Ταξίδι στη Γεωργία (α΄): Πώς ξεκινήσαν όλα

*

του ΗΛΙΑ ΜΑΛΕΒΙΤΗ

Κατά την διάρκεια της περεστρόϊκα παρουσιάστηκε και στην Ελλάδα η ταινία Monanieba (Η Μετάνοια, 1987) του Τενγκίζ Αμπουλάτζε. Η προβολή της έγινε αφορμή να γνωρίσουμε και τα προηγούμενα έργα του σκηνοθέτη. Πολύ σύντομα, η Ταινιοθήκη ή η Ίριδα (δεν θυμάμαι πια) έφερε την Vedreba (Η Ικεσία, 1967) και το Natvris Khe (Το δέντρο της επιθυμίας, 1977).

Ασπρόμαυρη ταινία, γυρισμένη εξ ολοκλήρου στη Γεωργία, η Ικεσία αποτελεί το πρώτο μέρος της τριλογίας του Αμπουλάτζε. Ακατανόητη εν πολλοίς και δυσερμήνευτη ταινία, που με το πρόσχημα της αισθητικής απόλαυσης μιας ποιητικο-σουρρεαλιστικής διαδοχής εκφραστικών και καθηλωτικών εικόνων καμωνόμαστε πως κάτι καταλάβαμε, καταπώς έχουμε πράξει και με τις ταινίες του άλλου αρμενογεωργιανού ποιητή της οθόνης, του Παρατζάνοφ. Λέω δυσερμήνευτη για μας τους αμύητους, καθώς ενσωματώνει εικόνες και παραστάσεις, σημεία, χειρονομίες και σύμβολα που σχετίζονται με τελετουργικά, δοσοληψίες (ανάμεσα στον κόσμο των ανθρώπων ή/και των πνευμάτων), αντιλήψεις και δοξασίες των Γεωργιανών, που βαστάνε αιώνες τώρα και που έχουν αξεδιάλυτα συνδέσει το καυκασιανό παγανιστικό παρελθόν με τον χριστιανισμό, που ρίζωσε νωρίς και εθνοταυτοτικά στις δασωμένες βουνοκορφές και πλαγιές του Καυκάσου.

Το έργο στηρίζεται σε δυο επικά ποιήματα του γεωργιανού βάρδου Vazha Pshavela (1861–1915), το Αλούντα Κετελάουρι και το Φιλοξενούμενος κι Οικοδεσπότης. Κεντρικό θέμα και στα δύο είναι η σχέση του ήρωα –του ατόμου– με την ομάδα –τη φυλή του– ιδίως όταν οι πράξεις του τον φέρνουν αναγκαστικά αντιμέτωπο με τα πανάρχαια, ιερά κι αμετακίνητα, στεριοθεμελιωμένα αγκωνάρια των κανόνων, που πάνω τους χτίστηκε η δύναμη κι η επιβίωση της κοινότητας. Αυτή η αδυσώπητη και σκληρή σύγκρουση γίνεται εμφανής σαν ο ήρωας θέλει να παραβεί τους αμετάθετους κανόνες χάριν ενός άλλου, υψηλότερου κι ηθικότερου, κι οδηγεί πάντα στον εξοστρακισμό του από την κοινότητα, που οχυρώνεται πεισματικά πίσω από την σθεναρή υπεράσπιση των θεσμίων της προκειμένου έτσι να εξασφαλίσει την διαιώνισή της. Η παρουσία των επών είναι τόσο κυρίαρχη σε όλη την ταινία, ώστε η αφήγησή τους καταλαμβάνει ακόμα και τον χώρο των διαλόγων μεταξύ των πρωταγωνιστών.

