«Το τραγικόν ειδύλλιον δύο ποιητών» [3/3]

*

Γράφει η ΕΙΡΗΝΗ ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΙΔΟΥ

Συνέχεια από το πρώτo και δεύτερο μέρος ]

~.~

Την επόμενη ημέρα, ο συντάκτης του άρθρου περί της τραγωδίας των ποιητών –ο τίτλος συνεχίζει να διατηρεί την κεφαλαία γραμματοσειρά–, επανέρχεται με περισσότερες λεπτομέρειες για τις κινήσεις των πρωταγωνιστών αλλά και την εξέλιξη της εξαφάνισης του έρμου του Μιράνα, βάζοντας ως υπότιτλο κάποιους στίχους από μιαν επιγραφή που βρέθηκε στην Πομπηία στην πύλη της έπαυλης του Ιοκκούντου, αφού κατά την άποψή του ταιριάζει περίφημα στην περίσταση των ερωτευμένων και δηλώνει πως ο Βαφόπουλος και η Ανθούλα θα ήταν πραγματικά ευτυχισμένοι αν δεν έδιναν βάση στα λόγια των συκοφαντών:

«Όποιος γνωρίζει ν’ αγαπά, ας είν’ ευτυχισμένος. Όποιος δεν ξεύρει ν’ αγαπά ας πάη να χαθή! Μα όποιος σ’ εμποδίζει ν’ αγαπάς , στο διάβολο ας πάη!»

~.~

Εφημερίς ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ
Δευτέρα, 15 Φεβρουαρίου 1932

ΑΠΟ ΤΗΝ ΖΩΗΝ ΚΑΙ ΤΟΝ ΕΡΩΤΑ

Η ΤΡΑΓΩΔΙΑ ΖΕΥΓΟΥΣ ΠΟΙΗΤΩΝ

ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΕΚ ΤΟΥ ΧΘΕΣΙΝΟΥ

Ο ποιητής δεν ήξευρε φαίνεται τους στίχους του Κάτουλου: Ας αγαπιούμαστε φίλτατη Λεσβία χωρίς να δίνουμε προσοχή στα λόγια του κόσμου. Αν δεν αφίσουμε την καρδιά μας ελεύθερη τι έχουμε να κερδίσουμε σ’ αυτόν τον κόσμο; Μια νύχτα μαύρη θα μας σκεπάση και θα πάη άδικα η μικρή ζωή μας. (περισσότερα…)

Ἐξωτικὸ κάλεσμα

*

τοῦ ΓΙΩΡΓΗ ΜΑΝΟΥΣΑΚΗ

Ἐπιλογὴ καὶ ἐπιμέλεια: Ἀγγελικὴ Καραθανάση

Εἶν’ ἕνα «βιβλίο τσέπης» τῶν πενήντα σέντς. Σχῆμα 16ο. Σελίδες, κείμενο μαζὶ μὲ τὶς εἰκόνες, ὄχι παραπάνω ἀπὸ ἑβδομήντα.[1] Μιὰ ἀπὸ τὶς ἀναρίθμητες ἐκλαϊκευτικὲς ἐκδόσεις Tέχνης ποὺ γεμίζουνε τὰ βιβλιοπωλεῖα τῆς Ἀμερικῆς καὶ τῆς Εὐρώπης.

Ὅμως, μέσα σὲ τοῦτο τὸ βιβλιαράκι εἶναι κλεισμένη μιὰ μαυλιστικὴ φωνή, ἕνα τραγούδι σειρήνας. Περιμένει νὰ τ’ ἀνοίξεις, ἐσύ, ὁ φυλακισμένος ἀπὸ τὸ χειμώνα καὶ τὴ δουλειά σου, ὁ δεμένος ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸ δειλὸ κι ἀναποφάσιστο ἑαυτό σου μὲ τοὺς δρόμους καὶ τὰ σπίτια καὶ τὰ καφενεῖα καὶ τοὺς κινηματογράφους μιᾶς ἐπαρχιώτικης πολιτείας, γιὰ νὰ σοῦ ψιθυρίσει στ’ αὐτὶ τὸ γοητευτικὸ κάλεσμά του.[2]

Εἴκοσι χρωματιστὲς φωτογραφίες πινάκων τοῦ Πὼλ Γκωγκὲν[3] ξετυλίγουνε μπροστὰ στὰ θαμπωμένα μάτια σου ἰσάριθμες ἀπόψεις ἑνὸς πρωτόγονου τροπικοῦ παράδεισου. Εἶν’ ἡ Ταϊτὴ κι ἡ Χίβα-Ὄα,[4] ἀπίθανα, ὀνειρικὰ νησιὰ τοῦ Εἰρηνικοῦ, ὅπως τὰ κράτησε στὸ μουσαμά του, αἰχμάλωτα τῆς αἰωνιότητας, ὁ «καταραμένος» ἐκεῖνος ζωγράφος. Ἕνας τόπος παντοτεινοῦ καλοκαιριοῦ καὶ παράξενης, ἐξωτικῆς ὀμορφιᾶς. Ἕνας κόσμος φωτεινός, λαμπερός, ὁλοκαίνουργιος, λὲς καὶ βγῆκε μόλις ἀπὸ τὰ χέρια τοῦ Θεοῦ.

