Σωτήρης Γουνελάς, Γράμμα στον Κώστα Κουτσουρέλη

Gounelas

~.~

Σκέψεις εν είδει επιστολής πάνω στο βιβλίο του Κ.Κ.
Η τέχνη που αυτοκτονεί: Για το αδιέξοδο
της ποίησης του καιρού μας, Μικρή Άρκτος, 2019

~ . ~

Δεν μπορώ να μπω στην τεχνική των στίχων σας: κάθε είδους κριτική βλέψη είναι κάτι  τόσο ξένο από μένα … η κριτική είναι το χειρότερο μέσο για ν’ αγγίξεις ένα έργο τέχνης: καταντάει πάντα, σε πετυχημένες, λίγο πολύ παρανοήσεις.
ΡΑΪΝΕΡ ΜΑΡΙΑ ΡΙΛΚΕ

ΑΡΧΙΖΟΝΤΑΣ ΠΡΕΠΕΙ να ομολογήσω ότι το βιβλίο σου αυτό θέτει πλείστα ζητήματα που αφορούν την περιοχή της ποίησης. Ταξιδεύει στο παρελθόν, αναδιφά τους αιώνες, συγκεντρώνεται στη σημερινή αδιέξοδη, όπως την λες, κατάσταση. Διασταυρώνεσαι για να εκφέρεις τις κρίσεις σου με πρόσωπα και έργα βαρυσήμαντα, πρόσωπα που έχουν KOUTSOURELIS-EXO-1διατυπώσει κατά καιρούς κρίσεις για τα ίδια θέματα ή που έχουν τοποθετηθεί αρνητικά για τη σημερινή κατάσταση της ποίησης. Προσπαθείς να καλύψεις κριτικά την ευρύτερη ποιητική πραγματικότητα, έχοντας ο ίδιος ‒ως ποιητής και κριτικός‒ μελετήσει και εντοπίσει τα προβλήματα. Αναζητάς λύσεις. Αναζητάς μια ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ πρέπει να πω σε τρόπους (και καιρούς) που η ποίηση δεν παρουσίαζε τη σημερινή όψη.

Ωστόσο, τίθεται το ερώτημα πόσο ενιαία μπορεί να αντιμετωπιστεί η ποίηση, πόσο δηλαδή μπορούμε να την συλλάβουμε σε μια γενική διάσταση. Εσύ θεωρείς ότι σε όλες τις εποχές υπάρχουν κοινά γνωρίσματα μέσα από τα οποία μπορούν να αναδειχθούν τα θετικά και τα αρνητικά κάθε ποιητικής πρότασης.

Σε απασχολεί ιδιαίτερα ο τρόπος για να ξαναβρεί η ποίηση ανταπόκριση στην κοινωνία, να σπάσει ο στενός κύκλος ποιητών και αναγνωστών. Θα συνέχιζα λοιπόν ρωτώντας: δεν πρέπει πρωτίστως να μας ενδιαφέρει τί κομίζουν τα σημαντικά ποιητικά έργα; Προτού αναζητήσουμε τρόπους διάδοσης του ποιητικού λόγου; Τι μας μαθαίνουν τα γνωστά ποιητικά έργα; Τί ζητούν; Τί ερωτήματα θέτουν;

Και βέβαια υπάρχει το ερώτημα: ποιο είναι το αίτημα της ποίησης; Ακόμη: το αίτημα αυτό ισχύει σε όλες τις εποχές; Και ακόμη: το αίτημα αυτό, σήμερα, σε μια εποχή μηδενισμού και διάλυσης, ισχύει εκ νέου;

Σε αυτά τα ερωτήματα δεν φαίνεται να απαντά το βιβλίο ίσως γιατί συνεπαίρνεσαι από τον ζήλο να θέσεις τα γενικά προβλήματα και να ζητήσεις επειγόντως λύσεις. Δεν αποκλείεται αυτό να συμβαίνει γιατί μέσα στην μοναξιά του ποιητή κατοικεί μια μεγάλη κοινωνικότητα. Μπορεί ένας ποιητής να μην τρέχει σε εκδηλώσεις, να μην παίρνει μέρος σε κοινωνικές δράσεις κλπ. αλλά αυτό δεν σημαίνει απουσία κοινωνικότητας. Ίσα-ίσα μπορεί να σημαίνει απαίτηση για αληθινή κοινωνικότητα.

