Κωστής Παλαμάς

Επισκόπηση των βαλαωριτικών σπουδών, 1847-2024

*

της ΕΥΣΤΑΘΙΑΣ ΠΟΛΙΤΗ

Η σύντομη αυτή μελέτη παρακολουθεί σε αδρές γραμμές την εκδοτική τύχη του Αριστοτέλη Βαλαωρίτη μέσα από τους κυριότερους σταθμούς που αφορούν κυρίως συνολικές εκδόσεις του έργου του και ιδιαίτερα σημαντικές μελέτες από το 1847 που εκδίδει την πρώτη του ποιητική συλλογή Στιχουργήματα μέχρι σήμερα, σε μια προσπάθεια επισκόπησης των βαλαωριτικών σπουδών, αποτίμησης των κατορθωμένων και εξέτασης των προοπτικών τους.1

Αφορά στην ουσία την παρουσίαση των πρώτων συμπερασμάτων της διατριβής μου με τίτλο Αριστοτέλης Βαλαωρίτης (1824-1879): εργογραφική και βιβλιογραφική καταγραφή, σημασιολογική αποτύπωση και σχεδιασμός ψηφιακής συλλογής».2 Η μοναδική έκδοση της εργογραφίας-βιβλιογραφίας του ποιητή  που διαθέτουμε μέχρι σήμερα είναι το αφιερωματικό βιβλιογραφικό τομίδιο του Οργανισμού Εκδόσεων Διδακτικών Βιβλίων που κυκλοφόρησε και μοιράστηκε μαζικά στα σχολεία το 1979 μαζί με αντίστοιχο τομίδιο-ανθολογία του έργου του,  στο πλαίσιο του εορτασμού των 100 χρόνων από τον θάνατο του ποιητή.3 Συνεπώς η συστηματική βιβλιογράφηση των δημοσιευμάτων του, η πλήρης ευρετηρίαση, ο σχολιασμός και η αξιολόγηση της εκδοτικής τύχης του έργου του και των μελετών γι’ αυτό, αποτελεί ένα από τα βασικά φιλολογικά αιτούμενα με στόχο να αναδειχθούν πολύτιμα στοιχεία –ποσοτικά και ποιοτικά– για την εξέλιξη και τους σταθμούς των βαλαωριτικών σπουδών. Παρομοίως στα φιλολογικά αιτούμενα συγκαταλέγονται η φιλολογική έκδοση των Απάντων του με την αλληλογραφία του με τα μέλη της οικογένειάς του και με τους λόγιους της εποχής του, καθώς και μια επιλογή με τις μελέτες γύρω από το λογοτεχνικό έργο και την πολιτική του δράση. Η έκδοση των Απάντων του είναι προϋπόθεση για την συγγραφή της πνευματικής του βιογραφίας, αλλά και την πρόσληψή του από τις σύγχρονες και τις μεταγενέστερες γενιές. Οι λόγοι των παραπάνω εκδοτικών απουσιών είναι πολλαπλοί και συνδέονται με τις «τύχες» και τις καμπύλες που γνώρισε η πρόσληψη και η αναγνωσιμότητα του έργου του από τις ελληνικές γενιές και κάποτε τις ξένες. Μπορούμε όμως με σχετική ασφάλεια να εντοπίσουμε τον σημαντικότερο λόγο: τη βαριά σκιά του Σολωμού και στη συνέχεια του Κάλβου που υπήρξαν οι πρωταγωνιστές της επτανησιακής λογοτεχνίας.

Ωστόσο η νεοελληνική κριτική στο πρόσωπο και το έργο του Αριστοτέλη Βαλαωρίτη, αναγνώρισε τον διάδοχο του Σολωμού και τον ενέταξε στην ποιητική τριανδρία των κορυφαίων του αιώνα του, μαζί με τους δύο Επτανήσιους ομοτέχνους του, τον Σολωμό και τον Κάλβο. Το πλαίσιο που διαμόρφωσε την προσωπικότητα και τον ποιητικό του λόγο και μέσα στο οποίο πρέπει να επιχειρούμε την αξιολόγησή του είναι τα εθνικά, πολιτικοκοινωνικά και πνευματικά γεγονότα των πρώτων πενήντα χρόνων του ελεύθερου κράτους (1830-1880) που ορίζονται από την Επανάσταση, τη δημιουργία του ανεξάρτητου κράτους, τις πολιτικές και πολιτειακές αλλαγές, την πολιτική διάσπαση των Ελλήνων, την αμφισβήτηση της καταγωγής τους, την αφύπνιση της εθνικής συνείδησης, τη Μεγάλη Ιδέα, τη θεμελίωση της εθνικής ιδεολογίας και της ιστορικής συνέχειας του Ελληνισμού στο τρίσημο σχήμα Αρχαιότητα-Βυζάντιο-Νέος Ελληνισμός, όπως το αποτύπωσαν ο Σπυρίδων Ζαμπέλιος και ο Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος. Στην ζοφερή εκείνη πραγματικότητα της πεντηκονταετίας  που ακολούθησε την Επανάσταση η ποίηση απέκτησε έναν ρόλο εκτονωτικό και παραμυθητικό. Μέσα από την ποιητική δημιουργία η ελληνική κοινωνία ήλπιζε σ’ ένα απότομο ποιοτικό άλμα που θα τις χάριζε το καινούργιο, επιθυμητό πρόσωπο. Η Μεγάλη Ιδέα ήταν η πρώτη ουτοπία που ενστερνίστηκαν οι Έλληνες για να ανακάμψουν ηθικά. Η ποίηση ήταν το δεύτερο αποκούμπι τους. Ιδίως η ρομαντική ποίηση, με τη ρητορεία, την παραφουσκωμένη έκφραση, την υπερβολή που την χαρακτηρίζει, τους πρόσφερε μια διέξοδο από την πεζή και αντίξοη πραγματικότητα.4  Όταν αναφερόμαστε στην ποίηση του Βαλαωρίτη, μέσα σε αυτό το κλίμα θα πρέπει να διερευνούμε τους στόχους της και να επιχειρούμε την αξιολόγησή  της. (περισσότερα…)

«Χαμένος ολότελα μες στο πλήθος»: Τα δυο ταξίδια του Κωστή Παλαμά στη Θεσσαλονίκη

Aπό την πρώτη επίσκεψη του Κωστή Παλαμά στη Θεσσαλονίκη τον Δεκέμβριο του 1927. Εικονίζονται όρθιοι από αριστερά: Γιώργος Θ. Βαφόπουλος, Δ. Δάλλας, Δέξιππος Αντωνιάδης, Αναστάσιος Μισιρλόγλου, Αντώνιος Χαμουδόπουλος, Λέανδρος Παλαμάς. Καθήμενοι: Αιμίλιος Ριάδης, Αγλαΐα Σχοινά, Κωστής Παλαμάς, Άννα Χαμουδοπούλου, Νίκος Βέης, Κ. Ρέσσος.

