Φίλιπ Λάρκιν, Ἡ ἀρχὴ τῆς ἀπόλαυσης

*

Μετάφραση ΑΝΝΑ ΝΙΑΡΑΚΗ

Μερικὲς φορὲς εἶναι χρήσιμο νὰ ὑπενθυμίζουμε στοὺς ἑαυτούς μας τὶς ἁπλούστερες πλευρὲς τῶν πραγμάτων τὰ ὁποία συνήθως θεωροῦνται περίπλοκα. Ἂς παρουμε, γιὰ παράδειγμα, τὸ γράψιμο ἑνὸς ποιήματος.  Ἀποτελεῖται ἀπὸ τρία στάδια: τὸ πρῶτο εἶναι ὅταν κάποιος παθιάζεται μὲ μιὰ συγκινησιακὴ σύλληψη σὲ τέτοιο βαθμὸ ποὺ νιώθει υποχρεωμένος νὰ κάνει κάτι γι’ αὐτό. Αὐτὸ ποὺ κάνει εἶναι τὸ δεύτερο στάδιο, ἤτοι νὰ κατασκευάσει ἕναν λεκτικὸ μηχανισμὸ ἱκανὸ νὰ ἀναπαραγάγει αὐτὴ τὴ συγκινησιακὴ σύλληψη στὸ μυαλὸ ὅποιου ἐνδιαφερθεί νὰ  τὸν διαβάσει, ὁπουδήποτε, ὁποτεδήποτε. Τὸ τρίτο στάδιο εἶναι ἐκείνη ἡ ἐπανερχόμενη κατάσταση ὅπου ἄνθρωποι σὲ διαφορετικοὺς χρόνους καὶ τόπους ἐπαναθέτουν σὲ λειτουργία τὸν λεκτικὸ μηχανισμὸ καὶ ἀναδημιουργοῦν μέσα τοὺς αὐτὸ ποὺ ὁ ποιητὴς ἔνιωσε ὅταν τὸν ἔγραφε. Τὰ στάδια αὐτὰ εἶναι ἀλληλοεξαρτώμενα καὶ ὅλα ἀπαραίτητα. Ἂν δὲν ἔχει ὑπάρξει προκαταρκτικὴ συγκίνηση, ὁ μηχανισμὸς δὲν ἔχει κάτι γιὰ νὰ ἀναπαραγάγει καὶ ὁ ἀναγνώστης δὲν θὰ ἀποκομίσει τίποτα. Ἐὰν τὸ δεύτερο στάδιο δὲν ἔχει ὁλοκληρωθεῖ ἐπιτυχημένα, ὁ μηχανισμὸς δὲν θὰ μεταβιβάσει τὰ ἀγαθά του, ἢ θὰ μεταβιβάσει λίγα σὲ λίγους, ἢ θὰ σταματήσει νὰ τὰ μεταβιβάζει μετὰ ἀπὸ ἕνα παράλογα μικρὸ χρονικὸ διάστημα. Καὶ ἂν δὲν ὑπάρχει τὸ τρίτο στάδιο, ἡ ἐπιτυχὴς ἀνάγνωση,  ποίημα ὑπὸ πρακτικὴ ἔννοια δὲν μπορεῖ νὰ ὑπάρξει.

