Κώστας Μελάς

Η πραγματικότητα της βαρβαρότητας

*

του ΚΩΣΤΑ ΜΕΛΑ

Το βιβλίο της Ρόζας Λούξεμπουργκ Σοσιαλισμός ή βαρβαρότητα[1], του οποίου ο τίτλος τόσο εύκολα χρησιμοποιείται, από τον καθένα, για την κατάδειξη δήθεν μιας ιστορικής νομοτέλειας (στην ιστορία δεν υπάρχουν νομοτέλειες), αλλά και προς επίρρωση των πολιτικών και ιδεολογικών απόψεών του (συνηθισμένο φαινόμενο στην απατηλή εποχή της μετανεωτερικότητας όπου όλοι έχουν απόψεις επί παντός επιστητού), αντανακλά μια συγκεκριμένη ιστορική πραγματικότητα και όχι μια διαχρονικά εμμενή κατάσταση.

Αρκετοί ακόμη θέλουν να ελπίζουν ότι εμπεριέχει το στοιχείο της διαχρονικότητας. Όμως τα τελευταία χρόνια όλο και περισσότερο γίνεται κατανοητό, λόγω των κοινωνικών διεργασιών, ότι εμπεριέχει το στοιχείο της συγχρονίας: δηλαδή, το «σοσιαλισμός ή βαρβαρότητα» αφορούσε τις δεκαετίες 1910-1920 και ήδη η ανθρωπότητα, χάνοντας την ιστορική ευκαιρία ενός σοσιαλιστικού μετασχηματισμού, έχει εισέλθει σε μια εποχή αναπαραγόμενης καπιταλιστικής βαρβαρότητας, η οποία θα την οδηγήσει σε απρόβλεπτους κοινωνικούς μετασχηματισμούς. Η βαρβαρότητα έχει εγκατασταθεί παντού!

Ο καπιταλισμός ως παγκόσμιο σύστημα βρίσκεται σε μια συνεχή μετεξέλιξη –που διαρκεί εδώ και πολλές δεκαετίες– και η οποία δεν γνωρίζουμε που θα καταλήξει, ούτε καν αν θα γεννήσει τους όρους της αντικατάστασής του μέσω των εσωτερικών του αντιφάσεων όπως ισχυρίζονται οι μαρξιστές.

Τουλάχιστον μέχρι σήμερα, παρά τις συνεχείς και αλλεπάλληλες κρίσεις του, εκείνος που παρατηρούμε να διαλύεται, μετεξελισσόμενος (ίσως και να μεταλλάχθηκε ήδη) είναι ο φορέας που θα επικαθόριζε την αλλαγή προς τη συγκεκριμένη κατεύθυνση που υποδείκνυε η μαρξιστική τελεολογία. Δηλαδή αυτό καθ’ αυτό το προλεταριάτο της εποχής του Μαρξ, της Λούξεμπουργκ, του Λένιν και των υπολοίπων θεωρητικών. (περισσότερα…)

Από το δολλάριο στο γουάν; Για το παγκόσμιο αποθεματικό νόμισμα

*

του ΚΩΣΤΑ ΜΕΛΑ

Εισαγωγή

Το ερώτημα που θα με απασχολήσει στην παρούσα εργασία, αφορά το κατά πόσον είναι δυνατό να σχηματισθεί μια συγκεκριμένη τυπολογία, με βάση την οποία θα μπορούσαμε να προβούμε στη σημερινή φάση ανάπτυξης του διεθνούς οικονομικού συστήματος, σε αποτίμηση ή σε εκτίμηση της ΑΞΙΑΣ ενός νομίσματος το οποίο καλείται να αποτελέσει ή προτίθεται να αποτελέσει ένα από τα βασικά μέσα διεθνών πληρωμών και πρωτίστως ένα από τα κύρια αποθεματικά νομίσματα.

Θα επιχειρήσω να κατασκευάσω μια τέτοια τυπολογία ανατρέχοντας καταρχήν στην ιστορική εμπειρία των τελευταίων διακοσίων ετών, μέσα από την οποία θα προσπαθήσω να αντλήσω τα δεδομένα εκείνα, τα οποία ενσωματώνοντας τα στην πολιτική και οικονομική θεωρία των διεθνών οικονομικών σχέσεων θα μου επιτρέψουν να καταλήξω, σε θεωρητικό επίπεδο πλέον, στην καταγραφή και την ιεράρχηση των ζητουμένων κριτηρίων. Για το λόγο αυτό θα χρησιμοποιήσω δύο παραδείγματα που αφορούν τα νομίσματα που έχουν ενδυθεί το ρόλο του παγκόσμιου νομίσματος τους δύο τελευταίους αιώνες κατά τους οποίους κυριαρχεί το καπιταλιστικό σύστημα.

Συγκεκριμένα θα αναφερθώ στην αγγλική στερλίνα και το αμερικανικό δολλάριο. (περισσότερα…)

Η Ευρώπη σαστισμένη και πάλι

*

του ΚΩΣΤΑ ΜΕΛΑ

Οι ιδέες είναι η παρηγοριά των αδυνάμων και η πρόφαση των ισχυρών.
ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΚΟΝΔΥΛΗΣ

Η Ευρωπαϊκή Ένωση αντιμετωπίζοντας την απειλή και στη συνέχεια την εισβολή και τον γενικευμένο πόλεμο της Ρωσίας στην Ουκρανία βρέθηκε, για ακόμη μια φορά, σε απορία. Αμηχανία, έκπληξη, ρητορείες ηθικού περιεχομένου και άλλα παρόμοια αποτέλεσαν τις πρώτες αντιδράσεις. Αναμενόμενες αντιδράσεις από ένα μόρφωμα που από τη γέννησή του, πεντακάθαρα και συνειδητά, έχει εγκαταλειφθεί στις αγκάλες ενός ανιστόρητου ηθικού οικουμενισμού. Ας δούμε περισσότερο συγκεκριμένα πως έχουν τεθεί ορισμένα ζητήματα.

Οι υπέρμαχοι της ενοποίησης της ΕΕ τα τελευταία χρόνια αναφέρονται σε αυτή ως το κυριότερο επίτευγμα του «μετανεωτερικού κόσμου»[1]. Σύμφωνα με τις αντιλήψεις αυτές η ΕΕ διαφοροποιείται τόσο από τα συμβατικά κράτη του «νεωτερικού κόσμου» όσο και από τον «προνεωτερικό κόσμο», δηλαδή το χάος που προηγήθηκε του κράτους και έπεται των αυτοκρατοριών[2]. Η μετανεωτερική ΕΕ προσφέρει το όραμα ενός μεταμοντέρνου[3] «συνεργατικού διακυβερνητικού χώρου», με κοινό επίπεδο ελευθεριών και κοινή ασφάλεια, με μειωμένη εθνική κυριαρχία – στοιχείο που χαρακτήριζε όλες τις αυτοκρατορίες στην ιστορία.

