Ταξίδι στη Γεωργία (γ΄)

thumb_DSC_1714_1024

*

του ΗΛΙΑ ΜΑΛΕΒΙΤΗ

«Πήγα στην Κριμαία, στον [Νέο] Άθω, στο Σούχουμ, στο Μπατούμ, στην Τιφλίδα, στο Μπακού… Είδα πράματα και θάματα! Οι εντυπώσεις μου είναι τόσο καινούριες και ζωηρές, που όλα μου φαίνονται σαν όνειρο, δεν πιστεύω στα μάτια μου… Είδα… και βουνά, όλο βουνά…»
ΑΝΤΟΝ ΤΣΕΧΩΦ, Επιστολή προς τον Κ. Σ. Μπαραντσέβιτς, 12 Αυγούστου 1888 (μετ. Μέλπως Αξιώτη)

Αφήνοντας την Ιβηρία είχαμε ήδη μπει στην Κολχίδα των μύθων. Η πινακίδα που έγραφε Shorapani στη δεξιά άκρη του δρόμου οδήγησε την σκέψη από τη σημερινή Γεωργία πίσω στην μυθική Αία, στις εσχατιές της γης και της θαλάσσης, εκεί όπου την φανταζόταν ο Απολλώνιος στα Αργοναυτικά του («Αἶα δὲ Κολχίς Πόντου καὶ γαίης ἐπικέκλιται ἐσχατιῇσιν»). Παράλληλα με το αυτοκίνητο που γλιστρούσε αθόρυβα πάνω στην άσφαλτο, ταξίδευαν κι οι σκέψεις, κάνοντας τις δικές τους στάσεις: τη Λαζική των Βυζαντινορωμιών («τὸ ἄλλο Λαζῶν φρούριον͵ ὃ δὴ καλοῦσι Σαραπανὶν͵ πρὸς αὐτοῖς μάλιστα τοῖς ἐσχάτοις ὁρίοις Λαζικῆς κείμενον» του Προκόπιου), τους περσοβυζαντινούς πολέμους αλλά και την αραβική κατάκτηση στις αρχές του 8ου αιώνα. Κι όμως να που το ταξίδι του νου στον χρόνο αλλά και του αυτοκινήτου πάνω στην άσφαλτο κάποια στιγμή συναντήθηκαν: διαβαίνοντας τον δρόμο που ακολουθεί από δίπλα τα στριφογυριστά κουλουριάσματα και τους φιδίσιους μαιάνδρους των υδάτινων περασμάτων, συνειδητοποίησα πως τα στενά στο Σαραπάνι διανοίγουν ακόμη την μόνη είσοδο απ’ τη μεριά της Μαύρης Θάλασσας προς την Ιβηρία, ίδια κι απαράλλαχτα από τον καιρό του Στράβωνα («μία μὲν διὰ Σαραπανῶν φρουρίου Κολχικοῦ καὶ τῶν κατ΄ αὐτὸ στενῶν»).

Το άλλοτε οχυρό φρούριο μαζί με την κωμόπολη απλωμένη στα πόδια του, σήμερα μοιάζουν πιο πολύ με προάστιο του Ζεσταφόνι, που ακολουθεί αμέσως παρακάτω. Είναι άραγε οι πόλεις μας τα καινούργια φρούρια και τα οχυρά που μας κρατούν προστατευμένους από τις κάθε είδους εισβολές; Ποιες οι στενωποί και πόσες οι κλεισούρες για τα περάσματα σε ό,τι πολύτιμο φυλάγεται μέσα μας; Κατά πόσο οι ερευνητές της ανθρώπινης ψυχής ανήγαγαν εξιδανικευτικά τις γεωγραφικές κατηγορίες σε μεταφορές για την ανθρώπινη ύπαρξη; μπας κι η ίδια η γεωγραφία προβάλει σα μετωνυμία της ανθρώπινης ύπαρξης, για αυτό κι έχει έναν πυρήνα κοινής ιδιολέκτου με την σωματοψυχή του ανθρώπου;

Ένα επαναλαμβανόμενο σημείο σ’ όλο το τοπίο (απ’ την αρχή ως το τέλος του ταξιδιού), είτε δίπλα στον δρόμο είτε να ξεχωρίζει από μακριά, οι κωνικοί τρούλοι των εκκλησιών, καλοξυσμένες μολυβένιες μύτες στον αέρα, εδώ και εκεί σπαρμένες.

