Οι εκδηλώσεις Νύχτες του Ιουλίου 2023, Καλοκαίρι στον Αίθριο Χώρο του Θεάτρου Κυδωνία, πραγματοποιούνται σε συνεργασία της Εταιρείας Θεάτρου ΜΝΗΜΗ με το περιοδικό Νέο Πλανόδιον.
*
*
*
Ο Θεοδόσης Βολκώφ δεν είναι απλώς ένας καλός ποιητής. Είναι ένας παιδαγωγός. Η ποίησή του καταφέρνει να σμιλέψει την ψυχή του αναγνώστη και να την οδηγήσει όπως ο Ορφέας την Ευρυδίκη: γιατί το τέλος της είναι μια συντέλεια, μια πανωλεθρία.
Μέσα στους στίχους του Βολκώφ ελλοχεύει ένας κίνδυνος αναπόφευκτος: είναι ο έρωτας που γεννούν στην ψυχή του αναγνώστη για εκείνη την αφαίρεση που οδηγεί στην ομορφιά. Μια ομορφιά μπωντλαιρική, ψυχρή, σκληρή και ρωμαλέα, μια ομορφιά που σε κατασπαράζει. Αυτός ο έρωτας, ο τόσο πλατωνικός (ο άστεγος, ο αλήτης, ο ασκητικός έρωτας), μολονότι στις πρώτες συλλογές στρέφεται προς ένα Εσύ ολοκληρωτικά σαρκικό, στη συλλογή «Επτά» φαίνεται ότι απευθύνεται πλέον στην ανάμνησή του, όχι όμως ως παρελθόν, αλλά ως τη συνέχεια του Άλλου. Παρόλο δηλαδή που η ποίηση του Θ.Β. υπήρξε ως τώρα παροντική, πλέον γίνεται «παρελθοντικά μελλοντική». Κι ο ποιητής διανύει την ίδια ασκητική πορεία με μεγαλύτερη ένταση, καθώς όσο το Εσύ εξαϋλώνεται, τόσο ενσαρκώνεται η έλλειψη.
Έτσι η πράξη μετατίθεται στον στοχασμό, ο οποίος καταφέρνει να αγγίζει τα σώματα με περισσότερη αλήθεια, όπως βυθίζεται μέσα στην ουσία τους. Κι ο Βολκώφ στήνει πραγματικά ένα δάσος σωμάτων, του οποίου η σκηνοθεσία δεν είναι άλλη από τη δομή του δικού του σώματος. Με άλλα λόγια, σκηνοθέτης αυτού του δράματος είναι το ίδιο του το πάθος. Ένα πάθος όχι αρχαίο ελληνικό, αλλά χριστιανικό, όπως εκφράζεται από τις τερατόμορφες μορφές των δυτικών ναών. Κι από αυτήν την άποψη ο Βολκώφ είναι ένας από τους πολλούς (Ρεμπώ, Μπωντλαίρ, Λωτρεαμόν κ.ά.) παίδες εν καμίνω, των οποίων το πνεύμα τραγουδά τα πάθη της σάρκας.
Όπως ο Καβάφης (αλλά κι όλοι οι ποιητές λίγο πολύ), ο Βολκώφ ανεβαίνει το απόκρημνο βουνό της επιθυμίας. Μόνο που, σε αντίθεση με την καβαφική ποίηση, οι βολκωφικοί στίχοι υψώνονται σαν ένα παλίμψηστο Θεών, που, παρά την πολλαπλότητά τους, ενώνονται από τη δύναμη του Ενός. Αυτό το Ένα μαρτυρά η επιλογή της μορφής των ποιημάτων, αυτό και το περιεχόμενό τους. Και η βαθιά συγγένεια που διαφαίνεται μεταξύ μορφής και περιεχομένου στην ποίηση του Θ.Β. υπονοεί κι έναν τρόπο ζωής. Αξίζει μάλιστα να σημειωθεί ότι, όπως κατά τη διάρκεια της κρητικής Αναγέννησης το λογοτεχνικό είδος όριζε τη γλώσσα των ποιημάτων, στον Βολκώφ είναι το περιεχόμενο που διαλέγει τη μορφή, σε βαθμό που η μορφή καθίσταται περιεχόμενο. (περισσότερα…)
Κάθε μέρα που περνάει γίνεται σαφές ότι η ουκρανική αντεπίθεση αποτυγχάνει να επιτύχει οποιονδήποτε από τους αρχικούς της στόχους. Θυμηθείτε: το στοίχημα της κυβέρνησης Μπάιντεν ήταν ότι η αντεπίθεση θα διαγράψει τα ρωσικά εδαφικά κέρδη, θα αποκόψει τη χερσαία γέφυρα προς την Κριμαία και θα αναγκάσει τη Ρωσία να καθίσει στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων. Αυτό είναι σχεδόν βέβαιο ότι δεν πρόκειται να συμβεί. Αντιθέτως, ένα αδιέξοδο είναι πιο πιθανό, ή ακόμη και ότι η Ρωσία θα καταλάβει περισσότερα εδάφη και θα κερδίσει τον πόλεμο, όπως έχει προβλέψει ο Mερσχάιμερ.