Μέσα από τις μακροχρόνιες διαδικασίες του ευρωπαϊκού state-building, η ΕΕ σχηματοποιείται σιγά-σιγά σε ένα «μεταμοντέρνο σύστημα», που έχει σαφή χαρακτηριστικά μεταεθνικής, μετακυριαρχικής ή μετακρατικής πολιτείας.[4] Ένα τέτοιο μετανεωτερικό μόρφωμα καθοδηγούμενο από μεταμοντέρνες αντιλήψεις αλλά και από αντιλήψεις εκσυγχρονιστικού ορθολογισμού και τη θεωρία της νεωτερικότητας, παρουσιάζεται ως πλαίσιο μέσα στο οποίο καμία χώρα δεν κυριαρχεί και το οποίο γεννά αρχές που δεν είναι εθνικές αλλά ηθικές και νομικοκανονιστικές[5]. Τα κράτη που συγκροτούν την ΕΕ επιχειρούν να διαμορφώσουν το πρώτο μεταεθνικό διακυβερνητικό μόρφωμα στην παγκόσμια ιστορία. Αυτό το μόρφωμα αποκτά μια διακριτότητα μέσα από τη χρήση πολλαπλών μέσων επηρεασμού του διεθνούς περιβάλλοντος, αποκλειομένης της στρατιωτικής ισχύος. Η Ευρωπαϊκή Ένωση είναι ένα ιδιαίτερο διακρατικό μόρφωμα που, μόνο ως τέτοιο[6], θεωρεί ότι ο πόλεμος –η τραυματική ευρωπαϊκή εμπειρία των δύο παγκόσμιων πολέμων προβάλλεται ως βασικό επιχείρημα – αποτελεί αποτυχία της πολιτικής. (περισσότερα…)

Επιστροφή στον Ανταγωνισμό των Μεγάλων Δυνάμεων

 

του ΚΩΣΤΑ ΜΕΛΑ

Πόσο μακριά είμαστε, τελικά, από την εποχή που ο Φράνσις Φουκουγιάμα και το «Τέλος της Ιστορίας» του, έδιναν τον ιδεολογικό τόνο στις παγκόσμιες εξελίξεις μετά την πτώση του Τείχους του Βερολίνου και του Ανατολικού Στρατοπέδου. Οι γνωστές προβλέψεις του

ότι μετά τις γιγάντιες συγκρούσεις του εικοστού αιώνα, … η ακαταμάχητη νίκη του οικονομικού και πολιτικού φιλελευθερισμού – πάνω σε όλους τους ανταγωνιστές του σημαίνει όχι μόνο- το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, ή την παρέλευση μιας συγκεκριμένης περιόδου της μεταπολεμικής ιστορίας, αλλά αυτό τούτο το τέλος της ίδιας της ιστορίας, δηλαδή το τελικό σημείο της ιδεολογικής εξέλιξης του ανθρωπίνου γένους και την οικουμενοποίηση της δυτικής φιλελεύθερης δημοκρατίας ως της τελικής μορφής ανθρώπινης διακυβέρνησης.[1]

έχουν τεθεί κυριολεκτικά στις ελληνικές καλένδες, προφανώς λόγω της αστοχίας τους. Δεν είναι στις προθέσεις μας να προβούμε σε συνολική κριτική των απόψεων του Φ. Φουκουγιάμα. Όμως ένα σημείο χρειάζεται να αναδειχθεί: αυτό που αναφέρεται στον πόλεμο. Πρόκειται για το πιο σημαντικό σημείο της άποψης του:

Συγκρούσεις μεγάλης κλίμακας πρέπει να εμπλέκουν μεγάλα κράτη που αναγνωρίζονται (ως τέτοια) στον ρου της ιστορίας, και τα οποία φαίνεται ότι τώρα έχουν φύγει από τη σκηνή […] Συνεπώς δεν θα υπάρξει Τρίτος Παγκόσμιος Πόλεμος, ούτε επιστροφή σε Συγκρούσεις Μεγάλων Δυνάμεων που χαρακτήρισαν τον 18ο και 19ο αιώνα.

Μάλιστα στο κλείσιμο του άρθρου χαρακτήριζε τους επερχόμενους (sic!!!) αιώνες της μετά-ιστορίας ως βαρετούς (“Perhaps this very prospect of centuries[!] of boredom at the end of history will serve to get history started once again.”) (περισσότερα…)

Ελάχιστες σκέψεις περί λαϊκισμού και αντιλαϊκισμού

*

του ΚΩΣΤΑ ΜΕΛΑ

Στην πολιτεία που έγινε πορνείο
μαστροποί και πολιτικιές
διαλαλούν σάπια θέλγητρα
ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ

1.

Μια από τις βασικές αναλυτικές έννοιες, μέσω της οποίας επιχειρείται να επεξηγηθούν οι σύγχρονες πολιτικές εξελίξεις, είναι αναμφισβήτητα αυτή του λαϊκισμού.

Στην περίοδο που διανύουμε, τα τελευταία περίπου 30-40 χρόνια, η έννοια είναι φορτισμένη κυρίως με αρνητικές συνδηλώσεις. Στο Λεξικό Μπαμπινιώτη[1] αναφέρεται η διάκριση μεταξύ λαϊκισμού και λαϊκότητας:

Οι δύο λέξεις αποτελούν όψεις της έννοιας «λαϊκός» : την εύσημη, που είναι η λαϊκότητα, δηλ. το γνήσιο λαϊκό στοιχείο με χαρακτηριστικά την απλότητα και τη λιτότητα, και την κακόσημη πλευρά, που είναι ο λαϊκισμός, δηλ. το ψεύτικο, φτιαχτό λαϊκό στοιχείο, που μιμείται τη συμπεριφορά του λαού, για να εκμεταλλευθεί (πολιτικά, κοινωνικά, καλλιτεχνικά κ.τ.λ.). Μιλούμε με θετικό πνεύμα για τη λαϊκότητα της σκέψης και της συμπεριφοράς των απλών ανθρώπων του λαού, αλλά με αρνητική χροιά για τον λαϊκισμό στην πολιτική, στα συνθήματα, στη σκέψη, στη συμπεριφορά ανθρώπων, που, χωρίς να προέρχονται από τον απλό λαό, επιζητούν να τον κολακεύουν, για να αποκομίσουν προσωπικά, πολιτικά ή άλλα οφέλη.

Όπως σημειώνει ο Α. Ελεφάντης[2]

Ο λαϊκισμός είναι μια αρνητική ιδεολογία […] Αυτή η αρνητική, η μειωτική σημασία του λαϊκισμού δεν είναι άσχετη από την ίδια την ορολογία, τη λέξη που χρησιμοποιήθηκε και επικράτησε για να προσδιορισθεί ένα σύνολο πολιτικών αντιλήψεων και συμπεριφορών. Το αποτέλεσμα της παραποίησης και της παραφθοράς αποτυπώνεται στην ίδια τη λέξη. Το ονομάζει η λέξη. Ο όρος populism προέρχεται από το popolo, τη λατινική ρίζα του λαού και καταδηλώνει ιδεολογίες ενύπαρκτες στο λαό, απορρέουσες από το λαό, του λαού ή «το φρονείν ως ο λαός» (Κατά τον ορισμό του Σ. Κουμανούδη. Βλ. Συναγωγή Νέων Λέξεων, Ερμής, 1980, που εντοπίζει τον όρο για πρώτη φορά στην Ακρόπολη, 2.4.1887). Η ακριβής του μετάφραση στα ελληνικά θα έπρεπε να ξεκινά από το ουσιαστικό “λαός”, όπως στις λατινογενείς γλώσσες απ’ όπου και προέρχεται κι όχι από το παραγόμενο επίθετο “λαϊκός”. Η αφετηρία από το επίθετο λαϊκός για να φτιαχτεί ο όρος λαϊκισμός με την κατάληξη -ισμός παραπέμπει ευθέως σε ένα παραποιητικό περί λαού λόγο, σε μια παραφθορά, μίμηση και εκπτώχευση επομένως του λαϊκού λόγου.

