σύγχρονη ελληνική ποίηση

Θεοδόσης Βολκώφ, Έξι από «ΕΠ7Α»

*

11.

Ακόμη έχεις τ’ όνομα, την όψη
εκείνης που αγάπησε, κι ωστόσο
στα δυο τον χρόνο έχει κατακόψει,
σε πριν και σε μετά, κι αυτό με πόσο
μεγάλη μάνητα, φρικτό μαχαίρι –
το «ύστερα» το «πρώτα» δεν γνωρίζει
και το παρόν το παρελθόν δεν ξέρει.
Ποια είσαι πλέον δεν αναγνωρίζει
κι όσο κι αν προσπαθεί να διακρίνει
το πρόσωπό σου, κάτι να μαντέψει
απ’ τη ζωή που πλέον θα ’χεις γίνει
ανήμπορη εκπίπτει κάθε σκέψη
στις μνήμες τις παλιές παντού και πάλι.
Έφυγες για να γίνεις κάποια Άλλη.

~.~

14.

Είσαι η πληγή απ’ όπου αναβλύζει
ό,τι αγαθό σε μένα κι ό,τι αχρείο,
ό,τι κι αν με λευκαίνει ή με μαυρίζει,
το ένα που γεννά παντού το δύο,
τον διχασμό αξήγητο και πλήρη
σε σκέψη, βούληση, ένστικτο και πράξη,
το σχίσμα ώς τη ρίζα μου που εγείρει
μυριάδες αντιθέσεις για να υπάρξει.
Είσαι ο έρωτας κι η άρνησή του
κι ακόμα η ζωή κι ο θάνατός της,
το μνήμα του νεκρού κι η ανάστασή του,
το άσκοπο της φύσης κι ο παλμός της.
Και θα ’σαι πάντοτε το πρόσωπό Του,
εσύ Θεός – μα και τ’ αντίθετό Του.

~.~ (περισσότερα…)

Ἡρὼ Νικοπούλου, Δύο ποιήματα


*

Ταποθαμέναμας

Ξεμακραίνει το σιωπηλό φίδι της πομπής
και χάνεται
πάντα χάνεται αλλά μένει
σκέφτομαι πάλι ταποθαμέναμας
σαν τα παιδιά
δεν έχουν φύλο
δεν έχουν παρελθόν ούτε ιδιότητες
δεν είναι εργάτες δικηγόροι δάσκαλοι γιατροί
δεν είν’ μάνες κλέφτες στρατηγοί
κομμωτές αδελφές πολιτικοί ή κρεοπώλες
είναι απλώς
ταποθαμέναμας.
Πότε-πότε ανάβουν
τα κρύα βράδια τους φανοστάτες
σε παλιές ασπρόμαυρες ταινίες
ή κουρδίζουν ατέλειωτα
μ‘ αφηρημένο χαμόγελο τις λατέρνες στην Πλάκα

Αλλού πάλι ταποθαμέναμας δεν ξέρουν
και πολεμούν ακόμα στα Στενά
στην Τριπολιτσά στη Χιμάρα
βλέπεις κανείς δεν τόλμησε να τους μηνύσει
Ταποθαμέναμας είναι αισιόδοξα και τρυφερά
τα βράδια κουρνιάζουν στον ύπνο μας
ρουφούν την ανάσα μας στο πηχτό σκοτάδι
τα χαράματα μάς χαρίζουν τα όνειρά τους
για μια γουλιά καφέ κι ένα αποτσίγαρο
ύστερα ζαλώνονται πάλι τ’ άρματα
και πολεμούν αδιαμαρτύρητα στο πόστο μας
ελπίζοντας πάντα να συγχωρεθούν
για να ζήσουν ξανά

~.~ (περισσότερα…)

