Day: 02.07.2020

Οι Συγγραφείς και οι Συρραφείς: Μια επίκαιρη σατιρική ανθολογία

lllogoklop

Έντεχνα Πάθη… Η μικρή αυτή σατιρική ανθολογία βάζει στο στόχαστρό της το απίθανο τσίρκο της λογοτεχνικής μας ζωής, τα κωμικά του επεισόδια (ιδίως αυτά των τελευταίων ημερών…) και τους διαβόητους πρωταγωνιστές τους. Γράφουν, κατ’ αλφαβητική σειρά, οι Γιάννης Κυριαζής, Λάμπρος Λαρέλης, Γιάννης Μπελεσιώτης (άλλως Στιχάκιας), Γιώργος Μπλάνας, Γιάννης Πατίλης, Νίκος Σαραντάκος και Δημήτρης Ε. Σολδάτος. Πλην εκείνων των Γ. Κυριαζή, Λ. Λαρέλη και Γ. Πατίλη, τα υπόλοιπα ποιήματα είναι ανέκδοτα ή έχουν παρουσιαστεί ώς τώρα μόνο στο facebook. (Επιμέλεια Κ.Κ.)

~.~

Γιάννης Κυριαζής

ΛΟΓΟΚΛΟΠΗΣ ΕΓΚΩΜΙΟΝ

Η έμπνευσή μου είναι λίγη
δεμένη η γλώσσα προ πολλού
μα υποτάσσομαι στα ρίγη
της φήμης μου του ποιητού.

Τι κι αν μια σκέψη δε διαθέτω
κι αν το χαρτί είναι καθαρό,
θα το γεμίσω εν χρόνω ευθέτω
με στίχους άλλων που θα βρω.

Είναι τα όρια μπερδεμένα
κρυπτομνησίας-λογοκλοπής…
Πριν να τα βρούνε, τα κλεμμένα
δικά μου κάνω, άνευ ντροπής.

Ποιήματα ολόκληρα, στιχάκια,
περικοπές και γνωμικά,
μεταφρασμένα ξένα αρθράκια:
αγύριστα και …δανεικά.

Κι άμα πρωτόλειο μου πέσει
στα χέρια, νέου δημιουργού,
θα λέω πάντα «δε μ’ αρέσει»
και θα τo κλέβω κι αυτουνού.

Άλλα αυτούσια θα τα παίρνω,
σ’ άλλα θα κάνω συρραφή
και από κάτω τους θα σέρνω
φαρδιά πλατιά υπογραφή.

Θα τα τυπώνω, θα τα εκδίδω,
θα με προβάλλουν, θα με υμνούν
μαθήματα θα παραδίδω ‒
κι όλοι θα με χειροκροτούν.

Θα ’ρθει κοινό να με θαυμάσει
ομιλητή των αιθουσών…
θα κάνουν τόπο να περάσει
ο ευνοημένος των Μουσών.

Μόνο τα βράδια στο σκοτάδι
νεκροί κι αγέννητοι ποιητές
θα με δικάζουνε ομάδι
που κλέβω φως απ’ τις σκιές…

Χρονοθύελλα, 2012

~.~

Λάμπρος Λαρέλης

ΣΕ ΚΡΙΤΙΚΟ ΚΑΘ’ ΟΛΑ ΣΥΝΕΠΗ

Οι λογοκλέφτες σού ’τανε καρφί στο μάτι,
με τους αγύρτες, α, δεν είχες κολιγιές,
ήσουν των κλόουν και των τρα-λα-λά ο φονεύς.
Τώρα ζαχάρωσες· σαν του Χατζηαβάτη
έγινε η γλώσσα σου κομψή και ντελικάτη
και γλυκογλείφει όσους πίκραινε ώς χθες.

Vita poetica, 2016

~ . ~

Γιάννης Μπελεσιώτης

ΜΙΑ ΜΙΚΡΗ ΑΝΑΠΟΔΙΑ

Δικά μου οι στίχοι από το αίμα μου παιδιά
Δικές μου οι σκέψεις που ’χω έντεχνα συ(γγ)ράψει
Έτυχε ωστόσο μια μικρή αναποδιά
Και κάποιος άλλος, πριν, τα έχει υπογράψει

Εγώ είμαι πάντα στη ζωή μου συνετός
Πριν γράψω κάτι, ασφαλώς, το διασταυρώνω
Λάθος με ψέγουν θα το δείξει ο καιρός
Αυτή τη σύνεση που είπα πριν πληρώνω

