Τετάρτη 23 Μαΐου 1973: D Day!

*

του ΜΑΝΩΛΗ ΜΠΟΥΖΑΚΗ

Τις μέρες αυτές συμπληρώθηκαν 49 χρόνια από την προδοσία του Κινήματος του Ναυτικού, της σημαντικότερης αντιστασιακής πράξης από τους κόλπους του στρατεύματος κατά της δικτατορίας. Ο Μανώλης Μπουζάκης έλαβε μέρος στο Κίνημα από την πρώτη γραμμή, όντας ο νεαρότερος από τους συλληφθέντες αξιωματικούς του Στόλου. Μερικά χρόνια αργότερα, ίδρυσε και διηύθυνε έναν από τους σημαντικότερους εκδοτικούς οίκους της Μεταπολίτευσης, την ιστορική «γνώση». Το απόσπασμα που ακολουθεί είναι από την ανέκδοτη αυτοβιογραφία του Ο δρόμος του Ποσειδώνη: Αναμνήσεις ενός πλάνητα οδοιπόρου.

 

«Οι δικτατορίες -ο ενικός δεν υπάρχει γι’ αυτές παρά μόνον επειδή το θέλει η γραμματική- προβάλλουν χωρίς να προηγείται γλυκοχάραμα. Προβάλλουν, συνήθως, τη νύχτα. Και η πτώση τους, ακόμη κι όταν υπάρχουν προμηνύματα, είναι πάντοτε κατακόρυφη…» (Παν. Κανελλόπουλος)

Το Κίνημα ουδέποτε εκδηλώθηκε. Κάποιος από αυτούς που δεν συμμετείχαν στο Κίνημα και που για άγνωστους  λόγους είχαν πληροφορηθεί τα του Κινήματος, ενημέρωσε τη Χούντα. Συμμετείχα σε μια πενταμελή Επιτροπή που θα ερευνούσε τα του θέματος. Δεν μπορέσαμε ποτέ να βρούμε την άκρη της προδοσίας.

Το αντιτορπιλικό «Βέλος» με Κυβερνήτη τον Αντιπλοίαρχο Νίκο Παπά ενημερώθηκε για την προδοσία του Κινήματος, εγκατέλειψε τη νατοϊκή άσκηση κατέπλευσε στο Φιουμιτσίνο της Ιταλίας και ο Παπάς και λίγοι ακόμη Αξιωματικοί και Υπαξιωματικοί, ζήτησαν πολιτικό άσυλο. Την απόφασή του αυτή την έκανε γνωστή ο ηρωικός Κυβερνήτης τόσο σε όλους τους συμμετέχοντες στη νατοϊκή άσκηση όσο και σε ιταλικά Μέσα Ενημέρωσης:

Πιστοί στον πολιτισμό των λαών της Συμμαχίας που έχει θεμελιωθεί πάνω στις αρχές της Δημοκρατίας, της προσωπικής ελευθερίας και του σεβασμού προς τους νόμους, όλοι οι αξιωματικοί και το πλήρωμα του πλοίου μου, ως ένας άνθρωπος πιστός στον δοθέντα όρκο μας, με βαθύτατη λύπη, εγκαταλείπουμε τις ασκήσεις. Με τη συμπάθεια ολόκληρου του ελεύθερου κόσμου θα παλέψουμε για να επαναφέρουμε τη Δημοκρατία στην Ελλάδα. Σας είναι πολύ καλά γνωστό και ιδιαιτέρως στους φίλους Αμερικανούς, ότι μία συμμορία ιδιοτελών αξιωματικών επέβαλε στην Ελλάδα μία απάνθρωπη και μισητή δικτατορία προ έξι και πλέον ετών. Η σημερινή εξέγερση του Ναυτικού ανταποκρίνεται στα αισθήματα ολόκληρου του λαού της χώρας μας. Ο ελεύθερος κόσμος και ιδιαιτέρως οι χώρες του ΝΑΤΟ πρέπει να αντιληφθούν τη διάβρωση και την καταστροφή των Ενόπλων Δυνάμεων, στις οποίες στηρίζεται η άμυνα της νοτιοανατολικής πτέρυγας. Σκεφθείτε ότι αυτή τη στιγμή, αξιωματικοί εν ενεργεία έχουν συλληφθεί και υφίστανται ταπεινώσεις και κακομεταχείριση από άλλους αξιωματικούς και στρατιώτες της στρατιωτικής αστυνομίας.

