Δημήτρης Ε. Σολδάτος, Δεύτερη ευκαιρία

Κρυονέρι, Ευθύμιος Φυτόπουλος, Drone Photos

*

Τα Λευκαδίτικα διηγήματα (Fagotto books, 2016 και εμπλουτισμένη επανέκδοση 2017) είναι το μοναδικό βιβλίο με διηγήματα του Δημήτρη Ε. Σολδάτου ανάμεσα στις δεκαεπτά ποιητικές συλλογές που εξέδωσε στην διάρκεια σαράντα χρόνων. Η συνεργασία με το Νέο Πλανόδιον στην στήλη αυτή θα ξεκινήσει με κάποια από τα εκδομένα του διηγήματα (επιμελημένα εκ νέου) και θα συνεχιστεί με ανέκδοτο υλικό. Ο τίτλος της στήλης είναι παρμένος από μια κριτική του συγγραφέα Μιχάλη Μακρόπουλου για τα Λευκαδίτικα διηγήματα στις 28.6.2016 στον ιστοχώρο Bookpress (https://bookpress.gr/kritikes/elliniki-pezografia/6619-lekfaditikadiigimata-soldatos): «Ένα πνεύμα νοσταλγικό, παλιομοδίτικο ίσως, μα γνήσιο κι ανυπόκριτο, περασμένο στο χαρτί με ελληνικά που η ομορφιά και η καθαρότητά τους σπανίζουν πλέον».

~.~

ΔΕΥΤΕΡΗ ΕΥΚΑΙΡΙΑ

Τι είν’ η ζωή; Ένα ψέμα, μια αυταπάτη,
μια χίμαιρα, μια σκιά. Στιγμή στου απείρου
το χάος είν’ ό,τι φαίνεται μεγάλο.
Γιατί η ζωή είν’ ένα όνειρο, τι άλλο!
Και τα όνειρα, είναι όνειρο του ονείρου.
Πέδρο Καλδερόν ντε λα Μπάρκα, Η ζωή είναι όνειρο,
Δράμα σε τρεις «ημέρες», μτφρ. Νίκος Χατζόπουλος, 2003

Όταν πέθανα, πήγα κατευθείαν στον ουρανό. Δεν το περίμενα! Εξάλλου δεν πίστευα στην άλλη ζωή. Καθισμένος σ’ ένα απαλότατο σύννεφο κοίταζα από ψηλά τον κόσμο, λες και βρισκόμουν σ’ αεροπλάνο. Να οι Μύλοι, να η Γύρα, να το ξωκκλήσι τ’ Αϊ-Γιάννη τoυ Αντζούση, να το Κρυονέρι ή Αγιονέρι: μάτια γοργόνας γαλαζοπράσινα, που έχει στήθος βράχια και μαλλιά πευκοβελόνες! Πώς να μην γίνεις ποιητής σ’ έναν τέτοιον τόπο; Αν κάποιος έφερνε τον ουρανό κάτω και πάνω την Λευκάδα, άνετα θα μπορούσε να είναι ο παράδεισος! Κι εγώ αυτόν τον παράδεισο τον είχα μόλις χάσει.

Ευτυχώς μπορούσα να βλέπω κι από κοντά, λες κι είχα στα μάτια κιάλια. Με το πέρασμα της ώρας όμως – αν μπορούμε να ισχυριστούμε πως υπήρχε χρόνος σ’ έναν τέτοιο χώρο – συνειδητοποίησα ότι το σκηνικό λειτουργούσε αλλιώς. Δηλαδή όλα αυτά ήταν μέσα στον νου μου. Έφτανε να σκεφτώ το σπίτι μου και το έβλεπα. Το ίδιο αν ήθελα να δω έναν φίλο μου ή μια γυναίκα, ας πούμε.

Εντάξει, είχε την πλάκα του το πράγμα βέβαια! Αλλά ούτε άγγελοι, ούτε διαβατήρια, ούτε Άγιος Πέτρος. Μόνον μια απέραντη συννεφένια έρημος ως εκεί που φτάνει το μάτι. Και δεν έκανε ούτε ζέστη ούτε κρύο. Ούτε το κορμί μου ήταν ακριβώς κορμί, ούτε εγώ ήμουν ακριβώς εγώ, μα μπορούσα συγχρόνως να είμαι και να μην είμαι.

Περίεργα πράγματα! Αλλά είχα την αίσθηση πως όπου να ’ναι θα ’παιρνα κάποιο μήνυμα, μια εντολή κάτι να κάνω ή θα ερχόταν κάποιος να με προϋπαντήσει. Δεν ήταν δυνατόν να βγάλω έτσι ολόκληρη αιωνιότητα, καθισμένος σ’ ένα απαλότατο σύννεφο και κοιτάζοντας σαν χαζός τους άλλους να ζούνε… (περισσότερα…)

Η αδήριτη μεταφυσική ανάγκη και οι μεταμορφώσεις της

Το 2023 συμπληρώνονται 80 χρόνια από τη γέννηση και 25 από τον θάνατο του Παναγιώτη Κονδύλη (1943-1998). Με την ευκαιρία της επετείου, το ΝΠ, για το οποίο το έργο του Κονδύλη στάθηκε εξ αρχής βασικό σημείο αναφοράς, αποθησαυρίζει κείμενα είτε του ιδίου του στοχαστή είτε μελετητών του, Ελλήνων και ξένων.

~.~

του π. ΕΥΑΓΓΕΛΟΥ ΓΚΑΝΑ

Υπάρχει κάτι το παράδοξο στην επικράτεια της Δανιμαρκίας την οποία οι φιλοσοφούντες ονομάζουν μεταφυσική. Καταρχάς, για να παραφράσουμε μια γνωστή ρήση, η μεταφυσική είναι οι άλλοι· η έννοια της μεταφυσικής  κατά τους Νέους Χρόνους συνδυάστηκε με τις πιο αρνητικές συνδηλώσεις. Παράλληλα όμως, η μεταφυσική κατόρθωσε, μέσα από ποικίλες οβιδιακές μεταμορφώσεις, να επιβιώνει και πλέον εισέρχεται πλησίστια στον 21ο  αιώνα.