Δε βρίσκουν τόπο οι κεραυνοί στην ξαστεριά
Τι λόγο να ’χω ή ποιο κίνητρο να κλέψω
(Τα λέω ‒δεν παίζομαι!‒ με τέτοια σιγουριά
Που κινδυνεύω ώς κι εγώ να τα πιστέψω)

1.7.2020

~.~

Γιώργος Μπλάνας

ΣΟΝΕΤΟ (ΓΙΑ ΠΟΙΗΤΗ ΚΑΙ ΔΙΕYΘΥΝΤΗ
ΠΟΙΗΤΙΚΗΣ ΣΕΙΡΑΣ) ΤΗΣ ΣΥΜΦΟΡΑΣ

Αλίμονο σ’ εκείνους που θα δούνε
του βλαβερού τα μούτρα, όταν διαβάζει
τη νέα συλλογή τους και σπαράζει
το μπλάβο χείλι του· θα φοβηθούνε

και θ’ απορήσουν πώς μπορεί τ’ ωραίο
τέτοια ζημιά σε άνθρωπο να κάνει:
το μάτι από τη ζήλια σαν ροδάνι
τρελά να φέρνει βόλτες, το μοιραίο

να λες πως θα τον βρει απ’ ώρα σ’ ώρα.
Θάρρος! Για ενός ασήμαντου τη χάρη
να μη τους πάρει η μαύρη κατηφόρα

και πάψουνε να γράφουν. Το πουλάρι
που καμωνότανε πως ήταν, τώρα
θυμίζει ξεσαμάρωτο μουλάρι.

2019

~.~

Γιάννης Πατίλης

ΕΝΤΕΧΝΑ ΠΑΘΗ

Απ’ τα Μεγάλα Πάθη της Λογοτεχνίας
με γοητεύουν των Λογοτεχνών τα Πάθη
κρυφές (δημόσιες) σχέσεις του αλκοόλ τα βάθη
καταραμένο Άνθος της Κλεπτομανίας

Θρεμμένο από τους ψεκασμούς της Θεωρίας
δίνει ζωή (εκδοτική) σ’ όποιον ’μαράθη
γραμμάτων πόθος για ένα γρήγορο καλάθι
από την κούρα ντεμοντέ Πρωτοτυπίας

Μίδας μεταμοντέρνος με ό,τι ξένο πιάνει
ο Λογοκλόπος δεν μπορεί να συνταιριάξει
– θέλει δε θέλει ολοδικό του θα το κάνει!

Πάθος για Λίγους! Πανδημία αν δεν υπάρξει
μια εταιρεία λογοτεχνών να κλείσει στόματα
σ’ ένα Συνέδριο (δίχως κείμενα κι ονόματα)

Αύγουστος 2015

Από τη σειρά «Σονέτα με σημαία ευκαιρίας». Δημοσιεύτηκε
στον τόμο της Εταιρείας Συγγραφέων, Τα Πάθη στη Λογοτεχνία,
Εκδόσεις Καστανιώτη – Εταιρεία Συγγραφέων, 2016.

~.~

Νίκος Σαραντάκος

ΣΤΑΜΑΤΗΜΑ

Φίλος μου, λόγιος δεινός, για γλώσσα που ενδιαφέρεται,
ρωτούσε η λέξη «συγγραφεύς» πώς τάχα να προφέρεται.

Η έρρινη η προφορά η παραδεδομένη,
ραγδαία τώρα υποχωρεί και άρρινη απομένει.

Άλλοι προφέρουν «συγκραφεύς», σα νά ’λεγαν αγκράφα,
κάποιοι το λένε «συγραφεύς», λες κι έτσι θα το γράφαν.

Το δίλημμα έλυσε λαμπρά στο Βήμα συνεργάτης,
με μία μέθοδο σοφή, που κάποιοι είπαν απάτη.

Κείμενα παίρνει αγγλικά, τα στραβομεταφράζει,
κόβει δυο φράσεις από εδώ, εκεί μι’ ατάκα ράβει

Και το δυσκολοπρόφερτο αυτό το «συγγραφέας»
τώρα εκσυγχρονίστηκε κι έγινε «συρραφέας»!

facebook, 2.7.2020

~.~

Δημήτρης Ε. Σολδάτος

ΓΙΑΤΙ ΝΑ ΚΛΕΒΕΙ Ο ΒΛΑΒΙΑΝΟΣ;

Στον Κώστα Κουτσουρέλη

Γρίφο μεγάλο κληθήκαν οι ποιητές να λύσουν,
π’ ούτε ένας μέχρι σήμερα δεν μπόρεσε να λύσει.
Αν αποτύχουν, θα ’πρεπε για πάντα να σιωπήσουν
προτού το μέγα ερώτημα την σκέψη τους διαλύσει.

