ΝΠ | Ταξιδιωτικά – Μαρτυρίες

Μία άλλη Αμοργός

Τοπίο της Αμοργού στον Χρυσόστομο στα Κάψαλα, κοντά στο μοναστήρι της Χοζοβιώτισσας. (Φωτογραφία του συγγραφέα).

*

του ΓΙΩΡΓΟΥ ΠΑΛΛΗ

Υπάρχουν πολλοί τρόποι για να συστηθεί κανείς με έναν τόπο τον οποίο επισκέπτεται για πρώτη φορά — ειδικά μάλιστα όταν πρόκειται για ένα εμβληματικό νησί των Κυκλάδων, όπως η Αμοργός. Το διαδίκτυο προσφέρει δεκάδες σελίδες με πληροφορίες, συνήθως ρηχές και επιπόλαιες. Οι έντυποι ταξιδιωτικοί οδηγοί παραμένουν πιο αξιόπιστοι, παρόλο που  συχνά είναι άνισοι σε ποιότητα. Αν και σχετικά δυσεύρετη, η ταξιδιωτική γραμματεία μπορεί να κατευθύνει την προσοχή του επισκέπτη και να προετοιμάσει το βλέμμα του — όπως το Ελληνικό Καλοκαίρι του Ζακ Λακαρριέρ. Τα δε κείμενα των παλαιότερων, ξένων περιηγητών παρέχουν πάντοτε πλούσια ερεθίσματα.

Ξεκινώντας για ένα μικρό ταξίδι στην Αμοργό, επέλεξα μία άλλη πηγή, ένα από τα Ὑπομνήματα περιγραφικὰ τῶν Κυκλάδων Νήσων κατὰ μέρος, που δημοσίευε στα τέλη του 19ου αιώνα ο γεωγράφος και ιστορικός Αντώνιος Μηλιαράκης (1841-1905). Το αφιερωμένο στην Αμοργό υπόμνημα, έκτασης 92 σελίδων, εκδόθηκε το 1884 στην Αθήνα από το τυπογραφείο των αδελφών Περρή και κυκλοφορεί σήμερα σε αναστατική επανέκδοση του βιβλιοπωλείου του Διονυσίου Νότη Καραβία. Επρόκειτο για το δεύτερο έργο αυτού του είδους του Μηλιαράκη, μετά το τομίδιο Άνδρος – Κέως που είχε εκδοθεί το 1880· ακολούθησε ένα ακόμη, το 1901, αφιερωμένο στην Κίμωλο.

Η Αμοργός του Μηλιαράκη αποτυπώνει την κατάσταση του νησιού στα χρόνια της παλαιάς Ελλάδας, όταν αυτό αποτελούσε το ανατολικότερο άκρο του βασιλείου και μόλις έβγαινε από την απομόνωση του, αφού το 1882 απέκτησε για πρώτη φορά τακτική εβδομαδιαία επικοινωνία με ατμόπλοιο. Ο συγγραφέας περιόδευσε την Αμοργό τον Ιούνιο του 1883 και συνομίλησε με πολλούς κατοίκους του, παρατηρώντας και συγκεντρώνοντας επί τόπου την περισσότερη ύλη του μικρού του βιβλίου. Το αποτέλεσμα ήταν ένα κείμενο που γοητεύει τον αναγνώστη του: δεινός και διεισδυτικός παρατηρητής, ο Μηλιαράκης οργανώνει το υλικό του συστηματικά, είναι ακριβολόγος στις περιγραφές του, διακρίνει το μείζον από το δευτερεύον, επικρίνει καταστάσεις και προτείνει λύσεις, και όλα αυτά με εργαλείο μία λιτή αλλά χυμώδη και ρέουσα καθαρεύουσα, με μεγάλη οικονομία λόγου. (περισσότερα…)

Ιστορίες θερινής τρέλας

*

ΟΙ ΔΥΟ ΦΙΛΕΣ

Ήταν δυο φίλες, μια απ’ την Καρδίτσα
κι η άλλη πάλι απ’ το Ανκοράζ,
η φαλαινίτσα κι η σαρδελίτσα,
κι είπαν μια μέρα να παν στην πλαζ.

Είπαν μια μέρα να παν για μπάνιο
έλαμπε ο ήλιος, μούρλια ο καιρός,
είχαν τ’ αγέρι για καπετάνιο,
τα κυματάκια στην άμμο εμπρός.

