Η Γερμανία μεταξύ δύο πυρών

*

του ΚΩΣΤΑ ΜΕΛΑ

Φαίνεται ότι η ρήση του λόρδου Ισμέυ, πρώτου Γενικού Γραμματέα του ΝΑΤΟ  το διάστημα 1952-1957, «Keep the Russians out, the Americans in, and the Germans down», με την οποία εξηγούσε με απλό τρόπο τους πραγματικούς στόχους της συμμαχίας τότε, πέρα από το επιφαινόμενο, έχει τελικά διαχρονική αξία. Οι τελευταίες εξελίξεις, τόσο της Συνόδου των Αρχηγών της ΕΕ, όσο και της συνόδου των G7, δείχνουν, με αρκετή σαφήνεια, την (απόλυτη;) επικυριαρχία των αγγλοσαξονικών δυνάμεων της Δύσης, στο σημερινό γεωπολιτικό παίγνιο που εκτυλίσσεται στη δυτική ακτή της Ευρασίας, με αντίπαλο τη Ρωσία. ΗΠΑ και Βρετανία μέχρις σήμερα, έχουν επιβάλει τις απόψεις τους στις κύριες Ευρωπαϊκές χώρες αναφορικά με τον τρόπο αντιμετώπισης της Ρωσίας σε στενή συνεργασία με την Πολωνία και τις τρεις χώρες της Βαλτικής.

Το ίδιο συμβαίνει βεβαίως και στην ανατολική ακτή (Ειρηνικός – Ινδικός) όπου ο βασικός αντίπαλος εκεί είναι η Κίνα. Εδώ οι ΗΠΑ σε στενή συνεργασία με την Αυστραλία και την πανταχού παρούσα Βρετανία καθορίζουν την πολιτική αντιμετώπιση της Κίνας ενώ οι υπόλοιπες βασικές συμμαχικές χώρες (Ιαπωνία, Ν. Κορέα) μέχρι σήμερα ακολουθούν πιστά. Οι ΗΠΑ, με την αλλαγή της προεδρίας, επιχειρούν να ενδυναμώσουν τις σχέσεις τους με τις χώρες της περιοχής, εκτός από το επίπεδο της αμυντικής συνεργασίας (συμφωνία Αυστραλίας – Ηνωμένου Βασιλείου – ΗΠΑ (AUKUS)[1] και της γενικότερης συμφωνίας ( Αυστραλίας – Ιαπωνίας – Ινδίας – ΗΠΑ (QUAD)[2] και σε αυτό των οικονομικών σχέσεων. Σε αυτή την κατεύθυνση εντάσσεται η προσπάθεια δημιουργίας μιας US-ASEAN Comprehensive Strategic Partnership. Δηλαδή μια συμφωνία ανάλογη με την αντίστοιχη κινέζικη Regional Comprehensive Economic Partnership (RCEP).

Και στις δύο ακτές της Ευρασίας, είμαστε μάρτυρες της προσπάθειας που καταβάλλουν οι ΗΠΑ, μετά την απώλεια της κεντρικής Ασίας (Heartland), με τελευταία πράξη την αποχώρηση από το Αφγανιστάν, να διατηρήσουν τον έλεγχο της Ευρασίας μέσω του ελέγχου της περιφέρειας (Rimland).

Παραμένοντας σε όσα συμβαίνουν στη δυτική πλευρά της Ευρασίας, και με τις εξελίξεις στην Ουκρανία, έχει μεγάλο ενδιαφέρον να προσπαθήσουμε να προσεγγίσουμε τις συνέπειες αυτών των εξελίξεων στη μεγάλη ευρωπαϊκή δύναμη τη Γερμανία, η οποία δεσπόζει στο κέντρο της ευρωπαϊκής ηπείρου. Ισχύει ακόμη η ρήση του λόρδου Ισμέυ; Η απάντηση φαίνεται να είναι καταφατική. Μάλιστα η πίεση προς την Γερμανία εκδηλώνεται από δύο πλευρές στην παρούσα συγκυρία. Τόσο από τις ΗΠΑ όσο και από τη Ρωσία. Η πρώτη επιχειρεί να αποτρέψει οποιαδήποτε κίνηση σχετικής αυτονομίας στο γεωπολιτικό παίγνιο, η δε δεύτερη να προκαλέσει ισχυρές πιέσεις στην γερμανική οικονομία, μέσω της ενεργειακής εξάρτησης της από τις ρωσικές ροές. Είναι άμεσα κατανοητό ότι η πορεία προς την γεωπολιτική αυτονομία της Γερμανίας, στηρίζονταν στην οικονομική δύναμη της η οποία με την σειρά της ήταν συνάρτηση της φτηνής ρωσικής ενέργειας που εισέρρεε άφθονη. Η μεγάλη οικονομική δύναμη της Γερμανίας εξασφάλιζε την απόλυτη επικυριαρχία της στην υπόλοιπη Ευρώπη καθιστώντας την τον απαραίτητο παίκτη σε οποιοδήποτε σχεδιασμό ευρωπαϊκής ενοποίησης. Παράλληλα της έδινε τη δυνατότητα να αρχίσει το σχεδιασμό της πορείας που θα την καθιστούσε παράγοντα ισχύος στην Ευρώπη και όχι απλά έναν οικονομικό παίκτη μόνο με εμπορικά χαρακτηριστικά.

