που τον περίμενε στο τέλος της ζωής του δεν πρέπει να διέφερε και πολύ από τα βάσανα που περνούσε τώρα. Πως εκείνο το πηγάδι με τις φλόγες, το γεμάτο μαύρες ψυχές, θα μπορούσε κάλλιστα να είναι αυτός εδώ ο ξερόκαμπος με τον εσμό των αθλίων του».

[Στην πύρινη τούτη βιβλική εικονοποιΐα τολμώ να προσθέσω και μιαν άλλη αντιστοιχία: όταν ο μικρός σώζεται, ωσάν τους παίδες της καμίνου της φλεγομένης, από το παρανάλωμα της φωτιάς που λαμπάδιασαν οι διώκτες του στον πύργο που είχε καταφύγει.]
Πέρα από τις ρητές μνείες όμως, αλλά και την ισχνή κι απόμακρη μνήμη του κηρύγματος του παπά, η αναφορά στη Βίβλο ουσιαστικά έχει να κάνει με την ανάληψη της ηθικής ευθύνης και απόφασης, με την αντιμετώπιση των ηθικών διλημμάτων ως τέτοιων και την υπέρβαση του εγώ. Αντί για τον παπά με τα συγκεχυμένα εκκλησιαστικά κηρύγματα, ή τον πατέρα που ιδίαις χερσί παρέδωσε το αγόρι στις δυνάμεις του κακού, το έργο αυτό το διακονεί ο γέρος βοσκός.

Το αγόρι ξανάσκυψε στο πλευρό του γέρου.
―Δεν μπορώ να τα καταφέρω μόνος μου.
―Πρέπει να τα καταφέρεις.
―Δεν υπάρχει ούτε φτυάρι ούτε αξίνα.
―Αν δεν τους θάψεις θα τους φάνε τα όρνια.
―Και τι σημασία έχει;
―Έχει.
―Αυτοί οι άνθρωποι δεν το αξίζουν.
Γι’ αυτό πρέπει να το κάνεις.

Ούτως ή άλλως το μόνο λογικό ποίμνιο του γερο-ποιμένα δεν ήταν τα λιγοστά του γίδια αλλά το αγόρι.
Ο γέρος όμως είναι κι ο εκδικητής τιμωρός, ο άγγελος της αργοπορημένης αλλά κι αμείλικτης δικαιοσύνης.

Η πόρτα έτριξε ελαφρά και άνοιξε αργά αργά. Ένα αεράκι μπήκε από το δρόμο κι έκανε τις φλογίτσες να τρεμοπαίξουν. Στο κατώφλι, η σιλουέτα του τσοπάνη με το δίκαννο του βοηθού ανά χείρας είχε κάτι το αλλόκοτο: το καμπουριασμένο κορμί, το παντελόνι που έπλεε και το πρόσωπο σκαμμένο από το μόχθο και τις στερήσεις. Ίσα που κρατιόταν όρθιος κι έπρεπε να στηρίζεται στο κάσωμα για να μην πέσει. Ανάσαινε με δυσκολία.
― Φύγε από δω, γέρο.
Ο τσοπάνος έμεινε στην πόρτα ασάλευτος, σημαδεύοντας το κεφάλι του χωροφύλακα με το δίκαννο. […]
Ο χωροφύλακας είχε παραλύσει. Όχι από φόβο, από κατάπληξη.
―Δεν έχεις τ’ αρχίδια, τσομπάνη.
― Μην κοιτάς, μικρέ.

Γι’ αυτό κι ο δεσμός τους, μετά την αμείλικτη δοκιμασία της άγριας ερημιάς, γίνηκε ακατάλυτος, ψυχικός και σωματικός. Κατόρθωμα υιϊκής και πατρικής σχέσης αξεδιάλυτης.

Το αγόρι πετάχτηκε σαν ελατήριο και, χωρίς καν να κοιτάξει τον βοσκό, αγκάλιασε το καχεκτικό κορμί του. Βυθίστηκε στα κουρέλια του για να γίνει ένα μαζί του, για να τρυπώσει στο γαλήνιο καταφύγιο που αρνούνταν να του προσφέρουν τα δικά του χέρια. Ήταν η πρώτη φορά που βρισκόταν τόσο κοντά με κάποιον χωρίς να πρέπει να παλέψει. Η πρώτη φορά που το δέρμα του άγγιζε ενός άλλου και άφηνε τους χυμούς και τις ουσίες της ύπαρξής του να βγουν από τους πόρους του. Ο βοσκός τον υποδέχτηκε χωρίς να πει λέξη, σαν να υποδεχόταν προσκυνητή ή εξόριστο.

Αφού τελειώσει ο αγώνας και πληρωθεί το αναπόφευκτο μεγάλο τίμημα, έρχεται στο τέλος κι η βροχή σαν λυτρωτικός, καθαρτικός επίλογος. Έρχεται και πέφτει στάλα τη στάλα επάνω στη σκληρή, σχεδόν πετρωμένη γη:

χοντρές στάλες έσκαγαν πέφτοντας στο σκονισμένο έδαφος, χωρίς να το διαπερνούν»· σκάει παρά πέφτει, συγκρούεται με την ξεραμένη γη και την φρυγμένη παιδική ψυχή, που έχει πια ανδρωθεί. Κι όμως ο ερχομός της στην άγρια ερημιά ήταν αλάνθαστο σημείον για το αγόρι, που «ξαναγύρισε στο κατώφλι κι έμεινε εκεί όσο κράτησε η βροχή, έμεινε να κοιτάζει πώς χαλάρωνε για λίγο ο Θεός τις βίδες του μαρτυρίου του.

