Συντάκτης: il Notaro

Μακριά από το Μόναχο

*

του ΦΩΤΗ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ

Tο δίσεκτο έτος 2008 κυριαρχεί ακόμα η μονοπολική αισιοδοξία. «Ηγέτης όλου του κόσμου, είμαι εγώ» σκέπτονται οι ΗΠΑ και θέλουν το ΝΑΤΟ όχι απλώς να επεκταθεί, αλλά να γίνει ει δυνατόν παγκόσμιο: μια πλανητική συμμαχία δημοκρατιών που ασπάζονται τις δυτικές φιλελεύθερες αξίες. Οι δημοκρατίες, σύμφωνα με τη θεωρία της «δημοκρατικής ειρήνης», δεν κηρύσσουν πόλεμο η μία εναντίον της άλλης. Το καθεστώς αυτό  εξυπηρετεί αποφασιστικά την κυρίαρχη δημοκρατική χώρα, τις ΗΠΑ. Και έτσι αποφασίζουν, μεταξύ άλλων, να πιέσουν τους βορειοατλαντικούς συμμάχους τους να ασπασθούν στην προσεχή διάσκεψη κορυφής στο Βουκουρέστι, τη Γεωργία και την Ουκρανία, ως επίσημα υποψήφια μέλη. Αξίζει να αναφερθεί ότι τότε, η συντριπτική πλειονότητα των Ουκρανών είναι ακόμα αντίθετη με την ένταξη της χώρας τους στο ΝΑΤΟ.  Έναν μήνα πριν τη διάσκεψη, ο νεοεκλεγείς Μεντβέντεφ, πρόεδρος μιας Ρωσίας που ανακτά τον γεωπολιτικό δυναμισμό της, και έχει ήδη καταπιεί επεκτάσεις του ΝΑΤΟ προς Ανατολάς για τις οποίες είχε διαβεβαιωθεί περί του αντιθέτου, λέει αυτολεξεί στους FT: «Δεν είμαστε χαρούμενοι για τις εξελίξεις σχετικά με τη Γεωργία και την Ουκρανία. Θεωρούμε ότι είναι εξαιρετικά προβληματικό για την υπάρχουσα δομή της ευρωπαϊκής ασφάλειας. Θα ήθελα να τονίσω ότι κανένα κράτος δεν μπορεί να είναι ευχαριστημένο όταν έχει εκπροσώπους ενός στρατιωτικού μπλοκ στο οποίο δεν ανήκει, να πλησιάζουν τα σύνορά του». Αυτό είναι το σκεπτικό, ever since, και επαναλαμβάνεται σε όλους τους δυνατούς τόνους.

Τους όρους «δομή», «αρχιτεκτονική ασφαλείας», τους διαβάζουμε άπειρες φορές. Σε κανέναν μας δεν αρέσουν, καθώς αντανακλούν γεωπολιτικές και αμυντικές/εξοπλιστικές διαδράσεις μεταξύ μεγάλων δυνάμεων εις βάρος, συχνά και δυστυχώς, των επιδιώξεων (λιγότερο δυνατών) ανεξάρτητων κρατών. Όμως, έτσι είχαν, έχουν και θα έχουν πάντοτε τα πράγματα. Και ακόμη περισσότερο αυτό ισχύει για τη Ρωσία, η οποία συνορεύει με 14 ανεξάρτητα κράτη, και αθεράπευτα αυταρχική καθώς είναι, θεωρεί την ιδέα της «δημοκρατικής ειρήνης» που βρίσκεται πίσω από την επέκταση του ΝΑΤΟ, μια ουτοπία που φέρνει ισχυρό στρατό δίπλα της. (περισσότερα…)

Στη «σωστή πλευρά της ιστορίας»; Η υποδοχή ενός κειμένου

*

του ΦΩΤΗ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ

Την περασμένη Παρασκευή, το Νέο Πλανόδιον δημοσίευσε ένα κείμενό μου με τίτλο «Η εξήγηση και η δικαιολόγηση του ρωσοουκρανικού πολέμου». Διατύπωσα την –εδώ που τα λέμε, όχι και τόσο πρωτότυπη– άποψη ότι ο πόλεμος αυτός θα μπορούσε να έχει αποτραπεί εάν η δυτική πολιτική είχε χειριστεί το ζήτημα διαφορετικά και ιδίως εάν κατανοούσε τα κόκκινα καμπανάκια που χτυπούσε ο αντίπαλος. Το συμπέρασμα αυτό μου φαινόταν (και εξακολουθεί να μου φαίνεται) ολωσδιόλου αυτονόητο. Στη διπλωματία, όπως και στη ζωή γενικότερα, είναι σημαντικό να κατανοείς την οπτική του αντιπάλου. Στην περίπτωση της Ρωσίας, όχι μόνον δεν έγινε αυτό, αλλά η Δύση (πρωτίστως οι ΗΠΑ) παρασύρθηκε σε απανωτά σφάλματα κρίσης που είχαν τραγικά αποτελέσματα για την Ουκρανία.

Εν πάση περιπτώσει, κατόπιν της δημοσίευσης είχα την τιμή να ανταλλάξω απόψεις με σοβαρότατους φιλελεύθερους πανεπιστημιακούς ή ανεξάρτητους αναλυτές, οι οποίοι, ευγενικά, αναγνώρισαν προτερήματα στην ανάλυσή μου, φροντίζοντας ωστόσο, όπως ήταν λογικό και αναμενόμενο, να τονίσουν και τη διαφωνία τους σε επιμέρους σημεία ή στα γενικότερα συμπεράσματα. Αυτή ήταν η θετική πλευρά.