Είναι γνωστό, ότι η επανένωση της Γερμανίας επέφερε άρση όλων των δικαιϊκών τίτλων των Νικητριών Δυνάμεων. Τούτο σήμαινε, θεωρητικώς τουλάχιστον, τη διεθνοπολιτική χειραφέτηση της χώρας. Όμως η ΟΔΓ εξακολούθησε να δεσμεύεται από ορισμένους όρους όπως: απαγόρευση κατοχής ή ανάπτυξης βιολογικών, χημικών και πυρηνικών όπλων. Επίσης επαναβεβαίωση ότι το ΝΑΤΟ έχει και θα έχει πάντοτε τον πρωτεύοντα ρόλο στα ζητήματα και της νέας μεταψυχροπολεμικής «Ευρωπαϊκής Αρχιτεκτονικής Ασφαλείας» και ότι κάθε άλλη πρωτοβουλία επί θεμάτων Αμύνης και Ασφαλείας νοείται συμπληρωματικώς και όχι ανταγωνιστικώς προς το ΝΑΤΟ. Οι ΗΠΑ μετά την επανένωση της ΟΔΓ, την οποία επέτρεψαν, την ενθάρρυναν για ανάληψη μεγαλύτερης διεθνοπολιτικής ευθύνης και υπό μίαν έννοια, να αναλάβει η ΟΔΓ τον ρόλο της Περιφερειακής Δύναμης στην Ευρώπη. Με τον τρόπο αυτό θα ήταν οι Γερμανοί που θα επωμίζονταν τα οικονομικά βάρη της ανορθώσεως των κατεστραμμένων οικονομιών της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης και την ανάληψη καθηκόντων τάξεως και ασφαλείας στην περιοχή. Έτσι, σύμφωνα με τους αμερικανικούς σχεδιασμούς η Γερμανία έπρεπε να επωμισθεί την αποστολή αυτή διαθέτοντας τακτικούς χειρισμούς των οποίων τον στρατηγικό έλεγχο, όμως, θα εγγυάται η θεσμοθετημένη μέσω του ΝΑΤΟ, πρόσδεση της στο άρμα της Δύσης, δηλαδή των ΗΠΑ.

Η πρώτη άρνηση στους σχεδιασμούς των ΗΠΑ ήταν αυτή του καγκελαρίου Σραίντερ να συμμετάσχει στην επίθεση στο Ιράκ. Η μήνις των Αμερικανών προκάλεσε χαλύβδωση του λανθάνοντος εθνικού συναισθήματος της μεγάλης πλειοψηφίας του γερμανικού λαού. Εκφράσθηκαν ποικιλοτρόπως τα αντιαμερικανικά αισθήματα του. Ο καγκελάριος θέλησε να εντάξει την άρνησή του να συμμετάσχει στον πόλεμο του Ιράκ σε ένα γενικότερο θεωρητικό πλαίσιο αρχών άσκησης της εξωτερικής πολιτικής που συνοψιζόταν στην ασαφή εννοιολογικά διακήρυξη του περιβόητου Γερμανικού δρόμου. Οι Γερμανοί όφειλαν να βαδίσουν από εδώ και εμπρός τον δικό τους γερμανικό, αυτόνομο δρόμο στη διεθνή σκηνή.

Μετά τον πόλεμο του Ιράκ παρατηρείται μια διέγερση των γεωπολιτικών αντανακλαστικών των Ηπειρωτικών Ευρωπαϊκών Δυνάμεων έναντι κυρίως των αξιώσεων των ΗΠΑ. Έτσι, αναζητήθηκε συνεννόηση με την (γεωπολιτικά συγγενή) Ρωσία αλλά και με την Κίνα. Κατά βάση η συνεννόηση ήταν οικονομικής φύσεως. Η οικονομική συνεργασία με την Ρωσία θα εξασφάλιζε στην Γερμανία την πολυπόθητη ενέργεια από τα πετρέλαια και το φυσικό αέριο και επίσης ρωσικές αγορές για τα προϊόντα της. Η Ρωσία θα εξασφάλιζε σταθερές αγορές για τα πετρελαιοειδή της και τον ορυκτό πλούτο της στη Γερμανία και στις άλλες χώρες της Ευρώπης, με παράλληλη πρόσβαση στη σύγχρονη τεχνολογία και σε επενδύσεις από την Ευρώπη.