Το γεγονός έγινε πρωτοσέλιδο στον παγκόσμιο τύπο και έδωσε ένα λαμπρό παράδειγμα επιτέλεσης του συνταγματικού και του πατριωτικού καθήκοντος σε όλους μας. Αξιοσημείωτος είναι ο τρόπος που το έντυπο όργανο της Χούντας, η εφημερίδα «Ελεύθερος Κόσμος» σχολίασε το γεγονός:

Ο ήρως της γενόμενης ασχήμιας ήτο κυβερνήτης του Α/Τ «Βέλος». Το «Βέλος» δεν αποτελεί προσωπικήν ιδιοκτησίαν του κυρίου Γεωργίου Παπαδοπούλου. Ανήκει εις το έθνος. Και τας ημέρας αυτάς, το «Βέλος» συνέπραττε εις άσκησιν αποβλέπουσα εις την ασφάλειαν της Ελλάδος και των κρατών μελών του ΝΑΤΟ. Ο εν λόγω κύριος επρόδωσε και τα δύο καθήκοντα προς την πατρίδαν του και προς τη Συμμαχίαν, ως εντεταλμένος από τη χώρα κυβερνήτης του Α/Τ «Βέλος»… Το ότι οι πρωταγωνιστές είναι προδότες και ριψάσπιδες προκύπτει εκ του γεγονότος ότι ούτοι ουδέν δικαιολογητικόν είχον, αφού η Επανάστασις έσωσεν την υστάτην στιγμήν το έθνος από το σιδηρούν παραπέτασμα και τον φυλετικόν αφανισμόν!

Και η εφημερίδα «Εστία» όμως δεν υστέρησε στην προβολή των φιλοχουντικών προσανατολισμών της: 

ουδεμία δικαιολογία ημπορεί να προβληθεί υπό των ενόχων της στάσεως και του εθνικού εξευτελισμού, των συλλαβόντων την ιδέαν να προσφύγουν εις μίαν ξένην δύναμιν, ως η πρότινος νικηθείσα υπό της Ελλάδος Ιταλία, δια να τεθούν υπό την προστασίαν της σημαίας της, της ιδίας που είχεν υποσταλεί το 1943.

Σε πολύ λίγες μέρες είχαν συλληφθεί όλοι οι μυημένοι Κυβερνήτες και σε μερικές μέρες αργότερα όλοι οι υπόλοιποι. Σύνολο 79 άτομα η συντριπτική πλειονοψηφία των οποίων Αξιωματικοί του Ναυτικού, λιγότεροι Αξιωματικοί του Στρατού Ξηράς, ακόμη λιγότεροι της Αεροπορίας και μερικοί Πολίτες, ανάμεσά τους και ο συμμαθητής μου Αντώνης Γκαζής.

Λίγες μέρες μετά τη σύλληψη του Κυβερνήτη και του Υπάρχου του πλοίου μου, η Χούντα τοποθετεί νέο Κυβερνήτη και Ύπαρχο. Το χουντικό παράρτημα στο Πολεμικό Ναυτικό αποφασίζει την εκτέλεση μιας μικρής κλίμακας άσκησης την οποία θα παρακολουθούσε και ο Αμερικανός Ναύαρχος Διοικητής της Νοτιοανατολικής Πτέρυγας του ΝΑΤΟ, ο οποίος θα επέβαινε στο «Θύελλα». Εγώ δεν είχα συλληφθεί ακόμη. Η άσκηση αυτή σκοπό είχε να «δηλωθεί» στους Νατοϊκούς Συμμάχους μας ότι το Πολεμικό Ναυτικό δεν επηρεάζεται από «δήθεν» αντάρτικα και αντιχουντικές κινήσεις.

