Η βυζαντινή ποίηση ανθολογημένη | Μέρος ΣΤ΄: Γρηγόριος Ναζιανζηνός | Αποδόσεις των Μ. Στασινόπουλου, Ντ. Χριστιανόπουλου και Α. Καλογερόπουλου

*

Εισαγωγή-ανθολόγηση-σχόλια ΗΛΙΑΣ ΜΑΛΕΒΙΤΗΣ

~.~

 

ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΝΑΖΙΑΝΖΗΝΟΣ

Ποιητικά αποσπάσματα

Αποδόσεις των Μιχαήλ Στασινόπουλου,
Ντίνου Χριστιανόπουλου και Άγγελου Καλογερόπουλου

 

Η σημερινή ανθολόγηση αντλεί, τα μικρά αποσπάσματα της ποίησης του Γρηγορίου που παρουσιάζει, από τρεις διαφορετικές πηγές: τον Μιχαήλ Στασινόπουλο, τον πρώτο προσωρινό Πρόεδρο της Δημοκρατίας κατά την Μεταπολίτευση, δικαστικό, συγγραφέα και ποιητή· τον προσφάτως εκδημήσαντα Θεσσαλονικιό ποιητή Ντίνο Χριστιανόπουλο· και τον συγκαιρινό μας ποιητή Άγγελο Καλογερόπουλο.

*

Μιχαήλ Στασινόπουλος

Νἄμουν ἀγριοπερίστερο, μὲ τὰ πλατειὰ φτερά του
ἢ χελιδόνι γρήγορο, νὰ φύγω ἀπ᾽ τοὺς ἀνθρώπους
νὰ πάω στὴν ἔρημο, μαζὶ μὲ τ᾽ ἄγρια ζῶα, ποὺ εἶναι
κι᾽ ἀπ᾽ τοὺς ἀνθρώπους πιὸ πιστὰ ―νὰ ζῶ χωρὶς φροντίδα,
καὶ θλίψεις καὶ κατατρεγμούς, τ᾽ ἀστάχυα νὰ μὲ τρέφουν,
στὸ Θεό μου νἄμαι πιὸ κοντά― καὶ μιὰ ζωὴ γαλήνια
νὰ μοῦ φωτίζη ὁ οὐρανός, μὲ τὸ αἰώνιο φῶς του.

~•~

Πάει ὁ καιρὸς τῶν λουλουδιῶν, ἔφτασε πιὰ τὸ θέρος.
Μοῦ ἄσπρισε ἡ κόμη. Καρτερεῖ τ᾽ ἁλώνισμα τὸ στάχυ.
Ἡ ἀγουρίδα ἐγίνηκε, καιρὸς εἶναι γιὰ τρύγο
καὶ τὰ δεινά μου τὰ πατοῦν τώρα στὸ πατητήρι.
Οἱ μέρες ἦρθαν οἱ κακές, καὶ πῶς νὰ τὶς ξεφύγω!

~•~

Ποῦθ᾽ ἔχεις ἔλθει, νὰ ζητᾶς, καὶ νὰ σταθῆς ποῦ πρέπει;
Τάχα ἡ ζωὴ εἶναι αὐτὴ ποὺ ζεῖς, ἢ μιὰ ἄλλη ποὺ δὲν ξέρεις;

Τί ὑπῆρχε πρὶν σὺ γεννηθῆς, καὶ γύρῳ σου τί ὑπάρχει;
κι᾽ αὐτὸ ποὺ ὑπάρχει, ἀπὸ ποῦ ἔρχεται, ποῦ πηγαίνει;

Πῶς ἄλλα μένουν σταθερά, κι ἄλλα πετοῦν καὶ φεύγουν
κι ὅλους ἐμᾶς ὁ ἄστατος τροχὸς μᾶς στρέφει γύρω;

~•~

ΛΒ΄. Περὶ τῆς τοῦ βίου ματαιότητος καὶ ἀπιστίας,
καὶ κοινοῦ πάντων τέλους.