Χαρακτηριστική είναι η συμπεριφορά της Γερμανίας στα γεγονότα της Γεωργίας το 2008. Συγκεκριμένα το 2009, ακριβώς ένα χρόνο μετά την στρατιωτική επέμβαση της Ρωσίας στη Νότια Οσσετία και στην Αμπχαζία, η Α. Μέρκελ υπέγραψε «στρατηγική συνεργασία» για την μεγαλύτερη και βαθύτερη συνεργασία των δύο χωρών με στόχο το οικονομικό και βιομηχανικό συμφέρον τους. Παράλληλα θα πρέπει να αναφερθεί ότι η Γερμανία μέχρι τότε είχε αγνοήσει οποιαδήποτε ένσταση είχαν προβάλει οι Βαλτικές χώρες και η Πολωνία σχετικά με τη στενή συνεργασία της με την Ρωσία.

Οι σχέσεις Βερολίνου με την Ανατολική Ευρώπη και το Κρεμλίνο αποτελούν πρώτιστο μέλημα της γερμανικής διπλωματίας. Οι λόγοι είναι γεωπολιτικοί και γεωοικονομικοί. Η Ανατολική Ευρώπη είναι ο χώρος, με την πορεία του οποίου η Γερμανία έχει συνδέσει εδώ και δέκα αιώνες την ιστορική της ύπαρξη. Στο χώρο αυτό δοκιμάστηκαν όλες οι γεωπολιτικές θεωρίες περί ζωτικού χώρου που εκπονήθηκαν από τους Γερμανούς διαμορφωτές στρατηγικής.

Για την Γερμανία εξ άλλου, οι γεωπολιτικές και γεωστρατηγικές αναγκαιότητες αλλά και η μελέτη της Ιστορίας μαρτυρούν ότι τα ζωτικά εθνικά συμφέροντα της υπαγορεύουν στην χώρα αυτή να διατηρεί σχέση καλής συνεργασίας με την Ρωσία. Ακολουθώντας αυτό το δρόμο, ο Φρειδερίκος ο Μέγας της Πρωσίας, ο πρώτος καγκελάριος της ενοποιημένης Γερμανίας Όθων φον Μπίσμαρκ, οι καγκελάριοι Βίλλυ Μπραντ και Χέλμουτ Σμιτ αλλά και ο πρώτος Καγκελάριος της επανενωθείσης Γερμανίας Χέλμουτ Κολ επέτυχαν σημαντικές εθνικές επιτυχίες. Όποτε εγκαταλείφθηκε η πορεία αυτή, η Μεγάλη Δύναμη στο μέσον της Ευρώπης γνώρισε μεν πρόσκαιρους θριάμβους, αλλά υπέστη στο τέλος μεγάλα δεινά.

Ακόμη και με την εισβολή και κατάληψη της Κριμαίας από την Ρωσία, παρότι οι σχέσεις οξύνθηκαν και για πρώτη φορά η γερμανική εξωτερική πολιτική ενδύθηκε με γεωπολιτικά χαρακτηριστικά, αυτές οι σχέσεις δεν διακόπηκαν αλλά, μετά μια περίοδο αυτοσυγκράτησης και από τις δύο πλευρές, αποκαταστάθηκαν και διευρύνθηκαν και με το σχεδιασμό και την κατασκευή του αγωγού North Stream 2.

Οι ΗΠΑ από τις αρχές του 21ου αιώνα άρχισαν να αντιτίθενται, και να εκδηλώνουν αυτή τους την αντίθεση, στην προοπτική ενεργειακής εξάρτησης της Ευρώπης από τη Ρωσία. Οι ενεργειακές στρατηγικές ΗΠΑ και Ρωσίας βρίσκονται σε αντίθεση, και οι ενεργειακές συμφωνίες μεταξύ Γερμανίας και Ρωσίας φαίνεται ότι δημιούργησαν δεύτερες σκέψεις για την πλήρη ανεξαρτητοποίηση της Γερμανίας και για τη μετατροπή της σε μια αυτοδύναμη οικονομική και στρατηγική δύναμη στην Ευρώπη. Η εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία, ως αντίδραση στη συνεχή εξάπλωση του ΝΑΤΟ στα ανατολικά, ήταν η μεγάλη ευκαιρία των ΗΠΑ να βάλουν τέρμα σε κάθε σκέψη της Γερμανίας για αυτοδύναμη πορεία.