Διότι κατά τα άλλα, η ιδιωτική μου αλληλογραφία κατακλύστηκε και συνεχίζει να κατακλύζεται από χυδαιότητες και απειλές που ντρέπομαι και να επαναλάβω, προερχόμενες, κυρίως, από απρόσκλητους συνομιλητές. Χαρακτηριστικά, και αυτό εξηγεί τον συναισθηματισμό της ανάρτησης, ένας έφθασε να μου γράψει ότι δεν θα έλεγα τις ίδιες «αφηρημένες ηλιθιότητες» εάν «σε ένα από τα σεντόνια βρισκόταν καλυμμένο το παιδί μου»! Η επωδός όλων: Υποστηρίζω ουσιαστικά τον Πούτιν και δικαιολογώ τον πόλεμό του… Δικαιολογώ τα εγκλήματα πολέμου, τις φρικωδίες κατά των αμάχων και τα εκατομμύρια των προσφύγων…

Ξύνω πραγματικά το κεφάλι μου για να καταλάβω από πού κι ώς πού μου επιφυλάχθηκε αυτή η τόσο ξεχωριστή θέση στην κόλαση. Διότι μόνον ιεροεξεταστική λογική μπορεί να διέπει την ακατανίκητη προσπάθεια των «φίλων» μου, παρά τις μύριες διαβεβαιώσεις μου περί του αντιθέτου, να σκάψουν βαθιά στην ψυχή μου και να αποσπάσουν την ομολογία μου, την αληθινή απάντηση που ως αιρετικός φρόντισα να συγκαλύψω, στο ένα και μοναδικό ερώτημα: είμαι με τον Πούτιν ή είμαι με τους Ουκρανούς;

Το ερώτημα πώς φθάσαμε ώς εδώ και τι μπορεί να γίνει τώρα, είναι, φαντάζομαι, αδιάφορο. Για το δικαίωμα να ασκήσω κριτική στη Δύση, όχι ως εχθρός, αλλά ως φιλελεύθερο τέκνο της (γιατί αν τρέφω οποιαδήποτε ελπίδα για λύση έρχεται από εκεί), δεν μπορεί να γίνει ούτε λόγος.

Το μοναδικό θέμα είναι λοιπόν η καταδίκη της εισβολής. Ας εξηγήσω, για άλλη μια φορά. Δεν μπορώ να συμφωνήσω σε αυτό, όχι βέβαια επειδή θεωρώ την εισβολή δίκαιη/επιτρεπτή/ηθική, αλλά, αρχικά, για τον απλούστατο λόγο ότι δεν ξέρω αν υπάρχει έστω ένας πόλεμος που σταμάτησε, ως δια μαγείας, επειδή καταδικάστηκε ως άδικος. Ο συμβολισμός της καταδίκης σπάνια είναι τόσο ισχυρός ώστε να αφοπλίζει έναν αντίπαλο ο οποίος θεωρεί ότι διεξάγει δίκαιο πόλεμο. Αντιθέτως, υπάρχουν πολλοί πόλεμοι οι οποίοι αποφεύχθηκαν επειδή οι δυνητικοί αντίπαλοι κατέληξαν σε αμοιβαίες υποχωρήσεις, αφού κατανόησαν την κανονιστική οπτική της άλλης πλευράς.

Κυρίως όμως δεν συμφωνώ επειδή βλέπω ότι, στην προκειμένη περίπτωση, οι όροι της ηθικής μας στράτευσης κινδυνεύουν να φέρουν τα ακριβώς αντίθετα αποτελέσματα από αυτά που επιδιώκουμε. Παρακαλώ αναλογιστείτε τι κάνουμε τώρα. Έχοντας το «ηθικό πλεονέκτημα» (συγγνώμη για τον προφανή συνειρμό, αλλά περί αυτού πρόκειται) που μας δίνει η ταύτιση με τον δίκαιο αγώνα των Ουκρανών, και καθώς δεν θέλουμε να αφήσουμε τους αμυνόμενους ανυπεράσπιστους αλλά θέλουμε να τους δείξουμε την έμπρακτη αλληλεγγύη μας, τους εξοπλίζουμε και τους παροτρύνουμε σε μάχη μέχρις εσχάτων απέναντι σε έναν εχθρό με σαφή υπεροπλία, χωρίς να βλέπουμε ουσιαστική προοπτική στον αγώνα τους και χωρίς την παραμικρή δέσμευση ότι θα πολεμήσουμε στο πλευρό τους.

Και καλά όλα αυτά στην αρχή του πολέμου. Τώρα που μάλλον θα βλέπουμε τον ρωσικό στρατό να καταφεύγει ολοένα και περισσότερο σε μεθόδους δοκιμασμένες σε προηγούμενες συγκρούσεις, να ακολουθεί δηλαδή το εξαιρετικά βάναυσο, αλλά δυστυχώς πολύ επιτυχημένο, στρατηγικό σχέδιο που εφάρμοσε στη Συρία και το Γκρόζνι, ποιο πρακτικό νόημα θα έχει η καταδίκη του Πούτιν και η «αλληλεγγύη» με τους Ουκρανούς; Δεν αξίζει να αναρωτηθούμε ποιο είναι τελικά το μέγεθος της καταστροφής που είμαστε διατεθειμένοι να επιτρέψουμε (και να εκλογικεύσουμε) προκειμένου να υπακούσουμε στο περί δικαίου αίσθημά μας, αντί να σκεφθούμε πολύ πιο απλά τι ωφελεί πραγματικά τον αδύνατο, ποιοι πρέπει να κάτσουν στο τραπέζι και τι πρέπει να συζητήσουν; Διότι, όπως τα γεγονότα αποδεικνύουν, ο ιός της χιλιετίας φαίνεται να μην διέγραψε τη μνήμη και τη λογική βάσει της οποίας δρουν οι μεγάλες δυνάμεις. Και είναι βέβαιο ότι ο πόλεμος μπορεί να σταματήσει, νωρίτερα και πρωτίστως, μέσω της συνεννόησης Ηνωμένων Πολιτειών και Ρωσίας.