Το φαινομενικό αυτό παράδοξο εξηγεί και αναλύει με θαυμαστή ενάργεια, σαφήνεια και πληρότητα ο Παναγιώτης Κονδύλης στο έργο του Η Κριτική της Μεταφυσικής στη νεότερη σκέψη, το οποίο  επανεκδίδεται σε μια πολύ φροντισμένη έκδοση,  σε ολοκληρωμένη πλέον μορφή, συμπεριλαμβάνοντας, στον δεύτερο τόμο, τις εξελίξεις κατά τον 19ο και 20ο αιώνα, σε εξαιρετική μετάφραση του Μιχάλη Παπανικολάου.

Τι εννοούμε όταν μιλάμε για «μεταφυσική»; Η απουσία ενός γενικά δεσμευτικού ορισμού δεν σημαίνει, κατά τον Κονδύλη, ότι αδυνατούμε να περιγράψουμε τα γενικά της γνωρίσματα. Η μεταφυσική στηρίζεται στην διάκριση ανάμεσα σε Υπερβατικό και Εμμενές― σε ένα υπερεμπειρικό Εκείθεν, που θεωρείται ως η «αληθινή» και ανόθευτη πραγματικότητα και συνάμα ως πηγή ηθικών-κανονιστικών αρχών, και στο εμπειρικό Εντεύθεν. Έργο της μεταφυσικής  είναι η έλλογη σύλληψη του όντος, εμφανιζόμενη έτσι και ως έμπρακτη απόδειξη της παντοδυναμίας του Λόγου.

Η κριτική της μεταφυσικής κινήθηκε, κατ’ αναλογία, σε δυο επίπεδα. Στην πρώτη, χρονολογικά, και πιο ήπια μορφή της, η διάκριση Υπερβατικού και Εμμενούς  διατηρείται , αλλά είτε αμφισβητείται η δυνατότητα έλλογης σύλληψης του Υπερβατικού, οδηγώντας σε κάποια μορφή αγνωστικισμού, δηλαδή σε κάποια θεωρία που επικαλείται την περατότητα των γνωστικών δυνάμεων του ανθρώπου και, συνεπώς, τη μη γνωσιμότητα του «αληθινού» Όντος, είτε η μεταφυσική ερμηνεύεται ως λανθασμένη χρήση της γλώσσας που υποστασιοποιεί αφηρημένες έννοιες. Στη δεύτερη φάση της κριτικής, η διάκριση Υπερβατικού και Εμμενούς καταρρέει. Το ενδιαφέρον στρέφεται στο ερώτημα τι οδήγησε τον άνθρωπο σε μια τόσο παράλογη και αντίθετη προς την εμπειρία πεποίθηση. Και πάλι διακρίνονται δυο τάσεις. Πρώτον, η ιστορική-κοινωνιολογική, που βλέπει τη μεταφυσική ως ιδεολογία, με καρπό της την  «ψευδή συνείδηση», και αποστολή της  τη διατήρηση της εξουσίας των ισχυρών επί των αδυνάτων. Και δεύτερον, η ανθρωπολογική που βλέπει τη μεταφυσική ως έκφραση μιας ανεκρίζωτης ανθρωπολογικής σταθεράς που υπηρετεί την ανάγκη του ανθρώπου για νόημα και προσανατολισμό μέσα στον κόσμο.

Στην εποχή της επιφανειακής και από δεύτερο χέρι γνώσης που διάγουμε, μια ευρεία σύνθεση που χαρακτηρίζεται από γνώση των πηγών στην πρωτότυπη γλώσσα εκπλήσσει ευφρόσυνα. Ο Κονδύλης ξεκινά από την συμβολή των σχολαστικών, των νομιναλιστών και των ανθρωπιστών του όψιμου Μεσαίωνα  για να φτάσει μέχρι την αναλυτική φιλοσοφία και τον υπαρξισμό του 20ού αιώνα.     (περισσότερα…)

«Είμαι στη διάθεσή σας, εξοχότατε…»

*

της ΑΓΓΕΛΙΚΗΣ ΚΑΡΑΘΑΝΑΣΗ

Τo απόσπασμα είναι από το Β΄ μέρος του ανέκδοτου βιβλίου Η Ελισάβετ της Κρήτης. Πιεσμένη από τους Χιλλ, ύστερα από όσα μεσολάβησαν στην Αθήνα, η Ελισάβετ επιστρέφει ακούσια στα Χανιά, ως ξένο σώμα, όπως πιστεύει· κι αμέσως προσπαθεί να ενταχθεί στην υψηλή κοινωνία της πόλης.

~ . ~

Ντυμένος ευρωπαϊκά, όπως πάντα, και φορώντας με χάρη το τούρκικο φέσι την περίμενε με ανυπομονησία στην κουνιστή πολυθρόνα. Πότε πότε σηκωνόταν να δει από το παράθυρο μήπως έρχεται. Του είχε πει ότι το σπίτι της γειτόνευε με την επισκοπή, με τα πόδια θα ερχόταν· το Διοικητήριο είναι σχετικά κοντά.

Κι όμως καθυστερούσε· προσπαθούσε μέσα του να τη δικαιολογήσει κι απέρριπτε την πιθανότητα να μην έλθει. Η νευρικότητα σκίασε το πρόσωπό του· ο υπηρέτης του θέλησε να τον ηρεμήσει και του έφερε γεμάτο τον ναργιλέ. Τον άναψε και του έδωσε το μαρκούτσι. Εκείνος το έφερε αργά στα χείλη του κι άρχισε να ρουφάει. Αφοσιωμένος στην ευχαρίστηση του καπνίσματος, η αδημονία του έσβηνε σιγά σιγά.

Μετά από ώρα άκουσε την πόρτα να κτυπά, είδε τον υπηρέτη να τη μισανοίγει· «ήλθε» του είπε. Ο Βελής άφησε το μαρκούσι και σηκώθηκε, καθώς η Ελισάβετ εισερχόταν στο μεγάλο γραφείο· εξαϋλωμένος ο πασάς στο θολό σύννεφο του δωματίου, «σας περιμένω πολλή ώρα» της είπε και την καλωσόρισε θερμά. Εκείνη, ελαφρά ζαλισμένη από την έντονη μυρωδιά που έβγαζε το πλούσιο χαρμάνι, απάντησε:

— Εξοχότατε, ζητώ ταπεινά να με συγχωρέσετε για την καθυστέρηση, δεν ήταν ηθελημένη. Θα σας εξηγήσω.

