Θαμώνας του αθέατου (Ένας χρόνος από τον θάνατο του Κώστα Γ. Παπαγεωργίου)

 

του ΚΩΣΤΑ ΖΩΤΟΠΟΥΛΟΥ

Κώστας Γ. Παπαγεωργίου,
Σωσίβιο χώμα,
Μελάνι 2020

Ο Κώστας Παπαγεωργίου (1945-2021), ένας από τους κορυφαίους ποιητές της γενιάς του ’70, της ονομαζόμενης και 3ης μεταπολεμικής γενιάς, είχε διαμορφώσει, πολλά χρόνια πριν, μια προσωπική ποιητική γλώσσα με χαμηλόφωνο, διακριτικό, μινιμαλιστικό ύφος,  λόγο αφαιρετικό, λακωνικό, ιδιότυπη σύνταξη  των λέξεων και με εικόνες που προσδίδουν χροιά δραματικότητας. Πραγματοποιούσε από συλλογή σε συλλογή κάποιες αισθητικές μετατοπίσεις συνεχίζοντας την εξερευνητική ποιητική του πορεία. Στην 14η ποιητική του συλλογή με τίτλο Εγώ το μαύρο θα κρατάω έως θανάτου (2016) στα πεζόμορφα ποιήματά του πραγματοποίησε μια αισθητική μετατόπιση, η οποία συνίσταται στην πλήρη εξάλειψη των κομμάτων, που καθιστά συνεχή τη ροή των λέξεων και σε κάποιες περιπτώσεις δημιουργεί πολυσημίες λόγω των περισσότερων αναγνωστικών επιλογών. Επίσης, αρκετά από τα ποιήματα της συλλογής αυτής ήταν σαφώς υπερρεαλιστικά. Τα στοιχεία αυτά παγιώθηκαν στην επόμενη συλλογή του, Έκτακτο δελτίο καιρού (2017) και επανεμφανίστηκαν στην 16η συλλογή του, Σωσίβιο χώμα (2020) που έμελλε να είναι και η τελευταία του.

Η συλλογή αυτή αποτελείται από τριάντα πεζόμορφα ποιήματα χωρίς τίτλους, αριθμημένα, τα οποία αποτελούν μια ποιητική σύνθεση δεδομένου ότι διαθέτουν μορφολογική και τεχνοτροπική συγγένεια και δεν έχουν διαφορετικά θεματικά κέντρα αλλά κινούνται στο ίδιο θεματικό φάσμα. Ο οξύμωρος τίτλος «σωσίβιο χώμα» υποδηλώνει τη μετάβαση από τη ζωή στον θάνατο, το μυστήριο αυτής της αλλαγής, την βαθύτερη υπόσταση του ανθρώπου πίσω από την αλλαγή και συνάμα τα αισθήματα που γεννά στον άνθρωπο αυτό το μυστήριο. Το δέος και την αγωνία μπροστά στο αδιαφανές φράγμα μεταξύ ζωής και θανάτου, καθώς και τα επίμονα αισθήματα και βλέμματα που αναζητούν σημάδια της λύσης του αινίγματος. Στα ποιήματα της συλλογής δεσπόζουν δυστοπικές εικόνες του κόσμου (υπάρχουν ακόμα και ενδοταφικές φρικτές εικόνες) από τις οποίες η ανθρώπινη συνείδηση επιχειρεί να διαφύγει αναζητώντας μια βαθύτερη διάσταση του κόσμου. Σε όλα τα ποιήματα της συλλογής επικρατεί ένα ελεγειακό κλίμα.

