του ΧΑΝΣ ΜΑΓΚΝΟΥΣ ΕΝΤΣΕΝΣΜΠΕΡΓΚΕΡ
(Μετάφραση: Χρήστος Αστερίου)
(Συνέχεια από το πρώτο μέρος)
ΙΙ. Η ΚΟΙΝΟΤΗΤΑ
Τι συμβαίνει, όμως, όταν ο απόλυτα ηττημένος ξεπερνά την απομόνωσή του, κοινωνικοποιείται, αναζητάει μια πατρίδα της ήττας στην οποία δεν θα βρει μόνο κατανόηση αλλά και την αναγνώρισή του, μια κοινότητα ομοϊδεατών που θα τον καλωσορίσει, μια κοινότητα που τον χρειάζεται; Τότε είναι που ξυπνά μέσα του η καταστροφική ενέργεια, η αδίστακτη φύση, το αμάλγαμα την επιθυμίας για θάνατο και της μεγαλομανίας. Ένα καταστροφικό αίσθημα παντοδυναμίας είναι τότε που τον λυτρώνει από την αδυναμία του.
Παρ’ όλ’ αυτά είναι αναγκαία και μερικά ιδεολογικά «φυτίλια» για να τον πυροδοτήσουν κι όπως δείχνει η ιστορία ποτέ δεν έλειψαν ανάλογες αφορμές. Αδιάφορο αν πρόκειται για θρησκευτικά ή πολιτικά, για εθνικιστικά, κομμουνιστικά ή ρατσιστικά δόγματα: κάθε στενοκέφαλο είδος σεχταρισμού μπορεί να θέσει σε λειτουργία την υπνωμένη ενέργεια του απόλυτα ηττημένου ανθρώπου.
Αυτό δεν ισχύει μόνο για τη μάζα αλλά και για τον εκάστοτε μεμονωμένο υποκινητή. Ο υποκινητής ασκεί μια έλξη, η οποία πηγάζει από το γεγονός ότι και ο ίδιος αυτοπροσδιορίζεται ως εμμονικά ηττημένος. Οι οπαδοί του αναγνωρίζουν τον εαυτό τους στα χαρακτηριστικά εκείνα που προδίδουν την παραφροσύνη του. Δικαίως του προσάπτεται κυνισμός αφού ως καλός γνώστης τους είναι φυσικό να υποτιμά τους οπαδούς του γνωρίζοντας πως πρόκειται για ηττημένους, τους οποίους εν τέλει θεωρεί ανάξιους. Γι’ αυτό το λόγο ηδονίζεται με τη σκέψη, όπως σημείωσε ο Ελίας Κανέτι πριν από μισό αιώνα, πως πρέπει να οδηγήσει στο θάνατο όλους τους υπόλοιπους, ανάμεσα σ’ αυτούς και τους οπαδούς του, πριν ή καεί κι ο ίδιος στο υπόγειο στρατηγείο του.