ΗΛΙΑΣ ΜΑΛΕΒΙΤΗΣ

 

Νέοι ποιητές ενός νέου αιώνα | 2. Μάξιμος Τρεκλίδης

ΔΙΑΡΚΗΣ ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ 2000-2020

Ποιά ἡ ποίηση τοῦ 21ου αἰώνα καὶ ποιοί οἱ ποιητές της; Χιλιάδες ποιητικὲς συλλογές, εἴτε τυπωμένες ἀπὸ ἐπώνυμους οἴκους εἴτε αὐτοεκδόσεις, ἑκατοντάδων ἢ καὶ χιλιάδων ποιητῶν ποὺ ἀναζητοῦν τὴν θέση τους στὴν Νεοελληνικὴ Λογοτεχνία. Τί μένει ὅμως καὶ τί περνάει ἀπὸ τὴν κρησάρα τῆς κριτικῆς; Τί ἐπιβιώνει –ἢ ἔστω, τί φαίνεται ὅτι μπορεῖ νὰ ἐπιβιώσει– στὴν μνήμη τῆς ἀναγνωστικῆς κοινότητας;

Ἀποπειρώμενο μιὰν ἀπάντηση στὰ παραπάνω, τὸ Νέο Πλανόδιον ἐγκαινιάζει τὴν ἑβδομαδιαία στήλη ‘‘Νέοι ποιητὲς ἑνὸς νέου αἰώνα. Διαρκὴς ποιητικὴ ἀνθολογία 2000-2020’’. Γιὰ διάστημα δύο ἐτῶν καὶ ἀρχῆς γενομένης ἀπὸ τὸν Φεβρουάριο τοῦ 2019, θὰ ἀνθολογοῦμε κάθε ἑβδομάδα ἀπὸ ἕνα ἢ περισσότερα ποίηματα ἑνός/μιᾶς συγγραφέα, ποὺ θὰ πληροῦν δύο προϋποθέσεις: θὰ εἶναι α) δημοσιευμένα μετὰ τὸ 2000, καὶ β) γραμμένα ἀπὸ ποιήτριες ἢ ποιητὲς 45 ἐτῶν καὶ νεώτερους, γεννημένους δηλαδὴ ἀπὸ τό –σημαδιακό– 1974 καὶ ἑξῆς.

Τὰ ποιήματα θὰ παρατίθενται πολυτονισμένα, δίχως ὅμως ἄλλες παρεμβάσεις στὸ πρωτότυπο. Ἐπίσης, στὸ τέλος κάθε ἑξαμήνου θὰ δημοσιεύεται στὸν ἱστότοπο ὁ Θησαυρὸς Ἀναγνώσεων τῶν ἀνθολόγων μὲ τὴν μορφὴ ἀναλυτικοῦ καταλόγου, ὅπου καὶ θὰ καταγράφονται ὅλες οἱ ποιητικὲς συλλογὲς ποὺ εἴδαμε στὸ διάστημα αὐτό. Τὰ ποιήματα ποὺ θὰ προκύψουν στὸ πέρας τῆς διαρκοῦς αὐτῆς ἀνθολόγησης, συμπληρωμένα ἐνδεχομένως καὶ μὲ ἄλλα, θὰ ἀποτελέσουν τὸν κορμὸ μιᾶς ἔντυπης Ἐκλογῆς.

Οἱ σκοποὶ τοῦ ἐγχειρήματος, δύο: νὰ ἀναδείξουμε τὰ ἀξιανάγνωστα ποιήματα ποὺ γράφονται στὶς μέρες μας ἀπὸ νέους ποιητές· καὶ νὰ συμβάλλουμε στὴν ἐπόπτευση τῆς νεοελληνικῆς ποίησης τοῦ αἰώνα μας, μακριὰ ἀπὸ παρελκυστικὲς κατηγοριοποιήσεις, αἰσθητικὲς ἢ/καὶ ἰδεολογικές.

ΘΑΝΑΣΗΣ ΓΑΛΑΝΑΚΗΣ – ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΚΟΡΔΑΣ


Μὲ δεδομένο τὸν τεράστιο ὄγκο τῆς τρέχουσας ποιητικῆς παραγωγῆς, ποὺ ξεπερνᾶ τοὺς 800 τίτλους ἐτησίως (813 γιὰ τὸ 2017, βάσει ἐπίσημων στοιχείων ἀπὸ τὴν Ἐθνικὴ Βιβλιοθήκη), οἱ ἀνθολόγοι δὲν τρέφουν ψευδαισθήσεις ὅτι εἶναι σὲ θέση νὰ τὴν παρακολουθήσουν στὴν πληρότητά της. Ὑπόσχονται ὅμως νὰ ἐξετάσουν φιλότιμα ὅλα τὰ βιβλία ποὺ θὰ τεθοῦν ὑπ’ ὄψιν τους. Οἱ φίλοι νέοι ποιητὲς μποροῦν νὰ τὰ στέλνουν στὶς διευθύνσεις: Ἀγησιλάου 7, Ἡράκλειο Ἀττικῆς, 141-22 καὶ Ἁγ. Φανουρίου 2, Ζωγράφου, 157-72 [Μὲ τὴν ἔνδειξη: “Α.Β.Γ.-Α.Κ. γιὰ τὸ Ν.Π.” στὰ στοιχεῖα τοῦ παραλήπτη].


