ΝΠ | Ποίηση Ελληνική

Θανάσης Γαλανάκης, Μπαλάντα γιορτινή

*

ΜΠΑΛΑΝΤΑ ΓΙΟΡΤΙΝΗ

Μακριὰ ἀπὸ τραπέζια καὶ μαζώξεις,
παρέες γιορτινές, χαρὲς καὶ δῶρα·
ἀδύνατο γι’ αὐτοὺς νὰ τοὺς στριμώξεις
στὰ ἐντός, ἐκτὸς κι’ ἐπὶ τ’ αὐτά, στὴ χώρα
ποὺ οἱ παραδόσεις —ζόμπι ἁιμοβόρα—
τὸ αἷμα τῆς ζωῆς ἀργὰ ρουφᾶνε,
κι’ ἔτσι γράφω μπαλάντα ἐλπιδοφόρα
σ’ αὐτοὺς ποὺ στὶς γιορτὲς μόνοι θὲ νἆναι.

Ὅλη ἡ χρονιὰ γεμάτη καταδιώξεις
κι’ ἀγκομαχάει, συνέχεια ἀνηφόρα·
μήνυση ἡ ἀργία κι’ οἱ Κυριακὲς διώξεις,
ἐξώδικα οἱ Δευτέρες καὶ πληθώρα
οἱ ἀγωγὲς τῶν 5€ τὴν ὥρα,
καὶ σκέφτονται ὀρθῶς «ποῦ μὲ τραβᾶνε;»
ἐνῶ χαρίζω αὐτὴν τὴν ἐργατοώρα
σ’ αὐτοὺς ποὺ στὶς γιορτὲς μόνοι θὲ νἆναι.

Ξυπνοῦν μὲ ἀτελεῖς τὶς ὀνειρώξεις
κι’ ἀκοῦν μόνο γιὰ τὴν κιλοβατώρα
πεδίον ἀπολέσει ἔχοντας δόξης
γιὰ μιὰ μικρὴ ἀπόκλιση ὁπληφόρα
ποὺ θὰ τοὺς δώσει ἐδεμικὴ όπώρα,
ἀφοῦ ὅλοι μαζὶ πρέπει νὰ φᾶνε·
μιὰ χειραψία σὰν προστασία στὴν μπόρα
σ’ αὐτοὺς ποὺ στὶς γιορτὲς μόνοι θὲ νἆναι.

Μιὰ μαύρη τρύπα ὁ κόσμος, μὲ  λοιμώξεις,
ἀναρωτιοῦνται ὅλοι ποῦ νὰ πᾶνε.
Θὰ πρότεινα, ἀναγνώστη, νὰ ἐπιδιώξεις:
μ’ αὐτοὺς ποὺ στὶς γιορτὲς μόνοι θὲ νἆναι.

ΘΑΝΑΣΗΣ ΓΑΛΑΝΑΚΗΣ

*

Ρεμπελίνα, 1947-2023 [2/3]

*

της ΔΗΜΗΤΡΑΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ

Συνέχεια από το Πρώτο Μέρος  ]

