Περί της αλαζονείας των σύγχρονων οικονομολόγων

 

του ΚΩΣΤΑ ΜΕΛΑ

Α, πολλά ανθίζουν, πολλά λιώνουν στη γλώσσα:
Που πας; Ποιος νομίζεις ότι είσαι;
JOHN ASHBERY

1.

Η καθολική εποπτεία της ιστορίας μάς επιβάλλει τη διαπίστωση ότι, απ’ όλες τις μορφές του κοινωνικοϊστορικού βίου, το κυριότερο χαρακτηριστικό του καπιταλισμού είναι προφανώς το γεγονός ότι η οικονομία – η παραγωγή και η κατανάλωση, αλλά επίσης τα οικονομικά «κριτήρια» τοποθετούνται σε θέση κεντρική και ανάγονται σε ύψιστη αξία της κοινωνικής ζωής. Απόρροια τούτου είναι η ιδιαίτερη συγκρότηση του κοινωνικού «προϊόντος» στον καπιταλισμό. Συνοπτικά, όλες οι ανθρώπινες δραστηριότητες και όλες τους οι συνέπειες καταλήγουν να θεωρούνται κατά το μάλλον ή ήττον ως ουσιωδώς χαρακτηριζόμενες και αξιολογούμενες από την οικονομική τους διάσταση. Η αξιολόγηση φυσικά γίνεται με όρους χρηματικούς[1].

Είναι γνωστό ότι το κυρίαρχο πεδίο σε κάθε κοινωνία αναπτύσσει τη δική του μορφή λόγου, που επιδιώκει την ιδεολογική ηγεμονία και κατά κανόνα την αποκτά. Συνεπώς το «ορθολογικό» οργανωμένο οικονομικό υποσύστημα αναδεικνύεται σε γενικότερο «δείκτη εξορθολογισμού» της ευρύτερης κοινωνίας. Η παραγωγή είναι η μόνη κοινωνική λειτουργία που μπορεί να αποτιμηθεί με βάση το μοναδικό και συγκεκριμενοποιήσιμο κριτήριο της μεγιστοποιητικής ορθολογικότητας. Στο μέτρο που η παραγωγική αποτελεσματικότητα μπορεί να «μετρηθεί» και να «στοιχειοθετηθεί», η μεγιστοποίηση αναδεικνύεται ως αυτόδηλη «απόδειξη» της ορθολογικότητας του συστήματος. Με αυτό τον τρόπο η οικονομική σφαίρα νομιμοποιείται και νομιμοποιεί, αφού η οικονομία είναι το μόνο «ορθολογικά» αποτιμήσιμο και ελέγξιμο κοινωνικό υποσύστημα.

Αντίθετα από ό,τι συμβαίνει με όλα τα άλλα συγκροτημένα και νοηματισμένα κοινωνικά υποσυστήματα (πολιτική, πολιτισμός….) για την αξιολόγηση της λειτουργίας και «επίδοσης» των οποίων υπεισέρχονται πολλαπλά και περίπλοκα αξιακά, δεοντολογικά αλλά και φιλοσοφικά στοιχεία, η αγοραία οικονομική οργάνωση μπορεί να καταξιώνεται με βάση το μοναδικό και ευθύγραμμο κριτήριο της παραγωγικής της αποτελεσματικότητας. Γεγονός που νομιμοποιεί την προβαλλόμενη αυτονομία του Οικονομικού, το οποίο εμφανίζεται ως η μόνη απόλυτα εκλογικεύσιμη σφαίρα κοινωνικών δραστηριοτήτων. Εάν λοιπόν, η αποτελεσματικότερη μεγιστοποιούσα παραγωγή είναι η αγοραία καπιταλιστική παραγωγή, και εάν, ταυτόχρονα, η οικονομία είναι το μόνο υποσύστημα που μπορεί να αποτιμηθεί ως προς την «αντικειμενική» αποτελεσματικότητά του, δεν είναι δύσκολο να εκβιασθεί η απόφανση ότι η αγοραία καπιταλιστική κοινωνία ως η κατά τεκμήριο γενικά ορθολογικότερη και αποτελεσματικότερη μορφή κοινωνικής οργάνωσης: η εκλογίκευση της οικονομίας αρκεί για να τεκμηριώσει την εκλογίκευση της κοινωνίας[2].