Ποιες είναι τώρα οι επιλογές του Μπάιντεν; Είτε να κλιμακώσει είτε να παραδεχτεί την ήττα του. Στο πλαίσιο της προετοιμασίας της Συνόδου Κορυφής του ΝΑΤΟ στο Βίλνιους, ο Μπλίνκεν διακινεί μια πρόταση να δοθεί «καθεστώς Ισραήλ» στην Ουκρανία. Αυτό σημαίνει πολυετείς εγγυήσεις ασφαλείας, συμπεριλαμβανομένων όπλων, πυρομαχικών και χρημάτων, που θα συνεχίσουν να ισχύουν ακόμη και αν ο Μπάιντεν χάσει τις επόμενες εκλογές.
Ο αμερικανικός λαός δεν ενέκρινε κάτι τέτοιο. Πολλοί Αμερικανοί υποστήριξαν τα 100+ δισ. δολάρια σε πιστώσεις προς την Ουκρανία πιστεύοντας ότι επρόκειτο για μια εφάπαξ απόφαση ώστε να ακυρωθούν τα ρωσικά εδαφικά κέρδη. Αν τους είχε ειπωθεί ότι αυτή ήταν η αφετηρία απλώς για νέες ετήσιες χρηματοδοτήσεις ενός Αιώνιου Πολέμου, θα προτιμούσαν μια εναλλακτική λύση, ειδικά αν γνώριζαν ότι αυτή ήταν διαθέσιμη.
Νέα στοιχεία αναδύονται ότι μια ειρηνευτική συμφωνία ήταν εφικτή στην αρχή του πολέμου. Σε πρόσφατη συνάντησή του με αφρικανική αντιπροσωπεία, ο Πούτιν επέδειξε το προσχέδιο ενός περιγράμματος ή μιας προκαταρκτικής συμφωνίας που είχε μονογραφηθεί από την ουκρανική αντιπροσωπεία στην Κωνσταντινούπολη τον Απρίλιο του 2022. Προέβλεπε ότι η Ρωσία θα υποχωρούσε στις προπολεμικές γραμμές, εάν η Ουκρανία συμφωνούσε να μην ενταχθεί στο ΝΑΤΟ (σε αντάλλαγμα πάντως θα λάμβανε εγγυήσεις ασφαλείας από τη Δύση). (περισσότερα…)

Παρουσιάζουμε σήμερα τις αποδόσεις δύο ιδιαίτερων βυζαντινών κειμένων του Άρη Δικταίου από την ανθολογία του της παγκόσμιας ποίησης, Σ᾽ ἀναζήτηση τοῦ ἀπόλυτου: Ἱστορικὴ Ἀνθολογία τῆς παγκοσμίου ποιήσεως, Ἀθήνα 1960. Γράφω για ιδιαίτερα κείμενα για δύο λόγους. Ο πρώτος είναι πως και τα δύο ήταν την εποχή που τα διάβασε και τα απέδωσε ο Δικταίος σπάνια και γνωστά μόνον σε μια δράκα ιστορικών και βυζαντινολόγων. Και ο δεύτερος λόγος πως, ως εκ τούτου, φανερώνουν τον αξιοθαύμαστο ζήλο, την ευρύτατη παιδεία και την εξονυχιστική, σοβαρή και εξαντλητική έρευνα και μελέτη του ποιητή Άρη Δικταίου ώστε να καταφέρει να παραδώσει σε μια ανθολογία παγκόσμιας ποίησης (ας μην ξεχνιόμαστε!) ξεχωριστά και μοναδικά κείμενα της βυζαντινής ποιητικής δημιουργίας (όπως αυτά που δημοσιεύουμε σήμερα). Οπότε αυτή η δημοσίευση ας αποτελέσει κι εκ μέρους μου έναν δίκαιο –αν κι ελάχιστο– φόρο τιμής στον ποιητή και μεταφραστή Άρη Δικταίο, που ειδικά σε ό,τι αφορά τη βυζαντινή ποίηση, εν πρώτοις την αξιολογεί ως μια ιδιαίτερη ενότητα προς παρουσίαση εντός του ελληνικού λόγου, μα και επειδή διαλέγει και παρουσιάζει στους ανγνώστες της εποχής του μιαν αρμαθιά άγνωστα ως επί το πλείστον ποιήματα, ώστε να καταδείξει εμφανέστερα το ενδεχόμενο εύρος και την ποικιλία της.
