Συντάκτης: L'apprendista

Ντένις Τζόνσον, Δύο ποιήματα

♦♦♦

Δύο ποιήματα από τη συλλογή The Incognito Lounge and Other Poems (1982)

Μετάφραση-επίλογος: ΓΙΩΡΓΟΣ ΑΠΟΣΚΙΤΗΣ

♦♦♦

ΝΥΧΤΑ

Ατενίζω από ψηλά
την προβλήτα το δείλι
και τα πίνω με μια πενηνταεννιά
-χρονη τραγουδίστρια κοκτέιλ μπαρ
τίγκα στο ρουζ· αυτή την ολότελα ξένη.
Κοιτάζουμε τα θλιβερά μικρά
φέρι μποτ που μετεωρίζονται ανάμεσα στον κόσμο αυτόν
και τον άλλον που φλέγεται απ’ τον ήλιο που δύει
και λέμε μ’ αδάμαστη
συγκίνηση για τον καιρό.
Ουρανός και πελώρια κύματα πορφυρίζουν
κι είναι οι τσέπες μου άδειες και το αλκοόλ μάς τελειώνει. (περισσότερα…)

Αντώνης Μπαλασόπουλος, Τέσσερα ποιήματα

Ο κυνηγός

O κυνηγός
δε βλέπει τον θάνατο
στο στόχαστρο.
Βλέπει μονάχα
ένα μέσο στον σκοπό
κι έναν σκοπό στον στόχο.
Ξαπλώνει με το σίδερο
την αλεπού στο χιόνι.
Την κόκκινη κλωστή της
στο σεντόνι
ξετυλίγει.

Διαφεντεύει
την απόσταση
με τον σκύλο του.
Με την ακαριαία του βούληση
ράβει την ολόκληρη
πλευρά εδώ
στη σκισμένη
πλευρά εκεί
με τη μαύρη βελόνα
στον θάνατο τη ράβει
για προικιό.

Μέσα του όμως
μια άλλη αλεπού
τον τρώει
αόρατη, κυτταρική·
τουφέκι δεν ακούγεται.
Τη νύχτα, αργά,
θα βρει το πρώτο αίμα
εκεί που κατουράει.
Και θ’ αναρωτηθεί
πώς ήρθε πίσω
η πληγή.

~.~

Ο υποδεέστερος άγγελος

O υποδεέστερος άγγελος
με τα πρισματικά του μάτια
βλέπει τον παράδεισο
σαν μωσαϊκό
κρυστάλλινο, λευκό
σε σχήμα κύβου
πεθαίνει
πριν προλάβει
να τον γευτεί
το λίγο αίμα του
σαν μέταλλο
πικρίζει πάνω στη μικρή
Εδέμ, δίπλα στο φλυτζάνι
το κουτάλι για λίγο
δονείται
έπειτα ακούγονται πάλι
απρόσκοπτα
τα ωδικά πτηνά
που θα ’ρθουν
να τον κατασπαράξουν
γιατί είναι μόνο
ο υποδεέστερος άγγελος
γιατί υμνείται μόνο
εδώ
για μια στιγμή
και πάει.

~.~

Το κοράκι

Το κοράκι είναι ένα είδος παρωδίας·
ένας φτερωτός βανδαλισμός
σε βάρος του γράμματος.
Γιατί, ενώ φτιαχτήκαμε κατ’ εικόνα
και ομοίωση του προσώπου,
εκπέσαμε στην ομοίωση
ενός σημείου που φθείρεται
από ερμηνείες.
Κι έτσι θα θέλαμε
να είμαστε γυαλιστεροί
και μαύροι και κακόφωνοι
και να αφήνουμε ίχνη τσουγκράνας
στην χιονισμένη γη.
Αυτό είναι για μας το κοράκι:
Ένα «ποτέ πια» σκοτεινότερο
του παπαγάλου και πιο κατηγορηματικό
απ’ τη γλυκιά φλυαρία του αηδονιού,
ένας καθρέφτης που τον σπάμε
με τη θέλησή μας, παρά τα εφτά
χρόνια κακοτυχίας. Κι όσο
για το τι είμαστε εμείς για το κοράκι
δε γνωρίζω. Ρωτήστε
τα σύρματα και ρωτήστε τα χωράφια
που τρελαίνονται απ’ το κίτρινο στα στάχυα
και φύγετε, φύγετε μακριά
απ’ αυτό το ποίημα.

~.~

Ο φονιάς

Ο φονιάς τριγυρνάει ορφανός μες στο δρόμο.
Ποιος μπορεί να διατρέξει τις ερωτήσεις
που βαραίνουν στην πλάτη του;
Σε ποιο σπίτι γεννήθηκε;
Ποια βροχή Φθινοπώρου τον κλαίει;

Έχει μια καρδιά που γέρνει απ’ το αίμα
σαν ήλιος που δύει
κι έχει αδύναμο στέρνο. Έχει αδέρφια
μυριάδες, μεταξύ τους αγνώριστα.
Κι έχει ένα μικρό, σκουριασμένο τραγούδι.

Τον δικάζουν τα λιόδεντρα, τον δικάζει ο ήλιος.
Τον δικάζει η χλόη μυριόστομη
κι η επίορκη πάχνη· κι ο αδέκαστος κόρακας
τρυγάει τον σβέρκο του
και ρουφάει τη χαρά του και κρώζει.

ΑΝΤΩΝΗΣ ΜΠΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ

Μια ποιητική ανθολογία-σταθμός για την Επανάσταση του 1821

της ΚΑΤΕΡΙΝΑΣ ΚΩΣΤΙΟΥ

Ένας απολύτως νόμιμος επιστημονικά τρόπος διερεύνησης ενός θέματος στη διαχρονική του ποιητική αποτύπωση είναι γνωστό πως μπορεί να ξεκινήσει από μια θεματική ανθολογία, εφόσον υπάρχει. Παρά την αποδεκατιστική λογική που αναπόφευκτα διέπει εκ προοιμίου κάθε ανθολογία, η θεματική ανθολογία δίνει μια αξιόπιστη χαρτογράφηση του θέματος και συνιστά όχι μόνον δημοφιλές ανάγνωσμα αλλά και πολύτιμο εργαλείο για τους ειδικούς: ένα αρχείο, όπου εγγράφεται παράλληλα με το θέμα και η δυναμική του. Γι’ αυτό και οι ανθολογίες κατατάσσονται στα λεγόμενα έργα αναφοράς.

Στην περίπτωση του 1821, έως το επετειακό έτος 2021 είχαν εκδοθεί δύο ανθολογίες: Το 1821 στην ελληνική ποίηση, που επιμελήθηκε ο ποιητής Ηλίας Γκρης (2011 και εμπλουτισμένη επανέκδοση το 2020), και Η ποίηση της Ελληνικής Επανάστασης 1821. Δημοτικό τραγούδι – Νεοέλληνες ποιητές από τον Σολωμό και τον Κάλβο μέχρι σήμερα, που επιμελήθηκε ο συγγραφέας Κώστας Σταμάτης και εκδόθηκε το 2020. Ξεφυλλίζοντας, λοιπόν, τις ανθολογίες τι μπορεί κανείς να διαπιστώσει; Πρώτα απ’ όλα ότι η ελληνική επανάσταση αποτελεί διαχρονική πηγή ποιητικής έμπνευσης. Από τα σύγχρονα του Αγώνα δημοτικά τραγούδια, έως σήμερα, ο αγώνας των Ελλήνων για την ελευθερία όχι μόνον δεν έχασε τη δυναμική του, αλλά στην πορεία συχνά προσέλαβε τις διαστάσεις ενός θαύματος, οι πρωταγωνιστές του οποίου συμβολοποιήθηκαν, ενώ τα γεγονότα που το καθόρισαν μετατράπηκαν από χώρους δράσης σε λογοτεχνικούς τόπους. Επιπλέον, οι πρώτοι επώνυμοι ποιητές που συνέδεσαν το όνομά τους με την ελληνική επανάσταση, ο Κάλβος και ο Σολωμός, μετατράπηκαν από ποιητικό διακείμενο σε ποιητική ύλη συνώνυμη του αγώνα για την ελευθερία. Στα χρόνια που ακολούθησαν, η ανάγκη διερεύνησης ή και επαναπροσδιορισμού της ελληνικής ταυτότητας εργαλειοποίησε το 1821 αναδεικνύοντας την εθνεγερτική του δράση. Από τον μεσοπόλεμο και εξής η ελληνική επανάσταση υφίσταται ποικίλους μετατονισμούς και συχνά μετατρέπεται σε απόλυτο μέγεθος με βάση το οποίο κρίνεται το παρόν ή το πρόσφατο παρελθόν. Το 1821 ενέπνευσε όχι μόνον ελεγείες ή ποιήματα δοξαστικά της επανάστασης, της ελευθερίας και άλλων μετωνυμιών του υψηλού, αλλά και ποιήματα ειρωνικά ή σατιρικά με στόχο την κριτική του ήθους της σύγχρονης εποχής. Πινακοθήκη «προσωπογραφιών» ιστορικών προσώπων που υπήρξαν πρωταγωνιστές της Επανάστασης και αποτέλεσαν σηματωρούς στην εξέλιξη της ελληνικής ταυτότητας, αρχείο των γεγονότων που σημάδεψαν την εξέλιξη του Αγώνα, αλλά και αντηχείο ανθρώπινων αδυναμιών, παθών ή και σκοτεινών πλευρών του ξεσηκωμού, οι ανθολογίες αποτελούν ιδεολογικό βαρόμετρο της κάθε εποχής συντηρώντας την ιστορική μνήμη και την πρόσληψή της.

Από τις ποικίλες επετειακές εκδηλώσεις για το 1821, έγινε φανερό ότι η ποιητική διαχείριση των αγωνιστών από εποχή σε εποχή και από γενιά σε γενιά είναι αποκαλυπτική του τρόπου με τον οποίο διαμορφώθηκε και διαμορφώνεται η εθνική συνείδηση και ιδίως η σχέση παρόντος-παρελθόντος. Η πρόσφατη ενασχόλησή μου με την ποιητική διαχείριση του Μακρυγιάννη σε ποιήματα του 20ού αιώνα με έφερε ως μελετήτρια στην πιο πρόσφατη ποιητική ανθολογία για το 1821 με τον εμβληματικό τίτλο Χαίρε, ω χαίρε, Ελευθεριά! και υπότιτλο Ο αγώνας του 1821 στην ελληνική και ξένη ποίηση, την οποία και θα σας παρουσιάσω.

148 Έλληνες και 43 ξένοι ποιητές περιλαμβάνονται στις 967 σελίδες μιας τυποτεχνικά άψογης και εξαιρετικά καλαίσθητης ανθολογίας η οποία αποτελεί καρπό δύο χρόνων συστηματικής εργασίας των δύο υποψηφίων διδακτόρων Νεοελληνικής φιλολογίας του ΕΚΠΑ, του Θανάση Γαλανάκη και του Μάνου Κουμή, και, επίσης, λεπτουργημένης εικαστικής επεξεργασίας από την Ηρώ Νικοπούλου του «Εικονογραφημένου παραρτήματος κοσμημάτων», όπου, επιπλέον, περιλαμβάνονται 30 πλούσια λήμματα και 32 σχέδια όπλων, ενδυμάτων και καθημερινών αντικειμένων των αγωνιστών του Εικοσιένα. Όπως επισημαίνουν οι ανθολόγοι στον Πρόλογο, κριτήρια για την επιλογή των ποιημάτων στάθηκαν «αφενός η ποιότητα και αφ’ ετέρου η αντιπροσωπευτικότητα των ανθολογούμενων κειμένων». Η δομή της ανθολογίας είναι γραμμική, με χρονολογικές/γραμματολογικές ενότητες, ξεκινώντας από τη δημοτική ποίηση έως το παρόν. Τα ποιήματα επιλέχθηκαν από μια δεξαμενή 1.500 ποιημάτων, την οποία συγκρότησαν σε πρώτη φάση οι ανθολόγοι και η οποία απόκειται στο Ίδρυμα Τάκη Σινόπουλου που, σε συνεργασία με την Τράπεζα Πειραιώς, ανέλαβε την έκδοση. Η δεξαμενή αυτή είναι ιδιαίτερα πολύτιμη για τους μελετητές και καλό θα ήταν σε μια δεύτερη φάση να δημοσιευτεί ένας κατάλογος αυτών των ποιημάτων.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η βούληση των ανθολόγων να ισορροπήσουν ανάμεσα στα δύο κριτήρια της αισθητικής και της αντιπροσωπευτικότητας, σε συνδυασμό με μια τρίτη παράμετρο που σχολιάζεται στον Πρόλογο: την ισότιμη εξέταση των ποιημάτων που συχνά έδωσε προτεραιότητα σε μια ήσσονα ποιητική φωνή προκειμένου να φανεί η εμβέλεια της Επανάστασης. Ιδίως στην περίπτωση του 19ου αιώνα και της μεταπολεμικής περιόδου στον 20ό αιώνα έχουν συμπεριληφθεί αρκετοί άγνωστοι ποιητές με ένα ή περισσότερα ποιήματά τους. Το γεγονός είναι ιδιαίτερα χρήσιμο όχι μόνον διότι διασώζονται και ποιητικές φωνές που δεν γνωρίζουμε, αλλά και διότι έτσι αποκαλύπτεται η ακτινοβολία ενός θέματος δομικού για τη διαμόρφωση της ταυτοτικής αυτοσυνειδησίας του ελληνικού λαού. Ασφαλώς, η διαχρονική αποτύπωση του θέματος στη διάρκεια των 200 ετών δείχνει και την ποικιλία των στάσεων, εκτιμήσεων και ερμηνευτικών προσεγγίσεων και πρόσληψης προσώπων, γεγονότων και ιδεών. Η ίδια αρχή διέπει και την ξενόγλωσση ποίηση: Στην ανθολογία έχουν περιληφθεί και φιλελληνικές φωνές όχι μόνο ποιητών ήδη γνωστών, αλλά και λιγότερο γνωστών, από όλη σχεδόν την Υφήλιο. Σ’ αυτό το τμήμα της ανθολογίας αξιομνημόνευτη είναι η συμβολή του Ξάνθου Μαϊντά, Προέδρου του Ιδρύματος Τάκη Σινόπουλου, ο οποίος συνέβαλε και στην ανθολόγηση ορισμένων Ελλήνων και ξένων ποιητών και του Συμεών Σταμπουλου ο οποίος μετέφρασε γερμανόφωνα ποιήματα. Εδώ οφείλω να μεταφέρω την πληροφορία του επιμελητή της έκδοσης ότι εμπνευστής του εγχειρήματος υπήρξε ο Γιάννης Πατίλης, ο οποίος βοήθησε στα μετόπισθεν.

