Kωστῆς Παπαγιώργης, «Ἡ ἀποτυχία εἶναι τὸ γοῦστο μου»

*

Ἀποσπάσματα ἀπὸ συζήτηση τοῦ συγγραφέα
μὲ τοὺς συντάκτες τοῦ Νέου Πλανοδίου

(Η συνέντευξη αυτή του Κωστή Παπαγιώργη έχω την εντύπωση ότι είναι η τελευταία του. Την έδωσε στο Νέο Πλανόδιον τον Ιούνιο του 2013 και δημοσιεύτηκε στο τεύχος του χειμώνα που του ήταν αφιερωμένο, αρχές του 2014, λίγες βδομάδες προτού εκπνεύσει στο νοσοκομείο. Του πήγα ο ίδιος το τεύχος στον θάλαμο. Δεν ξέρω αν πρόλαβε, αν μπόρεσε να το περιεργαστεί. Στο σπίτι του στην οδό Μπουμπουλίνας παρόντες ήταν ο Κωνσταντίνος Πουλής, ο Λεωνίδας Σταματελόπουλος, ο Σπύρος Γιανναράς και ο υποφαινόμενος. – Κώστας Κουτσουρέλης)

Οὐδέποτε εἶχα κατὰ νοῦ μιὰ κάποια «ἐπιστημονικὴ μελέτη». Οὐσιαστικὰ δὲν ἤξερα οὔτε κατ’ ἐλάχιστον τὸ γράψιμο, κάτι μέσα μου ὅμως διαμαρτυρόταν καὶ ἔδειχνε πρὸς τὰ βιβλία καὶ τὸ γράψιμο. Λόγω μιᾶς δυσκολίας ποὺ ἔχω στὴν ὁμιλία, σιχάθηκα τὸ γυμνάσιο, τὴ Νομικὴ καὶ κάθε μορφὴ συνδιάλεξης. Στὰ βιβλία, ὀφείλω νὰ σοῦ πῶ, δὲν πήγα γιὰ νὰ σπουδάσω. Ἡ ἐλευθερία μοῦ ἔλειπε. Γνώρισα μιὰ συντροφιὰ μὲ τὰ ἴδια ἐνδιαφέροντα: τὸν Ἀποστολόπουλο, τὸν Λεβέντη καὶ τὸν Ζέρβα• αὐτὸς ἦταν ὁ πρῶτος ἀνθρωπος ποὺ εἴδα νὰ γράφει σὲ γραφομηχανὴ ποιήματα…

Κατὰ πρῶτο λόγο γιὰ νὰ ἀπαιτήσεις ἰδιαίτερη τύχη στὸ γράψιμο θὰ πρέπει νὰ ἔχεις κάποιο τάλαντο, ἀρετὴ ποὺ μοῦ ἔλειπε. ἀπὸ τὴν ἄλλη μεριὰ τὰ βιβλία ὣς ἕνα σημεῖο σὲ βοηθοῦν, ἀπο κεῖ καὶ πέρα σὲ τυφλώνουν. Ὅλα αὐτὰ βέβαια ἀφοροῦν τὴν ἀκαδημαϊκὴ σκέψη, ποὺ δὲν ἦταν τὸ φόρτε μου.

Δὲν εἶχα ἀκαδημαϊκὲς προθέσεις στὸ γράψιμο. Ἤθελα νὰ πάρει ὁ ἀναγνώστης τὸ βιβλίο καὶ νὰ βρεῖ κάτι ἀληθινὰ δικό του, δὲν εἶχα τὴν προθέση νὰ τὸν καταπλήξω μὲ τὶς γνώσεις μου. Μοῦ ἄρεσε νὰ εἶμαι καὶ νὰ παραμείνω αὐτοδίδακτος…

Γιὰ νὰ εἶμαι ἐλικρινὴς ὀφείλω νὰ σᾶς πῶ ὅτι οὐδέποτε μὲ γοήτευσε ἡ ποίηση. Δὲν μιλᾶμε γιὰ τὸν Ὅμηρο βέβαια, τοὺς τραγικούς, τὸν Σαίξπηρ κτλ. Ἔχω βιβλία ποιητικὰ στὸ σπίτι μου, ἀλλὰ σπανίως τὰ ἀνοίγω. Ἀντίθετα τὰ δοκίμια τοῦ Σεφέρη γιὰ παράδειγμα μὲ ἔχουν καταγοητεύσει. Εἰδικὰ τὸ δοκίμιο γιὰ τὰ μοναστήρια τῆς Καπαδοκίας… Ἀπὸ τὴν ἄλλη μεριά, τὴ στοχαστική, ὁ Ράμφος καὶ ὁ Κονδύλης νομίζω ὅτι ἐπέτυχαν κάτι ἐντυπωσιακό. Νὰ μὴν ξεχνᾶμε ὅτι τόσο ὁ Στέλιος ὅσο καὶ ὁ Τάκης προκάλεσαν πανικὸ στὸ ἑλληνικὸ πανεπιστήμιο…