«Γιατί να κλέβει ο Βλαβιανός;» Ιδού η απορία!
Τι τον ωθεί στην πράξη αυτή; Τόσος μεγάλος κόπος
για να γραφτεί με γράμματα χρυσά στην Ιστορία
ουδόλως – φευ! – σαν ποιητής αλλά ως λογοκλόπος;

Εκεί, προς το δημοτικό, ξύλο πολύ είχε φάει
απ’ τον μπαμπούλα δάσκαλο, απ’ τα παιδιά στην μπάλα;
Στα νιάτα του χυλόπιτες; Να δοξαστεί ζητάει
κλέβοντας, όπως τού ’κλεψαν κι οι άλλοι όλα τ’ άλλα;

Γιατί να κλέβει ο Βλαβιανός, αφού τον ξεφωνίζουν
οι πάντες; Ή μην τάχατες αυτό ήθελε – ωιμένα:
οι πάντες τα βιβλία του πάντα να ξεφυλλίζουν
μετά δεούσης προσοχής να βρούνε τα κλεμμένα;

Γιατί να κλέβει ο Βλαβιανός; Ο Κώστας Κουτσουρέλης
στον «Φάκελο Λογοκλοπή», του Νέου Πλανοδίου,
την τρίχα σου σαν κάγκελο σηκώνει, θες δεν θέλεις –
βρίσκει περσότερες κλεψιές κι απ’ του… Βατοπεδίου!

Γιατί να κλέβει ο Βλαβιανός; Για πλάκα να Googl-άρεις
έναν και μόνον στίχο του, παίζει να είν’ κλεμμένος!
Γιατί να κλέβει ο Βλαβιανός; Το επώνυμό του αν πάρεις,
θα βρεις μια βλάβη! Πιθανόν να είναι και βλαμμένος;

Μπα! Ποιος βλαμμένος έδρεψε αμέτρητα βραβεία
για όλα όσα έκλεψε κι εκείνα που θα κλέψει;
Ποιος την δημοσιότητα την έκανε συμβία
τόσο, που ίσως το Νομπέλ κι εκείνο να το δρέψει;

Μα, ναι! Βλαμμέν’ είμαστε εμείς, που γράφουμε δικά μας
ποιήματα! Το σκέφτομαι πρώτη φορά μου, μάλλον:
αντί να σπάμε ολημερίς για στίχους τα μυαλά μας,
δεν θα ’ταν προτιμότερο να κλέβαμε των άλλων;

«Μα, Βλαβιανοί να γίνουμε;» θα με ρωτήσει κάποιος.
«Η Ιδέα της ποιήσεως ιερή κι όχι χυδαία!»
θα πει ένας άλλος, ηθικός – απ’ όλους ο πιο σάπιος.
Να κλέψουμε τον Βλαβιανό, ρε μάγκες, είν’ η ιδέα!

«Κι αν κλέβοντας τον Βλαβιανό, κλέψουμε κάποιον άλλο
που έκλεψε ο Βλαβιανός, δεν θα ’ναι αδικία;»
Ω, δεν το είχα αυτό σκεφτεί! Άσ’ το να πάει στο διάλο –
δεν κλέβεται ο Βλαβιανός, αυτή ’ν’ η μαλακία!

20.6.2020

Ἠλίας Κεφάλας, Ποιήματα

iliaskefalas

 

Η ΕΡΗΜΗ ΦΩΝΗ

Τί ἐρημιὰ σκεπάζει τὴ φωνή σου
Καθὼς ἐπάνω στὶς παράξενες χροιὲς
Στοιβάζονται χαμένες ἡλικίες
Ἄκου ποὺ στὶς ραφές της πένθιμα ἠχοῦν
Ἀναιμικὰ χορτάρια
Ποὺ ὅλα μαυρόκλωνα ἑλίσσονται
Κι ὅλο ψηλώνουν κι ἀποκόβουν
Τὸ πρόσωπό σου ἀπὸ παντοῦ