Αντικατοπτρισμοί ενός κατακερματισμένου κόσμου

της ΘΕΩΝΗΣ ΚΟΤΙΝΗ

Ελισάβετ Λαμπροπούλου,
Ετεροτοπίες, Ενύπνιον, 2022

Οι Ετεροτοπίες είναι το πρώτο βιβλίο της Λαμπροπούλου. Αποτελεί ένα ενδιαφέρον και συγκροτημένο εναρκτήριο λάκτισμα, σαφώς επηρεασμένο από την ποίηση του Σαχτούρη και την ελλειπτική φρίκη του σαχτουρικού κόσμου. Ανάλογα κι εδώ η Λαμπροπούλου συνθέτει έναν «τόπο» με «αναθήματα ακουμπισμένα στο υπαρκτό», όπως γράφει στο αρχικό ποίημα της συλλογής. Αυτός ο «τόπος» κατοικείται από παράδοξες εικόνες που οπτικοποιούν το παράλογο της κοινωνικής πραγματικότητας και των ψυχικών εξαλλαγών που αυτή δημιουργεί. Παράδειγμα το ποίημα «Ο εφημεριδοπώλης», από την πρώτη, κατεξοχήν σαχτουρική, ενότητα που σχολιάζει τη φονική ανθρώπινη φύση, το θάνατο, το αδιέξοδο της ύπαρξης:

Το εγγαστρίμυθο αγόρι
με το ραμμένο στόμα
πουλάει εφημερίδες
στον ουρανό

Ο κόσμος καίγεται! Καταστροφή!
φωνάζει

Οι πεθαμένοι τις αγοράζουνε
με τα σκουριασμένα νομίσματα που έβγαλαν
από τ’ άκαμπτα στόματά τους
Ατάραχοι τις ξεφυλλίζουν
με αδιάφορα δάχτυλα
Διαβάζουν μόνο τις νεκρολογίες
περίεργοι να μάθουν
πώς δραπέτευσαν
αυτοί που είναι να ’ρθουν.

Η συλλογή απαρτίζεται από πέντε ενότητες πλαισιωμένες από έναν πρόλογο δύο ποιημάτων και ένα καταληκτικό ποίημα-επίμετρο. Στην πρώτη ενότητα κυριαρχούν οι εικόνες ενός σπασμένου κόσμου, υπερρεαλιστικά μεγεθυσμένου σε δυστοπικά σκηνικά και ελλειπτικά στιγμιότυπα. Μέσα σε αυτά τα σκηνικά πλέουν παραμορφωμένα τα πράγματα και οι άνθρωποι, ή καλύτερα τα εξαλλαγμένα φάσματα των προσώπων και των πραγμάτων σε ονειρικές συνθέσεις, συχνά εφιαλτικές: «Ο φαροφύλακας / άναψε το κεφάλι του / φλεγόμενος τριγύριζε / στον πύργο / Κι ο αέρας μύριζε παραφίνη / κι ο ουρανός ήταν / μια πηχτή πετρελαιοκηλίδα / μέσα του πετούσε αργά/ το πλοίο «η Ελπίς» / με το κατάρτι του / έγδερνε το φεγγάρι/ γέμιζε η νύχτα / άσπρο πύον / κι αστέρια / δεν υπήρχαν πάνω / πουθενά […]». Τα πράγματα αποκτούν μια επίβουλη λειτουργία, όπως τα λέπια των ψαριών που γίνονται νυστέρια και κόβουν το νερό, οι νιφάδες- στάχτες και τα δηλητηριώδη όμποε. Τα εξαρθρωμένα αντικείμενα –άλλη μια σαχτουρική οφειλή– παίζουν εξέχοντα ρόλο, όπως και η αποσπασματική κατάστρωση των εικόνων και η κίνηση των μορφών που ανεβοκατεβαίνουν σε μια ιδεατή κλίμακα μεταξύ γης και ουρανού, δηλ. μεταξύ του πραγματικού και της φασματικής του παραμόρφωσης. Μια φαντασία ζωγραφική που θυμίζει κάποτε τις σαγκανικές πτήσεις και τα ανεστραμμένα παράδοξα του Μαγκρίτ. (περισσότερα…)

Οἰωνοκτόνος Ἰδαία χιών

*
Ο χιονιάς από την Ίδη που αφανίζει τα πουλιά
ΑΙΣΧΥΛΟΣ, Αγαμέμνων, 563-564
Στις πρόβες της Ορέστειας, Ανοιχτό Θέατρο, 2003