Αὐτὸ ποὺ δείχνει αὐτὴ ἡ βασικὴ τριμερὴς διάρθρωση εἶναι ὅτι ἡ ποίηση εἶναι συγκινησιακὴ κατὰ τὴ φύση της καὶ θεατρικὴ κατὰ τὴ λειτουργία της, μιὰ δεξιοτεχνικὴ ἀναδημιουργία τῆς συγκινήσης στοὺς ἄλλους καὶ ὅτι ἀντίστροφα, κακὸ εἶναι τὸ ποίημα ποὺ δὲν ἐπιτυγχάνει ποτὲ κάτι τέτοιο. Ὅλοι οἱ περιορισμοὶ ποὺ θέτει ἡ κριτικὴ δὲν εἶναι παρὰ διαφορετικοὶ τρόποι γιὰ νὰ εἰπωθεῖ τὸ ἴδιο πράγμα, ὅποια λογοτεχνική, φιλοσοφικὴ ἢ ἠθικὴ ὁρολογία κι ἂν μεταχειρίζονται, καὶ δὲν θὰ ἦταν κἂν ἀπαραίτητο νὰ ἐπισημάνουμε κάτι τόσο προφανὲς ἂν ἡ σημερινὴ ποίηση δὲν ὑποδήλωνε ὅτι αὐτὸ ἔχει πλέον λησμονηθεῖ. Φαίνεται ὅτι παράγουμε ἕνα νέο εἶδος κακῆς ποίησης, ὄχι τὸ παλιὸ εἶδος ποὺ προσπαθεῖ νὰ συγκινήσει τὸν ἀναγνώστη καὶ ἀποτυγχάνει, ἀλλὰ ἕνα εἶδος ποὺ δὲν προσπαθεῖ κἄν. Ἐπανειλημμένα, ὁ ἀναγνώστης ἔρχεται ἀντιμέτωπος μὲ ἔργα τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι κατανοητὰ χωρὶς παραπομπὴ ἐκτὸς τῶν ὁρίων τους ἢ μὲ ἔργα τῶν ὁποίων ἡ αὐτάρεσκη ἀνοησία καταδεικνύει ὅτι οἱ συγγραφεῖς τους ἁπλῶς ὑπενθυμίζουν στοὺς ἑαυτοὺς τοὺς αὐτὸ ποὺ ἤδη ξέρουν παρὰ τὸ ἀναδημιουργοῦν πρὸς ὄφελος ἑνὸς τρίτου.

Πράγματι, ὁ ἀναγνώστης φαίνεται νὰ μὴν εἶναι πιὰ παρὼν στὸ μυαλὸ τοῦ ποιητῆ ὅπως ἤταν κάποτε, ὡς κάποιος ποὺ πρέπει νὰ κατανοήσει καὶ νὰ ἀπολαύσει τὸ ὁλοκληρωμένο προϊόν, προκειμένου αὐτὸ νὰ θεωρηθεῖ ἐπιτυχία· ἡ εἰκασία πλέον εἶναι ὅτι κανεὶς δὲν θὰ τὸ διαβάσει, κι ἂν τὸ κάνει δὲν θὰ τὸ κατανοήσει ἢ δὲν θὰ τὸ ἀπολαύσει. Γιατί νὰ ἰσχύει κάτι τέτοιο; Δὲν ἀρκεῖ νὰ λέμε ὅτι ἡ ποίηση ἔχει χάσει τὸ κοινό της, κι ἔτσι δὲν χρειάζεται πλέον νὰ τὸ ὑπολογίζει: πολλοὶ ἄνθρωποι ἀκόμα διαβάζουν ἢ καὶ ἀγοράζουν ποίηση. Ἀκριβέστερα, ἡ ποίηση ἔχασε τὸ παλιὸ ἀκροατήριό της, καὶ κέρδισε ἕνα καινούργιο. Αὐτὸ προέκυψε ἀπὸ τὶς συνέπειες μιᾶς πανούργας συγχώνευσης, τοῦ ποιητή, τοῦ κριτικοῦ καὶ τοῦ πανεπιστημιακοῦ (τριῶν ὁμάδων πλέον ἐμφανῶς δυσδιάκριτων μεταξύ τους): δὲν εἶναι καθόλου ὑπερβολὴ νὰ ποῦμε πὼς ὁ ποιητὴς εἶναι πλέον στὴν εὐτυχῆ θέση νὰ ἐξυμνεῖ ὁ ἴδιος τὴν ποίησή του στὸν Τύπο καὶ νὰ τὴν ἑρμηνεύει στὶς αἴθουσες διδασκαλίας, ἐνῶ ὁ ἀναγνώστης ὑπὸ καθεστὼς τρομοκρατίας ἔχει παραιτηθεῖ ἀπὸ τὸ δικαίωμα τοῦ καταναλωτῆ νὰ μπορεῖ νὰ πεῖ «δὲν μοῦ ἀρέσει αὐτό, φέρτε μου κάτι ἄλλο». Ἀρκεὶ νὰ ψελλίσει τώρα μιὰ λέξη δυσαρέσκειας γιὰ κάποιο ποίημα καὶ τὸν καθίζουν στὸ σκαμνὶ στὸ πὶ καὶ φί. Καὶ ἡ κατηγορία εἶναι βαρειά: πλαδαρὴ αἰσθαντικότητα, ἀνεπαρκῆ καὶ ἀκατάλληλα κριτικὰ ἐργαλεῖα καὶ ἀδυναμία νὰ ἔρθει σὲ ἐπαφὴ μὲ νέες λεκτικὲς καὶ συγκινησιακὲς καταστάσεις. Ἐτυμηγορία: ἔνοχος, σὺν κάποια σχόλια γιὰ τὴν πνευματικὴ ἀνατροφὴ τοῦ κρατουμένου, ἐθισμὸς στὶς μαζικὲς διασκεδάσεις καὶ ἐξασθενημένα ἀνακλαστικά. Καιρὸς νὰ συνειδητοποιήσουν κάτι μαμόθρεφτα σὰν κι ἐσᾶς, λέει ὁ δικαστής, ὅτι ἡ ἀνάγνωση ἑνὸς ποιήματος εἶναι σκληρὴ δουλειά. Δεκατέσσερις μέρες στὴ στενὴ. Ἐπόμενη ὑπόθεση.