Ἤθελον ἠὲ πέλεια τανύπτερος, ἠὲ χελιδὼν
Ἔμμεναι, ὥς κε φύγοιμι βροτῶν βίον, ἤ τιν’ ἔρημον
Ναιετάειν θήρεσσιν ὁμέστιος (οἱ γὰρ ἔασι
Πιστότεροι μερόπων), καὶ ἠμάτιον βίον ἕλκειν,
Νηπενθῆ, νήποινον, ἀκηδέα· ἓν τόδ’ ἄθηρον
Μοῦνον ἔχειν, θεότητος ἴδριν νόον, οὐρανοφοίτην,
Ὥς κε γαληνιόωντι βίῳ φάος αἰὲν ἀγείρων.
[…]

~•~

ΟΒ΄. Εἰς τὴν ἔξοδον.

Παρῆλθον ἄνθη, καιρὸς ἤγγικεν θέρους.
Λευκὴ δέ μοι θρὶξ, ἡ δ’ ἅλως καλεῖ στάχυν.
Ἀπῆλθεν ὄμφαξ, ἡ τομὴ δὲ πλησίον.
Ληνὸς πατεῖται τῶν ἐμῶν ἤδη κακῶν.
Φεῦ ἡμέρας μοι τῆς κακῆς! ἣν ποῦ φύγω;
[…]

~•~

ΟΗ΄. Εἰς τὴν ἑαυτοῦ ψυχήν.

[Ἔργον ἔχεις, ψυχὴ, καὶ μέγα, ἢν ἐθέλῃς.
Ἐρεύνα σαυτὴν ἥτις ᾖ, καὶ πῆ στρέφῃ,]
Ὅθεν προῆλθες, καὶ ὅπη στῆναι σὲ δεῖ·
Εἰ ζῇν ὅπερ ζῇς τοῦτο, ἤ τι καὶ πλέον.
[Ἔργον ἔχεις, ψυχὴ, τοῖσδε κάθαιρε βίον.
Θεὸν νόει μοι καὶ Θεοῦ μυστήρια.]
Τί ἦν πρὸ παντὸς, καὶ τί σοι τὸ πᾶν τόδε·
Ὅθεν προῆλθε, καὶ ὅποι προβήσεται.
[Ἔργον ἔχεις, ψυχὴ, τοῖσδε κάθαιρε βίον.]
Πῶς οἰακίζει καὶ στρέφει τὸ πᾶν Θεός·
Ἢ πῶς τὰ μὲν πέπηγε, τὰ δ’ ἄλλ’ ἐκρέει·

[…]

~•~

Ο Μιχαήλ Στασινόπουλος όμως μεταφράζει πεζολογικά –εν παρόδω και ενταγμένα μες στην γραπτή του αφήγηση για τις απόψεις του Γρηγορίου– ορισμένες σχεδόν επιγραμματικές φράσεις του ποιητή-επισκόπου. Αντιγράφω όσα αποσπάσματα παρουσιάζονται κάπως πιο ολοκληρωμένα:

 

Αὐτὰ σκέφτηκε νὰ μοῦ δώσῃ στενόκαρδα,
αὐτὸς ποὺ εἶχε πενήντα ἐπισκοπές!
Χαρὰ στὴ γεναιοδωρία!

τούτοις μ’ ὁ πεντήκοντα χωρεπισκόποις
στενούμενος δέδωκε—τῆς εὐψυχίας—

Πολλοὶ ἔχουν ἀνάστημα, λίγοι ἔχουν τὴ χάρη.

Πάντων τὸ ὕψος, οὐχὶ πάντων δ’ ἡ χάρις.