Την άκουσε να μιλεί κάπως πνιγμένα και χαμηλόφωνα. Κατάλαβε ότι την είχε πειράξει ο ναργιλές του. Κάλεσε τον υπηρέτη να ανοίξει τα παράθυρα και να πάρει τον ναργιλέ· βγήκαν στο μπαλκόνι, ώσπου να αεριστεί ο χώρος. Η Ελισάβετ ανέπνευσε βαθιά κι άφησε τη ματιά της να περιπλανηθεί στη θάλασσα.

— Ας καθήσουμε για λίγο εδώ, έχει ήλιο ζεστό σήμερα, της είπε και της έδειξε τις πολυθρόνες.

— Τι ωραίο μπαλκόνι! Δική σας η θάλασσα, δική σας και η πόλη, που ξανοίγεται πίσω, κάτω από τα πόδια σας, του είπε με θαυμασμό, υποκρύπτοντας τα υπονοούμενα των λέξεων. (περισσότερα…)

Δημήτρης Καρακίτσος, Οθωμανικό ζέπελιν, «Σαν λιοντάρια» 2

Δυο φίλοι, ο οικονομολόγος Ιωάννης Κίνναμος και ο αρχαιολόγος Νικήτας Ακομινάτος, φίλοι από το πανεπιστήμιο, ξεκινούν με τη φιλοδοξία να γράψουν το καλύτερο νεοελληνικό μυθιστόρημα. Θέμα του βιβλίου τους, το οποίο έχει τον τίτλο Οθωμανικό ζέπελιν, είναι η Επανάσταση του 1821, δοσμένη όμως με στοιχεία steampunk μυθοπλασίας, όπου ο μοντερνισμός και τα ελληνικά του 19ου αιώνα δεν προσπαθούν ειμή να καθρεφτίσουν το πρόσωπο της Ελλάδας: που η μία όψη του αναπολεί την Ανατολή και η άλλη κοιτά ζηλόφθονα τη Δύση. Παρά τον ενθουσιασμό τους και την πίστη στις δυνάμεις τους, οι δυο φίλοι έχουν να λύσουν μια δύσκολη εξίσωση: τις αντίθετες πολιτικές τους απόψεις. Άραγε μπορεί, υπό αυτές τις συνθήκες, να προκύψει μια ενιαία σύνθεση;

~ . ~

Στο πνεύμα της κλεινής παράδοσης της λογοτεχνικής επιφυλλίδας, των πολυσέλιδων πεζογραφικών έργων δηλαδή που, ιδίως τον 19ο αιώνα, πρωτοέβλεπαν το φως της δημοσιότητας τμηματικά στον ημερήσιο τύπο, το Νέο Πλανόδιον θα δημοσιεύσει τους προσεχείς μήνες σε συνέχειες ολόκληρο το νέο μυθιστόρημα του Δημήτρη Καρακίτσου Οθωμανικό ζέπελιν. Ξεκινήσαμε πριν από δύο εβδομάδες με την αρχή του Πρώτου Μέρους. Σήμερα, η συνέχεια και η ολοκλήρωσή του.

~.~

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΚΑΡΑΚΙΤΣΟΣ

ΟΘΩΜΑΝΙΚΟ  ΖΕΠΕΛΙΝ

Μέρος Πρώτο
ΣΑΝ ΛΙΟΝΤΑΡΙΑ  [2/2]