Παρά την έλλειψη ύπνου και την κούραση κρατούσα τα μάτια μου ανοιχτά διαρκώς, όσο κι αν κάποτε η εξάντληση έγερνε το κορμί πίσω στο κάθισμα και μ’ αποκοίμιζε μαυλιστικά. Οφείλω να εξομολογηθώ εδώ πως στην αρχή, η εγρήγορση που επέβαλα στον εαυτό μου προερχόταν από τους φόβους που ξύπνησαν μια-δυο μέρες πριν από το ταξίδι, όταν η επιθυμία έδωσε πια τη θέση της στην εκπλήρωση. Αφού είχα ετοιμάσει όλα κι είχα συμφωνήσει τις λεπτομέρειες με τον Νταβίντ, άρχισα να αναρωτιέμαι πόσο αξιόπιστος μπορεί να είναι, πόσο άραγε ασφαλές να ήταν το ταξίδι μ’ έναν άνθρωπο που ούτε γνώριζα καθόλου αλλά ούτε και συστάσεις είχα από κανέναν. Για ένα ελάχιστο –αλλά βασανιστικό– διάστημα σεργιανίσανε μέσα μου και κούρνιασαν φόβοι, έγνοιες κι υποψίες που με αγρίεψαν και με ταρακούνησαν. Οι φήμες για την γεωργιανή μαφία, το μοναχικό ταξίδι μες στο αυτοκίνητο ενός αγνώστου, σε μέρη απομονωμένα και μακρινά μιας χώρας φτωχής, φούντωσαν τις απλές και στοιχειώδεις ανησυχίες κι έγνοιες (που διεγείρουν την αναγκαία ετοιμότητα στην αρχή κάθε ταξιδιού). Η λογική όμως, που μου θύμισε την αλληλογραφία και το ύφος του Νταβίντ αλλά και την πανθομολογούμενη ασφάλεια που γενικά απολαμβάνει ένα ξένος ταξιδιώτης στην χώρα, και κυρίως η ζωντανή παρουσία του ίδιου του Νταβίντ στα πρώτα βήματα του ταξιδιού, σαν χείμαρρος ορμητικός έπεσε και χύθηκε πάνω σε όλο τούτο το ξάναμμα, και το έσβησε εντελώς. Άρχισα σιγά σιγά να χαλαρώνω και πια να μένω άγρυπνος μόνο και μόνο από τις εικόνες του δρόμου κι από τους συνειρμούς που προκαλούσαν.

Σταματήσαμε έξω από το Ζεσταφόνι για καφέ και πρωϊνό. Δεξιά κι αριστερά του δρόμου εστιατόρια-καφέ κι οι άνθρωποι που σε προσκαλούν να παρκάρεις το αυτοκίνητό σου στην άπλα του χώρου μπροστά από το μαγαζί τους, κάτι μεταξύ διευρυμένου πεζοδρομίου κι υπαίθριου πάρκινγκ· τραπεζάκια έξω. Παστρικά και περιποιημένα παντού. Πήρα στο χέρι ένα γλυκόψωμο που λιγουρεύτηκα, κάτι ανάμεσα σε άρτο και τσουρέκι· δεν μου άρεσε. Ήπια κι έναν χυμό. Ο Νταβίντ παρήγγειλε κάτι να τσιμπήσει και κάθισε σ’ ένα τραπέζι έξω, μπροστά από το εστιατόριο.