Οἱ καλοπληρωτὲς πελάτες τῆς ποίησης, ὠς ἐκ τούτου, αὐτοὶ ποὺ τοποθετοῦσαν τὰ χρήματά τους στὴν ἀσφαλῆ καὶ σίγουρη ἐλπίδα τῆς ψυχαγωγίας ὅπως λ.χ. στὸ θέατρο ἢ σὲ μιὰ συναυλία, γρήγορα στράφηκαν ἀλλοῦ. Ἡ ποίηση δὲν ἦταν πιὰ ἀπόλαυση. Ἔτσι, ἀντικαταστάθηκαν ἀπὸ μιὰ ταπεινότερη ἐνωμοτία τῆς ὁποίας ὁ σκοπὸς δὲν ἦταν ἡ ἀπόλαυση ἀλλὰ ἡ αὐτοβελτίωση, καὶ ἡ ὁποία ἄκριτα δέχτηκε τὸν ἰσχυρισμὸ ὅτι δὲν γίνεται νὰ ἐκτιμήσει τὴν ποίηση χωρὶς προκαταρκτικὴ ἐπένδυση στὸ διανοητικὸ ὁπλοστάσιο, τὸ ὁποῖο, ὅλως τυχαίως, διαθέτει μόνο ὁ δάσκαλός τους. Κοντολογίς, τὸ σύγχρονο ποιητικὸ άκροατήριο, ἀπαλλαγμένο ἀπὸ τὴ λάντζα, παραμένει ἕνα φοιτητικὸ άκροατήριο, ἁπλὰ καὶ ὡραία. Σὲ πρώτη ματιά, αὐτὸ ἴσως νὰ μὴν φαίνεται κακό. Ὁ ποιητὴς ἔχει ἐπιτέλους μιὰ ἠθικὴ ἀποστολή, καὶ ἡ καινούργια του πελατεία ὄχι μόνο πληρώνει γιὰ ποίηση, ἀλλὰ πληρώνει καὶ γιὰ τὴν ἐρμηνεία της κατόπιν. Ἂν πάλι ὁ ποιητὴς ἔχει μόνο τὸν ἑαυτό του νὰ ἰκανοποιήσει, δὲν εἶναι πλέον δέσμιος ἀπὸ τοὺς περιορισμοὺς τοῦ κοινοῦ του. Καὶ πάντως, κανεὶς σήμερα δὲν πιστεύει ὅτι ἕνας ἀξιόλογος καλλιτέχνης μπορεῖ νὰ βασιστεῖ σὲ τίποτα ἄλλο πέρα ἀπὸ τὴν κρίση του: τὸ γενικὸ γοῦστο εἶναι πάντα εἰκοσιπέντε χρόνια πίσω καὶ γιὰ νὰ ἀρέσει ἔνα στὺλ πρέπει νὰ εἶναι πιὰ τετριμμένο, δευτέρας διαλογῆς. Ὅλα αὐτὰ ἀληθεύουν ὣς ἕνα βαθμό. Κατὰ βάθος ὄμως ἡ ποίηση, ὅπως ὅλες οἱ τέχνες, εἶναι ἄρρηκτα συνδεδεμένη μὲ τὸ νὰ προσφέρει ἀπόλαυση, κι ἂν ἕνας ποιητὴς χάσει τὸ κοινό του ποὺ ἀποζητᾶ τὴν ἀπόλαυση, ἔχει χάσει τὸ μόνο κοινὸ ποὺ ἀξίζει νὰ ἔχει, καὶ γιὰ τὸ ὁποῖο ὁ ὑπάκουος συρφετὸς ποὺ κάθεται στὰ θρανία κάθε Σεπτέμβριο δὲν ἀποτελεῖ ὑποκατάστατο.