Αλλά ξαναγυρνώ στο αίτημα. Ποιο είναι αυτό; baudelaireΟ Μπωντλαίρ λόγου χάρη, για να πάμε κάπως παλιότερα, γράφει:

Έτσι η αρχή της ποίησης είναι αυστηρά και απλά η ανθρώπινη τάση προς μιαν ανώτερη Ομορφιά, κι η εκδήλωση αυτής της αρχής βρίσκεται σ’ έναν ενθουσιασμό, σε μια διέγερση της ψυχής ‒ ενθουσιασμό εντελώς ανεξάρτητο από το πάθος που είναι η μέθη της καρδιάς, κι από την αλήθεια που είναι  η νομή της λογικής. Γιατί το πάθος είναι φυσικό, πολύ φυσικό για να μην εισαγάγει έναν πληγωμένο, κακόηχο τόνο μέσα στο πεδίο της καθαρής ομορφιάς, πολύ οικείο και πολύ βίαιο για να μην σκανδαλίσει τις καθαρές Επιθυμίες, τις θελκτικές μελαγχολίες και τις ευγενείς απελπισίες που κατοικούν στις υπερφυσικές περιοχές της Ποίησης.

(Αισθητικές περιέργειες, μτφρ. Νατάσα Ξεπουλιά, Βάνιας 1991, σ. 126.)

Ο Λορεντζάτος παραθέτει την διατύπωση του Κάλβου ότι με την ποίηση «χαρακτηρίζομεν τα όσα ή ο νους, ή αι του ανθρώπου αισθήσεις απαντώσιν εις την φυσικήν και εις την φανταστήν οικουμένην». Και σχολιάζοντας τα λόγια αυτά γράφει:

Τα όσα ή ο νους ή οι αισθήσεις ανταμώνουν στην οικουμένη ή στον κόσμο, η ποίηση σταματάει το απρόσωπο ή την αοριστία τους, τα χαρακτηρίζει, τους δίνει, δηλαδή, χαρακτήρα (αρχαίο χαράσσω), κάνει, αν προτιμάτε, μια χάραξη μέσα στον κόσμο και κατορθώνει το μεγάλο θαύμα (παρά λίγο να γράψω άφραστον θαύμα), ήγουν την ανάδυση μέσα στον κόσμο ενός  άλλου κόσμου, του κόσμου της ποίησης.

(Ζ. Λορεντζάτος, “Δοκίμιο ΙΙ (Κάλβος)” = Μελέτες, τόμος Γ΄, Δόμος 2007, σ. 440-41)

Στον Ρίλκε μάς σταματά η παρακάτω διατύπωση:

Για να γεννηθεί ένας στίχος, θα πρέπει να έχεις δει πολλές πολιτείες, πολλά πράγματα και ανθρώπους, πρέπει να γνωρίσεις τα ζώα, να νιώσεις πως πετούν τα πουλιά, να ξέρεις τη χειρονομία που κάνουν τα μικρά άνθη όταν ανοίγουν το πρωί. […] Πρέπει να έχεις δει ανθρώπους να ξεψυχούν, να έχεις ξενυχτήσει πεθαμένους σε κάποιο δωμάτιο με ανοιχτό παράθυρο και  θορύβους κατά διαστήματα. Όμως δεν αρκεί να έχεις απλώς αναμνήσεις. Πρέπει να μπορείς να τις ξεχάσεις όταν είναι πολλές και πρέπει να περιμένεις υπομονετικά να ξανάρθουν. Γιατί αυτές δεν είναι ακόμα οι πραγματικές αναμνήσεις. Μόνο όταν μετουσιωθούν μέσα μας σε αίμα, βλέμματα και χειρονομίες, όταν γίνουν ανώνυμες και μη αναγνωρίσιμες από εμάς τους ίδιους, μόνο τότε μπορεί να έρθει κάποια σπάνια στιγμή που θα ξεπηδήσει από μέσα τους η πρώτη λέξη κάποιου στίχου.

(Σημειώσεις του Μάλτε Λάουριντς Μπρίγκε, μτφρ. Α. Ίσαρης, Κίχλη 2018, σ. 25-26.)

Και να πω ακόμη ότι ο Ρίλκε, που ονόμαζε τον εαυτό του ερημίτη (μοιάζει υποταγμένος στους βαθύτερους νόμους της ζωής), τα περίμενε όλα από μέσα, ήταν η προσωποποίηση της εσωστρέφειας, γιατί θεωρούσε, χωρίς ίσως να το ξέρει, ότι ενεργεί ως δημιουργημένος “κατ’ εικόνα”, οπότε έχει όλο τον κόσμο μέσα του και δεν του μένει παρά να τον κάνει ποίηση.