Επομένως η παραγωγή της λέξεως λαϊκισμός από το επίθετο λαϊκός, στην Ελληνική γλώσσα, σηματοδοτεί ευθέως την αρνητική σημασία της λέξεως όπως παραπάνω έχει αναφερθεί. Με τον επιθετικό προσδιορισμό στην ελληνική γλώσσα, τα πράγματα γίνονται καθαρά εξαρχής. (περισσότερα…)

Το κυριαρχικό περιεχόμενο της έννοιας του εξορθολογισμού

 

*

του ΚΩΣΤΑ ΜΕΛΑ

Επιχείρημα. Ο ρόλος του δεν είναι να πείθει θετικά ή να μεταπείθει, αλλά να απομακρύνει εσφαλμένες ιδέες και προκαταλήψεις.
ΛΟΥΝΤΒΙΧ ΒΙΤΤΓΚΕΝΣΤΑΪΝ

Η έννοια «εξορθολογισμός» συνοδεύει οποιαδήποτε ενέργεια των σύγχρονων πολιτικών αρχηγεσιών που έχουν ασκήσει εξουσία τα τελευταία 25 χρόνια στην χώρα. Πρόκειται για έννοια η οποία χρησιμοποιείται ως το αλάθητο θεωρητικό σχήμα το οποίο προσεγγίζει εξ αντικειμένου την αλήθεια και συνεπώς επιβάλλει την πρέπουσα και αναγκαία λύση σε κάθε κατάσταση της πραγματικότητας. Έχει την χρήση ενός μοναδικού κλειδιού το οποίο ανοίγει με μαγικό τρόπο όλες τις κλειδωνιές. Στο μυαλό των περισσότερων απ’  όσους χρησιμοποιούν την έννοια αυτή με τον συγκεκριμένο τρόπο, δημιουργείται η πεποίθηση ότι κατέχουν ένα φοβερό και α-μαχητό επιχείρημα με το οποίο κατατροπώνουν τους αντιπάλους τους. Όμως κανένας από τους προτάσσοντες το φοβερό αυτό επιχείρημα δεν σκέφτηκε να ανατρέξει στο περιεχόμενο της έννοιας το οποίο επί της ουσίας την περιγράφει και την καθορίζει. Εκτός και αν υπάρχει η εντύπωση ότι το περιεχόμενο της έννοιας της ορθολογικότητας υπάρχει εξ αντικειμένου, διαχρονικά και ανεξάρτητα από οποιαδήποτε θεώρηση. Ας δούμε λίγο πιο προσεκτικά το ζήτημα[1].

Θα αρχίσουμε την γενική τοποθέτηση υποστηρίζοντας ότι πάντοτε η ορθολογικότητα αποτελεί ένα συστατικό στοιχείο της ανθρώπινης συμβίωσης. Αποτελεί μια πραγματικότητα που αρχικά συγγενεύει με κάθε πραγματικότητα του κοινωνικού ή ανθρώπινου είναι. Η ορθολογικότητα υπό την ευρύτατη και βασική έννοια είναι το γνώρισμα που ξεχωρίζει τον άνθρωπο από τα υπόλοιπα έμβια όντα του ζωικού βασιλείου. Είναι μια ανθρώπινη ιδιότητα κοινή σε όλους τους ανθρώπους. Ο Λόγος είναι πάντα το πιο κοφτερό όπλο για τον άνθρωπο, αφού ο άνθρωπος ανέκαθεν θεώρησε τον Λόγο ως την απόδειξη της υπεροχής του απέναντι στα υπόλοιπα ζώα. Υπό αυτήν την άποψη η πραγματοποίησή της δεν απαιτεί ιδιαίτερες προσπάθειες εκ μέρους του ανθρωπίνου είδους. Είναι πανταχού παρούσα στις ανθρώπινες υποθέσεις με αποτέλεσμα να έχει έναν πολύ γενικό χαρακτήρα και κάθε εξειδίκευσή της προς την κατεύθυνση υπαγωγής της σε κανόνες δεν μπορεί να προχωρήσει πέρα από τις πρώτες προσεγγίσεις οι οποίες για να έχουν μια αντικειμενικότητα πρέπει να παραμείνουν σε μη δεσμευτικούς τύπους.

Η πραγμάτωση «της ορθολογικότητας» κατά τρόπο απόλυτο, απαιτείται να στηριχθεί σ’ έναν ορισμό που να μην περιλαμβάνει όρους οι οποίοι να χρήζουν ερμηνείας[2]. Όμως όλες οι θεωρίες της ορθολογικότητας που προτάσσουν αξιώσεις μοναδικότητας και κανονιστικές επιδιώξεις περιέχουν πάντοτε τέτοιους όρους. (περισσότερα…)

Η σοσιαλδημοκρατία επιστρέφει; Ναι, αλλά ποια απ’ όλες;

 

του ΚΩΣΤΑ ΜΕΛΑ

ακριβώς επειδή χάθηκαν κι αναγκάστηκαν
να υποστούν μεταμορφώσεις στην προσπάθεια τους
να επιστρέψουν σ’ ένα ξεχασμένο σημείο πέρα στα χωράφια
JOHN ASHBERY

Τα ευρωπαϊκά σοσιαλδημοκρατικά κόμματα που βρέθηκαν στην κυβέρνηση τη δεκαετία του 1990[1], δεν κατέφυγαν σε παραδοσιακές σοσιαλδημοκρατικές πολιτικές[2] οι οποίες στηρίζονταν σε εκδοχές της κεϋνσιανής προβληματικής[3]. Στόχος τους ήταν, σε γενικές γραμμές, η πολιτική παρέμβαση για τη διόρθωση των αποτυχιών της αγοράς και την ενίσχυση της οικονομίας μέσω του δημόσιου αγαθού της οικονομικής μεγέθυνσης και της θεσμικής ανάπτυξης.

Η σοσιαλδημοκρατία λειτούργησε ως η ενδιάμεση λύση μεταξύ του μαρξισμού (σχεδιασμός της οικονομίας) και φιλελευθερισμού (απόλυτη λειτουργία της αγοράς). Μάλιστα έχει υποστηριχθεί ότι η σοσιαλδημοκρατία ήταν κάτι περισσότερο από ένα σύνολο πολιτικών, ή ένας συμβιβασμός μεταξύ του μαρξισμού και του φιλελευθερισμού· ήταν από μόνη της μια ιδεολογία βάση της οποίας ήταν η αποτροπή της λεηλασίας της κοινωνίας από την αγορά[4]. Στο αντιθετικό δίπολο αγορά ή δημοκρατία , οι παραδοσιακές σοσιαλδημοκρατικές πολιτικές απαντούσαν: δημοκρατία. Ανεξαρτήτως των δυσκολιών, των λαθών ή των σκοπιμοτήτων.

Αντιθέτως, οι Ευρωπαίοι σοσιαλδημοκράτες πολιτικοί που ήλθαν στην εξουσία τη δεκαετία του 1990 ανάφεραν ρητά και απερίφραστα ότι οι πολιτικές του παρελθόντος δεν έχουν θέση στην εποχή της παγκοσμιοποίησης, η οποία επιβάλλει σαφείς εξωτερικούς περιορισμούς[5]. Υιοθετήθηκε απερίφραστα η άποψη ότι η οικονομία αποφασίζει εν τέλει για το μέλλον των λαών. Η πολιτική πρέπει να προσαρμοσθεί.