Τώρα που οι βαναυσότητες θα διαδέχονται η μία την άλλη, θα μείνουμε λοιπόν με την ελπίδα ότι ο εχθρός, κάπου, στο βάθος-βάθος, ίσως και ηττηθεί; Φαντάζομαι ότι το αποτέλεσμα θα αξίζει, αφού το μόνο που έχει σημασία είναι να είμαστε στη «σωστή πλευρά της ιστορίας», στραγγαλίζοντας κάθε φωνή που τολμήσει να πει κάτι διαφορετικό. Όσο για εμένα, ας πάρω τη θέση που μου αξίζει στην κόλαση.

ΦΩΤΗΣ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ

*

Στέφανος: Μιὰ ἐπιλογὴ ἀπὸ τὴν Παλατινὴ Ἀνθολογία (μτφρ. Μαρία Μαρκαντωνάτου)

*

Ἡ Παλατινὴ Ἀνθολογία περιλαμβάνει 3.700 ἐπιγράμματα, 17 αἰώνων (ἀπὸ τὸν 7ο αἰ. π.χ. ἕως τὸν 9ο αἰ. μ.χ). Τὸ ἔργο χρωστᾶμε στὸν πρωθιερέα τοῦ Παλατίου στὴν Κωνσταντινούπολη, Κωνσταντίνο Κεφαλᾶ. Ὁ ἀνθολόγος βασίστηκε στὶς ἀρχαῖες συλλογὲς τοῦ Μελεάγρου, Φιλίππου καὶ Ἀγαθία, ἀλλὰ καὶ σὲ ἄλλες νεότερες, καθὼς εἶχε στὴ διάθεσή του τὶς πλούσιες βιβλιοθῆκες τῆς Πόλης. Στὸ κλίμα διαφωτισμοῦ ποὺ ἐπικράτησε μὲ τὸν Φώτιο (Βυζαντινὴ Ἀναγέννηση, τὸν 9ο αἰ.), ὁ Κεφαλᾶς ἀνθολόγησε μὲ κριτήριο τὴν αἰσθητικὴ ἀξία τῶν ἐπιγραμμάτων ἤ τὶς πολύτιμες ἀναφορές τους. Τὸ χειρόγραφο βρέθηκε τὸ 1606, σὲ βιβλιοθήκη τῆς Χαϊλδεβέργης, πρωτεύουσας του Παλατινάτου, Γερμανικοῦ Πριγκιπάτου (ἐξ οὗ Παλατίνη ἤ Παλατινή, γνωστὴ ὡς Ἑλληνικὴ Ἀνθολογία).

Ἡ Παλατινὴ Ἀνθολογία, ποὺ ἀποτελεῖται ἀπὸ δεκαπέντε βιβλία, περιέχει ποιήματα ἐρωτικά, ἐπιτύμβια, ἀναθηματικά, συμποτικά, σκωπτικά, παίγνια κ.λ.π. Προσφιλὲς ἀνάγνωσμα τοῦ Καβάφη, τοῦ ἔδωσε ἐρεθίσματα γιὰ τὴ δική του ποίηση, καὶ δικαίως θεωρεῖται μακρινὴ διδάσκαλός του. Παρακάτω δίνουμε τὸν δικό μας ἐλάχιστο Στέφανο, βασισμένον στὸ ἔργο τοῦ ἀείμνηστου Ἀνδρέα Λεντάκη, μὲ τὸν τίτλο 500 ποιήματα ἀπὸ τὴν Παλατινὴ Ἀνθολογία, Δωρικός, 1988 (β’ έκδοση).

Στὴ μετάφραση φροντίσαμε νὰ μὴν ἀπομακρυνθοῦμε ἀπὸ τὸ πρωτότυπο, καὶ νὰ κρατήσουμε, κατὰ τὸ δυνατὸν, κάτι ἀπὸ τὸν ρυθμό.

ΜΑΡΙΑ ΜΑΡΚΑΝΤΩΝΑΤΟΥ

~.~

V 83. ΑΓΝΩΣΤΟΥ

Εἴθ’ ἄνεμος γενόμην , σὺ δ’ ἐπιστείχουσα παρ’ ἀγὰς
στήθεα γυμνώσαις, καὶ με πνέοντα λάβοις.

Ἄνεμος νὰ γινόμουν ἄχ, κι’ ἐσὺ σ’ ἀκροθαλάσσι περπατώντας
τὸ στῆθος νὰ γυμνώσεις, καὶ πνέοντα νὰ μὲ πάρεις.