Το πρώτο κείμενο είναι ένα επιτάφιο επίγραμμα από τον τάφο του Βασίλειου Β΄ που σώζεται σε διάφορες παραλλαγές, από χειρόγραφους κώδικες όμως μόνον. Η απόδοση του Δικταίου θεωρώ ότι μάλλον ακολουθεί την δημοσίευση του Ι. Σακκελίωνος στον Παρνασσό, τ. 11, 1888.
Το δεύτερο έργο είναι πράγματι ελάχιστα γνωστό (πολλώ δε μάλλον την εποχή της απόδοσής του), καθώς αφορά σε έναν παντελώς άγνωστο άλλοθεν συγγραφέα αφενός και αφετέρου έχει δημοσιευτεί στο έργο του Heisenberg, Aus Geschichte und Literatur der Paläologenzeit, Μόναχο 1920. Ο συγγραφέας, Νικόλαος Ειρηνικός, πρέπει να έζησε στη Νίκαια κατά το πρώτο μισό του 13ου αιώνα. Πρόκειται για ένα επιθαλάμιο τραγούδι για τους γάμους της –φυσικής, δηλονότι νόθας, παρότι αναγνωρισμένης νομίμως από τον πατέρα της– θυγατέρας του Φρειδερίκου Β΄ (Χοεστάουφεν ή Ωτβίλ ή Αλταβίλα) Κωνστάντζας-Κωσταντίας (που ονομάστηκε Άννα για τον ορθόδοξο γάμο) με τον αυτοκράτορα της Νικαίας Ιωάννη Γ΄Δούκα Βατάτζη. Ας σημειωθούν υπαινικτικά μόνον τα εξής ιστορικά στοιχεία. Αυτός ήταν ο δεύτερος γάμος του Ιωάννη Βατάτζη, ο οποίος είχε από τον πρώτο γάμο του αποκτήσει γιο που τον διαδέχτηκε στον θρόνο, τον περίφημο Θεόδωρο Β΄ Λασκάρι. Η Άννα ήταν μόλις 14 ετών όταν προσήλθε εις γάμου κοινωνίαν μετά του αυτοκράτορος, ο οποίος φαίνεται ότι προτίμησε τα κάλλη της γκουβερνάντας της από την παιδούλα, σύμφωνα με τον Γεώργιο Ακροπολίτη και τον Παχυμέρη, όπου μπορεί να ανατρέξει κανείς και για περισσότερες λεπτομέρειες για την κατάσταση που επικρατούσε στο παλάτι. Η δε Κωστάντζα ήταν ένας από τους καρπούς της –πλέον ηδείας και σταθερής, όπως όλα δείχνουν– ένωσης, παρά τους τρεις γάμους και τις τόσες και τόσες μη νόμιμες σχέσεις του, του Φρειδερίκου, “του θαύματος της οικουμένης” με την ερωμένη του Μπιάνκα Λάντσια. Για τον ίδιο τον Φρειδερίκο Β΄, τον βίο, την πολιτεία του, την πολύπλευρη πολιτική του, σε Ανατολή και Δύση, το πολιτιστικό και παιδευτικό του έργο στη Νότια Ιταλία και στη Σικελία (τη λατρεία του για τη Σικελία), έχουν ήδη γραφεί τόμοι και τόμοι.
*
Κάθετη πτώση του ποσοστού των Αμερικανών που έχουν μεγάλη εμπιστοσύνη στην επιστήμη, καταγράφει πρόσφατη έρευνα στις ΗΠΑ: από το (ήδη προβληματικό) 48% του 2021 στο μόλις 39% του 2022. Αίτιο της πτώσης, τι άλλο; Ο χειρισμός του ζητήματος της πανδημίας, που απαξίωσε αποφασιστικά στα μάτια πολλών και τους επιστημονικούς θεσμούς και τους επιστήμονες.