Σ’ αυτό το σημείο επανέρχεται, με τρόπο επιτακτικό, κοντά σε άλλα παραδείγματα από την ιστορία, η θύμηση της εθνικοσοσιαλιστικής πλατφόρμας. Περί τα τέλη τής Δημοκρατίας της Βαϊμάρης πολλά κομμάτια του πληθυσμού θεωρούσαν πως ανήκουν στην πλευρά των ηττημένων. Τα αδιάσειστα στοιχεία που έχουμε από την περίοδο μαρτυρούν πολλά. Όμως, ούτε η οικονομική κρίση αλλά ούτε και η ανεργία δεν θα αρκούσαν να ανεβάσουν τον Χίτλερ στην εξουσία. Για να επιτευχθεί κάτι τέτοιο ήταν αναγκαία μια προπαγάνδα που θα ενεργοποιούσε τα ναρκισσιστικά ανακλαστικά μετά την ήττα του 1918 και τη συνθήκη των Βερσαλλιών. Οι περισσότεροι Γερμανοί έριχναν το φταίξιμο στους άλλους. Οι τότε νικητές, «μια παγκόσμια συνομωσία καπιταλιστών και μπολσεβίκων», μα πριν απ’ όλους οι Εβραίοι, το αιώνιο μαύρο πρόβατο, έπρεπε να παραμείνουν στο επίκεντρο τής στόχευσης. Το βασανιστικό συναίσθημα της ήττας δεν θα μπορούσε να απαλειφθεί παρά μόνο με μια φυγή προς τα μπρος, με μια φυγή προς την παραφροσύνη. Ήδη από το ξεκίνημα, στο μυαλό των εθνικοσοσιαλιστών γυρόφερνε το φάντασμα μιας παγκόσμιας κυριαρχίας. Απ’ αυτή την άποψη οι στόχοι τους δεν μπορούσαν ούτε να οριοθετηθούν ούτε να μεταβληθούν, δεν ήταν δηλαδή μόνο ανέφικτοι, αλλά και πέραν πάσης πολιτικής βάσεως. Ούτε μια ματιά στον παγκόσμιο χάρτη δεν θα έπειθε τον Χίτλερ και τους οπαδούς του για το άνισο του αγώνα μιας μικρής κεντροευρωπαϊκής χώρας ενάντια σε όλο τον υπόλοιπο κόσμο. Το αντίθετο, μάλιστα. Δεν υπάρχει ούτε λύση, ούτε κάποιο συμβιβαστικό μοντέλο που θα έστρεφε τον απόλυτα ηττημένο άνθρωπο προς μιαν άλλη κατεύθυνση αλλά και θα κατεύναζε τα καταστροφικά του ένστικτα. Όσο πιο απονενοημένο είναι το εγχείρημά του τόσο πιο φανατικά γαντζώνεται στο στόχο του. Είναι αρκετά πιθανό ο Χίτλερ και οι οπαδοί του να μην επιθυμούσαν τη νίκη αλλά το πέρασμα στην ιστορία ως απόλυτα ηττημένες οντότητες. Αυτό βεβαίως δεν τους απέτρεψε απ’ το να ξεσπάσουν την συσσωρευμένη οργή τους απέναντι σε όσους θεώρησαν υπεύθυνους για τις δικές τους ήττες μ’ ένα εκκαθαριστικό πόλεμο χωρίς προηγούμενο. Αρχικός τους στόχος ήταν η εξαφάνιση των Εβραίων και των αντιπάλων τους ήδη από το 1919, χωρίς αυτό να σημαίνει πως σκόπευαν να χαριστούν στους συμπατριώτες τους. Ο πραγματικός σκοπός δεν ήταν η νίκη, αλλά η εξόντωση, η πτώση, μια συλλογική αυτοκτονία, ένα τρομερό τέλος. Δεν μπορεί να δοθεί άλλη εξήγηση για το γεγονός ότι Γερμανοί πολέμησαν στον 2ο παγκόσμιο πόλεμο προασπιζόμενοι ακόμα και το τελευταίο χάλασμα στο Βερολίνο. Ο ίδιος ο Χίτλερ επιβεβαιώνει το σκεπτικό περί ήττας έχοντας δηλώσει πως ο γερμανικός λαός ήταν ανάξιος της επιβίωσης. Όντας υπεύθυνος για τις εκατόμβες των θυμάτων ο δικτάτορας κατάφερε εν τέλει να φτάσει εκεί που ήθελε: στην ήττα. Όμως οι λαοί που γύρευε να εξολοθρεύσει, Εβραίοι, Πολωνοί, Ρώσοι, Γερμανοί, υπάρχουν και σήμερα.
Ωστόσο ο ηττημένος άνθρωπος δεν εξαλείφθηκε αλλά συνεχίζει να ζει ανάμεσά μας. Αναπόφευκτο: σ’ όλες τις ηπείρους υπάρχουν δυνάμεις έτοιμες να καλοσωρίσουν την παρουσία του. Η διαφορά είναι πως στην εποχή μας πολύ σπάνια οι δυνάμεις αυτές έχουν κρατική υπόσταση αφού ακόμα και σ’ αυτό τον τομέα η ιδιωτική πρωτοβουλία έχει πάρει κεφάλι. Αν και οι κυβερνήσεις είναι αυτές που διαθέτουν τα μέσα μιας μαζικής εξόντωσης, εν τούτοις η κρατική εγκληματικότητα, έτσι όπως την γνωρίσαμε τις προηγούμενες δεκαετίες έχει υποχωρήσει αισθητά.