Μάξιμος Τρεκλίδης

(Ἐωθινὰ βὰλς ἑνὸς μόνου, Ἀθήνα, Γαβριηλίδης, 2016)

51588430_1093537220842597_623115577585565696_n

ια’

[Ὁ ὕπνος τοῦ ἠλίου νοσταλγία
φέρνει στὰ χρώματα.] Τὸ πέρα κύμα
μὲ φτάνει μ’ ἕναν λιπόθυμο ἀέρα,
ἀφοῦ οἱ νεφέλες ἔχουν ἀπεργία.

Εἶναι μιὰ μέρα σκέτη εὐλογία…
Ἀκολουθώντας τὶς ἀμμορυτίδες
καθὼς μὲ συντροφεύουνε ἀχτίδες
ἀνίσχυρες, μὲ μιὰ σιωπὴ ἁγία.

Βραδιάζει καὶ λέω νὰ τὴν κάνω.
Βάζω στὸ mp3 τὸ Pilgrimage τῶν Om
κι ὅλο τυχαίως κοιτάζω πρὸς τὰ πάνω.

Ὁ ἄνθρωπος εἶναι ἀμπεμπαμπλόμ,
ὁ κόσμος τὸ παπούτσι ποὺ βρομάει.
Μὰ ἡ ὀμορφιὰ στὸ κούτελο ὁρμάει.

~.~

γγ’

Τὴ νύχτα ποὺ μ’ ἀγχώνουνε οἱ κοῦκοι,
κι ἄχρονα, ἀνειρήνευτα ρολόγια,
τὸ μόνο ποὺ μὲ σώζει εἶναι τὰ λόγια
σου: look our shadows, are so spooky.

Ἄρα ἡ καρδιὰ δὲν εἶναι λόγια,
γυρεύει ποῦ καὶ ποῦ κάνα χαστούκι,
ὅπως κι οἱ ἔννοιες τραμποῦκοι
φυλάγουν παρελθόντος λεξιλόγια.

Ξάπλωσε ἐδῶ, νυχτοκλάδευτη φίλη,
δίπλα στὰ μάτια μὲ τὸ αἰώνιο δείλι.
Ἔμπα στὸ χρῶμα κι ἂν δὲν χορτάσεις

θὰ μείνει ὁ χρόνος ποὺ σταμάτησε,
μία στιγμὴ ποὺ ἐγκλημάτισε
ποὺ μέσα της διαρκῶς θὰ ἐφησυχάζεις.

~.~

XV

                                                           Στὸν Πάνο

Πέφτουν τὰ σώματα κι ἀνεβαίνουν οἱ λέξεις μας
Σὰν τοὺς κλειστοὺς καπνοὺς μέχρι ποὺ χάνονται
Ἐρχόμενοι στὸ βαθύτερο λευκὸ
Ποὺ ἐνυπάρχει ἀβέβαιη ἡ νεκρὴ φωνή μας
Ἔξω ἀπ’ τοῦ χρόνου τὸ land up comedy –
Ποὺ ἀναγκαστήκαμε νὰ περάσουμε παρέα μὲ τὴ
Μεμψίμοιρη σάρκα μας – ζητιανεύει τὸ τέλος τῆς ἀνάσας

Ὥστε πράγματι αἰχμαλωτίζεται κανεὶς σ’ ἀθάνατες πληγές –
Εἴμαστε παιδαρέλια τῆς νόησης ἀλλιῶς εὐγενεῖς
Μὲ φύλλα κρεμασμένα στὸ μέτωπο.
Οὔτε μᾶς λείπει τίποτα οὔτε ἔχουμε τίποτα.

Πέφτουν τὰ χρώματα κατεβαίνουν οἱ αἰσθήσεις μας.
Ὁπόταν ξαναρθεῖ ὁ θάνατος
Θὰ γελάσουμε παραπάνω. Τὸ βεβαιώνω –


Ὁ Μάξιμος Τρεκλίδης γεννήθηκε τὸ 1992 στὰ Ἰωάννινα. Ζεῖ καὶ ἐργάζεται στὴν Ἀθήνα. Τὰ Ἐωθινὰ βὰλς ἑνὸς μόνου εἶναι ἡ πρώτη του ποιητικὴ συλλογή.

Κοινοτικό ήθος και εξατομίκευση

του ΧΡΗΣΤΟΥ ΓΡΟΣΔΑΝΗ

Jean Bloch-Michel,
Φροσύνη,
Οκτάνα, 2018

Εξαιρετικά μεταφρασμένη από την Ευγενία Γραμματικοπούλου στην καλαίσθητη έκδοση της νεοσύστατης Οκτάνας, η Φροσύνη (1966) δίνει στον Έλληνα αναγνώστη την ευκαιρία να έρθει σε επαφή με το έργο του Jean Bloch-Michel (1912-1987).