~.~

της ΕΙΡΗΝΗΣ ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΙΔΟΥ

Στις αρχές του 20ού αιώνα, ανάμεσα στα πάμπολλα ιατρεία της οδού Αγίας Σοφίας βρισκόταν και το δικηγορικό γραφείο του Νικόλαου Δαρβέρη. Ο Δαρβέρης καταγόταν από τα Βέρβαινα της ορεινής Αρκαδίας και η οικογένειά του ήρθε στη Θεσσαλονίκη μετά την απελευθέρωσή της και αγόρασε ακίνητα στο κέντρο της πόλης. Βουλευτής ο ίδιος, εκδότης της εφημερίδας Ταχυδρόμος Βορείου Ελλάδος και άνθρωπος με δραστήρια κοινωνική ζωή, ο Δαρβέρης θέλησε να προσφέρει στη Θεσσαλονίκη έναν χώρο πολιτισμού, οπότε και έφτιαξε στον αριθμό 17 της οδού ένα εμβληματικό σινεμά –τα λαμπρά εγκαίνια έγιναν στις 26 Σεπτεμβρίου 1926–, με τ’ όνομα «Διονύσια». (Όνομα που δόθηκε κατόπιν δημόσιας πρόσκλησης στους αναγνώστες της εφημερίδας και για το οποίο δόθηκαν ως βραβείο 1.000 δραχμές.) Ο κινηματογράφος που κατεδαφίστηκε το 1973, παρίστανε αιγυπτιακό ναό, με παραστάσεις ανάγλυφες των Φαραώ και ιερογλυφικά, με κίονες και αετώματα. Τα φεϊγβολάν που κυκλοφόρησαν για το κοινό τη μέρα της έναρξης έγραφαν

«Τα Διονύσια κρίνονται ως το τελειότερον οικοδόμημα του είδους εν Ανατολή και από απόψεως αρχιτεκτονικής και από απόψεως διακοσμήσεως. Περιλαμβάνει μετά των θεωρείων 1000 καθίσματα.»

Η μουσική των ταινιών ακουγόταν ζωντανά από μόνιμη ορχήστρα που έπαιζε επί σκηνής κοντά στην οθόνη, ενώ εκτός από προβολές, στους χώρους του διοργανώνονταν και άλλα καλλιτεχνικά γεγονότα.

Την Κυριακή 18 Δεκεμβρίου του 1927, έναν χρόνο περίπου μετά την ανέγερση του κτηρίου, ο Κωστής Παλαμάς μίλησε στην κεντρική αίθουσα με αφορμή την ανακήρυξή του σε επίτιμο δημότη της πόλης.  Έναν χρόνο πριν, συμπλήρωνε πενήντα χρόνια ποιητικής δημιουργίας και σε όλη τη χώρα έγιναν μια σειρά από εκδηλώσεις.

«Τη χρονιά που μας πέρασε δύο τρεις –καλά καλά δεν τα γνωρίζω τα ονόματά τους– φιλόμουσοι νέοι, συγκινημένοι από την ποίησή μου, φαντάστηκαν πως μπορούσανε να οργανώσουν γύρω στ’ όνομά μου κάποια γιορτή, με την αφορμή πενήντα χρόνων που είχανε κλείσει από την ημέρα που δημοσιεύθηκε στο Αττικόν Ημερολόγιον του Ειρηναίου Ασωπίου το πρώτο μου τάχα ποίημα».

Για την βράβευση της Θεσσαλονίκης πρωταγωνιστικό ρόλο έπαιξαν ο καθηγητής Αναστάσιος Μισιρλόγλου, ο Δέξιππος Αντωνιάδης, ο δημοσιογράφος Αντώνης Χαμουδόπουλος και ο μουσικός Αιμίλιος Ριάδης («πόσο μ’ ευχαρίστησε τ’ όνομα του κ. Δέξιππου παράπλευρα στο δικό σου! Τι συγκαταβατικός προς εμένα… πόσο υποχρεωτικός…»), οι οποίοι με ανακοίνωση στις εφημερίδες καλούσαν τον λαό της Θεσσαλονίκης στην υποδοχή του ποιητή. (περισσότερα…)

«Μη μου ζητάτε φιλολογικά προτερήματα»

*

Η είσοδος της Πηνελόπης Δέλτα στη λογοτεχνία
μέσα από την αλληλογραφία της με τον Κωστή Παλαμά

του ΚΩΣΤΑ ΧΑΤΖΗΑΝΤΩΝΙΟΥ

Δύο από τις σημαντικότερες πνευματικές μορφές του «βενιζελικού ευαγγελισμού», του πολύμορφου αυτού πολιτικού και πολιτισμικού κινήματος του εικοστού αιώνα για μια ισχυρή και σύγχρονη Ελλάδα, υπήρξαν ο Κωστής Παλαμάς και η Πηνελόπη Δέλτα. Οι δρόμοι τους συναντήθηκαν στο ζωογόνο ρεύμα του δημοτικισμού (η Δέλτα έγινε μέλος του «Αδερφάτου» των δημοτικιστών της Πόλης) και η αλληλογραφία τους φωτίζει τις ιδέες με τις οποίες εισήλθε στα ελληνικά γράμματα η μεγάλη συγγραφέας, από τη γέννηση της οποίας συμπληρώνονται φέτος 150 χρόνια.

Η Δέλτα διάβαζε συστηματικά τα έργα του Παλαμά. Αφορμή για την πρώτη τους  επικοινωνία ωστόσο ήταν η έκδοση το 1907 του Δωδεκάλογου του Γύφτου. Ο Παλαμάς, με παρότρυνση του κοινού τους φίλου Αλέξανδρου Πάλλη, στέλνει ένα αντίτυπο στην Πηνελόπη Δέλτα που ζει εκείνο τον καιρό στη Φρανκφούρτη. Όμως η Δέλτα είχε ήδη φροντίσει να το παραγγείλει και μάλιστα το είχε προπληρώσει. Γράφει ο Παλαμάς σε σχετικό γράμμα (2/15 Αυγούστου 1907):

«Είχα ακούσει πως κάπως διαφορετικά από τα συνηθισμένα σ’ εμάς, προσέχετε στην οποιαδήποτε κίνηση της νέας μας λογοτεχνίας και αγαπάτε την ποίησή μας και τη γλώσσα της. Για τούτο χάρηκα με την ευκαιρία που μου εδόθη και φρόντισ’ αμέσως να σας το προσφέρω το βιβλίο μου (…) Δυστυχώς ο φίλος κ. Πάλλης ελησμόνησεν εγκαίρως να με πληροφορήση, με πληροφόρησε δε, αφού σας είχα στείλει το βιβλίο, πως τούτο ήταν ακριβοπληρωμένο. Με στενοχώρησε το πράγμα…».