Πέρα από τη συμπερίληψη στην έκδοση και φιλελληνικής ποίησης ένα βασικό στοιχείο στο οποίο η ανθολογία αυτή οφείλει τη μοναδικότητά της είναι η φιλολογική συνείδηση που διέπει το όλο εγχείρημα, γεγονός που την καθιστά επιπλέον χρήσιμη και για τους ειδικούς, τους μελετητές της λογοτεχνίας. Όπως μας πληροφορεί ο Θανάσης Γαλανάκης, επιμελητής αυτού του εξαιρετικά απαιτητικού εκδοτικού εγχειρήματος, «η ποικιλομορφία των συγγραφέων, των ποιητικών τους φωνών και των ίδιων των ποιημάτων γέννησε την ανάγκη μιας ενδελεχούς επιμέλειας». Τα γλωσσικά και πραγματολογικά υπομνήματα που συνοδεύουν το κάθε ποίημα, και η βιβλιογραφική καταγραφή της πηγής από την οποία αυτό αντλήθηκε, πέρα από τον τεράστιο μόχθο που προϋποθέτουν καθιστούν την ανθολογία πολύτιμο εργαλείο. Το “διευρυμένο” γλωσσικό υπόμνημα, που μερικές φορές περιλαμβάνει και λέξεις που δύσκολα θα θεωρούσε κανείς άγνωστες, εξηγείται κατά τον επιμελητή από το γεγονός ότι η έκδοση δικαίως φιλοδοξεί να περιλάβει στους δυνητικούς αναγνώστες της τις νεότερες γενιές αλλά και τους Έλληνες της διασποράς. Έχοντας εμπειρία της προϊούσας γλωσσικής αφασίας των νεότερων γενιών, δηλώνω ότι πείθομαι απολύτως από την επισήμανσή του.

Στην άψογη τυποτεχνική εμφάνιση του τόμου, ως επιπλέον στοιχείο καλαισθησίας αλλά όχι μόνον, έρχεται να προστεθεί η εικονογράφηση με έργα από τον χώρο της ελληνικής και φιλελληνικής ζωγραφικής, τα οποία έχουν λειτουργική σχέση με ανθολογημένα ποιήματα. Στην ίδια κατεύθυνση λειτουργεί και το πλούσιο εικαστικό και πραγματολογικό Παράρτημα της Ηρώς Νικοπούλου που ολοκληρώνει τον τόμο.

Επιπλέον, έχοντας χρησιμοποιήσει την ανθολογία όχι απλώς ως αναγνώστρια αλλά και ως μελετήτρια οφείλω να παρατηρήσω πως θα διευκόλυνε ένα ευρετήριο των ονομάτων προσώπων και τόπων: δεδομένης μάλιστα της μεγάλης έκτασης του τόμου, το ευρετήριο ονομάτων θα είναι ένας αποτελεσματικός πλοηγός στις 967 σελίδες. Κατανοώ ότι η έκδοση δεν ήταν δυνατόν να επιβαρυνθεί με το ευρετήριο, αλλά θεωρώ απαραίτητη την εκ των υστέρων συγκρότησή του και την αυτοτελή δημοσίευσή του.

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η βιβλιογραφία εμπλουτίστηκε με ένα πολύ σημαντικό βιβλίο αναφοράς, το οποίο μπορεί να χαίρεται ο αναγνώστης της ποίησης και να εμπιστεύεται ο ειδικός μελετητής· ένα μεγαλειώδες βιβλίο αντάξιο του υψηλού θέματος και terminus post quem από την άποψη ότι οι ανθολόγοι του μέλλοντος, αν θελήσουν να συγκροτήσουν μια νέα ανθολογία για το 1821, θα χρειαστεί να εργαστούν, μακάρι με την ίδια ευσυνειδησία, ευρηματικότητα και ενδελέχεια, “από εκεί και πέρα”.

ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΚΩΣΤΙΟΥ

ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΠΑΤΡΩΝ


Σημ.: Το κείμενο αυτό αποτέλεσε εναρκτήρια ομιλία με θέμα «Οι ανθολογίες ως αρχείο της πρόσληψης του 1821», σε διαδικτυακή ημερίδα με τίτλο «Το ’21 μετά το ’21. Λογοτεχνικές αναπαραστάσεις και ιστορική μνήμη», που διοργάνωσε το Πανεπιστήμιο Πατρών σε συνεργασία με το Ίδρυμα Τοπάλη στις 20.11.2021.

Επιστήμη και θρησκεία: από τον δέκατο έβδομο μέχρι και τον εικοστό αιώνα

~.~

του ΜΥΡΩΝΑ ΖΑΧΑΡΑΚΗ

Πριν από μια δεκαετία είχε κυκλοφορήσει ένα ενδιαφέρον αλλά και αμφιλεγόμενο βιβλίο, με τον τίτλο Θρησκεία για άθεους (2011). O συγγραφέας του, Αλαίν ντε Μποτόν, δεχόταν τη μομφή των παλιών μεγάλων αθεϊστών ότι η θρησκευτικότητα προσιδιάζει στους ψυχικά αδύναμους και εξαθλιωμένους, όντας ένας παιδαριώδης πόθος, συνάμα όμως ενέκρινε τη θρησκευτικότητα ακριβώς για τον ίδιο λόγο που εκείνοι την απέρριπταν: μπορούμε, πιστεύει, να δεχτούμε από τις θρησκευτικές παραδόσεις μεγάλη παρηγοριά για τις συναισθηματικά “δυσάρεστες” συνέπειες της εκκοσμίκευσης (π.χ. ατομικισμός, υπερβολικός ορθολογισμός, ηθικός σχετικισμός). Κύριο ρόλο στις προτάσεις του δεδηλωμένου αθεϊστή Μποτόν κατέχει φυσικά αυτό που για πολλούς θεωρείται ως το κύριο υποκατάστατο της θρησκείας σήμερα: η τέχνη. Αν “μεταφυτεύσουμε” σε καλλιτεχνικές δραστηριότητες τις συναισθηματικά πλούσιες θρησκευτικές τελετουργίες του παρελθόντος, μπορούμε να κάνουμε πιο ανεκτή τη ζωή στη σύγχρονη κοσμική Δύση. Η εκκοσμίκευση είναι πλέον δεδομένη και η καταφυγή στο ιερό φαντάζει απίθανη, καθώς αντιβαίνει στην “επιστημονική” λογική των σημερινών ανθρώπων. Πώς φτάσαμε όμως ώς εδώ; (περισσότερα…)

Τσέσλαφ Μίλος, Αφιέρωση

001

~.~

Ἕνα ἀναπάντητο ἐρώτημα καί ἕνας αἰνιγματικός στίχος

Μετάφραση-Σχολιασμός: ΝΑΤΑΣΑ ΚΕΣΜΕΤΗ

Ἐσύ πού δέν κατάφερα νά σέ σώσω
Ἄκουσέ με.
Προσπάθησε νά κατανοήσεις αὐτόν τόν ἁπλό λόγο, θά ντρεπόμουν κάθε ἄλλον.
Ὁρκίζομαι: στό βάθος μου δέν σκαρφίζομαι μαγικά κόλπα μέ τίς λέξεις.
Σοῦ μιλῶ μέ σιωπή ὅπως ἕνα σύννεφο ἤ ἕνα δέντρο.

Ὅ,τι στάθηκε ἰσχύς γιά μένα, γιά σένα ἦταν θανάσιμο.
Mπέρδεψες τόν ἀποχαιρετισμό μιᾶς ἐποχῆς μέ τήν ἀρχή μιᾶς ἄλλης,
Τήν ἔμπνευση ἀπό μίσος μέ τή λυρική ὀμορφιά·
Τήν τυφλή δύναμη μέ τήν πραγματοποιημένη μορφή.

Ἐδῶ εἶναι μιά κοιλάδα ρηχῶν πολωνικῶν ποταμῶν. Καί μιά τεράστια γέφυρα
Πού βγάζει σέ λευκή ὁμίχλη. Ἐδῶ εἶναι μιά καταστραμμένη πόλη·
Κι ὁ ἄνεμος σκορπίζει τούς κρωγμούς τῶν γλάρων πάνω στόν τάφο σου
Ὅταν μιλάω μαζί σου.

Πρός τί μιά ποίηση πού δέν σώζει
Ἔθνη ἤ λαούς;
Συνέργεια μέ ἐπίσημα ψεύδη,
Τραγούδι μέθυσων πού τό λαρύγγι τους θά κλείσει σέ μιά στιγμή,
Ἀναγνώσεις σέ δευτεροετῆ κορίτσια.
Πώς ποθοῦσα  τήν καλή ποίηση χωρίς νά τήν γνωρίζω,
Πώς ἀνακάλυψα, ἀργοπορημένα, τόν σωτήριο σκοπό της,
Σ’ αὐτό καί μόνο σ’ αὐτό βρίσκω ἀπολύτρωση.

Στούς τάφους ἄλλοτε ἔριχναν κεχρί ἤ σπόρους παπαρούνας
Νά θρέψουν τούς νεκρούς πού ἴσως ἐπέστρεφαν μεταμφιεσμένοι σέ πουλιά.
Βάζω τοῦτο τό βιβλίο ἐδῶ γιά σένα, πού κάποτε ἔζησες
Γιά νά μήν χρειάζεται νά μᾶς ἐπισκέπτεσαι πιά.

Bαρσοβία 1945

.~.

~.~

Ἄν καί ποτέ δέν εἶναι κανείς ἐπακριβῶς σίγουρος γιατί, μιάν ὁρισμένη χρονική στιγμή στρέφεται σ’ ἕναν ποιητή ἤ θυμᾶται ἕναν συγγραφέα, εἶναι πιθανόν πώς ὅσα τραγικά συμβαίνουν ἐκ νέου στά σύνορα Λευκορωσίας-Πολωνίας, μέ ἔκαναν νά ἀνατρέξω στόν Μίλoς. Τό παραπάνω ποίημα του «Ἀφιέρωση» πού μετέφρασα ἀπό τή δική του μετάφραση στά ἀγγλικά, ἴσως εἶναι ἀπό τά πιό δημοφιλῆ του. Ἕνα ἐρώτημα πού μοιάζει παρωχημένο, ἐντούτοις παραμένει κρίσιμο ἀλλά ἀναπάντητο, καί μαζί ὁ καταληκτικός, ἀκατανόητος γιά μένα στίχος του, μέ ὤθησαν σέ μιά μικρή ἔρευνα. Τά ἀποτελέσματα ἐλπίζω νά εἶναι καί γιά τόν ἀναγνώστη ἐνδιαφέροντα. Ὁ ἰσχυρισμός πώς τό ποίημα τά λέει ὅλα, καί ἄρα κάθε περαιτέρω ἀναζήτηση δέν εἶναι περισσότερο ἀπό μιά, λίγο ἤ πολύ, αὐθαίρετη προσθήκη, δέν ἀποτελεῖ δογματικό κανόνα. Ἤδη στό κάθε μεταφραστικό ἐγχείρημα εἰσέρχονται ἐπιπλέον, ἄν ὄχι ξένα, στοιχεῖα. Τό θέμα τῆς ἑρμηνείας βρίσκεται πάντοτε ἐνώπιον τῶν ἐπιλογῶν μας.