Η πλήρης απουσία κομμάτων αφενός αφήνει ελεύθερη τη ροή του λόγου χωρίς παύσεις και αφετέρου χαρίζει στον αναγνώστη μεγαλύτερα περιθώρια νοηματοδοτήσεων, όπως προαναφέρθηκε. Η πεζή μορφή των ποιημάτων αφαιρεί τις δεσμεύσεις των τομών των στίχων και συμβάλλει και αυτή στην απρόσκοπτη ροή του λόγου και στην πολλαπλότητα των ερμηνειών.  Ωστόσο μέσα στην ροή του πεζού λόγου είναι εμφανής ο εσωτερικός ρυθμός. Ένα άλλο χαρακτηριστικό στοιχείο είναι οι αποφθεγματικές εκφράσεις. Παρατηρείται κυριαρχία των ουσιαστικών και αντίστοιχη υποχώρηση των ρημάτων: «Η ψεύτικη αυτάρκεια του καθρέφτη αυτό το σπάσιμο της απουσίας στα δύο».  Κάποτε, το ουσιαστικό μετατρέπεται σε επίθετο: «κοινόβιος ύμνος».

Μια άλλη μορφολογική μεταβολή είναι ότι στα περισσότερα ποιήματα υπάρχουν μία ή δύο παράγραφοι μέσα σε αγκύλες, στο τέλος ή στο μέσο του ποιήματος. Η χρήση της αγκύλης προδιαθέτει τον αναγνώστη ότι διαμορφώνεται ένα άλλο επίπεδο, συμπληρωματικού και σχολιαστικού χαρακτήρα.

Είναι σαφή τα υπερρεαλιστικά χαρακτηριστικά σε όλη την έκταση της συλλογής: τα ποιήματα χαρακτηρίζονται σε όλη τους την έκταση και σε πληθώρα περιπτώσεων, από την απόδοση ασυνήθιστων ιδιοτήτων σε κοινά αντικείμενα ή έμβια όντα και από  την αντιπαράθεση επιφανειακά άσχετων αντικειμένων, ιδεών ή λέξεων: «αναστάσιμα κουρέλια», «φλυαρία φυκιών», «του μετάλλου η αθωότητα», «κωπηλασία φτερών», «σπαρμένο βλέμματα ύφασμα», «το ύψος στήνει δόκανα», «ράμφη του πάγου», «οι φλέβες του μαρμάρου υποψιάζονται», «βλεμμάτων ραφές», «σφυριού μεταμέλεια», «δακρύων παραχάραξη», «βρυχάται η προπαίδεια», «κουρέλι προσευχής», «ανυπάκουα σύμφωνα», «τετράγωνο το έρεβος», «η αγυρτεία των αποστάσεων»,  «πλοκάμια ωρών», «αλεξίσφαιρη αίσθηση», «τα ακρωτηριασμένα χέρια της τρυφερότητας», «μεσούρανα της επαιτείας», «τρίκλισμα ύψους», «σκέψεις δεμένες πισθάγκωνα», «κλεψίτυπο έαρ», «μεσίστιο θαυμαστικό», «μαρμαρωμένη βοσκή», «αγωνία τριγώνου», «χνούδι πυρετού», «αιμορραγία φιλιών». Ακόμη, διακρίνονται και για την εσκεμμένη εξάρθρωση αντικειμένου και περιβάλλοντος. Οι εικόνες φαίνεται να μην αντιπροσωπεύουν μια πνευματική κατάσταση ή μια κατάσταση πραγμάτων, να μην προκύπτουν από μια οποιαδήποτε εξέταση ή σύγκριση πραγματικοτήτων, αλλά να αποτελούν μια καθαρή δημιουργία του νου: «τα χρώματα υποδύονται γυμνές ανάγκες που επαιτούν». «Ώρες παλαιών ημερών με καμπάνα ή χωρίς δεν ηχούν παρά μόνο άμα δάκρυ στου ύψους τα ικριώματα και πριν της μέρας διάφανα κουρέλια λάβαρο υψωθούν με ύμνους τραχείς και ακατέργαστους τόσο που από σχίσιμο σαν αστραπής ο πόνος διαιρέθηκε στα δυο και αναίτιος έγινε όπως γέρνοντας υγρά τα σιαμαία κεφάλια του». Δηλαδή φαίνεται να μην είναι δυνατόν να αντιστοιχηθούν με εικόνες του πραγματικού κόσμου. Ως η πραγματικότητα να μην αποτελεί την πηγή αυτών των εικόνων μέσω της φαντασίας, αλλά οι εικόνες, πλάσματα καθαρής φαντασίας, να δημιουργούν μια άλλη πραγματικότητα.