Μυθιστοριογράφος, δοκιμιογράφος και μεταφραστής, ο Jean Bloch-Michel υπήρξε στενός φίλος του Αλμπέρ Καμύ του οποίου προλόγισε πολλές εκδόσεις. Διακρίνονται άλλωστε στη Φροσύνη ομοιότητες με το ύφος του Καμύ: η λιτή και κομψή φράση, ο ελεγχόμενος λυρισμός και η αποτύπωση των αισθήσεων του μεσογειακού καλοκαιριού.

~.~

Η πλοκή της νουβέλας είναι εξαιρετικά απλή. Αφού τελείωσε το λύκειο στην πόλη, η Φροσύνη επιστρέφει στο νησί για τις καλοκαιρινές διακοπές. Εκεί, την περιμένει ο πατέρας της Αλέξης, ο οποίος έχει πολύ συγκεκριμένα σχέδια για το μέλλον της. Επιθυμεί εφεξής η κόρη του να παραμείνει στο νησί, για να την έχει συντροφιά στα γεράματα του και να την παντρέψει με έναν άντρα που έχει ο ίδιος επιλέξει. Η Φροσύνη ανατρέπει τα σχέδιά του ανακοινώνοντας την απόφασή της να επιστρέψει στην πόλη για να συνεχίσει τις σπουδές της και να γίνει καθηγήτρια. Ο Jean Bloch-Michel περιγράφει με ενάργεια την ένταση που δημιουργούν οι αντικρουόμενες επιθυμίες των δύο πρωταγωνιστών, εστιάζοντας κυρίως στην ταραχή και την ψυχική αναστάτωση του Αλέξη.

Η Φροσύνη θα έχανε μεγάλο μέρος της γοητείας της αν ο συγγραφέας περιοριζόταν στην περιγραφή της μανιχαϊκής σύγκρουσης μεταξύ ενός τυραννικού πατέρα και της επαναστατημένης κόρης του. Δεν πρόκειται όμως περί αυτού. Παρόλο που η ανυπακοή της Φροσύνης αποσυντονίζει τον Αλέξη και τον ωθεί –σε μια στιγμή παραφοράς– να κάψει τα βιβλία της (σύμβολα ενός τρόπου ζωής τον οποίο δεν αποδέχεται), οι αντιδράσεις του δεν είναι απόρροια πληγωμένου εγωισμού. H απόφαση της Φροσύνης δεν πλήττει μόνο την πατρική εξουσία αλλά έναν ολόκληρο κόσμο: τον κόσμο του κοινοτικού ήθους που ενσαρκώνει ο Αλέξης. Πίσω από τη σύγκρουση των δύο πρωταγωνιστών, δύο διαφορετικοί κόσμοι έρχονται αντιμέτωποι: ο κόσμος του κοινοτικού ήθους και εκείνος της εξατομικευμένης προσωπικότητας[1].

frosyni-9786188393103-1000-1339973

Ο κόσμος του Αλέξη είναι αιώνιος και αμετάβλητος κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν του Θεού που τον έπλασε. Κόσμος κλειστός, στο εσωτερικό του οποίου ο καθένας έχει τη θέση του και νιώθει ασφαλής. Χρέος κάθε γενιάς είναι να συνεχίσει την πορεία της προηγούμενης, χρέος κάθε ανθρώπου να διατηρήσει τα πράγματα ως έχουν: «Να ζεις σημαίνει να ανήκεις σε έναν κόσμο σωστά πλασμένο, όπου δεν χρειάζεται να αναρωτιέται κανείς κάθε πρωί ποια είναι η θέση του ή ποιο το καθήκον που οφείλει να εκπληρώσει στον κόσμο αυτόν». Σ ’έναν τέτοιον κόσμο ο εαυτός (ποιος είμαι, πού πάω, τι μου επιτρέπεται να κάνω;) δίνεται στο άτομο από την κοινότητα και οι εκδηλώσεις της ατομικότητας θεωρούνται σκάνδαλο. Δεν είναι τυχαίο ότι ο Αλέξης δέχεται το πρώτο πλήγμα όταν, μουδιασμένος από την ανακοίνωση της απόφασης της Φροσύνης να εγκαταλείψει το νησί, τη ρωτάει ποιος πήρε την απόφαση που τους φέρνει αντιμέτωπους. Η Φροσύνη, από σεβασμό και μόνο, δεν τολμά «να ξεστομίσει τη μοναδική λέξη, που θα μπορούσε να είχε πει: ‘‘εγώ’’». Αυτό το εγώ που αποφασίζει να ακολουθήσει μια πορεία υπαγορευμένη από τις δικές του ανάγκες και επιθυμίες και όχι επιβεβλημένη από τους άλλους είναι αδιανόητο για τον Αλέξη. Το γεγονός δε ότι η άρνηση του κόσμου του εκφράζεται από μια γυναίκα την καθιστά ακόμα πιο σοκαριστική. Εκεί έγκειται η δυσκολία επικοινωνίας μεταξύ τους. Παίρνοντας την απόφαση να ζήσει τη ζωή της όπως η ίδια το επιθυμεί, η Φροσύνη μετατρέπεται σε αίνιγμα για τον πατέρα της, γίνεται Άλλη, ξένη. Η αφηγηματική τεχνική του συγγραφέα αποδίδει εύστοχα αυτή τη μετατροπή: ο Jean Bloch-Michel εκθέτει λεπτομερώς την εσωτερική ζωή του Αλέξη, ενώ για τις σκέψεις και τα συναισθήματα της Φροσύνης δεν μαθαίνουμε τίποτα. Μόνο οι εξωτερικές της αντιδράσεις περιγράφονται μέσα από τα μάτια του έκπληκτου πατέρα της, ο οποίος προσπαθεί μάταια να τις αποκρυπτογραφήσει.