Την περίοδο αυτή θεσμοθετήθηκε, με βάση τις συνθήκες του Μάαστριχτ και του Άμστερνταμ, ολόκληρο το ρυθμιστικό πλαίσιο λειτουργίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ). Στο πλαίσιο αυτό ενσωματώθηκαν, αναφορικά με την οικονομία,η λογική και οι αποφάνσεις που προκύπτουν από το νεοκλασικό οικονομικό υπόδειγμα στη σύγχρονη εκδοχή τους – Μονεταρισμός, Νέα Κλασική Μακροοικονομία, Νέα Συναίνεση– συν επιπλέον οι νεοφιλελεύθερες απόψεις περί ιδιωτικοποιήσεων των πάντων, μείωση μέχρι εξαφάνιση της κρατικής παρέμβασης και επιπλέον παραχώρηση της νομισματικής πολιτικής σε μια Ανεξάρτητη Κεντρική Τράπεζα[6].

Αλλά και στο κοινωνικό επίπεδο οι πολιτικές επιλογές των σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων ακολούθησαν βήμα βήμα όλες τις αποφάνσεις που προκύπτανε από την υιοθέτηση του κυρίαρχου νεοκλασικού οικονομικού υποδείγματος. Εγκαινιάστηκε έτσι μια περίοδος εξαέρωσης των κοινωνικών δικαιωμάτων, απαρτίωσης του «κράτους πρόνοιας», αύξησης των ανισοτήτων με πρωτεργάτες τις σοσιαλδημοκρατικές κυβερνήσεις της Βρετανίας (Μπλαιρ), Γερμανίας (Σραίντερ), Ιταλίας (Ντ’Αλέμα), Γαλλίας (Μιττερράν, Ολάντ) και Ελλάδας (Σημίτης, Γ. Παπανδρέου, Βενιζέλος). Επίσης τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα πρωτοστάτησαν στην υιοθέτηση και στην ακραία υποστήριξη όλων των πολιτιστικών προτύπων της μεταμοντέρνας μετανεωτερικότητας[7].

Συνοπτικά και χωρίς πολλά λόγια μπορούμε να συμπεράνουμε τα ακόλουθα:

Ό,τι ονομάσθηκε, εδώ και τρεις δεκαετίες, στο δυτικό κόσμο πολιτικός εξορθολογισμός ή συναίνεση είναι το απόσταγμα της νεοφιλελεύθερης μετάλλαξης της πολιτικής δράσης σε παρέγχυμα της κερδοσκοπικής δραστηριότητας υπερεθνικών συμμαχιών και πανίσχυρων ομάδων πελατειακών διασυνδέσεων. Προϋποθέτει δε τη ριζική αραίωση του Πολιτικού, δηλαδή των αποστρακισμό των κρίσιμων πολιτικών διακυβευμάτων. Με ιδεολογικό όχημα τον τεχνοοικονομικό ντετερμινισμό οι άρχουσες ελίτ πέτυχαν μια εντυπωσιακή ομοιομορφία της κοινής γνώμης, η οποία αποδέχεται ως «μονόδρομο» ή ακόμα και «πεπρωμένο», με την έννοια της ιστορικής αναγκαιότητας, όσα δεν είναι παρά ταξική πολιτική, παρενδεδυμένη σε τεχνοδιαχειριστικό δόγμα[8].

Δυστυχώς πρωτεργάτες στην πλήρη εγκατάσταση της νεοφιλελεύθερης μετάλλαξης ήταν τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα που ήλθαν στην εξουσία μετά το 1990 και συνεχίζουν να έχουν τις ίδιες απόψεις μέχρι πρόσφατα. Επομένως ποια σοσιαλδημοκρατία, από τις δύο επιστρέφει; Ή μήπως θα επιστρέψει με κάποια άλλη μορφή; Οψόμεθα.

ΚΩΣΤΑΣ ΜΕΛΑΣ

~ . ~ . ~

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
[1]Τη δεκαετία του 1980 οι περισσότερες κυβερνήσεις της Δυτικής Ευρώπης ήταν κεντροδεξιές. Ώς το τέλος της δεκαετίας του 1990, 13 από τα 15 κράτη-μέλη της ΕΕ είχαν σοσιαλδημοκρατικές κυβερνήσεις. Συγχρόνως και στις ΗΠΑ είχαμε την εκλογή στην προεδρία του Μπιλ Κλίντον.
[2] Κ. Μελάς, «Ευρωπαϊκή Σοσιαλδημοκρατία: από την Πολιτική στη Νεοφιλελεύθερη διαχείριση», Μηνιαία Επιθεώρηση, τχ. 27, Μάρτιος 2007.
[3] Για τα ρεύματα σκέψεις που αναπτύχθηκαν στο πλαίσιο της κεϋνσιανής προβληματικής δες: Κ. Μελάς, Τζον. Μ. Κέινς: Μια απαραίτητη επαναφορά, Α. Α. Λιβάνης, 2019.
[4] Sheri Berman, The Primary of Politics. Social Democracy and the Making of Europe’s Twentieth Century, Cambridge University Press, 2006.
[5] Mark Blyth, «Η σοσιαλδημοκρατία και η πολιτική καρτελοποίηση», Μηνιαία Επιθεώρηση, τχ. 27, Μάρτιος 2007.
[6] Κ. Μελάς, «Η ‘‘φιλοσοφία’’ της οικονομικής πολιτικής των ‘‘ευρωπαϊκών σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων’’ διαφέρει από την νεοκλασική προσέγγιση;» monthlyreview.gr, Μάρτιος 2007. Βλέπε τώρα στην ιστοσελίδα μου.
[7] Κ. Μελάς-Γ. Παπαμιχαήλ, Το ανυπόφορο βουητό του κενού, Εκδόσεις Αγγελάκη, 2017, βλ. ιδίως το πρώτο μέρος.
[8] Α. Μεταξόπουλος, Αυτοσυντήρηση, Πόλεμος, Πολιτική, Α. Α. Λιβάνης, 2005, σ. 483.

 

 

 

Περί της αλαζονείας των σύγχρονων οικονομολόγων

 

του ΚΩΣΤΑ ΜΕΛΑ

Α, πολλά ανθίζουν, πολλά λιώνουν στη γλώσσα:
Που πας; Ποιος νομίζεις ότι είσαι;
JOHN ASHBERY

1.

Η καθολική εποπτεία της ιστορίας μάς επιβάλλει τη διαπίστωση ότι, απ’ όλες τις μορφές του κοινωνικοϊστορικού βίου, το κυριότερο χαρακτηριστικό του καπιταλισμού είναι προφανώς το γεγονός ότι η οικονομία – η παραγωγή και η κατανάλωση, αλλά επίσης τα οικονομικά «κριτήρια» τοποθετούνται σε θέση κεντρική και ανάγονται σε ύψιστη αξία της κοινωνικής ζωής. Απόρροια τούτου είναι η ιδιαίτερη συγκρότηση του κοινωνικού «προϊόντος» στον καπιταλισμό. Συνοπτικά, όλες οι ανθρώπινες δραστηριότητες και όλες τους οι συνέπειες καταλήγουν να θεωρούνται κατά το μάλλον ή ήττον ως ουσιωδώς χαρακτηριζόμενες και αξιολογούμενες από την οικονομική τους διάσταση. Η αξιολόγηση φυσικά γίνεται με όρους χρηματικούς[1].