~.~ (περισσότερα…)

Φίλοι άφωνοι στο μαύρο αστερωμένοι

του ΚΩΣΤΑ ΖΩΤΟΠΟΥΛΟΥ

Διονύσης Σέρρας, Οι κήποι της απόδρασης,
Ποιήματα 1992–2007, Γαβριηλίδης

Ο Διονύσης Σέρρας (1947) γεννήθηκε στη Ζάκυνθο και σπούδασε ελληνική φιλολογία στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών.  Υπηρέτησε στην Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση (1974–2001). Από το 1978 έχει εκδώσει ποιητικές συλλογές, δοκίμια, μεταφράσεις αρχαίων Ελλήνων λυρικών ποιητών, βιβλιογραφικές εργασίες και ανθολογίες ποιημάτων. Επίσης, από το 1995 συνεχίζει την έκδοση του ζακυνθινού περιοδικού Επτανησιακά Φύλλα που είχε ιδρύσει το 1945 και εξέδιδε ως τον θάνατό του ο ιστορικός, λαογράφος και λογοτέχνης Ντίνος Κονόμος (1918–1990). Ο Σέρρας εντάσσεται τόσο ως προς τη χρονολογία γέννησης όσο και ως προς τη χρονολογία έκδοσης του πρώτου βιβλίου του στην 3η μεταπολεμική γενιά, τη λεγόμενη και «Γενιά του 70». Η ποιητική του συλλογή «Οι κήποι της απόδρασης» είναι το ενδέκατο στη σειρά ποιητικό του βιβλίο.

Η ποιητική του πορεία διακρίνεται από διαρκή συνομιλία με τις μεγάλες ποιητικές μορφές της νεότερης γραμματείας. Στην πρώτη του ποιητική συλλογή Διπλές φωνές υπάρχουν τρία εκτενή ποιήματα για τον Καβάφη, ενώ και μόνο ο τίτλος της δεύτερης συλλογής Ωδή στον Διονύσιο Σολωμό, της τέταρτης συλλογής Έξι γραφές για τον Σεφέρη, καθώς και του ποιήματος Τριώδιο σιωπής για τον Ανδρέα Κάλβο της συλλογής του Σταγόνες σε μαύρο λευκό,  δηλώνουν αυτή τη συνομιλία.  Επίσης, στα ποιήματά του υπάρχουν άμεσες αναφορές και σε μεταγενέστερους ποιητές όπως, για παράδειγμα, ο Μίλτος Σαχτούρης και ο Νίκος Καρούζος.

Ο Διονύσης Σέρρας έχει διαμορφώσει ένα ευδιάκριτο προσωπικό ιδιαίτερο ύφος που το διακρίνει η πυκνότητα και η λιτότητα του λόγου και στο οποίο δεσπόζουν οι αποφθεγματικές εκφράσεις. Ο φιλολογικός του οπλισμός αποτελεί δημιουργικό εργαλείο για τις ποιητικές του συνθέσεις με αναγωγές του λόγου του στην αρχαιοελληνική ποιητική παράδοση και στους μεγάλους ποιητές της νεότερης Ελλάδας. Έχοντας μεταφέρει στη σύγχρονη ελληνική έργα του Αρχίλοχου, του Αλκαίου, της Σαπφούς, του Ίβυκου και του Ανακρέοντος και βασιζόμενος και στη λόγια και στη δημώδη ποιητική παράδοση, έχει κατορθώσει να αφομοιώσει λειτουργικά ρυθμούς και μέτρα αυτών των παραδόσεων σε σύγχρονες ποιητικές μορφές. Το έργο του διακρίνεται από ρομαντικό πνεύμα και φέρει σαφείς απόηχους της ποίησης του Σολωμού και του Κάλβου. (περισσότερα…)

Βύρων !

*

Ποιος τάχα θα προσφάιζε τραγιά στη Βαρυμπόμπη,
αντί πουτίγκες ζουμερές στου Κέημπριτζ το λόμπυ;
Μονάχα ένας φιλέλληνας, ο ποιητής ο Βύρων,
πού ’χει του Μάρτη τη θωριά, την ευωδιά των μύρων.

Ο ποιητής ο Βύρωνας από την Αγγλετέρα,
ράχες, ρουμάνια πιλαλά την αυγινήν ημέρα.
Το γιόμα ελαχτάριζε να πίνει ολίγο τσάι,
σ’ ένα λιθάρι τσέστερφιλντ, τη σπάθα του ακουμπάει.

Έπλεκαν τα μαλλάκια του, χρυσοκλωνιάς καρούλια,
να τα φθονούν τα παγανά, να τα ματιάζει η πούλια.
Κάθε γουλίτσα πού ’πινε, εστέναζε «oh, nice!
στίλβωσε, μπάτλερ, τ’ άρματα πριχού πορίσει ο Μάης…»

Τον ποιητή φιλέλληνα από την Εσπερία,
με κάθε έτερο φιλί η Φιλική Εταιρεία,
μέλωνε το κορμάκι του σ’ ένα βαρύ μαράζι
κι έγερνε η φέρμελη στη γη και το χρυσό τσαπράζι.

Δασά δασά οι καστανιές, λιανό τ’ ανεμοβρόχι,
χαρά σ’ εκείνον που έσπειρε σ’ ένα λιακό μετόχι.
Λαχτάραγε η καρδούλα του τη μολυβένια Όσσα,
βάραγε ντέφι η φυλλωσιά με μπακιρένια γρόσα.

Κι ένα πουλί γλυκολαλεί κι ένα πουλάκι λέει,
ξυπνάτε, ορέ κλεφτόπουλα, κάθε σκλαβί του μπέη!
Ανάθεμα τη σπάθα σας, ορέ παλιοζαγάρια,
με μπλάβα ντύσανε τις νιές τ’ αγαρηνά χατζάρια!

