Η μεθόδευση της διαρκούς κρίσης

*

του ΑΓΓΕΛΟΥ ΧΡΥΣΟΓΕΛΟΥ

Μια κρίση που υποτίθεται ότι είχε παρέλθει αλλά επιστρέφει. Και μια κρίση στην οποία δεν διαφαίνεται κανένα τέλος. Η πανδημία έρχεται ξανά στο προσκήνιο με το πέμπτο (ή έκτο;) κύμα, καθώς τα κάποτε θαυματουργά εμβόλια χάρη στα οποία θα «παίρναμε πίσω τις ζωές μας» αποδεικνύονται ανεπαρκή μπροστά στις νέες παραλλαγές του ιού. Από την άλλη, ο πόλεμος στην Ουκρανία μετατρέπεται σε αυτό που οι περισσότεροι σοβαροί αναλυτές διέβλεπαν από την αρχή, μια αέναη σύγκρουση αυξομειούμενης έντασης. Καθώς οι παράλληλες αυτές κρίσεις εισέρχονται σε πορεία σύγκλισης με πολλαπλές και αλληλοτροφοδοτούμενες επιπτώσεις –πληθωρισμός, ενέργεια, επισιτιστική καταστροφή– το επίσημο αφήγημα προσαρμόζεται και αυτό στην νέα πραγματικότητα. Και είναι οι μεταπτώσεις αυτού του αφηγήματος που αποκαλύπτουν μια συγκεκριμένη μεθόδευση άσκησης εξουσίας και πολιτικής σήμερα.

Μπορούμε να δούμε πώς λειτουργεί αυτή η μεθόδευση της διαρκούς κρίσης σε δυο ζητήματα τα οποία παρουσιάζουν πολλές αναλογίες: την πανδημία και τον πόλεμο στην Ουκρανία. Και στις δυο περιπτώσεις, έχουμε την ίδια ακολουθία. Πρώτον, ένα σοβαρό ζήτημα πολιτικής μετατρέπεται σε υπαρξιακή κρίση που όχι μόνο απειλεί τον τρόπο ζωής μας, αλλά επιβάλλει να τον αλλάξουμε. Δεύτερον, αν και αρχικά συσπειρώνει γύρω από μια πολιτική εξουσία που μιλάει με λόγο ενωτικό, η κρίση γρήγορα μετατρέπεται σε διαιρετική τομή γύρω από την οποία η εξουσία οικοδομεί μια παράταξη εσωτερικών εχθρών η οποία ορίζεται με μη-πολιτικούς και ηθικολογικούς όρους: «λαϊκιστές», «ψεκασμένοι» κλπ. Τρίτον, μετά την πόλωση έρχεται η ύφεση, κατά την οποία η κρίση μετατρέπεται σε κανονικότητα και η εξουσία αποδέχεται στην πράξη πολλές από τις αντιρρήσεις που μέχρι πρότινος καυτηρίαζε, παρουσιάζοντας τον εαυτό της ως εγγυητή της σταθερότητας απέναντι σε δυνάμεις που η ίδια απελευθέρωσε.

Τόσο η πανδημία όσο και η Ουκρανία παρουσιάστηκαν στην αρχή ως υπαρξιακές κρίσεις που δικαιολογούσαν μεγάλη αναστάτωση στην ζωή των πολιτών. Ο κόβιντ παρουσιάστηκε ως η «μεγαλύτερη απειλή για την δημόσια υγεία» εδώ και δεκαετίες, ίσως και αιώνες. Η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία από την άλλη ήταν ο «πρώτος πόλεμος στην Ευρώπη μετά το 1945», ένα κοσμοϊστορικό γεγονός που για κάποιον ασαφή λόγο διέφερε από τους πόλεμους του Καυκάσου (ο τελευταίος έλαβε χώρα μόλις πέρσι) ή της Γιουγκοσλαβίας, αλλά και από την εισβολή στην Κύπρο – την οποία Έλληνες ιθύνοντες στην σπουδή τους να δικαιολογήσουν την πρωτοφανή δραματικότητα του γεγονότος πολύ εύκολα ξεχνούσαν στις δηλώσεις τους.

