Παράνοια και εξουσία

*

του ΚΩΣΤΑ ΜΕΛΑ

~.~ 

 «Έχουμε καταλάβει εδώ και καιρό ότι ο Πρόεδρος Τραμπ διαθέτει ένα αποδιοργανωμένο μυαλό και μια χαοτική προσωπικότητα. Αυτό που έχουν αναδείξει οι τελευταίοι μήνες, και ιδιαίτερα οι τελευταίες εβδομάδες, είναι ότι οι παθολογίες του προέδρου είχαν καταρρακτώδεις επιπτώσεις εντός της διοίκησής του. Η μεγαλομανία, η παρορμητικότητα, η ασυνέπεια και η πλήρης αποστασιοποίηση του Τραμπ από την πραγματικότητα έχουν γίνει κρατική πολιτική. Έχουν εγκατασταθεί στην αμερικανική διοίκηση. Έχουν θεσμοθετηθεί.»
Jonathan Rauch – Peter Wehner,
«The Trump Administration Is in a Psychotic State»,
NEW YORK TIMES, 10.4.2026

Το βιβλίο Μάζα και Εξουσία[1] (Masse und Macht, 1960) αποτελεί το κορυφαίο δοκίμιο του νομπελίστα Ελίας Κανέττι, το οποίο ολοκλήρωσε μετά από έρευνα δεκαετιών. Στο βιβλίο αυτό, ο Κανέττι αναλύει τη δυναμική της ομαδοποίησης και της μαζοποίησης των ανθρώπινων κοινωνιών καθώς και τη φύση της εξουσίας.

Σύμφωνα με την ανάλυση του, ο άνθρωπος έχει έναν έμφυτο φόβο για το «άγγιγμα» του ξένου. Η μαζοποίηση είναι η μόνη κατάσταση όπου αυτός ο φόβος εξαφανίζεται, καθώς όλα τα διαφορετικά άτομα αποβάλλουν τις διαφορές τους και αισθάνονται σαν ένα ενιαίο σώμα χρησιμοποιώντας ως μέσο την «εκφόρτιση» (Entladung). Τα παραπάνω χαρακτηρίζουν τη φύση της μάζας.

Ευρισκόμενες σε αυτή την κατάσταση οι μάζες επιδιώκουν τη συνεχή αύξηση τους, θέλουν πάντα να μεγαλώνουν και δεν αναγνωρίζουν τα φυσικά όρια στην ανάπτυξή τους: την ισότητα, η οποία λειτουργεί ως λυτρωτική κατάσταση απέναντι στον «φόβο της επαφής» που αισθάνεται το άτομο στην καθημερινότητα, την πυκνότητα δεδομένου ότι με τον τρόπο αυτό επιδιώκεται η μέγιστη δυνατή συσπείρωση ώστε να μην υπάρχει κενό ανάμεσα στα μέλη της, και τον προσανατολισμό προς έναν στόχο ή μια κατεύθυνση για να διατηρήσει τη συνοχή της και να αποφύγει την αποσύνθεση. Τα παραπάνω χαρακτηριστικά προσδιορίζουν την ορμή της μάζας. Κεντρικό σημείο στην ορμή της μάζας είναι η εκφόρτιση. Πρόκειται για τη στιγμή που όλα τα άτομα που την αποτελούν αποβάλλουν τις διαφορές τους και αισθάνονται ως ένα ενιαίο σώμα. Χωρίς αυτή την εκφόρτιση, η μάζα δεν μπορεί να υπάρξει στην πλήρη, δυναμική της μορφή.

Στη συνέχεια ο Κανέττι, συνδέει την εξουσία με το ένστικτο της επιβίωσης. Ο «Επιζών» είναι αυτός που στέκεται όρθιος ανάμεσα στους νεκρούς, και αυτή η στιγμή αποτελεί την αρχέγονη μορφή της εξουσίας. Χαρακτηριστική είναι η αναφορά των Ντελέζ- Γκουατταρί[2] στην ταινία Λώρενς της Αραβίας (1962) του Ντέηβιντ Λιν, και συγκεκριμένα στην σκηνή που διαδραματίζεται μετά την κατάληψη της Άκαμπα: «Το βράδυ, ύστερα από τη μάχη, ο ταγματάρχης Λώρενς ξαπλώνει στη σειρά τα νέα γυμνά πτώματα πάνω στο συμπαγές σώμα της ερήμου». Η στιγμή της επιβίωσης αποτελεί την γενεσιουργό αιτία της εξουσίας.  Η εξουσία γεννιέται από τη στιγμή που κάποιος στέκεται όρθιος ανάμεσα σε νεκρούς. Ο ηγέτης αισθάνεται ανώτερος επειδή εκείνος επέζησε ενώ άλλοι χάθηκαν. Αυτή η «στιγμή του επιζώντος» είναι η απόλυτη ηδονή της εξουσίας. Όμως, για τον Κανέττι η φύση της εξουσίας είναι παρανοϊκή. Στη συνέχεια της σκηνής που αναφέρθηκε παραπάνω, ο σκηνοθέτης δείχνει ότι ο Λώρενς βρίσκεται σε μια κατάσταση ψυχολογικής κατάρρευσης και εσωτερικής σύγκρουσης, έχοντας έρθει αντιμέτωπος με τη βία του πολέμου. Η διάταξη των πτωμάτων με μια σχεδόν «τελετουργική» ή «αισθητική» τάξη υπογραμμίζει την αποξένωσή του από την πραγματικότητα και την αρχόμενη ψύχωση ή την εμμονή του με την εικόνα του ως «μεσσία» ή «τιμωρού». Για τον Κανέττι η φύση της εξουσίας είναι παρανοϊκή! Αυτή η μετατροπή στο σκεπτικό του, ακολουθεί την ακόλουθη ψυχολογική διαδρομή.