ΠΑΓΩΝΑ ΞΕΝΑΚΗ

*

Πώς γεμίζει ένα μυθιστόρημα

*

του ΦΩΤΗ ΔΟΥΣΟΥ

Στην αρχή του μυθιστορήματος του Σεφέρη Έξι Νύχτες στην Ακρόπολη (εκδ. Ερμής), ο Στράτης, alter ego του ποιητή και χαρακτήρας μέσα από το πρίσμα του οποίου παρακολουθούμε τα τεκταινόμενα, διατυπώνει ένα αφηγηματολογικής φύσεως αξίωμα. Λέει χαρακτηριστικά (φωτίζοντας ίσως και μια όψη του συγγραφικού αδιεξόδου στο οποίο έχει περιέλθει) ότι ο ίδιος δεν μπορεί να γράψει μυθιστόρημα επειδή δεν τα καταφέρνει στις περιγραφές. Και, σύμφωνα με τη άποψή του, ένα μυθιστόρημα «γεμίζει με περιγραφές». Σήμερα μπορεί να φαντάζει έως και απλοϊκή με τέτοια εντύπωση. Ένα μυθιστόρημα γεμίζει με χίλια δυο πράγματα, σκεφτόμαστε. Και κυρίως με την πλοκή, με τις δράσεις, με όσα γίνονται μέσα του.

Ωστόσο το ζήτημα που θέτει ο Στράτης πάει λίγο βαθύτερα. Η περιγραφή σε ένα λογοτεχνικό κείμενο μπορεί να ιδωθεί και ως μια συνεκδοχή του ύφους. Πρόκειται για πεδίο όπου το συγγραφικό ύφος αποκαλύπτεται σε όλο του το μεγαλείο. Όχι ότι το ύφος δεν αποτυπώνεται και στους υπόλοιπους αφηγηματικούς τρόπους, αλλά με την περιγραφή δίνεται χώρος στη γλώσσα, συχνά παρατηρούμε ότι εδώ τα σχήματα λόγου πλεονάζουν, η δράση παγώνει, η αφήγηση δίνει την αίσθηση ότι ακινητοποιείται. Δεν υπάρχει το άγχος να προχωρήσει η ιστορία μπροστά. Βρισκόμαστε σε μια στιγμή αφηγηματικής παύσης (αλήθεια μπορεί να γεμίσει ένα μυθιστόρημα μόνο με παύσεις; Δεν θα έμοιαζε τότε με ένα εκτεταμένο, λεκτικό 4΄33΄;΄).

Άρα μήπως εδώ μπορούμε να ανιχνεύσουμε ένα συγκεκαλυμμένο ερώτημα πάνω στη δυναμική του ύφους ως κατασκευαστική δύναμη για το μυθιστόρημα; Ο Στράτης είναι σαν να παραδέχεται ότι δεν ξέρει πώς να γράψει ένα μυθιστόρημα, όχι απλώς πώς να το γεμίσει. Δεν έχει ξεκλειδώσει, δεν έχει βρει, δεν έχει κατακτήσει τους υφολογικούς κώδικες του έργου που θέλει να γράψει. Δεν έχει ορίσει τι σχήμα θα πάρουν οι συναισθηματικές και ιδεολογικές δυνάμεις που λυσσομανούν μέσα του. Βρίσκεται ουσιαστικά σε στάδιο τοκετού. (περισσότερα…)

Η εξήγηση και η δικαιολόγηση του ρωσοουκρανικού πολέμου

*

του ΦΩΤΗ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ

Ας διακρίνουμε την προσπάθεια εξήγησης από την προσπάθεια δικαιολόγησης ενός πολέμου. «Εξηγώ» πώς προκύπτει ένας (ας πούμε εδώ: διακρατικός) πόλεμος αξιοποιώντας, συνήθως, γενικές παρατηρήσεις για τη φύση των διεθνών σχέσεων, μαζί με ιστορικά ακριβείς περιγραφές των συνθηκών που οδηγούν στο ξέσπασμά του. Όταν η συζήτηση αφορά τη «δικαιολόγηση» ενός πολέμου, καλούμαι κατά κανόνα να λάβω θέση ανάμεσα σε δύο αδρώς διακριτές ηθικές στάσεις: α) τον πασιφισμό, ο οποίος, μέσες-άκρες, τονίζει ότι κανένας πόλεμος δεν μπορεί να δικαιολογηθεί ηθικά (υπάρχει πάντα κάποια ανώτερη, μη-βίαιη, εναλλακτική) ή β) την υποστήριξη του «δίκαιου πολέμου», της ιδέας, δηλαδή, ότι, μερικές φορές, είναι ηθικά επιτρεπτό ένα κράτος να διεξαγάγει πόλεμο με κάποιο άλλο. Χωρίς κανένα σχόλιο, θα προχωρήσω παραβλέποντας την πασιφιστική θέση.

Η εξήγηση και η δικαιολόγηση αποτελούν, οπωσδήποτε, διαφορετικά αντικείμενα εργασίας. Στην πρώτη περίπτωση, ασκώ το δικαίωμα του παρατηρητή των εμπολέμων, στη δεύτερη περίπτωση, εκείνο του θιασώτη. Από τη θέση του παρατηρητή, προσωπικά, αναγνωρίζω την υπεροχή της «ρεαλιστικής» κατανόησης των διεθνών σχέσεων. Σύμφωνα με τη ρεαλιστική σχολή: α) ο πόλεμος και η ηθική δεν έχουν καμία εγγενή σχέση μεταξύ τους και β) το διεθνές περιβάλλον είναι υπό μια έννοια «άναρχο», αφού απουσιάζει μία αξιόπιστη ή αποτελεσματική διεθνής κανονιστική αρχή ικανή (τουλάχιστον επί του παρόντος) να ρυθμίσει τα «αντικειμενικά» δικαιώματα των μεμονωμένων κρατών της γης. Με άλλα λόγια, τα κράτη είναι στην ουσία μόνα τους και σμιλεύουν συμμαχίες ή διεξάγουν πόλεμο με βασικό γνώμονα τα δικά τους λελογισμένα συμφέροντα. Η περιγραφική δύναμη της ρεαλιστικής παράδοσης συνδέεται με τη σταθερή επιτυχία της θεωρητικής θέσης (β) να παρέχει πειστικές εξηγήσεις για το ξέσπασμα ενός πολέμου. Βρίσκω λιγότερο πειστική τη θεωρητική θέση (α). Αυτό αξίζει, ίσως, έναν σύντομο σχολιασμό. (περισσότερα…)