Βγαίνοντας στον δρόμο, χάζευα την κίνηση, το πέρα-δώθε των αυτοκινήτων και τις πιρουέτες που έκαναν οι κράχτες των μαγαζιών για να προσκαλέσουν πιθανούς πελάτες και για να τους υποδείξουν στη συνέχεια πού να παρκάρουν. Άθελά μου άρχισα να σκέφτομαι τους ταξιδιώτες που περάσανε από τα ίδια τούτα μέρη πηγαίνοντας στην ή ερχόμενοι απ’ τη Μαύρη Θάλασσα –για τους δικούς του λόγους ο καθένας– από τα χρόνια τ’ αρχαία ίσαμε τις μέρες μας. Ανάμεσά τους ο Ρόμπερτ Κάπα παρέα με τον Τζων Στάϊνμπεκ, ο Αντρέ Ζιντ, ο Παναΐτ Ιστράτι, ο δικός μας Καζαντζάκης, ο Όσιπ Μάντελσταμ, ο Τσέχωφ, ο μονοσάνταλος ο Ιάσονας με τους Αργοναύτες του. (Κάποιους από αυτούς θα τους μνημονεύσω αργότερα πάλι.) Αλλά σε αντίθεση με αυτούς, εγώ δεν επιθυμούσα να δω τις Κολχικές ακτές και τα μαυραθαλασσίτικα παράλια της χώρας. Δεν είχα στον νου μου το Μπατούμι μήτε το αμπχαζικό Σοχούμι. Η ψυχή μου λαχταρούσε τα βουνά, τα μάτια μου όλο λοξοκοίταζαν προς τον βορρά να ξεχωρίσουν τις ψηλές βουνοκορφές του Καυκάσου. Εκεί που σκαρφάλωσε ο σπαθάριος Λέων, πριν να γενεί ακόμη ο Γ΄, ο Ίσαυρος. Κι από τα παράλια της Μαύρης Θάλασσας διέσχισε τον χιονισμένο Καύκασο και πέρασε αντίπερα στους Αλανούς (τους σημερινούς Οσσέτιους) για να ζητήσει τη βοήθειά τους ενάντια στους Αβασγούς. Αποκλεισμένος εκεί πέρα, κι αρνούμενος να περάσει από την εχθρική Αμπχαζία, απάντησε στις αντίθετες προτροπές: «δύναται ὁ θεὸς ἀνοῖξαί μοι θύραν τοῦ ἐξελθεῖν· ἐπεὶ δι΄ Ἀβασγίας οὐκ ἐξέρχομαι». Και θυμήθηκα την τελευταία κοφτή, κατηγορηματική του φράση γιατί κι εγώ είχα αποκλείσει ευθύς εξαρχής την όποια έξοδο ή είσοδο στην Αμπχαζία (χωρίς να ανησυχώ για κάποιον κίνδυνο βέβαια!). Κι ο δαιμόνιος σπαθάριος, φορώντας χιονοπέδιλα στα πόδια (σκι δηλαδή) ξαναπέρασε Μάη μήνα τον χιονοφορτωμένο Καύκασο («ὑπερβὰς μετὰ κυκλοπόδων Μαΐου μηνὸς τὰς χιόνας τῶν Καυκασίων») για να ξαναγυρίσει στην αυτοκρατορική πρωτεύουσα, μετά από διάφορες περιπέτειες.*

Μετά από κάνα μισάωρο φύγαμε· συνεχίσαμε για το Κουτάϊσι. Χτισμένο κι αυτό γύρω απ’ τον Ριόνι ποταμό, τον Φάσι των Ελλήνων, κατά πολλούς η κάποτε πρωτεύουσα Αία της μυθικής Κολχίδας, πατρίδα της Μήδειας, και προορισμός των Αργοναυτών. «ἥ τε γὰρ Αἶα δείκνυται περὶ Φᾶσιν πόλις͵ καὶ ὁ Αἰήτης πεπίστευται βασιλεῦσαι τῆς Κολχίδος͵ καὶ ἔστι τοῖς ἐκεῖ τοῦτ΄ ἐπιχώριον τοὔνομα. ἥ τε Μήδεια φαρμακὶς ἱστορεῖται͵ καὶ ὁ πλοῦτος τῆς ἐκεῖ χώρας ἐκ τῶν χρυσείων καὶ ἀργυρείων καὶ σιδηρείων δικαίαν τινὰ ὑπαγορεύει πρόφασιν τῆς στρατείας͵ καθ΄ ἣν καὶ Φρίξος πρότερον ἔστειλε τὸν πλοῦν τοῦτον», συνοψίζει ο Στράβων. Υπόμνηση φιλοξενίας γελοία σήμερα το Αιήτης Χοτέλ.