Σε αντιστάθμισμα και σε «γιατρικό του κακού» (όπως προσθέτει), ο Παλαμάς στέλνει στη Δέλτα ένα ακόμη αντίτυπο του Δωδεκάλογου και το θεατρικό του έργο, την Τρισεύγενη. Η επικοινωνία τους θα γίνει πιο τακτική από το 1909, καθώς η Δέλτα ετοιμάζει το πρώτο της βιβλίο, τη νουβέλα («παιδικό διήγημα» το αποκαλεί η ίδια) Για την Πατρίδα. Έχοντας διαβάσει στον Νουμά» του Οκτωβρίου του 1908 ένα άρθρο του Παλαμά για τα αναγνωστικά βιβλία των παιδιών και βλέποντας την παντελή έλλειψη βιβλίων για παιδιά, η Δέλτα αποφασίζει (όπως θα γράψει στην επιστολή της 31ης Μαΐου 1909) «να πάρω τη βουτιά, χωρίς καμιάν απαίτηση να γράψω διήγημα που να έχει αξία, αλλά μόνο να κάμω κάτι Ελληνικό, με Ελληνικές ιδέες σ’ ένα Ελληνικό περιβάλλον». Τη νουβέλα (αλλά και το παραμύθι «Η καρδιά της βασιλοπούλας» που θα συνόδευε την έκδοση), η Δέλτα τα διάβαζε στα παιδιά της και τα δούλευε ανάλογα με τις κρίσεις τους ώστε να τα προσαρμόσει στην παιδική νοοτροπία. Όταν θεώρησε πως ολοκλήρωσε τη συγγραφή και θέλοντας να έχει μιαν ακριβοδίκαιη εκτίμηση, θα στείλει το δοκίμιο στον Παλαμά μέσω του Μανόλη Τριανταφυλλίδη, από τον οποίο μάλιστα ζητά να μην αποκαλύψει την ταυτότητα του συγγραφέα, ώστε να ακούσει όλη την αλήθεια, «όσο πικρή και αν επρόκειτο να είναι, χωρίς τα κομπλιμέντα που κάνουν συνήθως στις κυρίες». (περισσότερα…)

Κακογερασμένος κόσμος

Κωνσταντίνος Ξενάκης, 1931-2020

*

ΠΕΡΑΣΤΙΚΑ & ΠΑΡΑΜΟΝΙΜΑ | 06:24
Καιρικά σχόλια από τον ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

Η αθωότητα του νηπίου, το πάθος της νιότης, η καταλλαγή και η ισορροπία της ωριμότητας, η ξινίλα και η εριστικότητα της γεροντικής ηλικίας. Από τέσσερα στάδια περνάει η ζωή του καθενός αλλά και η πορεία κάθε πολιτισμού, πίστευε ο Γέητς. Και πώς να μη του δώσεις δίκιο. Από τους τίτλους του αστυνομικού δελτίου ώς τα καθέκαστα στους λογοτεχνικούς μας κύκλους, κάθε πρωία έχεις την εντύπωση πως ο κακογερασμένος μας κόσμος δεν σηκώνεται από το κρεβάτι παρά με την λύσσα να φάει ο ένας το λαρύγγι του αλλουνού. Σαν να έχει χαθεί κάθε θετική εικόνα της ζωής, σαν να έχει βουλιάξει εντελώς στον λασπόλακκο των μικρών και μεγάλων εκδικήσεων.

~.~

Όταν είσαι βέβαιος ότι εσύ μόνος (ή μόνη) κατέχεις την απόλυτη αλήθεια, τον δρόμο προς την Πρόοδο και τη Δικαιοσύνη, το ελιξήριο για τη θεραπεία πάσας νόσου, ο λογοτέχνης, ο καλλιτέχνης είναι ο εχθρός. Για ποιο λόγο; Μα διότι σου δείχνει καθαρά ότι λες βλακείες. Ότι η ανθρώπινη κατάσταση είναι χαοτικά πολύπλοκη, ότι το φως και το σκοτάδι δεν είναι αντίπαλα αλλά αλληλένδετα και αξεχώριστα, ότι οι καρικατούρες που έχεις φτιάξεις περί καλού και κακού μόνο στη φαντασία σου υφίστανται. Και ότι θα σκορπίσουν, σκορπούν ήδη, στο πρώτο φύσημα της Ιστορίας.

Ο χριστιανικός ζηλωτισμός φίμωσε την προσωπική έκφραση για αιώνες. Μωαμεθανοί και εβραίοι απαγόρευσαν την απεικόνιση της ίδιας της ανθρώπινης μορφής. Οι ιεροεξεταστές ψαλίδιζαν τα φτερά των αγγέλων του Θεοτοκόπουλου και σκέπαζαν τ’ αχαμνά στις φιγούρες του Μικελάντζελο. Όλα τα καθεστώτα, από τους πουριτανούς της φιλελεύθερης, υποτίθεται, Αγγλίας του 19ου αιώνα, ώς τα φερέφωνα των ολοκληρωτισμών του 20ού απεχθάνονταν την ελεύθερη σκέψη, την ελεύθερη έκφραση. Διότι αυτές δείχνουν πώς οι άνθρωποι πράγματι ήταν, είναι και θα είναι. Όχι όπως οι μικρονοϊκές μας ιδεολογίες τούς φαντάζονται. (περισσότερα…)

Θρύλοι μιας άλλοτε ζωής

*

ΠΕΡΑΣΤΙΚΑ & ΠΑΡΑΜΟΝΙΜΑ | 02:24
Καιρικά σχόλια από τον ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

Γεώργιος Σεφεριάδης και Μαρία Καλογεροπούλου, θρύλοι μιας άλλοτε ζωής. Λονδίνο, Royal Albert Hall, 27 Φεβρουαρίου 1962.* Ο πρώτος υπηρετούσε τους τελευταίους μήνες της πρεσβευτικής θητείας του στην αγγλική πρωτεύουσα, η δεύτερη έχει έρθει για μια εμφάνιση στο φημισμένο συναυλιακό θέατρο. Τη συνάντησή τους μετά την παράσταση, ο ποιητής δεν τη μνημονεύει στις Μέρες, ίσως δεν ειπώθηκε και τίποτε αξιομνημόνευτο αναμεταξύ τους. «Τραγούδησε, μικρή Αφροδίτη, τραγούδησε…»

(Σημειώσεις, ίσως, για ένα ποίημα.)