Καθώς η επίσημη ρητορική μετατρέπει έναν ιό και έναν πόλεμο, τα δυο ίσως πιο συχνά φαινόμενα στην ανθρώπινη ιστορία, σε πρωτοφανείς καταστροφές, κάνει την παρουσία της και μια νομιμοποιητική ρητορική που συνδυάζει έναν ακατάσχετο ηθικισμό με μια νεφελώδη υπόσχεση για καλύτερες ημέρες. Τα λοκντάουν απέναντι στον ιό παρουσιάστηκαν ως «μάχη υπέρ της ζωής» η οποία έμπαινε «πάνω από την οικονομία». Στην Ουκρανία αντίθετα το επίσημο αφήγημα μετέτρεψε έναν τοπικό πόλεμο εθνικής άμυνας και απελευθέρωσης απέναντι σε έναν ξένο εισβολέα, όπως οπωσδήποτε είναι ο αγώνας που δίνει ο ουκρανικός λαός, σε μια πανανθρώπινη μάχη της δημοκρατίας, της ελευθερίας και των δυτικών αξιών απέναντι στον ανατολικό δεσποτισμό, αναμοχλεύοντας συνθήματα όχι απλά ψυχροπολεμικά αλλά κυριολεκτικά από τα βάθη της ιστορίας του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου. Και μπροστά σε μια τέτοια μάχη φυσικά, κάθε κόστος –πληθωρισμός, ενεργειακή κρίση, κατάρρευση διπλωματικών σχέσεων με σχεδόν κάθε μεγάλη μη-δυτική δύναμη ανά τον κόσμο– είναι αποδεκτό.

Δίπλα από αυτήν την ρητορική όμως υπάρχει και ένα παράλληλο επιχείρημα, η υπόσχεση των καλύτερων ημερών. Οι ίδιες φωνές που μέχρι πρόσφατα παρουσίαζαν το υπάρχον σύστημα αν όχι ως τέλειο τουλάχιστον ως «το καλύτερο που έχουμε», ξαφνικά με μεγάλη ευκολία υιοθετούν την υπόσχεση της αλλαγής, παρουσιάζουν την κρίση «ως ευκαιρία» για να διορθωθούν τα στραβά των οποίων υπήρξαν απολογητές. Έτσι, τα λοκντάουν μπορεί να βύθιζαν τους πολίτες στην κατάθλιψη του εγκλεισμού, αλλά τουλάχιστον αποτελούσαν υπόσχεση ριζικής αλλαγής των εργατικών σχέσεων, η δουλειά από το σπίτι γλίτωνε τον κόσμο από το χάσιμο χρόνου της οδήγησης προς το γραφείο. Οι ενισχύσεις προς τις επιχειρήσεις που έκλειναν άνοιγαν τον δρόμο μιας νέας εποχής κρατικού παρεμβατισμού μετά τις ακρότητες του νεοφιλελευθερισμού. Η περιορισμένη κινητικότητα και μειωμένα έξοδα αύξαναν τις καταθέσεις των κάποτε υπερχρεωμένων δυτικών νοικοκυριών, η συνειδητοποίηση της εξάρτησης από την κινεζική εφοδιαστική αλυσίδα θα ανάγκαζε τις δυτικές κυβερνήσεις να επαναφέρουν την παραγωγή κρίσιμων βιομηχανικών προϊόντων στο εσωτερικό τους.

Με την ίδια λογική, και ο πόλεμος στην Ουκρανία μπορεί να έχει οδηγήσει σε ένα οικονομικό, ενεργειακό και συντόμως επισιτιστικό σοκ, τουλάχιστον όμως κάνει την Δύση να συνειδητοποιεί ότι η βαθιά διασύνδεση και οικονομική εξάρτηση από μη-δημοκρατικές δυνάμεις όπως η Ρωσία και η Κίνα είναι επικίνδυνη. Ο πόλεμος μας αναγκάζει να κάνουμε αυτό που θα έπρεπε να είχαμε κάνει εδώ και πολύ καιρό και για το οποίο πολλοί προειδοποιούσαν, στο τέλος αυτής της κρίσης επομένως, λένε οι απολογητές, θα έχουμε βγει πιο δυνατοί και με καλύτερες άμυνες απέναντι σε αυτές τις επικίνδυνες μη-δυτικές δυνάμεις. Όλα αυτά ενώ κυριολεκτικά μέχρι χθες οι ίδιες φωνές έλεγαν ότι η οικονομική παγκοσμιοποίηση και η ένταξη αυτών των χωρών στο διεθνές νεοφιλελεύθερο σύστημα (δηλαδή το ακριβώς αντίθετο αυτού που σήμερα υποστηρίζουν) ήταν ο μόνος τρόπος για να διασφαλιστεί η παγκόσμια σταθερότητα. Και στις δυο περιπτώσεις, πρόκειται φυσικά για κενές υποσχέσεις και «παρηγοριά στον άρρωστο» που ξεχνιούνται όταν η σκληρή πραγματικότητα δείχνει τα δόντια της. Και τότε έρχεται η ώρα για το επόμενο βήμα.