Χρώματα ζεστὰ χτυπητά, βάρβαρα, δεμένα ὅλα μαζὶ σ’ ἕνα ὀργιαστικὸ ἀγκάλιασμα χυμοῦνε καὶ γεμίζουνε τὰ μάτια σου. Τὸ πράσινο τῆς τροπικῆς βλάστησης εἶναι τόσο δυνατὸ ποὺ βάφει μὲ τὸ ἴδιο χρῶμα τ’ ἄσπρο ἄλογο καθὼς πίνει νερὸ ἀπὸ τὸν ποταμὸ καὶ δίνει ἀκόμη καὶ στ’ ἀνθρώπινα πρόσωπα κάποτε μιὰ πρασινωπὴ ἀπόχρωση. Τὰ κόκκινα χαμολούλουδα μοιάζουνε μὲ φλόγες ποὺ χυθήκανε νὰ κάψουνε τὴ γή. Ἄλλα λουλούδια μενεξελιά, κίτρινα ἢ γαλάζια φαντάζουνε σὰ μεγάλα πανιὰ  ποὺ πρὶν ἀπὸ λίγο τὰ βουτήξανε στὴ μπογιὰ καὶ τά ’χουν ἁπλώσει κατάχαμα νὰ στεγνώξουνε. Τὸ ἴδιο μενεξελὶ χρῶμα ἔχουνε συχνὰ κι οἱ κορμοὶ τῶν δέντρων, ἀκόμη καὶ τὰ φυλλώματά τους. Τὰ νερὰ τῶν ποταμῶν ἢ τῶν πηγῶν χρωματίζουνται βαθυγάλανα ἢ κοκκινωπὰ ἀπὸ μυστηριώδικες, ἄγνωστες αἰτίες. (περισσότερα…)

Ο Τ. Σ. Έλιοτ και ο κύριος Ευγενίδης

*

του ΚΩΣΤΑ ΧΑΤΖΗΑΝΤΩΝΙΟΥ

~.~

Ο Τ. Σ. ΕΛΙΟΤ ΚΑΙ Ο κ. ΕΥΓΕΝΙΔΗΣ

Ο Ευγένιος Ευγενίδης (1882-1954), εφοπλιστής και εθνικός ευεργέτης, μου έφερε στον νου την περίφημη σύνδεσή του με την ποίηση, μέσα από την Έρημη χώρα του Έλιοτ. Θυμίζω τους στίχους από το τρίτο μέρος της συλλογής «Το κήρυγμα της φωτιάς»:

Ανύπαρκτη πολιτεία.
Κάτω από τη φαιά ομίχλη ενός χειμωνιάτικου μεσημεριού
Ο κύριος Ευγενίδης, έμπορος εκ Σμύρνης
Αξύριστος, με τις τσέπες γεμάτες σταφίδες
Κατευθείαν για Λονδίνο: φορτωτικές πληρωτέες άμα τη εμφανίσει,

Με κάλεσε με τα άξεστα γαλλικά του
Για γεύμα στο Κάνον Στρητ Οτέλ
Και μετά για ένα σαββατοκύριακο στο Μετροπόλ.

Το ποίημα εκδόθηκε τον Οκτώβριο του 1922 αλλά γραφόταν επί αρκετά χρόνια και είχε ολοκληρωθεί πριν την Καταστροφή του Αυγούστου του 1922. Η αναφορά σε έναν Σμυρναίο έμπορο δεν είναι παράδοξη καθώς το ανατολικό ζήτημα απασχολεί έντονα τη βρετανική ζωή εκείνα τα χρόνια. Όμως έχει και μία πραγματική αφορμή. Ο Έλιοτ γνώρισε τον Ευγενίδη τον καιρό που εργαζόταν στο Σίτυ ως τραπεζικός υπάλληλος, στην Lloyds Bank όπου προσλήφθηκε το 1917 και παρέμεινε ως το 1925. Το επιχειρηματικό δαιμόνιο του Ευγενίδη (που δεν ήταν Σμυρναίος, γεννήθηκε το 1882 στο Διδυμότειχο, αλλά δραστηριοποιείτο στο εμπόριο με την Σμύρνη) αναδείχθηκε πολύ νωρίς στην οργάνωση των μεταφορών και το διεθνές εμπόριο. Ήδη από το 1902 εργαζόταν σε μια βρετανική ναυτιλιακή εταιρία, στην Doro’s Brothers και τέσσερα χρόνια αργότερα προσλήφθηκε ως γενικός διευθυντής στο ναυτιλιακό πρακτορείο Reppen. Υπήρξε ο μεγαλύτερος εισαγωγέας σκανδιναβικής ξυλείας στην Οθωμανική Αυτοκρατορία και ανέλαβε την πρακτόρευση της σουηδικής ναυτιλιακής εταιρείας Svenska Orient Linien. Ως προς τις μεθόδους πλουτισμού δεν χρειάζεται να πούμε πολλά. Ο στίχος για πρόσκληση σε γεύματα και weekend προς έναν τραπεζικό υπάλληλο είναι προφανής, αρκεί για τα περαιτέρω. Το πρωτεύον μοτίβο που αντηχεί σε όλο το ποίημα ωστόσο, είναι άλλο. Είναι το μοτίβο ενός προφήτη, ενός οραματιστή. Ο Έλιοτ βλέπει τον εαυτό του σε αυτόν τον ρόλο, αισθάνεται (και είναι) ένας από τους λίγους που μπορούσαν να δουν και να κατανοήσουν τη διεφθαρμένη και έρημη προοπτική του μοντέρνου κόσμου γύρω του. (περισσότερα…)