*Για την ακριβή χρονολόγηση της φωτογραφίας, ευχαριστώ τον Αλέξανδρο Δαμίγο.

~.~

Η αδιάλειπτη ακτινοβολία του Κωστή Παλαμά (σαν σήμερα πέθανε, στις 27.2.1943) για κάποιο δυσπροσδιόριστο λόγο φαίνεται να ενοχλεί κάμποσους στο ποιητικό μας σινάφι.
«Ποιοι διαβάζουν σήμερα Παλαμά;» ρωτούν και ξαναρωτούν. Στο ερώτημα αυτό προσωπικά έχω επανειλημμένα απαντήσει, αλλά δεν πειράζει, επανάληψις μήτηρ μαθήσεως. Ας (ξανα)δούμε λίγο τα νούμερα.

Η ανθολογία Κασίνη βγήκε τον Δεκέμβρη του 2004. Ώς το 2011 είχαν κυκλοφορήσει άλλες έξι ανατυπώσεις της (έχω την 7η εκτύπωση) και ακολούθησαν κι άλλες (ώς το 2017 τουλάχιστον, κατά τα αναγραφόμενα στην ιστοσελίδα του Πατάκη). Η κλασσική ανθολογία Κατσίμπαλη-Καραντώνη (πρώτη έκδοση 1973), μόνο από το 1994 και εντεύθεν έχει ανατυπωθεί τουλάχιστον 10 φορές από την Εστία. Η ίδια ανθολογία (σε επιτομή) κυκλοφόρησε το 2014 από την Καθημερινή – οι προσφορές της εφημερίδας συνήθως τυπώνονται σε δεκάδες χιλιάδες αντίτυπα.

Σε αυτές πρέπει να προστεθούν: η Ανθολογία Λάγιου (Ερμής, 2001), η Ανθολογία του Κ. Χατζηαντωνίου (Κέδρος, 2018), οι έντεκα τόμοι των παλαμικών ποιημάτων στη σειρά των νέων Απάντων (Ίδρυμα Παλαμά, 2018-2021), η ερωτική ανθολογία Βουτουρή (Μελάνι, 2018), τουλάχιστον άλλες δύο ανθολογίες (ΑΛΔΕ 2017, Ενάλιος 2013) και καμιά 15αριά νέες εκδόσεις μεμονωμένων συλλογών του ποιητή.

Τα Σατιρικά γυμνάσματα και μόνον κυκλοφόρησαν σε 2 (εξαντλητικά σχολιασμένες!) εκδόσεις την τελευταία δεκαετία (Μερακλή και Κοκόλη), ο Δωδεκάλογος κυκλοφόρησε σε 5 διαφορετικές αυτοτελείς νέες εκδόσεις μετά το 2014, κ.ο.κ., κ.ο.κ. Ιδίως μετά την απελευθέρωση των δικαιωμάτων του έργου του το 2013, ο Παλαμάς ζει κανονική εκδοτική αναγέννηση: κοντά 50 διαφορετικές εκδόσεις μετράει η Βιβλιονέτ, σχεδόν 5 νέες τον χρόνο, χώρια οι ανατυπώσεις! Για πόσους άλλους Έλληνες συγγραφείς μπορούμε να πούμε κάτι παρόμοιο;

Ώστε ότι διαβάζουν σήμερα κάποιοι (πολλοί!) τον Παλαμά είναι εντελώς αδιαμφισβήτητο. Το μεγάλο ενδιαφέρον για το έργο του το δείχνουν άλλωστε και οι νέες μελοποιήσεις, οι κριτικές μελέτες, οι σκηνικές παραστάσεις, τα επιστημονικά συνέδρια, οι νέες μεταφράσεις.

Εξίσου αδιαμφισβήτητο είναι όμως και το γεγονός ότι η πλειονότητα των σημερινών ποιητών τον Παλαμά ΔΕΝ τον διαβάζει. (Τονίζω το «πλειονότητα», αρκετοί και διαρκώς αυξανόμενοι είναι τα τελευταία χρόνια οι ποιητές μας, ιδίως οι νεώτεροι, που εμπράκτως έχουν δείξει το ενδιαφέρον τους γι’ αυτόν). Στην ουσία έχουμε να κάνουμε με δύο διακριτούς κόσμους.

Μήπως να αναδιατυπώναμε τότε το ερώτημα; Αυτούς τους πρώτους, τους ποιητές που ΔΕΝ διαβάζουν Παλαμά, ποιοί τους διαβάζουν σήμερα; Τι σημασία έχει τέλος πάντων, ποιον μπορεί να αφορά η όποια γνώμη τους;

~.~ (περισσότερα…)

-> Από πού να ξεκινήσω; #1 Κωστής Παλαμάς

*

Νιώθουμε συχνά την επιθυμία να ασχοληθούμε σε βάθος με ποιητές, πεζογράφους, καλλιτεχνικά κινήματα και σχολές. Ωστόσο μας δυσκολεύει πολλές φορές ο όγκος τους, η διαφορά του ύφους τους ανά περιόδους και χρονικές φάσεις, καθώς και ο φόβος μιας εσφαλμένης πρώτης εντύπωσης που θα μας αποθαρρύνει. Στο πνεύμα αντίστοιχων εκλαϊκευτικών και βοηθητικών άρθρων για συγγραφείς, σκηνοθέτες, μουσικούς κ.ο.κ., που αφθονούν σε ιστότοπους του εξωτερικού, ο Θάνος Γιαννούδης επιδιώκει να σκιαγραφήσει έναν οδικό χάρτη ανάγνωσης του νεοελληνικού ποιητικού τοπίου. Έναν χάρτη σε καμία περίπτωση πατερναλιστικό, παρά περισσότερο βοηθητικό για τον νέο, καλοπροαίρετο και –κυρίως– απροκατάληπτο αναγνώστη.