Οι περισσότερες παράγραφοι μέσα σε αγκύλες είναι γραμμένες σε τρίτο πρόσωπο, ενώ οι παράγραφοι των ποιημάτων 18, 23, 24, 25, σε δεύτερο. Μόνο στα ποιήματα 6, 21, εντός των αγκυλών, το ποιητικό υποκείμενο αφηγείται σε πρώτο πρόσωπο. Εδώ, με εξομολογητικό τόνο γίνονται καίριες αναφορές που αγγίζουν τον πυρήνα του ποιητικού έργου, την βαθύτερη προσωπική οπτική για τον εαυτό και για τον κόσμο. Συγκεκριμένα, στο 6ο ποίημα: «Ώστε μπορεί εγώ εντέλει να ήμουν ο ίσκιος μου και αδίκως άρα σήκωνα το χέρι …». Σε αυτή την περίοδο εμμέσως αμφισβητείται η μοναδικότητα της υλικής πραγματικότητας του ανθρώπου και σημειώνεται η ματαιότητα, υποδηλώνεται το ανώφελο των υλικών αγαθών μπροστά στο τέλος, το πολύτιμο μιας «κληρονομιάς αδιαίρετης» την οποία ο ίσκιος της υλικής ύπαρξης δεν είχε: «οικόσιτος σε ομοίωμα του σώματός μου με άχρηστες όλες τις τροφές και χωρίς τίποτα ένα μοίρασμα κληρονομιάς αδιαίρετης». Στη δεύτερη και τελευταία περίοδο εκφράζεται ένας ενδοιασμός, ομολογείται ότι δίπλα σ’ όλα αυτά γινόταν αισθητή και μια διαφορετική, υποβλητική αλλά αθέατη παρουσία: «και πάντως χεριά προεξείχε στη γλαυκή επιφάνεια του βλέμματος σαν σκιάζοντας τα πράγματα στο πέρασμά της τόσο τρυφερά μπορεί εξαιτίας ανάσας αθέατου κολυμβητή». Ο αθέατος κολυμβητής αποτελεί ένα σύμβολο της θεότητας.

Στο δεύτερο ποίημα, στο οποίο η αφήγηση εντός των αγκυλών γίνεται σε πρώτο πρόσωπο (21ο ) υποδηλώνονται σκηνές, σκέψεις και αισθήματα που βιώνει το ποιητικό υποκείμενο, ευρισκόμενο απέναντι σε αρρώστια, δική του ή αγαπημένου προσώπου και στις δραματικές της συνέπειες. Παρουσιάζεται η ατένιση και συνειδητοποίηση της αλήθειας διαμέσου αμφιβολιών και αποφυγής ψευδαισθήσεων: «Αναβοσβήνει στο ποτήρι μου η αλήθεια με ύφος διαφήμισης. Σε μικρούς βελούδινους όγκους διαιρείται κι εγώ αντιστέκομαι στη θέα ενός ατμού κηλιδωμένου από τεχνάσματα καπνού και νότες που άναυδα σιωπούν». Διακρίνεται η αντιμετώπιση του πόνου και οι φροντίδες: «Πάγου ανασύρω έγκαυμα υλικό για το άγαλμα της δίψας σε απομίμηση δροσιάς». Υποδηλώνονται οι φόβοι και οι δυσοίωνες σκέψεις: «και μικρές εκρήξεις ακούγονται συστρέφεται ο μόχθος της μέρας τρισύλλαβο πένθος αχνίζει…». Διαφαίνεται  η ελπίδα και ο θαυμασμός για τα χειρουργικά επιτεύγματα και συνάμα η γνώση για την αβεβαιότητα της έκβασης: «Έξω στα χειρουργεία τα χρώματα εναλλάσσονται τόσο επιδέξια ώστε άνετα ισορροπούν ανάμεσα στο γύρισμα του τροχού και στων ωρών το αλάφιασμα» και, τέλος, το δέος μπροστά στο ενδεχόμενο της τελικής έκβασης: «λίγο πριν σήμαντρο άηχα κυλήσει μπροστά στα πόδια του άρρωστου».