Μιὰ καὶ μιλᾶμε γιὰ γραφτὰ ντόπιων μὲ εὐρωπαικὴ νοοτροπία, καλὸ εἶναι νὰ θυμόμαστε ὅτι ὁ νεοέλλην ἔχει ἕνα συνδρόμο ποὺ οὐδέποτε τὸν ἐγκαταλείπει. Σκοπεύει νὰ χτυπήσει τὴν πρωτιά, νὰ γίνει ἀκαδημαϊκὸς ἀνήρ, νὰ παίξει κάποιο ρόλο στὰ πολιτικὰ πράγματα τῆς χώρας, νὰ τὸν βλέπουν καὶ νὰ τὸν χαίρονται ἢ νὰ τὸν φθονοῦν. Ἂν δὲν ἔχει δημόσια εἰκόνα ἀλλὰ ἰδιωτεύει μὲ τὸ στίγμα τοῦ φουκαρᾶ, τότε κανεὶς δὲν δίνει σημασία….

Ἄρα ἔχουμε πάντα μιὰν ἀντιθέση τοῦ ντόπιου φιλοδοξου Ρωμιοῦ μὲ τὸ ἐξωτερικό: ὅποιος πάει στὸ ἐξωτερικὸ νὰ σπουδάσει, βγάζει ἀπὸ πάνω του τὸν χιτώνα τοῦ Νέσσου. Μάλιστα ξέρουμε πολλοὺς ξενοσπουδασμένους ποὺ προτιμοῦν νὰ συνδιαλέγονται γαλλιστὶ ἢ ἀγγλιστὶ καὶ νὰ θεωροῦν τὴν Ἑλλάδα χεσμένο τόπο… Ἀπὸ αὐτὴ τὴ σκοπιὰ μποροῦμε νὰ ποῦμε ὅτι μᾶς λείπει κάποιο φάρμακο ποὺ νὰ μιλάει ἀπευθείας στὸ αἷμα μας. Οὔτε εἶναι τυχαῖο ὅτι ὁ Ἕλλην τοῦ ἐξωτερικοῦ καὶ δὴ τοῦ ξένου πανεπιστημίου «βάζει ξένο μυαλὸ» καὶ προσγειώνεται…

Ὅλη ἡ χώρα, αὐτὴ τέλος πάντων ποὺ ἀπέμεινε, θυμίζει τὴν ὕαινα ποὺ κυλιέται πάνω στὸν ἐμετό της. Οἱ κοινότητες ἀπανταχοῦ τῆς Ἑλλάδος εἶχαν χαρακτήρα, ἐμπορικὸ πνεύμα, θετικὴ ἀντιληψη γιὰ τὴ ζωή. Σήμερα αὐτὴ ἡ κοινωνία διαλύεται προκλητικὰ καὶ τὸ μόνο ποὺ τὴ συγκρατεῖ εἶναι ἡ ἐλπίδα γιὰ πολιτικο-κομματικὴ ἐκδίκηση.

Νομίζω ὄτι θὰ πρέπει κανεὶς νὰ πιάσει πάτο – ἀλλὰ ἀληθινὸ πάτο! – ὥστε νὰ συλλάβει τὸ δράμα του καὶ τὴν ἀνάγκη τῆς σωτηρίας του. Εἴχα ἕναν φίλο ποὺ ἐργαζόταν σὲ σκυλάδικο καὶ ἦταν λίγο πολὺ ξυλᾶς, λίγο πολὺ σωματοφύλακας στὸ ἀφεντικό του, λίγο πολὺ κοντὰ στὸ ἔγκλημα, ὁπότε δὲν κυκλοφοροῦσε ποτὲ χωρὶς πιστόλι. Ὅταν τὸν ρωτοῦσα γιατί βλέπει μόνο αὐτὴ τὴν πλευρὰ τῆς ζωῆς, τὸ μόνο ποὺ μοῦ ἀπαντοῦσε ἦταν ὅτι πρέπει νὰ πάει φυλακή. Ὀ λόγος ἦταν ἁπλὸς : ὅλοι οἱ φίλοι του ἦταν φυλακή! Τί νὰ ἔκανε μόνος του ἔξω;

Θὰ μποροῦσα νὰ γράφω ἕνα βιβλίο χρόνος μπαίνει χρόνος βγαίνει, τὰ θέματα δὲν μοῦ λείπουν οὔτε καὶ ἡ διαθέση. Αὐτὸ ποὺ μὲ σταμάτησε ἦταν τὸ μάταιο τῆς ὅλης ὑπόθεσης: ἂν εἴχα κάτι νὰ πῶ τὸ ἐξέφρασα λίγο πολὺ σὲ καμιὰ εἰκοσαριὰ βιβλιαράκια ποὺ εὐτυχῶς διαβάστηκαν καὶ ἔτσι ἔδιωξαν ἀπὸ πάνω μου τὴ σκιὰ τοῦ ἀδικημένου. Γιατί νὰ συνεχίζω;