Τρία μερόνυχτα ασκούμεθα υπό το άγρυπνο βλέμμα του Αμερικανού Ναυάρχου. Ασκήσεις Τακτικής, πετρελεύσεις εν πλω, κυνήγι υποβρυχίων, αντιμετώπιση βλαβών και πυρκαγιάς ήταν μερικές από τις ασκήσεις που πραγματοποιούσαμε. Ήμουν Αξιωματικός Επιχειρήσεων και Ανθυποβρυχιακού Πολέμου. Ο Κυβερνήτης και ο Ύπαρχος καινούργιοι. Είχα την ουσιαστική διακυβέρνηση του πλοίου. Φαίνεται πως ότι έκανα το έκανα σωστά. Τα well done του Αμερικανού Ναυάρχου έπεφταν βροχή. Τα ελάμβανα ως ύβρεις και τα έφτυνα στη θάλασσα. Τελειώσαμε μεσάνυχτα με καλό καιρό, στο κεντρικό Αιγαίο. Έχω και πάλι βάρδια 12-4. Είμαι ιδιαίτερα ανήσυχος. Πηγαινοέρχομαι νευρικά στη γέφυρα και ονειρεύομαι…

Στη 1 η ώρα ειδοποιώ τον Υπαξιωματικό Α.Π., υπόλογο φορητού οπλισμού, να έρθει στη γέφυρα. Είναι της απόλυτης εμπιστοσύνης μου και αδιαπραγμάτευτων δημοκρατικών αρχών. Με γρήγορες, κοφτές κουβέντες του ζητώ να ξεχωρίσει 3 υπαξιωματικούς και 3 ναύτες που θα ορκίζονταν σε μένα, θα τους οπλίσει με περίστροφα και σφαίρες και θα τους δώσει οδηγίες όταν ειδοποιηθούν να οργανωθούν σε δυάδες και να αποκλείσουν ευγενικά και χωρίς βία στα δωμάτιά τους τον Αμερικάνο Ναύαρχο με τον Επιτελή του, τον Κυβερνήτη και τον Ύπαρχο. Ο Α΄ Μηχανικός ήταν ένας ήσυχος και αδιάφορος άνθρωπος που δεν θα μας απασχολούσε.

Έδωσα στον Α.Π. μία ώρα για να μου απαντήσει ότι είναι έτοιμος. Έφυγε και επέστρεψε σε 40 λεπτά. Όλοι έτοιμοι και περιμένουν οδηγίες. Ζήτησα από τον αγγελιαφόρο Γέφυρας να ξυπνήσει τον Π.Κ. Β΄ Μηχανικό και να του πει ότι τον παρακαλώ να έρθει αμέσως στη Γέφυρα. Προηγήθηκε ένα ανήσυχο τηλεφώνημα του Β΄ Μηχανικού και διερωτώμενος ανέβηκε άρον άρον στη Γέφυρα. Χαμηλόφωνα αλλά όσο πιο αποφασιστικά μπορούσα του εξήγησα το σχέδιό μου. Θα αποκλείαμε στα δωμάτιά τους τον Αμερικάνο Ναύαρχο, τον νέο Κυβερνήτη μας και τον Ύπαρχο και θα οδηγούσαμε τη «Θύελλα» στο Φιουμιτσίνο όπου θα ζητούσαμε πολιτικό άσυλο. Του εξήγησα ότι η παρουσία του Αμερικανού Ναυάρχου πιθανότατα θα ενέπλεκε τους μεγάλους Συμμάχους μας και θα μας δημιουργούσε κάποιες όχι αξεπέραστες δυσκολίες. Του εξήγησα ότι σε σχετική παρέμβαση των Αμερικανών δεν θα είχαμε καμιά αντίρρηση να παραδώσουμε τον Ναύαρχό τους, εν πλω, οποτεδήποτε μας το ζητούσαν. Ο Π.Κ. με αγκάλιασε έντονα συγκινημένος και μου ζήτησε να του δώσω δέκα λεπτά να το σκεφτεί μόνος του. Ο Π.Κ. δημοκρατικός Αξιωματικός, ήταν ομοιόβαθμός μου αλλά δύο χρόνια αρχαιότερος.