Όπως και σε προηγούμενες συλλογές του ποιητή, παρουσιάζεται μια πληθωρική ποικιλία μοτίβων του νερού,  σε μεγαλύτερη συχνότητα από άλλα μοτίβα. Πολύτιμο για τη ζωή στοιχείο της φύσης, συμβολίζει τον ρυθμό της και τις ήρεμες ή ταραχώδεις στιγμές της φύσης αλλά και του ανθρώπου, με τη μορφή δακρύων. Το νερό, όπως και το γυαλί, αποτελεί τρόπο μέσω του οποίου η ψυχή αντανακλάται και εμφανίζονται όψεις της. Εμφανίζεται με εικόνες υδρατμού, νερού, κύματος, λίμνης, ρυακιού, βροχής, θάλασσας, παλίρροιας, σταγόνας, δροσιάς και δακρύων. Εντελώς ενδεικτικά: «σκορπίζονται υδρατμοί απροσάρμοστοι στο φως», «το κλάμα σε μπαμπάκια εκκολάπτεται υγρά», «ριγούν οι ακτές στων κυμάτων το ανάβρυσμα», «γάζωμα τερπνό ουρανού η βροχή», «Με συλλάβισμα κύματος τώρα το φως ανεβαίνει αμυδρό από σπονδές πανσέληνων λύκων παλίρροια στάζοντας στα ήσυχα νερά ονείρου ανέμελου», «… να λένε ιστορίες μαγικές για ζώα και άγρια νερά που αίφνης ημέρεψαν στο πρώτο διάφανο πάτημα της μέρας», «… σφυγμός ακούγεται ρυθμός βροχής αεικίνητης σε κήπο αβρό ακατοίκητου σπιτιού…».

Η μουσική ως σύμβολο και δείγμα του βαθύτερου, του εσωτερικού ρυθμού της φύσης, αναφέρεται συχνά ως μελωδία, μουσική, κελάηδημα, τραγούδι, μοιρολόι, ρυθμός, ήχος βιολιού, νότες, ύμνοι, σήμαντρα που ηχούν: «…σε μια κλωστή αδιόρατη ακροβατεί ο καιρός τραγούδι από λαχάνιασμα», «…κι ας πέφτει χιόνι αιθέρια μουσική όπως όταν όλες οι εποχές σκαρφάλωναν σε νότες τα κρυστάλλινα σκαλιά …», «Στους κόλπους άπνοιας τερπνής πλαγιάζει τώρα τρέμουλο λιπόθυμης δοξαριάς γυάλινος ήχος …».

Όπως και σε προηγούμενες συλλογές, επιχειρείται μια ανίχνευση του πεδίου του θανάτου. Εντείνεται το μυστήριο του θανάτου μέσω αναφορών σε τραγικές εικόνες του κόσμου. Ο θάνατος και το πένθος αναφέρονται σε πολλά ποιήματα, όπως: «γυναίκες χωρίς δάκρυα σαν γονατιστές παρακαλούν ανάβοντας κεριά και με θυμιάματα καλούς θανάτους …»,  «Στο κεφαλόσκαλο της μέρας κάθονται του θανάτου ανάπηροι και κρυφά επαιτούν με το βλέμμα δειλά καρφωμένο εκεί που άλλοτε άπλωνε η θάλασσα το χρώμα της …», «…εκεί που πάει ν’ ανθίσει μια στιγμή του πένθους ο σεβάσμιος εσπερινός», «… απορεί σε τι ποσότητες φωτός αντέχει ο θάνατος …». Ανακαλούνται στη μνήμη αγαπημένα νεκρά συγγενικά πρόσωπα, αχνές μορφές που δεσπόζουν στη συγκίνηση και στη σκέψη του ποιητικού υποκειμένου: «… τα πελιδνά πρόσωπα των πεθαμένων φίλων».