Το δεύτερο ποιητικό έργο του Pshavela, το Φιλοξενούμενος κι Οικοδεσπότης, που λειτουργεί κάπως σαν άξονας της ταινίας, αναπτύσσεται γύρω από την φιλοξενία που προσφέρει ο Τζοχάλα, ένας μουσουλμάνος Κιστίν, στον θανάσιμο εχθρό της φυλής του, τον χριστιανό Κεβσούρο Σβιανταούρι. Ο Σβιανταούρι, κυνηγώντας στα απόκρημνα βουνά, χάνεται και περιπλανιέται χωρίς να ξέρει πια πού πάει. Ο Τζοχάλα, δεινός κυνηγός κι αυτός, τον συναντάει στο δάσος και, χωρίς ν’ αναγνωρίζει την πραγματική του ταυτότητα, καθώς ο δεύτερος του την απέκρυψε, τον καλεί στο χωριό του και στον καστρόπυργό του, υπακούοντας στην ιερή κι άγραφη, φυσική επιταγή της φιλοξενίας. Κι έτσι αντάμα πορεύονται προς τον καστρόπυργό του, όπου τον καλεί να μοιραστούν τη λεία του κυνηγιού του, ένα άγριο ερίφι που κουβαλούσε στην πλάτη. Εκεί τους υποδέχεται η γυναίκα του αλλά κι ένας από τη φυλή του, που αμέσως αναγνωρίζει τον μισητό Σβιανταούρι και διαδίδει το νέο σαν αστραπή σ’ όλο το χωριό. Σύσσωμη η φυλή αποφασίζει, εν αγνοία του Τζοχάλα, να αιχμαλωτίσει τον φιλοξενούμενό του και να τον θυσιάσει στα μνήματα των αδικοχαμένων (από το χέρι του) συμπατριωτών τους. Αργά πια, σαν καταλαβαίνει το τέχνασμά τους ο Τζοχάλα, κι όταν έχουν ήδη μπει κρυφά στον πύργο του κι έχουν δέσει χειροπόδαρα τον Σβιανταούρι, αντιστέκεται, αρνείται αυτή τους την πράξη που πάει κόντρα στα πανάρχαια έθιμα της φιλοξενίας και φτάνει να σκοτώσει και κάποιον από τους ομόφυλούς του (τον Μούσα). Η τραγική ένταση είναι ακόμα πιο έκδηλη, γιατί, στη μεταξύ τους σύγκρουση και λογομαχία, του θυμίζουν οι συντοπίτες του πως ο Σβιανταούρι είναι ο φονιάς του αδερφού του. Ο Τζοχάλα όμως παραμένει αμετακίνητος στην τήρηση του απαράγραπτου νόμου της φιλοξενίας κι απαντά στις κατηγόριες των συντοπιτών του: 

«Αλήθεια ίσως όλα αυτά…
Ό,τι όμως κι αν μου πείτε,
μαζί να σμίξτε αδύνατο
σε μια κλωστή τους πόθους σας
με την δική μου την καρδιά.

Δικός μου ξένος σήμερα·
μια θάλασσα αίμα αν μου χρωστά,
να τον προδώσω δεν μπορώ.
Μα τον Θεό, τον δημιουργό του!
Λύσε τον Μούσα, σου ζητώ,
πιότερο μην τον πιλατεύεις.
Σαν από μένα φύγει
να πράξτε όπως θελήστε.
Ξένον ποιος πρόδωσε ποτέ
μες σε όλο το Κιστέτι;
Τι έπραξα λοιπόν εγώ,
κι όλοι μπροστά στην πόρτα μου
είσαστε μαζωμένοι;
Τους νόμους της θρησκείας σας
ξεχνάτε, ανόσια πράττοντας

Τάχα δε νιώθετε ντροπή
επάνω σε ξαρμάτωτο να ορμάτε;»

Η άρνησή του να συμμορφωθεί με τις επιταγές του φυλετικού κώδικα, τον εξοβελίζει ομόθυμα κι αμετάκλητα από τη φυλή του. Στη συνέχεια οι Κιστίν οδηγούν τον Σβιανταούρι στο χιονοσκέπαστο κοιμητήρι τους για να τον προσφέρουν σαν σφάγιο εξιλαστήριο στους γενναίους συντοπίτες τους, που θάφτηκαν εκεί πεσμένοι απ’ το χέρι του. Ο Σβιανταούρι όμως, άτρεμος κι αδείλιαστος, αρνείται να δεχτεί να γενεί η θυσία που λόγιαζαν οι εχθροί του κι ως την τελευταία του στιγμή περιφρονητικά σαν σκυλιά τους βρίζει, αυτούς και τους νεκρούς τους. Μετά από την θυσιαστική σφαγή του είναι που οι θύτες νιώθουν πια πως η θυσία τους πήγε χαράμι και πως, όσο κι αν η εξόντωση του εχθρού είναι επιβεβλημένη, δεν τον μακέλεψαν στην μάχη επάνω, κι ακόμη πως ο Σβιανταούρι, όσο κι αν ήταν μισητός, ήταν γενναίος κι αντρειωμένος, άξιος θαυμασμού για την παλικαροσύνη του. Μες στη νύχτα απομένει να θρηνεί βουβά –πράγμα παράξενο κι αλλόκοτο– η γυναίκα του Τζοχάλα.