Φυσικά, αυτό είναι ένα κλάσμα του εντεινόμενου προβληματισμού για τον ρόλο της επιστήμης σήμερα: ας αναλογιστούμε τη συζήτηση για την τεχνητἠ νοημοσύνη. Δεν υπάρχει τομέας της σύγχρονης ζωής που να μην επηρεάζεται σε κρίσιμο βαθμό από τις εξελίξεις στην επιστήμη και την τεχνολογία. Ποιο είναι όμως το πραγματικό καθεστώς υπό το οποίο εργάζονται οι επιστήμονες σήμερα, χαίρουν πράγματι θεσμικής και ερευνητικής ανεξαρτησίας, ποια είναι η σχέση τους με την ιδεολογία και την πολιτική και οικονομική εξουσία;
Στις 6.7.23 εγκαινιάζουμε στα Χανιά τις εφετινές «Νύχτες του Ιουλίου», που για έβδομη συναπτή χρονιά συνδιοργανώνουμε το Θέατρο Κυδωνία και το Νέο Πλανόδιον, με μια βραδιά αφιερωμένη ακριβώς σε αυτό το θέμα: Η επιστήμη μεταξύ χρήσεων και καταχρήσεων.
Στη συζήτηση στρογγυλής τραπέζης συμμετέχουν τρεις διακεκριμένοι λειτουργοί αλλά και κριτικοί της σημερινής επιστήμης:
– Ιωάννης Π. Α. Ιωαννίδης, καθηγητής στη σχολή Παθολογίας, Έρευνας και Πολιτικής Υγείας του Πανεπιστημίου Στάνφορντ, Καλιφόρνια, ΗΠΑ, και διευθυντής του Κέντρου Έρευνας-Πρόληψης του ίδιου πανεπιστημίου.
– Ξάνθος Μαϊντάς, επίκουρος καθηγητής στο Τμήμα Φυσικής του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, πρόεδρος του Ιδρύματος Τάκης Σινόπουλος.
– Κώστας Μελάς, καθηγητής στο Τμήμα Πολιτικών Επιστημών του Παντείου Πανεπιστημίου, πρόεδρος του Ομίλου Πολιτικού και Οικονομικού Προβληματισμού.
Συντονίζει ο Κώστας Κουτσουρέλης.
*
Όλο και πιο δραστήρια εμφανίζεται τελευταίως η συζήτηση γύρω από το ζήτημα της κριτικής [1], το κατά πόσο αυτή βρίσκεται σε εγρήγορση ή σε ύπνωση, το κατά πόσο ενίοτε υπερβαίνει τα όρια μιας καλώς εννοούμενης (μοιραίας) μεροληψίας, κ.ο.κ. Ελαφρυντικά, βεβαίως, για φαινόμενα κριτικής αδράνειας μπορούμε, αν θέλουμε, να προφασιστούμε ουκ ολίγα, πλην λίγο έως πολύ γνωστά: τον εκδοτικό πληθωρισμό, ο οποίος καθιστά ακόμα και τον πλέον χαλκέντερο κριτικό άμοιρο συστηματικής παρακολούθησης του χώρου, το γεγονός ότι οι Έλληνες μάλλον περισσότερο γράφουμε παρά διαβάζουμε, την (εν πολλοίς δικαιολογημένη) απουσία φίλτρων από μεριάς της ασθμαίνουσας εκδοτικής τάξης, κ.τ.λ. Αποτέλεσμα, όπως είναι φυσικό, της κριτικής εγκράτειας είναι το μεγαλύτερο μέρος της εκδοτικής παραγωγής να περνάει παντελώς απαρατήρητο, με τα θύματα συχνά να περιλαμβάνουν και έργα μείζονα, τα οποία καταλήγουν ως χλωρά να καίγονται μαζί με τα ξερά, με την εκτίμησή τους να αναβάλλεται, στην καλύτερη σε χρόνο δευτερεύοντα – στη δε χειρότερη επ’ αόριστον. Ακόμα, βέβαια, και σε περίπτωση που ο κριτικός εμφανίζεται πάνοπλος απέναντι στα κάθε λογής προσκόμματα, τουλάχιστον όσον αφορά στην καίρια ενημέρωση, η τύχη ενός βιβλίου, άμα τη εκδόσει του, κάθε άλλο παρά εξασφαλισμένη είναι. Ανατρέχοντας (μεταξύ άλλων και προς επιβεβαίωση της διαχρονικότητας του φαινομένου) στο μακρινό 1990 λ.