Παράλληλα η Ρωσία, υφιστάμενη σωρεία κυρώσεων, επιχειρεί πλέον να αντιδράσει όχι απλά αμυντικά, αλλά προσπαθώντας να δημιουργήσει ρήγματα στην ευρωπαϊκή συνοχή υπό τις ΗΠΑ, «βάλει» κατά της Γερμανίας και της οικονομίας της με δεδομένη τη μεγάλη εξάρτηση της από το ρωσικό φυσικό αέριο, αλλά και τον πρωτεύοντα και βασικό ρόλο της Γερμανίας στο ευρωπαϊκό οικοδόμημα, την ευρωζώνη και το ευρώ. Μην αυταπατόμαστε, χωρίς τη Γερμανία δεν υπάρχει ΕΕ.

Το καυτό ερώτημα που προκύπτει είναι τι πραγματικά πιστεύει η ρωσική ηγεσία για αυτή της την επιλογή και που έχει τοποθετήσει κατ’ αρχάς τα όρια αυτού του σχεδιασμού. Είναι σαφές ότι όπως κάθε σχεδιασμός έτσι και αυτός δεν μπορεί παρά να είναι δυναμικός και να προσαρμόζεται με βάση την εξέλιξη της πραγματικότητας. Το πιθανότερο είναι να θέλει να προκαλέσει αναστοχαστική διάθεση στη γερμανική πολιτική ηγεσία (κάτι που φαίνεται αρκετά δύσκολο αυτή την περίοδο με την κ. Μπαίρμποκ στο Υπουργείο Εξωτερικών) για κάποια μορφή διαπραγμάτευσης. Όμως δεν μπορεί κανείς να αποκλείσει ότι ο σχεδιασμός μπορεί να αποβλέπει στο γονάτισμα της γερμανικής οικονομίας και πρωτίστως της γερμανικής βιομηχανίας, επιφέροντας σκληρό χτύπημα στην πρώτη οικονομία της ευρωζώνης. Η κατάσταση είναι αναμφίβολα δύσκολη για την Γερμανία και ακόμη δυσκολότερη για το κοινό ευρωπαϊκό σχέδιο και την κύρια έκφρασή του: το κοινό νόμισμα.

ΥΓ. Ρήσεις όπως αυτές, της επιεικώς απαράδεκτης, Προέδρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ούρσουλας φον ντερ Λάυεν, «H Ρωσία μας εκβιάζει και χρησιμοποιεί το φυσικό αέριο ως όπλο», δείχνει την απόλυτη ανεπάρκεια (εκτός αν κάτι άλλο υποκρύπτεται…) της σημερινής ηγεσίας της ΕΕ, να αντιληφθεί την εξελισσόμενη πραγματικότητα.

ΚΩΣΤΑΣ ΜΕΛΑΣ

[1] Η συμφωνία καλύπτει βασικούς τομείς όπως η τεχνητή νοημοσύνη, ο κυβερνοπόλεμος, οι υποβρύχιες δυνατότητες και οι ικανότητες κρούσης μεγάλου βεληνεκούς. Περιλαμβάνει επίσης ένα κεφάλαιο πυρηνικής άμυνας, το οποίο ενδεχομένως περιορίζεται στις Ηνωμένες Πολιτείες και το Ηνωμένο Βασίλειο, όσον αφορά τις υποδομές. Οι Ηνωμένες Πολιτείες και το Ηνωμένο Βασίλειο θα βοηθήσουν την Αυστραλία να αναπτύξει και να παρατάξει πυρηνικά υποβρύχια, αυξάνοντας τη δυτική στρατιωτική παρουσία στην περιοχή του Ειρηνικού Ωκεανού.
[2] Στη Σύνοδο Κορυφής των χωρών της QUAD, στις 24 Σεπτεμβρίου 2021 στον Λευκό Οίκο, εκδόθηκε ανακοινωθέν το οποίο εστίαζε στη θετική ατζέντα των διαβουλεύσεων: κλιματική αλλαγή, πανδημία, καινοτόμες τεχνολογίες, κυβερνοασφάλεια, διάστημα και εκπαιδευτικές ανταλλαγές. Δεν υπήρξε καμιά αναφορά στην Κίνα. Οι χώρες που συμμετέχουν στην QUAD έχουν διαφορετικά συμφέροντα αναφορικά με την Κίνα, ενώ η Ινδία δεν είναι σύμμαχος των ΗΠΑ.
*

*

*