Γιώργος Δουατζής, Στιγμές

*

«Ταυτίζουν τη γαλήνη με την αδράνεια, οι αδαείς», είπε η σύντροφός του. Και ο κύριος Ευχέτης συγκατένευσε: Προφανώς δεν έμαθαν πόσο κόπο και δρόμο απαιτεί η κατάκτηση της γαλήνης, της ψύχραιμης ματιάς, της εν τω βάθει ηρεμίας, πόση δουλειά με τον εαυτό και διάλυση των στερεοτύπων που φυλακίζουν τη σκέψη, αλλά βολεύουν τους εφησυχασμένους. Έτσι κι οι «λογοτέχνες του ανώδυνου λόγου», όπως είπε κι ένας σκεπτόμενος κριτικός λογοτεχνίας, οι οποίοι υπάρχουν μέσα στη μεγαλειώδη ανυπαρξία τους…

Θέλει γενναιότητα η δημιουργία. Συνταράσσει. Θέλει αγάπη και τόλμη η μοιρασιά. Θέλει αγιοσύνη πέρα από θρησκείες. Θέλει να σε βρίσκει έτοιμο η Ποίηση, όταν έρχεται πάντα απρόσκλητη, και σε καλεί να καταγράψεις τη ματιά στον εαυτό, τον διπλανό, τον κόσμο, με τον δικό σου τρόπο. Θέλει μουσικότητα, σκέψη αιχμηρή, πόνο, κάματο. Θέλει βουτιά σε σκληρές αλήθειες και σένα έτοιμο να αποδεχθείς την όποια αναίρεσή τους. Θέλει γνώση της γλώσσας, απλότητα, μακριά από δύσμορφους γρίφους, τάχα ποιητικούς.

Κι όμως, αξίζει τον κόπο η κατάκτηση της ψυχραιμίας αναλογίστηκε ο κ. Ευχέτης, αναλογιζόμενος την πρόσφατη περιπέτεια της υγείας του, τη μιζέρια, τις ελλείψεις του συστήματος Υγείας που γνώρισε σε δημόσιο νοσοκομείο. Ήταν ένα ακόμα μάθημα η πιθανότητα έλευσης του τέλους, για να διαπιστώσει ότι ο φόβος κάθε τέλους παλεύεται με τη σκέψη. Με της συνειδητή επανάληψη της αφοβίας μπρος στον θάνατο, αυτή –ως φαίνεται– περνάει στο ασυνείδητο και όσο και να σε ξαφνιάσει ένα απρόοπτο γεγονός υγείας, ο φόβος εξαλείφεται.

Ξάφνιασε ακόμα μια φορά τον κ. Ευχέτη η απόλυτη ηρεμία του σε κάθε ενδεχόμενο τέλος καταστάσεων, πραγμάτων, ζωής. Διότι όλα κάνουν τον κύκλο τους, αρχίζουν, υπάρχουν, τελειώνουν. Η αποδοχή της πραγματικότητας δεν είναι ηττοπάθεια, σκέφτηκε, κι έπιασε πάλι το μολύβι ήρεμος με τη βεβαιότητα ότι δεν θα μείνει λευκή ακόμα μια σελίδα. (περισσότερα…)

Ποιοι κυβερνούν αυτόν τον κόσμο;

*

του ΣΩΤΗΡΗ ΓΟΥΝΕΛΑ

Βρισκόμαστε σήμερα στο σημείο όπου ο λεγόμενος νεοφιλελευθερισμός επιβάλλει την αντίληψη του ανθρώπου-καταναλωτή, του ανθρώπου-παραγωγού και του ανθρώπου-επιχειρηματία κι έτσι παραμερίζει αν δεν μηδενίζει τον άνθρωπο-πρόσωπο και τον άνθρωπο-υπεύθυνο πολίτη που συνυπάρχει με τον συνάνθρωπο. Καλλιεργείται έτσι ένας ολοκληρωτισμός και κάτι σαν θρησκεία που εγκαθιδρύει λυσσαλέα ανταγωνιστικότητα και μόνιμη μέριμνα για μεγιστοποίηση κερδών.

Εν μέσω μιας τέτοιας πραγματικότητας που είναι αμφίβολο πόσο την παρακολουθούν οι λαοί, ακούσαμε το πρώτο διάγγελμα του Πούτιν που απευθυνόταν προς όλο τον κόσμο και βεβαίως προς τη Δύση.