Στο παγκόσμιο γίγνεσθαι, οι ενεργές κολλεκτίβες των ηττημένων είναι πλέον λίγες παρά το γεγονός πως συνεχίζουν να έχουν συναλλαγές με διεθνείς χρηματοδότες και εμπόρους όπλων. Αντιθέτως υπάρχει πληθώρα τοπικών ομάδων με επικεφαλής κάποιους οπλαρχηγούς ή συμμορίτες. Οι αυτόκλητες αυτές φρουρές και παραστρατιωτικές συμμορίες αρέσκονται να προσδίδουν ένα απελευθερωτικό, επαναστατικό χαρακτήρα στις ενέργειές τους. Την ίδια ώρα υπάρχουν ΜΜΕ που τους αποκαλούν αντάρτες, έναν κολακευτικό γι’ αυτούς ευφημισμό. Τα ονόματα και οι συντομογραφίες που επιλέγουν ποικίλουν: «Φωτεινό μονοπάτι», MLC, RCD, SPLA, ELA, LTTE, LRA, FNL, IRA, LIT, KACH, DHKP, FSLN, UVF, JKLF, ELN, FARC, PLF, GSPC, MILF, NPA, PKK, MODEL, JI, NPA, AUC, CPNML, UDA, GIA, RUF, LVF, SNM, ETA, NLA, PFLP, SPM, LET, ONLF, SSDF, PIJ, JEM, SLA, ANO, SPLMA, RAF, AUM, PGA, ADF, IBDA, ULFA, PLFM, ULFBV, ISYF, LURD, KLO, UPDS, NLFT, ATTF, αδιάφορο αν πρόκειται για «αριστερούς» ή «δεξιούς». Κάθε τέτοια ένοπλη αγέλη αυτοχαρακτηρίζεται «στρατός», επανδρώνεται με μαχητές και κομάντος, πασχίζει με διακηρύξεις και βαρύγδουπες προκηρύξεις να προσδώσει σοβαρότητα στο προφίλ της εμφανιζόμενη ως εκπρόσωπος κάποιων κοινοτήτων. Η ζωή των άλλων τούς είναι παντελώς αδιάφορη αφού ως απόλυτα ηττημένοι έχουν πειστεί για την απαξία της δικής του ζωής. Δεν δίνουν καμία σημασία στην επιβίωση, είτε αυτό αφορά σε αντιπάλους, σε οπαδούς ή σε απλούς άμαχους. Απάγουν και σκοτώνουν με ευχαρίστηση τους ανθρώπους που προσπαθούν να μετριάσουν τον πόνο στο πεδίο δράσης τους, πυροβολούν για παράδειγμα νοσηλευτές και γιατρούς, καίνε ακόμα και την τελευταία κλινική της περιοχής τους όπου μπορεί να μην έχει απομείνει παρά ένα κρεβάτι κι ένα νυστέρι. Δεν γνωρίζουν ουσιαστικά καμία διαφορά μεταξύ ακρωτηριασμού και αυτοακρωτηριασμού.
Καμιά απ’ αυτές τις αγέλες, ωστόσο, δεν μπόρεσε να ακολουθήσει τις εξελίξεις της παγκοσμιοποίησης. Σε περιπτώσεις ιδεολογικής εκμετάλλευσης κρατικών και εθνικών συγκρούσεων κάτι τέτοιο ήταν απολύτως φυσικό. Από την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης κι έπειτα οι ομάδες που ακολούθησαν την παράδοση του διεθνισμού έχασαν την στήριξη τους από τις υπερδυνάμεις τόσο σε επίπεδο προπαγάνδας όσο και σε καθαρά υλικό επίπεδο. Με το κεφάλαιο να επικρατεί παγκοσμίως αναγκάστηκαν να βάλουν στην άκρη τις βλέψεις τους για παγκόσμια επιβολή και περιορίστηκαν στην υπεράσπιση των τοπικών εντολέων τους.