 

2.

Η οικονομική ως «συστηματική» disciplina επιχειρεί να λαμβάνει υπόψη της τις κοινωνικές διεργασίες και αλλαγές που πραγματοποιούνται κατά τη διάρκεια των τελευταίων δύο αιώνων στο corpus του καπιταλιστικού συστήματος. Η κοινωνική πραγματικότητα, οι μεταβολές της παραγωγικής διαδικασίας και ο τρόπος που χαρακτηρίζει τη συμπεριφορά των κοινωνικών υποκειμένων αντανακλώνται και συμπεριλαμβάνονται στις εξελίξεις που χαρακτηρίζουν την οικονομική[3].

Παρότι η βασική προκείμενη που διέπει την Οικονομική και γενικά την καθορίζει είναι ο προσανατολιζόμενος βάσει συμφερόντων και υπολογίζων homo oeconomicus, εντούτοις μπορούμε να παρατηρήσουμε ότι ο τρόπος με τον οποίο το οικονομικό πρότυπο λειτουργεί εντός της κοινωνίας είναι έντονα διαφοροποιημένος στις δύο βασικές ιστορικές περιόδους που χαρακτηρίζονται η πρώτη ως αστική- φιλελεύθερη σε σχέση με τη σημερινή μαζικοδημοκρατική εποχή[4].

Στην πρώτη περίοδο ο homo oeconomicus λειτουργούσε πλάι σε ετερογενή ή και αντίθετα ηθικά και ανθρωπολογικά κίνητρα. Υπήρχε η έννοια της «δίκαιης τιμής». Το συν-βάδισμα νόμου και της ηθικότητας. Τα κοινωνικά γεγονότα εξηγούνταν σύμφωνα με τις αντιλήψεις που προέρχονταν από το επικρατούν ηθικο-κανονιστικό ιστορικό πλαίσιο και όχι στη βάση της «οικονομικής μεγιστοποιητικής συμπεριφοράς».

Ο καθαρός και καθολικός στις αξιώσεις του οικονομισμός, εμφανίσθηκε μόνο μετά την κατάπτωση του αστικού τρόπου σκέψης μέσα στη μαζική δημοκρατία της «κοινωνίας της οικονομίας». Διαμορφώθηκε στη βάση της άρνησης για την κοινωνική αντοχή του ηθικού-κανονιστικού παράγοντα. Ωστόσο οι κανόνες και οι αξίες δεν απαλείφονται απλώς πάντοτε ή πλήρως από το οικονομιστικό πλαίσιο, αλλά μάλλον υποτάσσονται στη λογική του οικονομικού. Η οικονομιστική κοινωνική θεωρία διεύρυνε την αντίληψη και την εμβέλεια του οικονομικού τόσο πολύ που μια αντιπαράθεση του προς την σφαίρα του ηθικού-κανονιστικού έγινε περιττή. Επιχειρείται να εγκατασταθεί η κοινωνική ανωτερότητα του οικονομικού σε σύγκριση με το πολιτικό στοιχείο. Παράλληλα η οικονομική ανάγεται σε καθολική επιστήμη για την εξήγηση όλων των ανθρωπίνων πραγμάτων[5]. Πρόκειται για απύθμενου βάθους ανοησίες!!

 

3.

Αν δεχθούμε,για αναλυτικούς λόγους, την ισχύ αυτής της αντίληψης είμαστε αναγκασμένοι να δεχθούμε παράλληλα την ύπαρξη ενός οικονομικού υποβάθρου κάθε διαδικασίας πολιτικής και μάλιστα κατά τρόπο απολύτως μονοσήμαντο: από την οικονομία προς την πολιτική. Ακόμη περισσότερο θα πρέπει να δεχθούμε ότι: Κάθε ανθρώπινη ενέργεια καθορίζεται από μια εμφανή ή λιγότερο εμφανή οικονομική διαδικασία. Το οικονομικό προτάσσεται ως η μόνη καθοριστική «στιγμή» του ανθρώπινου βίου. Το πολιτικό, το κοινωνικό,το ψυχολογικό, το θρησκευτικό και ό,τι άλλο καθορίζονται in ultima istanza από το οικονομικό.