Καὶ οἱ συνέπειες θὰ εἶναι αἰσθητὲς σ’ ὅλο τὸ ἔργο του. Θὰ ξεχάσει πὼς κι ἂν ἀκόμη ὁ ἴδιος βρίσκει ἐνδιαφέρον αὐτὸ ποὺ ἔχει νὰ πεῖ, οἱ ἄλλοι ἴσως δὲν τὸ βρίσκουν. Θὰ ἐπικεντρωθεῖ στὴν ἠθικὴ ἀξία ἢ στὴν σημασιολογικὴ περιπλοκότητα. Χειρότερο ὅλων, τὰ ποιήματά του δὲν θὰ γεννιοῦνται πλέον ἀπὸ τὴν ἔνταση μεταξὺ αὐτοῦ ποὺ ὁ ἴδιος αἰσθάνεται ἐξωγλωσσικὰ καὶ αὐτοῦ ποὺ μπορεῖ να μεταδοθεῖ διὰ τῆς κοινῆς γλώσσας σὲ κάποιον ποὺ δὲν εἶχε τὴ δική του ἐμπειρια ἢ μόρφωση ἢ ταξιδιωτικὴ ὑποτροφία, καὶ ἀπὸ τὴ στιγμὴ ποὺ ἡ ἄλλη πλευρὰ πάψει πιὰ νὰ τραβάει τὸ σκοινὶ τῆς διελκυστίνδας τὸ ἀποτέλεσμα δὲν θὰ εἶναι πλέον μόνο δυσνόητο ἢ ἀσήμαντο (παρότι μπορεῖ νὰ εἶναι καὶ τὰ δύο) ὅσο μιὰ ἀνεπίγνωστη, ἀπαθὴς χαλάρωση, γιατὶ ὁ ποιητὴς θὰ ἔχει ξεσυνηθίσει πλέον νὰ δοκιμάζει αὐτὸ ποὺ γράφει μὲ αὐτὸν τὸν συγκεκριμένο τρόπο. Ὡς ἐκ τούτου, καμία ἀπόλαυση. Ὡς ἐκ τούτου, καμία ποίηση.

