του ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΝΙΚΟΛΑΪΔΗ
Με την έβδομη, πιο πρόσφατη, αλλά σημαντικότερη και ωριμότερη, κατά την άποψή μου, ποιητική συλλογή Μυστικοί άνθρωποι (Κύμα, 2019), ο ποιητής και δημοσιογράφος στο επάγγελμα Γ. Χριστοδουλίδης αξιοποιεί μεν τις κατακτήσεις της προηγούμενής του διαδρομής, αλλά δεν επαναπαύεται ούτε εφησυχάζει. Αντίθετα επιχειρεί και επιτυγχάνει ξεκάθαρα ένα εκφραστικό άλμα -ιδιαίτερα στα μεγαλύτερα σε έκταση ποιήματα της ανά χείρας συλλογής που αποτελούν χωρίς καμμιά αμφιβολία ποιητική κατάκτηση- δίνοντας πάντα ποίηση δροσερή, ευφάνταστη, πρωτότυπη, διαποτισμένη από γνήσιο ποιητικό αίσθημα και ανατρεπτικό βλέμμα. Ένας ακόμη σημαντικός λόγος που τεκμηριώνει την κομβική θέση της παρούσας συλλογής στο σύνολο της ανοδικής του ποιητικής διαδρομής είναι ότι, ενώ στα προηγούμενά του βιβλία και ειδικότερα στο προηγούμενο Πληγείσες περιοχές τα κυρίαρχα θέματα της ποίησής του (π.χ. έρωτας, ποίηση, εισβολή-κατοχή, παιδική ηλικία, φθορά-θάνατος, κοινωνικός προβληματισμός, υπαρξιακή αναζήτηση κ.ά.) συνυπάρχουν ισότιμα, τώρα όλα τα επιμέρους, οικεία θέματα ενορχηστρώνονται και υποτάσσονται σε δύο δεσπόζουσες θεματικές: τον κοινωνικό και τον υπαρξιακό προβληματισμό· γεγονός που μας επιτρέπει πλέον με ασφάλεια να τον χαρακτηρίσουμε ως κοινωνικό και υπαρξιακό ποιητή.
Τρίτο σημαντικό στοιχείο που αποδεικνύει την ποιητική εγρήγορση και τη συνεχή μέριμνα του Χριστοδουλίδη για πειραματισμό και συνεχή ανανέωση είναι η πιο έντονη και ώριμη πια παρουσία του εξωλογικού στοιχείου στην ποίησή του, το οποίο εντοπίζεται με σαφήνεια για πρώτη φορά στην προηγούμενή του συλλογή.[1] Το σαγηνευτικό εξωλογικό στοιχείο στην ποίηση του Χριστοδουλίδη δεν αφορμάται από μια θεωρητική ή μια επιπόλαια μιμητική στάση, αλλά εκκινεί από μια καίρια βιωματική παρατήρηση, η οποία σταδιακά σχηματοποιείται σε βαθιά πεποίθηση ότι το χάος και το παράλογο βρίσκονται παντού, ότι η λογική και ο ορθολογισμός, δηλαδή, δεν δύνανται να εξηγήσουν ικανοποιητικά τον κόσμο. Δεν είναι τυχαίο, επομένως, ότι το στοιχείο αυτό σχετίζεται άμεσα με την ανάγκη μεταστοιχείωσης και επαναδημιουργίας του κόσμου, με τις ελευθερίες και τις απεριόριστες δυνατότητες που παρέχει η ποιητική φαντασία.[2] Το εξωλογικό στοιχείο συνδέεται, επίσης, έντονα με τις υπαρξιακές αναζητήσεις του ποιητή και αποτελεί στήριγμα στην προσπάθειά του να συγκολλήσει τα θραύσματα μιας πάσχουσας συνείδησης, λειτουργώντας έτσι ως στοιχείο παράπλευρο και συμπληρωματικό προς τον κατακτημένο ρεαλισμό του.[3] Παράλληλα, συνυφαίνεται και με τον έντονο κοινωνικό προβληματισμό του ποιητή, δημιουργώντας ένα ιδιαίτερα σύνθετο ποιητικό σύμπαν με αλλεπάλληλες εικόνες και πολλαπλές αντιθέσεις, το οποίο εντείνει την πολυσημία και ενισχύει την προσπάθεια του να εισχωρήσει στα μύχια της ύπαρξης.[4] Η εισβολή, με άλλα λόγια του εξωλογικού στοιχείου στην ανά χείρας συλλογή τροφοδοτεί με ποιητικό οξυγόνο τις κυρίαρχες θεματικές του βιβλίου προσδίδοντας μιαν ευφάνταστη εκφραστικότητα στην ποίησή του.