Το μοτίβο του γυαλιού είναι πολύ συχνό. Οι ιδιότητες του γυαλιού, της στεγανότητας, της διαφάνειας και του εύθραυστου υποδηλώνονται πολλές φορές για να υπογραμμίσουν με εικόνες τη φθορά: «Αλλ’ αν υψώνονταν αιφνίδια οι φωνές γυαλί αδιάβροχο χωρίς γυαλιού διαφάνεια ένα ράγισμα στο άρπαγμα του αέρα …», «Γαλήνη αναπαύεται στου γυάλινου δάσους γερμένη τις σκιές …», «Και η γυάλινη χωρίστρα του ήλιου απότομα έσπαγε κι έκοβε στα δύο την αμεριμνησία της ώρας …», «γυαλιού αμφίδρομη διαφάνεια …», «…και ούτε ράγισμα να πεις ότι γυαλί επιτέλους ανυψώθηκε για προστασία της θέας», «…λιπόθυμης δοξαριάς γυάλινος ήχος …».

Οι κορυφαίες πλευρές της φύσης, το βαθύτερο μέρος του κόσμου πίσω από τα φαινόμενα και, κυρίως, η άγνωστη και απώτερη σχέση του ανθρώπου με τον κόσμο, υποδηλώνονται μέσω του μοτίβου του ουρανού και των άστρων:  «Ουράνιες ράφτρες μετρούν των μοιρών το λιγόστεμα …», «… στενεύουν τα όρια του ταξιδιού και ο κόσμος γίνεται περίκλειστη αποβάθρα με αγγέλους κάτι πάμφωτους χαμάληδες να στέκονται στο ουράνιο ξέφωτο», «…στα πρόθυρα της επουράνιας κρίσης», «… αν εντελώς στα ξαφνικά υψωθεί φωνή χαρμόσυνη από επίγειων άστρων τις πλαγιές …», «.. πουλιών που εκποίησαν τα φτερά τους για ένα κοίταγμα ουρανού στο βάθος ετοιμόρροπου καθρέφτη …», «…το ύστατο χαίρε αυτό που ερήμην του κοσμεί την ουράνια τεφροδόχο …», «…ανεμπόδιστος να εισέρχεται κανείς στο χρηματιστήριο των άστρων».

Ο ύπνος παρουσιάζεται ως κατάσταση ηρεμίας, διαλείμματος ανάμεσα σε στιγμές αγωνίας, ως κατάσταση υπόσχεσης για κάτι  έξω απ’ τη συνειδητή αντιμετώπιση των κακουχιών της ζωής: «κι εξάλλου ο ύπνος μαλακώνει την πείνα και κάπως ηρεμεί του ζώου τον ρόγχο», «διάσπαρτος ύπνος των πουλιών κι η αγάπη γερασμένη», «στο ανάμεσα ύπνου αιματηρού ανταύγειες στέλνοντας αμφίβιο το μέλλον υψώνεται», «ποτέ δεν πίστεψες σε απατηλά του ύπνου εδέσματα».