Σ’ ἕνα δοκίμιο, λοιπόν, μέ τόν τίτλο: Ἡ ἐπιλογή τοῦ Μιλός· Μιά ἔρευνα γιά τήν Συναισθηματικότητα* ὁ συγγραφέας του Στῆβεν Ο’ Κόνορ ἔγραψε: «Ἕξι χρόνια Ναζιστικῆς κατοχῆς, αἱματηρή καταστολή τοῦ Πολωνικοῦ κινήματος ἀντίστασης στήν Βαρσοβία, ἡ ἐπακόλουθη ἔξοδος ἀπό τήν πόλη περισσότερων ἀπό ἕνα ἑκατομμύριο κατοίκων της, ἡ καταστροφή ὅλων τῶν κτιρίων πού εἶχαν ἀπομείνει ὄρθια, καί ἡ «ἀπελευθέρωση» ἀπό τήν Σοβιετική στρατιά… Κάτω ἀπό τέτοιες συνθῆκες γράφτηκε ἡ «Ἀφιέρωση». Εἶναι σ’αὐτό ἀκριβῶς τό ποίημα πού τίθεται τό ἐρώτημα γιά τό σωτηριῶδες ἤ ὄχι τῆς ποίησης γιά ἔθνη καί λαούς(!) ἀπό τόν Μίλος, ἕναν ἀπό τούς γίγαντες τῆς Πολωνικῆς λογοτεχνίας τοῦ εἰκοστοῦ αἰώνα. Ποιός ἦταν; Τί τόν βασάνισε; Πῶς ἔζησε;

Οἱ γονεῖς του, ἐξ αἰτίας τῶν πολιτικῶν ἀναταραχῶν στήν πατρίδα τους, κατέφυγαν στήν Seteiniai, τή σημερινή Λιθουανία, ὅπου καί γεννήθηκε. Πρωτοεμφανίστηκε στά πολωνικά γράμματα τό 1930 μέ δύο τόμους ποίησης. Τότε ἐργάσθηκε στό Ραδιόφωνο. Ἔζησε τόν Δεύτερο Παγκόσμιο στήν Βαρσοβία γράφοντας σέ παράνομα, Σαμιζντάτ, ἔντυπα. Στίς ἀρχές τοῦ 1945 ἐργαζόταν στή Διπλωματική Ὑπηρεσία, καί γιά νά ξεφύγει ἀπό τό κομμουνιστικό καθεστώς κατέφυγε στήν Γαλλία τό 1951, ὅπου ἔγραψε ἀρκετά βιβλία. Τό Πανεπιστήμιο τῆς Καλιφόρνιας τόν κάλεσε τό 1960, νά διδάξει ὡς Καθηγητής Σλαβικῶν Γλωσσῶν καί Λογοτεχνίας στό Μπέρκλεϋ, ὅπου ἐγκαταστάθηκε παραμένοντας ἐκεῖ μέχρι τήν ἀπελευθέρωση τῆς Πολωνίας τό 1989, ὁπότε καί ἐπέστρεψε στήν πατρίδα του. Πολλοί Πολωνοί διανοούμενοι, ἐξοργισμένοι μαζί του, ποτέ δέν τόν συγχώρησαν γιά τήν καταφυγή του στή Δύση, μέχρι τήν πτώση τοῦ Σιδηροῦ Παραπετάσματος. Μπορεῖ νά ὑπέθεταν πώς ὁ Σολτζενίτσιν, ὁ Μπρόντσκι ἤ ὁ Μίλος ἔνιωθαν ἰδιαιτέρως τυχεροί πού ἔγιναν δεκτοί στήν Ἀμερική. Ὅμως γιά τόν γεννημένο στήν Λιθουανία Μίλος, ἐπρόκειτο γιά ἐξορία. Ἡ ἀποξένωση ἀπό τούς δικούς του καί τό οἰκεῖο του περιβάλλον ἐπέτεινε τήν καταθλιπτική του φύση. Ὅταν βρισκόταν στό Παρίσι, σύμφωνα μέ τήν μαρτυρία τοῦ Andrzej Franaszek στήν βιογραφία τοῦ ποιητῆ, ὁ Μίλος ἔφτασε στά ὅρια τῆς πλήρους νευρικῆς κατάρρευσης καί τῆς αὐτοκτονίας. Εἶχε χάσει, μαζί μέ πολλούς συγγραφεῖς τοῦ εἰκοστοῦ αἰώνα (ἀνάμεσά τους ὁ Σολτζενίτσιν καί ὁ Μπρόντσκι), τήν ἀνταπόκριση πού ἔβρισκε στό ἀναγνωστικό του κοινό. Τά ἔργα αὐτῶν τῶν συγγραφέων, πολύ πρίν τίς ἐπίσημες ἀναγνωρίσεις, ὅπως τήν ἀπονομή τοῦ Νόμπελ, εἰσέδυαν στόν ἱστό τῆς κοινωνικοπολιτικῆς ζωῆς σέ πολλαπλά ἐπίπεδα, ἀνταποκρινόμενα στήν ἐξαπλωμένη πείνα γιά ἐλευθερία ἀνάμεσα σέ διαφορετικούς λαούς. Γιά τόν Μπρόντσκι τόν Σολτζενίτσιν, τόν Μίλος, καί πολλούς ἄλλους ἡ ἀποκοπή τους ἀπό τούς παραλῆπτες τῶν λόγων τους ἦταν καταβολή ὑψηλοῦ προσωπικοῦ κόστους: ὅπως συνέβη καί μέ τόν Σολντζενίτσιν, ἡ προσαρμογή στήν Ἀμερική ἦταν ἐξαιρετικά ὀδυνηρή. Καί οἱ δυό τους ἀπεχθάνονταν τόν ὑλισμό στήν καθημερινότητα τῆς Ἀμερικάνικης ζωῆς, τόν ἐθισμό στήν τηλεόραση καί τόν ἐθνικό ἐπαρχιώτικο πολιτισμό, ὅπως τόν ἐξελάμβαναν. Ὁ Μίλος συνέχιζε νά γράφει στά πολωνικά, ἄν καί κυρίως δημοσίευε σέ Εὐρωπαϊκά περιοδικά. Τό ἔργα του ἐμφανίστηκαν στήν Ἀμερική, μόνον ὅταν βρέθηκαν μεταφραστές. Συχνά ἀναλάμβανε ὁ ἴδιος τίς μεταφράσεις τῶν ἔργων του, κι ὅπως ἦταν ἀκούραστος συγγραφέας, τά δοκίμια, τά μυθιστορήματα καί τά ποιήματά του ἄρχισαν νά ἐκδίδονται. Αὐτό πού κυρίως τοῦ προσέφερε τό Νόμπελ στά 1980 ἦταν ἡ αὔξηση, διεθνῶς, τοῦ σεβασμοῦ τῶν φοιτητῶν Λογοτεχνίας. Ὅσο γιά τούς συγγραφεῖς, ἀνάμεσα σ’ ἐκείνους πού τούς προσέλκυσε συγκαταλέγονται ἡ Σούζαν Σόνταγκ, ὁ Τόμας Μέρτον καί ὁ Ἰρλανδός Σέημους Χήνυ (Νόμπελ 1995).

Ὁ Χήνυ ἔγραψε γι’ αὐτόν πώς ὡς «ποιητής σορρόπησε νάμεσα στόν Λυρισμό καί τήν Μαρτυρία». Ὁ ἴδιος ὁ Μίλος στό Μαρτυρία τς Ποίησης ἔγραψε πώς: «Μιά ἰδιαίτερη συγχώνευση τοῦ ἀτομικοῦ καί τοῦ ἱστορικοῦ συνέβη, πράγμα πού σημαίνει ὅτι γεγονότα βαρύνοντα στή ζωή μιᾶς ὁλόκληρης κοινότητας προσλαμβάνονται ἀπό τόν ποιητή μέ τόν πιό προσωπικό τρόπο ἀγγίζοντάς τον βαθιά. Τότε ἡ ποίηση παύει νά εἶναι ἀλλοτριωμένη».

~.~

.~.~

Ὁ Χήνυ ἀναφορικά μέ τήν ποιητική δύναμη τοῦ Μίλος διατύπωσε τό ἑξῆς συμπέρασμα: «,τι κτινοβολε στήν ποίησή του καί ἐπιβάλλεται στόν ναγνώστη εναι ποιότητα τς σοφίας […] φωνή εναι κείνη πού μεταφέρει τό κάθε τί καί προσφέρει ασθηση ἐγγύησης (γιά τό ἀληθές). κόμα καί στή μετάφραση, κόμα κι ταν γίνεται φανερή μιά διδακτική φλέβα του, καί τότε ἐξακολουθεῖ τό ασθημα τῆς ὕπαρξης ἑνός ὑπόγειου ρεύματος φωνῆς πού λέει, πώς τό ποίημα εναι ἕνα ἁλίευμα, κι χι πλς κουβεντολόι».

Θέτοντας ὅμως τό ἐρώτημα γιά τίς ἐπιλογές τοῦ Μίλος, ὁ Ο΄Κόνορ παρατηρεῖ πώς σ’ ὅλο τό ἔργο του λειτουργεῖ ἕνα εἴδος διπλοπροσωπίας: «ἀφ’ ἑνός ἡ βεβαιότητα γιά τό ἀνέφικτο, τό ἀπλησίαστο καί ἄφταστο, ἀφ’ ἑτέρου ἡ ἀπελπισμένη ἐπιθυμία στέρεης κατανόησης τοῦ πραγματικοῦ. Τό μόνο πού συμβαίνει ἐντούτοις εἶναι τό καθόλικό ἀγκίστρωμα σέ ψευδαισθήσεις. Ἐδῶ ἀκριβῶς θεμελιώνει τήν τέχνη του». Μέ τά λόγια τοῦ ποιητῆ: «Ἀπό τήν ἴδια μας τήν αὐταπάτη γεννιέται ἡ ποίηση πού ὁμολογεῖ τό ψεγάδι της». Γι’ αὐτόν τό κάθε τί ἀποτελεῖ ἕνα Ὡς ἐάν (As If).

Σύμφωνα μέ τήν ἀνάλυση τοῦ Ο’ Κόνορ, παρά τήν πίστη του στή θεϊκή Παρουσία, συχνά στήν ποίησή του ἐκδηλωνόταν ἡ ἀπελπισία πώς τελικά θά κυριαρχοῦσε «ἡ ἀνυπαρξία», καί τό κατρακύλισμα τῶν πάντων στή λήθη. «Ἡ ἀπόγνωσή του εἶναι ψηλαφητή σ’ ὅλο τό ἔργο του· ἀποτελεῖ ἀντιστάθμισμα γιά κάθε τρεμόφεγγη στιγμή ὀμορφιᾶς καί χαρᾶς καί ὑφέρπει ὑποδηλώνοντας τόν τόνο πού κάνει τή γραφή του σπαρακτική καί πλούσια. Ἐντούτοις, ἐπιλέγει νά ἑστιάζει τήν προσοχή του στήν παράδοξη, ἀμφίσημη καί ἐφήμερη ἐπιμονή τοῦ ὡραίου καί τοῦ μή πραγματικοῦ».