~.~

 ΚΩΣΤΗΣ ΠΑΛΑΜΑΣ
1859-1943

-> Από πού να ξεκινήσω;

Ενδεχομένως τον πιο ώριμο και αντιπροσωπευτικό Παλαμά ως προς τις περιοχές του λόγου, το ύφος και το βάθος της θεματολογίας όπου θα κινηθεί στο μεγαλύτερο μέρος της δημιουργίας του, μπορεί κανείς να τον συναντήσει στην Ασάλευτη Ζωή, συλλογή που πιστεύουμε πως αποτελεί ένα πολύ καλό εφαλτήριο για τη γνωριμία με τον ποιητικό του κόσμο. Εκεί μπορεί κάποιος να βρει τόσο χαμηλότονα ποιήματα σύντομης έκτασης όσο και πολυσέλιδα και πολύστιχα συνθέματα επικών και υπαρξιακών προδιαγραφών, παίρνοντας, έτσι, μια ικανή γεύση από τον πυρήνα του παλαμικού έργου: με τα σονέτα των Πατρίδων μπορεί να σκιαγραφήσει την ιδιαίτερη βιογραφία του Παλαμά και πώς αυτή τον διαμόρφωσε ως άτομο και καλλιτέχνη, με τον Ολυμπιακό Ύμνο θα θυμηθεί το διασημότερο ποίημα της νεοελληνικής ποίησης παγκοσμίως, οι Εκατό Φωνές θα χρησιμεύσουν εν είδει γνωμικών ως επιτομή μιας ευρύτερης φιλοσοφίας και μπορούν να διαβαστούν και αποσπασματικά, ενώ σταδιακά ο αναγνώστης θα αποκτήσει και μια πρώτη επαφή με τις ιστορικής κι υπαρξιακής υφής συνθέσεις του ποιητή μέσω των πολύστιχων και αφηγηματικών ποιημάτων του Ασκραίου και της Φοινικιάς που η κάθε ανάγνωσή τους αποκαλύπτει προοδευτικά ακόμα περισσότερο βάθος. (περισσότερα…)

Προς τη Βηθλεέμ

*

ΠΕΡΑΣΤΙΚΑ & ΠΑΡΑΜΟΝΙΜΑ | 12:23
Καιρικά σχόλια από τον ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

Υπάρχει θέμα δημοφιλέστερο αυτή την εποχή στη λογοτεχνία, στο σινεμά, στην τηλεόραση, στα ΜΜΕ, στην ιστοριογραφία, στις εκθέσεις κινδύνου των ειδημόνων, στις προγνώσεις της μπόρσας, στις αναλύσεις του πλανητικού ισοζυγίου ισχύος, στις προβολές των ειδημόνων του Μέλλοντος, από τη Συντέλεια του Κόσμου;

Οι κατακλυσμοί, οι λοιμοί, οι Αρμαγεδδώνες, οι Αποκαλύψεις, οι Doomsdays, ο μύχιος τρόμος εμπρός στα κραχ και τις καταρρεύσεις του πολιτισμού είναι βέβαια μοτίβο πανάρχαιο, σιόκαιρο της αυτεπίγνωσης του ανθρώπου: τα πάντα ρει, όλα θα τα ξεπλύνει το ποτάμι του χρόνου.

Όμως η έκρηξη τον τελευταίο καιρό, ειδικά την τελευταία 15ετία, είναι απαραγνώριστη. Η αλυσίδα των μεγακρίσεων (τραπεζικές και χρηματιστηριακές λοβιτούρες, νομισματικοί κλυδωνισμοί και κρατικές χρεοκοπίες, μεταναστευτικοί καταρράκτες και τρομοκρατικά κύματα, εσωτερικοί διχασμοί και ταυτοτικές συρράξεις, η δήωση της φύσης, οι πρωτόφαντες επιδημίες, οι νέοι θρησκευτικοί και ιδεολογικοί ζηλωτισμοί, οι αλλεπάλληλοι πόλεμοι), όλα αυτά έχουν, συνειδητά ή ανεπίγνωστα, ενσταλλάξει, στην πλειονότητα ίσως, την υποψία του αναπόφευκτου: ο τρόπος ζωής που ακολουθούμε δεν είναι βιώσιμος, βρισκόμαστε σε ιστορικό σταυροδρόμι.

Έναν αιώνα πρωτύτερα, οι άνθρωποι είχαν την ίδια προαίσθηση. Ο Γέητς γράφοντας τη «Δευτέρα Παρουσία» του το 1919 (κάπου διάβασα ότι πρόκειται για το συχνότερα παρατιθέμενο κείμενο της αγγλόφωνης λογοτεχνίας), είχε πίσω του έναν Παγκόσμιο Πόλεμο, imperia ολόκληρα που διαλύθηκαν, την πανδημία της ισπανικής γρίπης. Έναν κόσμο δίχως κέντρο. Και, πολύ ορθά, ψυχανεμιζόταν τη συνέχεια που ο ίδιος δεν πρόλαβε (πέθανε στα 1939): τον επόμενο, τρισχειρότερο, Παγκόσμιο Πόλεμο, τα στρατόπεδα του βιομηχανικού θανάτου, την ατομική βόμβα, το σάρωμα και των υπόλοιπων ευρωπαϊκών αυτοκρατοριών, τους ποικιλώνυμους ολοκληρωτισμούς.

Αναδρομικά, οι δεκαετίες της μεταπολεμικής ειρήνης και ευημερίας φαντάζουν περισσότερο όχι ως υπέρβαση αλλά ως περίσπαση πρόσκαιρη από τον ανήλεο νόμο της Ανάγκης, ως ιντερμέδιο παραπλανητικό, όπως η απατηλή νηνεμία πριν τη θύελλα. Ο κόσμος μετά το 1945 δεν έλυσε κανένα από τα κρίσιμα ζητήματα που γέννησαν οι Νέοι Χρόνοι και οι μεγάλοι συγγραφείς του Μεσοπολέμου απαράμιλλα περιέγραψαν. Μόλις σήμερα μάλιστα τα αντιμετωπίζουμε στην πραγματική τους έκταση. De te fabula narratur επομένως. Ο Ιρλανδός μιλάει για σένα, αδελφέ αναγνώστη. (περισσότερα…)

ڤنتون → pantoum → παντούμ: Οι μεταμορφώσεις ενός είδους [1/2]

*

Μικρή εισαγωγή στο μαλαϊκό, ευρωπαϊκό και ελληνικό παντούμ,
μεταφραστική περιήγηση στους σημαντικούς του σταθμούς
και πρώτη χαρτογράφηση της διαδρομής του στην Ελλάδα  [ 1/2 ]

~.~

του ΣΤΑΘΗ Α. ΚΙΣΣΑΜΙΤΗ

En un pantoum sans fin, magique et guérisseur
Bercez la Terre, votre soeur.
JULES LAFORGUE

Εξαιτίας ενός τυπογραφικού λάθους ενδεχομένως, το μαλαϊκό «παντούν», είδος ποιητικό που στην Ελλάδα συνδέεται συνήθως με το όνομα του Γιώργου Σεφέρη, έγινε γνωστό στην Ευρώπη ως «παντούμ». Η λέξη απαντά πρώτη φορά το 1829, στις επισημειώσεις των Ανατολίτικων, συλλογής ποιημάτων του Βίκτωρος Ουγκώ. Εκεί ο νεαρός αλλά ήδη διάσημος Γάλλος παραθέτει ένα δείγμα, στην πεζή μετάφραση που του είχε προμηθεύσει ένας οριενταλιστής της εποχής, ο Ernest Fouinet (1799-1845), που κι αυτός το είχε βρει στο βιβλίο ενός άλλου μελετητή, του Ιρλανδού William Marsden. Είναι το, έκτοτε, περίφημο «Les papillons jouent a l’entour sur leurs ailes» – «Kupu-kupu terbang melintang» στα μαλαϊκά.