Παρά την υπερβολή τους, οι σελίδες που προηγήθηκαν περιγράφουν τα πράγματα με σχεδόν συγκινητική ακρίβεια. Θέλω δηλαδή να πω ότι αυτό ήταν το κλίμα, αυτή ήταν η κατάσταση όταν με τον φίλο μου τον Κίνναμο πήραμε την απόφαση να γράψουμε ένα μυθιστόρημα για το ’21. Κι αρχίσαμε να λέμε: αυτή θα είναι μια ιστορία άπεφθης βίας. Σκεφτόμασταν να αναμίξουμε φουστανέλλες, καριοφίλια, τη γλώσσα των κλέφτικων τραγουδιών και των απομνημονευμάτων με τα κλασικά τοτέμ της steampunk μυθοπλασίας, δηλαδή ατμομηχανές, brass goggles και αναχρονιστικά αερόπλοια – σε περίπτωση μάλιστα καλλιτεχνικής αποτυχίας θα μπορούσαμε να ισχυριστούμε ότι γράφουμε σάτιρα, κάτι σαν εξωφρενική διασκευή της Γκόλφως με τη μέθοδο (ή καλύτερα τη μη-μέθοδο) του Χάινερ Μύλλερ, ιδού μάλιστα η περίληψη του πρώτου κεφαλαίου: 1876, Αταλάντη,  η λησταρχίνα Φλώρα Παμπάνη, ο εραστής της Στέργιος Καρατάσος και το πρωτοπαλίκαρό τους, ο Φώτος Λίβανος, έχουν στήσει τα ατμοκίνητα ανεμόπτερά τους, τους πηγάσους τους, στον κορμό μιας ακακίας. Μεσημέρι, λιακάδα, άνοιξη, δυο μεγάλες σαύρες, περασμένες σουβλάκι σε σκουριασμένο χαρμπί ξεροψήνονται στις πέτρες. Ο Φώτος Λίβανος στρίβει τα στροφάλια της λύρας που έχει στα χέρια του, χώνει το δάχτυλό του στα μαθιά κι ύστερα πιάνει το τοξάρι, τσιμπάει τη χοντρή χορδή, τη βουργάρα, και ο ήχος που βγαίνει είναι σαν από τα ρουθούνια ενός λεβέντη που σιναχώθηκε. Ο Στέργιος κόβει φέτες παστουρμά με το μαχαίρι και προσφέρει στη λησταρχίνα, μα η Φλώρα δεν θέλει να δοκιμάσει, το στομάχι της έχει ανακατευτεί. Πάντως έκαναν γερή μπάζα χθες: με το σκοτάδι να έχει απλώσει τα κρόσια του πάνω από τις στέγες της Ουράνιας Λαμίας, ο οργανοποιός Ντογάν μπέης καληνυχτίζει τον δούλο του και βγαίνει από το εργαστήριο – έξω οι εργάτες ανάβουν τους φανούς του φωταερίου. Στρώνει ο δούλος σε μια γωνιά, σκεπάζεται, γυρίζει από την άλλη γιατί τον ενοχλεί το φως. Η υγρασία έχει κάνει τον γύψινο τοίχο να μοιάζει με χούφτα άμμου στον αέρα. Άκου, ψιθυρίζει στο αυτί του δούλου μια γυναικεία φωνή, ο δούλος ανοίγει τα μάτια τρομοκρατημένος. Ποιος είσαι; ψιθυρίζει.  Άκου, επαναλαμβάνει η φωνή, ο Θεός είναι μέγας και ελεήμων και δίκαιος, μάρτυς το μαχαίρι που  λαχταρώ να σου μπήξω στην κοιλιά. Θα κάνουμε τη δουλειά μας ήσυχα και θα φύγουμε, χωρίς αίματα, εκτός αν  θες η νύχτα τούτη να είναι η τελευταία σου – πες μου, το θες; Όχι, τραύλισε ο δούλος, τι θα κάνετε; Δεν θα τα πάρουμε όλα, του ψιθύρισε η γυναικεία φωνή, σου αρκεί αυτό; Κούνησε το κεφάλι ο δούλος, η Φλωρού είπε μπράβο και στράφηκε στους δικούς της. Σήκωσαν τους κεμεντζέδες και τις κρητικές λύρες, όλες σκαλιστές στο χέρι, πήραν και τα κανονάκια, ντυμένα και τα δυο με φίλντισι, τους ζουρνάδες και τη βαριά ατμοκίνητη πριονοκορδέλα, τα ούτια, τα μαντολίνα και τα λαούτα. Έφυγαν, κι ούτε νυχτοπούλι δεν τους είδε. Η Φλωρού έκανε δώρο στον Φώτο μια βροντολύρα, τη λύρα που έχει στα χέρια του αυτή τη στιγμή. Ο κλεπταποδόχος τους έσταξε τον παρά και οι ληστές γύρισαν στη λοκάντα για ύπνο. Το πρωί χωρίστηκαν.  Η Φλώρα έφυγε με μουλάρι, οι άλλοι δυο δεν ξέρω πώς, και συναντήθηκαν στο Μαρτίνο την ώρα του φαγητού, πέταξαν τα ευρωπαϊκά κουστούμια, φόρεσαν τις φουστανέλες και καβάλησαν τους πηγάσους τους για να πάνε εκεί όπου τους πρωτοσυναντήσαμε – εκεί είναι τώρα. Πουλιά πετούν στα κλαδιά και παίζουν, ενώ πίσω απ’ τα βουνά οι χωμάτινοι ρύποι ενός εργοστασίου διασπούν την ελαφρώς κίτρινη και αιματώδη ατμόσφαιρα. (περισσότερα…)

Blaise Cendrars, Για τα Άνθη του Κακού

*

 «Όχι, που να πάρει, όχι!»

Ξεστομίζοντας αυτή τη φράση διαμαρτυρίας πέθανε ο Μπωντλαίρ στις 31 Αυγούστου του 1867 στο σανατόριο του δρος Ντυβάλ, στην οδό Ντομ στο Παρίσι. Η επιθανάτια αγωνία του είχε διαρκέσει περισσότερο από έναν χρόνο, απ’ όταν είχε καταρρεύσει στην εκκλησία του Σαιν-Λούπ, στη Ναμύρ (Βέλγιο), χτυπημένος από εγκεφαλικό επεισόδιο κι αυτό είχε αποτέλεσμα να μείνει παράλυτος στη δεξιά πλευρά, ανίκανος να μιλήσει, αφασικός, ο εγκέφαλός του είχε πειραχτεί καθώς και η εκπληκτική του ευφυΐα, που ήταν γεμάτη εικόνες και ρυθμούς και είχε σπουδαία βιβλία κι έργα να δώσει, και το κριτικό, αιχμηρό, κυνικό, ρεαλιστικό κι απογοητευμένο μα ακόμη ζωηρό του πνεύμα, ήταν στα μάτια του συγκεντρωμένο, στα εκφραστικά του μάτια.

H κυρία Οπίκ, σύζυγος στρατηγού, η μητέρα του, που «τον λάτρευε» και την οποία είχε βασανίσει και της είχε καταστρέψει τη ζωή, τον θρήνησε. Ελάχιστοι φίλοι παραβρέθηκαν στην κηδεία του. Ο Μπανβίλ και ο Ασσελινώ είπαν δυο κουβέντες γι’ αυτόν. Η Εταιρεία Λογοτεχνών δεν μπήκε καν στον κόπο να στείλει αντιπρόσωπο. Στον Τύπο έγιναν λιγοστές αναφορές στον θάνατό του. Ο Μπωντλαίρ έφυγε παρερμηνευμένος και συκοφαντημένος…

«Όχι, που να πάρει, όχι!»

Σ’ όλη του τη ζωή αγωνίστηκε να επιβιώσει, ασταμάτητα, ώς το τέλος, και μες στην καταδίκη του αυτός που είχε επιδέξια επιδοθεί στην καλλιέργεια της ευαισθησίας του μπροστά σ’ έναν καθρέφτη, με το βλέμμα στυλωμένο στο ταβάνι, αφασικός, με το μυαλό σαλεμένο και τις αισθήσεις κλονισμένες,  διαμαρτυρήθηκε:

«Όχι, που να πάρει, όχι!»

Είναι η κραυγή του ανθρώπου.

… Δεν είχα κατά νου να γράψω κάτι τέτοιο. Ιδού ξεγυμνώθηκα, ιδού η καρδιά μου, η καρδιά μου απόμεινε γυμνή …

ΜΠΛΑΙΖ ΣΑΝΤΡΑΡ
Αιξ-αν-Προβάνς, 1η Ιανουαρίου 1946

Προλογικό σημείωμα στον τόμο Τα Άνθη του Κακού του Σαρλ Μπωντλαίρ, (έκδοση της Βιβλιοφιλικής Ένωσης Γαλλίας).