Ως εκ τούτου έχει απομείνει μόνο ένα κίνημα που μπορεί να ενεργήσει βίαια αναπτύσσοντας παγκόσμια δράση κι αυτό δεν είναι άλλο από τον ισλαμισμό. Αυτό που επιχειρεί να κάνει ο ισλαμισμός είναι να συγκεντρώσει την θρησκευτική ενέργεια ενός δόγματος παγκόσμιας εμβέλειας, το οποίο με 1,2 δισεκατομμύρια οπαδών δεν είναι μόνο εξαιρετικά δυναμικό αλλά εξαπλώνεται δημογραφικά σε όλες τις ηπείρους. Αν και αυτή η τεράστια ομάδα ανθρώπων είναι πολλαπλά διηρημένη και κατακερματισμένη από τις εθνικές και τις κοινωνικές συγκρούσεις, εν τούτοις η ιδεολογία τού ισλαμισμού αποτελεί το ιδανικό όχημα για την κινητοποίηση απόλυτα ηττημένων ανθρώπων. Για να την επιτύχει είναι σε θέση να επικαλεστεί ταυτόχρονα τόσο θρησκευτικούς και πολιτικούς όσο και κοινωνικούς λόγους.
Πολλές υποσχέσεις επιτυχίας δίνει και το μοντέλο οργάνωσης του ισλαμισμού έχοντας εγκαταλείψει τον αυστηρό συγκεντρωτισμό παλαιότερων ομάδων και αντικαταστήσει την αλάθητη και παντοδύναμη κεντρική διοίκηση μ’ ένα ευέλικτο δίκτυο. Πρόκειται για μια πρωτότυπη, σύγχρονη καινοτομία.
Κατά τα άλλα ακολουθείται η πεπατημένη των προκατόχων. Συχνά παραβλέπουμε πως η μοντέρνα τρομοκρατία είναι μια ευρωπαϊκή ανακάλυψη του 19ου αιώνα. Οι σημαντικότεροι πρόγονοί της θα πρέπει να αναζητηθούν στην τσαρική Ρωσία, παρ’ όλο που στην δυτική Ευρώπη η παράδοση είναι εξίσου μακρά. Τα τελευταία χρόνια ο αριστερός ριζοσπαστικός τρόμος της δεκαετίας του ’70 έχει λειτουργήσει ως πηγή έμπνευσης. Σ’ αυτό τον τύπο τρομοκρατίας οφείλουν οι ισλαμιστές την περίσσεια συμβόλων και τεχνικών. Το ύφος των δηλώσεών τους, τα μαγνητοσκοπημένα βίντεο, η εμβληματική χρήση των Καλάσνικοφ, ακόμα και οι χειρονομίες, η γλώσσα του σώματος και ο τρόπος ντυσίματος δείχνουν πόσα έχουν διδαχθεί από τα δυτικά τους πρότυπα. Κραυγαλέες είναι και άλλες ομοιότητες όπως για παράδειγμα η προσκόλληση σε γραπτά θέσφατα. Το Κοράνι παίρνει τη θέση του Μαρξ και του Λένιν κι αντί για τον Γκράμσι ο όρκος δίνεται στον Σαγίντ Κούτμπ. Φορέας της επανάστασης δεν είναι πια το παγκόσμιο προλεταριάτο αλλά η κλειστή ομάδα τού δόγματος. Πρωτοπόρος και αυτόκλητος αντιπρόσωπος των μαζών δεν είναι πια το κόμμα αλλά το παγκοσμίως εξαπλωμένο δίκτυο των ισλαμιστών πολεμιστών. Αν και ο Ισλαμισμός φαίνεται να χρησιμοποιεί παλιές ρητορικές φόρμες και ο λόγος των ηγετών του να χαρακτηρίζεται από μεγαλοστομία και υψηλούς τόνους, εν τούτοις πολλές από τις βασικές του ιδέες τις οφείλει στον μισητό εχθρό του, τον κομμουνισμό. Και οι δύο συμφωνούν πως η ιστορία διέπεται από άκαμπτους νόμους, πως η νίκη είναι αδιαπραγμάτευτη και πως με κάθε ευκαιρία θα πρέπει να ξεσκεπάζονται αποστάτες και προδότες, οι οποίοι κατά την δοκιμασμένη λενινιστική μέθοδο θα πρέπει να επιπλήττονται τελετουργικά.