Το αν ο Ουγκώ επενέβη στη μετάφραση του Φουινέ δεν το ξέρουμε, δεν φαίνεται πιθανό ωστόσο. Ο ίδιος ο Φουινέ ήταν πολυγραφότατος ποιητής, το πρώτο έργο του μάλιστα ήταν ένα έπος για την Καταστροφή των Ψαρών το 1824. (Θυμίζω ότι και τo Les Orientales του Ουγκώ είναι έργο αφιερωμένο στην Ελληνική Επανάσταση. Είναι οι καιροί ακόμη που για τους Γάλλους η Ανατολή –l’Orient– ξεκινάει από τα οθωμανοκρατούμενα Βαλκάνια και φτάνει ώς τη Θάλασσα της Ιαπωνίας). Το βέβαιο είναι ότι το ερέθισμα που θα προκύψει θα αποδειχθεί αναπάντεχα γόνιμο. Πολλοί από τους γνωστότερους ποιητές του γαλλικού 19ου αιώνα, από τον Γκωτιέ ώς τον Μπωντλαίρ και από τον Βερλαίν ώς τον Λαφόργκ, θα γοητευθούν και θα συνθέσουν δικά τους παντούμ.

Ιδίως η σχολή των παρνασσιστών, στον αγώνα της κατά της υστερορομαντικής χαλάρωσης του στίχου, είδε στο παντούμ ένα καλοδεχούμενο πρότυπο μορφικής αυστηρότητας. Σ’ αυτό συνετέλεσε βέβαια το ότι το ποίημα «του» Ουγκώ ανήκει σε μια περίτεχνη, σχεδόν εξεζητημένη παραλλαγή του είδους, το λεγόμενο αλυσιδωτό παντούν (pantun berkait). Κατά την παραλλαγή αυτή, ο δεύτερος και τέταρτος στίχος κάθε στροφής επαναλαμβάνονται ως πρώτος και τρίτος της επομένης, επωδική ανακύκληση που δίνει ρυθμικό άκουσμα συγγενικό με εκείνο της βιλανέλλας ή του ροντώ. (περισσότερα…)

Κωστής Παλαμάς – Ουίλλιαμ Μπ. Γέητς, παράλληλοι

*

Αφιέρωμα του ΝΠ στον Ουίλλιαμ Μπ. Γέητς   [ 6 / 6 ]

~.~

ΚΩΣΤΗΣ ΠΑΛΑΜΑΣ – ΟΥΙΛΛΙΑΜ ΜΠ. ΓΕΗΤΣ, ΠΑΡΑΛΛΗΛΟΙ

του ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

Οι “τύχες” του Ουίλλιαμ Μπάτλερ Γέητς στην Ελλάδα δεν ανήκουν στις αξιοζήλευτες. Ο Ιρλανδός μεταφράζεται καθυστερημένα, αποσπασματικά και, το κυριότερο, προβληματικά. Καθυστερημένα, επειδή ποίημα δικό του μεταφράζεται πρώτη φορά στα ελληνικά μόλις στα 1941, από την Μελισσάνθη στα Νεοελληνικά Γράμματα, δύο χρόνια μετά τον θάνατο του Γέητς και σχεδόν δυο δεκαετίες μετά το Βραβείο Νομπέλ που του απονέμεται στα 1923[1]. Αποσπασματικά, διότι τα ογδόντα αυτά χρόνια έκτοτε, το ογκωδέστατο έργο του, ποιητικό και άλλο (δραματικό, δοκιμιακό, αφηγηματικό, φιλοσοφικό), αντιπροσωπεύεται στα ελληνικά με μια δεκαριά μόλις αυτοτελείς εκδόσεις και κάποιες σποράδην παρουσίες του σε ανθολογήματα και περιοδικά, σχεδόν όλες ολιγοσέλιδες. Προς σύγκριση, μόνο από το 2010 και εντεύθεν έχουμε πάνω από τριάντα ελληνικές εκδόσεις του Λόρκα, άλλες τόσες του Μπρεχτ, δεκαπέντε του Μαγιακόφσκι και δώδεκα του Έλιοτ, ενός ποιητή που στον ίδιο τον αγγλόφωνο κόσμο θεωρείται συνήθως υποδεέστερος του Γέητς. Αποσπασματικές είναι όμως  οι υπάρχουσες μεταφράσεις και εξαιτίας της σύστασής τους. Μεγάλα κομμάτια του γεητσιανού κόρπους, κάποτε περίοδοι ολόκληρες, υποαντιπροσωπεύονται, ενώ τα κρίσιμα συνθετικά ποιήματά του παρουσιάζονται κερματισμένα, με τρόπο που τα συσκοτίζει.

Πρωτίστως όμως, ο Γέητς μεταφράζεται προβληματικά. Τους λόγους για την ανεπάρκεια των ελληνικών μεταφράσεων ώς το 1995 τους απαριθμεί ο Διονύσης Καψάλης στο σχετικό του δοκίμιο: μικρή τριβή με την αγγλόφωνη ποίηση και το ιστορικό της βάθος· ελλιπής γνώση της κλασσικής προσωδίας που κατ’ αποκλειστικότητα χρησιμοποιεί ο Γέητς· περιρρέουσα λογοτεχνική ατμόσφαιρα που απέχει πολύ από το πνεύμα και την ποιητική του[2]. Ατυχώς, τα προβλήματα αυτά δεν λείπουν και από τις (κατά πολύ περισσότερες) μεταφράσεις ποιημάτων του της τελευταίας εικοσιπενταετίας. Αντιθέτως, σε κάποιες είναι οξυμένα.