Πήραν μαζί τους λάδια, παγούρια,
γυαλιά, πετσέτες λογιώ λογιώ
μα η φαλαινίτσα πάνω στη φούρια
πηγαίνει η ξύπνια χωρίς μαγιό.

«Α, μη σε νοιάζει», της λέει η σαρδέλα,
«κι έχω τα πάντα εγώ σκεφτεί.
Μαγιό ’χω κι άλλο, θα σού ’ρθει τρέλα!»
Και της το δίνει να βολευτεί.

– Μπα, δεν σου μπαίνει; – Ναι, με στενεύει…
– Πάχυνες μήπως; – Χμμμ, τι να πω…
– Ρουφήξου λίγο καλέ ν’ ανέβει!
– Μα μου σκαλώνει, δες, στον ποπό!

Κι όλο ρουφιέται, κι όλο ζαρώνει
η φαλαινίτσα καλά καλά,
μα κι αν τραβιέται, μα κι αν ιδρώνει,
το μαγιουδάκι δεν πάει ψηλά.

Γύρω παιδάκια, κάποιος σερφάρει,
τα κυματάκια «πλιτς» κάνουν, «πλατς»,
μα η φάλαινά μας έχει φρακάρει
μέχρι που ακούει ξάφνου ένα… χράαατς!

«Αχ, πάει το μπάνιο! Και τώρα; Πλήξη…»,
λέει με βλέμμα λυπητερό.
Η σαρδελίτσα πάει να βουτήξει
κι εκείνη ψάχνει για παρεό.

~.~

(περισσότερα…)

Τετάρτη, 12 Ιουλίου | Αφιέρωμα Έζρα Πάουντ: Δύο σταθμοί (Λονδίνο 1920 – Αθήνα 1965)

*

Τετάρτη, 12 Ιουλίου | Αφιέρωμα

Έζρα Πάουντ: Δύο σταθμοί
(Λονδίνο 1920 – Αθήνα 1965)

Πρωτοστάτης του ιμαζισμού και του μοντερνιστικού κινήματος, ιδιοφυής κριτικός, νοσταλγός των μεγάλων αρχαίων πολιτισμών, συνοδοιπόρος του Έλιοτ, γραμματέας του Γέητς, δριμύς κατήγορος του καπιταλισμού, οπαδός του Μουσσολίνι, επινοητής μιας πρωτόγνωρης ποιητικής γλώσσας, δημιουργός των περιβόητων «Κάντος», ο Αμερικανός ποιητής Έζρα Πάουντ (1885-1972) στάθηκε εξαρχής, και παραμένει ώς σήμερα, μορφή σαγηνευτική και αμφιλεγόμενη.

Με αφορμή το αφιέρωμα του περιοδικού Νέο Πλανόδιον στο έργο του (τχ. 7), ο μεταφραστής Κώστας Κουτσουρέλης και ο μελετητής και βιογράφος του Πάουντ Ηλίας Μαλεβίτης παρουσιάζουν δυο σταθμούς της πορείας του, τη σύνθεση «Χιου Σέλγουιν Μώμπερλυ», που ο ποιητής δημοσίευσε στο Λονδίνο το 1920, και το περίφημο ταξίδι του στην Ελλάδα το 1965 και τις συναντήσεις του με σημαδιακές μορφές των ελληνικών γραμμάτων όπως ο Γιώργος Σεφέρης και ο Ζήσιμος Λορεντζάτος. Ποιήματα και κείμενα του Πάουντ θα ερμηνεύσουν ηθοποιοί του Θεάτρου Κυδωνία.