Ο χρόνος

*

ΠΕΡΙΔΙΝΗΣΗ

Κι αν μας ευλόγησαν οι καιροί με ανακωχές
ή αν μας καταράστηκαν με μάχες
μη γελιέσαι·
δεν είναι που το αξίζαμε, μήτε τό ’να, μήτε τ’ άλλο.
Καβαλάρηδες βρεθήκαμε μονάχα
σε μια σπείρα του τρυπανιού της ιστορίας,
που στρέφεται και προχωρεί
σε μιαν αέναη διάτρηση του χρόνου.
Κι είναι η μόνη που μας μένει επιλογή
να λικνιστούμε στον ρυθμό της περιδίνησης.

~.~

Ο ΧΡΟΝΟΣ

Ανακωχή ζητώ η τρελή
στου χρόνου τ’ άτιμο σκυλί,
μα εκείνο, δε φιλιώνει·
είναι διώκτης μου γοργός
ο χρόνος ο σιδηρουργός·
με πελεκάει στ’ αμόνι.

Ο χρόνος ντύνεται γιατρός·
και σύμμαχος· και κηπουρός·
φυτεύει στην αυλή μου
του παραδείσου τη μηλιά,
βάτους, βοτάνια, περγουλιά,
και ρόδο της ερήμου.

Ο χρόνος είναι συνοδός·
μ’ έχει αγκαζέ του συνεχώς·
τις τσέπες μου γεμίζει
μ’ ορμήνιες σε παλιόχαρτα,
στου κόσμου την εξώπορτα
ως με ξεπροβοδίζει.

ΑΝΝΑ ΣΠΥΡΑΤΟΥ

*

*

*

25 Μαΐου 2011 – Δεκατρία χρόνια χαμένος

ΓΙΑΝΝΗΣ ΒΑΡΒΕΡΗΣ, 1955-2011
( έργο του Παναγιώτη Μητσομπόνου )

*

Λογοθεσίες από τον
ΗΡΑΚΛΗ ΛΟΓΟΘΕΤΗ

*

25 Μαΐου 2011 – Δεκατρία χρόνια χαμένος

Με τον ποιητή Γιάννη Βαρβέρη υπήρξαμε φίλοι, συνάδελφοι στην κριτική του θεάτρου και συμπαίκτες στη ρουλέτα. Ο Βαρβέρης γαλουχήθηκε στα χαρτοπαικτικά ήθη από μικρός, πέρασε ατέλειωτα βράδια στην ήπια παρακμή μισοξεχασμένων ελληνικών λουτροπόλεων, παρέα με χήρες στρατιωτικών και συζύγους μεσοαστών συμβολαιογράφων. Σύντομα έγινε μαιτρ σε όλων των ειδών τα παίγνια— απότοκο μάλιστα αυτής της ειδημοσύνης υπήρξε ο μικρός οδηγός χαρτοπαικτικής συμπεριφοράς με το εύγλωττο όνομα: Κόψε. Φιλάσθενος από πολύ ενωρίς και τα τελευταία χρόνια καταβασανισμένος από την επιδείνωση της υγείας του, δεν παραιτήθηκε ποτέ από τις απολαύσεις και (μεταξύ των κρίσεων που τον καθήλωναν στο σπίτι ή στο νοσοκομείο) έβγαινε για να τις αναζητήσει. Πάντοτε κομψός μα χωρίς ποτέ να ξεπέφτει στην επιτήδευση, λεπταίσθητος και οπλισμένος με το άσβεστο βιτριολικό του χιούμορ, νωχελής και αργοβάδιστος, παλαιότερα από ιδιοσυγκρασία και εσχάτως εξ ανάγκης. Και ήταν όντως χάρμα οφθαλμών να τον παρατηρείς να καταπλέει σάμπως σε δύσκολο λιμάνι, με ελιγμούς περίτεχνους, λεπτό προϋπολογισμό των εμποδίων και επιφύλαξη κινητική που φανέρωνε ιδιαίτερη σπουδή. Ορισμένα απ’ αυτά τα χαρακτηριστικά των σωματικών του αντιδράσεων μετέφεραν αυτούσιο το στίγμα τους και στην όλη συγκρότηση του Βαρβέρη, στη ζωή και στο παιχνίδι: μιλώ για τους στοχαστικούς ανάγυρους, την ακρίβεια και τη διαισθητική πρόνοια που τον διέκρινε στις εκτιμήσεις του. Στο καζίνο έπαιζε Black Jack και ρουλέτα με εξαιρετικές επιδόσεις — γιατί ήταν παίκτης ολκής ο Βαρβέρης. Προλάβαμε μαζί τις παλιές, αργοκύλιστες γαλλικές ρουλέτες (τότε που ανάμεσα στο Faites vos jeux και στο Rien ne va plus υπήρχε αρκετός χρόνος για την αποτίμηση της ροής των αποτελεσμάτων και τον σχεδιασμό της επόμενης κίνησης) και είχα πολλές ευκαιρίες να παρατηρήσω τη συμπεριφορά του στο τραπέζι του περιστροφικού ιλίγγου. Ως μεθοδικός παίκτης έδινε μεγάλη σημασία στην διαχείριση κεφαλαίου και επέλεγε στοιχηματικούς τύπους ισχυρών πιθανοτήτων. Η σκευή του η πολεμική, αμυντική εκ φύσεως, διέθετε και εντελώς αντίθετα όπλα: αιχμές αντί καμπυλών, ασωτία διαθέσεων έναντι σφιχτής λογιστικής τάξεως και αστραπιαίες αντεπιθέσεις με μεγάλη αίσθηση του ρίσκου. Ήταν προικισμένος δηλαδή με τον σπάνιο συνδυασμό σύνεσης υπολογιστικής και τόλμης αλματικής. Πλεονεκτήματα που άστραφταν και με τα οποία ο Γιάννης κέρδισε πολλές αναμετρήσεις που φαίνονταν χαμένες. Μα το παιχνίδι, κάθε παιχνίδι στη ζωή, κάποτε δυσκολεύει, παίζεις με μια τύχη απλή, η μπίλια πέφτει στο zero και χάνεις. (περισσότερα…)