Η αποδοχή του παραπάνω ισχυρισμού σημαίνει πριν από οτιδήποτε άλλο την παραδοχή του αιτήματος μιας αναλλοίωτης ανθρώπινης φύσης της οποίας το μοναδικό ζητούμενο είναι η κάλυψη μιας οικονομικής ψυχολογίας που υπήρχε ανέκαθεν. Ως εκ τούτου θα πρέπει να υιοθετηθεί μια «οικονομική ενόρμηση» σαν βασική ανθρώπινη ψυχονοητική λειτουργία η οποία θα έπαιρνε τη θέση «των ενορμήσεων ζωής»[6].

«Η προσπάθεια του Freud να ορίσει την αρχή της ηδονής ως οικονομική αρχή, με την έννοια της ενδιάθετης τάσης προς αποφυγή του δυσάρεστου και επιδίωξη του ευχάριστου, δεν τελεσφορεί και στην ουσία κινείται στην τροχιά ενός βιολογικού ωφελιμισμού, ο οποίος γίνεται επαρκέστερα κατανοητός αν ιδωθεί υπό το πρίσμα της ενόρμησης αυτοσυντήρησης: το δυσάρεστο είναι απειλή, άρα εχθρός. Αν η ηδονή ήταν η ικανοποίηση αναγκών ή γενικών επιθυμιών ώστε να πάψουν να ανασκαλεύουν και να παρενοχλούν ή να παρεμποδίζουν την ύπαρξη, τότε δεν θα είχε τίποτα το ιδιαίτερο να τη διαφορίζει από την αυτοσυντήρηση, όπως εκδηλώνεται στην εκτατική μορφή της αξίωσης ισχύος»[7].

Αλλά, ακόμα και αν θεωρηθεί η «οικονομική ενόρμηση» ότι συνυφαίνεται ουσιωδώς με την «αρχή της ηδονής»[8] αυτό δεν σημαίνει ότι είναι η πρώτη, η μοναδική και η καθοριστική έννοια και ακόμα περισσότερο ότι το περιεχόμενό της είναι παντού και πάντοτε η μεγιστοποίηση της «οικονομικής ικανοποίησης» στραμμένη προς την απόκτηση και την κατανάλωση με τη δυτική καπιταλιστική έννοια. Η αρχή της ηδονής, ιδιαιτέρως στη συλλογική κοινωνική σφαίρα είναι πάντοτε υποτελής της αρχής της πραγματικότητας ως εκτατικής διεύρυνσης αποβλέψεων κατίσχυσης. Ως εκ τούτου η αρχή της ηδονής και οι διάφορες εκφάνσεις της (πνευματική, σωματική κτλ) εξειδικεύονται εντός του πολιτιστικού προτύπου και των σημασιών κάθε κοινωνίας.

Η ανάδειξη του οικονομικού ως κινητήρια δύναμη της ιστορίας προϋποθέτει την ύπαρξη ενός αμετάβλητου τύπου θεμελιώδους κινήτρου όλων των ανθρωπίνων κοινωνιών: του οικονομικού κινήτρου. Αυτό απλά σημαίνει ότι πρέπει να γίνει αποδεκτό ότι όλες οι ανθρώπινες κοινωνίες ανέκαθεν σκόπευαν, συνειδητά ή ασυνείδητα, πάνω από όλα, την αύξηση της παραγωγής και της κατανάλωσης τους. Ότι η αληθινή φύση του ανθρώπου είναι να είναι ένα οικονομικό-παραγωγικό ζώο.

Πράγμα τελείως αυθαίρετο και απολύτως ψευδές αν ανατρέξει κανείς στη μελέτη της ιστορίας της ανθρωπότητας. Τα κίνητρα, κάθε είδους, που καθοδηγούν τους ανθρώπους αποτελούν κοινωνικές αξίες, κοινωνικές δημιουργίες και όχι φυσικές καταστάσεις. Είναι αυτές οι αξίες, ο πολιτισμός κάθε κοινωνίας που διαμορφώνει ουσιαστικά την «ανθρώπινη φύση». Ο άνθρωπος δεν γεννιέται έχοντας μέσα του το οριστικό νόημα της ζωής του. Αυτό διαμορφώνεται από τον πολιτισμό στον οποίο υπόκειται η κοινωνία που ζει. Επομένως η κατάσταση που περιγράφει την ανθρώπινη φύση ως συνεχώς ρέπουσα προς την μεγιστοποίηση της συσσώρευσης ή της κατανάλωσης περιγράφει απλά την κατάσταση που επικρατεί στην καπιταλιστική κοινωνία.