Η ανάλυσή του επικεντρώνεται στο πώς ο ηγέτης (αυτός που διατάσσει) μετατρέπει τον φόβο του θανάτου σε διαταγές προς τους άλλους, καταλήγοντας συχνά σε μια κατάσταση παράνοιας προκειμένου να διατηρήσει τον έλεγχο. Όμως κάθε διαταγή που δίνει ο ηγέτης είναι ένα αγκάθι στο στήθος του. Για να απαλλαγεί από το βάρος και τον φόβο που του προκαλεί η ευθύνη του θανάτου (καθώς οι διαταγές του συχνά οδηγούν στον θάνατο άλλων), τις μεταφέρει στους υφισταμένους του. Η διαταγή είναι ουσιαστικά μια μετατοπισμένη απειλή θανάτου. Όμως ο ηγέτης γνωρίζει ότι οι διαταγές του προκαλούν πόνο και ταπείνωση. Αρχίζει να φοβάται ότι οι άλλοι θα στραφούν εναντίον του για να τον «τιμωρήσουν». Όσο περισσότερες διαταγές δίνει, τόσο περισσότερο φοβάται την εκδίκηση. Άρα ο ηγέτης διακατέχεται από τον φόβο της ανταπόδοσης. Προκειμένου να εξουδετερώσει αυτόν τον φόβο, γίνεται καχύποπτος με τα πάντα. Βλέπει παντού εχθρούς και συνωμοσίες. Η διολίσθηση στην παράνοια είναι το επόμενο βήμα του, διότι η παράνοια είναι ο μηχανισμός άμυνας του[3]. Πιστεύει ότι μόνο αν ελέγχει τα πάντα και αν εξοντώσει προληπτικά κάθε πιθανή απειλή, θα μπορέσει να παραμείνει ο «τελευταίος επιζών». Στο τέλος, ο ηγέτης παγιδεύεται σε έναν φαύλο κύκλο: περισσότερη εξουσία σημαίνει περισσότερες διαταγές, οι οποίες φέρνουν περισσότερο φόβο, που με τη σειρά του απαιτεί ακόμα πιο ακραία παράνοια για να κατασταλεί.

Ο Κανέττι αφιερώνει ένα ολόκληρο κεφάλαιο στο τέλος του βιβλίου στην περίπτωση του δικαστή Ντάνιελ Πάουλ Σρέμπερ, ο οποίος έπασχε από σχιζοφρένεια και έγραψε τα Απομνημονεύματα ενός νευρασθενούς[4]. Για τον Κανέττι, ο Σρέμπερ δεν είναι απλώς ένας ασθενής, αλλά το «καθαρό υπόδειγμα» του πολιτικού ηγέτη.

Ιδού πώς συνδέει την παράνοια του Σρέμπερ με την παθολογία της εξουσίας. Ο Σρέμπερ πίστευε ότι ο κόσμος είχε καταστραφεί και ότι εκείνος ήταν ο μοναδικός άνθρωπος που απέμεινε ζωντανός. Ο Κανέττι εξηγεί ότι αυτή η παραίσθηση είναι η απόλυτη επιθυμία κάθε εξουσιαστή: να είναι ο μόνος που στέκεται όρθιος, ενώ όλοι οι άλλοι έχουν εκμηδενιστεί. Είναι ο μοναδικός επιζών. Στην παράνοιά του, ο Σρέμπερ πίστευε ότι οι ακτίνες του Θεού τον ελέγχουν, αλλά και ότι ο ίδιος μπορεί να επηρεάζει το σύμπαν. Ο Κανέττι παραλληλίζει αυτό το δίκτυο με το σύστημα κατασκοπείας ενός δικτάτορα. Ο παρανοϊκός ηγέτης θέλει να «κατοικεί» μέσα στο μυαλό των υπηκόων του, να γνωρίζει κάθε τους σκέψη, όπως ο Σρέμπερ ένιωθε ότι ο Θεός εισβάλλει στο δικό του μυαλό.

