Έλεμ Κλήμοφ

Ἔρχου καὶ ἴδε

*

του ΒΑΣΙΛΗ ΠΑΤΣΟΓΙΑΝΝΗ

~.~

Ο Έλεμ Κλήμοφ δανείζεται τον τίτλο της ταινίας του Έλα να δεις από το κατά Ιωάννην Ευαγγέλιο. «Ἔρχου καὶ ἴδε», γράφει ο Ευαγγελιστής, στα ελληνικά του καιρού του. Ένας τίτλος που διατηρεί από την αποκαλυψιακή θερμοκρασία εκείνον τον βαθμό που χρειάζεται ο σκηνοθέτης ώστε να προβάλει την αντίληψη που χρειάζεται για τα υπό πραγμάτευση έκτακτα γεγονότα της ιστορίας του. Κι αυτά τα γεγονότα χαρακτηρίζονται από μια ωμή βιαιότητα. Η βία αποκτά, έτσι, μια μεταφυσική, τερατώδη ποιότητα, ενώ η προστακτική τού “έλα να δεις” δεν είναι μόνο μια προτροπή για επαλήθευση μέσω της όρασης, της πλέον αξιόπιστης από τις αισθήσεις, αλλά και μια προοικονομία της τερατωδίας που πρόκειται να ακολουθήσει. Αυτό που θα δεις είναι κάτι φρικαλέο και ως αυτόπτης μάρτυρας φέρεις την ευθύνη σχετικά, την ευθύνη της μαρτυρίας του.

Η ζέουσα αντιπολεμική καταγγελία χρειάζεται το μεταφυσικό ρίγος του τίτλου για να εισαγάγει τον θεατή στη δυστοπία της πολεμικής ωμότητας. Το μεταφυσικά αδιανόητο και το αποτρόπαια ωμό συναντώνται και αλληλοτροφοδοτούνται. Δεν είναι η πρώτη φορά που βλέπουμε δύο εκ συστάσεως αντίθετες απόψεις για τον κόσμο να συζευγνύονται για να υπηρετήσουν ένα κοινό αισθητικό όραμα. Η αποκαλυψιακή μεταφυσική υπηρετεί μια οπτική ιστορικού υλισμού. Ποιος κερδίζει και ποιος χάνει άραγε από το ζευγάρωμα αυτό, έχει η αισθητική τη δύναμη να συναιρεί τούτα τα δύο αντίθετα και να τα ωθεί προς μία οπτική που εξουδετερώνει την αντίφασή τους; Ή μήπως τίποτα δεν ακυρώνεται και δεν μειώνεται μέσα από τη σύζευξη αυτή και ο κάθε όρος, ο μεταφυσικός και ο υλιστικός, διατηρεί το σθένος του παράγοντας μιαν αντίφαση που μπορεί να λυθεί μόνο διά της αισθητικής συναίρεσης των αντιθέτων, αφήνοντας ανοιχτό και ειρωνικά άλυτο το εν λόγω ζήτημα του συμβιβασμού τους;

Η υπόθεση: βρισκόμαστε σε ένα χωριό της Λευκορωσίας, κατά τη γερμανική κατοχή στη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, λίγο πριν ξεσπάσει η καταστροφική ναζιστική θηριωδία, πάνω στον άμαχο πληθυσμό και ενόσω αυτή σοβεί και προκαλεί ένα κυριολεκτικό ολοκαύτωμα (μάς είναι οικεία ήδη και είναι παροιμιώδης από το δικό μας ιστορικό παρελθόν κατά την ίδια χρονική περίοδο –Καλάβρυτα, Δίστομο, Δοξάτο– ο θάνατος, η βία, η ρατσιστική προκατάληψη παρασύρουν τα γεγονότα, ακόμη κι όταν ο συσχετισμός δυνάμεων θα αλλάξει φορά, ακόμη κι όταν οι παρτιζάνοι επέμβουν και επιβάλλουν τη δικαιοσύνη τους και κατά έναν τρόπο που βαραίνει ακόμη τη συλλογική μνήμη με το αίμα των αθώων. Το πρόβλημα του σκηνοθέτη δεν είναι, φυσικά, να αποδείξει τον βαθμό της ωμότητας, ο οποίος επιβάλλεται, σχεδόν αυτονόητα μέσα από την απυρόβλητη ιστορική του αληθοφάνεια και πιστοποίηση Το πρόβλημα είναι μάλλον πώς τούτο το αυταπόδεικτο της θηριωδίας θα μεταστοιχειωθεί σε ένα αισθητικό ζητούμενο.

Είναι καταφανώς βέβαιο ότι πρόκειται για ένα αποτρόπαιο έγκλημα εις βάρος του άμαχου πληθυσμού, ένα έγκλημα πολέμου: οι αθώοι και οι δήμιοι είναι ξεκάθαρα διακριτοί. Ο Κλήμοφ δεν κομίζει τίποτα καινούργιο όσον αφορά σε αυτόν τον διαχωρισμό. Διαθλά όμως το κακό, τούτο το “απόλυτο” ναζιστικό κακό, μέσα από διάφορους φακούς. Ένας από αυτούς, και, αναμφισβήτητα, ο ισχυρότερος, είναι το “αθώο” παιδικό βλέμμα. Ο Φλόριαν (Αλεξέι Kραβτσένκο) είναι ένα παιδί που, παρότι ονειρεύεται τον πόλεμο, έστω υπό μορφή παιχνιδιών, έστω σε κατάσταση γενικής επιστρατεύσεως και πατριωτικού συναγερμού υπέρ βωμών και εστιών, θα υποστεί τις συνέπειες της πολεμικής θηριωδίας, η οποία θα αποτυπωθεί πάνω του σχεδόν σωματικά, και μάλιστα με έναν προοδευτικό ρυθμό. Σύμφωνα με αυτόν, τα σωματικά χαρακτηριστικά του παιδιού θα υποβληθούν σε μιαν αλλόκοτη φυσιογνωμική αλλοίωση, μέχρι την αφύσικη πρόωρη γήρανσή του. (περισσότερα…)