«Θρήνησε τον Σβιανταούρι
το νερό κελαρύζοντας,
το βογκητό απ’ το βουνό ψηλά,
λευτερωμένο στον αγέρα,
και της καταχνιάς τα δάκρυα,
καταπώς όρισε ο Θεός.
Κάτω στο ρέμα μια όμορφη,
των Κιστών η καλλονή

Ώρα πολύ, αδάκρυτη έκλαψε,
αν κι έτρεμε στιγμές στιγμές,
όταν του Σβιανταούρι ο θάνατος
περνούσε μπρος στα μάτια της.
Με δίχως δάκρυα έκλαιγε
απ’ το φόβο ζαρωμένη,
για τη φυλή της απ΄τη μια
κι απ’ του Θεού το σέβας.
Ο θρήνος της για τον εχθρό
την όργητά τους πάνω της
θα σύρει συλλογάται.
Ετούτη η σκέψη στο μυαλό
μα η καρδιά αλλούθε τρέχει,
του αντρειωμένου ο θάνατος
κεντούσε την καρδιά της
….
κι έτσι το σκότος πρόσμενε,
για του νεκρού τον θρήνο».

Τον θρήνο της και τη στεναχώρια της, για του γενναίου εχθρού τον θάνατο, κατανοεί κι επιδοκιμάζει κι ο άντρας της Τζοχάλα:

«Έχυσες δάκρυα; Φάνηκες σπλαχνική!
Ποιος είμαι εγώ λάθος να το λογιάσω;
Πάντα είναι ταιριαστός σε μια γυναίκα
ο θρήνος για τ’ αντρειωμένου τη θανή
».

Ως εδώ! Άλλο δε θέλω να ξεμακρύνω μιλώντας για την ταινία. Και καλά θα πει κανείς: προς τι όλη η μέχρι τώρα αδολεσχία για δαύτην; Τι σχέση μπορεί να έχουν όλα αυτά με τη δική μου επιθυμία να ταξιδέψω στη Γεωργία;

Ε, λοιπόν, από εκείνη την ταινία χαράχτηκαν βαθιά μέσα μου οι μακρόστενοι καστρόπυργοι των αδιάβατων βουνών και το έπος του Σβιανταούρι. Και σ’ ό,τι αφορά το δεύτερο, ήτανε ο ποιητικός ρυθμός κι η επιβλητική επική απαγγελία (αν και στα ρώσικα) μαζί με το άγριο, αλλόκοτο όνομα του Σβιανταούρι που εντυπωθήκαν ανεξίτηλα και μακροχρόνια στη μνήμη μου. Ο σπόρος, να δω και να περπατήσω στης Γεωργίας τις καυκάσιες κοιλάδες και βουνοκορφές, είχε ήδη πέσει σ’ εύφορη γη!

Ψάχνομαι όμως σήμερα να βρω τι άλλο μπορεί να ήξερα (συνειδητά ή ανεπίγνωστα) για τη χώρα που να ήταν ικανό να με παρακινήσει σε ένα τέτοιο ταξίδι. Κι έτσι αρχινώ την καταγραφή, ανατρέχοντας στις βαθιές πτυχώσεις του καταχωνιασμένου μέσα μου παρελθόντος. Οι μόνες άμεσες εικόνες που είχα ήταν η μορφή ενός πανύψηλου, σιωπηλού γίγαντα συμφοιτητή μου με πυκνή γενειάδα, η οροβέλα κι η μουσική τους παράδοση που είχα πρωτακούσει από έναν δίσκο της Ocora, η μονή των Ιβήρων στ’ Αγιονόρος και το ολοκέντητο αλφάβητό τους με γαντζούδια στριφογυριστά, ιστορημένο στα χειρόγραφα.