Πιο συγκεκριμένα η συλλογή αποτελείται από 49 μικρά, αλλά και μεγάλα σε έκταση ποιήματα τα οποία εκκινούν από την καθημερινότητα, τροφοδοτούνται από τις οικείες και ταπεινές όψεις της, για να αναχθούν όμως πάντα στο επίπεδο της υπαρξιακής ή ποιητικής εμπειρίας, εκεί όπου ο φθαρτός κόσμος μεταμορφώνεται μέσα από το φαντασμαγορικό πρίσμα της ποιητικής αίσθησης. Όπως αποδεικνύει η ανάγνωση του συνόλου του έργου του Χριστοδουλίδη, ο ποιητής γράφει τους ισχυρότερους του στίχους όταν εκκινεί από τα προσωπικά του βιώματα και γίνεται εξομολογητικός. Συνήθως σε μια τέτοια εκκίνηση, το εγώ φτάνει πολύ μακρύτερα από το σημείο που όριζε η αφετηρία του και συναντά το εμείς. Τα περισσότερα από τα ποιήματα της συλλογής καταδεικνύουν με σαφήνεια μια δραματική και, ας το καταθέσω προκαταβολικά, ποιητικά δραστική στροφή του ποιητικού υποκειμένου προς τον εσώτερο βιωματικό του πυρήνα, εκεί όπου μονίμως αναθρώσκουν μνήμες ζωογονητικές (π.χ. ερωτικές, παιδικές), αλλά και πολλές λύπες, ματαιώσεις, διαψεύσεις και οδυνηρές διαπιστώσεις. Συγκλίνουν, με άλλα λόγια, προς ένα ζεύγμα αποσταγμένης πείρας ζωής, πικρίας για τις συντελεσμένες απώλειες και καρτερικού φόβου για τα επικείμενα.
Στα κοινωνικά και βιωματικά ποιήματα της συλλογής ο Χριστοδουλίδης φαίνεται να αρνείται τον ρόλο του απομονωμένου ποιητή, δεν ικανοποιείται με τον ρόλο του θεατή σε μια τραγωδία, αλλά στρέφει το βλέμμα του στα σκοτεινά κελιά των ατομικών δραμάτων της συνεχιζόμενης οικονομικής κρίσης και στα στενά σοκάκια της περιθωριοποιημένης κοινωνίας, διεκδικώντας έναν ενεργό ρόλο για την ποίηση που να συνδέει το αισθητικό αποτέλεσμα με τον κοινωνικό βίο. Αναζητά, με άλλα λόγια, την υπερβατική δύναμη της ποίησης μέσα στο κοινωνικό πλαίσιο που τη γεννά, είτε μιλά για τις ασχήμιες και τα βάσανα, είτε για τις χαρές της ζωής. Η ποίηση, επομένως, για τον Χριστοδουλίδη δεν είναι απλώς ένα καταφύγιο, αλλά μία μαχητική τέχνη που βιώνει τα δικά της πάθη μαζί με τους ανθρώπους. Παράλληλα ο ευαίσθητος ψυχισμός του, με την ειδική υφή της ενηλικίωσής του, μεταφέρει στο παρόν έργο έναν υπόγειο θρήνο· την ίδια την εύθραυστη υφή της υπαρκτικότητας που διαρκώς συνδιαλέγεται με το αναπόφευκτο όριο του θανάτου, δίνοντας έτσι στο βιβλίο την υπαρξιακή δύναμη και το βάθος του.