Μὰ τόσο ἀδούλευτη ξεχάστηκε ἡ φωνή σου
Δὲν ξέρει πῶς νὰ συσταθεῖ
Κι ὅλο κυλάει σὰν νερὸ
Ποὺ χάνεται μόλις ἀφήνει τὴν πηγή του
Γι᾽ αὐτὸ σὲ κλείνουν ἄνυδρα τοπία
Καὶ ἀρχαῖα πουλιὰ ποὺ ἀποδημοῦν

Μὴ μιλᾶς
Ἡ φωνή σου θὰ σπάσει
Καὶ θὰ τὴν πιοῦν μαῦρες ρωγμὲς
Μὴ μιλᾶς
Ἡ φωνή σου θὰ πέσει
Στὶς μοχθηρὲς γλυσίνες τοῦ ἤχου
Κι οἱ ἐπελάσεις τῶν σχημάτων τοῦ βίου
Στὴν ἀρχαία θὰ σὲ τυλίξουν
Ἀτημελησία τους

~.~

ΕΛΛΕΙΨΕΙΣ

Καθισμένος σταυροπόδι στὸ λιβάδι
Διορθώνω παλιὰ ποιήματα

Τριγύρω ἀνθίζουν χαμομήλια
Γάτες παραμονεύουν περιστέρια
Καὶ κάτι φύλλα δέντρων μακρινῶν
Σποραδικὰ πέφτουν μπροστά μου
Καὶ λάμπουν σὰν χαλκὸς

Κοιτάζω καὶ ψάχνω τὸ μαλακὸ χῶμα
Οὔτε μιὰ πέτρα νὰ σπάσω τὰ καρύδια μου
Κοιτάζω καὶ ψάχνω τὸ κουρασμένο μου μυαλὸ
Οὔτε μιὰ λέξη νὰ ταιριάξω
Τὶς ἀστοχίες τοῦ ποιήματος

~.~

ΤΡΑΓΟΥΔΑ ΔΕΝΤΡΟ

Τραγούδα δέντρο
Εἶμαι ὁ μαθητὴς τοῦ ἴσκιου σου
Ὁ μιμητὴς τῆς φωνῆς σου
Ὁ δύτης στὴ θάλασσα τῶν φύλλων σου

Τραγούδα ἥσυχα δέντρο
Εἶμαι ὁ ξενοδόχος τῶν πουλιῶν σου
Ὁ περιποιητὴς τῶν ὁδοιπόρων σου
Ὁ ὑποδεχόμενος τὰ τετράποδά σου

Τραγούδα ἀμέριμνα δέντρο
Ἐπειδὴ ἂν σιωπήσεις
Θὰ σιωπήσει κι ὁ κόσμος
Καὶ τὸ μικρὸ κορίτσι δὲν θὰ ἔλθει
Νὰ κρεμάσει τὴν κούνια του
Στὰ στιβαρὰ κλαδιά σου

Τραγούδα λοιπὸν δέντρο
Εἶσαι τὸ κέντρο τοῦ Γαλαξία μας

~.~

ΔΩΜΑΤΙΟ

Νὰ μὲ προσέχεις ὅταν κλείνομαι
Στὴν βασιλεία σου

Καὶ νὰ μοῦ μιλᾶς
Πότε μ᾽ ἕνα θρόισμα τῆς κουρτίνας
Πότε μ᾽ ἕνα σύρσιμο τῆς παντόφλας
Πότε μ᾽ ἕνα ψιθύρισμα στὸ αὐτὶ
Καὶ πότε πότε
Μ᾽ ἕνα ἀνεπαίσθητο γύρισμα τοὺ πόμολου

Νὰ μοῦ φυλᾶς τὶς σκιὲς
Καὶ νὰ τὶς ἀνασταίνεις

Κι ἂν κάποια βροχὴ δαχτύλων
Πέσει στὰ πλῆκτρα τῆς γραφομηχανῆς
Τότε νὰ γκρεμιστεῖς μαζί μου μὲσα στὸν πάταγο

Τροφὴ νὰ γίνουμε ἀκριβὴ
Στὰ κοφτερὰ σαγόνια τῶν λέξεων

~.~

RAYMOND CARVER (1938-1988)