*

Ταξιδιωτικό της συμφοράς

*

της ΜΑΡΙΑΣ Σ. ΜΠΛΑΝΑ

Μάνη, 2023. Του Αγίου Πνεύματος. Γερολιμένας. Φτάνοντας καταλαβαίνεις πόσο ταιριαστό το τοπωνύμιο. Τοπίο αγέρωχο, πέλαγος, γυμνόστηθα βουνά, κροκάλες, πέτρινα κτίσματα από άλλη εποχή. Εγκατάλειψη που πάει χέρι χέρι με την αρπαχτή. Κυριλέ εστιατόρια πάνω στο κύμα, απ’ αυτά όπου σου γεμίζουν το ποτήρι, πλάι σε χαλάσματα πέτρινων πύργων, στον χωματόδρομο με τα μαδέρια. Συντρίμμια δίπλα σε σωρούς αμμοχάλικο, έτοιμους να ορθώσουν τα Airbnb της επόμενης σεζόν, 250 ευρώ η διανυκτέρευση – τιμή μη επιστρέψιμη. Κακοφωτισμένα στενά που ζέχνουν μούχλα και σκουριά. Ο ήλιος, ευτυχώς τόσο καυτός που ζαλίζει. Κι η θάλασσα τόσο παγωμένη και κρυστάλλινη που σε κάνει να ξεχνάς τη θέα των πλαστικών σκουπιδιών στο βυθό. Στη στεριά πάλι, ούτε ένας κάδος σκουπιδιών.

Κάνουμε check in σ’ ένα από τα παμπάλαια κτίσματα όπου το τρεχούμενο νερό αποδεικνύεται πολυτέλεια – τιμή μη επιστρέψιμη. Πάτε στο χωράφι δίπλα, λέει η host όταν της λέμε πως δεν λειτουργεί το καζανάκι. Το νερό, νεράκι. Τη Μάνη ή τη μισείς ή τη λατρεύεις, διαβάζω σ’ ένα άρθρο της Καθημερινής. Κι οι Μανιάτες, «όπως είναι οι βράχοι τους», που λέει κι ο ποιητής. Τουλάχιστον η θέα στη βεράντα κάτι λέει, φεγγαράδα, κυματισμοί, η φαγωμένη από την υγρασία ταράτσα του μπροστινού μονώροφου πέτρινου με τις εξωτερικές μονάδες κλιματιστικών από το πάλαι ποτέ. Τολμώ να πηδήξω πάνω της για να δω τη θάλασσα απρόσκοπτα. Τζιτζίκια, βλαχομπαρόκ μουσική απ’ το καφέ–μπαρ με τις ξαπλώστρες πάνω στα τσιμεντωμένα βράχια, ο αχός των κυμάτων, μακρινές συζητήσεις εκδρομέων του τριημέρου, σερβιτόροι που πηγαινοέρχονται απέναντι, αυτοκίνητα μες στη σκόνη που σηκώνουν, βαρκάκια. Ένα ιστιοπλοϊκό. Ας περπατήσω λίγο για να ξεχαστώ. (περισσότερα…)

Η στοχαστική Μέσα Μάνη

*

του ΑΙΜΙΛΙΟΥ ΖΑΧΑΡΕΑ

Όταν η οργισμένη θάλασσα φαίνεται να ρουφά αυτό το κομμάτι της λακωνικής γης με τους απόκρημνους και επικίνδυνους βράχους, φόβος δεν υπάρχει, μόνο δέος και θαυμασμός! Το μανιάτικο τοπίο δημιουργεί στον επισκέπτη σκέψεις και περισυλλογή. Είναι τόσο δυνατή η μορφολογία του εδάφους σε συνδυασμό με την θαλασσινή απεραντοσύνη, ώστε επιβάλλεται αμέσως στον επισκέπτη. Το τοπίο καθηλώνει τον άνθρωπο, ενώ δεν συμβαίνει το ίδιο σ’ άλλα μέρη της χώρας, όπου ο επισκέπτης κυριαρχεί στο τοπίο. Είναι δύσκολο ή μάλλον αδύνατο να βγει μια παρέα από ένα αυτοκίνητο σε οποιοδήποτε μέρος της Μέσα Μάνης και ν’ αρχίσει να τραγουδά ή να ακούει δυνατά μουσική. Ο περίγυρος, το χώμα, οι πέτρες, οι άνθρωποι, το φως, τα αγριολούλουδα, τα θυμάρια και τα φασκόμηλα, όλα μαζί σε προτρέπουν σε έντονη ενδοσκόπηση. Τ’ αγέρωχα τοπία, μαζί με τους πύργους του Πολέμου, η παλλόμενη ιστορική μνήμη, δημιουργούν εντάσεις διανοητικές και ψυχικές στον κάθε «ψαγμένο» και ευαίσθητο οδοιπόρο.