Περνώντας μες από το κέντρο ίσα που η βιαστική μου ματιά στάθηκε σε πλατείες και κτήρια που απέπνεαν έναν αέρα κεντροευρωπαϊκής πόλης, άνετης κι απλόχωρης όμως, κι όχι αυστηρής και βλοσυρής. Κτήρια πολλά με νεοκλασσικίζουσες, αναγεννησιακές αλλά κι εκλεκτικιστικές αναφορές κι απομιμήσεις, που τα περιτριγυρίζουν λιθόστρωτοι ή πλακόστρωτοι δρόμοι κι άφθονα δέντρα παντού. Στις όχθες του ποταμού αλλά και ολούθε μες στην πόλη συνυπάρχουν και συνομιλούν διαρκώς με τους παλιότερους ευρωπαϊκούς ρυθμούς ή με τα νέα πειράματα της αρχιτεκτονικής (που ενθάρρυνε και πιεστικά προώθησε ο Σακιασβίλι) χρωματιστά σπίτια παραδοσιακά. Στις λαμαρίνες που κουκουλώνουν τις στέγες τους, στα χαγιάτια και στα στεγασμένα μπαλκόνια τους, που τριγυρίζουν τον συνήθως μοναδικό τους όροφο, κυριαρχεί το κόκκινο, το γκριζογάλανο, το κυανό· στους τοίχους ως επί το πλείστον τα γήινα χρώματα της πέτρας και του τούβλου. Στην κορυφή του λόφου, επόπτευε την πόλη από ψηλά ο ανορθωμένος και συντηρημένος πια καθεδρικός του Μπαγκράτι. Είπα πως θα σταθώ λιγάκι στον γυρισμό, που θα ’χω χρόνο περισσότερο. Χωρίς να σταματήσουμε, προχωρήσαμε ακόμα δυτικότερα για το Ζουγκντίντι, απ’ όπου θα ανεβαίναμε βόρεια για την Μέστια. Σε λίγο αφήνουμε την επαρχία του Ιμερέτι και μπαίνουμε στο πολυπόθητο Σβανέτι (Σαμεγκρέλο-Ζέμο Σβανέτι).

Καθώς προχωράμε προς τα δυτικά το κλίμα αλλάζει, γίνεται πιο εύκρατο, αλλά και η γη μαλακώνει, με καταπράσινες πεδιάδες και μαλακούς λόφους να σβήνουν στον ορίζοντα. Πέρα από τα μποστάνια, βλέπεις να καλλιεργούνται λεμονοπορτόκαλα, μήλα, ροδάκινα και βερίκοκα. Ο Νταβίντ μου λέει πως στους λόφους στο δυτικό τμήμα της χώρας αφθονούν οι φυτείες τσαγιού. Τα περισσότερα σπίτια στην ύπαιθρο, αλλά και στις πόλεις, είναι περιφραγμένα με ξύλινους πασσάλους. Τόσοι ξύλινοι πάσσαλοι μοιάζουν μάλλον με μια σύγχρονη εκδοχή της πάνοπλης αντρογενιάς βγαλμένης από τα δόντια του δράκου, που έσπειρε ο Ιάσονας στου Αιήτη τα χωράφια: σπαρτή κι αυτή γενιά, από χέρια κολχικά, ίδια με μυτερά σπαθιά, ή και δόντια, ανάποδα χωμένα στης γης τα ούλα.