χ., εποχή όπου το δύον άστρο του Οδυσσέα Ελύτη – το έργο του οποίου μάλλον πρόσφορο παρά απωθητικό είναι απέναντι στην κριτική, έστω και για τοποθετήσεις επιφανειακές ή στερεότυπες – θα δώσει, κατά την τελευταία δεκαετία του βίου του, τις μέγιστες λάμψεις του, απηχώντας τις εκρήξεις supernova, περιπτώσεις κριτικής δυστοκίας γύρω από έργα σημαντικά πλην ιδιόρρυθμα όπως π.χ. ο Μικρός ναυτίλος, ακόμα και τέσσερα και πλέον χρόνια μετά την δημοσιοποίησή του, ήδη ελέγχονται [2]. «Πρόκειται για ένα είδος κριτικού δισταγμού, που είναι κάπως φυσικό να γεννούν οι μεγάλες ποιητικές συνθέσεις; Ή μήπως πρόκειται για μια μορφή κριτικής θρασύτητας, ίσως και ανωριμότητας, το να αναμετρηθεί κανείς πρόωρα και βιαστικά με τα μείζονα έργα του ποιητικού λόγου;», διαβάζουμε – εικασίες εύλογες.
Επανερχόμενοι στο σήμε (περισσότερα…)
*
Πότε θα κάνει ξαστεριά, πότε θα φλεβαρίσει
να πάρω το τουφέκι μου την όμορφη πατρόνα
να κατεβώ στον Ομαλό, ν’ ανέβω στην Αθήνα
τις κριτικές επιτροπές βραβείων ν’ ανταμώσω
όπου μοιράζουνε λεφτά στους ίδιους και στους ίδιους
ανάξιους κι ατάλαντους ωσάν τους εαυτούς των.
Μοιράζουν τον ιδρώτα μου, το αίμα του λαού μου
χωρίς ποτέ να κρίνονται, ποτέ να κυνηγιούνται.
Άλλωστε από ποιούς, εδώ, που όλα ξεπουλιούνται;
Μα σαν το σιδερένιο μου το βλέμμα μπρος τους δούνε
να δεις πώς θα ιδρώνουνε και πώς θα κατουριούνται
πίσω απ’ τα γραφεία τους, πώς θα μ’ εκλιπαρούνε
να συχωρέσω τ’ άδικο, την άτιμη δουλειά τους
λίγο προτού η καρέκλα τους γεμίσει απ’ τα σκατά τους
λίγο προτού να λερωθούν οι τοίχοι απ’ τα μυαλά τους.
Μάνη, 2023. Του Αγίου Πνεύματος. Γερολιμένας. Φτάνοντας καταλαβαίνεις πόσο ταιριαστό το τοπωνύμιο. Τοπίο αγέρωχο, πέλαγος, γυμνόστηθα βουνά, κροκάλες, πέτρινα κτίσματα από άλλη εποχή. Εγκατάλειψη που πάει χέρι χέρι με την αρπαχτή. Κυριλέ εστιατόρια πάνω στο κύμα, απ’ αυτά όπου σου γεμίζουν το ποτήρι, πλάι σε χαλάσματα πέτρινων πύργων, στον χωματόδρομο με τα μαδέρια. Συντρίμμια δίπλα σε σωρούς αμμοχάλικο, έτοιμους να ορθώσουν τα Airbnb της επόμενης σεζόν, 250 ευρώ η διανυκτέρευση – τιμή μη επιστρέψιμη. Κακοφωτισμένα στενά που ζέχνουν μούχλα και σκουριά. Ο ήλιος, ευτυχώς τόσο καυτός που ζαλίζει. Κι η θάλασσα τόσο παγωμένη και κρυστάλλινη που σε κάνει να ξεχνάς τη θέα των πλαστικών σκουπιδιών στο βυθό. Στη στεριά πάλι, ούτε ένας κάδος σκουπιδιών.