Η Ηλέκτρα…
Αυτή φταίει για όλα !
Αυτή πλήρωσε τον αρχιερμηνευτή των Δελφών,
(υπάρχουν φήμες που λένε ότι κοιμήθηκε κιόλας μαζί του)
να δώσει το δολοφονικό χρησμό στον Ορέστη.
Δεν πρόλαβε, όμως, να σώσει απ’ το μαχαίρι,
το κρυφό ερωτικό σαράκι της :  τον Αίγισθο.
Ας είχε το νου της !
Τώρα καταριέται Θεούς κι ανθρώπους.
Που να φανταστεί, όμως, η δόλια, ότι ο Ορέστης,
Παρορμητικός κι απρόβλεπτος,
ζήλεψε,
όταν συνειδητοποίησε, ότι το βυζί της μάνας του,
που τον έθρεψε μωρό, ριγούσε τώρα, οργασμικά,
στα χάδια ενός ξένου ! (περισσότερα…)

Τάσος Αναστασίου, Άμφισσα, 1985

*

Άμφισσα, 1985

Με κίνηση κοφτή κι επίμονη, γερμένος
πάνω απ’ το σωρό που υψώνεται, βιτσίζει
ένα ένα τα ελιόκλαρα, προσηλωμένος.
Μια σύντομη φυλλορροή, λες ψιχαλίζει,
κι απ’ το ραβδί δαρμένα τα κλωνάρια μένουν
γυμνό προσφάι για τη φωτιά. Σαν θυμωμένος
τα ρίχνει πλάι με χέρια που δεν ξαποσταίνουν.

Ογδόντα χρονών. Έκτυπες οι φλέβες, χρώμα
έτοιμο να εκραγεί. Ο σκελετός σαν χλεύη
στ’ απομεινάρι δέρματος, φθαρμένο στρώμα.
Το στήθος σαν το βλέμμα του ολοένα ρεύει
προς το βαθούλωμα. Χλωμός. Και να χρωστάει
το μέσα του σ’ αυτόν τον ύπουλο που ακόμα
χαιρέκακα τον αποικίζει, τον γλεντάει.

Τυλίγοντας με σύρμα τα κλαδιά δεμάτια
(η επιμονή μου απ’ τα βιβλία να ξεφύγω)
βλέπω με τα πρωτευουσιάνικά μου μάτια:
μπορεί να μη σταυρώνεται άλλο για τον τρύγο
στ’ αμπέλι του, ή να μην ξοδεύεται όπως όταν,
θέρος, ζεστό νερό καταηλιού, κομμάτια
για κάποιου αφεντικού τον έπαινο γινόταν,

ή να μην πολεμάει (καμένο το χωριό του
από τους Ιταλούς) μόνος του να στεριώσει
φερμένος πρόσφυγας εδώ το σπιτικό του,
και να δείχνει έτοιμος σχεδόν να παραδώσει
ευκολοδιάλυτο λεπτό ρεύμα αέρα
σαν λεύκα πέφτοντας από το ριζικό του –
μα δεν αδειάζει, κάτι φτιάνει κάθε μέρα.

Ξάφνου αρχίζει ο βήχας. Στρέφω το κεφάλι
στην αυλόπορτα, ελάτινη, στερεωμένη
σε τοίχωμα από πλίθες, σκόπιμα μεγάλη
το φόρτωμα του μουλαριού για να προσμένει:
το πράσινό της πια τη χάρη έχει αποκτήσει
που η μνήμη απατηλή στο παρελθόν προβάλλει
όταν με απουσία του πόνου το στολίσει.

Ο βήχας ημερεύει. Από το δρόμο φτάνουν
φωνές παιδιών, τρεχαλητό. Κάτι ετοιμάζει
στο σπίτι μέσα κι η γιαγιά. Τα χέρια πιάνουν
ακόμα ένα κλαρί: σαν ξόρκι, όπως διαβάζει
τ’ απόγευμα κουκουβισμένος στο κρεβάτι
τη θεία επιστολή: πράξεις, ρυθμοί που κάνουν
το πέρασμα του χρόνου μια οφθαλμαπάτη.

Ίσως πάλι τυλίγεται όταν υποφέρει
σαν σιγουριά την πίστη: πως θ’ ακολουθήσουν
τα χνάρια του τα εγγόνια, έστω σ’ άλλα μέρη.
Δε μας βλέπει κυνηγούς που θα κυνηγήσουν
τ’ απρόσιτο της ηδονής – μες στο μυαλό τους
απόφαση παρμένη να κοπούν μαχαίρι
οι τελετές, οι ελπίδες, το εξωγήινό τους.