Τώρα, η φτωχή αυτή ποσοτικά και ποιοτικά μεταφραστική σοδειά επόμενο ήταν να επηρεάσει και την εικόνα του Γέητς που σχηματίστηκε στην Ελλάδα όλα αυτά τα χρόνια. Και αυτή είναι κατά τα ουσιώδη της λειψή και παραπλανητική. Ως επί το πολύ, ο Γέητς μάς συστήνεται ως ποιητής που ανοίγει τον δρόμο προς τον «μοντερνισμό», γενικώς και αορίστως. Ή μας παρουσιάζεται ως κήρυκας ποικίλλων, μεγαλοφάνταστων, κάποτε και συγκεχυμένων «οραμάτων και θαυμάτων», για να θυμηθώ τον Μακρυγιάννη. Όσοι προτιμούν την πρώτη ερμηνεία, τον παραλληλίζουν με τον Κ. Π. Καβάφη. Όσοι επιμένουν στη δεύτερη, τον αντιπαραβάλλουν με τον Άγγελο Σικελιανό[3].

Δίχως άλλο, ο Γέητς έχει κοινά και με τον ένα και με τον άλλο Έλληνα ομότεχνό του. Τα όψιμα βιωματικά ποιήματα του Ιρλανδού, αυτή η εκ βαθέων αντιμέτρηση με το γήρας και τη φθορά, θυμίζουν ενίοτε τον τόνο τον καβαφικό. Αντίστοιχα, η διαρκής πάλη του Γέητς με τους μεγάλους μύθους, ο αγώνας του για την αναμάγευση και την ανανοηματοδότηση του κόσμου, φέρνουν στον νου τον Λευκαδίτη ποιητή. Πολύ περισσότερα είναι όμως αυτά που χωρίζουν τον Γέητς από τους δυο Έλληνες. Την καχυποψία του Καβάφη απέναντι στον ιδεαλισμό λ.χ. ο Γέητς δεν την συμμεριζόταν διόλου. Απεναντίας, ώς το τέλος νοσταλγεί τα μεγάλα ιδεώδη του 19ου αιώνα και μυκτηρίζει τους συμπατριώτες του επειδή τα λησμόνησαν. «Είναι ρωμαντικοί, ρωμαντικοί, ρωμαντικοί!» ανέκραζε ο γέρων Αλεξανδρινός στα 1932 κατακεραυνώνοντας τους Αθηναίους ομοτέχνους του. «We were the last romantics», δήλωνε με μαχητική υπερηφάνεια έναν χρόνο προηγουμένως ο Δουβλινέζος στο αυτοβιογραφικό ποίημά του «Coole Park and Ballylee, 1931». Για τον Γέητς την ιστορία την κινούν πρωτίστως τα πάθη, τα όνειρα, οι ιδέες, τα «ανεξέλεγκτα μυστήρια» – κι αυτά οι λεγόμενοι «Ρεαλιστές», σημειώνει,  δεν έχουν μάτια να τα δουν[4].

Hope that you may understand !
What can books of men that wive
In a dragon-guarded land,
Paintings of the dolphin-drawn
Sea-nymphs in their pearly wagons
Do, but awake a hope to live
That had gone
With the dragons? (περισσότερα…)

Μουσική και ποίηση

*

του ΦΙΛΙΠΠΟΥ ΤΣΑΛΑΧΟΥΡΗ

Οι παρακάτω σκέψεις με απασχολούν συχνά. Αφορμή για την προσπάθεια καταγραφής τους στάθηκε ένα μέχρι πρόσφατα άγνωστο σε μένα άρθρο του Μανώλη Καλομοίρη με τίτλο «Η μουσική μορφή στην ελληνική μουσική». Αν και σύντομο, σε αυτό ο Καλομοίρης θίγει καίρια ζητήματα ως προς τη χρήση των κλασσικών μουσικών δομών από Έλληνες συνθέτες. Δεν διστάζει να χαρακτηρίσει «αχίλλειο πτέρνα» της νεοελληνικής μουσικής το «μορφολογικό ζήτημα», το οποίο κατ’ αυτόν απειλεί να καταστήσει κάθε μουσικό έργο «απλή απομίμηση των παραδεδομένων μορφών της παγκόσμιας μουσικής τέχνης».

Ο Καλομοίρης καταλήγει: «Γι’ αυτό νομίζω πως η ελληνική μουσική, κρατώντας αυτήν τη μουσική λογική, θα έπρεπε να αναζητήσει την ανανέωση της μορφής της, και συγκεκριμένα τη διεύρυνση του μορφολογικού της πεδίου, στη μεγάλη της αδελφή, την ποίηση». Δεν αναφέρεται ο Καλομοίρης μόνον στο τραγούδι, μόνον στο λιντ για φωνή και πιάνο ή στα τραγούδια για φωνή και ορχήστρα. Αναφέρεται στη γενικότερη σχέση του συνθέτη με την ποίηση –ή και την πεζογραφία–, καθώς και στα έργα που θα μπορούσαν να γεννηθούν από την σύζευξή τους. Διαβάζοντας αυτές τις γραμμές, σκέφτεται κανείς τις δημιουργίες εκείνων των ποιητών που άφησαν τους στίχους τους να «λιποθυμήσουν» στα πεντάγραμμα, για να θυμηθώ μια χατζιδακική ρήση.

Επέλεξα τον Καλομοίρη ως αφετηρία των σκέψεων αυτών, για δύο λόγους: Αφενός επειδή έχω μελετήσει και γνωρίζω το έργο του, αφετέρου επειδή ο συγκεκριμένος συνθέτης αποτελεί κορυφαίο παράδειγμα για τη σχέση μουσικής και λογοτεχνίας στην Ελλάδα του 20ου αιώνα. Καθ’ όλη την συνθετική του διαδρομή, από τα μαθητικά του χρόνια στην Κωνσταντινούπολη μέχρι το θάνατό του το 1962, ο Καλομοίρης είχε επάνω στο πιάνο του βιβλία, από τους Ιάμβους και Αναπαίστους του Παλαμά μέχρι τον Κωνσταντίνο Παλαιολόγο του Καζαντζάκη. Το πρώτο μεγάλο έργο του, τα Μαγιοβότανα, σε ποίηση Παλαμά, αποτελεί μοναδικό επίτευγμα του είδους: πλήρης ο δεύτερος κύκλος των Ιάμβων και Αναπαίστων με τη συνοδεία μεγάλης συμφωνικής ορχήστρας και μ’ ένα έξοχο πρελούδιο που εισάγει τον ακροατή στην ατμόσφαιρα του κύκλου. Από τις ελάχιστες περιπτώσεις μελοποίησης ενός πλήρους ποιητικού κύκλου.