Ο Jean Bloch-Michel δεν ορίζει τον τόπο και χρόνο της δράσης, αν και ο αναγνώστης καταλαβαίνει εύκολα ότι αυτή τοποθετείται σε κάποιο ελληνικό νησί κατά τη δεκαετία του ’50 ή του ’60. Ορισμένες απειλητικές για τον κόσμο του Αλέξη ενδείξεις έχουν ήδη αρχίσει να εμφανίζονται. Όπως τα καινούργια πλαστικά προϊόντα που αυτός αρνείται να συμπεριλάβει στην πραμάτεια του παντοπωλείου του και τα φερσίματα των νησιωτών που ζουν στην πόλη και έρχονται για τις διακοπές τους στο νησί. Πρόκειται όμως για μικρές ρωγμές στην επιφάνεια του κόσμου του· η καθημερινότητά του δεν διαταράσσεται. Μέχρι τη στιγμή που η στάση της Φροσύνης θα τον κλονίσει, κάνοντας τον να αναρωτηθεί, έστω και στιγμιαία, μήπως η σταθερότητα του κόσμου του δεν αποτελεί εγγενές χαρακτηριστικό του αλλά προσωπική του πρόσληψη.

Αξίζει να σημειωθεί ότι ο αφηγητής δεν παίρνει θέση στη διαμάχη τους. Αφήνει τους δύο πρωταγωνιστές να υπερασπιστούν πεισματικά τις επιλογές τους, εκκινώντας από τα βιώματά τους. Η κοινότητα, παρά τις όποιες αντιθέσεις μεταξύ των μελών της και τις δυσκολίες της καθημερινής ζωής, είναι πράγματι ένας ειδυλλιακός μικρόκοσμος που εγγυάται τον αυθεντικό βίο ή, αντίθετα, συντηρεί ανισότητες και καταπνίγει οποιονδήποτε προσπαθεί να ζήσει για τον εαυτό του; Ο καθένας πιστεύει ότι έχει το δίκιο με το μέρος του, και για αυτό και οι δύο τους είναι συγκινητικοί. Η μοναξιά του χήρου και εγκαταλειμμένου από τους γιούς του Αλέξη, οι οποίοι έχουν αποξενωθεί από αυτόν και τον επισκέπτονται αραιά και πού ντυμένοι με κουστούμια «που πάντα μοιάζουν σαν να έχουν ραφτεί για άλλους», και η πεισματική του προσκόλληση στον κόσμο της κοινότητας μάς αγγίζει εξίσου με την επιμονή της Φροσύνης να μην επιτρέψει σε κανέναν, ούτε καν στον ίδιο της τον πατέρα, να αποφασίσει για λογαριασμό της.

jean-bloch-michel

Αν και στη νουβέλα υπάρχουν όλες οι προϋποθέσεις δραματικής κατάληξης, ο Jean Bloch-Michel δεν ενδίδει στον πειρασμό της τραγικής έκβασης. Η αντίθεση των δύο πρωταγωνιστών δεν διαρρηγνύει τον χαμηλόφωνο τόνο, η μεταξύ τους ένταση δεν γίνεται ποτέ ανεξέλεγκτη. Ο Μίλαν Κούντερα έχει τονίσει στο δοκιμιακό του έργο τη δυσπιστία του μυθιστορήματος απέναντι στο τραγικό: τις θεατρικές του ρίζες, τη λατρεία του μεγαλείου, την τυφλότητά του απέναντι στην πεζότητα της ζωής[2]. Η Φροσύνη με το μελαγχολικό της κλείσιμο και τις ανθρώπινες διαστάσεις των χαρακτήρων της επιβεβαιώνει την αντίληψή του.

Αναμένοντας και άλλα κείμενα παρόμοιας ποιότητας, δεν μένει, κλείνοντας, παρά να ευχηθούμε στην Οκτάνα καλή συνέχεια.

ΧΡΗΣΤΟΣ ΓΡΟΣΔΑΝΗΣ


[1] Στηρίζομαι εδώ στην εργασία του Στέλιου Ράμφου, Ο καημός του ενός (Αρμός, Αθήνα 2007), στην οποία ο συγγραφέας πραγματεύεται το πρόβλημα της ελληνικής εξατομίκευσης. Ως εξατομίκευση ορίζεται η μακρά ιστορική διαδικασία η οποία αποκόπτει το άτομο από τα παραδοσιακά συστήματα αναφοράς, όπως η θρησκεία και τα ήθη της κοινότητας, και το στρέφει προς τον εαυτό του. Ο Ράμφος υποστηρίζει ότι η συγκεκριμένη διαδικασία έλαβε χώρα μόνο στη Δυτική Ευρώπη. Στην Ελλάδα, η ορθόδοξη θεολογία και ο ισχυρός ομαδισμός του ελληνικού λαού προέβαλαν ισχυρές αντιδράσεις στις εξατομικευτικές τάσεις. Τα παραπάνω είχαν ως αποτέλεσμα ο Έλληνας να διατηρεί σε πολλές πλευρές της ζωής του το προ-νεωτερικό ήθος και να αναζητεί την ταυτότητά του στο πλαίσιο της ομάδας (οικογένεια, σόι, κοινότητα, παρέα). Μια από τις επιτυχίες της νουβέλας είναι η (σε επίπεδο βιώματος) περιγραφή του κοινοτικού ήθους.