Πρόσφυγες του παρόντος είμαστε. Μονάχα.
Καθώς αργά γεμίζω το τσουβάλι φύλλα
που προορίζει για τα πρόβατα, σαν να ’χα
γευτεί πραγματικά το τέλος, τη μαυρίλα,
οργίζεται με το ρυθμό μου. Τέτοιο βλέμμα
να μάγκωνε και πιο παλιά τη μάνα τάχα,
μην πάει στο πανηγύρι, μην του πει ένα ψέμα,

μην . . .  ; Ή τη διαβολικά κινημένη βλέψη
του γείτονα που γύρευε χαμογελώντας,
έρποντας, μέρος απ’ το σύνορο να κλέψει; –
Μες στην αδιάκοπη χειρωναξία ζώντας
παραμένει. Δεν σκέφτηκε ποτέ άλλη τύχη.
Κι όμως. Κρατάει, ξεφυλλίζει αφού χαϊδέψει
όποιο βιβλίο μου κάθε φορά πετύχει.

«Απόστασα». Τρεμάμενοι οι ώμοι πλησιάζουν
τ’ άφθονο μαύρο της κληματαριάς. Αφήνει
το βάρος στο ραβδί. Τα μέλη ξεμουδιάζουν
με βήματα που λίγο λίγο κατευθύνει
προς το τραπέζι. Κι όπως κάθεται ανασαίνω
τον στεναγμό να διαφεύγει: όλα μοιάζουν
για σήμερα σωστά, σαν έργο κερδισμένο.

Ενώ τα χέρια αναζητούν κρασί, φοριέται
η γλύκα απ’ τη ματιά. Σαν φορτωμένο νιάτα
το επίμονο των σκέψεων αποτραβιέται,
όπως στο δρόμο τα ξεφωνητά (χορτάτα
πόλεμο). Στις παρυφές τώρα του χειμώνα
απλώνεται σαν θησαυρός και σπαταλιέται
το θρόισμα του μεσημεριού απ’ τον ελαιώνα.

ΤΑΣΟΣ ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ

Βραδιά στο “Flower”, 2001

*

Το αντιέπος της Μεσσηνίας

*

του ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΝΙΚΟΛΑΪΔΗ

Βαγγέλης Τασιόπουλος, Η συμμιγή,
Εκδόσεις Ρώμη, 2022

Με την όγδοη ποιητική κατάθεσή του που τιτλοφορείται Η Συμμιγή, ο Βαγγέλης Τασιόπουλος συγκροτεί έναν πολυσήμαντο και βαθύ ποιητικό, αλλά και εσωτερικό χώρο στο δομημένο πλαίσιο μιας ευφάνταστης και υβριδικής ποιητικής σύνθεσης που διαλέγεται δημιουργικά και κριτικά με την ποίηση της γενιάς του. Κι αυτό γιατί, παρά το γεγονός ότι το ανά χείρας καλαίσθητο εκδοτικά βιβλίο εντάσσεται αφενός στο γραμματολογικό πλαίσιο της Γενιάς του ’80 ή αλλιώς Γενιάς του ιδιωτικού οράματος, την ίδια στιγμή εντοπίζουμε αρκετά στοιχεία που απομακρύνουν το όλο εγχείρημα από την ποιητική περιχαράκωση στο ιδιωτικό πάθος-δράμα. Πιο συγκεκριμένα, η υβριδική αυτή ποιητική σύνθεση (πεζή και ποιητική), δεν αποτελεί μόνο μια σύνοψη συναισθημάτων και ιδεών που αναπηδούν από ιδιαίτερα προσωπικά βιώματα απώλειας, αλλά εξακτινώνεται θεματικά στον ευρύτερο πολιτικοκοινωνικό και ιστορικό χώρο, αποκαλύπτοντας μια γενικότερη θέαση του συλλογικού. Παράλληλα, η τριμερής και φιλόδοξη δόμηση του βιβλίου, καθώς και οι σαφείς ιστορικές και μυθολογικές αναφορές, απομακρύνουν αισθητά την ανά χείρας ποιητική σύνθεση από τη μορφολογική δεσπόζουσα της μικρής σύνθεσης, που κυριαρχεί στη Γενιά του ’80.