☼
Κάνουμε check in σ’ ένα από τα παμπάλαια κτίσματα όπου το τρεχούμενο νερό αποδεικνύεται πολυτέλεια – τιμή μη επιστρέψιμη. Πάτε στο χωράφι δίπλα, λέει η host όταν της λέμε πως δεν λειτουργεί το καζανάκι. Το νερό, νεράκι. Τη Μάνη ή τη μισείς ή τη λατρεύεις, διαβάζω σ’ ένα άρθρο της Καθημερινής. Κι οι Μανιάτες, «όπως είναι οι βράχοι τους», που λέει κι ο ποιητής. Τουλάχιστον η θέα στη βεράντα κάτι λέει, φεγγαράδα, κυματισμοί, η φαγωμένη από την υγρασία ταράτσα του μπροστινού μονώροφου πέτρινου με τις εξωτερικές μονάδες κλιματιστικών από το πάλαι ποτέ. Τολμώ να πηδήξω πάνω της για να δω τη θάλασσα απρόσκοπτα. Τζιτζίκια, βλαχομπαρόκ μουσική απ’ το καφέ–μπαρ με τις ξαπλώστρες πάνω στα τσιμεντωμένα βράχια, ο αχός των κυμάτων, μακρινές συζητήσεις εκδρομέων του τριημέρου, σερβιτόροι που πηγαινοέρχονται απέναντι, αυτοκίνητα μες στη σκόνη που σηκώνουν, βαρκάκια. Ένα ιστιοπλοϊκό. Ας περπατήσω λίγο για να ξεχαστώ. (περισσότερα…)
*
Δεν είναι μόνο θρήνος για το χυμένο γάλα, μα θρήνος για ένα χυμένο γάλα το οποίο υπάρχει μόνο επειδή χύθηκε, εάν δεν χυνόταν δεν θα υπήρχε. Αυτό περιγράφεται από πολλούς, αν όχι σχεδόν απ’ όλους πλέον, ως «έκφραση του πνεύματος της εποχής» καθώς επικρατεί η εντύπωση πως το πνεύμα της εποχής χρειάζεται φερέφωνο ή τηλεβόα, πως δεν εκφράζεται ολοκληρωτικά δίχως τη συνδρομή ενός ποιητή, λες και το πνεύμα κάθε εποχής δεν είναι παρά μια μετάβαση από το υποσχόμενο στο ανεπαρκές.
Ο τόπος είναι γεμάτος από ανθρώπους που υπερασπίζονται την αφοσίωσή τους, που αφήνουν το δικό τους «λιθαράκι». Με αυτά τα λιθαράκια λιθοβολείται η ποίηση. Ο εσμός της μετριότητας διαθέτει τους δικούς του δοκησίσοφους οι οποίοι εναντιώνονται σε κάθε μετριότητα που αποσπά τον έπαινο από τη μετριότητα. Θηριοδαμαστές σκιών προσπαθούν να πείσουν τον εαυτό τους και τους άλλους πως ό,τι περνά απ’ το μυαλό τους είναι πνευματική σύλληψη, πως ό,τι γράφουν είναι ποίηση. Στις λίστες των «εκλεκτών αδικημένων» δεν συμπεριλαμβάνονται υποχρεωτικά οι εκλεκτοί αδικημένοι όπως στις λίστες των «μη εκλεκτών αδίκητων» δεν συμπεριλαμβάνονται υποχρεωτικά οι μη εκλεκτοί αδίκητοι. Το χιούμορ που προκύπτει απ’ όλ’ αυτά είναι σημαντικό. (περισσότερα…)
I.