Καμία έκπληξη δεν υπάρχει ούτε στην λίστα των αγαπημένων εχθρών: εδώ βρίσκουμε την Αμερική, την παρηκμασμένη Δύση, το παγκόσμιο κεφάλαιο, τον Σιωνισμό. Σ’ όλους αυτούς προστίθενται και οι άπιστοι, τα 5,2 δισεκατομμύρια δηλαδή τού υπόλοιπου κόσμου. Τέλος οι σχισματικοί μουσουλμάνοι, Σιΐτες, Ιμπαντίτες, Αλεβίτες, Σεϊδίτες, Αχμαντίγια, Βαχαμπίτες, Δρούζοι, Σούφις, Χαριντσίντες, Ισμαϊλίτες αλλά και οπαδοί άλλων πίστεων.
Αντί να μελετήσουν τα χιλιάδες πρόσωπα του ηττημένου, οι κοινωνιολόγοι μένουν άκαμπτοι στις στατιστικές τους μιλώντας για μέσους όρους, αποκλίσεις, κατανομές. Σπάνια τους περνάει απ’ το μυαλό η ιδέα πως θα μπορούσαν και οι ίδιοι να ανήκουν στην κατηγορία των ηττημένων. Οι ορισμοί τους είναι σαν το ξύσιμο της πληγής: ο πόνος που επέρχεται με το ξύσιμο είναι μεγαλύτερος από τον αρχικό, ισχυρίζεται ο Σάμουελ Μπάτλερ. Έτσι όπως εξελίσσεται η ανθρωπότητα, ωστόσο, («καπιταλισμός», «ανταγωνισμός», «αυτοκρατορία», «παγκοσμιοποίηση» είναι εδώ οι επικρατούσες έννοιες) δεν αυξάνεται μόνο ο αριθμός των ηττημένων μέρα με την ημέρα, αλλά πολύ γρήγορα –όπως πάντα συμβαίνει με τις μεγάλες μάζες- συντελούνται ομαδοποιήσεις. Μέσω μιας χαώδους και ακατανόητης διαδικασίας διαχωρίζονται μεταξύ τους οι ηττημένοι απ’ τους υποδεέστερους και τα θύματα. Ένας άνθρωπος που αποδείχτηκε κατώτερος των περιστάσεων μπορεί να αποδέχεται την ήττα του και να παραιτείται, το θύμα μπορεί να απαιτεί ικανοποίηση και ο ηττημένος να προετοιμάζεται για τον επόμενο γύρο. Ο απόλυτα ηττημένος όμως διαχωρίζει τη θέση του, καθίσταται αόρατος διαφυλάσσοντας την αφάνειά του, μαζεύει δυνάμεις και περιμένει τη σειρά του.