[2] Μίλαν Κούντερα, Ο Πέπλος, δοκίμιο σε εφτά μέρη, μτφ. Γ. Η. Χάρης, Εστία, Αθήνα, 2005, σ. 148-151.

Νέοι ποιητές ενός νέου αιώνα | 1. Θοδωρῆς Ρακόπουλος

ΔΙΑΡΚΗΣ ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ 2000-2020

Ποιά ἡ ποίηση τοῦ 21ου αἰώνα καὶ ποιοί οἱ ποιητές της; Χιλιάδες ποιητικὲς συλλογές, εἴτε τυπωμένες ἀπὸ ἐπώνυμους οἴκους εἴτε αὐτοεκδόσεις, ἑκατοντάδων ἢ καὶ χιλιάδων ποιητῶν ποὺ ἀναζητοῦν τὴν θέση τους στὴν Νεοελληνικὴ Λογοτεχνία. Τί μένει ὅμως καὶ τί περνάει ἀπὸ τὴν κρησάρα τῆς κριτικῆς; Τί ἐπιβιώνει –ἢ ἔστω, τί φαίνεται ὅτι μπορεῖ νὰ ἐπιβιώσει– στὴν μνήμη τῆς ἀναγνωστικῆς κοινότητας;

Ἀποπειρώμενο μιὰν ἀπάντηση στὰ παραπάνω, τὸ Νέο Πλανόδιον ἐγκαινιάζει τὴν ἑβδομαδιαία στήλη ‘‘Νέοι ποιητὲς ἑνὸς νέου αἰώνα. Διαρκὴς ποιητικὴ ἀνθολογία 2000-2020’’. Γιὰ διάστημα δύο ἐτῶν καὶ ἀρχῆς γενομένης ἀπὸ τὸν Φεβρουάριο τοῦ 2019, θὰ ἀνθολογοῦμε κάθε ἑβδομάδα ἀπὸ ἕνα ἢ περισσότερα ποίηματα ἑνός/μιᾶς συγγραφέα, ποὺ θὰ πληροῦν δύο προϋποθέσεις: θὰ εἶναι α) δημοσιευμένα μετὰ τὸ 2000, καὶ β) γραμμένα ἀπὸ ποιήτριες ἢ ποιητὲς 45 ἐτῶν καὶ νεώτερους, γεννημένους δηλαδὴ ἀπὸ τό –σημαδιακό– 1974 καὶ ἑξῆς.

Τὰ ποιήματα θὰ παρατίθενται πολυτονισμένα, δίχως ὅμως ἄλλες παρεμβάσεις στὸ πρωτότυπο. Ἐπίσης, στὸ τέλος κάθε ἑξαμήνου θὰ δημοσιεύεται στὸν ἱστότοπο ὁ Θησαυρὸς Ἀναγνώσεων τῶν ἀνθολόγων μὲ τὴν μορφὴ ἀναλυτικοῦ καταλόγου, ὅπου καὶ θὰ καταγράφονται ὅλες οἱ ποιητικὲς συλλογὲς ποὺ εἴδαμε στὸ διάστημα αὐτό. Τὰ ποιήματα ποὺ θὰ προκύψουν στὸ πέρας τῆς διαρκοῦς αὐτῆς ἀνθολόγησης, συμπληρωμένα ἐνδεχομένως καὶ μὲ ἄλλα, θὰ ἀποτελέσουν τὸν κορμὸ μιᾶς ἔντυπης Ἐκλογῆς.

Οἱ σκοποὶ τοῦ ἐγχειρήματος, δύο: νὰ ἀναδείξουμε τὰ ἀξιανάγνωστα ποιήματα ποὺ γράφονται στὶς μέρες μας ἀπὸ νέους ποιητές· καὶ νὰ συμβάλλουμε στὴν ἐπόπτευση τῆς νεοελληνικῆς ποίησης τοῦ αἰώνα μας, μακριὰ ἀπὸ παρελκυστικὲς κατηγοριοποιήσεις, αἰσθητικὲς ἢ/καὶ ἰδεολογικές.

ΘΑΝΑΣΗΣ ΓΑΛΑΝΑΚΗΣ – ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΚΟΡΔΑΣ


Μὲ δεδομένο τὸν τεράστιο ὄγκο τῆς τρέχουσας ποιητικῆς παραγωγῆς, ποὺ ξεπερνᾶ τοὺς 800 τίτλους ἐτησίως (813 γιὰ τὸ 2017, βάσει ἐπίσημων στοιχείων ἀπὸ τὴν Ἐθνικὴ Βιβλιοθήκη), οἱ ἀνθολόγοι δὲν τρέφουν ψευδαισθήσεις ὅτι εἶναι σὲ θέση νὰ τὴν παρακολουθήσουν στὴν πληρότητά της. Ὑπόσχονται ὅμως νὰ ἐξετάσουν φιλότιμα ὅλα τὰ βιβλία ποὺ θὰ τεθοῦν ὑπ’ ὄψιν τους. Οἱ φίλοι νέοι ποιητὲς μποροῦν νὰ τὰ στέλνουν στὶς διευθύνσεις: Ἀγησιλάου 7, Ἡράκλειο Ἀττικῆς, 141-22 καὶ Ἁγ. Φανουρίου 2, Ζωγράφου, 157-72 [Μὲ τὴν ἔνδειξη: “Α.Β.Γ.-Α.Κ. γιὰ τὸ Ν.Π.” στὰ στοιχεῖα τοῦ παραλήπτη].