Το δεύτερο βήμα στην μεθόδευση της διαρκούς κρίσης είναι η πόλωση και ο διχασμός. Και στην πανδημία και στο ουκρανικό παρατηρούμε την ίδια κλιμάκωση από την ενωτική και πατρική ρητορεία των ιθυνόντων αρχικά σε μια ξεκάθαρη προσπάθεια να βρεθούν εσωτερικοί εχθροί που υπονομεύουν την κοινή προσπάθεια, δεν ασπάζονται τις υπέρτατες αξίες της «ζωής» και της «ελευθερίας», και στους οποίους οφείλεται η παράταση ή επιδείνωση της κρίσης. Βασικό στοιχείο αυτής της στρατηγικής είναι ο ακραιφνής ηθικισμός και ο σχεδόν υγειονομικός λόγος με τον οποίο αντιμετωπίζονται οι αντιρρησίες. Σε αυτούς δεν αποδίδεται κάποια ιδεολογική ή πολιτική ιδιότητα, που θα τους καθιστούσε ισότιμο αντίπαλο και εναλλακτική προς το κυρίαρχο αφήγημα, αλλά αντίθετα αντιμετωπίζονται ως παθολογία του πολιτικού και κοινωνικού σώματος, εμφορούμενοι όχι από λογικές αντιρρήσεις και ερωτήματα σχετικά με την χρησιμότητα των ακολουθούμενων πολιτικών αλλά ανορθολογισμό και αντισυστημικότητα.

Στην περίπτωση της πανδημίας, οι εχθροί ήταν οι «αρνητές της επιστήμης και του ιού» αρχικά και οι «αντιεμβολιαστές» αργότερα. Στον πόλεμο στην Ουκρανία, οι αντίστοιχοι εχθροί είναι οι «πράκτορες του Πούτιν», οι «ρωσόπληκτοι» και οι «εχθροί της Δύσης». Στο επίσημο αφήγημα, οι δυο κατηγορίες παρουσιάζονται σε μεγάλο βαθμό ως αλληλοεπικαλυπτόμενες και για αυτό τους αποδίδονται παρόμοιες ιδιότητες. Και σε αυτές εντάσσονται όλοι όσοι παρεκκλίνουν από την επίσημη ορθοδοξία, ανεξάρτητα από το περιεχόμενο των αντιρρήσεών τους.

Ότι τα λοκντάουν, ειδικά μετά το πρώτο κύμα, δεν περιορίζουν την εξάπλωση του ιού, ότι τα εμβόλια δεν εξοντώνουν τον ιό, ότι η καθαγιασμένη «επιστήμη» δεν έχει όλες τις λύσεις. Και, αντίστοιχα, ότι το αίτημα της Ουκρανίας να ενταχθεί στο ΝΑΤΟ ήταν μια πρόκληση για την Ρωσία με προβλέψιμες συνέπειες, ότι η υποκίνηση του Κιέβου από την Δύση έβαζε μια ολόκληρη χώρα στο στόμα του λύκου χωρίς σοβαρές εγγυήσεις ασφαλείας, ότι οι δυτικές κυρώσεις έχουν πάψει προ πολλού να προκαλούν μεγαλύτερη ζημιά στην Ρωσία από ό,τι στις ίδιες τις δυτικές δημοκρατίες. Όλα αυτά υπό κανονικές συνθήκες θα έπρεπε να είναι μέρος της δημόσιας συζήτησης, όχι αυταπόδεικτες αλήθειες φυσικά αλλά επιχειρήματα με ίδιο βάρος με αυτά της άλλης πλευράς, σε μια ψύχραιμη διαβούλευση στην δημόσια σφαίρα.