Η αγάπη είναι παρούσα ως μια δύναμη απαξιωμένη και αναξιοποίητη που θα μπορούσε να φωτίσει τον άνθρωπο, ως ένα συναίσθημα που θα άνοιγε ορίζοντα στη συνείδηση: «…με θρόισμα στις φυλλοβόλες πλαγιές της αγάπης …», «Ολόσωμο το φόρεμα της αγάπης αν και αφόρετο βαδίζει εκεί που είδε ο ποιητής το όραμά του», «…τόσο αίνιγμα και να κυλάει ανεκμετάλλευτο στα ρείθρα της αγάπης», «… με ισχνό της αγάπης το απόσταγμα».

Σύμβολο της απώλειας και του θανάτου, το αίμα, βαραίνει με τις αναφορές σε αυτό, ενώ υποδηλώνεται η σύνδεσή του με μεγάλα γεγονότα της Ιστορίας: «…τα αιματηρά γινόμενα της νύχτας…». «Το δίδυμο ουρλιαχτό θανάτου και ιστορίας λιμάρει του αίματος τα χαρακώματα…», «… και ο Μάης κρεμασμένο ένα πλέξιμο τόσο περίτεχνα που το αίμα δεν στάζει…», «…αλλά οι φωνητικές χορδές της Ιστορίας δεν πάλλονται ούτε ηχούν συλλαβιστά μ’ ένα ξετύλιγμα αίματος τα κύματα …».

Τα όνειρα διαστέλλουν ή συστέλλουν τα όρια του χώρου και του χρόνου και δίνουν την εντύπωση ότι αφήνουν ένα πέρασμα από την επιφανειακή πλευρά του κόσμου στη βαθύτερη πραγματική διάστασή του, η οποία κρύβεται από τα φαινόμενα, λανθάνει. Η αποσπασματικότητα του ονείρου, μέσω του αφαιρετικού λόγου, γίνεται βαρύνουσα και δραματική, οξύνοντας την αγωνία για τις κρυφές πτυχές των πραγμάτων: «κουβέρτα ονείρου πλέξιμο σκεπάζει μέλη διάσπαρτα μπορεί όχι εντελώς αλλά και πάλι λίγο αφήνοντας ακάλυπτο ίσα να διακρίνεται η ατελής φύση των πραγμάτων …», «… και όνειρα τερπνά μιας άλλης νύχτας …», «… αφού με αφή τυφλού ονειρεύεται κανείς τα πράγματα …».

Η αδυναμία του λόγου, η απώλεια είτε η αλλοίωση του νοήματος όταν διατυπωθεί μέσω της γλώσσας, μονοσήμαντα, εμφανίζονται με συχνές αναφορές στη γλώσσα και στο νόημα. Υποδηλώνεται ο απατηλός χαρακτήρας των φαινομενικών βεβαιοτήτων, μια παραπομπή σε βαθύτερα πράγματα και αιτίες:     «… και ας ασφυκτιούν οι λέξεις κάτω από την προβιά του νοήματός τους», «… χείλη αμυδρά νοσταλγούν δεν θυμούνται και με άδεια υπολείμματα λέξεων νόημα συνθέτουν μα τόσο υδαρές που τ’ αδέσποτα γέλια τριζόνια υμνωδούν …», «…και κουρέλια μονολόγων διεκδικούν ραφές που ανάερα σέρνονται προς την πηγή των νοημάτων», «… στων λέξεων το αιματηρό εκκρεμές …», «στο εξής με ανορθόγραφο εντελώς το λεξικό του κόσμου άγρια θα ταράζεται το μέτωπο της σοφίας…», «… και λόγια εθισμένα στο πένθος που αρνούνται να γείρουν κατά τη μεριά του νοήματός τους …».