Ρωτάω τώρα: Μήπως θα έπρεπε προτού περάσουμε στην κριτική και στις αξιολογήσεις στις οποίες προβαίνεις, να εξετάζαμε τι συμβαίνει γύρω μας, ποια είναι  η κατάσταση της κοινωνίας, ποια είναι τα κύρια γνωρίσματα του δυτικού πολιτισμού ο οποίος κυριαρχεί σήμερα παγκοσμίως, ποιές είναι οι ιδιαιτερότητες του λαού εδώ στην Ελλάδα και πως όλα αυτά εισέρχονται στην περιοχή της ποίησης;

Έχω την αίσθηση ότι αυτονομείς κάπως την ποιητική περιοχή  ή αν θέλεις και τους ποιητές, είτε συμφωνείς με την αυτονόμηση αυτή, είτε δεν συμφωνείς, θεωρώντας ότι αυτό είναι εξέλιξη στον κόσμο της Νεωτερικότητας που τροφοδοτήθηκε από ρομαντικούς και ‘καταραμένους’ και επιτέλους πρέπει να σταματήσει.

Εδώ χρειάζεται να σταθούμε. Και να πιάσουμε eliotτην διατύπωση του Έλιοτ για τον πολιτισμό. Γράφει:

Ο Κόσμος πειραματίζεται δοκιμάζοντας να διαμορφώσει μια πολιτισμένη αλλά μη χριστιανική νοοτροπία. Το πείραμα θα αποτύχει: όμως πρέπει να δείξομε μεγάλη υπομονή περιμένοντας το γκρέμισμά του· στο αναμεταξύ να επωφεληθούμε το διάστημα αυτό: ώστε η Πίστη να κρατηθεί ζωντανή στους σκοτεινούς αιώνες που έχουμε μπροστά μας, ώστε να ανανεώσομε και να ξαναχτίσομε τον πολιτισμό και να σώσομε τον Κόσμο από την αυτοχτονία.

(“Thoughts after Lambeth”, 1931 = Ζ. Λορεντζάτος, Μελέτες, τόμος Β΄, Δόμος 1994, σ. 311.)

Ο Έλιοτ είναι ένας άνθρωπος που ζούσε ήδη στο πρώτο μισό του 20ού αιώνα και είχε αφομοιώσει την πεποίθηση ότι ο ευρωπαϊκός πολιτισμός χωρίς αρχαία Ελλάδα, Ρώμη και Χριστιανική παράδοση δεν νοείται. Εδώ πρέπει να πούμε ότι οι σημερινοί σύγχρονοι άνθρωποι αυτό το ζήτημα που βάζει ο Έλιοτ μάλλον δεν το καταλαβαίνουν, όχι διότι δεν πιστεύουν αλλά γιατί αγνοούν την πνευματική ιστορία του κόσμου και μάλιστα της Ευρώπης για να μην πω τίποτα για το Βυζάντιο και τους δέκα αιώνες βυζαντινού ή ελληνορωμαϊκού πολιτισμού.

Όταν λοιπόν αγγίζουμε μια περιοχή όπως είναι αυτή της ποίησης, πρέπει να τα λάβουμε υπ’ όψη μας αυτά και να φέρουμε μπροστά μας την εικόνα των εκατομμυρίων σημερινών ανθρώπων οι οποίοι είναι εγκλωβισμένοι μέσα στο βιοπορισμό τους, είναι μέλη μαζικών κοινωνιών με έντονο το στοιχείο του μιμητισμού μη αφήνοντας περιθώριο ζωής, έξω από την δουλειά και τις αμοιβές τους αλλά και τις διεκδικήσεις των αμοιβών τους, παρά μια υποτυπώδη διασκέδαση που, αν την καλοεξετάσεις, κάθε άλλο παρά διασκέδαση είναι και μέσα στην οποία όλα καταντούν αγοραία, οι σημαντικότερες όψεις της ζωής είτε γελοιοποιούνται, είτε παραμορφώνεται η σημασία τους. Πως λοιπόν ζητούμε από ένα τέτοιο κόσμο να συγκινείται από την ποίηση και βεβαίως την αληθινή ποίηση;