(περισσότερα…)

Ντρόγκα

*

Ντρόγκα

στὸν Θανάση Γαλανάκη
ψηφιακὸ ἀντίδωρο *

Ἂν μὲ ρωτήσεις τί ’ναι πιό ἀληθινό
δυὸ τόνοι ντρόγκας ποὺ ψαρέψαν στὴν Κατάνια
ἢ τ’ ‘ἅγιο φῶς’ ποὺ μὲ φτυσιὰ ἀπ’ τὰ ‘ἐπουράνια’
Ἀρχηγὸς Κράτους φτάνει ὣς τὸν Κολωνὸ

καὶ πλέον ζαμπὸν* σὲ ξαναπᾶν στὸν οὐρανὸ
τρώγωντας πάλι μαγειρίτσα ἀντὶς λαζάνια
ἔτσι ὡς εἴθισται στὰ ὀρθόδοξα Μπαλκάνια
ποὺ τῆς Γραφῆς οἱ μάγκες φτύνουν τὸ σανό

Ἐγὼ τὴν Ντρόγκα σου τὴν θέλω ἀπὸ Χαρτὶ
τὸ φτιάξιμό μου ἀκριβὰ νὰ τὸ πληρώσω
Στὶς δωρεὰν κι ἀλάργα τὶς e-περηφάνιες

ποὺ ἀντὶς ρακὲς κερνοῦν ληγμένες τὶς σαμπάνιες
ποσὶ ἀβρόχοις νὰ μὲ δεῖς δὲν θὰ ἐνδώσω
μὲ τὸ Χαρτὶ ἂν δὲ σὲ πάρω ἀσορτί

ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΤΙΛΗΣ
Ἀπὸ τὴ σειρὰ Σονέτα μὲ Σημαία Εὐκαιρίας II

* Θανάσης Γαλανάκης, Ντρόγκα, ποιήματα, Ψηφιακὲς Ἐκδόσεις Βίργκω, Ἀθήνα 2023.
* ζαμπὸν [μπορεῖ καὶ ζόμπυ] (ἀργκό): λειῶμα ἀπὸ τὴν ἡρωΐνη.
*

*

*

Χριστόφορος Πάρρας, Στίχοι

*

Ό,τι κι αν κάνω σε δυσαρεστώ
Όταν την τόση σου επαινώ την ευστροφία
ενοχλημένη μου απαντάς
το πάθος αποφαίνεσαι η πολλή
πνίγει η σοφία

Κι όταν το σώμα σου ποθώ
μες στα νερά σου να ριχτώ
κι όπου με βγάλουν τα κουπιά μου
μου γράφεις ότι δυσπιστείς
φοβάσαι την παραφορά μου

Όταν για μια στιγμή σιωπώ
για να ξεφύγω απ’ το μαράζι
μου λες πως χάθηκα εντελώς
Κι όταν τυχαίνει κι ευθυμώ
που σε πειράζω λες πως σε πειράζει

Κι έτσι σκοντάφτω συνεχώς
και κάνω λάθη επί λαθών
μα ποιος να με οδηγήσει;
Σ’ έναν λαβύρινθο βαθύ
δωμάτιο έχω κλείσει

~ . ~

Η Ήρα είσαι όταν θυμώνεις
όλο αστράφτεις και βροντάς
το μέτωπό μου χαρακώνεις
στα σπλάχνα μου λυσσομανάς

Η Άρτεμη είσαι όταν πληγώνεις
σέρνεις το βέλος και χτυπάς
άπνοο στα πόδια της οθόνης
μ’ αφήνεις και δεν μ’ ακουμπάς

Το χέρι έχεις της Περσεφόνης
μια στο σκοτάδι με τραβάς
και μια στον ήλιο με σηκώνεις
στο γέλιο της καλοκαιριάς

Είσαι η Παφία, με κορώνεις
στάχτη με καις και με σκορπάς
είσαι η Κίρκη, με μαντρώνεις
σ’ ένα νησί της λησμονιάς