Μέχρι τόν θάνατό του (2004) στό σπίτι του στήν Κρακοβία τίς νύχτες ἔγραφε ποιήματα. Μετέφραζε ἐπίσης στά πολωνικά τήν Βίβλο. Ὅμως στά τελευταῖα χρόνια τῆς ζωῆς του ὁ σεβασμός ἀπέναντι στίς λογοτεχνικές του προσπάθειες ἔφθινε σταθερά. Γενιές νέων Πολωνῶν συνηθισμένων σέ διαρκῶς αὐξανόμενες συνθῆκες ἐλευθερίας καί εὐημερίας εἶχαν ἤδη ἀνδρωθεῖ. Καί μαζί τους, ποιητές ἀδιάφοροι πρός λογοτεχνικά ἐπιτεύγματα πού ἀπαίτησαν ὀδυνηρές ἐπιλογές καί προσωπικές θυσίες. Τά ἐρείπια ἀνθρώπινων ζωῶν μαζί καί πόλεων, ἡ πείνα γιά ἐλευθερία, δέν σπηρούνιζαν τήν ἀλλοτινή ἀγωνία. Τί ἀπήχηση μποροῦσε νά ἔχει ἕνα ἀκατανόητο σωτηριολογικό αἴτημα, ὅπως αὐτό πού ἐκφράζεται στήν «Ἀφιέρωση»; Πιθανόν, ἐκπηγάζοντας ἀρχικά ἀπό τή Μυστικιστική Ἀνάβλυση τοῦ Οὐίλλιαμ Μπλαίηκ, οἱ λεπτές φλέβες μιᾶς μυστικῆς πνευματικότητας μπορεῖ νά συνδέονται μέ τό ποιητικό ἰδεῶδες γιά τό ὁποῖο ἀναρωτιέται ἀλλά καί ποθεῖ: τήν ὕπαρξη σωτηριολογικῆς ἐπίγνωσης ἀπό πλευρᾶς ποιητῆ, καί τήν ἐκπλήρωσή της ἀπό τήν ποίησή του (καί τήν ποίηση γενικῶς). Ἡ ἀνάπτυξη τοῦ θέματος ὅμως ξεπερνᾶ κατά πολύ τά ὅρια τοῦ παρόντος σχολιασμοῦ. Τί ἀπήχηση ὅμως μποροῦσε νά ἔχει καί τότε καί, ἀκόμη περισσότερο, σήμερα τό ἐρώτημά του; Πρός τί μιά ποίηση πού δέν σώζει ἔθνη ἤ λαούς;

Παραμένει ὄντως ἀναπάντητο, ἀλλά ἐπιμένει ὡς διαρκής ἐκκρεμότητα γιά τίς ληθαργικές συνειδήσεις. Ἀπωθεῖται ὡς ἕνα νεκρό ἀντικείμενο. Ἀλλά τά νεκρά ἀντικείμενα δέν μένουν ποτέ ἀνενεργά**, οὔτε στά ἄπατα βάθη τοῦ συλλογικού ὅσο καί τοῦ προσωπικού ἀσυνειδήτου. Βάζοντας τό ἐρώτημα, μαζί μέ ὅλες τίς συνέπειές του στό κέντρο ἑνός ὑποθετικοῦ κάντρου, τό πλαίσιο καί τό πεδίο καθορίζονται τώρα ἀπό τά ἐγκλωβισμένα πλήθη διαφόρων ἐθνοτήτων καί λαῶν στά σύνορα Πολωνίας-Λευκορωσίας.

~.~

~.~

Τήν ἐξήγηση ὅμως τοῦ, ἀρχικά ἀκατανόητου, στίχου στό τέλος τῆς «Ἀφιέρωσης», τή βρῆκα καί ἡ ἀνακάλυψη εἶναι ὠφέλιμη, γιατί φωτίζει τό ποίημα, ἐκεῖ πού δέν μπορεῖ νά τά πεῖ ὅλα, σέ μή Πολωνούς πάντως. Ξαναγράφω τήν τελευταία στροφή, θυμίζω πώς μετέφρασα ἀπό τήν ἀγγλική μετάφραση τοῦ Μίλος, καί τονίζω τόν καταληκτικό στίχο:

Ἄλλοτε ἔριχναν στούς τάφους κεχρί ἤ σπόρους παπαρούνας
Νά θρέψουν τούς νεκρούς πού ἴσως γύριζαν μεταμφιεσμένοι πουλιά.
Βάζω τοῦτο τό βιβλίο ἐδῶ γιά σένα, πού κάποτε ἔζησες
Γιά νά μήν χρειάζεται νά μᾶς ἐπισκέπτεσαι πιά.

Ἡ σχέση τῶν Πολωνῶν μέ τούς νεκρούς προγόνους καί προπρογόνους μέχρι σήμερα, γιά λόγους ἱστορικούς ἀλλά καί μυθολογικούς εἶναι φορτισμένη μέ τό φόβο μιᾶς ἐπιστροφῆς τους, κατά τήν ὁποία θά διεκδικήσουν τήν ἐκ νέου ἐγκατάστασή τους στήν πατρώα γῆ.*** Μέ διαφορετικές μορφές ἐπιβιώνουν πολλά παγανιστικά κατάλοιπα καί σ’ αὐτά ριζώνει ἡ ἐπίσημα θεσμοθετημένη ἐτήσια ἑορτή τῆς 1ης Νοεμβρίου μέ τό ὄνομα Zaduszki. Ὁλόκληρη τή μέρα μέχρι ἀργά τό βράδυ, ἀπό παντοῦ συρρέουν στά κοιμητήρια πλῆθος συγγενῶν καί φίλων τῶν κεκοιμημένων, ταξιδεύοντας ἀκόμη καί ἀπό ἄλλες χῶρες, μέ σκοπό νά προσευχηθοῦν γιά τούς νεκρούς. Τά κοιμητήρια εἶναι φωταγωγημένα καί ὁ σκοπός τῆς ἑορτῆς εἶναι πρωτίστως ἀποτρεπτικός: νά τιμηθοῦν ὅλοι οἱ προπάτορες, νά μείνουν ἱκανοποιημένοι ἀπό τίς προσευχές καί προσφορές, ἀπό τόν σεβασμό στήν παρουσία τους ἀνάμεσα στούς ζῶντες, ἔτσι ὥστε νά μήν χρειάζεται νά ἐπιστρέψουν.

Τώρα ὁ στίχος εἶναι φανερός, τό κλειστό αἴνιγμα ἀνοίγει σάν ἀνοιξιάτικη παπαρούνα.

Τό ἀνάθημα τοῦ ποιητῆ δέν εἶναι σπόροι, ἀλλά ὁ πνευματικός ἄρτος τῆς γλώσσας, πού, χωρίς καταφυγή σέ μαγικά τερτίπια καί ξόρκια μέσα στήν ἁγνή προθετικότητα τοῦ ποιητῆ, ξεπερνᾶ τά σύνορα ζωῆς καί θανάτου τρέφοντας ζῶντες καί κεκοιμημένους· κυρίως ὅμως ἀποκαθιστᾶ τή σωτηριώδη λειτουργία τῆς ποίησης. Τά ζωτικά σύμβολα ἀναγεννῶνται στήν ψυχική ἐνδοχώρα καί τό ποιητικό γεγονός μεταμορφώνεται σέ πολύπλευρη ἀπολυτρωτική πράξη. Ἄλλωστε ὁ Μίλος «ἐκτός ἀπό πολύ σπάνιες στιγμές, ἐπέλεγε νά μήν συγκεντρώνει τήν προσοχή του (καί τή δική μας) στήν ἄβυσσο, ἀλλά, ἀντιθέτως, νά τήν ἑστιάζει σέ κεῖνες τίς περιπτώσεις τῶν ὁποίων ἡ ὕπαρξη, ἀκόμη καί ὡς αύταπάτη, λοιδωρεῖ τήν ἄβυσσο. Γιόρταζε μιά τέτοια αὐταπάτη. Τήν ἁποκαλοῦσε «πολύτιμη».****

~.~

~.~
ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ ΚΑΙ ΠΙΝΑΚΕΣ
Zaduszki candle, photo: Jan Morek / Forum
Powązki Cemetery in Warsaw, photo: Jacek Marczewski / AG
John Nash – Ironbridge, Shropshire,1956
https://upload.wikimedia.org/wikipedia/commons/1/10/Destroyed_Warsaw%2C_capital_of_Poland%2C_January_1945_-_version_2.jpg
Marion Adnams, «Spring in the Cemetery» (1956)
~.~
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
*https://www.stephenoconnor.net/milosz_s_choice__an_investigation_of_sentimentality_86842.htm
** Δημήτρης Α. Κυριαζής, Ἡ Διεργασία τοῦ «ψυχικοῦ θανάτου» στήν Κλινική Ψυχανάλυση. Σύναξη 158 (2021), σσ. 39-48.
***https://culture.pl/en/article/powazki-cemetery-warsaw-sculpture-gallery
**** Ὁ ἀναγνώστης πού θά ἤθελε νά γνωρίσει βαθύτερα ἕναν ποιητή μέ τό προνόμιο τῆς ἐποπτείας σέ ὅλο τό πανόραμα τοῦ εἰκοστοῦ αἰώνα, μπορεῖ νά ἀνατρέξει στό ἀφιέρωμα μέ ἐπιλεγμένες ἐργασίες γιά τά ἑκατόχρονά του, ἐδῶ :
http://pamietnik-literacki.pl/wp-content/uploads/2017/02/Mi%C5%82osz-in-Pami%C4%99tnik-Literacki-Literary-Memoir.pdf

Ένας πλους που περιπλέει τον θάνατο

Δήμητρα Χριστοδούλου
ευγενής ναυσιπλοΐα
Μελάνι, 2021

της ΘΕΩΝΗΣ ΚΟΤΙΝΗ

Η ευγενής ναυσιπλοΐα είναι το 15ο ποιητικό βιβλίο της Δήμητρας Χριστοδούλου. Πενήντα ποιήματα γραμμένα όλα σε είκοσι-τέσσερις στίχους. Η αυστηρή οικονομία του στίχου και η συνύπαρξη μιας στέρεας νοητικής κατασκευής με τη ρίζα του υπαρξιακού απελπισμού αλλά και της συμπάθειας είναι ένας μόνιμος και γοητευτικός τρόπος στην Χριστοδούλου, Εδώ πρυτανεύει ο κομψός, ώριμος και βέβαιος ποιητικά πλους στη διπλή ζωή της συνείδησης που αδρανεί, ενώ ο νεκρός της περιφέρεται στις χαμένες δυνατότητες ή στις ανείπωτες διαστάσεις του υπαρκτού. Η εγκατοίκηση του φαινομενικά ακίνδυνου, τετριμμένα καθημερινού από τον εφιάλτη του, την εκκρεμότητά του, την ειρωνική διπλοτυπία του, η διεμβόλιση της προφάνειας με εκείνη την ασταθή ύλη του αμφίσημου είναι τα υλικά και τα κέρδη μιας ανάγνωσης που αφήνει στιβαρό χνάρι στον νου της ψυχής. Ποιήματα γερά δομημένα στη ρυθμική, ειρωνικά αποστασιοποιημένη, ενίοτε αφοριστική φράση, συχνά σε ενεστωτική ρηματική διατύπωση, καταγράφουν δήθεν διαπιστωτικά και ψύχραιμα τη χασματική συνθήκη της ύπαρξης που τελείται ταυτόχρονα στα στιγμιότυπα του βίου και στην παράλληλη δράση της συνείδησης που επανεγγράφει αυτά τα συμβάντα οδηγώντας τα στην επικίνδυνη περιοχή μιας ανησυχαστικής διαύγειας ή, άλλες φορές, στην επίκληση μιας ουρανόθεν λύτρωσης. (περισσότερα…)

Για μια πρώτη περίπτωση κυπριακής queer ποίησης

Ηλίας Κωνσταντίνου
Ποιήματα
(Επιμέλεια-Επιλεγόμενα: Λευτέρης Παπαλεοντίου)
Αθήνα, Βακχικόν, 2020

της ΑΥΓΗΣ ΛΙΛΛΗ

Με την επανέκδοση μεγάλου μέρους της ποιητικής παρακαταθήκης του πρόωρα χαμένου Κύπριου ποιητή Ηλία Κωνσταντίνου (1957-1995) σε επιμέλεια του ακαδημαϊκού φιλόλογου Λευτέρη Παπαλεοντίου ξεκινά μια απαραίτητη (και ενδεχομένως αναμενόμενη) συζήτηση για μια σημαντική ποιητική μορφή της Κύπρου. Το έργο του Κωνσταντίνου δεν προσέχθηκε ή, καλύτερα ίσως, δεν συζητήθηκε ευρέως όσο ο ίδιος ήταν εν ζωή, ενδεχομένως γιατί το πολιτικό, κοινωνικό και λογοτεχνικό έδαφος της νήσου δεν ήταν καθόλου πρόσφορο για ομοφυλόφιλη ποίηση. Τις πρώτες δύο τουλάχιστον δεκαετίες μετά το 1974 το κυρίαρχο έως και απόλυτο θέμα  το οποίο ήταν “αποδεκτό” στις τέχνες των γραμμάτων ήταν αναπόφευκτα το Κυπριακό: η εισβολή, η προσφυγιά, η απώλεια, η αδικία, η αναμονή, το τραύμα.

Ο Ηλίας Κωνσταντίνου εξέδωσε την πρώτη του ποιητική συλλογή το 1984, με τίτλο Αρσενικός Χαλκός (Θεμέλιο, Κύπρος). Ακολούθησαν οι συλλογές Γράμματα της Ώρας (Θεμέλιο, Κύπρος, 1986) και Κυπριακές Ηθογραφίες (Λεμεσός, 1991). Μετά τον πρόωρο θάνατό του, το 1995, εκδόθηκαν Τα Αυτοκρατορικά  (Λεμεσός, 1996). Ελάχιστα είναι τα σημειώματα για την ποίηση του ενόσω ο ίδιος ήταν ακόμη εν ζωή,[1] γεγονός που επιβεβαιώνει, όπως αναφέρει και ο Λ. Παπαλεοντίου, τη μη ένδειξη προσοχής προς αυτήν ή την απαξίωση ίσως προς έναν ποιητή ο οποίος αφενός δεν κρύβει τον σεξουαλικό του προσανατολισμό, τον «έρωτα των αντρών» συγκεκριμένα, τον οποίο ιδιαζόντως καταθέτει με αντιεξουσιαστική διάθεση,[2] καυτηριάζει την παχύδερμη κυπριακή κουλτούρα αφετέρου.