Και υπάρχει εδώ ένα ζήτημα γλώσσας. Μιλώ για την Ελλάδα. Το γεγονός ότι ερχόμαστε από μακριά έχει δώσει στη γλώσσα μας μια πολυδιάσταση θα την πω καθώς είναι αρχαία, καθαρεύουσα και δημοτική αλλά και το λεγόμενο μεικτόν είδος. Από χρόνια έχει διαπιστωθεί ότι οι περισσότεροι και δη οι νεώτερες γενιές αδυνατούν να παρακολουθήσουν ποιητές όπως ο Σεφέρης, ο Ελύτης, ο Σικελιανός και άλλοι λόγω της συνθετικής γλώσσας στην οποία γράφουν (εδώ λογαριάστε και το είδος των επιδράσεων από ξένα πρότυπα) και όπου βέβαια πρωτοστατεί η ποιητική δημιουργία. Γιατί αυτό το “κάτι” που κάνει την ποίηση, χύνεται μέσα σε γλωσσικές μορφές δυσνόητες ή δυσκολοδιάβαστες.

Οπότε τίθεται αμέσως ζήτημα παιδείας. Η παιδεία που παρέχεται δεν βοηθάει την ανάγνωση της ποίησης. Επομένως το πρόβλημα δεν αφορά αποκλειστικά τους ποιητές και τον εγκλεισμό τους σ’ ένα είδος γυάλινου πύργου ας πούμε, αλλά και την άλλη πλευρά, είτε απλώς των αναγνωστών, είτε της όλης νεοελληνικής πραγματικότητας και δυστοκίας. Φτάνουμε έτσι να πούμε και τούτο: Η αληθινή ποίηση βγάζει στο φως και τα κακώς κείμενα, φανερώνει όψεις της ζωής, της ύπαρξης, της κοινωνίας που στενεύουν τα όρια της ανθρώπινης ψυχής και παρασύρουν τους ανθρώπους σε ανόητη και στείρα ζωή. Αυτό το κοινό, που φαίνεται να αναζητάς, εν μέσω της γενικής έκπτωσης των κοινωνιών και των λαών,  έχει διάθεση να διαβάσει αυτές τις αλήθειες; Μήπως ένας λόγος που αποστρέφεται την ποίηση είναι και αυτός; Καθώς στην ποίηση δεν χρειάζεται να διαβάσεις σελίδες επί σελίδων για να πάρεις είδηση μερικά δυνατά σημεία-έστω κι αν δεν είναι τόσο ρητά ειπωμένα- ο αναγνώστης θα καταλάβει σχετικά γρήγορα περί τίνος πρόκειται ακόμη κι αν δεν επιμείνει να διατρέξει όλο το ποίημα ή όλο το ποιητικό βιβλίο.

Οπότε μετά από όλα αυτά καταλήγουμε να ρωτήσουμεloretzatos και να αναρωτηθούμε: Φταίει η ποίηση και οι ποιητές ή φταίει ο τρόπος ζωής των ανθρώπων και των κοινωνιών; Θέτοντας αυτό το ερώτημα γυρνώ στο περίφημο δοκίμιο του Ζήσιμου Λορεντζάτου “Το χαμένο κέντρο”, ο οποίος πριν πολλά χρόνια, κάπου στο ’61, έγραψε για θέματα παραπλήσια αν όχι ίδια με αυτά που θίγεις εσύ σ’ αυτό εδώ βιβλίο. Η μεγάλη διαφορά που υπάρχει είναι ότι εκεί το ζήτημα τίθεται στην μεταφυσική του διάσταση και μάλιστα την χριστιανική χωρίς να εξαντλείται σ’ αυτήν. Ο Λορεντζάτος μας λέει ότι το ζήτημα δεν είναι ζήτημα ποιητικής, οπότε αλλάζεις κάθε φορά και εκσυγχρονίζεις την τεχνική σου, αλλά είναι ζήτημα ποίησης, είναι ζήτημα κρίσης της ποίησης.

Αναφερόμενος στον κόσμο της Ευρώπης δίνει ιδιαίτερη σημασία σε τρία πρόσωπα, όχι γιατί ανανεώνουν ή ζητούν ανανέωση μόνο αισθητική, αλλά γιατί θέτουν το ζήτημα στην μεταφυσική του βάση. Χαρακτηριστικές διατυπώσεις τους:

‒ «Η ποίηση οφείλει να έχει για σκοπό της την πρακτική αλήθεια» (Λωτρεαμόν).