Ένα χρόνο κράτησαν αυτά τα δέκα λεπτά που μου ζήτησε ο Β΄ Μηχανικός. Κάποια στιγμή μου τηλεφώνησε. «Δεν μπορώ Μανώλη» μου είπε, «έχω γυναίκα και δυο μικρά παιδιά. Δεν μπορώ, δεν μπορώ, ρε Μανώλη.» Χωρίς Αξιωματικό εμπιστοσύνης στις μηχανές δεν μπορούσε να γίνει τίποτε. Έσκυψα το κεφάλι και μάτωσα τη γλώσσα μου δαγκώνοντάς τη. Ειδοποίησα τον Α.Π. να ξεχάσει και αυτός και όλοι οι δικοί μας όσα συζητήσαμε. Έμεινα μόνος στη Γέφυρα να ονειρεύομαι τον παγκόσμιο τύπο να ανακοινώνει: «Μετά το «Βέλος» η «Θύελλα». Σε πραγματική θύελλα το Ελληνικό στρατοχουντικό καθεστώς». Ήταν ένα ακόμη όνειρο που έμεινε όνειρο. Επιστρέψαμε στο Ναύσταθμο τα ξημερώματα της άγριας αυτής νύχτας. Την επομένη ειδοποιήθηκα με απόρρητο προσωπικό σήμα να παρουσιαστώ στο Γραφείο Πληροφοριών του Γενικού Επιτελείου Ναυτικού «δι’ υπόθεσίν μου.» Κατάλαβα. Φόρεσα Στολή Υπηρεσίας, χαιρέτησα τη Σημαία στην κλίμακα του σκάφους και …. τα εξωτερικά μεγάφωνα του πλοίου σε μεγάλη ένταση πληροφορούσαν όλο το Ναύσταθμο, ρωτώντας με τη φωνή του Ντέμη Ρούσου «πού πάνε κείνα τα παιδιά της θύελλας και του βοριά, που πάλευαν για λευτεριά… πού πάνε…»

Χωρίς να μπορώ να κρύψω τα δάκρυά μου, γύρισα, κοίταξα για μια ακόμη φορά τη «Θύελλα» και απομακρύνθηκα. Για περίπου μια ώρα έκανα βόλτες με το αυτοκίνητό μου γύρω από το Πεντάγωνο, σκεπτόμενος αν έπρεπε να παρουσιαστώ όπως είχα εντολή ή αν έπρεπε να φυγοδικήσω. Είχα γυναίκα και κόρη πέντε μηνών. Δεν στάθηκα πολύ ώρα στη δεύτερη σκέψη. Πάρκαρα το αυτοκίνητό μου σε κάποιο στενό στου Παπάγου και παρουσιάστηκα στο Γραφείο Πληροφοριών. Συμμαθητής και «φίλος», μου ανακοίνωσε ότι, «συλλαμβάνεσαι γιατί συμμετείχες στο Κίνημα του Ναυτικού.» Τον κοίταξα στα μάτια με αποτροπιασμό λέγοντάς του «λυπάμαι για σένα Παναγιώτη. Και σύ, βρε;… και συ ρουφιάνος και τσανακογλείφτης;»          

Καμιά απάντηση. Οδηγήθηκα στα υπόγεια του Πενταγώνου και στο πρώτο μου κελί.

ΜΑΝΩΛΗΣ ΜΠΟΥΖΑΚΗΣ

*