Και ενώ από το πρωί ως το άλλο πρωί τα ΜΜΕ ανά τον κόσμο καταγγέλλουν οποιαδήποτε ενέργεια των Ρώσων ως εχθρική και αντίθετη με το διεθνές Δίκαιο, ελάχιστα συζητείται η επιθετικότητα της Δύσης απέναντι στη Ρωσία. Οι εξαγγελίες του νεοεκλεγέντος αμερικανού προέδρου Μπάιντεν από καιρό στοχεύουν τον Πούτιν και τη χώρα του και δημιουργούν κλίμα ψυχροπολεμικό, λες και δεν έφτανε αυτό που είχε επικρατήσει τόσα χρόνια μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Οπωσδήποτε μια αναπτυσσόμενη (ξανά) Ρωσία και μάλιστα μετασοβιετική, δυσχεραίνει την περαιτέρω εδραίωση της παντοδυναμίας των Ηνωμένων Πολιτειών στον κόσμο και την εξακολούθηση της κυριαρχίας τους σ’ αυτόν. Παρ’ όλο που θα έπρεπε να είναι πασιχαρείς αφού ο εξ αυτών ή αν θέλετε, γενικότερα, ο εκ δυσμών πηγάζων καπιταλισμός και το σύστημά του εισέδυσε λάβρος σε όλο τον κόσμο, κομμουνιστικό και μη, και μάλιστα όχι μονάχα στη Ρωσία αλλά και στην Κίνα που από μια άποψη παρουσιαζόταν πιο επαναστατική από την «μητέρα» της.

Μα φαίνεται πως το παιχνίδι δεν είναι μονάχα οικονομικό (κατά βάσιν οικονομίστικο) αλλά και στρατιωτικό και πολιτικό και πλουτοπαραγωγικό. Αποβαίνει μάλιστα σκληρότερο όσο η αληθινή πνευματική-πολιτιστική πραγματικότητα ανθρώπων και λαών περιθωριοποιείται ή συρρικνώνεται (αν όχι παραμορφώνεται) αφήνοντας τα ανθρώπινα όντα έρμαια ενός αδηφάγου υλισμού, και καταναλωτισμού που βοηθούμενος από την προέλαση της τεχνοκρατίας ζητά να συνοψίσει στον άξονα παραγωγή-κατανάλωση το Νόημα της ζωής. (περισσότερα…)

Gottfried Benn, Γάλλοι

*

Επιμέλεια στήλης – Μετάφραση ΚΩΣΤΑΣ ΑΝΔΡΟΥΛΙΔΑΚΗΣ

Βεβαιότητα! Βεβαιότητα! Φώναξε ο Πασκάλ, αγγίζοντας με το χέρι το πανωφόρι του, πάνω στο ραμμένο φυλαχτό με το σημείωμα: «Θεός του Αβραάμ, Θεός του Ισαάκ, Θεός του Ιακώβ – όχι των φιλοσόφων και των λογίων» – έτσι άρχισε ο 17ος αιώνας, ο αγώνας του για μια νέα βεβαιότητα, όταν άρχισε η παλαιά, η θρησκευτική να κλονίζεται, και η ταξική της αυλής είχε ήδη αμφισβητηθεί. Αλλά η βεβαιότητα τούτη δεν προήλθε από τον κόλπο του Αβραάμ και δεν οδήγησε στο Μυστήριο που τόσο λαχταρούσε ο Πασκάλ· εκείνο που ήλθε ήταν η ασφάλεια μέσω του νου, με τη σαφή σκέψη που διαπερνά τον εαυτό της και η οποία έγινε από την εποχή του Καρτέσιου το κριτήριο της πραγματικότητας όλων των όντων.

Ο Μπλαιζ Πασκάλ που γεννήθηκε το 1623, αισθάνθηκε καταστάσεις και σκέψεις που είναι σε μας τους σύγχρονους πολύ οικείες. «Nous ne vivons jamais, mais nous espérons de vivre». Θα έπρεπε να το μεταφράσομε: «Δεν ζούμε καθόλου, απλώς ελπίζομε πάντα, και πείθομε τους εαυτούς μας πως θα ζήσομε αύριο ή μεθαύριο». Βρίσκομε σ’ αυτόν προτάσεις πραγματικής γνώσης, προτάσεις οι οποίες με την οριστικότητά τους μοιάζουν να σταματούν τη ροή των πραγμάτων: «Γνωρίζω κάτι για την τάξη και μάλιστα όσο λίγοι άνθρωποι. Τα Μαθηματικά την τηρούν αλλά τα Μαθηματικά είναι στο εσώτατο βάθος τους άχρηστα». Ή: «Μόλις παραιτηθεί ο άνθρωπος από τη διασκέδαση, από το κυνήγι της επιτυχίας, του κύρους, της εξουσίας, του χρήματος, γεννιέται στην ψυχή του η ανία, μια μαύρη θλίψη, η έγνοια, η απελπισία». Είναι η μελαγχολία, μια υπαρξιακή, πνευματικά καθορισμένη μελαγχολία, που δεν μπορεί πια να αποφασίσει να κατέλθει σε μιαν αυτοπραγμάτωση στη ζωή και στη δράση αλλά και δεν έχει πραγματοποιήσει ακόμη τη μεταγενέστερη σκέψη του Κόσμου της μορφής και της έκφρασης. «Moi haïssable» – Το Εγώ είναι μισητό – και: «Ο άνθρωπος έχει προφανώς παραπλανηθεί και έχει εκπέσει από τον αληθινό του τόπο, χωρίς να μπορεί να τον ξαναβρεί, τον αναζητεί παντού ανήσυχος και χωρίς επιτυχία, στα αδιαπέραστα σκοτάδια», δηλαδή μια βαθειά, διχασμένη  μελαγχολία, και είναι ενδιαφέρον να δούμε, πώς η στροφή προς τη θρησκευτικότητα, στην οποία προχώρησε ο Πασκάλ – όπως 200 χρόνια αργότερα ο Κίρκεγκωρ – δεν κατάφερε να τη θεραπεύσει, ενώ η στροφή προς το αισθητικό πεδίο, την οποία υπέδειξε ο Νίτσε, μας φαίνεται ότι ανταποκρίνεται στην εποχή μας και την εκπληρώνει. (περισσότερα…)

