παρακμή

Ὁ Παπαδιαμάντης καὶ ἡ μεθερμηνεία τῶν ἰδεῶν

*

του ΓΙΑΝΝΗ Α. ΤΑΧΟΠΟΥΛΟΥ

Ἕνα πρόσφατο ζήτημα στὸν ἑλληνικὸ μικρόκοσμο τῶν ἰδεῶν εἶναι κατὰ πόσο διαστρεβλώνεται ἢ ὄχι ὁ Παπαδιαμάντης ἀπὸ τὸ woke κίνημα καὶ τὴν ταινία Φόνισσα. Αὐτὸ ποὺ θὰ μπορούσαμε νὰ σκεφτοῦμε εἶναι, πρῶτον, κατὰ πόσο ἡ κατάσταση ποὺ περιγράφει ὁ Παπαδιαμάντης στὸ συγκεκριμένο διήγημα καὶ ἡ ταινία ἦταν ἡ συνηθισμένη στὸν ἑλλαδικὸ χῶρο τοῦ 1900. Καθένας ἔχει τὶς δικές του οἰκογενειακὲς καὶ τοπικὲς ἀφηγήσεις καὶ ἀναμνήσεις. Ὅσοι δὲν ἔζησαν σὲ περιβάλλοντα ὅπου οἱ ἄντρες σήκωναν χέρι πάνω στὶς γυναῖκες, ὅπου οἱ γυναῖκες ἦταν μεταφορικὰ ζῶα, καὶ ὅσοι δὲν ἔχουν τέτοιες ἀναμνήσεις ἀπὸ τὴ (προ)γιαγιά τους ἢ τὴν (προ)γιαγιὰ τοῦ γείτονα καὶ τοῦ παραδιπλανοῦ γείτονα στὸ χωριό, ὅλοι αὐτοὶ ἀντικρίζουν τὴν σχετικὴ καταγγελία, παπαδιαμαντικὴ καὶ τῆς ταινίας, μὲ κάποια μικρὴ ἔκπληξη: Ἀφορᾶ ἕναν κόσμο ποὺ γι’ αὐτοὺς ἦταν ἀνύπαρκτος, πλάι στὸν δικό τους, τὸν μόνο ὑπαρκτό.

Ὁ ὁποῖος μπορεῖ νὰ μὴν ἦταν παραδεισένιος ἢ κόσμος ἴσων δικαιωμάτων, ἀλλὰ σίγουρα οἱ γυναῖκες σὲ αὐτὸν δὲν δέρνονταν, δὲν δούλευαν στὰ χωράφια, δὲν τὶς ἀπατοῦσαν, καὶ σὲ αὐτὲς οἱ ἄντρες ἐμπιστεύονταν τὴ διαχείριση τοῦ εἰσοδήματος τῆς οἰκογένειας· ἄλλοτε, ἡ πολὺ συχνὴ ἀπουσία τοῦ Πατέρα, μακροχρόνια ἢ μόνιμη (λόγῳ ξενιτιᾶς ἢ θανάτου) συνεπαγόταν μιὰ οἰκογένεια προνεοτερικὴ στὴν ὁποία ἡ Μητέρα ἀσκοῦσε τὴν ἐξουσία, γιὰ νὰ μὴν σκεφτοῦμε γυναικεῖες μορφὲς ἀπὸ τὴν ἑλληνικὴ ἐπαναστατικὴ ἱστορία. Ἡ ἀλήθεια εἶναι ὅτι οἱ δυὸ αὐτοὶ κόσμοι συνυπῆρχαν, καὶ ὅτι κανεὶς ἀπὸ τοὺς δύο δὲν ἦταν ἡ ἐξαίρεση κάποιου ἀνύπαρκτου κανόνα. Καὶ οἱ δύο ἦταν παρατηρήσιμα φαινόμενα. Κάθε καπέλωμα ἢ λήθη τοῦ ἑνὸς ἀπὸ τοὺς δυὸ ἀπὸ τὴν ἐποχή μας εἶναι σφάλμα· ὁ Παπαδιαμάντης φυσικὰ δὲν ἔκανε τέτοιο σφάλμα. (περισσότερα…)