Σε αντίθεση με τις περιπτώσεις, για παράδειγμα, του Ντίνου Χριστιανόπουλου, του Γιώργου Ιωάννου του Νίκου Αλέξη Ασλάνογλου, αυταπόδεικτων προγόνων του Κωνσταντίνου,[3] ακόμα και του Δημήτρη Ποταμίτη (περίπτωση η οποία επίσης αξίζει και πρέπει να μελετηθεί πλέον εκτενέστερα και εμβριθέστερα), με την οποία η ποίηση του Κωνσταντίνου έχει συνδεθεί επαρκέστερα,[4] η ομοφυλόφιλη ταυτότητα στον Κωνσταντίνου δηλώνεται ευθέως, δηλαδή διαμέσου του πόθου του ανδρικού σώματος για ένα άλλο ανδρικό σώμα και της επιθυμίας της σαρκικής ηδονής. Δεν υπάρχει συγκάλυψη, απόκρυψη, υπαινικτικότητα ή η καταπίεση του εγκλωβισμού στον Κωνσταντίνου. Η ποίησή του έχει συνδεθεί επίσης, διά των συγκλίσεων ή των αποκλίσεων, με εκείνην του Νίκου Σπάνια και του Ανδρέα Αγγελάκη, αντίστοιχα.[5] Η ποίηση του Κωνσταντίνου, που ουσιαστικά πρωτοεμφανίζεται στην Κύπρο δέκα μόλις χρόνια μετά το πραξικόπημα και την τουρκική εισβολή, δίδοντας αιφνιδίως μεγαλύτερη ή έστω εξίσου μεγάλη βαρύτητα και σε “άλλες” θεματικές στοχεύσεις, δεν μπορεί παρά να είναι όντως τολμηρή και προκλητική, άσεμνη και ωμή. Και κυρίως, όπως οι μελετητές συμφωνούν, συνιστά ποίηση σωματοποιημένη ή σωματική,[6] με άλλα λόγια, κυριολεκτική:

ΕΡΩΤΙΚΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ

Στον Δήμο που φεύγει

Αφήνω σε
στα φιλιά μου, φίλε μου
σ’ ένα στρώμα διπλό
στα φιλιά μου φίλε μου
– για να ρίξω τα μαλλιά μου στην άκρη του κόσμου.
Για να ρίξω τα μαλλιά μου στην άκρη του κόσμου
κοιτάζω σταθερά
τον γαλανό αφαλό, του κορμιού σου
Για να ρίξω τα μαλλιά μου στην άκρη του κόσμου
ακολουθείς, μορφασμούς ηδονής
στου λαιμού μου την κίνηση.

Για να ρίξω τα μαλλιά μου στην άκρη του κόσμου
σκεπάζει το καυλωμένο σου βυζί
το ξυρισμένο μου μάγουλο.
Έτσι πλασμένοι
κι οι δυο σκεπασμένοι
τέλεια ίδιοι – πάντα αντίθετοι
μες σ’ τούντην ασφάλεια αφήνω σε φίλε μου
για να ρίξω τα μαλλιά μου στο σήμερα.

Για να ρίξω τα μαλλιά μου στο σήμερα
γλείφω πολλά – αναπνέω απαλά
στα ανοιχτά σου βλέφαρα.
Για να ρίξω τα μαλλιά μου στο σήμερα
γεμώνεις μου τα δάχτυλα χύματα.
Για να ρίξω τα μαλλιά μου στο σήμερα
πίνεις τα δικά μου
στου αφαλού μου το κύπελλο.

Για να ρίξω τα μαλλιά μου
στην άκρη του κόσμου
επιστρέφω
για να ρίξω τα μαλλιά μου στο σώμα σου
στη στρογγυλή άκρη του κόσμου
στο επάπειρο σήμερα.

(περισσότερα…)

Δύο κείμενα για την ανθολογική έκδοση «Χαίρε, ω χαίρε Ελευθεριά…» (2/2)

τοῦ ΘΑΝΑΣΗ ΓΑΛΑΝΑΚΗ

Ἤδη ἀπὸ τὰ μέσα τοῦ 2019 καὶ μὲ ἀφορμὴ τὴν ἐπέτειο τῶν διακοσίων ἐτῶν ἀπὸ τὴν Ἐπανάσταση τοῦ 1821, ὁ συγγραφέας Γιάννης Πατίλης, μέλος τοῦ ΔΣ τοῦ Ἱδρύματος Τάκης Σινόπουλος ‒ Σπουδαστήριο Νεοελληνικῆς Ποίησης, ἐμπνεύστηκε ἕναν ἀνθολογικὸ τόμο, ὁ ὁποῖος θὰ περιελάμβανε ποιήματα Ἑλλήνων καὶ ξένων συγγραφέων μὲ θέμα τὴν ἑλληνικὴ παλιγγενεσία. Πολὺ σύντομα, σύσσωμο τὸ ΔΣ τοῦ Ἱδρύματος, προεξάρχοντος τοῦ προέδρου του, Ξάνθου Μαϊντᾶ, ἀγκάλιασαν τὴν ἰδέα αὐτὴ καὶ ἔθεσαν σὲ ἐφαρμογὴ ἕνα πλάνο σύστασής της μὲ τὴν ἀρωγὴ τῆς Τράπεζας Πειραιῶς, ἡ ὁποία μὲ τὴ σειρά της ἐνέταξε τὸν τόμο αὐτὸν στὸ πρόγραμμα δράσεών της γιὰ τὸ 1821.

Ἡ ἀνθολογικὴ ἐπιμέλεια ἀνετέθη στὸν φιλόλογο καὶ κριτικὸ λογοτεχνίας, ὑποψήφιο διδάκτορα Μάνο Κουμῆ καὶ στὸν ὑποφαινόμενο, στὸν ὁποῖον πιστώνεται ἐπίσης ἡ φιλολογικὴ ἐπιμέλεια καὶ ἡ γενικότερη φροντίδα τοῦ τόμου. Τὸ ἐγχείρημα αὐτὸ ὑπῆρξε ἤδη ἀπὸ τὴ σύλληψή του παράτολμο. Ὁ ἔλεγχος τῶν κειμενικῶν τεκμηρίων ὄφειλε νὰ καλύψει περίπου δυόμιση αἰῶνες ποιητικῆς παραγωγῆς, ἐνῶ ἡ ἔρευνα δὲν γινόταν νὰ περιοριστεῖ μόνο στὰ γνωστὰ καὶ εὐκόλως ἐντοπίσιμα ἔργα, μὰ νὰ ἐπεκταθεῖ σὲ πηγὲς δευτερεύουσες, ἄγνωστες καὶ πολὺ συχνὰ δυσεύρετες.

Παρὰ ταῦτα, ἔπειτα ἀπὸ μῆνες ἀνάγνωσης, ἀποθησαύρισης καὶ ἀρχειοθέτησης, οἱ δύο ἀνθολόγοι ἔχοντας προσπελάσει περίπου 2.000 ποιητικὲς συλλογές, κατέληξαν σὲ ἕνα σῶμα εὑρεθέντων ποιημάτων ἐκ τῶν ὁποίων καλοῦνταν νὰ ἐπιλέξουν ποιά ἐπρόκειτο νὰ συμπεριληφθοῦν στὸ ἀνθολογικὸ corpus. Μιὰ διαδικασία ἂν ὄχι μακρὰ ὅσον ἀφορᾶ στὴ διάρκειά της, μιᾶς καὶ συνέβαινε ἀνὰ τακτὰ διαστήματα παράλληλα μὲ τὴν ἔρευνα καὶ τὸν ἐντοπισμὸ νέων ποιημάτων, σίγουρα ὅμως ἐπίπονη ἕως καὶ ψυχοφθόρα, δεδομένης τῆς σημασίας τοῦ ἔργου ποὺ φαινόταν νὰ σχηματίζεται.

Ἡ σύσταση μιᾶς ἀνθολογίας χαρακτηρίζεται στὶς πλεῖστες τῶν περιπτώσεων ἀπὸ δύο καθοριστικοὺς παράγοντες, ποὺ δὲν εἶναι ἄλλοι ἀπὸ τὴν αἰσθητικὴ καὶ τὴν ἀντιπροσωπευτικότητα. Στὴν περίπτωση τοῦ τόμου Χαῖρε, ὢ χαῖρε Ἐλευθεριά!, πάρθηκε ἡ ἀπόφαση νὰ ὑπάρχουν ἑκατέρωθεν παραχωρήσεις ἐφόσον ἐξυπηρετεῖτο ὁ ἀπώτερος στόχος τοῦ ἔργου. Μ’ ἄλλα λόγια, τὸ ἰδανικὸ ποίημα ἦταν ἐκεῖνο ποὺ συνδύαζε ὑψηλὸ αἰσθητικό, λογοτεχνικὸ ἀποτύπωμα, ἀλλὰ καὶ πλούσιες ἀναφορὲς σὲ περιστατικὰ ἢ πρόσωπα τῆς Ἐπανάστασης. Παρ’ ὅλα αὐτά, ἡ ἀρχικὴ συγκομιδὴ τῶν ποιημάτων μὲ ἀναφορὲς στὸ 1821 ἀπέδειξε ὅτι κάθε ἕνα ποίημα θὰ ἔπρεπε νὰ ἀντιμετωπίζεται ὡς ἕνα ξεχωριστὸ σύμπαν καὶ βάσει αὐτοῦ νὰ κρίνεται ἐὰν θὰ συμπεριληφθεῖ στὸν τόμο μας ἢ ὄχι. Ἔτσι, προκρίθηκαν καὶ ποιήματα ποὺ ἐνδεχομένως ὑστεροῦσαν αἰσθητικὰ μπροστὰ στὸν Βαλαωρίτη, τὸν Σολωμὸ ἢ τὸν Κάλβο, περιελάμβαναν ὅμως ἀναφορὲς σὲ πρόσωπα, περιστατικὰ καὶ γεγονότα ποὺ ἐμφανίζονται πολλὲς φορὲς ἅπαξ στὴ λογοτεχνία μας, κι’ ὡς ἐκ τούτου δὲν γινόταν νὰ ἐξοβελιστοῦν ἀπὸ τὴν τελικὴ ἐπιλογή. Ὁπωσδήποτε ἡ συνθήκη τῆς ἀντιπροσωπευτικότητας ἐπεκτάθηκε καὶ σὲ ἄλλα πεδία, ὅπως λ.χ. στὴ συμπερίληψη ποιητῶν λιγότερο γνωστῶν ἢ προβεβλημένων, ποιημάτων ποὺ θεματοποιοῦν τὴ μη-ἡρωϊκὴ πλευρὰ τῆς Ἐπανάστασης ἢ/καὶ ποιημάτων ποὺ περιεῖχαν ἁπλὲς μνεῖες στὸ ’21, χρησιμοποιῶντας το ὡς μιὰ ἱστορικὴ ἀντικειμενικὴ συστοιχία μὲ τὸν πραγματολογικὸ περίγυρο τῆς ἐποχῆς ποὺ γράφτηκαν.

Τὸ ἴδιο ἀκριβῶς συνέβη καὶ μὲ τοὺς Ξένους συγγραφεῖς, συγκεντρώνοντας ποιήματα ἀπὸ τὴν Ἀγγλία, τὴν Γαλλία, τὴν Γερμανία, τὴν Ρωσσία, ἀκόμα κι’ ἀπὸ τὴ μακρινὴ Κούβα, ἀνθολογῶντας ποιητὲς γνωστοὺς σὲ ὅλους μας, ὅπως λ.χ. ὁ Λόρδος Βύρων, ὁ Βίκτωρ Οὑγκώ, ὁ Οὐλιέλμος Μύλλερ καὶ ὁ Ἀλέξανδρος Πούσκιν, ἀλλὰ καὶ ἐλάσσονες φωνὲς ἄσημων ἀλλοδαπῶν συγγραφέων ποὺ ἐμπνεύστηκαν ἀπὸ τὰ γεγονότα τοῦ 1821.