Τζακαράντες

*

του ΗΛΙΑ ΜΑΛΕΒΙΤΗ

Ο Γιώργος Σεφέρης φαίνεται πως έκθαμβος πρωταντίκρισε σε πλήρη ανθοφορία τις τζακαράντες τον Οκτώβριο του 1941, στην Πρετόρια της Νότιας Αφρικής. Γράφει στο ημερολόγιό του (Μέρες Δ΄) την Τρίτη [14] Οκτώβρη 1941: «Η τζακαράντα, το δέντρο με τα μενεξεδένια μάτια, που κρατά καστανιέτες». Και συμπληρώνει δέκα μέρες σχεδόν μετά (Σάββατο, 25 Οκτώβρη):

«Οι τζακαράντες αρχίζουν τώρα να πρασινίζουν. Σε λίγο η μενεξεδένια χάρη τους θα έχει χαθεί. Μοιάζουν σαν τα όμορφα παιδιά που ασκημίζουν μεγαλώνοντας».

Το μενεξεδένιο χρώμα της κι οι καρποί της που μοιάζουν στις ισπανικές καστανιέτες υποβάλλουν ακαριαία στον ποιητή την αίσθηση της χορευτικής κίνησης. Κι έτσι χορεύοντας τις παρουσιάζει στο ποίημα που γράφει πάλι εκεί στην Πρετόρια, μάλλον προς το τέλος του ίδιου μήνα, όπως φανερώνει κι η αναφορά στον Ευπλόκαμο Νυχθήμερο, που απάντησε στον Ζωολογικό κήπο (26 Οκτώβρη. Την ίδια αυτή χειρόγραφη ένδειξη του ποιητή φέρει εξάλλου κι ο φάκελος που περιέχει το αυτόγραφο, στο Αρχείο του: «Της Μαρώς KERK STR. OOST 1941 τ’ άη Δημήτρη»).

KERK STR. OOST, PRETORIA, TRANSVAAL

Οι τζακαράντες παίζοντας καστανιέτες και χορεύοντας
ρίχναν γύρω στα πόδια τους ένα μενεξεδένιο χιόνι.
Αδιάφορα όλα τ’ άλλα, κι αυτό
το Βένουσμπεργκ της γραφειοκρατίας με τους διπλούς
του πύργους και τα διπλά του επίχρυσα ρολόγια
ναρκωμένο βαθιά σαν ιπποπόταμος μες στο γαλάζιο.
Και τρέχαν τ’ αυτοκίνητα δείχνοντας
γυαλιστερές πλάτες όπως τα δελφίνια.
Στο τέλος του δρόμου μάς περίμενε
δρασκελώντας αργόσχολα μες στο κλουβί του
ο ασημένιος φασιανός της Κίνας
ο Ευπλόκαμος Νυχθήμερος, όπως τον λένε. (περισσότερα…)

Ωδή στο Café Degenhardt

*

Ωδή στο Café Degenhardt

Κοινωνία της διασκέδασης, της καλοπέρασης
Σ’ αυτήν ανήκω εγώ
Κι ολόκληρη η γενιά μου
Είτε το συνειδητοποιούμε είτε όχι
Τις μέρες μας έχουμε ζήσει σε τέτοια καφέ
Με μοντέρνα διακόσμηση
Που κρατάνε στοιχεία από τα παλιά
Δεκαετίας ’70 σαν εκείνα
Που ήξερα στη Φωκίωνος Νέγρη
Στην πατρίδα μου Αθήνα
Τα ζαχαροπλαστεία της Πλατείας Βικτωρίας
Ή του Κολωνακίου
Το Café Degenhardt δεν είναι
από τ’ αγαπημένα μου εδώ
στην πόλη που με φιλοξένησε καιρό
Δεν είναι αξιοπρόσεκτο σαν το Maldaner
Το ιστορικό κι αριστοκρατικό
Δεν είναι πρώτο στην καρδιά μου σαν το Blum
Αλλά έχω αφήσει ωραίες στιγμές
Στο Café Degenhardt
Στα καθίσματά του, στα τραπέζια του
Στα πιάτα και τα φλυτζάνια του (περισσότερα…)