Η περιπλάνηση μου στα δυσπρόσιτα μανιάτικα εδάφη, η επαφή με τους ανθρώπους της, είναι συνεχής, πολύχρονη. Ίσως πουθενά αλλού δεν στοχάζεται κανείς, παρά μόνο ξεκινώντας από τις Στέρνες για να φθάσει στη Σπηλιά του Άδη με τη μικρή βάρκα, πως το σύνολο της προσωπικής μας ζωής δεν είναι τίποτε άλλο παρά η διαδικασία της γέννησής μας και ο φυσικός θάνατος δεν είναι παρά ο πλήρης κύκλος της γέννησής μας.

Κολυμπώντας μόνος στο εσωτερικό της Σπηλιάς του Άδη, ενώ τα θαλασσοπούλια πετούσαν αδιάκοπα έξω από τις φωλιές τους, συγκλονιστικό ήταν το θέαμα, ζωηρές οι μεταφυσικές αναζητήσεις, ενώ ενστικτωδώς είχα στα χείλη μου ένα ειρωνικό μειδίαμα που ο Τόμας Μαν αποκαλούσε «το πιο βαθύ και συναρπαστικό πρόβλημα του κόσμου». Το νόημα, αλλά και η ενδεχόμενη εκμηδένιση της φυσικής ύπαρξης, είχε ταυτιστεί με τη μοναδική εικόνα και τον περίγυρο της Σπηλιάς.

Οι μανιάτικοι πύργοι του Πολέμου είναι από τα πιο εντυπωσιακά μνημεία της χώρας, και όχι μόνο της λακωνικής γης. Ιστορίες και θρύλοι καλύπτουν τα ιστορικά αυτά κτίρια, που πολλές φορές ξεπερνούν σε ύψος τα 15 έως 20 μέτρα. Χωρίς πολλά παράθυρα, κτισμένοι με σκούρες πέτρες, με τις «ζεματίστρες» πάνω από την κεντρική είσοδο για να ρίχνουν καυτό λάδι σε εχθρούς και αντιπάλους. Οι πολεμόπυργοι της Μάνης είναι μνημεία σοβαρότητας, δωρικότητας και αλήθειας. Σ’ όλο τον δρόμο, από τον Δυρό έως τον Γερολιμένα, πάνω και κάτω από την άσφαλτο, είναι εντυπωσιακή η εικόνα χωριών και οικισμών περιτριγυρισμένων από τους μανιάτικους πύργους. Έχει κανείς την εντύπωση πως κατά μήκος της διαδρομής θα εμφανιστούν βυζαντινοί ιππότες, με τ’ άλογα και τις πανοπλίες τους, για να επιτεθούν εναντίον των εισβολέων ή των πειρατών. Οι πύργοι του Πολέμου της Μέσα Μάνης είναι αρχαίο στοιχείο ενός περήφανου και αδούλωτου λαού. Ας θυμηθούμε πως ο Ναπολέων αποκαλούσε τους Μανιάτες κατ’ ευθείαν απογόνους των αρχαίων Σπαρτιατών. Σήμερα, ελάχιστοι είναι σε καλή κατάσταση, πολλοί είναι ερειπωμένοι, ενώ στον προηγούμενο αιώνα ο αριθμός τους έφθανε τους 700-800.

Ανεβαίνοντας τις σκάλες ενός πολεμόπυργου στη Λάγια, αντίκρισα το εκπληκτικό τοπίο των ελαιώνων, των άλλων πύργων και της άγριας θάλασσας. Σκεπτόμουν πως ο σύγχρονος άνθρωπος, και ιδιαίτερα της πολύπαθης πατρίδας μας, όταν περιβάλλεται από κινδύνους σοβαρούς, αναζητά μέσα από την πνευματική ευταξία διέξοδο προς το καλύτερο. Αισθάνθηκα επίσης, ότι όπου καιροφυλακτεί κίνδυνος μεγάλος, εκεί κοντά υποφώσκει η σωτηρία και η ελπίδα, τις οποίες ανακαλύπτουμε στην έξαρση της παιδείας και της κουλτούρας. Καθώς απουσιάζουν από την εποχή μας και τη χώρα οι ολιστικές σωτήριες εναλλακτικές λύσεις του παρελθόντος –θρησκευτικές, φιλοσοφικές, κοινωνικές– μόνο η διατήρηση της κουλτούρας αντιμετωπίζει τους κινδύνους του υπερκαταναλωτισμού και ελέγχει τ’ αλλοτριωτικά φαινόμενα. Είναι η κουλτούρα που έρχεται σε αντίθεση με την ασυδοσία της ελεύθερης αγοράς, τη Βαβέλ του θεάματος και του τζόγου και την κοινωνική περιθωριοποίηση. (περισσότερα…)