‒ «Να γίνεις κάτοχος της αλήθειας με την ψυχή και με το σώμα» (Ρεμπώ).

‒ «Η αληθινή ποίηση, βλέπεις, είτε το θέλουμε είτε όχι, είναι μεταφυσική και μάλιστα, την αληθινή αξία της, θα μπορούσα να πω, την κάνουν η μεταφυσική σημασία της και ο βαθμός της μεταφυσικής αποτελεσματικότητας που παρουσιάζει» (Αρτώ).

Καθώς συνάπτει την ποίηση με την ζωή καταλήγει να πει ότι: η ψεύτικη ζωή έκανε ψεύτικη και την ποίηση. Πως θα προκύψουν λοιπόν οι ποιητές που θέλεις, θα προκύψουν επειδή θα γράφουν με το παλιό μέτρο και τις ομοιοκαταληξίες;

Εδώ πρέπει να ληφθούν υπ’ όψιν δύο πράγματα. Το πρώτο: η κατάσταση του κόσμου, ιλιγγιώδης, μηδενιστική, διαλυτική δεν χωράει σε ρίμες που δοκιμάστηκαν σε παλιότερους ποιητές. Δεύτερο: είτε είναι με ρίμα το ποίημα είτε όχι, σημασία έχει να είναι ποίημα.

Έρχομαι τώρα σε κάτι άλλο:

Ποιητής  μοντέρνος! Τι με γνοιάζει εμένα αν είσαι Ουγκώ και γράφεις τον Κοιμισμένο Βοόζ  ή αν είσαι Πικασσό; Τι με γνοιάζει αν γράφεις ανάποδα ή αν δε βάζεις καθόλου τελείες, αν ακολουθάς μια μουσική πρωτόβρετη, αν είσαι  παλιός ή νέος; […]  Από κει και πέρα τι γίνεται. Δείξε μου την ψυχή σου ‒αν έχεις‒ και βόηθα με να καλυτερέψω τη ζωή μου. Δείξε μου το θησαυρό, μικρό ή μεγάλο, που ανάσυρες μέσαθέ σου. Κάμε να πιστέψω στην Ομορφιά που θα λατρέψομε μαζί. Και μη ζητάς να γελάσεις τους άλλους γιατί θα βγεις ζημιωμένος και γιατί, ως τα σήμερα, σώθηκε μονάχα ότι άξιζε να σωθεί. Υπάρχει μια δύναμη μεγάλη, μυστικιά που προστατεύει τους αιώνες και ξεσκεπάζει μια μέρα τους πρώτους.

(Ζ. Λορεντζάτος, “Δ. Ι. Αντωνίου”, 1938 = Μελέτες, τόμος Α΄, Δόμος 1994, σ. 312)

Σε προέκταση των παραπάνω μπορούν να ειπωθούν τα ακόλουθα: Η ζωή δεν αρέσκεται να αποκαλύπτεται ανά πάσα στιγμή, δεν είναι κάτι χύμα όπως νομίζουν ‒η ζωή συχνά κρύβεται και προπαντός κρύβει τα πιο ωραία και γόνιμα μέρη της‒ επομένως πρέπει να την ψάξεις, θέλει αναζήτηση, θέλει μελέτη με την έννοια και της άσκησης, της αφοσίωσης σε αυτό που κάνεις. Δεν είναι ασίγαστη ροή, αν και έχει και αυτό το στοιχείο. Αλλά το κύριο γνώρισμά της είναι πέραν των αισθητών. Η κύρια διάστασή της είναι μυστική, όπως στην περίφημη φράση του Ηράκλειτου για την φύση: φύσις κρύπτεσθαι φιλεί, η φύση αγαπάει να κρύβεται. Μπορούμε θαυμάσια στη θέση της φύσης να βάλουμε και την ζωή και την ποίηση.