Μετάφραση Γιάννης Λειβαδάς.

*

Δικαιώματα και «δικαιωματισμός»


*
του ΑΝΤΩΝΗ ΜΠΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΥ
*

Η λέξη «δικαιωματισμός» περιφέρεται στον δημόσιο λόγο ευρέως εδώ και κάποια χρόνια, έχοντας ως επί το πλείστον αρνητικές συνδηλώσεις. Αυτό δημιουργεί άμεσες και νόμιμες απορίες: Δεν είναι ιστορικά η πάλη για σύγχρονη δημοκρατία, από την εποχή των επαναστάσεων του 18ου αιώνα, πάλη για ανθρώπινα δικαιώματα; Για ποιο λόγο να καυτηριάζει κανείς τον δικαιωματισμό αν δικαιωματισμός σημαίνει έμφαση στην ύπαρξη ανθρώπινων δικαιωμάτων; Ποιο τέλος πάντων είναι το πρόβλημα που αυτή η λέξη -πιθανώς όχι η καταλληλότερη και πάντως σπάνια αιτιολογημένη- προσπαθεί να αναδείξει;

Ίσως να είναι χρήσιμο να ξεκινήσουμε εδώ με την παλιά, παραδοσιακή διάκριση (την κάνει για παράδειγμα ο φιλελεύθερος Αϊζάια Μπερλίν) μεταξύ «αρνητικών» και «θετικών» ελευθεριών: οι αρνητικές ελευθερίες είναι ελευθερίες από κάτι. Για παράδειγμα, η ελευθερία ενάντια στην παράνομη σύλληψη, η ελευθερία από τη λογοκρισία, η ελευθερία από την κρατική παρέμβαση στην ιδιωτική ζωή μέσω παρακολούθησης, κ.λπ., είναι όλες ελευθερίες από συγκεκριμένες δράσεις σε βάρος του ατόμου. Αλλά ουσιαστικότερα, η αρνητική ελευθερία, μιας και αφορά τον περιορισμό μιας ισχύος από την υπερβολική της άσκηση στο άτομο, είναι ελευθερία από την κρατική αυθαιρεσία. Προϋποθέτει πως το κράτος εκπροσωπεί μια συγκέντρωση εξουσίας πολλαπλάσια από αυτή του ατόμου και προϋποθέτει έτσι πως το άτομο έχει το δικαίωμα να μην ασφυκτιά, να μην συνθλίβεται, κάτω από αυτή την πολλαπλάσια ισχύ.

Τα θετικά δικαιώματα, από την άλλη, είναι δικαιώματα στο να κάνεις κάτι: η ελευθερία σύναψης συμβολαίων, μίσθωσης εργασίας, η ελευθερία να ταξιδέψεις, η ελευθερία του εκλέγειν και εκλέγεσθαι, η ελευθερία θρησκευτικής συνείδησης, περιλαμβανομένης της αθεΐας, το δικαίωμα να λάβεις βασική παιδεία με έξοδα του κράτους, το δικαίωμα να δανειστείς βιβλία από μια δανειστική βιβλιοθήκη -αυτά είναι σύγχρονα αστικά δημοκρατικά δικαιώματα με θετικό χαρακτήρα. Εδώ το κράτος δεν έχει τον ρόλο αυτού που συναινεί στην αυτοσυγκράτηση ισχύος απέναντι στο άτομο αλλά αυτού που εγγυάται ως φορέας δικαίου την άσκηση των θετικών δικαιωμάτων εντός του κοινωνικού συνόλου. Τα θετικά δικαιώματα έχουν το κράτος και τον νόμο ως εγγυητές αλλά υλοποιούνται, πραγματώνονται, εντός της κοινωνικής ζωής του ανθρώπου και νοούν αυτή την κοινωνική ζωή με όρους καθολικότητας – ενός «όλοι». (περισσότερα…)

Paul Gottfried, Ο Παναγιώτης Κονδύλης και ο απαρχαιωμένος συντηρητισμός

*

Εφέτος συμπληρώνονται 80 χρόνια από τη γέννηση και 25 από τον θάνατο του Παναγιώτη Κονδύλη (1943-1998). Με την ευκαιρία της επετείου, το ΝΠ, για το οποίο το έργο του Κονδύλη στάθηκε εξ αρχής βασικό σημείο αναφοράς, θα αποθησαυρίσει στη διάρκεια του έτους έναν αριθμό κειμένων είτε του ιδίου του στοχαστή, είτε μελετητών του, Ελλήνων και ξένων, δημοσιευμένων παλαιότερα.