Ὡστόσο, μιὰ ἀνθολόγηση ποιημάτων δὲν θὰ μποροῦσε ἀπὸ μόνη της νὰ ἀποδώσει τὸ βάρος τοῦ ἱστορικοῦ γεγονότος ποὺ κίνησε τὴ σύσταση αὐτῆς τῆς ἐργασίας. Γιὰ τὸν λόγο αὐτὸν ἀποφασίστηκε τὰ ποιήματα νὰ παρουσιάζονται συνοδευόμενα ἀπὸ γλωσσικὰ καὶ πραγματολογικὰ ὑπομνήματα, παραθέτοντας κάθε φορὰ στὸ τέλος καθεμιᾶς ἑνότητας ἕνα σύντομο βιογραφικὸ σημείωμα τοῦ συγγραφέα καὶ τὶς βιβλιογραφικὲς πηγὲς ἀπ’ ὅπου ἀντλήθηκαν τὰ κείμενα. Ὅσον ἀφορᾶ στὰ ὑπομνήματα, τὸ μὲν γλωσσικὸ παρατηρεῖ κανεὶς ὅτι περιλαμβάνει τόσο λέξεις ἢ φράσεις ἐν πολλοῖς ἄγνωστες στὸ εὐρὺ κοινό, τουρκογενεῖς ἢ δυτικοφερμένες, ἢ πολλὲς φορὲς καὶ ἀνήκουσες στὴν ἀρχαΐζουσα ἢ τὴν καθαρεύουσα, ὅσο καὶ πιὸ κοινὲς λέξεις ποὺ χρησιμοποιοῦνται μέχρι σήμερα στὰ νέα ἑλληνικά. Ὁ λόγος τῆς συμπερίληψης ἐξαντλητικῶν γλωσσικῶν ὑπομνημάτων ὑπαγορεύθηκε ἀπὸ μιὰν ἀπώτερη στόχευση τοῦ τόμου αὐτοῦ ποὺ δὲν εἶναι ἄλλη ἀπὸ τὴν ἀπεύθυνσή του ὄχι μόνο στὸ ἐνήλικο ἐγγράμματο κοινὸ καὶ τοὺς ἐπαΐοντες, ἀλλὰ καὶ στὶς νεώτερες γενιές, πολλῷ δὲ μᾶλλον στοὺς Ἕλληνες τῆς Διασπορᾶς ποὺ ἐνδεχομένως χρειάζεται νὰ γνωρίζουν ὅτι τὸ «βόλι» εἶναι τὸ «βλῆμα πυροβόλου ὅπλου» ἢ ὅτι τὸ «τραγὶ» εἶναι τὸ «ἐνήλικο ἀρσενικὸ ἐρίφιο».

Στὰ δὲ πραγματολογικὰ ὑπομνήματα ποὺ ἀκολουθοῦν τὰ γλωσσικὰ κάτω ἀπὸ κάθε ποίημα, βρίσκονται πληροφορίες γιὰ πρόσωπα, καταστάσεις, γεγονότα, μάχες καὶ συνδηλώσεις ποὺ ἐντοπίζονται στοὺς στίχους τῶν ποιημάτων, καθιστῶντας εὐκολότερες τὴν κατανόηση καὶ τὴν ἑρμηνεία, βοηθῶντας παράλληλα τὴν ἱστορικὴ ἔνταξη τοῦ ἀναγνώστη στὰ νεώτερα ποιήματα ὅπου τὸ 1821 λειτουργεῖ ἀντιστικτικά.

Πέρα ὅμως ἀπὸ τὰ ποιήματα καὶ τὰ ὑπομνήματα ποὺ συνοδεύουν τὴν κειμενικὴ ὕλη τοῦ βιβλίου, ὁ τόμος αὐτὸς ἐπεκτάθηκε καὶ σὲ ἄλλα πεδία, ἐπιδιώκοντας νὰ καλύψει κατὰ τὸ δυνατὸν περισσότερες ὄψεις τῆς τέχνης ποὺ ἐνδύθηκε ἢ ἐνέδυσε τὴν Ἐπανάσταση. Τὸ εἰκαστικὸ κομμάτι, λοιπόν, χωρίστηκε σὲ δύο μέρη: ἀφ’ ἑνὸς στὴν εἰκονογράφηση τοῦ τόμου, ἡ ὁποία ἐπιλέχθηκε προσεκτικὰ προκειμένου νὰ ἀναδειχθεῖ τόσο ἡ ἀκαδημαϊκὴ ζωγραφικὴ ποὺ ἱστόρησε ἐπαναστατικὰ θέματα, ὅσο καὶ ἡ λαϊκὴ τέχνη ποὺ ἐμπνεόμενη ἀπὸ τὸν Ἀγῶνα δημιούργησε μὲ τὰ δικά της μέσα καὶ στὴ δική της κλίμακα σπουδαῖα ἔργα. Δὲν εἶναι μάλιστα λίγες οἱ φορὲς ποὺ τὰ εἰκαστικὰ ἔργα συνομιλοῦν μὲ τὰ ποιήματα, ἐξ οὗ καὶ ἡ στρατηγικὴ τοποθετησή τους στὶς σελίδες τοῦ τόμου. Στὴν οὐσία τὸ εἰκαστικὸ τμῆμα συνιστᾶ κι’ αὐτὸ μιὰν ἄτυπη ἀνθολογία περιλαμβάνοντας ὄχι μόνο ἀναγνωρίσιμα, ἀλλὰ καὶ ἀνεύρετα ἢ λιγότερο γνωστὰ ἔργα συνοδευόμενα πάντοτε ἀπὸ ἀναλυτικὲς λεζάντες.

Ἀφ’ ἑτέρου, τὶς σελίδες τοῦ τόμου διανθίζουν τυπογραφικὰ κοσμήματα τῆς Ἡρῶς Νικοπούλου, τὰ ὁποῖα σχεδιάστηκαν ἀποκλειστικὰ γιὰ αὐτὸν καὶ ἐπεξηγοῦνται ἀναλυτικὰ ἐντασσόμενα στὴν ἱστορική τους διάσταση σὲ εἰκονογραφικὸ παράρτημα στὸ τέλος τοῦ βιβλίου, ὅπου κάθε ἕνα κόσμημα συνοδεύεται ἀπὸ κείμενα ἐπιμελημένα ἀπὸ τὴν εἰκαστικὸ καὶ συγγραφέα συνεργάτιδα τῆς ἀνθολογίας. Πέραν τῆς σὲ λειτουργικὸ ἐπίπεδο ποικιλματικῆς χρήσης τῶν κοσμημάτων αὐτῶν, ἔχει ὑψηλὴ παιδευτικὴ σημασία ἡ ἀπεικόνιση ἀντικειμένων ἢ μεταφορικῶν μέσων ὄχι μόνο ἀπὸ τὸν στεριανὸ ἢ θαλάσσιο ἔνοπλο ἀγῶνα, ἀλλὰ κι’ ἀπ’ τὸν κόσμο τῆς διανόησης ποὺ μὲ κάθε μέσο ὑποστήριξε τὸν ἐθνικοαπελευθερωτικὸ σκοπό. Ἔτσι, πλάι στὰ γιαταγάνια, τὶς κορβέτες καὶ τὰ καρυοφύλλια, βρίσκει κανεὶς ματογυάλια καὶ καλαμάρια, ἀποτίοντας φόρο τιμῆς σὲ ὅλους ὅσους ἐπιστράτευσαν τὸν νοῦ καὶ τὸ κοντύλι. Μεταξὺ ἄλλων, φιλοτεχνήθηκαν καὶ τμήματα ἢ ἐξαρτήματα τῆς παραδοσιακῆς ἐνδυμασίας. Ένισχύθηκε μ’ αὐτὸν τὸν τρόπο καὶ ἡ ἐγκυκλοπαιδικὴ διάσταση δίνοντας ὄψη στὰ συμπαρομαρτοῦντα τῆς προετοιμασίας καὶ τῆς περάτωσης τῆς Ἐπανάστασης.

~.~

Ὅλα τὰ παραπάνω, ἑπομένως, συνιστοῦν ἕνα σύνολο ποὺ μὲ τὶς τυπογραφικὲς χάριτες τῆς κας Μπαλῆ καὶ τοῦ Ἀναγράμματος κατόρθωσαν νὰ διαμορφώσουν τὸ ἀνὰ χεῖρας χαρτῶο ἄθροισμα τῆς Ἀνθολογίας μας ‒ μιὰ δουλειὰ ποὺ τύχῃ ἀγαθῇ θὰ μνημονεύεται. Πέραν ὅμως τῶν συντελεστῶν ποὺ ἐργάστηκαν γιὰ τὴν ἀνθολογία καὶ τὴν ἐπιμέλειά της, ὑπάρχουν κι’ ὅλοι ἐκεῖνοι ποὺ εἴτε ἀπὸ τὴ μεριὰ τοῦ Ἱδρύματος, εἴτε ἀπὸ τὴ μεριὰ τῆς Τράπεζας Πειραιῶς συνέβαλαν στὸ τελικὸ ἀποτέλεσμα ποὺ παρουσιάζεται σήμερα. Ἀναφέρθηκε σὲ ὅλους προηγουμένως ὁ πρόεδρος κ. Ξάνθος Μαϊντᾶς. Προσωπικὰ θὰ ἤθελα κι’ ἐγὼ ἀπὸ αὐτὸ τὸ βῆμα νὰ εὐχαριστήσω τὸν Δῆμο τῆς Νέας Ἰωνίας ποὺ ὅλα αὐτὰ τὰ χρόνια στηρίζει ἀπροϋπόθετα τὴ λειτουργία τοῦ Ἱδρύματος, καθιστῶντας ἕναν φαινομενικὰ μικρὸ ὀργανισμὸ μιὰ ἀπὸ τὶς πλέον ἀναγνωρίσιμες μῆτρες πολιτισμοῦ τῆς χώρας, μὲ δράσεις ποὺ συχνὰ ξεπερνοῦν καὶ τὰ ἑλληνικὰ σύνορα ‒ κάτι ἐξαιρετικὰ σημαντικὸ ἂν μοῦ ἐπιτρέπετε γιὰ ἕναν Δῆμο, ὁ ὁποῖος κατοικεῖται κατὰ κόρον ἀπὸ λαϊκὰ ἐργατικὰ στρώματα· αὐτοὺς δηλαδὴ ποὺ στὴ βάση τους στηρίζουν τόσο τὸ οἰκοδόμημα ὅσο καὶ τὸ ἐποικοδόμημα ἂν ἀναλογιστεῖ κανεὶς τὸ πλῆθος τῶν Ἰωνιωτῶν πνευματικῶν ἀνθρώπων στὸν ἕναν αἰῶνα ζωῆς τῆς σπουδαίας προσφυγικῆς αὐτῆς συνοικίας. Σὲ ὅλους τοὺς παραπάνω, ἀξίζουν χάριτες ποὺ μὲ ὅλες τους τὶς δυνάμεις καὶ συμβολές τους περάτωσαν ἕνα τέτοιο ἔργο.

~.~

Καὶ οἱ χάριτες αὐτὲς ἀξίζουν ὄχι τόσο γιὰ τὴν ἔκδοση καθ’ αὑτή, ὅσο γιὰ τὸ γεγονὸς ὅτι ἐν μέσῳ μιᾶς συγκυρίας ἡ ὁποία καθὲ ἄλλο παρὰ προσφερόταν γιὰ ἑορτασμούς, οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ ἔθεσαν τὶς δυνάμεις τους στὶς ὑπηρεσίες ἑνὸς σκοποῦ πρωτίστως παιδευτικοῦ καὶ ἀληθινοῦ ‒ ἀληθινοῦ, δηλαδὴ ἐθνικοῦ, γιὰ νὰ φέρουμε στὸν νοῦ μας τὸν Διονύσιο Σολωμό.