Διασχίζοντας το Ζουγκντίντι, ξεχώρισα φευγαλέα τις απομιμήσεις ενός ψευδοκλασσικίζοντος ύφους από ιωνικούς κίονες και μετώπες σε ορισμένα, αδιάφορα, μάλλον πρώην –ή ίσως και νυν–, δημόσια κτήρια στο κέντρο. Τα σπίτια χαμηλά κι οι δρόμοι μισοάδειοι από κίνηση. Κάπου πιο πέρα κι οι άχρωμες σοβιετικής κατασκευής και τεχνοτροπίας πολυκατοικίες. Σύντομα το αφήνουμε πίσω μας. Έχουμε πια πάρει τη στροφή που θα μας ανεβάσει στους ορεινούς όγκους του Καύκασου στα βορειοδυτικά της χώρας· ό,τι της απομένει βέβαια πια, σφηνωμένο ανάμεσα στην Αμπχαζία και τη Νότια Οσσετία, που σαν μια δίσκελη, διχαλωτή λαβίδα το περισφίγγουν πάνω από τον ρώσικο βορά.

Σε καμιά ώρα περίπου, αφού έχουμε αφήσει εδώ και ώρα κάθε σημάδι οικισμού και σκαρφαλώνουμε τις βουνίσιες ολοπράσινες ανηφοριές, ο Νταβίντ κάνει στην άκρη και μου δείχνει απέναντι το φράγμα του ποταμού Ενγκούρι και κάτω τις πεδιάδες. Μούρα και αγριολούλουδα στις πλαγιές. Αφού βάζει στο μπουκάλι μου, ξεχειλίζοντάς το ως πάνω-πάνω, απ’ τον ανάμεικτο φρουτοχυμό της μάνας του, που τώρα πια έχει ξεπαγώσει, μου πρότεινε να πάμε απέναντι. Γιατί όχι; Ήπια σχεδόν μονορούφι τον κοκκινόχρωμο χυμό, με τη γεύση από τα μούρα να κυριαρχεί· πεντάγλυκος. Φτάνοντας στην είσοδο του φράγματος, ο φύλακας είπε πως πρέπει να πάμε με τα πόδια, απαγορεύεται μέσα το αυτοκίνητο. Περπατήσαμε λοιπόν την εκπληκτική απόσταση των 200-300 μέτρων μέχρι τις εγκαταστάσεις και τα κτήρια της Διοίκησης του φράγματος. Μέχρι τότε αγνοούσα τόσο την ύπαρξη του ποταμού Ενγκούρι όσο και του ομώνυμου φράγματος. Κι όμως, όπως έμαθα, το φράγμα αυτό είναι το δεύτερο μεγαλύτερο τοξωτό φράγμα του κόσμου, με ύψος 271,5 μέτρα. Φτιάχτηκε κατά τη σοβιετική περίοδο μεταξύ 1961 και 1987. Αλλά στη μετασοβιετική εποχή χρειάστηκε, πέραν των χρημάτων της Γεωργίας, την γενναία χρηματοδότηση της ΕΕ, της Ευρωπαϊκής Τράπεζας και της Ιαπωνίας μεταξύ άλλων για να επιδιορθωθούν οι σημαντικές του ζημιές. Ένα τμήμα αυτών των χρημάτων πήγε και προς την Αμπχαζία, καθώς σταθμοί υδροηλεκτρικής παραγωγής υπάρχουν και στην Αμπχαζία, μιας και ο ρους του ποταμού δεν νογάει από μεθόριους και σύνορα ανθρώπινα κι έτσι αμέριμνος διατρέχει και μπαινοβγαίνει την γεωργιανο-αμπχαζιανή μεθόριο, μέχρι να φτάσει και να ξεχυθεί στην Μαύρη Θάλασσα, απ’ τη μεριά της Γεωργίας. Έβγαλα κάμποσες φωτογραφίες, όπως κάνανε κι οι ελάχιστοι επισκέπτες, μερικά ζευγάρια, μια-δυο παρέες φίλων και δυο-τρεις οικογένειες, που κάθισαν και για πικ-νικ.