Είναι γνωστό ότι το κυρίαρχο πεδίο σε κάθε κοινωνία αναπτύσσει τη δική του μορφή λόγου, που επιδιώκει την ιδεολογική ηγεμονία και κατά κανόνα την αποκτά. Συνεπώς το «ορθολογικό» οργανωμένο οικονομικό υποσύστημα αναδεικνύεται σε γενικότερο «δείκτη εξορθολογισμού» της ευρύτερης κοινωνίας. Η παραγωγή είναι η μόνη κοινωνική λειτουργία που μπορεί να αποτιμηθεί με βάση το μοναδικό και συγκεκριμενοποιήσιμο κριτήριο της μεγιστοποιητικής ορθολογικότητας. Στο μέτρο που η παραγωγική αποτελεσματικότητα μπορεί να «μετρηθεί» και να «στοιχειοθετηθεί», η μεγιστοποίηση αναδεικνύεται ως αυτόδηλη «απόδειξη» της ορθολογικότητας του συστήματος. Με αυτό τον τρόπο η οικονομική σφαίρα νομιμοποιείται και νομιμοποιεί, αφού η οικονομία είναι το μόνο «ορθολογικά» αποτιμήσιμο και ελέγξιμο κοινωνικό υποσύστημα.

Αντίθετα από ό,τι συμβαίνει με όλα τα άλλα συγκροτημένα και νοηματισμένα κοινωνικά υποσυστήματα (πολιτική, πολιτισμός….) για την αξιολόγηση της λειτουργίας και «επίδοσης» των οποίων υπεισέρχονται πολλαπλά και περίπλοκα αξιακά, δεοντολογικά αλλά και φιλοσοφικά στοιχεία, η αγοραία οικονομική οργάνωση μπορεί να καταξιώνεται με βάση το μοναδικό και ευθύγραμμο κριτήριο της παραγωγικής της αποτελεσματικότητας. Γεγονός που νομιμοποιεί την προβαλλόμενη αυτονομία του Οικονομικού, το οποίο εμφανίζεται ως η μόνη απόλυτα εκλογικεύσιμη σφαίρα κοινωνικών δραστηριοτήτων. Εάν λοιπόν, η αποτελεσματικότερη μεγιστοποιούσα παραγωγή είναι η αγοραία καπιταλιστική παραγωγή, και εάν, ταυτόχρονα, η οικονομία είναι το μόνο υποσύστημα που μπορεί να αποτιμηθεί ως προς την «αντικειμενική» αποτελεσματικότητά του, δεν είναι δύσκολο να εκβιασθεί η απόφανση ότι η αγοραία καπιταλιστική κοινωνία ως η κατά τεκμήριο γενικά ορθολογικότερη και αποτελεσματικότερη μορφή κοινωνικής οργάνωσης: η εκλογίκευση της οικονομίας αρκεί για να τεκμηριώσει την εκλογίκευση της κοινωνίας[2].

 

2.

Η οικονομική ως «συστηματική» disciplina επιχειρεί να λαμβάνει υπόψη της τις κοινωνικές διεργασίες και αλλαγές που πραγματοποιούνται κατά τη διάρκεια των τελευταίων δύο αιώνων στο corpus του καπιταλιστικού συστήματος. Η κοινωνική πραγματικότητα, οι μεταβολές της παραγωγικής διαδικασίας και ο τρόπος που χαρακτηρίζει τη συμπεριφορά των κοινωνικών υποκειμένων αντανακλώνται και συμπεριλαμβάνονται στις εξελίξεις που χαρακτηρίζουν την οικονομική[3].

Παρότι η βασική προκείμενη που διέπει την Οικονομική και γενικά την καθορίζει είναι ο προσανατολιζόμενος βάσει συμφερόντων και υπολογίζων homo oeconomicus, εντούτοις μπορούμε να παρατηρήσουμε ότι ο τρόπος με τον οποίο το οικονομικό πρότυπο λειτουργεί εντός της κοινωνίας είναι έντονα διαφοροποιημένος στις δύο βασικές ιστορικές περιόδους που χαρακτηρίζονται η πρώτη ως αστική- φιλελεύθερη σε σχέση με τη σημερινή μαζικοδημοκρατική εποχή[4]. (περισσότερα…)

Ο «πόλεμος των θέσεων» της νέας άκρας δεξιάς

 

του ΚΩΣΤΑ ΜΕΛΑ

Οι διάφορες συζητήσεις για τον δεξιό εξτρεμισμό στη σημερινή Ευρώπη εστιάζουν, κυρίως, στη σύγκριση με τη Γερμανία της Βαϊμάρης. Έχουν την τάση να διαπιστώνουν αναλογίες ανάμεσα στα δεξιά εξτρεμιστικά κινήματα  που σημειώνουν επιτυχίες στο πολιτικό σκηνικό της σημερινής Ευρώπης και τον «ιστορικό φασισμό»: το πρώτο κύμα φασιστικών κινημάτων που σάρωσε την Ευρώπη τη δεκαετία του ’20 και του ’30.

Παρόλο που τα κόμματα της άκρας δεξιάς διέπονται από μια νεοφασιστική αντίληψη η οποία έχει σημαντικές ιδεολογικές συγγένειες με τους φασισμούς του παρελθόντος, θα πρέπει να αντιληφθούμε ότι δεν είναι το ίδιο φαινόμενο με τον ιστορικό φασισμό. Από την άποψη αυτή, θα πρέπει να κατανοήσουμε ότι ο ιστορικός φασισμός είναι ένα ιδιαίτερο πολιτικό φαινόμενο της μεσοπολεμικής περιόδου, που αποτελούσε αντίδραση σε μια σειρά από κρίσιμα προβλήματα- την πολιτική αστάθεια, την οικονομική καταστροφή και την σοβιετική απειλή- που ενέσκηψε στην πολιτική σκηνή της Ευρώπης μετά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Θα πρέπει να υπογραμμίσουμε ότι τα κυρίαρχα φασιστικά κόμματα της μεσοπολεμικής περιόδου διέθεταν μαζικές παραστρατιωτικές οργανώσεις (τα Τάγματα Εφόδου του Χίτλερ, τις Squadre του Μουσολίνι, τη Σιδηρά Φρουρά των Κορνήλιου Κοντρεάνου και Χόρια Σίμα κ.τ.λ.) ο ρόλος των οποίων ήταν να υποθάλπουν την κοινωνική αταξία και να τρομοκρατούν τους αντίπαλους πολιτικούς σχηματισμούς αλλά και την κοινωνία. (περισσότερα…)

Επιστροφή στην κανονικότητα

 

του ΚΩΣΤΑ ΜΕΛΑ

Η «επιστροφή στην κανονικότητα» αποτελεί για την πλειοψηφία των Ελλήνων το στερεότυπο εκείνο που κυριαρχεί στις ημερήσιες συζητήσεις τους και στοιχειώνει τα νυχτερινά τους όνειρα. Παράλληλα αποτελεί μόνιμη επωδό των άνευ σημασίας ρητορειών των πολιτικών κομμάτων.

Αν δεχτούμε ότι ως στερεότυπο θα μπορούσαμε να ορίσουμε σε γενικές γραμμές «μια εμβριθή παρατήρηση της οποίας η ουσιαστική αλήθεια έχει αμβλυνθεί από την επανάληψη» (Τζόναθαν Κόου, Μέση Αγγλία, Πόλις, 2021), γίνεται άμεσα αντιληπτό κάτι πολύ απλό: η «επιστροφή στην κανονικότητα» αποτελεί μια επαναλαμβανόμενη συζήτηση που η (όποια) αλήθεια της έχει ξεφτίσει. Έχει κουράσει. Έχει μετατραπεί σε ένα σλόγκαν, τελικά, άνευ περιεχομένου και επομένως στην πραγματικότητα δεν σημαίνει απολύτως τίποτε. Ή μάλλον σημαίνει ό,τι ο καθένας έχει στο μυαλό του.