Στο σημείο αυτό πρέπει να υπογραμμισθούν ακόμη ορισμένα ζητήματα πολύ σημαντικά. Το πρώτο εξ αυτών αφορά στο συνηθισμένο λάθος να αναμειγνύεται στην εξέταση της ιστορίας τη βιολογική ανάγκη ή το ένστικτο της συντηρήσεως. «Η βιολογική ανάγκη ή το ένστικτο συντηρήσεως είναι η καθολική και αφηρημένη προϋπόθεση κάθε ανθρώπινης κοινωνίας και κάθε ζωντανού είδους γενικά, και δεν μπορεί να μας μάθει τίποτα για καμιά απ’ αυτές ειδικότερα»[9].

Η επίκληση επομένως ενός ενστίκτου[10] ως ερμηνευτικού παράγοντα της ιστορίας είναι τουλάχιστον άστοχη. Το να χρειάζεται τροφή ο άνθρωπος δεν σημαίνει ότι με την ενέργεια του αυτή θεμελιώνει την ανάγκη συνεχούς μεγιστοποίησης της παραγωγής και της κατανάλωσής του αλλά και ούτε τον τρόπο κατανομής και ιδιοποίησης του πλεονάσματος σύμφωνα με τις επιταγές του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής. Παράλληλα πρέπει να γίνει δεκτό ότι σ’ όλες τις κοινωνίες υπάρχει η ίδια άρθρωση των ανθρωπίνων δραστηριοτήτων και ότι αυτές οι δραστηριότητες πρέπει να είναι κατ’ ανάγκη χωριστές ή δυνάμενες να χωρισθούν, διαφορετικά αυτή η θέση δεν έχει νόημα.

Η πρώτη απόπειρα αντιμετώπισης του ζητήματος αυτού ως πρόβλημα απόλυτου διαχωρισμού γίνεται στο πλαίσιο της φιλελεύθερης σκέψης και ειδικά στην οικονομική της έκφανση[11]. Η απόπειρα αυτού του διαχωρισμού εδράζεται συγκεκριμένα στην υιοθέτηση της αστικοφιλελεύθερης αντίληψης για την ύπαρξη ενός είδους ανθρώπου απολιτικού, του homo oeconomicus, ο οποίος ασκεί τη δραστηριότητά του πέραν του πεδίου της πολιτικής και της ισχύος. Βασίζεται στην ασυνάρτητη πλασματική κατασκευή του ατόμου – ουσίας, τα ουσιώδη χαρακτηριστικά του οποίου είναι προσδιορισμένα με σαφήνεια έξω ή πριν από κάθε κοινωνία.

Η αδυναμία της συγκεκριμένης αντίληψης να αποτελέσει κριτήριο διαχωρισμού είναι πλέον τόσο πασιφανής που αγγίζει σχεδόν το αυτονόητο. Πρόκειται για μια εννοιολογική πλασματική κατασκευή, για μια αφαίρεση με την έννοια του απλού ens rationis, για μια αναφορά σε κάτι που δεν υφίσταται στην πραγματικότητα [12]. Η απόρριψη της βασίζεται τόσο σε θεωρητικές επεξεργασίες όσο και σε ιστορικά στοιχεία. Εξάλλου όπως σημειώνει ο Καστοριάδης

τα σημεία σύνδεσης αυτών των σχέσεων είναι ρευστά, η κίνηση της ιστορίας επανασυγκροτεί κα επανεκτυλίσσει κάθε φορά διαφορετικά τις κοινωνικές δομές (και όχι αναγκαστικά με την έννοια μιας πάντοτε ανοδικής διαφοροποίησης: από αυτή τουλάχιστον την άποψη, ο φεουδαρχικός χώρος αντιπροσωπεύει μια ανάστρεψη, μια επανασυμπύκνωση στιγμών που στον ελληνορωμαϊκό κόσμο ήταν σαφώς χωρισμένες). Με δύο λέξεις, όπως ούτε στη φύση ή στη ζωή υπάρχουν χωριστές και πάγιες ουσίες που επιδρούν από τα έξω η μια στην άλλη, κατά μείζονα λόγο τέτοιες ουσίες δεν υπάρχουν στην ιστορία[13]

 

4.