Τὸ περιεχόμενο τῆς ποιητικῆς ἀνθολογίας μας ἀποδεικνύει μὲ ἐναργῆ τρόπο ὅτι ἡ Ἐπανάσταση τοῦ 1821 κινήθηκε τόσο ἀπὸ τὰ πάνω ὅσο κι’ ἀπὸ τὰ κάτω, συνιστῶντας ὄχι μόνο μιὰ ἐγχώρια, στενὰ πατριωτικὴ ὑπόθεση, ἀλλὰ τουναντίον, μιὰ εὐρωπαϊκῆς ἐμβέλειας πράξη κρατογένεσης ὁδηγῶντας σὲ σημαντικὲς ἀνακατατάξεις τὰ ἀποτελέσματα τῶν ὁποίων εἶναι ὀρατὰ ἀκόμα καὶ σήμερα. Ἡ θρυαλλίδα τῆς Ἑλληνικῆς Ἐπανάστασης μετουσίωσε σὲ πράξη τὰ προτάγματα τοῦ Διαφωτισμοῦ καὶ τῆς Γαλλικῆς Ἐπανάστασης, ἐνῶ τὴν ἴδια στιγμὴ βασίστηκε σὲ πυλῶνες τοῦ ἑλληνισμοῦ ὅπως ἡ γλώσσα, ἡ ὀρθόδοξη χριστιανικὴ πίστη, ἀκόμα καὶ τὸ ἀρχαῖο κλέος, διαμορφώνοντας πρωτογενῶς τὸ τριαδικὸ σχῆμα τῆς ἑλληνικῆς συνέχειας. Οἱ μύθοι ποὺ πλαισιώνουν τὴν Ἐπανάσταση, οἱ ὁποῖοι πολὺ συχνὰ ἀναθεωροῦνται ἀπὸ τὴν ἱστορικὴ ἔρευνα, κρύβουν στὸν πυρήνα τους μιὰ λαϊκὴ διάθεση ἀπόδοσης τιμῆς στοὺς πυλῶνες αὐτούς. Τὸ τουφέκι καὶ ἡ πάλα ἔχουν τὴν τιμητική τους, ὡστόσο δίχως ὅλους ἐκείνους ποὺ ὑποστήλωσαν τὸν Ἀγῶνα ἠθικά, πνευματικὰ καὶ οἰκονομικά, ὁ τελευταῖος ἐνδέχεται νὰ εἶχε τὴν κατάληξη ὅλων τῶν προεπαναστατικῶν κινημάτων. Οἱ δύο αὐτὲς ροὲς εἶναι μεταξύ τους ἀλληλένδετες καὶ σχηματίζουν ἕνα σύμπαν, ἕνα ἡρωϊκὸ πάνθεον ἀπὸ τὸ ὁποῖο δὲν γίνεται νὰ λείπει ὁ μύθος.

Συνάμα, στὴν ἀνθολογία μας οὐκ ὀλίγες ἀναφορὲς γίνονται στὴν ἄλλη ὄψη τῆς Ἐπανάστασης· αὐτὴ τῶν διχασμῶν, τῶν αὐτομολήσεων καὶ τῶν “καπακιῶν”, ἐνδεχομένως καὶ ὁρισμένων κοινῶς παραδεκτῶν θηριωδιῶν. Ποιός ὅμως δὲν συμφωνεῖ ὅτι στὴν ἐπίτευξη ἑνὸς ἐπαναστατικοῦ σκοποῦ δὲν συμβάλλουν μόνον οἱ ἄγγελοι, ἀλλὰ κι’ οἱ δαίμονες τῆς ἀνθρώπινης φύσεως; Ἡ λαϊκὴ ἐξίσωση —ἂν μοῦ ἐπιτρέπετε— τῶν ἀβγῶν καὶ τῆς ὀμελέτας δὲν γίνεται νὰ λείπει κι’ ἐν προκειμένῳ ‒ ἡ οἰκονομία μιᾶς πορείας ἀπαιτεῖ ὅλα τὰ ἐμπόδια ποὺ τελικὰ τὴν καθιστοῦν ἄξια καὶ λάμπουσα ἀνάμεσα σὲ πολλὲς ἄλλες. Ἡ λογοτεχνία δὲν τέρπει μόνο, ἀλλὰ καὶ φρονηματίζει, παραδειγματίζει, διδάσκει. Ἡ συμπερίληψη καί τέτοιων ποιημάτων κινήθηκε πρὸς αὐτή, τὴ “σωφρονιστικὴ” —ἂν θέλετε— κατέυθυνση. Ἄλλωστε, πλεῖστοι ὅσοι θεωρητικοὶ καὶ πολιτικοὶ ἐπιστήμονες κάνουν λόγο γιὰ βία καὶ ἀντι-βία. Πῶς μπορεῖ, ἑπομένως, νὰ κατηγορηθεῖ ἡ ἑλληνικὴ πλευρὰ γιὰ βίαιη κατάληψη τῆς Τρίπολης, ὅταν τὰ ὀξυμένα πνεύματα τετρακοσίων ἐτῶν ἁπλῶς συσσώρευσαν τὴν ὀργή τους σὲ μιὰ πράξη ἀντι-βίας; Τὸ παράδειγμα αὐτό, κι’ ἄλλα παρόμοια, μπορεῖ κανεὶς νὰ τὰ ἐντοπίσει σὲ ποιήματα ποὺ βρίσκονται στὸν ὀγκηρὸ αὐτὸν τόμο.

~.~

Διακόσια χρόνια μετὰ καὶ ἡ νεοελληνικὴ ἱστορία ἐξακολουθεῖ νὰ ἔχει πάντοτε στραμμένο τὸ βλέμμα της στὴν Ἐπανάσταση τοῦ 1821. Πῶς ὄχι, ἄλλωστε, ὅταν αὐτὴ ἡ ἴδια στέκει ὡς φάρος, ὡς παράδειγμα λαμπρὸ καὶ φωτεινὸ μονοπάτι τοῦ ἑλληνικοῦ ἔθνους ποὺ παρὰ τὶς διαρκεῖς προκλήσεις ἐξακολουθεῖ νὰ ἐπιβιώνει ἄλλοτε μὲ λιγότερες κι’ ἄλλοτε μὲ περισσότερες ἀπώλειες; Τὸ κυανέρυθρο αὐτὸ φῶς τοῦ φάρου, κυανὸ καθὼς ἑλληνικό, ἐρυθρὸ καθὼς καθημαγμένο, προσπαθήσαμε κι’ ἐμεῖς μὲ τὶς ὅποιες δυνάμεις μας νὰ τιμήσουμε, βάζοντας ἕνα μικρὸ λιθαράκι ποὺ πέρα ἀπὸ τὴ συγχρονία, τὸ παρόν, εὐχόμαστε νὰ ἀποτελέσει διαχρονικὴ παρακαταθήκη γιὰ τὸ μέλλον ‒ τὶς νέες γενιὲς Ἑλλήνων, τὶς νέες γενιὲς ἐλεύθερων ἀνθρώπων.

ΘΑΝΑΣΗΣ ΓΑΛΑΝΑΚΗΣ

Νέα Ἰωνία, 13 Ὀκτωβρίου 2021

Δύο κείμενα για την ανθολογική έκδοση «Χαίρε, ω χαίρε Ελευθεριά!…» (1/2)

του ΞΑΝΘΟΥ ΜΑΪΝΤΑ

Το να συνεορτάσουμε τα 200 χρόνια από την Ελληνική Επανάσταση του 1821 χωρίς καμία επίμονη ματιά στη σημερινή κοινωνία μας, μόνο ως φολκλόρ και γελοιότητα μπορεί να ακουστεί. Αν και αυτό δεν απέχει πολύ από παλαιότερες αλλά και σημερινές κυβερνητικές επιλογές.

Δεν έχουν περάσει πολλές δεκαετίες που οι εορταστικές εκδηλώσεις της 25ης Μαρτίου είχαν αποκλειστικά τον χαρακτήρα της εθνοπατριωτικής υποκρισίας, όπου οι μετεμφυλιοπολεμικοί ηγέτες του τόπου στις βροντώδεις ανοησίες τους μαγάριζαν, όταν έπιαναν στο στόμα τους, καί το Έθνος των Ελλήνων καί την πτωχή Πατρίδα. Και φυσικά το άλλο άκρο καιροφυλακτούσε. Στα χρόνια της μεταπολίτευσης και της ευτυχισμένης μας ένταξης στην Ευρώπη, με την υπόσχεση της καταναλωτικής ευμάρειας , ήρθαμε αντιμέτωποι με το αντιδιαμετρικό αίσχος. Εθνοαποδόμηση αντί για εθνοπατριωτισμό. Στο σωρό της αποδομητικής επιχειρηματολογίας τους, το πιο χαρακτηριστικό στοιχείο αλλά όχι το μόνο, εμφανίζεται με το βιβλίο ιστορίας της ΣΤ’ Δημοτικού και την ιδιαίτερη αναφορά του στο ’21. Αντί λοιπόν για κριτική σκέψη, αντί για συνεχή θεώρηση και αναθεώρηση, αντί για τίμια στάση απέναντι στο γεγονός μιας μεγάλης επανάστασης, είχαμε την ευκολία της αποδόμησης. Μαζί στην προσπάθεια αυτή υπήρξαν οι νεοφιλελεύθεροι μιμητές ό,τι ξένου και οι δήθεν προοδευτικοί του θολού διεθνισμού. Απόπειρα τελικά, μιας αεθνικής πολιτικής που έδειχνε να συγκλίνει με οτιδήποτε άνοιγε, χωρίς όρους και όρια, σύνορα και πόρτες στα επαχθέστερα των σύγχρονων συμφερόντων. Η Δημοκρατία αναιρούταν μέσα στην ίδια την Δημοκρατία. Μέσα σ’ αυτό το κλίμα, κάθε χρόνο γιορτάζαμε την ημέρα της Εθνικής Παλιγγενεσίας.

Ναι. Να συνεορτάσουμε και να τιμήσουμε όλοι οι Έλληνες τη Μεγάλη Ελληνική Επανάσταση στη διακοσιοστή επέτειό της. Χωρίς όμως να κλείνουμε τα μάτια στη βαθύτατη παρακμή της σύγχρονης ελληνικής κοινωνίας. Πολλά τα δεινά που έχουμε να μετρήσουμε στην πορεία μας σήμερα. Πολιτικά είμαστε προσαρμοσμένοι, για την ακρίβεια δεμένοι, στην εξάρτηση. Μάλιστα οι κυρίαρχες πολιτικές ελίτ, με εντυπωσιακό εθελοντισμό, υπακούν σε μια τέτοια κατεύθυνση. Ο Ελληνισμός συρρικνώνεται, ακόμη και πολιτιστικά, εκεί όπου είχε μέχρι και πρόσφατα το πλεονέκτημα. Ο μιμητισμός του ευρωπαϊκού ή αμερικάνικου τρόπου πήρε τη θέση του παλαιού δημιουργικού κοσμοπολιτισμού των Ελλήνων της διασποράς. Και οι “ποικίλες δράσεις των στοχαστικών προσαρμογών”, ίδιον κατά τον Καβάφη του Ελληνισμού, εξαφανίστηκαν δίνοντας ό,τι πιο άχρωμο και άοσμο στον σημερινό κόσμο μας, τον νεοελληνικό του 21ου αιώνα. Συγχρόνως φέραμε βαρέως στις πλάτες μας και με κάθε τρόπο αρνηθήκαμε την παράδοσή μας, τη σημαντικότερη ίσως στον κόσμο. Έτσι βολευτήκαμε στη νωθρότητα και αγκαλιάσαμε σαν ξιπασμένοι επαρχιώτες ό,τι ξένο. Καμία δημιουργική στάση, καμία σύνθεση, μόνο μιμητισμός. Όμως η συρρίκνωση του Ελληνισμού γίνεται ακόμα πιο φανερή στις ημέρες μας, όταν δούμε τα δημογραφικά στοιχεία. Κάθε χρόνο μειωνόμαστε με τέτοιο τρόπο που ισοδυναμεί με την απώλεια μιας πόλης όπως η Καλαμάτα και δεν μπορούμε να προσδιορίσουμε τι θα είναι αυτό που θα ανατρέψει μια τέτοια δημογραφική διολίσθηση, η οποία δεν είναι δύσκολο να φανταστούμε τι θα επιφέρει σε πενήντα με ογδόντα χρόνια.

Μ’ αυτά τα δεδομένα, αλλά με γνώση και φρόνηση, με τα μάτια ανοιχτά και την ψυχή σε βρασμό, να εορτάσουμε και να συνεορτάσουμε την 25η Μαρτίου. Και ας αγκαλιάσουμε το μήνυμα που δίνει ένα από τα σημαντικότερα ευρωπαϊκά γεγονότα του 19ου αιώνα. Πως η Ελευθερία μόνο με την κόψη μετριέται του σπαθιού την τρομερή.

Το Ίδρυμα Τάκης Σινόπουλος ‒ Σπουδαστήριο Νεοελληνικής Ποίησης με την ευγενική χορηγία και συνεργασία της Τράπεζας Πειραιώς αποφάσισε τη συμμετοχή στον εορτασμό της εθνικής παλιγγενεσίας με την πραγμάτωση ανθολογίας ποιημάτων που έχουν ως πηγή έμπνευσης το 1821. Έτσι αξιωθήκαμε σήμερα να δώσουμε στο αναγνωστικό κοινό την ανθολογία μας που φέρει τον τίτλο : Χαίρε, ω χαίρε Ελευθεριά! Ο Αγώνας του 1821 στην Ελληνική και Ξένη Ποίηση.