Ἀπὸ στιγμὴ σὲ στιγμὴ κάτι θὰ γίνει – ἔλεγες
Τὸ χιόνι θὰ μᾶς ἐπιτεθεῖ
Τὸ ἀπόγευμα θὰ φθάσει μαῦρο κι ἀφύσικο
Κάπου μακριὰ θὰ λάμψουν γαλήνιες οἱ λίμνες
Ἐνῶ γιὰ μᾶς τοὺς ποιητὲς δὲν ὑπάρχει
Παρὰ μόνο τὸ σκοτεινὸ δωμάτιο
Καὶ τὰ πουλιὰ ποὺ πετοῦν ἐλεύθερα
Ἀπὸ κράτος σὲ κράτος
Καὶ τὰ ψάρια ποὺ κολυμποῦν διαρκῶς
Μέσα στὰ ὄνειρα
Κι οἱ δύσκολες νύχτες
Μὲ τὰ βιβλία ποὺ πέφτουν ἀπὸ τὸ μαξιλάρι

Ἄκου τὰ βήματα στὸ πεζοδρόμιο
Πῶς κεντοῦν τὶς ἀνησυχίες μας
Ἄκου τὴ βροχὴ ποὺ πέφτει ραγδαία
Καὶ ἠχεῖ στὴν μνήμη σὰν νὰ μὴν ἔπαψε ποτὲ

Ὁ φόβος θὰ μᾶς γονατίσει – ἔλεγες
Γιατὶ μιὰ μέρα θὰ ξυπνήσει τὸ παρελθὸν
Μιὰ μέρα θὰ δοῦμε ὅτι δὲν ἀγαπήσαμε
Ὅσο καὶ ὅπως ἔπρεπε
Κάποια στιγμὴ θὰ συναντηθοῦμε μὲ τοὺς νεκροὺς
Γιὰ νὰ συζητήσουμε μαζί τους κάποια πράγματα
Ὅλοι μας θὰ ζητήσουμε τότε τὸ δίκιο μας
–Ποιὸ δίκιο; –
Κάποτε θ᾽ ἀγανακτήσουμε ποὺ τόσες φορὲς
Ἐπαναλαμβάνουμε ὅτι φοβόμαστε τὸν θάνατο
Κι ἀμέσως μετὰ τὸ ξαναλέμε

Καὶ μόνο-μόνο
Ἂς ἔχουμε μιὰ εὐκαιρία ἀκόμα
Ἔστω μισὴ εὐκαιρία μόνο
Νὰ κάνουμε τὰ ἴδια λάθη καὶ πάλι ἀπ᾽ τὴν ἀρχὴ
Τὰ ἴδια τ᾽ ἀσυγχώρητα λάθη
Τὰ λάθη μας – ἔλεγες

~.~

ΑΡΗΣ ΔΙΚΤΑΙΟΣ

Κοινὴ γὰρ ἡ τύχη τῶν ἀνθρώπων
Καὶ τῶν δημιουργῶν πρωτίστως
Γιατὶ τὸ μέλλον μας δὲν εἶναι τόσο ἀόρατο
Καθὼς πρεσβεύει ὁ Ἰσοκράτης

Ἐπειδὴ ἐσένα ἔχω κατὰ νοῦ
Θλιμμένε ποιητὴ Ἄρη Δικταῖε
Σοῦ εἶχε φέξει ἡ τύχη σου ὅταν ζοῦσες
Καὶ ὄχι μονάχα αὐτὴ
Τὸ δίκιο νὰ εἰπωθεῖ
Συνέβαλε κι ἡ ἱκανότητά σου
Καὶ ἡ σθεναρὴ δουλειὰ
Καὶ ἡ ποιητικὴ σκευὴ
Ποὺ σοῦ ἔδιναν κάθε στιγμὴ
Τὸ ὕψος σου καὶ τὴν πυγμὴ

Ἀλλὰ τί μάταια ποὺ φαίνονται ὅλα αὐτὰ
Ἐπειδὴ τώρα μὲ τοὺς λησμονημένους
Καὶ τοὺς ἀδικημένους περιφέρεσαι
Ὁλοσχερῶς χαμένος στὴν ὁμίχλη

Σὲ ψάχνω ἀλλὰ ὅλο καὶ πιὸ πολὺ
Σβήνει ἡ μορφή σου
Ὅλο καὶ πιὸ πολὺ
Μαραίνονται τὰ καλαμπόκια σου

ΗΛΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΣ
Ἀπὸ τὴν ἀνέκδοτη συλλογὴ «Γραφέας τοῦ φυσικοῦ ἔπους»