Απ’ τους καιρούς του Γιόχαν Γιόαχιμ Βίνκελμαν τουλάχιστον, τα χαρακτηριστικά του κλασσικού μοιάζει να έχουν μια για πάντα δοθεί. Στάση ενατενιστική, λόγος διαυγής και απροσωπόληπτος, σαφής διάκριση δημόσιου και ιδιωτικού, νηφαλιότητα, και μια διάθεση που ρέπει προς το λογικό μάλλον παρά προς το θυμικό των πραγμάτων. Αυτή τη στάση κι αυτή τη διάθεση, που ανατρέχει απ’ ευθείας στην ελληνορρωμαϊκή αρχαιότητα και εμπνέεται από εκείνην, ο Παναγιώτης Κονδύλης την ενστερνίστηκε από νωρίς. Σ’ ένα από τα τελευταία του κείμενα αναγνώρισε expressis verbis την οφειλή:
Θεωρώ την εντρύφησή μου στα κλασσικά γράμματα ως ένα από τα μεγάλα ευτυχήματα και τα αναντικατάστατα ερείσματα της πνευματικής μου συγκρότησης. (…) Γλώσσες [όπως οι κλασσικές], όπου τα περιγράμματα των λέξεων και των φράσεων δεν τα θολώνουν τα -γόνιμα ή άγονα, αδιάφορο- νεφελώματα του νεώτερου υποκειμενισμού, μοιάζουν με κυκλώπεια τείχη χτισμένα με ξερολιθιά, με οφθαλμοφανείς τις αρμοδεσιές και χειροπιαστά τα ερείσματα, με αδρές τις αντιστοιχίες ανάμεσα στο σημαίνον και στο σημαινόμενο, στο πελέκημα του λόγου και στη λάξευση του στοχασμού. Η σαφήνεια και η απλότητα δεν είναι εδώ αιτήματα προβαλλόμενα εκ των έξω, αλλά απόρροια και κριτήριο εσωτερικού βάθους. (Το αόρατο χρονολόγιο της σκέψης, 1998, σ. 64-65)
Ωστόσο εκτός απ’ αυτήν την κλασσικότητα του έργου, την «ευγενή απλότητα και το γαληνό μεγαλείο» της, υπάρχει και μια άλλη εκδοχή του κλασσικού, η οποία θυμίζει περισσότερο την περίπτωση ενός Γκαίτε παρά εκείνην ενός Σοφοκλή: η κλασσικότητα του βίου ως συνειδητή επιλογή και υπαρξιακή απόφαση. Όπως εύστοχα ειπώθηκε, κάθε ζωή βιωμένη σύμφωνα μ’ ένα συνεκτικό, περιεκτικό και αδρό περίγραμμα είναι ζωή κλασσική. Τέτοιες βιογραφίες μοιάζουν κάπως με τους ήρωες των Bildungsromane: τείνουν προς ένα τέλος, προς έναν σκοπό. Και μ’ αυτήν επίσης την έννοια οι προτιμήσεις του Κονδύλη στάθηκαν κλασσικές. Ιδωμένη εκ των υστέρων η πνευματική του εξέλιξη μοιάζει με τα κύματα που προκάλεσε στο νερό το ρίξιμο μιας πέτρας: αλλεπάλληλοι, όλο και ευρύτεροι κύκλοι γύρω από ένα νοητό και απόλυτο κέντρο. Τίποτα δεν στάθηκε ικανό να κλονίσει αυτή την εξωτερικά τόσο γεωμετρημένη vita contemplativa. Με μιαν αυστηρότητα που φτάνει στα όρια του ασκητισμού και μια μεθοδικότητα που φαντάζει ενίοτε σαν εμμονή, οι κύκλοι πληθαίνουν και πλαταίνουν ολοένα, όμως το κέντρο παραμένει απαρασάλευτο. Συνθέσεις που για ανθρώπους λιγότερο φιλόδοξους θα αποτελούσαν καύχημα ζωής, για τον Κονδύλη δεν ήταν παρά σταθμοί προς τον απώτερο στόχο. Και από τούτη τη βιοπορία τίποτα δεν στάθηκε ικανό να τον εκτρέψει. Ούτε η αλλαγή γλώσσας και περιβάλλοντος, ούτε η απορριπτική στάση των ακαδημαϊκών θεσμών απέναντί του, ούτε η κατάδηλη ασυμμετρία των θεμάτων και των ενδιαφερόντων του προς τα κρατούντα της εποχής. (περισσότερα…)
~.~
Στα βιβλία σας κινήστε με άνεση σε πολλούς όμορους χώρους των κοινωνικών μορφωμάτων και σχέσεων (τεχνολογία, εργασία, γραφειοκρατία, ταυτότητα, συναίσθημα, ορθολογισμός). Τι σας παρακίνησε αυτή τη φορά να αναμετρηθείτε με την πολύπτυχη, συχνά νεφελώδη, και αιωνίως διαφιλονικούμενη έννοια του νοήματος;

Θά ’λεγε κανείς πως τα θέματα δεν τα διαλέγουμε, μας διαλέγουν. Μέσα από προσωπικές εμπειρίες και μελέτες κάποιες απορίες γεννώνται, που όταν ωριμάσουν έρχονται στην επιφάνεια της συνείδησης και ζητούν απαιτητικά την ενασχόλησή μας μαζί τους. Ακριβώς η ρευστή και διαφιλονικούμενη έννοια του νοήματος ήλκυσε από νωρίς την προσοχή μου. Σε όλες μου τις μελέτες το περιτριγυρίζω, ως κάτι που αναδύεται από την διεπαφή του νου με τα πράγματα του κόσμου. Για παράδειγμα, στο βιβλίο μου Το oδοιπορικό του Εαυτού, που κυκλοφόρησε το 2000, μιλώ εκτεταμένα για το νόημα και πώς μέσω αυτού συγκροτείται ο εαυτός του υποκειμένου. Το αντιλαμβάνομαι ως ενέργεια πνευματική, άυλη, η οποία όμως εμποτίζει τα πράγματα και τα φέρνει στην παρουσία, προικίζοντάς τα με ιδιότητες που δεν θα είχαν χωρίς αυτό. Ιδιότητες που μας αποκαλύπτουν οι διάφορες όψεις των πραγμάτων ανάλογα με το φως που ρίχνει επάνω τους το νόημα.