Μπήκαμε στο αυτοκίνητο και ξεκινήσαμε πάλι. Ανεβαίνοντας πιο πάνω συναντάμε τον πρώτο ξεμοναχιασμένο πύργο, ορθωμένο μες στο δάσος, κλειστό και παρατημένο πια. Ίσως και να ήταν ένα από τα πρώτα παρατηρητήρια, σκέφτηκα. Σε λίγο, σε κάποια μεγάλα ξέφωτα αρχίζουν να ξεχωρίζουν οι κοφτερές κορυφές της οροσειράς του Καυκάσου, άλλες χιονοσκέπαστες κι άλλες γκριζόβραχες· μυτερές, κοφτές, σαν χαρακιές σπαθίζουν τον αέρα, θυμίζοντας τις «αθερόκοψες σπάθες» του Γρυπάρη, από τον Προμηθέα του Αισχύλου. Κι άλλες στάσεις για φωτογραφίες, χωρίς να χορταίνω την λαχτάρα μου, που τώρα πια ξύπνησε άπληστη.

Σιγά-σιγά ο δρόμος μπαίνει στο ρουμάνι που χαράζει το ποτάμι, και μας κρύβει τα ψηλά βουνά. Από δω και πέρα προχωράμε στριμωχτά στο πλάϊ του ποταμού, στο μεγαλύτερο τμήμα της διαδρομής. Άλλοτε σιωπά κι άλλοτε ακούμε ηχηρό το βουητό του να κατεβαίνει το φαράγγι. Βλέπω τις καταπράσινες πλαγιές φορτωμένες με κωνοφόρα κι ακούω να χοχλακίζει το νερό στην κατεβασιά του. Νερό και πράσινο, όσο βλέπει το μάτι κι όσο ακούει τ’ αφτί. Κάτι γέφυρες, καμωμένες από συρματόσκοινα και ξύλα, ενώνουνε σε κάποια σημεία τις αντίπερα όχθες του ποταμιού. Ένα-δυο υπαίθρια καφεστιατόρια, είναι τα μόνα πρόχειρα κτίσματα που συναντάμε στη διαδρομή. Κάτι παράγκες ξύλινες με σκουριασμένες λαμαρίνες στην σκεπή. Και φυσικά οι κολώνες του ρεύματος και του τηλεφώνου. Ο Νταβίντ προτείνει να κάνουμε μια στάση για καφέ σ’ ένα τέτοιο καφενέ παραπάνω, που το έχει ένας γνωστός του, δίπλα σε ένα μικρό καταρράκτη. Δυστυχώς όμως η επιθυμία του για φαγητό δεν κατευοδώνεται, καθώς ο μαγαζάτορας δεν είχε τίποτα διαθέσιμο για φαγητό. Ο ίδιος φαίνεται πως κάτι σκάμπαζε από ξυλογλυπτική γιατί μαστόρευε και διακοσμούσε κάτι ξύλα, ομορφαίνοντας το καφενείο του και μάλλον μεταπλάθοντάς το και σε μικρό πανδοχείο. Όσο ο Νταβίντ κάθισε να ξαποστάσει και να τσιμπολογήσει τα απομεινάρια των εδεσμάτων που είχε από το Ζεσταφόνι, εγώ χάζεψα τα έργα των χειρών του Έντβαρντ, του ιδιοκτήτη, χρησιμοποίησα την υπαίθρια τουαλέτα κι έκανα μια βόλτα στο δάσος. Όταν ξεκινήσαμε άρχισε πια ο δρόμος να ξανοίγεται, το φαράγγι να πλαταίνει και τα θεόρατα καυκάσια βουνά να ορίζουν το τοπίο ολόγυρα. Τα πρώτα χωριά στο βάθος έδειχναν πως δεν θα αργούσαμε πια να φτάσουμε στην Μέστια.

ΗΛΙΑΣ ΜΑΛΕΒΙΤΗΣ
iliasmalevitis.wordpress.com

*Η καυκάσια περιπέτεια του τότε ακόμη σπαθάριου (και μετέπειτα αυτοκράτορα) Λέοντα Γ΄ Ίσαυρου γύρω στο 711-713 διασώζεται μόνο από τον Θεοφάνη (de Boor 391-395).

*

*
*