~.~

Μετάφραση ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ

Ο Παναγιώτης Κονδύλης ίσως είναι, εν αγνοία του, ένας απ’ τους σπουδαιότερους συντηρητικούς διανοητές της εποχής μας. Η περιγραφή του Κονδύλη ως συντηρητικού ίσως μπερδέψει τον ίδιο και τους αναγνώστες του. Το πεντακοσίων σελίδων έργο του Συντηρητισμός (1986) εξετάζει «το ιστορικό περιεχόμενο και την παρακμή» της έννοιας αυτής. Για τον Κονδύλη, ο συντηρητισμός είχε ήδη πτωτική πορεία τον τελευταίο αιώνα ως μείζων πολιτική δύναμη. Ήταν το ιδανικό μιας ουσιαστικά μεσαιωνικής ιεραρχίας κοινωνίας υπερασπιζόμενο από γαιοκτήμονες αριστοκράτες και τους διανοούμενους ακολούθους τους. Αυτό το οποίο οι Αμερικάνοι παρουσιάζουν συνήθως ως συντηρητικές αξίες, εξηγεί ο Κονδύλης, ανήκει σε έναν «αστικό κόσμο σκέψης». Πράγματι, οι ιστορικές κατασκευές των Αμερικανών παραδοσιοκρατών ήταν κατά κύριο λόγο προσπάθειες «εξύψωσης μιας παλαιότερης κληρονομιάς αντιλήψεων και ενός προ πολλού νεκρού τρόπου ζωής ενάντια στις νέες εξελίξεις στην κατεύθυνση της καταναλωτικής μαζικής δημοκρατίας».[i] Ο Κονδύλης αναφέρεται στον Ράσσελ Κερκ και τους Νότιους Αγροτιστές ως παραδείγματα αυτής της τάσης να ανακληθεί ένα οργανικά ιδεατό παρελθόν σε μια κοινωνία η οποία ήταν πάντα πιο κοντά στη μαζική δημοκρατία απ’ ό,τι στην Ευρωπαϊκή παράδοση. Ο Κονδύλης τοποθετεί τον εαυτό του στον μαρξισμό, όπως ευρέως γίνεται κατανοητό. Σε μια πρόσφατη εργασία Ο Μαρξισμός, ο Κομμουνισμός, και η Ιστορία του Εικοστού Αιώνα, ο Κονδύλης παραθέτει αυτή την αποκαλυπτική άποψη: «Η πλανητική κοινωνική απόπειρα του κομμουνισμού απέτυχε όχι λόγω ηθικής ή οικονομικής κατωτερότητας αλλά επειδή η εθνική δύναμη της Ρωσίας αντιμετώπισε την ισχυρότερη εθνική δύναμη των Ηνωμένων Πολιτειών». Παρακάτω: «Ποτέ άλλοτε δεν έχει η μαρξιστική οπτική της ιστορίας υπάρξει τόσο αληθής και επίκαιρη όσο είναι τώρα στην αρχική φάση μιας πλανητικής ιστορίας», ιδιαίτερα στον καθορισμό των κοινωνικών σχέσεων και των “ιδεολογικών” μορφών που αυτές παίρνουν.[ii] Στη γερμανόφωνη αλληλογραφία μου μαζί του, ο Κονδύλης υποστηρίζει πως, αντίθετα με εμένα, «Βρίσκεται πιο κοντά στον Μαρξ απ’ ότι στον (Γερμανό νομικό διανοητή) Καρλ Σμιτ».[iii] Η λεπτομερής ανάλυσή του των κοινωνικών τάξεων και της ιδεολογικής συνείδησης όπως αντανακλώνται στον πολιτισμό πηγάζουν απ’ τον Μαρξ και τον μαρξιστή ερμηνευτή της διανοητικής ιστορίας του 20ού αιώνα, Γκέοργκ Λούκατς. Ο Κονδύλης υπογραμμίζει αυτές τις συνδέσεις όποτε μπορεί. Η ξεκάθαρη δυσαρέσκεια του για τις Ηνωμένες Πολιτείες και την τωρινή τους αφοσίωση στα “ανθρώπινα δικαιώματα” ίσως προσβάλλει κάποιους Αμερικανούς πατριώτες. Υποβιβάζει την αμερικανική πίστη στη δημοκρατία και στα οικουμενικά δικαιώματα σε ένα όργανο εθνικής ισχύος. Σε ένα καυστικό κείμενο για το Frankfurter Rundschau (18 Αυγούστου 1996), «Ανθρώπινα Δικαιώματα: Εννοιολογική Σύγχυση και Πολιτική Εκμετάλλευση», σημειώνει πως οι ΗΠΑ μιλούν για τα ανθρώπινα δικαιώματα στο πλαίσιο των διεθνών ζητημάτων, όχι για να αντικαταστήσουν τους δικούς τους εθνικούς νόμους, και πως διατηρούν το διαχωρισμό μεταξύ πολιτών και μη πολιτών: «Κανένα κράτος δε μπορεί να δώσει σε όλη την ανθρωπότητα τα ίδια δικαιώματα —π.χ. δικαιώματα εγκατάστασης και ψήφου— χωρίς να πάψει να υπάρχει». Για την Αμερικάνικη κυβέρνηση, «τα ανθρώπινα δικαιώματα είναι ένα πολιτικό εργαλείο στα πλαίσια ενός πλανητικού υποβάθρου του οποίου η πυκνότητα απαιτεί τη χρήση οικουμενικών ιδεολογιών· σε αυτό το πλαίσιο, ωστόσο, τα ισχυρά έθνη εξακολουθούν να καθορίζουν την ερμηνεία των ίδιων αυτών κατασκευασμάτων».[iv] Στον Κονδύλη δεν αρέσουν οι Αμερικανοί όχι μόνο για αυτό θεωρεί πολιτική υποκρισία αλλά και για την καταναλωτική τους νοοτροπία. Έχει αρθρογραφήσει κατά του αμερικανικού ηδονισμού, που θεωρεί πως πλέον μολύνει τους Ευρωπαίους. (περισσότερα…)

Κόιντος Αυρήλιος Σύμμαχος, Για τον Βωμό της Νίκης

*

Μετάφραση-Σχόλια-Επιμέλεια στήλης
ΦΩΤΗΣ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ

Το Υπόμνημα αρ. 3 «Για τον Βωμό της Νίκης» (Relatio III, De Ara Victoriae) του συγκλητικού και κορυφαίου ρήτορα Κόιντου Αυρήλιου Σύμμαχου είναι οπωσδήποτε το πιο διάσημο αλλά και ένα από τα ελάχιστα διασωθέντα κείμενα αντίδρασης των υπερασπιστών της παραδοσιακής ρωμαϊκής θρησκείας απέναντι στην καταστολή που επέβαλαν οι χριστιανοί αυτοκράτορες τον 4ο αιώνα. Ο Βωμός (μαζί με το χρυσό άγαλμα) της θεάς Νίκης εγκαταστάθηκε από τον Αύγουστο το 29 π.Χ. στην Κουρία, την έδρα της Συγκλήτου, και αποτελούσε ένα από τα σημαντικότερα σύμβολα της Ρώμης – σημείο αναφοράς για τη σύνδεση της ευημερίας της πόλης με την εύνοια των θεών. O Βωμός αφαιρέθηκε κατόπιν διαταγής του Κωνστάντιου Β΄ το 357 και αποκαταστάθηκε προσωρινά είτε από τον ίδιο, είτε από τον Ιουλιανό. Το 382 ο Γρατιανός όχι μόνον διέταξε να αφαιρεθεί αλλά εισήγαγε και άλλα κατασταλτικά μέτρα, μεταξύ των οποίων τη διακοπή της χρηματοδότησης των εθνικών λατρευτικών τελετών, την κατάργηση των προνομίων των Εστιάδων Παρθένων και την απαλλοτρίωση περιουσιακών εκτάσεων ορισμένων ιερατικών κολληγίων. Η Σύγκλητος, στην οποία πλειοψηφούσαν οι εκπρόσωποι της παραδοσιακής θρησκείας, εξουσιοδότησε τότε τον Σύμμαχο να παρουσιαστεί στο Μιλάνο (έδρα της αυτοκρατορικής αυλής) και να εκφράσει τη διαμαρτυρία της στον Γρατιανό. Με την έντεχνη μεσολάβηση του Αμβρόσιου, επισκόπου Μιλάνου, αλλά και αντίπαλων συγκλητικών, ο Γρατιανός αρνήθηκε την ακρόαση. Το επόμενο έτος (383) ο Γρατιανός δολοφονείται, ενώ μεγάλο μέρος της αυτοκρατορίας μαστίζεται από λιμό. Τον τελευταίο οι εθνικοί τον ερμηνεύουν ως τιμωρία που επέβαλαν οι θεοί της Ρώμης εξαιτίας της υποβάθμισης της λατρείας τους. Στον θρόνο ανεβαίνει ο 12ετής ετεροθαλής αδελφός του Γρατιανού, Ουαλεντινιανός Β΄. Το 384 ο Σύμμαχος εκλέγεται «πολίαρχος» Ρώμης (Praefectus Urbis Romae) και υποβάλλει το διάσημο υπόμνημά του στον νέο αυτοκράτορα. Αν και γνωστό ως υπόμνημα για την αποκατάσταση του Βωμού της Νίκης, στο κείμενο ο Σύμμαχος υπερμάχεται επίσης της επανακαθιέρωσης των προνομίων και του δικαίου των ιερατικών κολληγίων (κυρίως εκείνων των Εστιάδων Παρθένων) και, γενικότερα, του σεβασμού της πατρώας λατρείας. Το υπόμνημα καταπνίγεται στο αυτοκρατορικό Κονσιστόριο υπό την επίδραση, και πάλι, του Αμβρόσιου. Κομβική ως προς αυτό στάθηκε η επιστολή αρ. 17 του τελευταίου. Σε επόμενη δε επιστολή (αρ. 18), όταν το ζήτημα έχει πια κριθεί, ο Αμβρόσιος απαντά στα επιχειρήματα του Σύμμαχου με ευγλωττία οπωσδήποτε ισάξια του θύραθεν αντιπάλου του.

~.~

ΚΟΪΝΤΟΣ ΑΥΡΗΛΙΟΣ ΣΥΜΜΑΧΟΣ

Για τον Βωμό της Νίκης

Υπόμνημα ΙΙΙ [1]

Στους Αεισέβαστους Δεσπότες και Αυτοκράτορές μας Ουαλεντινιανό, Θεοδόσιο και Αρκάδιο[2], από τον Λαμπρότατο Σύμμαχο, Πολίαρχο Ρώμης.

1 . Μόλις η περιφανέστατη Σύγκλητος, πάντα αφοσιωμένη σε εσάς, πληροφορήθηκε ότι για τις αδικίες λογοδοτεί πια κανείς στον νόμο και πως ευσεβείς ηγεμόνες λαγαρίζουν τη Ρώμη από τη μαυρίλα που επικράτησε τα τελευταία χρόνια, ενθαρρυμένη δε από τη μεγαλειώδη έλευση μιας πιο ελπιδοφόρας εποχής, έλυσε τη σιωπή της, εξέφρασε την επί μακρόν καταπνιγμένη θλίψη της και με εξουσιοδότησε να την εκπροσωπήσω για δεύτερη φορά προκειμένου να μεταφέρω τις ενστάσεις της. Διότι, την πρώτη φορά, άνδρες ιδιοτελείς είχαν καταφέρει να μου αποστερήσουν το προνόμιο της ακρόασης από τον Θείο[3] Αυτοκράτορα. Εάν δεν το είχαν μεθοδεύσει αυτό, η δικαιοσύνη θα είχε ασφαλώς αποδοθεί, Δεσπότες και Αυτοκράτορές μας.

2 . Απευθύνομαι σε εσάς με διπλή ιδιότητα. Ως πολίαρχος, ενεργώ στο πλαίσιο των δημοσίων καθηκόντων μου, ενώ ως πρεσβευτής είμαι επιφορτισμένος να σας μεταφέρω τη βουλή των πολιτών. Δεν υφίσταται πλέον διάσταση προθέσεων στη Σύγκλητο, αφού οι άνδρες έχουν πάψει πια να πιστεύουν ότι, εκφράζοντας μια προσποιητή διαφωνία, θα κερδίσουν την εύνοια των αυλικών. Το να σε αγαπούν, το να σε σέβονται, το να σε εκτιμούν, είναι πράγματα πολύ σπουδαιότερα από την εξουσία. Ποιος μπορεί να ανέχεται ιδιωτικά συμφέροντα να στρέφονται ενάντια στην πολιτεία; Και δικαίως, φυσικά, η Σύγκλητος πατάσσει εκείνους που ενεργούν προς χάριν της δικής τους ισχύος και όχι υπέρ της δόξας του ηγεμόνα. Οι κόποι μας αποσκοπούν στην περιφρούρηση της Μεγαλοφροσύνης σας. Για ποιον άλλωστε λόγο υπερασπιζόμαστε τους θεσμούς των προγόνων μας και τα δικαιώματα και το πεπρωμένο της πατρίδας μας, παρά για τη δόξα που όλα αυτά επιθέτουν στο παρόν; Και τούτη η δόξα στα αλήθεια εκτινάσσεται όταν ενεργεί κανείς με την επίγνωση πως δεν μπορεί να αντιμάχεται, ούτε στο ελάχιστο, το έθος των προγόνων. (περισσότερα…)

Τόμ Χέννεν, Ἀπό μιά παραμελημένη ἐπαρχία

*

Μετάφραση-Επιμέλεια Στήλης ΝΑΤΑΣΑ ΚΕΣΜΕΤΗ

~.~

Ἀπό μιά παραμελημένη ἐπαρχία

Πλάσματα νά μή μπορεῖς ν’ ἀγαπήσεις δέν ὑπάρχουν.
Ἕνας βάτραχος κοάζοντας καλεῖ τόν Θεό
Ἀπό τ’ ὁλόγιομο σεληνόφωτο χαντάκι
Καθώς στέκεις στόν ἀγροτικό δρόμο νύχτα Ἰουνίου.