Κυνηγώντας λέξεις σε εικόνες της Μάνης

*

του ΗΛΙΑ ΜΑΛΕΒΙΤΗ

Η Μάνη που τριγυρνάω τα τελευταία είκοσι χρόνια αποτελεί πια έναν τόπο διαρκούς μαθητείας στην έκπληξη, όσο περισσότερο την μαθαίνω.  Έναν τόπο όπου το βλέμμα ασκείται στην ενόραση μικρών αποκαλυπτικών στιγμών διαμέσου μιας ακαταπόνητης επιμονής της ενατένισης στη φθορά, την καταπόνηση, την εγκατάλειψη, το ερείπωμα πολλές φορές των στοιχειωδών, που κάποτε-κάποτε φαντάζουν ως στοιχεία εξαρθρωμένα, περιττά,  συνοδευτικά μόνον παραφερνάλια μιας γυμνής, ηλιομαστιγωμένης, βραχόσπαρτης και θαλασσόδαρτης προεξοχής του Ταϋγέτου στη Μεσόγειο. Όχι! τίποτα δεν είναι κρυμμένο, παραχωμένο ή άδηλο· μάλλον το Κλεμμένο γράμμα του Πόε θυμίζουν. Το βλέμμα είναι που πρέπει ν’ ασκηθεί να ψάχνει και να ρωτά, να χαϊδεύει, να (ξανα)βλέπει, πέρα απ’ την προφάνεια και την επιβολή του περιττού και του δεδομένου. (περισσότερα…)

Στις άκριες των χωριών του ινδικού νότου

*

του ΗΛΙΑ ΜΑΛΕΒΙΤΗ

Ταξιδεύοντας στον ινδικό νότο, πολύ συχνά βλέπεις στο διάβα σου ναούς, ιερά, ειδώλια κι αγάλματα, αλλά και το διαρκές πηγαινέλα στους ιερούς τόπους ενός πολύχρωμου κι αρίφνητου πλήθους πιστών μαζί με τις εξίσου πολυχρώματες προσφορές του από λουλούδια, υγρά και καρπούς. (Πρόσφατα μου είχε πει ένας Ινδός πως επιταγή αυστηρή κι απαραβίαστη ορίζει οι προσφορές στους ναούς να είναι μόνο από ιθαγενή, του ινδικού τόπου, γεννήματα κι όχι ξενοφερμένα, ακόμα κι ας είναι υιοθετημένα εκατοντάδες χρόνια πια. Δεν μπορώ να ελέγξω την ακρίβεια των λεγομένων του, μα απ’ όσα έχουν δει τα μάτια μου φαίνεται να έχουν ισχύ κι εφαρμογή γενική σ’ όλους του ναούς της Ινδίας.)

Έλεγα λοιπόν πως συντυχαίνεις στον δρόμο σου πέρα από τα αρχιτεκτονήματα, τόσους θεούς και θεές, σκαλισμένους πάνω στους ναούς, βαλμένους στα τρίστρατα και στις γωνιές των δρόμων, που μετά από μερικές μέρες ταξιδιού δε δίνεις σημασία πια και σ’ όσα τέτοια αγάλματα συναντάς στις πόλεις, στην ύπαιθρο, στα χωριά και στις πολίχνες ή και καταμεσής της διαδρομής κάτω από κανα δέντρο ή σ’ ένα μικρό βωμό παράμερα. Άλλη μια αλλόκοτη ινδική θεότητα, μια άλλη έκφανση του Σίβα ή του Βίσνου· έχει χορτάσει πια το μάτι σου τ’ αριστουργήματα της ινδικής τέχνης (αρχιτεκτονικής, γλυπτικής ή ζωγραφικής) απαξιώνοντας τα νεώτερα κακόγουστα ομοιώματα. Ιδίως σαν προσπερνάς χρωματοπλούμιστα, με πλαστική μπογιά βαμμένα, αγάλματα από τσιμέντο, η πληθωρικότητα του κιτς καθίσταται σχεδόν απαρατήρητη, ως πανταχού παρούσα. Κι έτσι κάποτε ξαστοχάς να ξεχωρίσεις μες στην πληθώρα και το ανακάτωμα των χρωμάτων, των σχημάτων και των πολυπρόσωπων ινδικών θεών και πλασμάτων κάποιες ιδιαίτερες φανερώσεις της ινδικής τέχνης και της θρησκευτικότητας. (περισσότερα…)