Υπάρχει το αντικειμενικό, κοινωνικό νόημα, και το υποκειμενικό νόημα. Η σύζευξή τους ή ο αλληλοεπηρεασμός τους είναι από τα θέματα που με απασχόλησαν. Το αντικειμενικό νόημα συνδέεται με τον πολιτισμό μας εποχής. Πώς μια κοινωνία βλέπει τη θέση της στον κόσμο, πώς τον ερμηνεύει και πώς ρυθμίζει τη στάση της απέναντι του. Μια τέτοια οπτική με οδήγησε στην πεποίθηση πως ο τρέχων πολιτισμός μας είναι εμποτισμένος από το νόημα της λειτουργίας, καθώς όλες οι αντιλήψεις μας για τον κόσμο ομνύουν στη χειραγώγησή του, ενώ η ιδιότητα της λειτουργικότητας είναι εκείνη η οποία αναδεικνύεται σε κάθε σχέση υποκειμένου – αντικειμένου. Δεν αναφέρομαι στην εργαλειακότητα και στα αξιοποιούμενα μέσα, αλλά στον ίδιο τον σκοπό της κοινωνικής δράσης και των κοινωνικών σχέσεων. Η σχέση, δηλαδή, υποκειμένου-αντικειμένου, ανεξαρτήτως του είδους του αντικειμένου ─είτε πρόκειται για φυσικό αντικείμενο είτε για τον άλλον άνθρωπο, είτε για κοινωνική οντότητα ή κατάσταση─, διέπεται από την αρχή της λειτουργικότητας, καθώς όλα τα έργα και επιτεύγματά του ανθρώπινου νου έχουν κατακυριευθεί από το νόημα της λειτουργίας. Αυτό υποκρύπτεται στον πυρήνα του κάθε κοινωνικού φαινομένου, με αποτέλεσμα να ανάγεται σε οντικό στοιχείο του κοινωνικού.
Αυτό το τελευταίο, η αναγωγή του νοήματος σε οντικό στοιχείο του κοινωνικού, έθετε επί τάπητος την επαναφορά στον κοινωνικό προβληματισμό της οντολογικής οπτικής. Μια οπτική η οποία καίτοι παραμερίστηκε από την πρόοδο των επιστημών, εν τούτοις ως αναζήτηση της ενδότερης φύσης των πραγμάτων, ιδιαίτερα με την εδραίωση του κοινωνικού κονστρουκσιονισμού, εξακολουθεί να υποφώσκει στον φιλοσοφικό και κοινωνικό στοχασμό. Αφ’ ης στιγμής η αλήθεια σχετικοποιήθηκε, το νόημα (είτε το αντικειμενικό το προσδιοριστικό της κουλτούρας, είτε το υποκειμενικό) ανάγεται σε απώτατο στοιχείο του κοινωνικού εξαναγκάζοντας τον μελετητή των κοινωνικών φαινομένων να αναμετρηθεί εκ νέου μαζί του. (περισσότερα…)
Τι συνέβη; Πού πήγε η δροσερή γαλήνη
της μόνης γης που μπόρεσα να κατακτήσω,
σ’ έναν κόσμο μολυσμένο από ιδέες
κι οράματα κι αξίες και φως που δείχνει
τον δρόμο στις σφαίρες; Οι σφαίρες:
σπυριά μιας δειλίας, που εκκρίνει
τάξη, οργάνωση και άλλα
φαρμακερά υγρά. Τι συνέβη;
Ακόμα ασχολούνται
οι άνθρωποι με την αθανασία;
*