Ὁ ἦχος ἀρκεῖ γιά νά φέρει στ’ ἄστρα λυγμούς
Εὐτυχίας.
Τό πρωί χλοερό τό τοπίο
Ἀνυψώνεται ἀπό τό χῶμα μέ τήν εὐωδιά τοῦ γρασιδιοῦ.

Περατάρηδες τῆς μέρας πάνω στίς ὧρες της
Δίχως καμιά προσπάθεια τ’ ἀστραφτερά ἔντομα
Ζοῦν τίς μυστικές τους ζωές.

Ἡ ἔκταση ἀνάμεσα στούς ὁρίζοντες τῶν λιμώνων
Μᾶς πονάει μέ τήν ὀμορφιά της.

Φύλλα ἀπό τό δάσος τῆς λεύκας ἠχοῦν σέ μιάν ἀρχαία γλώσσα
Ὥς τό πιό μακρινό παγωμένο σκοτάδι τοῦ σύμπαντος.
Τό δάσος μέ τίς λεῦκες μιλάει καί σέ σένα
Γιά μελτεμάκι καί ἡλιόφωτες κηλίδες.

Εἶσαι στήν πατρίδα σου σ’ αὐτές
τίς μεγαλόπρεπες ἄδειες ἁπλωσιές
μαζί μέ κοκκινόφτερα μαυροπούλια καί βαλτοτόπια.

Νιώθεις ἀναπαυμένος σέ τοῦτο τόν τόπο
πλήρη σέ χάρη καί ὕπαρξη τόσο
πού στραφταλίζει ὅπως πετράδια
σκορπισμένα πάνω στά νερά. (περισσότερα…)

Γλωσσικές νότες ο

*

[ Νύξεις για τα πάθη των λέξεων  ]

του ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

*

*

*

*

*

*

*

*
Τα αρχιγράμματα που κοσμούν τη στήλη είναι του ζωγράφου Δημήτρη Γέρου.

*

*

Γιάννης Υφαντής, Δύο ποιήματα

*

ΤΟ ΠΟΙΗΜΑ ΤΗΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗΣ

Φαντάσου να σου εύχεται
χρόνια πολλά ο «Μπαμπούλας» πού ’χει θάψει
χιλιάδες κόσμο σ’ όλα τα Βαλκάνια.
Ή να σου εύχεται ο «Χάνδακας» που έχαψε
όλο το Περιστέρι και το Ίλιον, ολόκληρη
τη Δυτική Αττική.

Φαντάσου να σου εύχονται υγεία οι γιατροί που περιμένουν
πότε θα πάθεις κάτι να σ’ τ’ αρπάξουνε
γιατί αυτοί χωρίς αρρώστους θα πεινάσουν.

Και τί να περιμένεις απ’ ανθρώπους
που έχουν συνεργείο αυτοκινήτων;
Αφού σαν φεύγεις πίσω σου μουτζώνουνε
για να τρακάρεις και να βγάλουνε λεφτά.

Οι δικηγόροι ανάβουνε κεριά στην Παναγία
για να μαλώνουνε οι άνθρωποι, να φτάνουν ως τον φόνο,
γιατί αυτοί απ’ το κακό πάντα κερδίζουν.

Δεν πάει άλλο βρε παιδιά με τους γρουσούζηδες,
μ’ αυτούς τους κερδοσκόπους, τα βαμπίρ, τους νεκροθάφτες,
τους παπάδες, τους γιατρούς, τους δικηγόρους, (ε;)
τα συνεργεία, ναι, δεν πάει άλλο,
μ’ όλους αυτούς
τους δημοσιογράφους στα κανάλια π’ όλο εύχονται
να γίνονται στον κόσμο τα φριχτότερα
ώστε να έχουνε αυτοί κακές ειδήσεις
για ν’ ανεβάζουν την ακρόαση. Γαμώ το!

Όχι σ’ αυτούς, μην τους σηκώνετε τηλέφωνο.
Κλείστε την τηλεόραση σα λένε τις ειδήσεις.
Μήνυμα όταν στείλουνε αυτοί στο κινητό
σβήστε το πριν να το διαβάσετε. Κι αν τύχει
κάρτα μ’ ευχές από αυτούς
να φέρει ο ταχυδρόμος, να την στείλετε
πίσω αμέσως γράφοντας στο φάκελο:
«Ευχαριστώ, επίσης, ρε καριόλη». (περισσότερα…)

Πλατεία Γεωργίου, Πάτρα

*

ΠΛΑΤΕΙΑ ΓΕΩΡΓΙΟΥ, ΠΑΤΡΑ
ΚΑΙ ΑΛΛΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ

~.~

 

ΠΛΑΤΕΙΑ ΓΕΩΡΓΙΟΥ, ΠΑΤΡΑ

Ένα τσιγάρο ή μία σοκολάτα
–ανάλογα πώς βλέπεις τον εαυτό σου–
στον ήχο ενός σαξόφωνου απαλού
στη θέα μιας βενετσιάνικης πλατείας
και κόσμος, ουλαμός από σφυγμούς
κάτω απ’ το ευρύχωρο μπαλκόνι.

Εντός ολίγου ξεκινώ για τους Χαιρετισμούς.
Αμήν, αμήν σας λέω·
στ’ αθέατα σημεία, στις κωφές γωνιές
μικρές μικρές αποχωρήσεις
διαισθάνομαι, χωρίς ανάπαυλα
χωρίς σταμάτημο,
μικρές μικρές επικυρώσεις της ζωής.

Τόσα πολλά συμβαίνουν
κάτω και μέσα στο κουβούκλιο
που απόψε κατοικώ. (περισσότερα…)