Ελένη Χαϊμάνη, Αντίφωνα

modigl

 

«Να σε βλέπω μισή να περνάς
στο νερό
και μισή να σε κλαίω
μες τον παράδεισο.»
Ο. ΕΛΥΤΗΣ, ΜΟΝΟΓΡΑΜΜΑ

Μην με κοιτάξεις σα περνώ ασυγκράτητα, μ’ ορμή
και σπρώχνω τους περαστικούς στις γειτονιές
της πόλης. Τίποτα πια δεν θα ’ναι ίδιο, μα
ένας καινούργιος κόσμος, εχθρικός, αγνώριστος
που θα τον επιβλέπω, με περιέργεια περισσή,
προσεχτικά, μέσα απ’ τα μικρά μου
τετράγωνα παράθυρα.
Κι αν υπάρχει λίγη λογική στον παραλογισμό μου,
αν κι εκείνος στην λογική μου εμφανίζεται ξανά
κι υπάρχει, καταρρίπτεται περίτρανα το κύρος
της Αλήθειας· η αλήθεια μετατρέπεται σ’ υπόθεση
υποκειμενική,
και πλέον κομματιάζεται σε τόσες πολλές αλήθειες
όσα και τα υποκείμενα που θα την πουν,
χωρίς καμία από δαύτες να θεωρηθεί πως
αντιπροσωπεύει την Μία και μοναδική μου Αλήθεια.
Εδώ, αφοσιωμένη στην δουλειά, εργάζομαι μονάχη
δίχως επαφές από τον έξω κόσμο, ανεπηρέαστη
άγρια και κάπως απλησίαστη.
Δημιουργώ επίπεδα, όγκους, χρώματα ‒ τόπο και
χρόνο δηλαδή, με την βοήθεια τ’ ανέσπερου φωτός,
σ’ ένα μνημείο, εξαίσιο, της αγάπης.
Παρ’ όλη την αφάνταστη σκληρότητα και αδιαφορία
είχα πάντοτε σωστή την αίσθηση του ωραίου,
το πάθος του δωρικού ρυθμού.
Πολλά χρόνια χρειάστηκαν, 22 χιλιάδες άνθρωποι
πέρασαν στην ζωή μου για να χτιστεί· και το ’φτιαξα
με δέος, όπως πηγαίνεις έπειτ’ από πολύ καιρό κοντά
σε πράγματα, πρόσωπ’ αγαπημένα που ζητάς
να μην βρεις μπροστά σου αλλαγμένα, κουρασμένα
ή κάπως γερασμένα.
Έτσι, την φιγούρα τη φαντάζομαι όχι περιορισμένη
σε μια επιφάνεια στενή, αλλά γαλάζια
να υψώνεται μέσα, ψηλά στο Σύμπαν,
όπως μεγαλειώδης και κυρίαρχη είναι κι η θάλασσα,
που σα μνημείο διαλαλεί τη μνήμη
με την έκτυπη μαρμαρένια της φόρμα
που την ζωντάνεψα, μ’ αίμα πληθωρικό.
Τι να ψιθυρίζει· τι να φωνάζει,
πώς να κινείται ή και να τρέμει·
αν ησυχάζει, αν ονειρεύεται πάνω στις επιφάνειες
‒ και κάτω από αυτές,
στους ανεπαίσθητους κυματισμούς μου,
στις δυνατές μου εξάρσεις…
Κάποια στιγμή θα τρελαθώ, και θα σταθώ
μπρός απ’ την θάλασσά σου,
με το μισό μου κορμί θα περπατώ τα νερά της
αμίλητη και σοβαρή
φωνάζοντας στεντόρεια
το επίγειο όνομά σου:

«… Σ΄ αγαπώ , μ’ ακούς;
………………………………………………………Πάντοτε σε θυμάμαι!»

κι εφτά φορές θα ’ν’ η απάντηση σκληρή:
«Παντοτινά κοιμάμαι, ,…………………………………………………………………
………………………………….παντοτινά κοιμάμαι, …………………………………
……………………………………………………………………παντοτινά κοιμάμαι,
παντοτινά κοιμάμαι, ……………………………………………………………….
………………………………….παντοτινά κοιμάμαι, ………………………………..
……………………………………………………………………παντοτινά κοιμάμαι,
παντοτινά κοιμάμαι, …………………………………
……………………..παντοτινά…»

ΕΛΕΝΗ ΧΑΪΜΑΝΗ