Ταξίδι στη Γεωργία (γ΄)

thumb_DSC_1714_1024

*

του ΗΛΙΑ ΜΑΛΕΒΙΤΗ

«Πήγα στην Κριμαία, στον [Νέο] Άθω, στο Σούχουμ, στο Μπατούμ, στην Τιφλίδα, στο Μπακού… Είδα πράματα και θάματα! Οι εντυπώσεις μου είναι τόσο καινούριες και ζωηρές, που όλα μου φαίνονται σαν όνειρο, δεν πιστεύω στα μάτια μου… Είδα… και βουνά, όλο βουνά…»
ΑΝΤΟΝ ΤΣΕΧΩΦ, Επιστολή προς τον Κ. Σ. Μπαραντσέβιτς, 12 Αυγούστου 1888 (μετ. Μέλπως Αξιώτη)

Αφήνοντας την Ιβηρία είχαμε ήδη μπει στην Κολχίδα των μύθων. Η πινακίδα που έγραφε Shorapani στη δεξιά άκρη του δρόμου οδήγησε την σκέψη από τη σημερινή Γεωργία πίσω στην μυθική Αία, στις εσχατιές της γης και της θαλάσσης, εκεί όπου την φανταζόταν ο Απολλώνιος στα Αργοναυτικά του («Αἶα δὲ Κολχίς Πόντου καὶ γαίης ἐπικέκλιται ἐσχατιῇσιν»). Παράλληλα με το αυτοκίνητο που γλιστρούσε αθόρυβα πάνω στην άσφαλτο, ταξίδευαν κι οι σκέψεις, κάνοντας τις δικές τους στάσεις: τη Λαζική των Βυζαντινορωμιών («τὸ ἄλλο Λαζῶν φρούριον͵ ὃ δὴ καλοῦσι Σαραπανὶν͵ πρὸς αὐτοῖς μάλιστα τοῖς ἐσχάτοις ὁρίοις Λαζικῆς κείμενον» του Προκόπιου), τους περσοβυζαντινούς πολέμους αλλά και την αραβική κατάκτηση στις αρχές του 8ου αιώνα. Κι όμως να που το ταξίδι του νου στον χρόνο αλλά και του αυτοκινήτου πάνω στην άσφαλτο κάποια στιγμή συναντήθηκαν: διαβαίνοντας τον δρόμο που ακολουθεί από δίπλα τα στριφογυριστά κουλουριάσματα και τους φιδίσιους μαιάνδρους των υδάτινων περασμάτων, συνειδητοποίησα πως τα στενά στο Σαραπάνι διανοίγουν ακόμη την μόνη είσοδο απ’ τη μεριά της Μαύρης Θάλασσας προς την Ιβηρία, ίδια κι απαράλλαχτα από τον καιρό του Στράβωνα («μία μὲν διὰ Σαραπανῶν φρουρίου Κολχικοῦ καὶ τῶν κατ΄ αὐτὸ στενῶν»).

Το άλλοτε οχυρό φρούριο μαζί με την κωμόπολη απλωμένη στα πόδια του, σήμερα μοιάζουν πιο πολύ με προάστιο του Ζεσταφόνι, που ακολουθεί αμέσως παρακάτω. Είναι άραγε οι πόλεις μας τα καινούργια φρούρια και τα οχυρά που μας κρατούν προστατευμένους από τις κάθε είδους εισβολές; Ποιες οι στενωποί και πόσες οι κλεισούρες για τα περάσματα σε ό,τι πολύτιμο φυλάγεται μέσα μας; Κατά πόσο οι ερευνητές της ανθρώπινης ψυχής ανήγαγαν εξιδανικευτικά τις γεωγραφικές κατηγορίες σε μεταφορές για την ανθρώπινη ύπαρξη; μπας κι η ίδια η γεωγραφία προβάλει σα μετωνυμία της ανθρώπινης ύπαρξης, για αυτό κι έχει έναν πυρήνα κοινής ιδιολέκτου με την σωματοψυχή του ανθρώπου; (περισσότερα…)