[Ἄν δὲν μιλοῦμε κι ἀνεχόμαστε τὸ κακό]
εἴμαστε κι ἐμεῖς συνεργάτες τοῦ κακοῦ.
Γιατί ἡ σιωπή μας μιλάει, κι’ ἂς φαίνεται ὅτι ἐμεῖς δὲ μιλοῦμε.

Κακῶν ἁπάντων ἐσμὲν ἐργαστήριον,
Σιγῇ βοῶντες, κἂν δοκῶμεν μὴ λέγειν

Ἡ κακία θριαμβεύει, κανεὶς ἂς μὴ σκοτισθῇ!
Γίνετε ὅλοι κακοί, εὔκολο εἶναι! Καὶ συμφερώτερο.
Νόμος γίνεται ἡ (κακὴ) πράξη!

Πρόεδρος ἡ κακία· πονείτω μηδὲ εἷς·
Κακοὶ γίνεσθε, τοῦτο συντομώτατον,
Καὶ λῷον· ἡ δὲ πρᾶξις ἵσταται νόμος.

Ἄλλος ἀγαπᾷ τὸ κρασί, ἄλλος τὴ γυναῖκα,
ὁ σοφὸς ὅμως ἀγαπᾷ τὴν Ἀλήθεια.

οἶνόν τις εἶπε συμπότης πάντων κρατεῖν,
ἄλλος γυναῖκα, τὴν δ’ ἀλήθειαν σοφός

Ὁ πιστός, ὁ εἰλικρινὴς ἄνθρωπος, εἶναι καὶ ὁ πιὸ εὐκολόπιστος,
εὔκολο θῦμα τῶν ἐπιτηδείων καὶ τῶν ἀπατεώνων.

πιστοῦ γὰρ ἀνδρὸς οὐδὲν εὐπειθέστερον

Οἱ σκύλοι, ὅσο κι ἂν γαυγίζουν, σκύλοι πάντα μένουν.

κύνες ὑλάκται, τοῦτο καὶ μόνον κύνες.

Δὲ πρέπει νὰ ἐπιβάλλεται κανεὶς μὲ τὴ βία,
ἀλλὰ μὲ τὴν πειθώ. Αὐτὸ μόνον εἶναι νόμιμο.
οὐ γὰρ κατείργειν, ἀλλὰ πείθειν ἔννομον

Αὐτὸ ποὺ κρατιέται μὲ τὴ βία,
σὰ βέλος δεμένο στὴ χορδή του
ἢ σὰν ποτάμι στομωμένο,
τὴ βία ἐὰν δοθῇ εὐκαιρία, περιφρονεῖ.
Ἐνῶ τὸ ἑκούσιο [ἐκεῖνο ποὺ κατακτήθηκε μὲ τὴν πειθώ],
μένει πάντα σταθερό.

τὸ μὲν γὰρ ἀκούσιον κρατούμενον βίᾳ,
ὥσπερ βέλος νευρᾷ τε καὶ χερσὶν δεθέν
ἢ ῥεῦμ’ ἐν ὁλκῷ πάντοθεν στενούμενον,
καιροῦ διδόντος τὴν βίαν περιφρονεῖ.
τὸ δ’ ἑκούσιον βέβαιον εἰς πάντα χρόνον.

(Μιχ. Δ. Στασινόπουλος, Μορφές από τον Δ΄ αιώνα μ.Χ., Βιβλιοθήκη Σχολής Μωραΐτη, Ψυχικό 1972, σ. 157, 178-179, 181, 184-187)

*

Ντίνος Χριστιανόπουλος

Καὶ ζῶ καὶ πέθανα. Σοφὸς ἂν εἶσαι, θὰ ἐννοήσεις:
Εἶμαι νεκρὸς γιὰ τὴν ψυχή, σὰν ζωντανεύει ἡ σάρκα.
Ψυχή μου, ἂς εἶσαι ζωντανή, κι ἡ σάρκα μου ἂς πεθάνει.