Ο παρανοϊκός ηγέτης οργανώνει τις μάζες και τα «κοπάδια», τις μεν πρώτες τις μηχανοποιεί, τα δε δεύτερα τα συνδυάζει, τα αντιθέτει, τα χειραγωγεί. Τέσσερα είδη μάζας βασανίζουν το μυαλό του: το στράτευμά του, το χρήμα του, τα πτώματά του και η αυλή της πρωτεύουσας του. Κι αδιάκοπα μ’ αυτές δουλεύει: η μια μεγαλώνει σε βάρος της άλλης… Μ’ ότι κι αν καταπιαστεί, τα καταφέρνει πάντα σε μια απ’ αυτές τις μάζες. Σε καμιά περίπτωση δεν αρνιέται να σκοτώσει. Τα στοιβαγμένα μπροστά στο παλάτι του πτώματα είναι ένας μόνιμος θεσμός. Όλα τα παραπάνω συγκλίνουν στη μετατροπή των πάντων σε υπηκόους. Ο παρανοϊκός νιώθει διαρκώς ότι απειλείται από «εχθρικές δυνάμεις». Για να αμυνθεί, πρέπει να επιτεθεί πρώτος.

Ο Κανέττι δείχνει ότι ο παρανοϊκός ηγέτης δεν μπορεί να ανεχτεί καμία ανεξάρτητη ύπαρξη γύρω του· κάθε τι που δεν ελέγχεται από τον ίδιο, θεωρείται θανάσιμη απειλή. Συνεπώς αμύνεται επιτιθέμενος σε όλους. Δεν ακούει κανένα και θεωρεί ότι, όπως ο Σρέμπερ, έχει μια κοσμική αποστολή. Ο παρανοϊκός ηγέτης ενώ είναι μεγαλομανής ντύνει τον φόβο του για τον θάνατο με την ιδέα ενός «ανώτερου πεπρωμένου». Η παράνοια του επιτρέπει να δικαιολογεί τις πιο στυγερές πράξεις ως αναγκαίες για τη σωτηρία (τη δική του ή του κράτους).

Το συμπέρασμα του Κανέττι: η διαφορά ανάμεσα σε έναν τρόφιμο ψυχιατρείου (όπως ο Σρέμπερ) και έναν δικτάτορα (όπως ο Χίτλερ) δεν είναι η δομή της σκέψης τους, αλλά η δύναμη επιβολής. Ο δικτάτορας είναι ένας παρανοϊκός που πέτυχε να κάνει την παραίσθησή του πραγματικότητα για εκατομμύρια ανθρώπους.

///

[1] Elias Canetti, Μάζα και εξουσία, Ηριδανός , 1971.
[2] Ζιλ Ντελέζ- Φέλιξ Γκουατταρί, Καπιταλισμός και σχιζοφρένεια: Ο Αντι-Οιδίπους, Εκδόσεις Ράππα 1973, σ. 322.
[3] Για τον Σίγκμουντ Φρόυντ, η παράνοια δεν ήταν απλώς μια διαταραχή της σκέψης, αλλά ένας αμυντικός μηχανισμός του ψυχισμού απέναντι σε εσωτερικές συγκρούσεις που το άτομο δεν μπορεί να αποδεχτεί. Δες: Σίγκμουντ Φρόϋντ, Χειρόγραφο Η: Παράνοια, 24.1.1895, (Manuskript H: Paranoia),  Φόρουμ Ψυχανάλυσης του Λακανικού Πεδίου της Αθήνας. Μετάφραση του Χειρόγραφου Η υπάρχει και στο: Σίγκμουντ Φρόυντ, Οι απαρχές της ψυχανάλυσης, Ίνδικτος 2025, σ. 148-155. Ακόμη: Paranoia, https://www.freud.org.uk/exhibitions/paranoia/
[4] Daniel Paul Schreber, Memorie di un malato di nervi, Editore Adelphi, 1974. Ο Γιούνγκ ήταν ο πρώτος που αναγνώρισε την εξαιρετική σημασία αυτού του κειμένου, ήδη από το 1907, και το ανέφερε στον Φρόυντ ο οποίος το διάβασε το 1910. Ο Φρόυντ εντυπωσιάστηκε και ο ίδιος και αμέσως έγραψε στον Γιούνγκ ότι ο Σρέμπερ «έπρεπε να γίνει καθηγητής ψυχιατρικής». Η ανάγνωση αυτών των απομνημονευμάτων αποκρυστάλλωσε τη θεωρία του Φρόϋντ για την παράνοια και έτσι γεννήθηκε το διάσημο δοκίμιό του: «Ο πρόεδρος Σρέμπερ», στο Σίγκμουντ Φρόυντ, Τρία ιστορικά ασθενείας, Επίκουρος, 1995.

*

*

*