Η Έριδα είσαι, με σαρώνεις
η Ήβη είσαι, με μεθάς
η Ήρα είσαι όταν θυμώνεις
Δεν είμαι ο Δίας – με πονάς

ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ ΠΑΡΡΑΣ

*

 

Γιάννης Πατίλης, Αὐτοφαγία

*

Αὐτοφαγία

(Autophagy – προφέρεται “ah-TAH-fah-gee”)

Ὣς πότε πιὰ μὲ τοὺς ἄλλους θὰ τρώγομαι
Ἀξημέρωτα νὰ κολλάω στὰ μαίλια
τὰ μεσημέρια στὰ στέκια νὰ μπλέκω
νὰ βγαίνω μὲ δηλητηριασμένους τὰ βράδια
Τόση παρὰ φύσιν κοινωνικότητα
ποιός τὴν ἀντέχει
Δὲν τὴν ἀντέχω
Καιρὸς τὸ ἀβάκιο
νὰ ἐ-πανά-
προ-γραμ-μα
-τί-σω
Καλὸ τὸ 69 δὲ λέω – ἀλλὰ ἦρθε ἡ ὥρα καὶ τοῦ 16/8
Ὀκτάωρο πιὰ νὰ τρώω γιὰ νὰ ζήσω
Καὶ δεκαέξι ὧρες ἑαυτὸς ἀδειοῦχος
συνταξιοῦχος
νὰ τρώει
τὰ σκουπίδια μου

ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΤΙΛΗΣ

*

Μοντάζ κειμένων, χώρων και ανθρώπων

*

της ΚΩΣΤΟΥΛΑΣ ΜΑΚΗ

Θάνος Σταθόπουλος,
Εισαγωγή στη μέρα,
Ίκαρος, 2021

«Για να συνθέσεις το παρελθόν με το παρόν και το μέλλον,
θα πρέπει να έχεις πρόσβαση, πραγματική ή πλασματική,
και στις τρεις διαστάσεις του χρόνου. Η φαντασία το πράττει,
ενώ η μνήμη αδυνατεί
». (σ. 45)

Το νέο βιβλίο του Θάνου Σταθόπουλου Εισαγωγή στη μέρα (2021) φαίνεται πως συνομιλεί με το προηγούμενο έργο του. Ό,τι ξεκίνησε με το Αυτόματο (2013), βρίσκεται σε εξέλιξη και δρα συμπληρωματικά σε κάθε «εδώ και τώρα», ενώ οι αναγνώστες/τριες μπορούν να οικειοποιηθούν με δικούς τους όρους όσα προκύπτουν κειμενικά και διυποκειμενικά. Έτσι κι αλλιώς, διαπιστώνει ο συγγραφέας, οι κατασκευές του εαυτού και οι ανθρώπινες διαδρομές δεν νοούνται χωρίς τους άλλους. Οι διάφοροι δυϊσμοί καταρρέουν στο έργο του Σταθόπουλου, είτε αυτοί αναφέρονται στις σχάσεις του «εγώ» με τους άλλους, είτε στα κλειστά συστήματα κατηγοριοποίησης της γραφής και της τέχνης. Ο ίδιος εμφατικά και επανειλημμένα δηλώνει πως ο όρος «κείμενα» τον εμπεριέχει, επειδή στον όρο αυτόν εφαρμόζονται πρακτικές που καταλύουν τις αυστηρές ιεραρχήσεις με αποτέλεσμα την ανατροπή των ειδών και τη συμπερίληψη του ενός στο άλλο. (περισσότερα…)

Δημήτρης Ε. Σολδάτος, Παντού παντούμ

Παντού παντούμ

Ταρατατζούμ, παντού παντούμ,
από την Μαλαισία φερμένο.
Η ποίησή μας γιουσουρούμ –
ό,τι σκατό, αρκεί να ’ναι ξένο.

Από την Μαλαισία φερμένο
μέσω Γαλλίας προς ημάς.
Ό,τι σκατό, αρκεί να ’ναι ξένο.
Η ποίησή μας αχταρμάς.

Μέσω Γαλλίας προς ημάς
έρχεται η σάρα και η μάρα.
Η ποίησή μας αχταρμάς.
Τον ένα πάρ’, τον άλλον βάρα.