Θρύμματα
Εκείνη τη στιγμή
που το φλιτζάνι πέφτει στο πάτωμα
και θρυμματίζεται σε εκατό κομμάτια
καταλαβαίνεις τη σημασία της ακεραιότητας
ότι αυτό που λέμε ακέραιο
είναι αυτό που αντιστέκεται να μην σπάσει
αυτό που δεν αφήνεται να πέσει
και να γίνει εκατό κομμάτια
αλλά επιμένει να συγκρατεί
ό,τι το αποτελεί
αποφασισμένο να μην δείξει
ότι είναι τόσο εύθραυστο
όσο ένα φλιτζάνι·
ότι είναι ακριβώς αυτό:
εκατό κομμάτια που κρατιούνται γερά
μεταξύ τους για να δείχνουν ένα. (περισσότερα…)
(Συνέχεια…) Η ποίησή του, ως εκ τούτου, αντικατοπτρίζοντας και μεταδίδοντας τόσο τον φοβερό και αμετακίνητο τρόμο της ύπαρξης όσο και τον γκρεμό της ανθρώπινης μοναξιάς και τη ματαιότητα της ανθρώπινης συνεννόησης, δεν μπορεί παρά να βρίσκεται σε μετωπική σύγκρουση με μια τέχνη που εξυπηρετεί το αστικό κατεστημένο, το οποίο προβάλλει την ολοκληρωμένη πραγμάτωση μιας στατικής ομορφιάς και μιας ψευδούς προόδου. Επιχειρεί, με άλλα λόγια, να φωτίσει και ταυτόχρονα να ανατρέψει την κυρίαρχη ψευδαίσθηση του σύγχρονου ανθρώπου, πως ο κόσμος αναπτύσσεται και προοδεύει αενάως· μια ψευδαίσθηση που έχει ενισχυθεί σε μεγάλο βαθμό από την ιδέα που έχει ο δυτικός πολιτισμός για την πρόοδο, που χρονολογείται από την εποχή του Διαφωτισμού, και από την αμερικάνικη επιταγή για συνεχή ανοδική κίνηση. Βέβαια η πρόοδος, μάς λέει ο ποιητής, δεν είναι παρά μια κατασκευή. Για τούτο έχουμε ενώπιόν μας εικόνες ωμές από τα εσώψυχα του ανθρώπου, από την ένταση των νευρώνων του, από την ικανότητά του να υποφέρει δίχως να κλείνει τα μάτια, εικόνες που έχουν συλληφθεί με τρομακτική διαίσθηση και ποιητική ενόραση. Αυτές μας προσκαλούν, λοιπόν, σε ένα θέαμα που μπορεί από την πρώτη ματιά να φαίνεται παράλογο, άγριο και οδυνηρό, αλλά που η αγριότητά του αποκαλύπτεται κυρίως σε ένα δεύτερο επίπεδο, αφού δεν συνδέεται με τις ορατές εκφάνσεις του, αλλά με τον βαθύτερο χαρακτήρα του, δίνοντας μορφή στην αμφιβολία, τη μοναξιά και την αγωνία του καιρού μας. Και αυτή η δεσπόζουσα για το καλοζωικό σύμπαν αγωνία και μοναξιά τρέφεται ουσιαστικά από μια υπερβολική προσήλωση στο ευάλωτο και ατελές της ανθρώπινης φύσης.