Ο άνθρωπος αυτός μπορεί να εκραγεί ανά πάσα στιγμή. Μέσω της έκρηξης βρίσκει την μοναδική λύση που θα μπορούσε να φανταστεί για το πρόβλημά του: την κλιμάκωση τού κακού που τον βασανίζει. Κάθε εβδομάδα διαβάζουμε γι’ αυτόν στις εφημερίδες. Είναι ο πατέρας που σκότωσε πρώτα την γυναίκα του κι ύστερα τα δυο μικρά παιδιά του πριν αυτοκτονήσει. Ο αποτροπιασμός είναι ασύλληπτος. Στα τοπικά ένθετα των εφημερίδων γίνεται λόγος για «οικογενειακή τραγωδία». Ή μαθαίνουμε για κάποιον που αμπαρώνεται ξάφνου στο διαμέρισμά του παίρνοντας όμηρο τον ενοικιαστή που απαίτησε το ενοίκιο. Όταν πια καταφθάνει η αστυνομία αρχίζει να πυροβολεί ανεξέλεγκτα. Την κατάσταση συνοψίζει η μαλαισιανή λέξη «αμόκ». Πριν πέσει νεκρός ανάμεσα σε διασταυρούμενα πυρά προλαβαίνει να σκοτώσει έναν υπάλληλο. Παραμένει όμως ασαφές τι είναι ακριβώς αυτό που πυροδοτεί την έκρηξή του. Κάποια μουρμούρα της συζύγου ίσως, κάποια δυνατή μουσική απ’ το διπλανό διαμέρισμα, ένας καυγάς σε κάποιο εστιατόριο ή η απόρριψη του δανείου από την τράπεζα. Αρκεί μια υποτιμητική παρατήρηση του προϊσταμένου για να τον ανεβάσει σε κάποια ταράτσα με το όπλο στραμμένο σ’ όσους περνούν μπροστά από το σούπερ μάρκετ. Όχι μόνο δεν τον ενοχλεί το γεγονός πως μια τέτοια κίνηση επιταχύνει και το δικό του τέλος, αλλά είναι κάτι που το επιδιώκει. Από πού άραγε να έχει προμηθευτεί το πολυβόλο που κρατάει; Είναι η στιγμή που ο απόλυτα ηττημένος (ένας δεκαπεντάχρονος ίσως που υποφέρει από ακμή) γίνεται κύριος της ζωής των άλλων. «Όλα τελείωσαν με την αυτοκτονία του», θα πει ο εκφωνητής των ειδήσεων. Η ειδική υπηρεσία της αστυνομίας είναι ώρα να πιάσει δουλειά. Βρίσκουν μερικά βίντεο του δράστη, κάποιες ασαφείς σημειώσεις στο προσωπικό του ημερολόγιο. Ούτε οι γονείς, ούτε οι γείτονες, ούτε οι δάσκαλοι είχαν αντιληφθεί το παραμικρό. Σε κάμποσα μαθήματα, βεβαίως, οι βαθμοί δεν ήταν καλοί. Σίγουρα τον χαρακτήριζε μια κάποια εσωστρέφεια, ήταν φειδωλός στα λόγια. Ωστόσο τα στοιχεία αυτά δεν αρκούν για να δικαιολογήσουν την πράξη του να πυροβολήσει τους συμμαθητές του. Οι εμπειρογνώμονες παραδίδουν τις εκθέσεις τους. Η κοινωνιολογική κριτική καταθέτει τα βαρύγδουπα επιχειρήματά της. Όλοι εγείρουν την απαίτηση μιας επανεξέτασης του αξιακού συστήματος. Η έρευνα για τα αίτια μιας τέτοιας πράξης εγκαταλείπεται. Πολιτικοί εκφράζουν την συμπαράστασή τους. Όλοι τους πιστεύουν πως πρόκειται για μεμονωμένη περίπτωση.
Είναι προφανές πως η ορμή της αυτοσυντήρησης είναι σχετικά καινοφανής. Υπέρ αυτής της άποψης συνηγορεί η αξιοπρόσεκτη έλξη που ασκεί η αυτοκτονία στον άνθρωπο ανεξαρτήτως πολιτισμού και εποχής. Κανένα ταμπού και καμία απειλή δεν μπόρεσαν να τον αποτρέψουν απ’ το ν’ αφαιρεί την ζωή του. Ωστόσο δεν υφίσταται τρόπος ποσοτικής μέτρησης της συγκεκριμένης τάσης. Κάθε προσπάθεια να αποτυπωθεί στατιστικά αποτυγχάνει λόγω της τεράστιας διαφοράς μεταξύ των καταγεγραμμένων και των πραγματικών περιστατικών.