Στην πραγματικότητα η φράση «επιστροφή στην κανονικότητα», δεν συνδέεται καθόλου με το παρελθόν – κάτι που υπονοείται μέσω του ουσιαστικού «η επιστροφή»– αλλά με το μέλλον.

Γιατί όμως δεν λέγεται αυτό με ευθύ και κατηγορηματικό τρόπο αλλά χρησιμοποιείται μια λέξη που δηλώνει την επαναφορά κάποιας παρελθούσης περιόδου; Με παιγνιώδη τρόπο αφήνει να υπερίπταται πάνω από τα κεφάλια των ανθρώπων η ελπίδα – το τελευταίο στοιχείο που υπάρχει στον πάτο του κουτιού της Πανδώρας– για μια επιστροφή σε μια ακαθόριστη εποχή όπου ο καθένας μπορεί να φαντασιώνεται ότι η ζωή του ήταν καλύτερη από ότι είναι σήμερα.

Ο πιο πιθανός λόγος θα πρέπει να αναζητηθεί, μάλλον, στην άδηλη και αβέβαιη μελλοντική «κανονικότητα» που συνεχώς εξελίσσεται καθημερινά μπροστά μας. Αυτή πρέπει με κάποιο τρόπο να συνδεθεί με το παρελθόν αλλά και συγχρόνως να αποκοπεί από αυτό δημιουργώντας μέσω των συμβολικών μηχανισμών μια παραμόρφωση της εν εξελίξει συντελούμενης κοινωνικής διαδικασίας.

Η προσέγγιση αυτή δεν αφορά κάποιο πολιτικό κόμμα, κάποια οργάνωση πολιτών, αφορά και είναι πολύτιμη για ένα ετερόκλητο, άμορφο συνασπισμό συμφερόντων που φροντίζει ιδιαίτερα να συγκαλύπτει τις προθέσεις του.

Καμμιά κοινωνική αλλαγή δεν επιτυγχάνεται χωρίς να έχει προαγγελθεί, προετοιμαστεί και διευκολυνθεί από ένα σύνολο μικρότερων αλλαγών, οι οποίες συχνά περνούν απαρατήρητες στην ιστορική καθημερινότητα.

Αυτές οι μικρές αλλαγές περνούν απαρατήρητες διότι καλύπτονται από την εντύπωση ότι αποτελούν θετικές και προοδευτικές απαντήσεις στις νέες ιστορικές προκλήσεις, μια αίσθηση προερχόμενη από τους ιδεολογικούς μηχανισμούς της εξουσίας, και όταν τελικά «επιβάλλεται η τροποποίηση ή η ανανέωση του θεμελιώδους δόγματος, οι γενιές που θυσιάζονται κατά τη διάρκεια του μετασχηματισμού μένουν ουσιαστικά ξένες προς αυτόν, και συχνά γίνονται ευθέως εχθρικές» (August Comte, Έκκληση στους συντηρητικούς, Καστανιώτης, 2000).

Όμως όταν εγκαθίσταται, πλέον, ως κυρίαρχη η κοινωνική αλλαγή, η ιστορία έχει πάρει το δρόμο της. Το ουσιαστικό είναι η ιδεολογική ματιά να έχει κάνει όλη τη «βρώμικη δουλειά».

ΚΩΣΤΑΣ ΜΕΛΑΣ

 

 

 

Μεσαία στρώματα: στο προσκήνιο της πολιτικής αντιπαράθεσης

 

του ΚΩΣΤΑ ΜΕΛΑ

1.

Τα τελευταία χρόνια η συζήτηση για τα μεσαία στρώματα της ελληνικής κοινωνίας καταλαμβάνει μια από τις πρώτες θέσεις στην πολιτική αντιπαράθεση των κομμάτων εξουσίας. Προφανώς για λόγους εκλογικούς και ψηφοθηρίας. Τούτο καθίσταται απολύτως εμφανές από το γεγονός ότι η ΝΔ, κυρίως την περίοδο μετά το 2015, αναφέρεται σε αυτήν ως το επίκεντρο του νέου ανορθωτικού της εγχειρήματος και ως βασικό πυλώνα της Δημοκρατίας. Το προεκλογικό της πρόγραμμα του 2019, ακριβώς οργανώθηκε γύρω από το πλήθος των ανθρώπων που οι ίδιοι με διάφορα κριτήρια, πραγματικά ή φανταστικά, τοποθετούσαν τον εαυτό τους σε αυτή την κοινωνική κατηγορία των μεσαίων στρωμάτων. Αλλά και ο ΣΥΡΙΖΑ, μετά την ήττα στις εκλογές του 2019, εγκατέλειψε την κατά τον Τσακαλώτο «ταξική μεροληψία»[1] ( που σήμαινε ότι μια ταξική πολιτική πρέπει να στηριχθεί στη σκληρότερη επιβάρυνση της μεσαίας τάξης, μέσω φορολογίας, ακόμα και μέσω περιορισμών στην ισότητα για πρόσβαση στο σύστημα υγείας κ.α.) και στράφηκε ολοταχώς προς τα μεσοστρώματα, πιθανά καλυπτόμενος πίσω από τη ρήση του προέδρου του ΣΥΡΙΖΑ «ότι όποιος αγωνίζεται για το μεροκάματο ανήκει και αυτός στη μεσαία τάξη»[2].

Με απλά λόγια τα μεσαία στρώματα, πάλι, αποτελούν την πολύφερνη νύφη για τα κόμματα εξουσίας και για την εξασφάλιση της τελευταίας. Δεν είναι της ώρας η συστηματική ανάλυση των λόγων που τοποθετούνται τα μεσαία στρώματα στο επίκεντρο, με νέο φυσικά τρόπο, του πολιτικού και εκλογικού αναστοχασμού. Όμως δεν διστάζω να υπογραμμίσω έναν θεμελιώδη, κατά την άποψή μου, λόγο, που συνέχει αυτή τη συμπεριφορά των κομμάτων εξουσίας, που δεν είναι άλλως από την αυτοτοποθέτηση της πλειοψηφίας των πολιτών στην Ελλάδα ότι ανήκουν σε αυτήν την κοινωνική κατηγορία. Συγχρόνως ένας ακόμη συγκυριακός λόγος που φέρνει εμφατικά στο προσκήνιο τη συζήτηση για την κατάσταση των μεσαίων στρωμάτων, είναι, η κοινά αποδεκτή εντύπωση, ότι αυτά σήκωσαν το μέγιστο βάρος των μνημονιακών πολιτικών και ως εκ τούτου έχει έλθει η ώρα να αποκατασταθεί με βάση τις δυνατότητες της οικονομίας η οικονομική τους θέση. Να αποκατασταθούν δηλαδή οι αδικίες.

Η επικέντρωση της συζήτησης στα μεσαία στρώματα της ελληνικής κοινωνίας παραγνωρίζει, ειδικά από την πλευρά της ΝΔ, την κατάσταση στα υπόλοιπα κοινωνικά στρώματα που βρίσκονται πάνω και κάτω από τα μεσαία.