Τί μπορεῖ νὰ γίνει γι’ αὐτό; Ποιός θέλει νὰ γίνει κάτι γιὰ αὐτό; Σίγουρα ὄχι ὁ ποιητής, ποὺ βρίσκεται στὴν πρωτοφανῆ θέση νὰ λανσάρει τὴ δουλειά του ἀπὸ κοινοῦ μὲ τὸ κριτήριο βάσει τοῦ ὁποίου θὰ πρέπει νὰ κριθεἰ. Σίγουρα ὄχι ὁ νέος ἀναγνώστης, ποὺ σὰν σύζυγος σὲ λευκὸ γάμο δὲν ἔχει ἰδέα ἀπὸ μπορεῖ νὰ ὐπάρχει καὶ κάτι καλύτερο. Σίγουρα ὄχι ὁ παλαιὸς ἀναγνώστης, ὁ ὁποῖος ἁπλῶς ἀντικατέστησε μιὰ ἀπόλαυση μὲ μιὰ ἄλλη. Μόνο ὁ ρομαντικὸς ἀργόσχολος ποὺ θυμᾶται τὶς μέρες ὅπου ἡ ποίηση ἦταν καταδικασμένη ὡς ἁμαρτωλή, ἴσως θά ’θελε τὰ πράγματα νὰ ἦταν διαφορετικά. Ὄμως ἂν τὸ μέσο τῆς ποιητικῆς τέχνης πρέπει ὄντως νὰ διασωθεῖ ἑξαιρούμενο ἀπὸ τὰ καθήκοντά μας καὶ άποκαθιστάμενο ὡς μιὰ ἀπὸ τὶς ἀπολαύσεις μας, τὸ μόνο ποὺ μπορῶ νὰ σκεφτῶ εἶναι ὅτι χρειαζόμαστε μιὰ μεταστροφὴ μεγάλης κλίμακας ἐνάντια στὶς τρέχουσες ἀντιλήψεις, καὶ ὅτι αὐτὴ θὰ πρέπει νὰ ξεκινήσει μὲ τοὺς ἀναγνῶστες τῆς ποίησης νὰ ἀναρωτιοῦνται συχνότερα ἐὰν ὄντως ἀπολαμβάνουν αὐτὸ ποὺ διαβάζουν καί, ἂν ὄχι, ποιό τὸ νόημα νὰ συνεχίζουν. Καὶ χρησιμοποιῶ τὴ λέξη «ἀπολαμβάνω» μὲ τὴν πλέον κοινὴ τῶν ἐννοιῶν της, τὴν ἔννοια ὑπὸ τὴν ὁποία ἀφήνουμε τὸ ραδιόφωνο ἀνοιχτὸ ἢ ὄχι. Ὅσοι ἐνδιαφέρονται, μποροῦν νὰ διαβάσουν τὸ δοκίμιο τοῦ Ντέηβιντ Νταίητσις «Νέα Κριτική: Ὁρισμένες προϋποθέσεις» (στὰ Λογοτεχνικὰ δοκίμια, 1956), στὸ μεταξύ ἡ ἀκόλουθη παρατήρηση τοῦ Σάμιουελ Μπάτλερ ἴσως ἀφυπνίσει μέσα μας καὶ πάλι τὸν κρυφὸ πόθο τῆς ἐλευθερίας:

θὰ ἐπρεπε νὰ μοῦ ἀρέσει ἡ μουσικὴ τοῦ Σούμαν περισσότερο ἀπὸ ὅ,τι μοῦ ἀρέσει, τολμῶ νὰ πῶ πὼς θὰ μποροῦσα νὰ ἐξἀναγκάσω τὸν ἑαυτό μου νὰ τοῦ ἀρέσει περισσότερο ἂν προσπαθοῦσα, μὰ δὲν μοῦ ἀρέσει νὰ ἐξαναγκάζω τὸν ἑαυτό μου νὰ ἀρέσκεται σὲ πράγματα, μοῦ ἀρέσουν τὰ πράγματα ποὺ μὲ κάνουν νὰ ἀρέσκομαι σὲ ἐκεῖνα ἀμέσως, δίχως τὴν παραμικρὴ προσπάθεια (Σημειωματάρια, 1919)

Philip Larkin, «The Pleasure Principle.» Required Writing: Miscellaneous Pieces 1955-1982 (London: Faber and Faber, 1983): 80-2. Ελληνική δημοσίευση: Νέο Πλανόδιον, τχ. 2, καλοκαίρι 2014.

*

*