Νίκος Χρυσικόπουλος, Τέσσερα ποιήματα από τον «Δεκάλογο των Χρωμάτων»


*

Ερυθρός

ο Ξένος:

ανάμεσα Άρη κι Αφροδίτη
η Γη μου εγκλωβισμένη
σε μια σκιά πορφυρή

η ζωή μου εδώ
απ’ τον εωσφόρο στον έσπερο
χωρίς την ενδιάμεση μέρα,
από ράγισμα σε ράγισμα
μια αιώνια φωτιά στον ουρανό

απ’ τον πόθο στο πάθος
ένας κόκκινος ποταμός
πάει κι έρχεται
ρέει σαν να μην ρέει
ρέων στέρεος ποταμός (περισσότερα…)

Τρεις Εβραίοι της Ουκρανίας

*

Του ΗΛΙΑ ΜΑΛΕΒΙΤΗ

Την παραμικρή ιδέα δεν είχα κατά πούθε πέφτει το Ρόβνο, όταν το πρωτοαντίκρισα στο Κόκκινο ιππικό του Ισαάκ Μπάμπελ. Εκείνος έγινε η αφορμή να το αναζητήσω στον χάρτη της τότε Ουκρανικής Σοβιετικής Δημοκρατίας, μα και ταυτόχρονα να το τοποθετήσω και σ’ έναν άλλο χάρτη, νοητό, της πολωνο-ουκρανικής εβραίϊκης ανθρωπομυρμηγκιάς, που αιώνες ζούσε κατά κείνα τα μέρη με την ιδιαίτερη γλώσσα της, τα γίντις, τις παραδόσεις και τις Γραφές της, τις συναγωγές και τους ραβίνους της, την ευσέβεια και τις αμαρτίες της. Ένας μικρός κρίκος ανάμεσα σε αρίφνητους άλλους, γνωστούς ή άσημους, της μεγάλης και μακριάς πολυάνθρωπης αρμαθιάς των ζωντανών και κεκοιμημένων Εβραίων της ανατολικής Ευρώπης, σαν το Γκόραϋ του άλλου ξακουστού Ισαάκ (Μπάσεβις Σίνγκερ), το Τερνοπόλ, και το γενέθλιο Οκόπυ του Μπάαλ Σεμ Τοβ –του γεννήτορα του χασιδισμού ραβίνου Ισραέλ μπεν Ελιέζερ–, το Μπουσάτς του Σμουέλ Αγκνόν· το Ρόβνο της μάνας του Αμός Οζ (Ιστορία αγάπης και σκότους) που δεν ήθελε να ξαναγυρίσει πίσω εκεί, μα ούτε και να νοσταλγήσει ή να πενθήσει («όχι, όχι, δεν πενθώ γι’ αυτό που υπήρχε και χάθηκε αλλά γι’ αυτό που ποτέ δεν υπήρχε»)· κι ακόμα τις πολύβουες μεγαλουπόλεις, σαν το Λβίου (Λβουόφ), το Κίεβο και το Χάρκοβο, την Οντέσσα, την κοσμοπολίτικη και πολύεθνη.

Και, παρ’ όλο που η γραφή ξεκόρμισε και θέλει επίμονα να ξεστρατίσει προς τα κει, δεν θα λοξοδρομήσω απ’ όσα η μνήμη τραγικά ανακάλεσε με αφορμή την βίαιη επικαιρότητα της ρώσικης εισβολής στην Ουκρανία και μ’ έσπρωξε να γράψω. Για τρεις Εβραίους από της Ουκρανίας τα μέρη, που από πολύ νωρίς, άμεσα και παθιασμένα, αδιάρρηκτα μα και καταλυτικά συνέδεσαν την ζωή και τις τύχες τους με την γέννηση και το θεμέλιωμα της νέας σοβιετικής τους πατρίδας· καθείς όμως με τον δικό του τρόπο και την δική του στάση, μα και καθείς λαβαίνοντας διάφορα τα επίχειρα ή τις αμοιβές από την ίδια σοβιετική πατρίδα.

Στην –λανθασμένα αρχαιοελληνοπρεπώς αποκληθείσα– Οδησσό λοιπόν (μιας κι η ομώνυμη ελληνική αποικία βρισκόταν χαμηλότερα, στην Βάρνα, ενώ ετούτος ο συνοικισμός γειτόνευε με την Όλβια στον Βορυσθένη/Δνείπερο) γεννήθηκε ο Ισαάκ Μπάμπελ, ο νεώτερος μα κι ο πρώτος από τους Εβραίους Ουκρανούς που ανέσυρε η θύμηση. Κι ίσως ο βαθύτερος λόγος για την πρωτιά αυτή να σχετίζεται με την συχνή –κι ολόσυχνα ολοτρύφερη– μνημόνευση της εβραϊκής ταυτότητας, δικής του και του τόπου όπου ξετυλίγεται κι η δράση του πιο γνωστού στην Δύση βιβλίου του (Το κόκκινο ιππικό)[1].

«Νεκροταφείο σ’ ένα μικρό εβραιότοπο! Η Ασσυρία και το γεμάτο μυστήριο αργοσάπισμα της Ανατολής, στους σκεπασμένους με αγριάδες κάμπους της Βολίν!… (περισσότερα…)