Προσπερνώντας τα τεράστια θεωρητικά (επιστημολογικά και μεθοδολογικά) προβλήματα που ανακύπτουν στη θεμελίωση της disciplina οικονομίας, ας σταθούμε σε ένα επίσης σημαντικό πρόβλημα που είναι απόρροια των παραπάνω.

Υπάρχει μια προφανής ασυμφωνία ανάμεσα στις αρχές πάνω στις οποίες βασίζεται η οικονομική έρευνα και στην εφαρμογή τους στην πράξη. Από τη μια πλευρά τονίζεται εμφαντικά ότι η οικονομική επιστήμη παρατηρεί μόνο την κοινωνική ζωή και αναλύει τι αναμένεται να συμβεί κάτω από διάφορες συνθήκες και ότι ποτέ δεν αναλαμβάνει να συναγάγει το πώς όφειλαν να είναι τα πράγματα. Από την άλλη, όμως, ουσιαστικά κάθε οικονομολόγος προβαίνει στη συναγωγή τέτοιων συμπερασμάτων. Κι ακόμη, οι διάφορες οικονομικές θεωρίες είναι κατά κανόνα διαρθρωμένες κατά τρόπο που ακριβώς εξυπηρετεί το σκοπό της συναγωγής τέτοιου είδους συμπερασμάτων. Το αποτέλεσμα είναι να διατυπώνονται πολιτικές συνταγές με υποτιθέμενο επιστημονικό και αντικειμενικό χαρακτήρα. Θα νόμιζε κανείς ότι οι όροι «παρατήρηση» και «δεδομένο» δεν έχουν την ίδια σημασία στα οικονομικά με τη σημασία που τους δίνεται αλλού στην επιστημονική ορολογία. Οι οικονομολόγοι δίνουν την εντύπωση ότι μπορούν να αναφέρονται σε μια σφαίρα αξιών που είναι και αντικειμενικές και υποκειμενικές στην παρατήρηση[14]. Κανοναρχούν απόψεις τις οποίες θεωρούν κοινωνικά επιβεβλημένες. Επιδιώκουν να υπολογίσουν, βασιζόμενοι άμεσα πάνω στα «επιστημονικά» τους ευρήματα, την πορεία των δραστηριοτήτων που είναι «επιθυμητή», ή «σωστή» από οικονομική άποψη, με τον ίδιο ακριβώς τρόπο που αντιτάσσονται προς ορισμένα διαφορετικά μέτρα πολιτικής, βασιζόμενοι στην άποψη ότι η πραγματοποίησή τους θα είχε ως συνέπεια τη μείωση της «γενικής ευημερίας» των πολιτών, ή ότι η λήψη των μέτρων αυτών θα σημάνει την αγνόηση των οικονομικών κανόνων. Είναι ρητή η άποψη ότι η οικονομική ανάλυση είναι ικανή να οδηγεί στη διατύπωση κανόνων με την έννοια «προτύπων». Ο ελεύθερος ανταγωνισμός ο οποίος αποτελεί μια καθαρή απαγωγική κατασκευή, δεν αποσκοπεί απλά να δώσει κάποια επιστημονική εξήγηση της πορείας των οικονομικών σχέσεων κάτω από ορισμένες και συγκεκριμένες προϋποθέσεις. Αποτελεί ταυτόχρονα την απόδειξη ότι κάτω από αυτές τις υποθετικές συνθήκες θα επιτυγχανόταν η μεγιστοποίηση του «συνολικού εισοδήματος» ή η μεγιστοποίηση της «ικανοποίησης των αναγκών» της κοινωνίας. Ο «ελεύθερος ανταγωνισμός», με αυτό τον τρόπο, γίνεται κάτι περισσότερο από ένα σύνολο αφηρημένων υποθέσεων, που χρησιμοποιείται σαν εργαλείο της ανάλυσης των αιτιακών σχέσεων που συνδέουν τα γεγονότα. Παίρνει τη θέση του Πολιτικού Desideratum. Οι οικονομολόγοι είναι η μοναδική ομάδα επιστημόνων που μπορούν όχι να παράγουν μέσω της επιστήμης τους, το δέον από το είναι, αλλά να ισχυριστούν ότι τα δύο αυτά ταυτίζονται με τον τρόπο που αυτοί μεθοδολογικά χειρίζονται την επιστήμη τους.