«Το τραγικόν ειδύλλιον δύο ποιητών» [2/3]

*

Γράφει η ΕΙΡΗΝΗ ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΙΔΟΥ

[ Συνέχεια από το πρώτο μέρος ]

~.~

Εφημερίς ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ
Σάββατον, 13 Φεβρουαρίου 1932

ΤΟ ΤΡΑΓΙΚΟΝ ΕΙΔΥΛΛΙΟΝ ΔΥΟ ΠΟΙΗΤΩΝ

ΓΙΩΡΓΟΣ ΒΑΦΟΠΟΥΛΟΣ ΚΑΙ ΑΝΘΟΥΛΑ ΣΤΑΘΟΠΟΥΛΟΥ

Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΕΝΟΣ ΕΡΩΤΟΣ

Ούτε και χθες υπήρχε καμμιά πληροφορία σχετικώς με τον εξαφανισθεντα ποιητήν κ. Βαφόπουλον. Η δ)νίς Ανθούλα Σταθοπούλου προσήλθε μόνον εις τα γραφεία μας και με σπαραγμόν ψυχής μας είπε τα εξής:

— Τίποτε ακόμη και από πουθενά καμμιά πληροφορία. Ίσως να πήγε στο Άγιον Όρος. Το πιθανότερο είναι αυτό! Ήταν ένας άνανδρος… Φέρθηκε ελεεινά. Αγαπιούμασταν με έναν ξεχωριστό τρόπο. Δεν ήταν έρωτας αυτός. Ήταν μια σωστή φρενοπάθεια. Έσκυβε να μου φιλήση το χέρι και κατέληγε σε δάγκωμα. Ξεύρω πως μ’ αγαπά και πως μια μέρα θα γυρίση. Αχ… αν γυρίση.

Είχεν ένα σφύριγμα στην φωνή της. Τα παράξενα γαλανά μάτια της, απ’ τα οποία ξαφνικά ανέβλυζαν δάκρυα και ξέφευγαν αστραπές, έδειχναν όλη την τρικυμίαν της ψυχής της, την καταιγίδα που είναι έτοιμη να ξεσπάση.

— Ας είναι, συνεχίζει, η ιστορία αυτή δεν θάχη φοβερό τέλος γι’ αυτόν. Εγώ θα πεθάνω, να ιδήτε. Όλα έχουν κάποιο τέλος. Και η δική μου περιπέτεια ασφαλώς θα τελειώση, ασφαλώς αλλά μ’ έναν τρόπο… θα ιδήτε… α! μια στιγμή! Κάποια εφημερίδα έγραψε πως ντύθηκα στα μαύρα μια και τον έχασα. Όχι. Πενθώ το χαμό της αδελφής μου που έγινε τώρα και δυο-τρεις μήνες. Και τι δεν έχω να πενθήσω εγώ; Το σπίτι μου σαρώθηκε. Δέκα χρόνια τώρα όλο και γκρεμίζονταν. Πέθανε η μαμά, ο αδελφός, η αδελφή μου. Το σπίτι μας ρήμαξεν. Όλο πτώματα γύρω και ρημάδια. Τάφοι και μαύρα ρούχα. Κάπου, κάπου μια ώρα χαράς και ύστερα μέρες, μήνες, χρόνια θλίψης. Ζω μέσα σε μια βαθύτατη οδύνη!

Έφυγε. Αργά. Με βήμα σταθερό. Τα μάτια της ήταν στεγνά. Τα χείλη σφιγμένα.

— Αχ, αν γύριζε!

Κι είχεν έναν τόσο παράξενον τόνο στη φωνή της, τόσο παράξενο…

*

* (περισσότερα…)

Ξέχωρο

*

Είμαι χωριό στη μέση του βουνού· μήδε στη ρίζα του και μήδε στην κορφή του· μακρά ’πο θάλασσες και κάμπους: ξέχωρο, ατάιστο, απότιστο, αφρόντιστο. Λίγοι κατοίκοι· παλιά τα σπίτια· πέτρα στην πέτρα, δίχως λάσπη και ασβέστη· στο λάκκο όξ’ απ’ τα σπίτια τους αποπατούν οι ανθρώποι: κάθε θαμνί κι ένα κουράδι. Με κάτουρο ανθούν οι ασπαλάθοι. Λίγοι με ξέρουν· ούτε κι οι κοντοχωριανοί (ανάθεμά κι αν μ’ έχει χάρτης)· λίγοι κατοίκοι.

Και μια το χρόνο, δυο το χρόνο γίνεται κάποιος τους διάσημος, αφίσα και νεκρόσημο· ψηλά στην άκρη μου και το νεκροταφείο. Κι έχουν νεκροί και ζωντανοί την ίδια κούφια και απέραστη ζωή· ένα το καφενείο, δύο οι τράπουλες, τρία τα τάβλια.