Λαμβάνοντας τα πιο πάνω υπόψη, τα ποιήματα της ανά χείρας συλλογής μάς επιτίθενται σαν αλλεπάλληλες προπαγανδιστικές ενέργειες στοχεύοντας το σαθρό, ωφελιμιστικό αστικό, εκκλησιαστικό και κοινωνικό κατεστημένο. Συχνά στη συλλογή ο ποιητής φτάνει στο έσχατο σημείο ειρωνείας και κυνισμού μπροστά στον σύγχρονο άνθρωπο που είναι τόσο στραμμένος προς τα έξω, τόσο απορροφημένος στη συσσώρευση αγαθών ή στο τι σκέφτονται οι άλλοι, ώστε να χάνει κάθε αίσθηση του εαυτού του. Γι’ αυτό η ποίηση του Kαλοζώη γεννιέται στην ουσία από μιαν οδυνηρή και επίμονη εστίαση στην ύπαρξη, ακόμη και όταν επιδεικνύει αγριότητα. Αυτή είναι η πηγή της ζωντάνιας του έργου του, χάρη στην οποία το αρνητικό μετατρέπεται στο αντίθετό του χωρίς να χάνει κανένα από τα τρομερά χαρακτηριστικά της φύσης και της προέλευσής του. Το επαναλαμβάνω: ο Καλοζώης δεν τρέφει αυταπάτες ότι μπορεί να υπάρξει οποιαδήποτε μορφή λύτρωσης, εκτός από εκείνη που η τέχνη μπορεί να προσφέρει με τις εικόνες οδύνης, φρίκης και συχνά αποστροφής. Μια λύτρωση που στην περίπτωσή του ταυτίζεται με τη μεγαλειώδη ομορφιά της ποίησής του. Για τον λόγο αυτό το έργο του έρχεται σε ολοφάνερη αντίθεση με την αυτάρκεια και την ψεύτικη βεβαιότητα που φαίνεται να διακατέχει τον σύγχρονο «μέτριο» άνθρωπο του αστικού κατεστημένου, τον τεχνοκράτη που κλεισμένος στο «κεχριμπάρι» του, νομίζει ότι εξουσιάζει τη φύση και ορίζει τον ρου της ιστορίας. Η ποίησή του Καλοζώη, επομένως, υπαινίσσεται συνεχώς ότι ο ανθρώπινος πολιτισμός δεν είναι παρά ένα ανεπαρκές ανάχωμα, ένα ακόμη προσωπείο, το οποίο επινοήθηκε με σκοπό να επικαλύψει το αίσθημα του ανεκπλήρωτου και του αναπότρεπτου που φωλιάζει στα βάθη της ανθρώπινης ύπαρξης. Γι’ αυτό είναι χωρίς αμφιβολία ένας από τους σύγχρονους καλλιτέχνες που βιώνουν εντονότερα την κατάσταση κρίσης της υστεροαστικής κουλτούρας.

Πέρα ἀπ’ αὐτὰ ὅμως, ὁ Νικολαΐδης κλιμακώνοντας τὴν ἐμπλοκή του στὸ πεδίο τῆς πάλης, στὴ διάνοιξη τοῦ ποιητῆ στὴ δημόσια σφαίρα, στέκεται –ἐπιστρατεύοντας τὴν εἰρωνεία καὶ τὸν ὑπαινιγμό– ἀπέναντι καὶ στὴν ἐπίσημη πολιτικὴ τῆδε κακεῖσε στὴ νῆσο. Θίγεται ἔτσι ἡ ἀνίερη ἐκμετάλλευση τῶν εἰσβολέων («Στὸν πόλεμο τὸ Μπελαπάις / ἔγινε πρόχειρο νοσοκομεῖο / τραυματισμένων στρατιωτῶν. / Σήμερα εἶναι σημαντικὸ ἀξιοθέατο / (μὲ εἴσοδο παρακαλῶ) […]), ἀλλὰ καί ἡ ἀπουσία μιᾶς νουνεχοῦς ἐθνικῆς –καὶ συνάμα προσωπικῆς/ἀτομικῆς (ἕνεκα τῆς ἐξ ἄνωθεν ἀλλοτρίωσης)– στρατηγικῆς («Κι ὅλο φυσᾶ χωρὶς γραμματική»). Ἀπὸ τὸ στόχαστρο δὲν λείπει οὔτε ἡ ἔμμεση ἀναφορὰ στὸ ἀποικιοκρατικὸ παρελθόν (βλ. νύξη στὸν «ποιητὴ τῶν Bitter lemons», ἐννοώντας τὸν L. Durrell καὶ τὸ ὁμώνυμο ἔργο του). Ὕστατο σημεῖο ἐλέγχου καὶ κριτικῆς, ἡ ὅλο νόημα καταληκτήρια διακήρυξη τῆς συλλογῆς, στὴν ὁποία θὰ ἐπανέλθουμε στὸ τέλος τοῦ παρόντος κειμένου.