Ταξίδι στη Γεωργία (β΄)

photo: georgianjournal.ge

*

Μέρες πολλές στη διάθεσή μου δεν είχα, ήθελα όμως να ταξιδέψω εδώ και τώρα! Ας πάω λοιπόν στη Μέστια είπα, ίσως στη Βάρτζια και τέλος στην Τιφλίδα. Ευτυχώς η Aegean είχε απευθείας πτήσεις για την Τιφλίδα (Αθήνα-Tbilisi, αναχ.: 00:30, χρόνος πτήσης λιγότερος από 2 ώρες)· έκλεισα ηλεκτρονικά εισιτήρια στο άψε-σβήσε.

Σαν ήρθε η ώρα, νυσταγμένος κατέβηκα προς την πύλη εξόδου κι άραξα σε μια καρέκλα αρχίζοντας να γυροφέρνω στον νου μου το ταξίδι και να ξεφυλλίζω ράθυμα έναν οδηγό. Παραδίπλα κατέφθασε μια παρέα από 3-4 παπάδες, 2-3 καλόγριες και κάμποσες γυναίκες. Εκτός από τη παρέα της θρησκευτικής ‘αποστολής’ εμφανίστηκε και μια μεγάλη παρέα από Ολλανδούς φοιτητές, με βερμούδες, γέλια κι ακατάσχετο κουβεντολόϊ. Η πτήση γεμάτη. Έτυχε να κάθομαι ανάμεσα στην ολλανδική συντροφιά.

Ρώτησα τον νεαρό που καθόταν δίπλα μου να μάθω περισσότερα. Μου είπε ότι είναι ένας όμιλος (κλαμπ) κωπηλατών από διάφορες πανεπιστημιακές σχολές της Ολλανδίας για ένα ταξίδι-έκπληξη στη Γεωργία. Αφού πέρασαν μια μέρα στην Αθήνα, είδαν την Ακρόπολη κι έφαγαν γύρο, θα καθήσουν καμιά βδομάδα στη Γεωργία, όπου θα τους προσφέρουν ένα πλούσιο πρόγραμμα (γνωστό μόνον σε έναν από την πολυπληθή παρέα) ανάμεικτο με περιηγήσεις και αθλητικές δραστηριότητες. Απώτερος στόχος της αποστολής να πείσουν κάποιους από την παρέα να ασχοληθούν σε επαγγελματικό αθλητικό επίπεδο με την κωπηλασία στον εν λόγω όμιλο. Ενώ οι συζητήσεις δίναν και παίρναν αναμεταξύ τους μέχρι και πριν την απογείωση, αμέσως μετά έκαμαν νεκρική σιγή και χαλάρωσαν, φορώντας οι περισσότεροι ακουστικά, μέχρι την προσγείωση.

*

*

(περισσότερα…)

Ταξίδι στη Γεωργία (α΄): Πώς ξεκινήσαν όλα

*

του ΗΛΙΑ ΜΑΛΕΒΙΤΗ

Κατά την διάρκεια της περεστρόϊκα παρουσιάστηκε και στην Ελλάδα η ταινία Monanieba (Η Μετάνοια, 1987) του Τενγκίζ Αμπουλάτζε. Η προβολή της έγινε αφορμή να γνωρίσουμε και τα προηγούμενα έργα του σκηνοθέτη. Πολύ σύντομα, η Ταινιοθήκη ή η Ίριδα (δεν θυμάμαι πια) έφερε την Vedreba (Η Ικεσία, 1967) και το Natvris Khe (Το δέντρο της επιθυμίας, 1977).

Ασπρόμαυρη ταινία, γυρισμένη εξ ολοκλήρου στη Γεωργία, η Ικεσία αποτελεί το πρώτο μέρος της τριλογίας του Αμπουλάτζε. Ακατανόητη εν πολλοίς και δυσερμήνευτη ταινία, που με το πρόσχημα της αισθητικής απόλαυσης μιας ποιητικο-σουρρεαλιστικής διαδοχής εκφραστικών και καθηλωτικών εικόνων καμωνόμαστε πως κάτι καταλάβαμε, καταπώς έχουμε πράξει και με τις ταινίες του άλλου αρμενογεωργιανού ποιητή της οθόνης, του Παρατζάνοφ. Λέω δυσερμήνευτη για μας τους αμύητους, καθώς ενσωματώνει εικόνες και παραστάσεις, σημεία, χειρονομίες και σύμβολα που σχετίζονται με τελετουργικά, δοσοληψίες (ανάμεσα στον κόσμο των ανθρώπων ή/και των πνευμάτων), αντιλήψεις και δοξασίες των Γεωργιανών, που βαστάνε αιώνες τώρα και που έχουν αξεδιάλυτα συνδέσει το καυκασιανό παγανιστικό παρελθόν με τον χριστιανισμό, που ρίζωσε νωρίς και εθνοταυτοτικά στις δασωμένες βουνοκορφές και πλαγιές του Καυκάσου.