Θοδωρῆς Ρακόπουλος

(Φαγιούμ, Ἀθήνα, Μανδραγόρας, 2010)

948b96274c66ed8468c35c7d6907f25a.jpg

φαγιούμ

Κάθε τόσο ἀπαντοῦν στὰ ἰντεντικίτ
μὲ φωτογραφικὴ ἀνακρίβεια
ἢ ἔνστολου μνήμη ἀνορθόγραφη
στὶς στροφὲς τῆς λεωφόρου,
αὐτοκινημένοι, ἀκίνητοι.

ἀσάλευτοι
σὰν γιὰ πορτρέτο διαβατηρίου
θολὸ σὲ τράνζιτ κι ὑπὸ βροχήν

κάνουν στάση ὅσο
–σὲ κάποιο ἄλλο ποίημα–
ἡ ἀδράνεια ἀποτυπώνει
τὸ ὁλοκάθαρο φαγιούμ τους

~.~

ἐπιφάνια

Στάθηκε λοιπὸν μπροστά
μὲ τὸ πνευμόνι του διαμπερές
κι ἕνα μπουκάλι χωρὶς πῶμα
ἢ μέσα μήνυμα

μὲ τὴν ἀμηχανία τοῦ ἀκάλεστου
στὸ κατώφλι κυριακάτικα
ὅταν ὅλες οἱ κάβες ἔχουν κλείσει

«ρὲ Πάνο» τοῦ εἶπα, «ἀπὸ τὸ χῶμα ἔρχεσαι καὶ μοῦ μυρίζεις
σὰν ὅταν ἔσκαβες χωράφια· ὁ ἴδιος· κόπιασε».

Ἐκεῖνος δὲν ἀπάντησε– οὔτε κἂν φαίνονταν
νὰ ἔχει καταλάβει· μὲ κοίταζε ἀργὰ στὸ στῆθος
σὰν νὰ ψάχνει τοὺς ὑπότιτλους
κι ἔβγαζε ἕνα μαντήλι συνέχεια κόκκινο
σκουπίζοντας τὴν εὐφυΐα στάλα στάλα ἀπὸ τὸ μέτωπο.

Δὲν ἤτανε στὴ γλώσσα ὁ Πάνος.
Δὲν «τό ‘χε» ποὺ λὲν οἱ γλωσσοπλάστες.
Σὲ μιὰ μαύρη φωτογραφία ἤτανε, χωμένος στὸ παλιό του ροῦχο.

σημ: αὐτὸ τὸ ποίημα βγῆκε μὲ ἀναμμένο τὸ ἀλάρμ
μόλις προσπέρασα ἕναν ποὺ σοῦ ἔμοιαζε ρὲ Πάνο
ἀκίνητος στὸ ἀεράκι τοῦ ἀμπελώνα
μὲ τὸ πουκάμισό του καπνισμένο
λογάριαζε τὴν ἀριθμητικὴ τῶν πουλιῶν.

~.~

ἀπὸ κουτὶ φοντάν

(σχόλια σὲ φωτογραφία)

Στέκουν τὰ δέντρα ἀνώνυμα στὸ γκρί:
ἁβρά, μὲ ἔνταση ἀναπάντεχης γεωγραφίας,
στὸ ρυάκι ποὺ ἐπαναλαμβάνονταν Πρωτομαγιὲς σειρά
σὲ δρόμο μὲ ἐθνόσημα, πουκάμισα γραμμὴ
ἢ μὲ Τορόντου κλίμακα: τεράστια, μακρινά.

Ἀγνωστοι δρόμοι, πόλεις σὲ αιὠνια ἀπογέματα·
ἡ σκαλωσιὰ μὲ ὁμόηχα ἐπίθετα ποὺ λὲν family tree.
Γελᾶν στ’ ἀρχαῖα ἢ μακεδόνικα – πάντως σπαστά.
Τὸ φῶς ὅριζε ἴδιο τότε ὅπως τώρα, τὰ ἐκθέματα
ποὺ θὰ γινόντουσα ζωές τους. Ἀγέλαστοι, μαζί.

Τὸ λικέρ, γερμένο σὰν φακός, διαλύει τὴν πυκνότητα
ἀπὸ τὰ παραστήματα στὴν ἀναμνηστική:
σοβαροί, φερμένοι στὸ κάδρο τελευταία στιγμή
– στὸ ρέμα, στὴν παρέλαση, στὸν Καναδᾶ.
Ἡ ἀφιέρωση, ἀπὸ πίσω, σὲ ἐπίσημα πολυτονικὰ
καί –θὲς νὰ πεῖς— «μὲ ἀνορθόγραφη κομψότητα».