Ο Γαργαντούας και ο Πανταγκρυέλ ανεβάζουν φωτογραφίες στο Ίνσταγκραμ

*

Μια κοινωνία της παρακμής δεν λατρεύει απλώς το φαγητό, το θεοποιεί. Αλλά η δική μας κοινωνία δεν μοιάζει να το αγγίζει πάντως ούτε να το απολαμβάνει με τη γλώσσα και τον ουρανίσκο. Θέλει απλώς να το φωτογραφίζει και να το εκθέτει στα σόσιαλ σαν επίτευγμα, σαν απόκτημα με υπερηφάνεια λες και αγόρασε ένα ακριβό αυτοκίνητο ή ένα κόσμημα. Θέλει να μοιραστεί τη χαρά της ή θέλει απλώς να κάνει τους άλλους να ζηλέψουν; Υπάρχει ειδική ρύθμιση στα κινητά για να φωτογραφίζει κανείς τα πιάτα και να τα ανεβάζει στο ίνσταγκραμ. Υπάρχει το food styling. Είναι instagrammable λέμε, ένα πιάτο με φωτογένεια, οποία τιμή γι’ αυτόν που το παρήγγειλε ή το ετοίμασε!

Άπειρα βιβλία μαγειρικής εκδίδονται καθημερινά, δεν είναι πια μόνον ο Τζέημυ Όλιβερ. Τώρα κάθε σοβαρό σπίτι επιβάλλεται να έχει στα ράφια της βιβλιοθήκης του έναν Οττολέγκι. Αλλά και λογοτεχνικά βιβλία καλής ποιότητος γράφονται για το θέμα της τροφής, της απόλαυσης του να μαγειρεύει κανείς, να δημιουργεί αυτοσχεδιάζοντας ή βάσει συνταγών και να ταϊζει τους γύρω του. Πότε αλήθεια έγινε αυτή η ζωτική μας ανάγκη τόσο σημαντική για τους νέους, πιο σπουδαία και από την ίδια την αγάπη και το σεξ; Ανέκαθεν περνούσαν τα παιδιά μια φάση γύρω στην εφηβεία όταν ανακάλυπταν την χαρά ενός ωραίου φαγητού και πειραματίζονταν για πρώτη φορά με την μαγειρική. Όμως σύντομα ξεχνούσαν αυτή τη φάση και προχωρούσαν σε άλλα πράγματα. Αστεϊζόμενοι λέμε ότι το φαγητό είναι «το σεξ του ηλικιωμένου» αλλά εδώ βλέπουμε κυρίως τους νέους να παθιάζονται με την αισθητική της γαστριμαργίας. Ηδονοβλεψίες της μάσας, μασουλάνε με απίστευτη λαχτάρα στα βίντεο που ανεβάζουν για τους followers. Υπάρχει αναμφισβήτητα ηδονή σ’ ένα ωραίο φαγητό, αλίμονο, και ο Ροσσίνι το ήξερε αυτό, ήταν εύσωμος, έγραφε συνταγές, δημιουργούσε νόστιμα πιάτα.

Άλλοτε ο τουρίστας αλλά και ο ταξιδιώτης –πρέπει να τους ξεχωρίζουμε για να μην παρεξηγηθούμε, μην πει κανείς ότι δεν ξέρουμε την διαφορά ανάμεσα στα δύο είδη– πήγαινε να δει αξιοθέατα και μουσεία στα μέρη που επισκεπτόταν. Τώρα δεν έχει τόσο πνευματικά ενδιαφέροντα, προτιμά να κλείνει ακριβά εστιατόρια και η εκδρομή του δεν είναι πλήρης αν όταν τον ρωτήσουν πώς πέρασε δεν μπορεί ν’ απαντήσει ότι έφαγε σε μια καλή παραδοσιακή ταβέρνα με σπιτικό φαγητό ή σε ένα ρεστωράν βραβευμένο με αστέρι Michelin. Επίσης πρέπει και να αποδείξει ότι πήγε. Με μια φωτογραφία φυσικά. Δεν μπορούμε να ξέρουμε αν ήταν πραγματικά νόστιμο το πιάτο, αυτή η δυνατότης δεν έχει ακόμα εφευρεθεί στο διαδίκτυο, η γεύση και η όσφρηση δεν μπορούν προς το παρόν να μεταδοθούν ηλεκτρονικά. (περισσότερα…)