Η κυρίαρχη αυτή διαμορφωθείσα –από πολιτικούς και ΜΜΕ– εντύπωση, δεν φαίνεται, όμως, να υποστηρίζεται με πειστικό τρόπο από τα υπάρχοντα οικονομικά στοιχεία. Πριν προχωρήσουμε αυτές τις σκέψεις, ή μάλλον για να προχωρήσουμε αυτές τις σκέψεις, θα πρέπει στοιχειωδώς να θέσουμε ορισμένα κριτήρια καθορισμού των μεσαίων στρωμάτων. Αφήνοντας στην άκρη, μια σειρά άλλων κριτηρίων, π.χ. πολιτιστικά, (καθόλου φρόνιμο βέβαια αλλά αναγκαίο προκειμένου να έχουμε μια αίσθηση προσανατολισμού) θα περιοριστούμε στα εισοδηματικά κριτήρια (ούτε καν στα οικονομικά, δεομένου ότι δεν υπάρχει καμία αναφορά στην περιουσιακή κατάσταση των μεσαίων στρωμάτων) όπως τα θέτει ο ΟΟΣΑ, σύμφωνα με τα οποία οι ανήκοντες στα μεσαία στρώματα εντοπίζονται στην εισοδηματική κατανομή μεταξύ 2/3 και διπλάσιου του διάμεσου εισοδήματος, μετά τους φόρους. Με βάση αυτό το εισοδηματικό κριτήριο, αν χωρίσουμε το σύνολο του εισοδήματος σε δέκα ίσα μέρη (δεκατημόρια), μπορούμε να ισχυριστούμε ότι το πρώτο κατά σειρά δεκατημόριο ανήκουν τα υψηλότερα εισοδηματικά στρώματα, στα ακολουθούντα τρία δεκατημόρια τα μεσαία εισοδηματικά στρώματα και στα υπόλοιπα έξι τα χαμηλότερα. Βεβαίως, θα πρέπει να ληφθεί υπόψη η ύπαρξη έντονης εισοδηματικής διαφοράς εντός των μεσαίων, των χαμηλών αλλά και των ανωτέρων. Για το λόγο αυτό ομιλούμε π.χ. για υψηλά, μεσαία και χαμηλά μεσαία στρώματα και κατ’ αντιστοιχία για τα υπόλοιπα.

 

2.

Η οικονομική κρίση που ξεκίνησε το 2009 έπληξε έντονα και οριζόντια όλα τα κοινωνικά και οικονομικά στρώματα: χαμηλά, μεσαία, ανώτερα. Οι επιδράσεις της κρίσης στο εισόδημα προέρχονται από τρεις διακριτούς παράγοντες: την ύφεση και την ανεργία, μεταβολές στη φορολογική επιβάρυνση και μεταβολές στην κατανομή των κρατικών δαπανών.

Ο Τάσος Γιαννίτσης[3] προσπάθησε να ποσοτικοποιήσει αυτές τις επιδράσεις με βάση τα φορολογικά δεδομένα της περιόδου 2008-2018, Σύμφωνα με την ανάλυσή του η εικόνα δείχνει μια αρκετά διαφορετική πραγματικότητα από αυτήν που προβάλλεται. Συγκεκριμένα υποστηρίζει:

«Αναφορικά με τα εισοδήματα: Στην πρώτη περίοδο της κρίσης (2008-2014, μέχρι πριν από το τρίτο μνημόνιο), τα εισοδήματα που λόγω της ύφεσης συρρικνώθηκαν περισσότερο ήταν –κατά σειρά– τα ανώτερα 10% (-35,2%), τα χαμηλότερα 60% (-14%) και τα μεσαία (-6,5%). Στην περίοδο 2014-2018, η μείωση των εισοδημάτων ακολούθησε διαφορετική εξέλιξη: το εισόδημα του χαμηλότερου 60% μειώθηκε περισσότερο (10%), των μεσαίων λιγότερο (4,4%), ενώ των ανώτερων εισοδημάτων αυξήθηκε (+44%). Συνολικά, μεταξύ 2008 και 2018, τα χαμηλά εισοδήματα μειώθηκαν 23%, τα μεσαία 11% και τα υψηλά 6,6%.

Αναφορικά με τη Φορολογία: Με δεδομένες τις μεταβολές αυτές η φορολογία εισοδήματος ήρθε να περιορίσει ακόμα περισσότερο το διαθέσιμο εισόδημα. Στην περίοδο 2008-2014 η μεγάλη αύξηση στη φορολογική επιβάρυνση έπληξε κυρίως τα χαμηλότερα εισοδήματα (+229%). Τα πολύ υψηλά και μεσαία εισοδήματα, πέρα από τη σημαντική μείωση των εισοδημάτων τους λόγω ύφεσης, επιβαρύνθηκαν και από μεταβολές φόρου εισοδήματος της τάξης του 12% (συνολικά μεγέθη). Στα μεσαία (1.000-2.500 μηνιαίως) και χαμηλά εισοδήματα, η μεγάλη φορολογική επιβάρυνση από φόρους εισοδήματος (και περιουσίας) είχε συντελεστεί ήδη στα χρόνια μέχρι το 2012/13 περίπου. Στη συνέχεια, η φορολογική επιβάρυνσή τους παρέμεινε περίπου σταθερή, ενώ των ανώτερων εισοδημάτων μειώθηκε κατά 14% μεταξύ 2014 και 2018. Συνολικά, στην περίοδο 2008-2018, τα χαμηλά εισοδήματα είδαν τη συμμετοχή τους στα συνολικά έσοδα του φόρου εισοδήματος να αυξάνεται κατά 152%, τα μεσαία κατά 5,3% ενώ στα ανώτερα η συμμετοχή μειώθηκε κατά 7,4%.

Στα παραπάνω δεν περιλαμβάνεται η επίδραση από την αύξηση του ΦΠΑ, ούτε της φορολογίας ακίνητης περιουσίας, που έπληξαν ιδιαίτερα τα χαμηλά στρώματα, λιγότερο τα μεσαία και ακόμα λιγότερο τα υψηλά. Επίσης, δεν περιλαμβάνονται οι σοβαρές περικοπές στις δημόσιες δαπάνες για υγεία και ανεργία, με αρνητικές επιπτώσεις κυρίως στις ασθενέστερες ομάδες, αλλά ούτε και οι ειδικές ενισχύσεις φτωχότερων ομάδων στα έτη 2017-19, που δεν έχουν ποσοτικοποιηθεί».

Μπορούμε να καταλήξουμε στο συμπέρασμα ότι τα μεσαία στρώματα κατά τη διάρκεια της κρίσης και των μνημονίων πράγματι έχουν επιβαρυνθεί. Όμως, τα εισοδηματικά πιο αδύναμα στρώματα έχουν επιβαρυνθεί ακόμα περισσότερο. Γιατί επομένως η δημόσια συζήτηση είναι επικεντρωμένη στην (από)κατάσταση των μεσαίων στρωμάτων που αποτελούν το 30,0% της ελληνικής κοινωνίας (με το συμβατικό κριτήριο που έχει τεθεί) ενώ τα χαμηλότερα εισοδηματικά στρώματα (60% της κοινωνίας) μένουν έξω από τη συζήτηση; Επίσης κουβέντα δεν ακούγεται για τα υψηλότερα εισοδηματικά στρώματα (το 10%) που φαίνεται τελικά ότι ουσιαστικά δεν είχαν απώλειες;

Οι παραπάνω εξελίξεις αναδεικνύουν, επίσης, ένα κεντρικό μακροοικονομικό πρόβλημα. Τα εισοδήματα των μεσαίων και υψηλότερων στρωμάτων καθορίζουν σε αντίστοιχο βαθμό την εξέλιξη των αποταμιεύσεων, των επενδύσεων, τη μεγέθυνση της οικονομίας και συνεπώς και το επίπεδο απασχόλησης και της ανεργίας.