Τουλάχιστον αυθάδης μπορεί να χαρακτηρισθεί λίαν επιεικώς η συγκεκριμένη άποψη. Στη βάση αυτής της αντίληψης οι αρχιτέκτονες των παγκόσμιων οικονομικών θεσμών δημιούργησαν ένα άκαμπτο και χωρίς δυνατότητα επιλογών πλαίσιο λειτουργίας της οικονομίας. Υιοθέτησαν εξ ολοκλήρου τις αποφάνσεις του νεοκλασικού υποδείγματος και της Νέας Κλασικής Μακροοικονομίας (ΝΚΜ) επιλέγοντας τη θέσπιση απλών κανόνων ως μέσων άσκησης της οικονομικής πολιτικής αποκλείοντας έτσι οποιαδήποτε μορφή διακριτικής πολιτικής.

Οι κανόνες είναι ένα σύνολο απλών και προκαθορισμένων κατευθυντηρίων γραμμών οικονομικής πολιτικής, που ανακοινώνονται δημοσίως. Αναφέρονται σε μεγέθη ελεγχόμενα πλήρως από τους ασκούντες την οικονομική πολιτική. Συνήθως οι κανόνες είναι σταθεροί και ως εκ τούτου χαρακτηρίζονται ως παθητική πολιτική.

Παράλληλα με την ύπαρξη κανόνων, η ΝΚΜ επιλέγει να ενσωματώσει στο κοινωνικό-πολιτικό-οικονομικό σύστημα, με κατάλληλες συνταγματικές και νομοθετικές μεταρρυθμίσεις εκείνους τους θεσμούς μέσω των οποίων επιτυγχάνονται οι βασικοί σκοποί της οικονομικής πολιτικής. Με άλλα λόγια, με τους νέους θεσμούς επιδιώκεται η πραγματοποίηση διαρθρωτικών μεταβολών στην οικονομία ώστε να μπορεί να ασκηθεί αποτελεσματικά η συγκεκριμένη οικονομική πολιτική[15].

Η οικονομική πολιτική ασκείται μέσω απλών σταθερών κανόνων που αφορούν στα επιλεγμένα βασικά μακροοικονομικά μεγέθη τα οποία συνάδουν με τη λογική του υποδείγματος: πληθωρισμό, δημόσια ελλείμματα, δημόσιο χρέος. Αναγνωρίζονται εύκολα ότι πρόκειται για στόχους που ανήκουν στο χώρο ευθύνης της νομισματικής και δημοσιονομικής πολιτικής. Παράλληλα υπάρχει ο πυλώνας ενσωμάτωσης εκείνων των θεσμών που εξυπηρετούν το δόγμα της ελεύθερης αγοράς που ακούει στο όνομα πολιτική ανταγωνισμού.

Δίνω ένα απτό παράδειγμα: η ΕΕ αποτελεί το φορέα άσκησης της πολιτικής ανταγωνισμού συγκεντρώνοντας στα χέρια της εξουσίες νομοθετικές, εκτελεστικές και δικαστικές. Βασικός άξονας της πολιτικής ανταγωνισμού είναι η κατάργηση οποιασδήποτε δυνατότητας κρατικής παρέμβασης και ως εκ τούτου αυτό μπορεί να επιτευχθεί με την ιδιωτικοποίηση των πάντων. Όχι μόνο των επιχειρηματικών δράσεων αλλά και εκείνων που ανήκουν στην κοινωνική και δημόσια σφαίρα μέσα από τη διαδικασία κατάργησης των ρυθμιστικών παρεμβάσεων[16].