Ψέματα! Τώρα θυμούμαι που μικρός ακόμη στο ψαλτήρι, ξεφυλλίζοντας τα Δίπτυχα, έπεφτε το μάτι μου στον τίτλο του γεωργιανού Πατριάρχη: «Ἀρχιεπίσκοπος Μτσχέτης καί Τιφλίδος καί Καθολικός Πατριάρχης πάσης Γεωργίας (Ἰβηρίας) κ. Ἠλίας», και στην βαλανόσχημη μίτρα επί της κεφαλής του. Όσο για το παιδί από το Γκόρι, με τις σπουδές στο εκκλησιαστικό σεμινάριο και την επαναστατική δράση, εγγράφηκε στη μνήμη πρωτίστως για άλλους λόγους κι όχι για της καταγωγής του την ρίζα. [Ο ελληνισμός απ’ το Σοχούμι, οι Αβασγοί* κι οι Οσετίες ήρθαν πολύ μετά για μένα.] Και διόλου απίθανο (δεν θέλω ν’ αποκλείσω τίποτα!) ο Καύκασος του Προμηθέα κι η μυθική Κολχίδα των Αργοναυτών, του χρυσόμαλλου δέρατος και της μαγεύτρας Μήδειας, συνάμα με τον βυζαντινο-κυβιστικό Καύκασο του σικελιανικού Προμηθέα στις Δελφικές γιορτές, να είχαν αδιόρατα κι απόμακρα δεθεί με της Γεωργίας το άκουσμα.

Σιγά σιγά όμως μέσα μου ξεχώριζε κι αναδεικνυόταν ο υψηλός όγκος των Καυκάσιων οροσειρών, με τις δασοσκέπαστες πλαγιές τους, τις κοιλάδες και τις ορμητικές κατεβασιές των ποταμών· ψήλωνε κι ανέβαινε προς τα ουράνια στητό το λυγερόκορμο σώμα των καστρόπυργων, διάσπαρτων πάνω στα ψηλώματα. Άρχισε, εικόνα κι επιθυμία αντάμα, να κορώνει και ν’ ανεβαίνει, όλο ν’ αψηλώνει και να θεριεύει, να γίνεται θεόρατη, τόσο που κόντευε πια να με πνίξει. Έτσι είπα φτάνει πια! Ήρθε η ώρα να τραβήξω κατά κει!

Αυτή ήταν η πρώτη και κορυφαία λαχτάρα, ν’ αντικρύσουν τα μάτια μου τους κυπαρισσόκορμους πετροχτισμένους πύργους, ανθρωποφυτεμένους ν’ ανυψώνουνται στον ουρανό, μες στα ρουμάνια και τις πλαγιές του Καυκάσου. Γι’ αυτό και τάχυνα τον δρόμο μου, τραβώντας κατευθείαν προς τα κει, χωρίς να ρίξω μια ματιά –μια σκέψη καν!– στην πρωτεύουσα ή αλλού· ύστερα βλέπουμε συλλογίστηκα, αν μείνει χρόνος…

ΗΛΙΑΣ ΜΑΛΕΒΙΤΗΣ
iliasmalevitis.wordpress.com

* Όταν πρωτοξεκίνησα το μεταπτυχιακό μου στο Λονδίνο, Tutor είχαμε τον George Hewitt, Καθηγητή Καυκασιανών γλωσσών. Μια μέρα χτύπησα την πόρτα του γραφείου του για να μου λύσει κάποιες απορίες. Μόλις διαπίστωσε ότι ήμουν Έλληνας (χωρίς να με αφήσει καν να ρωτήσω αυτό που ήθελα) έβαλε εμπρός στα μάτια μου μια φωτογραφία με μια ελληνική επιτύμβια επιγραφή. Βλέπω έχεις κάνει κι Επιγραφική, μου λέει, μπορείς να διαβάσεις τι γράφει; Δώστε μου 5-10 λεπτά του είπα και βγήκα έξω να σκεφτώ καλύτερα. Ξαναγυρίζοντας, του διάβασα τι έγραφε, και στάθηκε στην περίεργη και πρωτόφαντη για μένα τότε ακόμη λέξη: «Αβασγών» (αυτό ήθελε εξάλλου να εξακριβώσει ευθύς εξαρχής). Αυτή ήταν η πρώτη –άξαφνη κι απρόσμενη– συνάντηση με τους Αβασγούς και την Αμπχαζία, πέρα από τα τηλεοπτικά νέα περί της σύγκρουσης της Γεωργίας για την περιοχή με τη Ρωσία. (Μετά από αυτό μου έλυσε και τις απορίες μου).

*

*