Αντίθετα, το επίσημο αφήγημα προτίμησε να συσπειρώσει έναν σκληρό πυρήνα οπαδών βάζοντας απέναντί τους ένα πολύ μεγάλο κομμάτι της κοινωνίας – αν πιστέψουμε τις δημοσκοπήσεις στην Ελλάδα, τόσο οι διαφωνούντες με τις πολιτικές αντιμετώπισης της πανδημίας όσο και αυτοί που εκφράζουν αμφιβολίες για το κόστος των κυρώσεων προς την Ρωσία αποτελούν την σχετική, αν όχι την απόλυτη, πλειοψηφία. Και όμως, μια τέτοια μεγάλη μάζα πολιτών η εξουσία ήταν πρόθυμη να την χαρίσει στο στρατόπεδο του «ανορθολογισμού», σαν να χρησιμεύει ο όσο το δυνατόν μεγαλύτερος αριθμός των πολλών που στέκονται απέναντί της ως αυτοεπιβεβαίωση της διαφώτισης των λίγων που στέκονται μαζί της.

Σήμερα πια έχουμε περάσει στην τρίτη φάση της επίσημης ρητορικής, η οποία περιλαμβάνει ένα μείγμα σιωπής, παραδοχής λαθών και οικειοποίησης από την εξουσία των θέσεων που μέχρι πρότινος παρουσιάζονταν ως περιθωριακές. Υπάρχει πια μια σιωπηρή παραδοχή ότι τα εμβόλια δεν έθεσαν τέλος στην πανδημία, χωρίς φυσικά να έχει γίνει κάποια αυτοκριτική για την στοχοποίηση των «αντιεμβολιαστών» που «παρέτειναν με την ανευθυνότητά τους την πανδημία». Κατ’ αντιστοιχία, στο ουκρανικό γίνεται σαφές πια ότι το τέλος του πολέμου θα έρθει μόνο με κάποιου είδους διαπραγμάτευση και όχι με νίκη της Ουκρανίας, ότι οι οικονομικές αντοχές της Ευρώπης εξαντλούνται γοργά και ότι σε βάθος χρόνου κάποιος τρόπος συνύπαρξης με την Ρωσία πρέπει να βρεθεί, χωρίς να αποτελεί προϋπόθεση φυσικά η εντελώς μη-ρεαλιστική προοπτική απομάκρυνσης του Πούτιν από την εξουσία.

Και στις δυο περιπτώσεις, οι επισημότερες φωνές του κυρίαρχου αφηγήματος έχουν αναγκαστεί σε εντυπωσιακές αναδιπλώσεις. Μπροστά στο κύμα νέων παραλλαγών του κόβιντ, ο Ηλίας Μόσιαλος ζήτησε πρόσφατα τα καινούρια εμβόλια να είναι «καλύτερα και φθηνότερα» από αυτά που έχουμε μέχρι στιγμής, υιοθετώντας έμμεσα μεγάλο μέρος της κριτικής που ακουγόταν τόσο για την αποτελεσματικότητά τους όσο και για το κόστος των κρατικών επιδοτήσεων προς τις φαρμακευτικές εταιρείες, απόψεις που αν κάποιος τολμούσε να ψελλίσει μέσα στο 2021 κατατασσόταν αυτόματα στην κατηγορία των «ψεκασμένων». Και γράφοντας στην Καθημερινή για το ουκρανικό πριν μερικές ημέρες, ο Γιώργος Παγουλάτος αποθέωσε την ρεαλιστική πολιτική Γερμανίας, Γαλλίας και Ιταλίας που αναζητούν συνεννόηση με την Ρωσία για να λήξει ο πόλεμος, σε αντίθεση με ανεύθυνες χώρες με δεξιές λαϊκιστικές ηγεσίες που επιζητούν κλιμάκωση όπως η Βρετανία και η Πολωνία (αφήνοντας τεχνηέντως και υποκριτικά εκτός αυτής της λίστας βέβαια τις ΗΠΑ του Μπάιντεν). Πρόκειται φυσικά για απόψεις που η κάθε μια στην αρχή της αντίστοιχης κρίσης θα καταδικάζονταν ως αιρετικές, αν όχι προδοτικές.