(Ντίνος Χριστιανόπουλος, Εντευκτήριο Ι, Ιανός, Θεσσαλονίκη 2007, 7η Έκδοση, σ. 39)

~•~

ΜΗ΄ Εἰς τὸν ἀποθανόντα τῷ κόσμῳ

Ζῶ καὶ τέθνηκα. Τὶς σοφὸς συγκρινέτω.
Ψυχῇ τέθνηκα· σὰρξ δέ μοι σθένειν θέλει.
Ψυχὴ βιῴη· σὰρξ δέ μοι τεθνηκέτω.

*

Άγγελος Καλογερόπουλος

ΠΟΙΗΜΑ ϞΔ΄

Ἡ Ἑλλάδα μου καὶ τὰ γλυκά μου νιάτα
κι ὅ,τι ἀπόχτησα
καὶ τὸ κορμί μου ἀκόμα
πρόθυμα φύγατε γιὰ τὸν Χριστό.
Κι ἂν ἱερέα ἀγαπημένο στὸν Θεὸ
μ’ ἔκανε τῆς μητέρας ἡ εὐχὴ
καὶ τοῦ πατρὸς τὸ χέρι
γιατί νὰ μὲ ζηλεύουνε;
Ἀλλά, Χριστέ μου, δέξου με σ’ ἐκείνους τοὺς χορούς σου.
Κι ἔτσι μοῦ δίνεις τὴ μεγαλύτερη τιμὴ
στὸν γιὸ τοῦ Γρηγορίου
στὸν λάτρη σου Γρηγόριο.

ΠΟΙΗΜΑ ϞΖ΄

Δὲν πρόλαβες νὰ μάθεις τὴ ζωὴ
καὶ μὲ δικό σου θέλημα
τἄδωσες ὅλα στὸν Χριστό,
μαζὶ καὶ τὰ πτερόεντα ἔπη.
Καὶ τώρα μέγα ἱερέα
καὶ στὴν οὐράνια χορεία
μέσα του σὲ κρατεῖ ὁ οὐρανὸς
Γρηγόριε τιμημένε.

(Νέα Εὐθύνη, τχ. 22, Μάρτιος-Ἀπρίλιος 2014, σ. 215-216)

~•~

ϟΔ΄. Ἄλλο.

Ἑλλὰς ἐμή, νεότης τε φίλη, καὶ ὅσσα πέπασμαι,
Καὶ δέμας, ὡς Χριστῷ εἴξατε προφρονέως!
Εἰ δ’ ἱερῆα φίλον με Θεῷ θέτο μητέρος εὐχή,
Καὶ πατρὸς παλάμη, τίς φθόνος; ἀλλὰ, Μάκαρ,
Σοῖς με, Χριστὲ, χοροῖσι δέχου, καὶ κῦδος ὀπάζοις
Υἱέϊ Γρηγορίου, σῷ λάτρι Γρηγορίῳ.

ϟΖ΄. Ἄλλο.

Τυτθὸν ἔτι ζώεσκες ἐπὶ χθονί· πάντα δὲ Χριστῷ
Δῶκας ἑκών, σὺν τοῖς καὶ πτερόεντα λόγον.
Νῦν δ’ ἱερῆα μέγαν σε, καὶ οὐρανίοιο χορείης
Οὐρανὸς ἐντὸς ἔχει, κύδιμε Γρηγόριε.

*

*

~.~ 

 