Τοῦ Θόδωρου: μνήμη

~.~

(Ἡ συνωμοσία τῆς πυρίτιδας, Ἀθήνα, Νεφέλη, 2014)

563028_350354455017919_163015065_n

Ἡ Τούρνα (μακεδ.), Τουτέστιν Λοῦτσος

Ἡ τούρνα, το μικρὸ σκυλόψαρο τῆς Βεγορίτιδας, μὲ
τὰ ἀνοιχτά της φαιοκόκκινα βράγχια, μὲ κοιτοῦσε,
βλέποντας πρὸς τὴ γραμμὴ τοῦ κενοῦ, στὴ λαϊκὴ
ἀγορὰ τῆς κεντρικῆς πλατείας Ἀμυνταίου (δίπλα
στὸν καφενὲ τοῦ Τζότζου, ὄχι ἐκεῖνον τὸν καινούριο).

Σὰν ἄπιστος Θωμᾶς –τοῦ Καραβάτζο– ἀκούμπησα
μὲ τὴν ἄκρη τοῦ δαχτύλου τὴ γλαρὴ ἐπιφάνεια στὸ
βράγχιο, ποὺ ἔμοιαζε μὲ αὐτί: μὲ τὶς χορδὲς τοξωτὰ
ὁλόγυρα. Μπῆκα στὸ βασίλειό του ἀνοίγοντας τὶς
κόκκινες κουρτίνες, εἰσβάλλοντας μὲ τὸ νύχι. Μέσα
ἀπὸ τὶς λάσπες καὶ τὸν ὑποτροφισμό, ὅλα τὰ ψάρια
μιλᾶνε μακεδόνικα – ἀκόμη καὶ οἱ κορίγανοι, ποὺ
φέραν οἱ ἀλιεῖς ὡς γόνους ἀπὸ τὴν Οὐγγαρία. Εἶδα
ὴ γλώσσα του, βαμμένη καφετιά –λασπωμένη–
μέσα στὸ παγωμένο στόμα: ἴδια μὲ τὴ δική μου.

[τὸ ζωικὸ βασίλειο (τοῦ Ἰουλίου Βέρν)]

~.~

Ἕνας μάρτυρας τοῦ Ἰεχωβᾶ κτυπᾶ μὲ διακριτικό-
τητα, καὶ προσοχή, μιὰ πόρτα, στὸ Ναϊρόμπι τῆς
Κένυας ἢ στὸ Πέραμα – σὲ μιὰ λαϊκὴ πολυκατοι-
κία. Ἡ σύντροφός του, πιὸ ἀποφασιστική, ἴδιας ἡλι-
κίας, χρησιμοποιεῖ τὸ ρόπτρο, παρακάμπτοντας τὴν
ἀμηχανία του: καθὼς ἀδράχνει τὸ ἐπίχρυσο χεράκι
γιὰ νὰ ἀκουστεῖ, τοῦ ἀγγίζει ἐλαφρὰ τὴν παλάμη.
Τοῦ χαμογελάει κι ἐκεῖνος κοκκινίζει, μέσα ἀπὸ τὸ
σφιχτό, ζεστὸ γιλέκο του. Ἀκούγονται πολὺ ἀπαλὰ
ἄλλα σταθερὰ βήματα, ποὺ πλησιάζουν, πίσω ἀπὸ
τὴν ἑτοιμόρροπη πόρτα· μᾶλλον ἀπὸ ξυλοπάπουτσα.
Ὁ σύρτης τραβιέται· οἱ χιλιαστὲς χαϊδεύουν ἀσυνεί-
δητα τὴν Ἁγία Γραφή, ποὺ κρατοῦν ὑπὸ μάλης, καί,
γιὰ ἕνα δευτερόλεπτο, ὁ νεαρὸς σκέπτεται νὰ ρω-
τὴσει τὴ σύντροφό του ποιό εἶναι τὸ ἀγαπημένο της
χωρίο· ἐν τῷ μεταξύ, ἀπὸ τὴν καταχνιὰ τοῦ δια-
δρόμου, ποὺ ἀνοίγει μπροστά τους στὸ κατώφλι τῆς
πόρτας, ξεπροβάλλει καὶ τοὺς καλεῖ, χωρὶς δεύτερη
κουβέντα, στὸ σπίτι Του, ὁ Ἰησοὺς Χριστός.

[Χιλιαστές]


Ὁ Θοδωρῆς Ρακόπουλος (Ἀμύνταιο, 1981) σπούδασε Νομικὰ καὶ Κοινωνικὴ Ἀνθρωπολογία στὴ Θεσ/νίκη καὶ τὸ Λονδίνο. Ἔχει γράψει τρία βιβλία ποίησης: Φαγιούμ (2010), Ὀρυκτὸ δάσος (2013) καὶ Ξέρετε τὸ τέλος (μαζὶ μὲ τούς: Στέργιο Μήτα καὶ Ἀντώνη Ψάλτη) (2017) καὶ τὸ ὑβριδικὸ Ἡ συνωμοσία τῆς πυρίτιδας (2014). Ἡ συλλογὴ διηγημάτων Νυχτερίδα στὴν τσέπη (2015) ὑπῆρξε τὸ πρῶτο του πεζογραφικὸ βιβλίο. Διατηρεῖ τὸ μπλογκ Ἡ Ἀφρικὴ μὲ ὁποιοδήποτε ἄλλο ὄνομα (http://thodorisrakopoulos.blogspot.com/).