Είναι επομένως προφανές ότι η λογική που διέπει τους οικονομικούς θεσμούς δημιουργεί κατά τρόπο «αντικειμενικό» δυναμική εξέλιξη προς μια οικονομία όλο και πιο νεοφιλελεύθερη δεδομένου ότι αυτό παράγεται εγγενώς από τον τρόπο θέσπισής τους. Τη μόνη εξουσία που έχουν είναι να αυξάνουν την ένταση του ανταγωνισμού στην ενιαία αγορά και όχι να τη μειώνουν.

Η λογική των οικονομικών θεσμών επομένως δείχνει προς μια μόνον κατεύθυνση αντιγράφοντας στην κυριολεξία τις αποφάνσεις ενός συγκεκριμένου … οικονομικού δόγματος. Η παντελής άρνηση της δυνατότητας επιλογής που απορρέει από μια στοιχειωδώς δημοκρατική πολιτεία είναι προφανής αλλά το κυριότερο είναι και επικίνδυνη. Η άσκηση της οικονομικής πολιτικής μέσω κανόνων που έχουν ενσωματωθεί στο σκληρό πυρήνα της «συνταγματικής» ευρωπαϊκής τάξης παραπέμπει το λιγότερο σε μια… καλοπροαίρετη δεσποτεία.

ΚΩΣΤΑΣ ΜΕΛΑΣ

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
[1] Κ. Καστοριάδης, Η Ορθολογικότητα του Καπιταλισμού, Ύψιλον /βιβλία 1998.
[2] Κ. Τσουκαλάς, Είδωλα Πολιτισμού, Θεμέλιο 1991. Βεβαίως διαφωνώ ρητά με την άποψη του Τσουκαλά ότι η πολιτική αποτελεί ένα απλό υποσύστημα όπως τα άλλα.
[3] Κ. Μελάς, Συζητώντας για τη Μακροοικονομική, ανέκδοτη εργασία (2004).
Κ. Μελάς, «Εισαγωγή» στο D. Landes, Ο Πλούτος και η Φτώχεια των Εθνών, Α. Α. Λιβάνη, 2005.
[4] Π. Κονδύλης, Το Πολιτικό και ο Άνθρωπος, Θεμέλιο 2007.
[5] St. Levitt- St. Dubner, Σημεία και Τέρατα της Οικονομίας, Α. Α. Λιβάνης, 2006.
[6] J. Laplanche – J.B Pontalis, Λεξιλόγιο της Ψυχανάλυσης, Κέδρος 1986.
[7]Α. Μεταξόπουλος, Αυτοσυντήρηση, Πόλεμος, Πολιτική, Α. Α. Λιβάνης, 2005.
[8] J. Laplanche – J.B Pontalis, Λεξιλόγιο της Ψυχανάλυσης, Κέδρος, 1986.
[9] Κ. Καστοριάδης, Η Φαντασιακή Θέσμιση της Κοινωνίας, Ράππα, 1988, σ. 42
[10] Πρέπει να δεχθούμε τη διαφοροποίηση μεταξύ ενστίκτου και ενορμήσεως, σύμφωνα με τους ορισμούς που παρατίθενται στο: J. Laplanche – J.B Pontalis, Λεξιλόγιο της Ψυχανάλυσης, Κέδρος 1986.
[11] Για όλα αυτά δες: Κ. Μελάς, Η Ατελέσφορη Επιστήμη, Ευρασία, 2013.
[12] Σε πλήρη αντίθεση με την επιστημονική αφαίρεση μιας υπάρχουσας πραγματικότητας με σκοπό την προσέγγιση και μελέτη της.
[13] Κ. Καστοριάδης ό.π., σ. 41.
[14] G. Myrdal, Το Πολιτικό Στοιχείο στην Οικονομική Θεωρία, Παπαζήση 1985.
[15] Ακολουθώντας κατά γράμμα τις υποδείξεις του παραπάνω οικονομικού υποδείγματος οι ηγέτες των Εθνικών χωρών της Ευρώπης προχώρησαν στη δημιουργία του θεσμικού πλαισίου λειτουργίας της οικονομίας της ΕΕ (Μάαστριχτ Δεκέμβρης 1991).
[16] Κ. Μελάς, «Εισαγωγή» στο Elmar Alvater, Παγκοσμιοποίηση. Ιδιωτικοποιήσεις και Δημόσια Αγαθά, The Monthly Review Imprint, 2006.