Δεκαπενταύγουστό ’χουμε μία πανήγυρη κι αυτό είν’ όλο. Βάνουν οι ανθρώποι ρεφενέ τα λίγα ζα τους, τα τυριά τους, τα κρασά τους, βγαίνει στη μέση ένας λυράρης ξενομπάτης και δυο πάσα, κι εκεί γλεντάνε τη χαρά και τον καημό ότι δεν έχουνε καημούς ούτε χαρές.

Δέκα ελιές στην κατηφόρα δίνουν λάδι στους ανθρώπους, πέντε οζά το κρέας τους, δυο κότες το αυγό τους, ένα πηγάδι το νερό, κι εκείνο αποθαμένο, βουλισμένο.

Στις δυο του μήνα έρχετ’ ο γύφτος με ντουντούκα και δυο κιλίμια, ένα λεμόνι, μια καρπούζα.

Την κάθε μέρα ίδιες φάτσες, ίδιες φάτσες βλέπονται, βρίζονται, γελούνε, καλημερίζονται, καληνυχτίζονται, μιλούνε· παίζουν πρέφα. Στον πόλεμο εδώσανε το αίμα τους· πλέρωσα με κατοίκους μου το αίμα το πεταμένο: μήδε μνημείο τως εφτιάξανε· και όλοι οι τάφοι φτωχικοί: μια πλάκα από το σπλάχνο του βουνού, ένα ’νοματεπώνυμο, καμία μαντινάδα.

Ούτε μουσεία έχει εδώ, ούτε συλλόγους, ούτε ήρωες: ένα σχολειό κι αυτό μικρό, κι αυτό λειψό κι ερειπωμένο. Αριά και που έρχετ’ ο δάσκαλος να τον πετροβολήσουν τα παιδιά, και τον σβερκώνουνε οι γρες (αφού κατέχει και διαβάζει) κι ανοίγει το ξωκλήσι. (Πέτρα στην πέτρα και αυτό, κι έχει το χώμα του σκαφτό και πατημένο). Απέ τού δίδουν μια μαγκούρα, μια φεσάρα, ένα καρβέλι και κρασί, και βάνουν τον να κοινωνά μ’ έναν Ονειροκρίτη· ύστερα κάμουν το σταυρό τους, ανάφτουν κι απο ’να κλαράκι (κεριά δεν έχει η εκκλησιά) και πάνε στις δουλειές τους· ολημερίς ξεχορταριάζουνε, φυτεύουνε τους δέκα σπόρους, τους μαζώνουνε, κι ολοχρονίς πεινούνε και διψούνε· δε μιλούνε· μόν’ περιμένουν να περάσει η ζωή ως περιμένεις λίγη ώρα να περάσει.

Δεν έχω το χωριό κανέν’ ακαδημαϊκό ενδιαφέρον, να με παινέψουν ποιητάδες κι επιστήμονες, να πουν για το φιλότιμό μου, για το φίλεμα, το χώμα και την πλάση που αναδίδω· αξία δεν έχω ποιητική: κανείς για να με θυμηθεί, κανείς να με ξεχάσει: γκρίζο τοπίο, γκρίζα ζωή· ούτε και μαύρη για να πεις πως πήρε χρώμα, ούτε και άσπρη για να πεις θα ξαποστάσω.

Είμαι χωριό σαν τις γριές του: ξεδόντιαστες, ολόσκυφτες, με χίλιους δέκα πόνους σιγανούς κι αξομολόγητους· μόνο να τρώω και να πίνω -κι αν βρω να φάω και να πιω-, να κατουρώ και να κοιμούμαι, μ’ ένα εικόνισμα μικρό και μιαν αυλή να τη σκουπίζω κάθε μέρα, κι ας είν’ η σκόνη ανύπαρκτη αφού αέρας δε φυσά να τη χορέψει· μονάχα ήλιος και βροχή – κι αυτά στην ώρα τους· καμία έκπληξη, καμία έκπληξη.

Έτσι αφόρητο, βαρύ, σαν τη βαριά και την αφόρετη ζωή των χωριανών είμαι κι εγώ· αξία ποιητική καμιά, αξία ζωντανή καμιά (μήδε κι αξία ποθαμένη):

βάρος.