Η εξέλιξη στα χαμηλά εισοδήματα θέτει ζητήματα που αφορούν στην κατανάλωση (βασικότατος παράγοντας μεγέθυνσης του ΑΕΠ) ενώ συνακόλουθα θέτουν ζητήματα κοινωνικής πολιτικής και αλληλεγγύης προκειμένου να αποφευχθεί η είσοδος αυτών των στρωμάτων στον χώρο της φτώχειας.

Όχι μόνο δεν μπορεί να επιτευχθεί η μία ή η άλλη από τις μεγάλες αυτές ‘προτεραιότητες’, όσο οι δύο πτυχές παραμένουν αποκομμένες, αλλά μια ασύμμετρη αντιμετώπισή τους δεν θα οδηγήσει στην αναμενόμενη σταθερή μεγεθυντική διαδικασία και στην σωστή κατανομή των επιτευγμάτων της μεγέθυνσης.

Τα δεδομένα αυτά σημαίνουν ότι έχουμε πολλά μεγάλα και αλληλένδετα προβλήματα διαφορετικής υφής το καθένα και ότι τα προβλήματα αυτά δεν αφορούν μεμονωμένες, αλλά όλες τις κοινωνικές ομάδες. Κάθε μία από τις επιδράσεις που διαπιστώνουμε δημιουργεί διακριτά προβλήματα που, αν δεν αντιμετωπιστούν, επιδεινώνουν την όλη κατάσταση.

ΚΩΣΤΑΣ ΜΕΛΑΣ

 

[1] Ε. Τσακαλώτος, «Είμαστε μια κυβέρνηση με ταξική μεροληψία», iefimerida.gr (24.11.2018)
[2] «Ράδιο Κ: Ποια είναι και τι θέλει η ‘‘μεσαία τάξη’’;» Η Καθημερινή (ηλεκτρονική έκδοση, 04.06.2021)
[3] Η Καθημερινή (ηλεκτρονική έκδοση, 06.09.2021)

 

 

Λόγος υπέρ των δημοσίων αγαθών και του δημόσιου νοικοκυριού

 

του ΚΩΣΤΑ ΜΕΛΑ [1]

1.

Ένας από τους βασικούς στόχους της διαδικασίας της παγκοσμιοποίησης θεωρητικά αλλά και εν τοις πράγμασι είναι η απροκάλυπτη κατάργηση του Δημόσιου Χώρου μέσω της ιδιωτικοποίησης όλων εκείνων των αγαθών που αποτελούσαν μέχρι πρόσφατα τη Δημόσια Περιουσία. Πρόκειται για μια διαδικασία εν εξελίξει της οποίας όμως τα αποτελέσματα είναι ήδη εμφανή.

Στο σύνολο τους οι κυβερνήσεις των χωρών του πλανήτη, ανεξάρτητα των «ιδεολογικών» τους προκηρύξεων καθώς και των κοινωνικών στρωμάτων που επικαλούνται ότι εκπροσωπούν, είτε ονομάζονται χριστιανοδημοκρατικές, συντηρητικές, σοσιαλδημοκρατικές ή σοσιαλιστικές ή όπως αλλιώς, έχουν ταυτίσει το ζήτημα των διαρθρωτικών αλλαγών με τις ιδιωτικοποιήσεις.

Γιγάντιοι τομείς που δημιουργήθηκαν κατά τη διάρκεια των τελευταίων σαράντα χρόνων που πέρασαν στον έλεγχο του δημοσίου ως απάντηση στις επείγουσες ανάγκες της αξιοποίησης του κεφαλαίου τη συγκεκριμένη περίοδο, αποτέλεσαν και συνεχίζουν να αποτελούν τον χώρο επιχειρηματικότητας των πολυεθνικών επιχειρήσεων στη σημερινή περίοδο.

Η ιδιωτικοποίηση των αστικών συγκοινωνιών, σιδηροδρόμων, αερομεταφορών, υπηρεσιών υγείας, νοσοκομείων, τραπεζών, ασφαλίσεων, εκπαίδευσης, πολιτισμού, ηλεκτρισμού και αερίου, διοικητικών υπηρεσιών, πρώτων υλών, τηλεπικοινωνιών, υπηρεσιών εμπορίου κλπ., αποτελεί για τους ιθύνοντες των κυβερνήσεων του συνόλου των χωρών του πλανήτη, «μονόδρομο» για την επιβίωση των χωρών τους, σ’ ένα διεθνοποιημένο οικονομικό περιβάλλον. Με την πράξη τους αυτή όμως ανοίγουν διάπλατα τις πόρτες για την εξάπλωση των πολυεθνικών επιχειρήσεων και συγχρόνως υποσκάπτουν όλο και περισσότερο τα θεμέλια της ίδιας τους της ύπαρξης.

Οι νέες γεωγραφικές, οικονομικές και τεχνολογικές περιοχές που με φρενήρη ρυθμό παραδίνονται στις πολυεθνικές εταιρείες, επιταχύνουν τη συγκέντρωση της εξουσίας στα χέρια τους. Υπάρχουν τομείς της νέας υψηλής βιομηχανικής τεχνολογίας (λογισμικό, ηλεκτρικός εξοπλισμός, ηλεκτρονικές συσκευές, αεροναυπηγική και αεροδιαστημική) όπου οι πέντε κυριότερες πολυεθνικές εταιρείες μοιράζονται μεταξύ τους περισσότερο από το μισό της παγκόσμιας παραγωγής.

Η ανάπτυξη της παγκόσμιας αγοράς ενίσχυσε την κοινότητα των ολιγοπωλίων και μάλιστα διευκόλυνε αφάνταστα τη μεταξύ τους συνεννόηση, έτσι ώστε να θεμελιώνεται όλο και περισσότερο η κυριαρχία τους. Η παράδοση της δημόσιας περιουσίας πραγματοποιείται με τη διαμεσολάβηση των κυβερνώντων και της κρατικής παρέμβασης. Η νομοθετική και η εκτελεστική εξουσία ασκούνται υπέρ των ιδιωτικοποιήσεων.

Τι να σημαίνουν άραγε όλα τα παραπάνω για τη Δημοκρατία δεδομένου των κοινών συνόρων με το Δημόσιο Χώρο και με τα Δημόσια Αγαθά; Με αφορμή, τις θεωρητικές συζητήσεις αλλά και όσα ακόμη διαδραματίζονται τα τελευταία τριάντα χρόνια στον πλανήτη θα επιδιώξουμε να θίξουμε ορισμένα ζητήματα που αφορούν στην παρατηρούμενη έντονη ιδιωτικοποίηση των δημοσίων αγαθών. Το κύριο βάρος της προσπάθειας θα ριχτεί στα πολιτικά προβλήματα που προκύπτουν από την ιδιωτικοποίηση των δημοσίων αγαθών και συγκεκριμένα στις επιπτώσεις στο δημοκρατικό πλαίσιο και στο δικαϊκό πολιτισμό που έχει εγκατασταθεί μετά το Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο κυρίως στις χώρες τις Δυτικής Ευρώπης. Παράλληλα με τις πολιτικές επεξηγήσεις που θα δοθούν ελπίζουμε να αναδυθούν και οι οικονομικοί μηχανισμοί του καπιταλιστικού συστήματος και οι τρόποι που συμμετέχουν στην αναπαραγωγή του μέσω της επέκτασης – συρρίκνωσης των Δημόσιων Αγαθών και του Δημόσιου Χώρου. Επίσης πιστεύουμε ότι θα υπάρξει πλήρης αποσαφήνιση σχετικά με τις έννοιες Δημόσιο και Ιδιωτικό. (περισσότερα…)