Γιὰ νὰ εἶμαι εἰλικρινής, στὸ διάστημα αὐτό, δηλαδὴ στὴ διάρκεια τῆς παραγωγικῆς εἰκοσαετίας, σκέφτηκα πολλὰ πράγματα. Γιὰ παράδειγμα, φέρνω στὸ νοῦ μου τοὺς γραφιάδες κάθε λογῆς ποὺ κατασκοτώθηκαν μιὰ ζωὴ νὰ γράφουν ποιήματα καὶ μυθιστορήματα, ποὺ μασκαρεύτηκαν μὲ τὰ ροῦχα τοῦ «πνευματικοῦ ἀνθρώπου» καὶ τώρα ψάχνουν τὸ Νόμπελ. Ποιός θὰ παρηγορήσει αὐτὸ τὸ συνάφι πού, σημειωτέον, δὲν εἶναι θλιμμένα πρόσωπα, ἀλλὰ διεκδικητὲς μιᾶς δόξας ποὺ γιὰ διάφορους λόγους δὲν τὴν ἀπήλαυσαν. Ἡ ἀποτυχία εἶναι τὸ γοῦστο μου. Καὶ ἡ τιμωρία βέβαια. Μοῦ ἀρέσει νὰ θυμᾶμαι τὴ μακάβρια σκηνὴ ὅπου ὁ Τσόμπε, ὅταν συνέλαβε τὸν Λουμούμπα, πρώτα τὸν ἀνάγκασε νὰ φάει τὸ χειρόγραφο ἑνὸς λόγου ποὺ θὰ ἔβγαζε στὸ κοινὸ καὶ κατόπιν τὸν ἐκτέλεσε. Λίγο πολὺ ὅλοι πᾶμε σὰν τὸν Λουμούμπα! Ὡστόσο τὸ πάθος τῆς ἀναγνώρισης ποὺ κρατάει ἰσοβίως καὶ ἐνίοτε ἀποδίδει, θυμίζει τὴν τούρκικη παροιμία ποὺ λέει ὅτι ὁ μερακλὴς τσοπάνος ἀρμέγει καὶ τὸν τράγο…

Σημαντικοὶ μέχρι ἐνδιαφέροντες καὶ εὐφυεῖς ἀνθρωποι ὑπάρχουν στὴν κοινωνία μας, μὲ τὴ διαφορὰ ὅτι ἀπουσιάζει ἡ ὅποια κλίμακα ἀξιῶν ποὺ θὰ ἔβαζε τὰ πράγματα σὲ μιὰ τάξη. Δὲν ἀρκεῖ νὰ εἶσαι κάτι, θὰ πρέπει αὐτὸ νὰ ἀναγνωρίζεται καὶ νὰ εἶναι τρόπον τινὰ ἐνδιαίτημα ἂν ὀχι τρυφῆς καὶ ραστώνης, τουλάχιστον ἕνας χῶρος οἰκειότητας ὄπου τὸ λίγο καὶ τὸ πολὺ θὰ βρίσκουν τὴν ἀξία τους καὶ θὰ πλέκουν συχνὰ ὄμορφες συζητήσεις….

Ἕνα ἀπο τὰ ἐπικίνδυνα ἀστεῖα ποὺ συνειδητοποιήσαμε τὰ τελευταία χρόνια καὶ τὰ ἀντιμετωπίζουμε μὲ ἀληθινὸ πένθος εἶναι – τί ἄλλο; – ἡ ἠλικία, ποὺ ἔχει κάνει ἄνω κάτω τὸν κύκλο μας καὶ (ἑξαιρουμένων τῶν ἀληθινῶν νεκρῶν) παραμένουμε γερο-ἔφηβοι ποὺ παίζουν ἕνα θέατρο ὄψιμης ὀξύτητας ποὺ οὐσιαστικὰ δὲν ἀξίζει οὔτε μιὰ δεκάρα.

Στὸ βιβλίο ποὺ ἑτοιμάζω τώρα, σχολιάζω τὰ περὶ ἑαυτοῦ ἐπειδὴ ἀκριβῶς δὲν ξέρω τί ἀκριβῶς εἶναι τὸ ἐγώ, ἡ συνείδηση, ὁ ἐαυτὸς καὶ ὅλα τὰ συμπαρομαρτοῦντα ποὺ τὰ χρησιμοποιοῦμε μέν, ἀλλὰ ἐλάχιστη γνώση ἔχουμε περὶ τοῦ θέματος.

Καλοκαίρι 2013
Πρώτη δημοσίευση: Νέο Πλανόδιον, τχ. 1,
Αφιέρωμα στον Κωστή Παπαγιώργη, χειμώνας 2013-2014.

*