ΑΡΗΣ ΜΑΝΟΥΡΑΣ

*

*

*

H διαπλοκή αθλήματος και ζωής

*

του ΒΑΣΙΛΗ ΠΑΤΣΟΓΙΑΝΝΗ

Για να κάνουμε μιαν, αναπόφευκτα κοινότοπη, θεματική εισαγωγή: το τένις εμφανίζεται ως θέμα στον κινηματογράφο σε διαφορετικές ταινίες έχοντας διαφορετική αισθητική θέση: δεν είναι, βέβαια, τόσο συχνό όσο αθλήματα όπως η πυγμαχία, ίσως επειδή σε σύγκριση με αυτήν την τελευταία, για παράδειγμα, είναι κάπως αντικινηματογραφικό: οι δύο αντίπαλοι έχουν μιαν απόσταση μεταξύ τους, οι κινήσεις τους δεν παρουσιάζουν μεγάλη ποικιλία, η κάμερα αναγκάζεται σε συνεχείς εναλλαγές που είναι μοιραίο να κουράζουν τους θεατές της ταινίας (πολλώ μάλλον τους «πραγματικούς» θεατές της φιλμικής υπόθεσης), το μπαλάκι και η πορεία του, που κρίνουν τον αγώνα, δεν είναι πάντα εύκολο να γίνουν αντιληπτά, λόγω μεγέθους και ταχύτητας, και να δημιουργήσουν έτσι την αντίστοιχη αγωνία για την έκβαση του αγώνα. Από την άλλη, το τένις είναι ένα άθλημα ατομικό, που φέρνει αντιμέτωπους μετωπικά δύο αντιπάλους που έχουν ως άμεσο στόχο την επικράτηση, χωρίς δυνατότητα ισόπαλης έκβασης του αγώνα. Από αυτήν την ευθεία αναμέτρηση δυνάμεων μπορούν να αντληθούν ποικίλες δραματουργικές αντιθέσεις, όχι, βέβαια, μόνο αγωνιστικού ενδιαφέροντος αλλά και με προεκτάσεις εκτός τεραίν, οι οποίες είναι εκείνες που είναι δραματουργικά αξιοποιήσιμες.

Κάποια συγκεκριμένα παραδείγματα μπορούν να έχουν εδώ θέση επεξήγησης: ο πρωταγωνιστής στον Άγνωστο του εξπρές του Χίτσκοκ είναι ένας διάσημος τενίστας. Εκείνο που διακυβεύεται όταν εμπλέκεται άθελά του (;) στην υπόθεση ανταλλαγής θυμάτων είναι και η υπόληψή του ως τενίστα. Ο σκηνοθέτης μάς τον δείχνει στο τεραίν, ενώ ταυτόχρονα η τύχη του παίζεται εκτός αυτού, όταν ο άνθρωπος που τον ενέπλεξε προσπαθεί να τον εκβιάσει και να τον ενοχοποιήσει. Κάνοντας μια παραδειγματική χρήση του παράλληλου μοντάζ, ο Χίτσκοκ μάς δείχνει τη διαλεκτική σχέση μεταξύ του αγώνα και της ζωής, όταν αυτή η τελευταία και οι κίνδυνοι που εγκυμονεί τείνουν να ανατρέψουν την ισορροπία μεταξύ των δύο «πεδίων» αγώνα και να οδηγήσουν αμφότερα στην καταστροφή. Στο Μπλόου-απ του Μικελάντζελο Αντονιόνι η περίφημη σκηνή του τέλους, με μια ομάδα ελευθεριακών νεαρών να παίζουν εικονικά, χωρίς ρακέτα και μπαλάκι, και να εισάγουν μέσα στον πλασματικό τους κόσμο τον πρωταγωνιστή (Νταίηβιντ Χέμινγκς), το τένις έχει μια καθαρά συμβολική σημασία που ανακατευθύνει την ιστορία της ταινίας και το νόημα του μυθοπλαστικού της κόσμου: το μυστήριο που προσπαθούσε να εξηγήσει ο φωτογράφος ήρωας αποδεικνύεται άλυτο και μάταιο να φωτιστεί σε έναν κόσμο όπου επικρατεί η πλασματικότητα της εικόνας και η καταναγκαστική εσωτερίκευσή της. Από την άλλη, στο Ματς-πόιντ του Γούντυ Άλλεν το τένις είναι απλώς ένα ντεκόρ, μετωνυμία μιας κοινωνικής τάξης μέσα στην οποία πρέπει να ανελιχθεί και να εξελιχθεί κοινωνικά ο κατώτερης κοινωνικής καταγωγής ήρωας, ένα παιχνίδι που οι κανόνες του έχουν ευθείες αναλογίες με τις τροπές της μοίρας και της αντικειμενικής ζωής, ένα πεδίο αναμέτρησης δυνάμεων των κοινωνικών δρώντων. Στο Μπoργκ εναντίον Μακενρό το άθλημα παρουσιάζεται με την κατ’ εξοχήν αγωνιστική του όψη, ενώ οι κοινωνικοί παραλληλισμοί είναι μόνο έμμεσοι. Η ταινία τεκμηριώνει τρόπον τινά την περίφημη αναμέτρηση δύο διασημοτήτων του χώρου που το παθιασμένο ενδιαφέρον το οποίο προκάλεσαν δεν οφείλεται‒ κι εδώ‒ μόνο σε καθαρά αγωνιστικούς λόγους αλλά αφορά στην αντιπαλότητα δύο χαρακτήρων και στη συμβολική διάσταση που πήρε αυτή εντός της σφαίρας του αθλητικού «σχολιασμού». (περισσότερα…)

Plage d’Εurope και άλλα σονέτα

*

του ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

~.~

Η ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ

Ἀπὸ κοντὰ ἡ Καταστροφὴ σοῦ μοιάζει.
Χαμογελάει μ’ εὐγένεια, σοῦ εἶναι συμπαθής.
Δικαιολογεῖται, κόπτεται, μορφάζει :
«Ἐγὼ ; Ὄχι βέβαια ! Οἱ συνθῆκες οἱ ἐπαχθεῖς . . . »