Το γράψιμο της ποίησης και η ανάγνωση της ποίησης έχουν ένα κοινό σημείο: απαιτούν συγκέντρωση και μόνωση. Η εποχή αυτή δεν έχει σχέση ούτε με το ένα ούτε με το άλλο. Η εποχή αυτή είναι Μαρινέττι! Τι σημαίνει αυτό; Σημαίνει καταστροφή κάθε παραδοσιακού στοιχείου, αποθέωσης της μηχανής και της ταχύτητας, πολυτέλεια. Αυτό προωθείται σήμερα περισσότερο από κάθε άλλη φορά. Πώς να ζητήσεις αναγέννηση του ποιητικού λόγου μέσα σε τέτοια κατάσταση; Και υπάρχει εδώ και κάτι άλλο. Εκτός από τα δύο που ανέφερα συγκέντρωση και μόνωση χρειάζεται και άργητα. Όχι βιασύνη, όχι τρέχω να προλάβω, αφήνω το ένα βιβλίο και περνώ στο άλλο: αλλά στέκομαι, καθυστερώ και αφομοιώνω. Αυτά δεν μπορούν να συμβούν γιατί οι νεώτερες γενιές ειδικά, έμπλεξαν με την εικονική ηλεκτρονική πραγματικότητα και κινδυνεύουν να χαθούν μέσαθέ της. Το πρόβλημα είναι τεράστιο και εδώ έχει λόγο η ποίηση με την έννοια ότι σε καλεί να πας κόντρα στο ρεύμα. Ένα ποιητικό βιβλίο πρέπει να το ξεμοναχιάσεις. Κάπως να σταθείς πρόσωπο με πρόσωπο μαζί του. Μπορεί να μην έχει κρυμμένα νοήματα η ποίηση αφού φέρνει στο φως βαθιοχωμένα μυστικά; Σε τέτοια ποίηση αναφέρομαι. Αυτή η ποίηση δεν κοινωνικοποιείται. Καθώς ο κόσμος έχει εξελιχτεί έτσι ώστε ο άνθρωπος περισσότερο είναι καθιστός παρά όρθιος, η ποίηση τον καλεί να συναντηθεί προσωπικά μαζί της, να είναι αυτός κάπου μόνος του και να διαβάζει το ή τα ποιήματα. Δεν γίνεται να ακούει το ποίημα από  μεγάφωνο. Είναι σαν να το εντάσεις στην ασίγαστη ροή των σημερινών κοινωνιών.

Και τώρα το αποκορύφωμα:

Αυτό το ενδογλωσσικό παιχνίδι ορισμένων δεν το καταλαβαίνω. Η ποίηση είναι ζήτημα καρδιάς. Όπως ανέφερε συχνά  ο Εγγονόπουλος, αυτό που λένε οι Ζακυνθινοί: «τση καρδίας». Αν δεν βγαίνουν από ένα βαθύ πάθος, μια «ιερή μανία», saxhtourisπου λέγαν και οι Βυζαντινοί …τότε τι ποίηση μπορεί να βγει; Για μένα είναι τελείως ακατανόητη αυτή η αντίληψη.

(Μ. Σαχτούρης, Ποιός είναι ο τρελός λαγός, Συνομιλίες, Καστανιώτης, 2000, σ. 44.)

Το απόσπασμα αυτό είναι η απόκριση του ποιητή στην ερώτηση του Μισέλ Φάις (περ. Ταχυδρόμος, 3 Ιανουαρίου 1991): «Τελευταία πληθαίνουν οι ομότεχνοί σας ‒κυρίως των νεότερων γενιών‒ που θεωρούν την ποίηση υπόθεση γλωσσική».

Ώς εδώ φτάνει. Μου φαίνεται πως στους καιρούς μας πιο πολύ χρειάζεται να αφουγκραστούμε την αληθινή ποίηση παρά να κάνουμε κριτική. Σήμερα που ο κόσμος υφίσταται γενναία καθίζηση παγκοσμίως και η Οικονομία σέρνει τους ανθρώπους από την μύτη, περισσότερο από κάθε άλλη φορά έχουμε ανάγκη να αντλήσουμε από τους πνευματικούς θησαυρούς που έχουν συγκεντρωθεί στη διάρκεια των αιώνων καταγγέλλοντας ταυτόχρονα το ξεστράτισμα του σύγχρονου κόσμου από τις πνευματικές αλήθειες της ζωής, καταγγέλλοντας ή επισημαίνοντας την βαθιά αποξένωση του ανθρώπου από τον εαυτό του και από τη σημασία της προσωπικής ύπαρξης για τον ίδιο και για τους άλλους.

Ταύτα, όχι ως κριτική αλλά ως συνομιλία με το βιβλίο σου.

Για την περίοδο που διανύεται, με ή χωρίς κορωνοϊό, η ευχή είναι Καλή Ανάσταση.

ΣΩΤΗΡΗΣ ΓΟΥΝΕΛΑΣ
Απρίλιος 2020

Gounelas