Έρχεται η σάρα και η μάρα
μ’ ύφος μπλαζέ και ξενικό.
Τον ένα πάρ’, τον άλλον βάρα –
ω, πνεύμα νεοελληνικό!

Μ’ ύφος μπλαζέ και ξενικό
παντουμιαζόμαστε αναλόγως.
Ω, πνεύμα νεοελληνικό,
ου πίπτει ράβδος, πίπτει λόγος.

Παντουμιαζόμαστε αναλόγως
πού πάει η τάση της μοδός.
Ου πίπτει ράβδος, πίπτει λόγος
διατυπωμένος βλακωδώς.

Πού πάει η τάση της μοδός;
Στο διάλο πάει, στα τσακίδια!
Διατυπωμένος βλακωδώς
κι ο λόγος μου, μία απ’ τα ίδια.

Στο διάλο πάει, στα τσακίδια
της ποίησής μας το αλαλούμ
κι ο λόγος μου μία απ’ τα ίδια –
ταρατατζούμ, παντού παντούμ!

ΔΗΜΗΤΡΗΣ Ε. ΣΟΛΔΑΤΟΣ

*

 

Γλωσσική σωρεία, εύκολη ρητορική

της ΘΕΩΝΗΣ ΚΟΤΙΝΗ

Χρήστος Κούκης,
Outsider, Κέδρος 2022

Το Outsider του Χρήστου Κούκη, όγδοο ποιητικό βιβλίο του συγγραφέα, περιλαμβάνει κυρίως ποιήματα δύο τάσεων: κείμενα ανατομίας της κοινωνικής πραγματικότητας και θέσης πάνω στα διαχρονικά ζητήματα της ανθρώπινης κατάστασης και ποιήματα προσωπικά, ερωτικά που εκπέμπουν την ευδαιμονία του εκπληρωμένου έρωτα. Ενίοτε τέμνεται η προβληματική τους, καθώς ο έρωτας ορίζεται ως η προνομιακή περιοχή της ελευθερίας που ωριμασμένη εντέλει στην αγάπη εξανθρωπίζει το άτομο ως μονάδα και ως κοινωνικό υποκείμενο και το αίρει πάνω από τη χθαμαλότητα του μετρίως ζην. Παρόλο που εντοπίζουμε κάποια καλά ή ενδιαφέροντα κείμενα, η συλλογή υπονομεύεται από δύο κυρίως παράγοντες, τη φλύαρη ρηματική κατάστρωση και την αβαθή προβληματική που αυτή παράγει. Ενώ εκκινεί από ένα λόγο σχετικά μετρημένο, διαπιστωτικό, που επιχειρεί να εγγράψει σε συνοπτικά κείμενα και με αφοριστική πρόθεση τον στοχασμό, καθώς η συλλογή εξελίσσεται, το μέγεθος των ποιημάτων μεγαλώνει σε αντιστοιχία με την έκταση της πλατιάς φράσης που μετέρχονται, η οποία εκπίπτει στο αναμενόμενο και στην τετριμμένη καλολογία. Ας ξεκινήσουμε από το πρώτο καλό ποίημα της συλλογής:

«Το πραγματικό νόημα του αναθεωρητισμού»

Είτε πιστεύει κανείς είτε όχι στον Θεό
ένα ερώτημα το ίδιο κτηνώδες με το να ζει κανείς ή να μη ζει
το βέβαιο είναι πως με το πέρασμα του προφήτη
απ’ τον πλανήτη με την ιδανική απόσταση απ’ τον Ήλιο
κατέστη σαφές, ιδίως στον άνθρωπο της Δύσης, τι σημαίνει
η αγάπη ως ελεύθερη βούληση στην τύχη του κόσμου
η αναγκαιότητα του θρήνου στην ανατροφή της άνοιξης
η σπουδή της ελπίδας στην αναχαίτιση της ματαιότητας
η συντριβή ως προϋπόθεση της αναγέννησης
το καλό και το κακό ως διάγνωση και πρόγνωση, μα και αντιστρόφως.

Η απάντηση στο αίνιγμα της Σφίγγας
από δω και στο εξής είναι
«ο άνθρωπος που είναι παρών».

(περισσότερα…)