Στον στίβο του συμβολικού


*

του ΗΛΙΑ ΑΛΕΒΙΖΟΥ

Μέχρι πριν μερικές δεκαετίες ήταν ακόμα εφικτό για έναν επαγγελματία αθλητή να βγει δημοσίως και να διακηρύξει μεγαλοφώνως και με παρρησία, ως ένα σύγχρονο «έρκος Αχαιών», ότι «δεν είμαι το πρότυπο κανενός». Τέτοιες μεγαληγορίες μπορεί βέβαια να εκφέρονταν στα πλαίσια κάποιας διαφημιστικής καμπάνιας, αμβλύνοντας έτσι σε μεγάλο βαθμό τις όποιες αιχμές περιείχαν για την αδηφάγα βιομηχανία του θεάματος που δεν γνωρίζει φραγμούς. Έστω κι έτσι όμως, παρά τις απόπειρες απονεύρωσης και δημιουργικής ενσωμάτωσης τους σε πιο αποδεκτά πλαίσια, υποδείκνυαν κάτι βαρύνουσας σημασίας: τη δυνατότητα ύπαρξης της ετεροδοξίας και την ανάγκη αναμέτρησης με αυτή, ακόμα κι αν αυτή η αναμέτρηση γινόταν υπό τους όρους της ενσωμάτωσης.

Η εποχή που επέτρεπε τέτοιου είδους διανοητικές λεπτότητες και που είχε την απαραίτητη αυτοπεποίθηση ώστε να παρέχει χώρο σε αποκλίνουσες αντιλήψεις και ρητορικές λοξοδρομίες φαίνεται να έχει παρέλθει ανεπιστρεπτί. Αρκεί πλέον μια απειροστή υπόνοια ότι ένας αθλητής τόλμησε να αγνοήσει τις επιταγές της πολιτικής ορθότητας για να ξεσηκωθούν εναντίον του οι διαδικτυακές και μιντιακές ορδές των σύγχρονων Καθαρών και Βογομίλων (ακόμα και από την άλλη άκρη του κόσμου, αρκεί η υπεύθυνη λίγκα να τους έχει πετάξει μερικά ψίχουλα στο παρελθόν), απαιτώντας τον κοινωνικό εξοστρακισμό του, τη συμβολική θυσία του πάνω σε μια πυρά που τρίζει από τα κλικ των like και των share. Μέχρι και ο εργοδότης του πεπτωκότος αθλητή εγκαλείται αν τυχόν δεν λάβει όλα τα απαραίτητα μέτρα προς «συμμόρφωση» του εργαζομένου του. Στη βάση ποιας λογικής όμως έχει φτάσει να θεωρείται αυτονόητο ότι ένας εργοδότης (και μάλιστα ιδιώτης) έχει το δικαίωμα να εγείρει αξιώσεις και απαιτήσεις περί του ορθώς εκφράζεσθαι των εργαζομένων του εκτός των ορίων του εργασιακού χώρου; Ο εύκολος ερμηνευτικός δρόμος για την εξήγηση αυτής της αλλαγής παραδείγματος των εργασιακών ηθών είναι αυτός που εκκινεί από μια υποτιθέμενη αυξημένη ευαισθησία των δυτικών κοινωνιών απέναντι σε φαινόμενα κακοποίησης και προσβλητικών συμπεριφορών για να καταλήξει λίγο – πολύ αβρόχοις ποσί σε ψευδαισθήσεις μεγαλείου περί κάποιας ηθικής προόδου των φιλελεύθερων «δημοκρατικών» καθεστώτων. Το ιστορικό βλέμμα, ωστόσο, έχει μάθει να είναι καχύποπτο απέναντι στις εύκολες ηθικολογικές ρητορείες που συχνά δεν είναι τίποτα άλλο παρά εφήμερος αφρός που ξεβράζουν στην επιφάνεια τα βαθιά ρεύματα μακράς διάρκειας της κοινωνικής αλλαγής. (περισσότερα…)

Η διαχρονική σαγήνη της παρακμής

της ΕΥΑΓΓΕΛΙΑΣ ΤΟΛΙΟΠΟΥΛΟΥ

Όταν μια εποχή φτάνει στο τέλος της, και αυτό που ακολουθεί είναι ακόμα ασαφές και γι’ αυτό προκαλεί αβεβαιότητα και άγχος, εμφανίζονται, πιστεύεται, κάποιες τάσεις στη ζωή, κοινωνική και ψυχο-πνευματική, των ανθρώπων, που όλες τους έχουν κοινά χαρακτηριστικά, ανεξάρτητα από ιστορικές περιόδους και γεωγραφικούς προσδιορισμούς. Επιθυμία φυγής, αναζήτηση διεξόδων από την καταπιεστική πραγματικότητα, τάση προς το φανταστικό, το ασυνήθιστο και το παράδοξο, εκζήτηση, παροξυσμός των αισθήσεων, ακραίος ναρκισσισμός.

(περισσότερα…)