(περισσότερα…)

Calle al Ponte de la Guerra

*

του ΓΙΑΝΝΗ ΛΕΙΒΑΔΑ

«Η σωστή σειρά είναι καμιά. Το μάτι το τρίγωνο κι ο κύκλος στη μετόπη βρίσκονται σε συμβουλευτική αναλογία. Κάπως υπολογίζονται: η σοφία έχτισε τον οίκο της, κι ούτε ένα λοξό βλέμμα κατά ‘κει. Ένας Αφρικανός πλανόδιος πωλητής ξόανων έχει γείρει στο σκαλί με το κεσάτι του κι ένα εκτόπισμα τρυφηλότητας που δεν αναγνωρίζεται σε άλλη χρονολόγηση πέρα από εκείνη της πείνας και της ανέχειας όταν η μία αλληλοσπαράζεται με την άλλη για να υπάρξει έστω μια δόση νυχτερινού ύπνου από απαύδισμα. Το μόνο πράγμα που έχει διαβάσει στη ζωή του είναι τα ονόματα των ελάχιστων πόλεων που έχει γνωρίσει όταν αναβόσβησαν ή πέρασαν συρμικά στον φωτεινό πίνακα κάποιου σιδηροδρομικού σταθμού. Δεν είναι όμως ένας άτιμος των λέξεων, ξέρει να προφέρει τα ονόματα ορισμένων πόλεων αποδοτικά προς τη σημασία τους, δεν διαθέτει φαντασιοπονίες, γερές δόσεις πηγαίου σκεπτικισμού με ιδρυματικά νύχια και δόντια, που μετατρέπουν κάθε άσκοπη αιτία σε κοινωφελή σκοπό». Αυτό είτε θα μπορούσε να πεταχτεί είτε να παρατεθεί εδώ∙ επέλεξα να κάνω το δεύτερο, έτσι όπως το είδα, σχεδόν ξεθωριασμένο να κείται στο συρταρωτό καπάκι ενός κουτιού από εγγλέζικα τσιγάρα που κάποτε κάπνιζα. (περισσότερα…)

Ρελάνς στον Μπλαιζ Σαντράρ

*

του ΓΙΑΝΝΗ ΛΕΙΒΑΔΑ

1.

Όχι για να ’χουμε να λέμε

Η Ιστορία της λογοτεχνίας ως συγκλονισμός, επιφέρει -καθώς δεν αποτελεί παρά απόηχο ορισμένων συναινετικών παραδοχών ή αντιθέσεων- τόσο την ανάγκη νέων διαθηκών όσο και νέων εμπειριών, μα ορισμένες φορές και την αναγκαιότητα απόρριψης μέρους αυτού που ονομάζεται παραδομένο υλικό.

Νέες κρίσεις, νέες αποκρίσεις. Οι τεχνολογίες, η θρησκεία του Τύπου, παίζουν και αυτές ρόλο, πρωτίστως δε όταν δεν έχουν να κάνουν, ή ακόμη κι όταν έχουν να κάνουν, με κάποιον, ειδικά προσαρμοσμένο στις πραγματικές τους βλέψεις, σκοπό.

Εκσυγχρονισμός, η πώληση της πληροφορίας, η διαφήμιση. Η διαχείριση των παγκόσμιων προσωπικών δεδομένων, των ατομικών πληροφοριών, είναι η πολιτική του μέλλοντος. Η μονότονη έκφραση μίας παγκόσμιας είδησης που ανανεώνεται από τις εκκλήσεις για ένα ακόμη τεχνολογικό ή πληροφοριακό θαύμα, οδηγεί σε αδιάκοπη επανάληψη των επτά θαυμάτων των επτά ημερών επί παραγγελία. (περισσότερα…)