Συχνὰ σοῦ ὁρκίζεται. Μὲ ὕφος καμικάζι
ποὺ θυσιάστηκε, ἀπαιτεῖ νὰ τῆς σταθεῖς :
«Τῆς μηχανῆς ἤμουν ἐγὼ τὸ τελευταῖο γρανάζι !
Κι ὁ θάνατος ; Ἀπὸ καιρὸ προαναγγελθείς . . . »

Ἀπό κοντὰ ἡ Καταστροφὴ σοῦ μοιάζει.
Μιλάει τὴ γλώσσα τῆς βλακείας φαρσί.
Πιστεύει στ’ ἄστρα, παραμύθια ἀναχαράζει,

ἔχει ἕνα βλέμμα τόσο ἀθῶο καὶ θρασύ . . .
Εἶναι γιὰ λύπηση – κι ὡστόσο σ’ ἀηδιάζει.
Ἀπό κοντὰ ἡ Καταστροφὴ εἶσαι Ἐσύ.

2012

~.~ (περισσότερα…)

Ανατομία της ματαιότητας

*

του ΓΙΩΡΓΟΥ ΤΑΡΑΣΛΙΑ

Κάθε απόπειρα εξωραϊσμού της ζωής είναι μασκάρεμα. Όλες οι καθιερωμένες δράσεις ισοδυναμούν με λήθη και απώθηση, νάρκωση και αποχαύνωση. Βιασύνη, άγχος, ιδρώτας, λαχάνιασμα, κόπωση, μίμηση, φιλοδοξίες, σχέδια, στόχοι: συμπτώματα μιας συλλογικής υστερίας που βυθίζει το εγώ μας στην αυταπάτη μιας αδιατάρακτης μονιμότητας, το εθίζει σε μια τυπική διαχείριση της ζωής και το καθιστά ανίκανο να στοχαστεί με θάρρος τα βασικά δεδομένα της ύπαρξης. Όμως οι απωθημένες αλήθειες κάποτε φανερώνονται. Μπορεί η είδηση ενός ξαφνικού θανάτου ή η αποκάλυψη μιας τερματικής ασθένειας να μας θυμίσει το αναπότρεπτο. Ή μπορεί κάποιο βράδυ η κούραση να έχει ασυνήθιστη κατάληξη. Μπροστά στον καθρέφτη, το είδωλό μας μάς κοιτάζει περίεργα. Η μάσκα ξεθωριάζει, το κρανίο αποκαλύπτεται: σύμβολο της ματαιότητας, τελική μορφή του μέλλοντός μας, υπαινιγμός θανάτου που διαρκεί όσο και το κοίταγμα. Το ίδιο φευγαλέα είναι και τα ερωτήματα. Γιατί υπάρχουμε; Τι νόημα έχει τόση κούραση; Προς τι όλα αυτά αφού κάποτε θα πεθάνουμε; Ενοχλητικά ερωτήματα. Τα απωθούμε ξανά. Τα προσπερνάμε και συνεχίζουμε. Ξεγελάμε τον εαυτό μας και περιμένουμε.

~~~

Υπάρχω σημαίνει υποφέρω, υπομένω, περιμένω. Το τέλος γνωστό: δεν υπάρχουν εκπλήξεις. Μόνο Ένας γλίτωσε αλλά το μυστικό το πήρε μαζί του. Ο άνθρωπος γεννιέται με τη σφραγίδα του θανάτου. Το επιχείρημα του σκελετού είναι ακλόνητο, όπως και το επιχείρημα της τέφρας. Άρα, κάθε ανθρώπινο εγχείρημα είναι μάταιο. Χιλιοειπωμένη και αυτονόητη, αυτή η παραδοχή δεν είναι απαισιόδοξη, είναι απλώς φυσιολογική. Και χρήσιμη. Όποιος την αποδέχεται ανεπιφύλακτα μπορεί να θεραπεύσει την ασθένεια της υπερβολικής σοβαρότητας που μας μετατρέπει σε γελοία θύματα της ματαιοδοξίας και της έπαρσης. Ίσως η μοναδική νίκη που μπορεί να πετύχει ο άνθρωπος είναι να μη γίνει γελοίος, δηλαδή παράφορα και καταστροφικά σοβαρός. Μόνο όσοι δεν προσβάλλονται από την υστερία του ενθουσιασμού και της παθιασμένης σοβαρότητας διατηρούν πιθανότητες να κρατηθούν μακριά απ’ το κακό ή τουλάχιστον να αποφύγουν περιττά δράματα και ρεζιλίκια.

~~~

Βρήκα καταφύγιο στα βιβλία όπως άλλοι βρίσκουν καταφύγιο στο χρήμα, άλλοι στο αλκοόλ και άλλοι σε κάθε λογής εξαρτήσεις. Χρήσιμο ή καταστροφικό, κάθε στήριγμα έχει τη δική του ιστορία. Εύκολος τρόπος να εξηγήσουμε το πώς οικοδομεί ο καθένας τις αυταπάτες του δεν υπάρχει. (περισσότερα…)