Το γενικό εισαγωγικό σημείωμα της Ανθολογίας

Η βυζαντινή ποίηση παραμένει η μεγάλη απούσα από όλες σχεδόν τις ανθολογίες ελληνικής ποίησης, ένα –χρονικά– τεράστιο, ουσιωδώς ανεξήγητο κι αναιτιολόγητο, κενό για τη γνώση, παρουσία κι εξέλιξη της ελληνικής ποίησης από τις απαρχές της ως τις μέρες μας. Οι αιτίες αρκετές, οι προκαταλήψεις κι η μεροληψία φοβάμαι ακόμη περισσότερες. Έχουμε συνηθίσει να σταματούμε απότομα στην Παλατινή Ανθολογία (μετά βίας ώς τον τέταρτο συνήθως μεταχριστιανικό αιώνα, χωρίς να αναλογιζόμαστε συνάμα πως κι αυτή η ίδια η Ελληνική Ανθολογία συνιστά μια γενναιόδωρη χειρονομία των ίδιων των Ελληνορωμιών του Βυζαντίου προς εμάς τους επιγενόμενους) και καταπιανόμαστε πάλι με το πρωτοφανέρωμα της νεοελληνικής –δημώδους πάντα– ποίησης  εκεί γύρω στον ενδέκατο αι. Το μεταξύ τους διάστημα, έχει ως επί το πλείστον αφεθεί αποκλειστικά στους βυζαντινολόγους, οι οποίοι βέβαια, ας ειπωθεί στεντορείως και υμνητικώς, τον τελευταίο αιώνα έχουν απροσμέτρητα βαθύνει κι εμπλουτίσει τη γνώση μας για τα ποιητικά κείμενα της βυζαντινής περιόδου, με νέες κριτικές εκδόσεις κι αναγνώσεις, μελέτες, φανερώσεις άγνωστων ποιημάτων, μεταγραφές από ανέκδοτα χειρόγραφα κλπ., απομένει η ανθολόγησή τους κι η σύγχρονη (ποιητική κατά προτίμηση) μεταγραφή τους. Μια τέτοια έλλειψη, όπως είναι φυσικό, κι επιτείνει τις προκαταλήψεις αλλά και διογκώνει την άγνοια για τη βυζαντινή ποίηση. Ενώ το υλικό διόλου δεν λείπει, δεν είναι τυχαίο πως ως τις μέρες μας μεταφράζονται κείμενα ποιητικά που προέρχονται αποκλειστικά σχεδόν μόνον από την εκκλησιαστική υμνολογία, πράγμα που φανερώνει πολλά για τη γνώση και τη θεώρηση μα και για τη δεξίωση της βυζαντινής ποίησης σήμερα. Ας είναι! Δεν είναι η ώρα και η στιγμή  για περισσότερα˙ αυτή η εισαγωγή θα αρθρωθεί με την πληρότητα και την τεκμηρίωση που χρειάζεται, σαν έρθει η στιγμή της υλοποίησης μιας τέτοιας ανθολογίας της βυζαντινής ποίησης, που με την παρότρυνση και τη συνεργασία στενών φίλων θα αποκοτήσουμε. Η ανάληψη μιας τέτοιας ανθολογίας, βαρύ κι επίμοχθο έργο, θ’ απαιτήσει και συνεργασίες και χρόνο αρκετό.  Ήδη ανασκουμπωθήκαμε και αναμετριόμαστε με τα κείμενα, τους συγγραφείς, τις δυσκολίες, τις ιδιαιτερότητές τους, το περιβάλλον τους, τη μεταγραφή τους.
Με τον νου λοιπόν στραμμένο στη δημιουργία μιας ανθολογίας της βυζαντινής ποίησης, αποφασίσαμε εδώ στο ηλεκτρονικό ΝΠ, να ξεκινήσουμε με την παρουσίαση μιας όσο το δυνατόν εκτεταμένης επιλογής των ήδη μεταφρασμένων (περισσότερο ή λιγότερο γνωστών) βυζαντινών κειμένων από νεοέλληνες ποιητές˙ σαν προεισαγωγή και πρόγευση της μελλοντικής ανθολογίας αλλά κι άτυπη, όσο το δυνατόν ευρεία, αποτίμηση της μέχρι σήμερα παρουσίας της μεταφρασμένης βυζαντινής ποίησης στα γράμματά μας.
ΗΛΙΑΣ ΜΑΛΕΒΙΤΗΣ, 17.3.2021

*

*