Όμως ποιος είναι ο λόγος της ποίησης για ένα τόσο μεγάλο ιστορικό γεγονός, γιατί επελέγη από εμάς στην επετειακή μας κατάθεση, και τι μπορεί να αρθρώσει η ποίηση όταν στέκεται απέναντι στο 1821;

Βαθύτατη πεποίθησή μας είναι πως η ποίηση, μετά το μεγαλειώδες γεγονός της Ελληνικής Επανάστασης, μετράει και αποτυπώνει τον βαθύ πόθο της ελευθερίας με το ανάστημα του θανάτου, και τότε γίνεται γνήσια, αιχμηρή, παρηγορητική και απελευθερωτική. Γίνεται η έκφραση του αγωνιζόμενου έθνους αποκαλύπτοντας το τρομερό πρόσωπο του εξαίσιου εγχειρήματος. Η επιβεβαίωση έρχεται ήδη από τους πρώτους στίχους του «Ύμνου εις την Ελευθερίαν»: «Σε γνωρίζω από την κόψη / του σπαθιού την τρομερή, / σε γνωρίζω από την όψη / που με βία μετράει τη γη».

Προς τον σκοπό αυτό, έγινε ανάθεση σε δύο εξαίρετους νέους φιλολόγους, οι οποίοι διερεύνησαν, με τη στήριξη όλων μας, τα ελληνικά και ξένα ποιητικά πράγματα και έκαναν την επιλογή, την καταγραφή και τον εκτεταμένο σχολιασμό του υλικού. Τα ευρεθέντα τεκμήρια —άλλοτε γνωστά ποιήματα της δημοτικής και λόγιας ελληνικής γραμματείας, άλλοτε σπάνια μικρά αριστουργήματα, σχεδόν χαμένα στα άδυτα του ποιητικού μας χρυσωρυχείου— καθώς και η ξένη ποίηση, έκφραση του φιλελληνικού κινήματος συνθέτουν τον παρόντα τόμο.

Ας μου επιτραπεί, χωρίς οι αμφιβολίες να βαραίνουν τον σχολιασμό μου, να εικάσω πως το βιβλίο μας, που αποτελεί ταπεινή απότιση φόρου τιμής στους ανθρώπους, Έλληνες και Ξένους, που αγωνίστηκαν για την Ελευθερία της Ελλάδας, θα μακροημερεύσει, θα το αγκαλιάσουν πολλά χέρια και πολλές ματιές, θα συγκινήσει μελλοντικές γενιές. Έτσι το χαρίζουμε σήμερα στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό με την ελπίδα πως έστω και λίγο μπορεί να προσφέρει στη σκέψη και να συγκλονίσει την ψυχή των συμπολιτών μας. Και ίσως κάτι να θυμίσει, που αν ξεχαστεί θα μας πονέσει.

Θα ήθελα από τη θέση αυτή να εκφράσω θερμές ευχαριστίες στην Τράπεζα Πειραιώς και ιδιαίτερα στον πρόεδρό της κ. Γιώργο Χατζηνικολάου. Σε όλα τα μέλη του ΔΣ του Ιδρύματος, κι ιδιαίτερα στον Γιάννη Πατίλη, που είχε την αρχική έμπνευση καθώς και σημαντικό μέρος του σχεδιασμού, στον Κώστα Κουτσουρέλη που στάθηκε καίριος στις κρίσιμες στιγμές της δημιουργίας του έργου μας, στις κυρίες Λίλιαν Αθυμαρίτου και Αναστασία Κλάρα , στον Γιώργο Ζεβελάκη και στον Στέλιο Χαραλαμπόπουλο, καταθέτω την ευγνωμοσύνη μου. Στην ποιήτρια και ζωγράφο Ηρώ Νικοπούλου για τα κοσμήματα , στην βιβλιοθηκονόμο μας κ. Νούλα Κουκίδου και στον Μάνο Κουμή τις ευχαριστίες όλων μας. Ευχαριστίες στον φιλόλογο και ποιητή Συμεών Σταμπουλού, και στον ηθοποιό και σκηνοθέτη Πολύκαρπο Πολυκάρπου για την πολύτιμη προσφορά τους. Ευχαριστίες στον Δήμο της Νέας Ιωνίας που εδώ και 25 χρόνια μας στηρίζει ηθικά και υλικά σε κάθε μας βήμα. Αφήνω στο τέλος τον φιλόλογο και ποιητή, ανθολόγο, επιμελητή και σχολιαστή. Είναι ο δημιουργός του παρόντος πονήματος, του βιβλίου μας. Ένα μεγάλο ευχαριστώ οφείλουμε στον ξεχωριστό φίλο και συνεργάτη μας Θανάση Γαλανάκη.

ΞΑΝΘΟΣ ΜΑΪΝΤΑΣ

Νέα Ιωνία, 13 Οκτωβρίου 2021

Τό παράδειγμα τῆς Μαίρης Ὄλιβερ καί ἡ αἱμομεικτική κακοποίηση μικρῶν παιδιῶν στήν ποίηση

Εἰσαγωγή, Μετάφραση, Ἐπίμετρο, Νατάσα Κεσμέτη

Ἐπειδή τό θέμα τῶν ποιημάτων πού ἀκολουθοῦν εἶναι περισσότερο ἀπό ἀκανθῶδες, θεώρησα πώς πρέπει νά προηγηθοῦν οἱ λόγοι πού μέ ὁδήγησαν στό νά τά διαλέξω, καί κατόπιν νά ἀκολουθήσουν οἱ μεταφράσεις. Μπορῶ νά βεβαιώσω τόν ἀναγνώστη πώς οὔτε ἡ εἰλικρίνεια τῆς Ἀμερικανίδας ποιήτριας, οὔτε ἡ γενναιοδωρία τῆς καρδιᾶς της, οὔτε ἡ διακριτική λεπτότητα τῆς πνευματικότητάς της κινδυνεύουν νά θιγοῦν ἀπό τούτη τήν εἰσαγωγή. Οὔτε ἐπίσης θά χαθεῖ τό ξάφνιασμα πού μᾶς προκαλεῖ ἡ καλή ποίηση, μέ ὅποιο θέμα κι ἄν ἔχει νά κάνει. Καθώς ὅμως ἡ ἐλαφρότητα μέ τήν ὁποία προσεγγίζονται σήμερα, ἴσως ὅσο ποτέ ἄλλοτε, τά ζοφώδη μυστήρια τοῦ ἀνθρώπου, αἰσθάνομαι πώς ὀφείλω νά τονίσω πώς δέν εἶναι τοῦ καθενός νά προχωρεῖ στίς μεγάλες σκοτεινιές τῆς ἀνθρώπινης ψυχῆς, πόσο μᾶλλον νά τίς ἐκθέτει γράφοντας γι’ αὐτές – καί δή ποιήματα!


Θεώρησα ἀκόμη πώς μποροῦν νά ἀποτελέσουν ὁδοδεῖκτες σ’ἕνα ἐπίφοβο καί κρημνῶδες μονοπάτι, πρωτίστως ἀποτρέποντας τούς ἀνέτοιμους καί ἀνώριμους νά τό πάρουν, μιμούμενοι, ἴσως, τό παράδειγμά της. Ἡ πρώτη ἀποτροπαϊκή λειτουργία ἀφορᾶ στήν προληπτική φροντίδα τοῦ ἀποπειρώμενου νά χειριστεῖ μοιραῖες πληγές ὡς ὑλικό ποίησης, κάτι ἐπισφαλές γιά τήν ψυχική του ἰσορροπία, ἰδιαίτερα στούς καιρούς μας. Ἡ δεύτερη ἀποτροπαϊκή προειδοποίηση ἔχει νά κάνει μέ τήν διασφάλιση τοῦ ποιητικοῦ γεγονότος – τήν ἴδια τήν ποιητική πράξη. Καί τοῦτο, ἐπειδή τά βογγητά τῆς ὀδύνης καί τοῦ μίσους μπορεῖ νά δίνουν μικρή ἀνακούφιση σέ ἐξόχως ἀλγεινά τραύματα, δέν δημιουργοῦν ὅμως ἀπό μόνα τους τέχνη. Μᾶλλον τήν καταστρέφουν. Τό διατύπωσε θαυμάσια ὁ Φρόστ. (περισσότερα…)

Στο κάτοπτρο του μύθου

Σχόλια πάνω στην ποιητική σύνθεση της Αυγής Λίλλη, Στην άκρη μια ουρά (Θράκα 2021)

του ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΝΙΚΟΛΑΪΔΗ

Με την τρίτη κατά σειρά ποιητική κατάθεσή της Στην άκρη μια ουρά, η Αυγή Λίλλη συγκροτεί έναν πολυσήμαντο ποιητικό χώρο, στον οποίο τα ήδη κατακτημένα όπλα μιας σπαρακτικής διακειμενικότητας, μιας ανατρεπτικής όρασης και κυρίως μιας βίαιης αποστακτικής επεξεργασίας του λόγου οξύνονται ακόμη περισσότερο. Όπως, καταδεικνύει τόσο ο τίτλος όσο και η καλαίσθητη εκδοτική της ανά χείρας συλλογής-συνθετικού ποιήματος, η Αυγή Λίλλη διαλέγεται δημιουργικά με τον γνωστό, σκοτεινό μύθο της μικρής γοργόνας του Χανς Κρίστιαν Άντερσεν. Πιο συγκεκριμένα, ο διάλογος εντοπίζεται αφενός στον άνισο αγώνα με τον χρόνο που επιβάλλεται προοδευτικά, τραυματικά και αδιαπραγμάτευτα στην ύπαρξη και αφετέρου στον αρχέγονο έρωτα, ο οποίος αν και δρα προς στιγμήν εξισορροπητικά στην έντονη παρουσία του θανάτου, προβάλλει, εντούτοις, αντιθετικά και επίμονα από τη μια το τυραννικό δράμα του ανικανοποίητου, ανεκπλήρωτου κι από την άλλη το δράμα της αναπόφευκτης φθοράς του τελειωμένου. Το βιβλίο αυτό, με άλλα λόγια, αποτελεί, κατά την άποψή μου, μια σύνοψη ιδεών που αναπηδά από βιώματα έρωτα και απώλειας και συμπυκνώνει αισθητικά τη βιολογική, αλλά και ποιητική ωρίμανση της ποιήτριας, η οποία μοιάζει να εισέρχεται σε μια εποχή αποχαιρετισμού του έρωτα. (περισσότερα…)

Το Τρούμαν Σόου, η Αίγυπτος και οι δικτατορίες στον 21ο αιώνα

001

~.~

του ΜΥΡΩΝΑ ΖΑΧΑΡΑΚΗ

Στη γνωστή και βραβευμένη ταινία The Truman show που σημείωσε θριαμβευτική υποδοχή όταν πρωτοπροβλήθηκε το 1998, ένας νεαρός ενήλικας, ο Τρούμαν, βρίσκεται εν αγνοία του σε μια αλλόκοτη κατάσταση: ολόκληρη η ζωή του, ακόμη και όταν τρώει, ντύνεται ή κοιμάται, είναι ένα ριάλιτι που παρακολουθούν με κομμένη την ανάσα εκατομμύρια άνθρωποι σε όλον τον κόσμο. Όλα όσα έζησε, ένιωσε και έκανε, οι φίλοι, οι έρωτες και τα παιδικά του χρόνια, δεν ήταν παρά ένα ψέμα, ένα σόου με σενάριο και τη σκηνοθεσία κάποιου φιλόδοξου και παρανοϊκού σκηνοθέτη. Ώσπου γνωρίζει την Σύλβια, μια κοπέλα που εμφανίζεται στην τεχνητή “ζωή” του αλλά προσπαθεί να του πει όλη την αλήθεια, οπότε την απομακρύνουν γρήγορα από κοντά του. Τελικά, εκείνη αποχωρεί από το ριάλιτι και γίνεται ακτιβίστρια μιας οργάνωσης που επιμένει πως ο Τρούμαν πρέπει να μάθει την αλήθεια, με το σύνθημα «ελευθερώστε τον Τρούμαν». Όταν ο Τρούμαν ανακαλύπτει (σταδιακά) τι του συμβαίνει, ο “σκηνοθέτης” επιχειρεί με κάθε τρόπο να τον πείσει να παραμείνει σε αυτό το σίριαλ, φτάνοντας μέχρι και στο σημείο να δημιουργήσει τεχνητή “θαλασσοταραχή”, ώστε να τον εκφοβίσει, ρισκάροντας ακόμη και την ίδια του τη ζωή (εξάλλου, του έχουν προκαλέσει υδροφοβία). Όταν τελικά βλέπουν ο ένας τον άλλον, ο σκηνοθέτης τον προτρέπει να μείνει μέσα στο τεχνητό και προστατευμένο περιβάλλον που του έχει φτιάξει, διότι είναι πολύ καλύτερο από τον πραγματικό κόσμο. Ωστόσο, ο Τρούμαν γνωρίζει και του είναι πια αδύνατο να έχει την παλιά του “αθωότητα”. Αν όμως ο Τρούμαν γνωρίζει, αυτό δεν σημαίνει ότι κατανοεί τον τρόπο που λειτουργεί ο πραγματικός κόσμος, ούτε ότι θα μπορούσε να ζήσει σε αυτόν. (περισσότερα…)