Η οδύνη της ύπαρξης σε έναν παράλογο κόσμο, στον οποίο η έλλειψη νοήματος θεωρείται δεδομένη, γίνεται μια δεύτερη φύση, μια μόνιμη νοσταλγία που συνοδεύει την απαντοχή του βίου, βοηθώντας και στηρίζοντάς την απέναντι στο μυστήριο του θανάτου. Το μοτίβο της λύπης, η οποία συνοδεύει την κατάδυση στη μνήμη και στο βάθος του εαυτού, αλλά και την πορεία της ζωής προς τα εμπρός, είναι παρόν: «… και ούτε ρυθμός ανθρώπινου βηματισμού τολμάει ανάστημα να υψώσει όσο η σημαία της λύπης κυματίζει και ούτε ακούγετ’ έμβολο ή σύμβολο έστω μιας καρδιάς ναυαγισμένης», «Το λυπημένο βλέμμα ωστόσο ενός παιδιού πυροδοτεί το θαύμα ως το βασίλειο των λυγμών …».

Σε πεζόμορφο και αδιάκοπο λόγο, που όμως ρέει μουσικά, με παρηχήσεις και με εμφανή εσωτερικό ρυθμό, τα ποιήματα και της συλλογής αυτής χαρακτηρίζονται από ελλειπτική, αφαιρετική μορφή και παραμένουν ανοικτά σε ερμηνείες. Η υπαινικτική χρήση της γλώσσας, η συντακτική απόκλιση, οι ακραίες εκδοχές του στοιχείου της μεταφοράς, οι ψηφίδες συνειρμών, οι έντονες και δυστοπικές εικόνες, το υπερρεαλιστικό στοιχείο, η πολυσημία, δημιουργούν μία εντύπωση διαρρήξεων του πέπλου των φαινομένων, οι οποίες αφήνουν στιγμιαίες θέες σπαραγμάτων μιας άλλης διάστασης και υποδηλώνουν ένα σύνολο στιγμών μιας βαθύτερης πραγματικότητας, την οποία το ποιητικό υποκείμενο προσεγγίζει.

Με έντεχνη υποβολή, η ποίηση του Κώστα Παπαγεωργίου αποπειράται να ιχνηλατήσει το μυστήριο των βαθύτερων συνδέσεων του κόσμου. Αποκλίνοντας από την συνήθη εικονοποιητική και επικοινωνιακή διαδικασία, διερευνά κρίσιμες ενδοψυχικές τριβές, επιχειρεί να φωτίσει τα λανθάνοντα μηνύματα  που ενυπάρχουν σε γεγονότα και πράγματα, σε πράξεις και φαινόμενα και αποδίδει μεταισθητική διάσταση σε συνηθισμένα περιστατικά της καθημερινής ζωής. Μη δεχόμενος την αναπαραστασιακή περιγραφή και ερμηνεία του βιώματος και τη μονοσήμαντη οπτική γωνία, ο Κώστας Παπαγεωργίου επιζητεί την ανίχνευση του άρρητου, του βάθους της τάξης ή της αταξίας των πραγμάτων. Η προσέγγιση του βάθους του βιώματος, της λεπτής κλωστής μεταξύ ζωής και θανάτου, φωτίζει μια περιοχή συμβολισμών, όπου ο άνθρωπος και η φύση συναντώνται σε αξεδιάλυτο δεσμό. Και αναδεικνύει εφιαλτικές στιγμές, αισθήματα απώλειας, σκηνές αγωνίας και   ημιτελείς ή μετέωρες κινήσεις που τονίζουν την αυτοαναίρεση, την αποσπασματικότητα και την έλλειψη νοήματος πραγμάτων και βιωμάτων. Η επίμονη ποιητική απόπειρα εξοικείωσης με το φαινομενικά αλλόκοτο στοιχείο, με το αρχέγονο δέος για τον θάνατο, αλλά και συνάμα η απόπειρα εξερεύνησης του μυστηρίου με καταφυγή στο φαντασιακό στοιχείο, χαρακτηρίζουν την ποίηση του Κώστα Παπαγεωργίου, η οποία τοποθετείται στις σημαντικότερες της εποχής μας.

ΚΩΣΤΑΣ  ΖΩΤΟΠΟΥΛΟΣ

*