(περισσότερα…)

Raphael Irmer, Μια περίληψη των κεφαλαίων του παλαμικού Δωδεκάλογου

www.kar.org.gr_2016-04-08_18-48-39_screenshot_86

Πρόσφατα λάβαμε μιὰ συνεργασία ποὺ ἕνεκα τοῦ παλαμικοῦ της χαρακτήρα, ἀλλὰ καί τῆς προέλευσής της, θεωρήσαμε ὅτι ἔπρεπε νὰ δημοσιευθεῖ. Ὁ Ραφαὴλ Ἴρμερ εἶναι Γερμανὸς μὲ ἑλληνικὲς ρίζες. Ἔχει σπουδάσει Νεοελληνικὰ (μεταπτυχιακό δίπλωμα) στὸ Πανεπιστήμιο τοῦ Ἁμβούργου. Τὸ παρακάτω κείμενο ἀποτελεῖ ἀπόσπασμα ἀπὸ τὴν πτυχιακή του ἐργασία μὲ τίτλο «Der «Dodekalogos» und Zarathustra: Kreative Nietzsche-Rezeption bei Kostis Palamas» (Ὁ Δωδεκάλογος και ο Ζαρατούστρα: δημιουργική πρόσληψη στὸν Κωστῆ Παλαμᾶ), καὶ περιλαμβάνει περιλήψεις τῶν κεφαλαίων τοῦ σπουδαίου αὐτοῦ καὶ πάντα ἐπίκαιρου ἔργου τοῦ Παλαμᾶ. Ἐνῷ τμήματα κλασικῶν σπουδῶν κλείνουν ἀνὰ τὸν κόσμο, εἶναι παραπάνω ἀπὸ ἐλπιδοφόρο νὰ βλέπουμε ὅτι ἀκόμα ἐπιβιώνουν τὰ τμήματα νεοελληνικῶν σπουδῶν.

ΝΠ

~.~ (περισσότερα…)

Η βυζαντινή ποίηση ανθολογημένη | Μέρος Α΄: Κασσιανή (1/3)

Εισαγωγή-ανθολόγηση-σχόλια
ΗΛΙΑΣ ΜΑΛΕΒΙΤΗΣ

~.~

Η βυζαντινή ποίηση παραμένει η μεγάλη απούσα από όλες σχεδόν τις ανθολογίες ελληνικής ποίησης, ένα –χρονικά– τεράστιο, ουσιωδώς ανεξήγητο κι αναιτιολόγητο, κενό για τη γνώση, παρουσία κι εξέλιξη της ελληνικής ποίησης από τις απαρχές της ως τις μέρες μας. Οι αιτίες αρκετές, οι προκαταλήψεις κι η μεροληψία φοβάμαι ακόμη περισσότερες. Έχουμε συνηθίσει να σταματούμε απότομα στην Παλατινή Ανθολογία (μετά βίας ώς τον τέταρτο συνήθως μεταχριστιανικό αιώνα, χωρίς να αναλογιζόμαστε συνάμα πως κι αυτή η ίδια η Ελληνική Ανθολογία συνιστά μια γενναιόδωρη χειρονομία των ίδιων των Ελληνορωμιών του Βυζαντίου προς εμάς τους επιγενόμενους) και καταπιανόμαστε πάλι με το πρωτοφανέρωμα της νεοελληνικής –δημώδους πάντα– ποίησης  εκεί γύρω στον ενδέκατο αι. Το μεταξύ τους διάστημα, έχει ως επί το πλείστον αφεθεί αποκλειστικά στους βυζαντινολόγους, οι οποίοι βέβαια, ας ειπωθεί στεντορείως και υμνητικώς, τον τελευταίο αιώνα έχουν απροσμέτρητα βαθύνει κι εμπλουτίσει τη γνώση μας για τα ποιητικά κείμενα της βυζαντινής περιόδου, με νέες κριτικές εκδόσεις κι αναγνώσεις, μελέτες, φανερώσεις άγνωστων ποιημάτων, μεταγραφές από ανέκδοτα χειρόγραφα κλπ., απομένει η ανθολόγησή τους κι η σύγχρονη (ποιητική κατά προτίμηση) μεταγραφή τους. Μια τέτοια έλλειψη, όπως είναι φυσικό, κι επιτείνει τις προκαταλήψεις αλλά και διογκώνει την άγνοια για τη βυζαντινή ποίηση. Ενώ το υλικό διόλου δεν λείπει, δεν είναι τυχαίο πως ως τις μέρες μας μεταφράζονται κείμενα ποιητικά που προέρχονται αποκλειστικά σχεδόν μόνον από την εκκλησιαστική υμνολογία, πράγμα που φανερώνει πολλά για τη γνώση και τη θεώρηση μα και για τη δεξίωση της βυζαντινής ποίησης σήμερα. Ας είναι! Δεν είναι η ώρα και η στιγμή  για περισσότερα˙ αυτή η εισαγωγή θα αρθρωθεί με την πληρότητα και την τεκμηρίωση που χρειάζεται, σαν έρθει η στιγμή της υλοποίησης μιας τέτοιας ανθολογίας της βυζαντινής ποίησης, που με την παρότρυνση και τη συνεργασία στενών φίλων θα αποκοτίσουμε. Η ανάληψη μιας τέτοιας ανθολογίας, βαρύ κι επίμοχθο έργο, θ’ απαιτήσει και συνεργασίες και χρόνο αρκετό.  Ήδη ανασκουμπωθήκαμε και αναμετριόμαστε με τα κείμενα, τους συγγραφείς, τις δυσκολίες, τις ιδιαιτερότητές τους, το περιβάλλον τους, τη μεταγραφή τους.
Με τον νου λοιπόν στραμμένο στη δημιουργία μιας ανθολογίας της βυζαντινής ποίησης, αποφασίσαμε εδώ στο ηλεκτρονικό ΝΠ, να ξεκινήσουμε με την παρουσίαση μιας όσο το δυνατόν εκτεταμένης επιλογής των ήδη μεταφρασμένων (περισσότερο ή λιγότερο γνωστών) βυζαντινών κειμένων από νεοέλληνες ποιητές˙ σαν προεισαγωγή και πρόγευση της μελλοντικής ανθολογίας αλλά κι άτυπη, όσο το δυνατόν ευρεία, αποτίμηση της μέχρι σήμερα παρουσίας της μεταφρασμένης βυζαντινής ποίησης στα γράμματά μας.
ΗΛΙΑΣ ΜΑΛΕΒΙΤΗΣ (περισσότερα…)