Αυτή η φάση της ένοχης σιωπής και αναδίπλωσης αναδεικνύει βεβαίως και το πραγματικό εύρος της υποκρισίας πίσω από τον ηθικισμό των πρώτων ημερών. Και οι δυο κρίσεις ξεκίνησαν με υποσχέσεις για άνευ όρων μάχη απέναντι στον εχθρό. Σήμερα όμως βλέπουμε να γίνεται το ακριβώς αντίθετο. Μόλις καταλάγιασε το πρώτο κύμα συμβολικού ενθουσιασμού και αλληλεγγύης με την Ουκρανία, έγινε σαφές ότι ούτε οι ΗΠΑ ούτε η Ευρώπη παρείχαν βοήθεια στο Κίεβο που θα του έδινε σοβαρές πιθανότητες να εκδιώξει τους Ρώσους, αντίθετα η βοήθεια επαρκεί ίσα-ίσα για να διαιωνίζεται ο πόλεμος για να αιμορραγεί ο Πούτιν. Ουσιαστικά η Δύση έχει φτάσει στο χειρότερο δυνατό σημείο ισορροπίας, όπου η Ουκρανία καταστρέφεται χωρίς όμως να επιτυγχάνεται κάποια σημαντική επιτυχία εις βάρος της Ρωσίας ενώ η Δύση υφίσταται τις συνέπειες κυρώσεων οι οποίες είναι αμφίβολο αν επιτυγχάνουν κάποιον στόχο πέραν του συμβολικού. Παρομοίως στην πανδημία, ο ιός κυκλοφορεί ελεύθερος ενώ η ταυτόχρονη άρση των περιορισμών έχει απελευθερώσει ένα καταπιεσμένο για δυο χρόνια κύμα κατανάλωσης, μετακίνησης, ταξιδιών κλπ. με συνέπεια τις ελλείψεις εργατικών χεριών, πληθωρισμό, καθυστερήσεις στους εφοδιασμούς μπροστά στην εκρηκτική ζήτηση κλπ.

Καθώς ο κύκλος αυτών των κρίσεων κλείνει, και κάποιος άλλος αναπόφευκτα θα ανοίξει, το ερώτημα που αναδύεται είναι το γιατί. Γιατί η πολιτική εξουσία αποφασίζει να κλιμακώσει η ίδια τις κρίσεις που αντιμετωπίζει, υιοθετεί αυτοκαταστροφικές πολιτικές, θέτει στόχους και δίνει υποσχέσεις που είναι αδύνατο να εκπληρωθούν, προκαλεί εσκεμμένα δυσαρέσκεια και διχασμούς; Τι έχει να κερδίσει από όλα αυτά; Μόνο μια λογική απάντηση υπάρχει. Ο σκοπός δεν είναι η επίλυση των κρίσεων, αλλά η συντήρηση ενός κλίματος διαρκούς κρίσης, όπου οι κυβερνήσεις δεν θα κρίνονται με βάση την προώθηση της ευημερίας των πολιτών, αλλά με βάση την ετοιμότητά τους απέναντι σε μια μόνιμη κατάσταση εκτάκτου ανάγκης.

Η πολιτική δεν επιλύει πια δομικά προβλήματα, δεν ανατρέπει αδικίες, εκτός και αν αφορούν τα μηδενικού κόστους identity politics. Αντίθετα, η πολιτική ασκείται αποκλειστικά ως διαχείριση της απώλειας της αυτονομίας –πολιτικής, οικονομικής, ψυχικής– των πολιτών μπροστά σε ραγδαίες αλλαγές που τους συντρίβουν. Σκοπός της είναι τόσο ο περιορισμός της ταχύτητας αυτής της απώλειας (π.χ. μέσω της πολυποίκιλης επιδοματικής πολιτικής), προκειμένου να μην βιωθεί απότομα ως σοκ που μπορεί να εκλύσει επαναστατικές αντιδράσεις, όσο και η ενίσχυση της ίδιας της κρατικής εξουσίας ως εγγυητής σταθερότητας. Πορευόμαστε λοιπόν με μια στρατηγική υψηλού ρίσκου, όπου κάθε κρίση θα είναι μεγαλύτερη από την προηγούμενη και μέχρι την επόμενη, και όπου επάλληλες γραμμές διχασμού και πόλωσης θα επιτρέπουν στην εξουσία να ανανεώνει την νομιμοποίησή της περιστασιακά, μέχρι το επόμενο ζήτημα που θα δικαιολογεί άλλη μια βουτιά στην εξαιρετικότητα της οικονομικής υποχώρησης, της καταπάτησης δικαιωμάτων και της περιθωριοποίησης μεγάλου μέρους της κοινωνίας.

ΑΓΓΕΛΟΣ ΧΡΥΣΟΓΕΛΟΣ

*

*