~.~

Από την Αμμόχωστο στο Παρίσι του ’80:
Η γαλλική εμπειρία

Το 1980, όντας νέα, αναζητώντας ακόμα προσανατολισμό, πρότυπα και μοντέλα, αλλά και απαντήσεις σε υπαρξιακά ερωτήματα, μεταβαίνει στο Παρίσι με μοναδικό σκοπό να γνωρίσει την Ελέν Σιξού, ίνδαλμα της εποχής μετά από το ρηξικέλευθο άρθρο της «Le rire de la Méduse» (Το γέλιο της Μέδουσας) (1975β, 2010), για την οποία της είχε μιλήσει τότε μια εξ Ελλάδος η φίλη της, που δεν είναι άλλη από τη μετέπειτα εμβληματική ηθοποιό Μάγια Λυμπεροπούλου. Άμα τη αφίξει της στο Παρίσι, η Ρεμπελίνα αναζητά και συναντά τη Σιξού, η οποία την προσκαλεί στα μαθήματά της στο Πανεπιστημιακό Κέντρο Vincennes (σήμερα Paris-VIII), που ιδρύθηκε μετά από τα κατακλυσμιαία γεγονότα του Μάη του ’68 από τη Σιξού, τον Μισέλ Φουκώ και τον Ζιλ Ντελέζ, και συγκεκριμένα στο πρώτο κέντρο Γυναικείων Σπουδών στην Ευρώπη, το οποίο ίδρυσε η Σιξού το 1974. Για έναν ολόκληρο χρόνο η Ρεμπελίνα παρακολουθεί τα μαθήματα της πρωθιέρειας του φεμινισμού, που διεξάγονται κάθε δεκαπέντε μέρες, τα Σάββατα, από το πρωί μέχρι αργά το απόγευμα, και μυείται στην écriture féminine. Μεταξύ των δύο γυναικών δημιουργείται μία πλατωνική έλξη, μια σχέση μαθητείας με στοιχεία ερωτισμού, που θα σφραγίσει ολόκληρη τη μετέπειτα καλλιτεχνική και προσωπική πορεία της Ρεμπελίνας. Ταυτόχρονα, επισκέπτεται συχνά τη Σιξού στο διαμέρισμά της και περνούν αρκετές ώρες μαζί μελετώντας. (περισσότερα…)

Λύματα

*

Rigor mortis

Η λάσπη σέρνει μέσα της καρπούς ανδρών
Και φλούδες μισοφαγωμένης σήψης
Κομμάτια έμβρυα και ρούχα
Στο πέτο φιλημένα τρυφερά

Το απορριμματοφόρο λιτανεύει της καρδιάς τον θησαυρό
Που αιφνίδιος διαρρήκτης, Φως αλλουθινό
Τον ψηλαφίζει
Κι όπως εμούν τα λύματα της σάρκας οι έσχατοι παλμοί
Με πικραμένη οργή σ’ εγκαταλείπει
Στ’ ανάξια σου τιμαλφή.

~.~

Η Επίσκεψη

Τέτοια η λάμψη που σκοτείνιασαν τα πάντα

Χιλιάδες σχήματα γυαλί
στο πρόσωπο της απραγίας
σπάρθηκαν

Χαράχτηκαν και ψέμα και σιωπή
Κι απ’ τα σκισίματά τους έμπαιναν πουλιά
Μες στην αυτοπεποίθηση της σκοτομήνης

Άρπαζαν με τα ράμφη τους τα ορατά
Κι αργά
Βυθίζονταν μαζί στο νόημά τους

ΧΡΙΣΤΟΣ ΚΡΕΜΝΙΩΤΗΣ

*

 

 

 

 

 

«Κι ο τόπος απέμεινε αναλφάβητος»

*

I

Κι ο τόπος απέμεινε αναλφάβητος: δίχως πάθη. Και το παιδί σιγομουρμουράει κλαυθμούς των κολασμένων. Λέξεις που δεν μπορούν ν’ αφυπνίσουν τίποτα πια. Παίζει μ’ αυτό το σπασμένο αλφαβητάρι, παίζει με την απώλεια της ψυχής: εκ βαθέων, Κύριε· επί υδάτων πολλών. Σαν το τράβηγμα των νερών απομακρύνεται η Πόλη, ο αντίλαλος του ανθρώπου, αυτός ο κρότος που ξεσπά σαν καταιγίδα στους κορμούς και τα κλαδιά, ο κρότος της ψυχής που σπάει. Η Πόλη, ένας κρότος που ξεχάστηκε, άθυρμα στα χέρια του παιδιού.

II

Επί υδάτων πολλών Σε είδα, Κύριε, μες στο σκοτάδι να διαιρείς την αγωνία. Κ’ είπες αυτό είναι το σώμα μου. Κ’ υπήρχε φως που να το δούμε δεν μπορούσαμε, μονάχα να το αγγίξουμε, απόλυτο και άγριο σαν την προβιά του ζώου. Αυτό είναι το αίμα μου.

III

Αγαπήσαμε σαν πυρπολημένα κάστρα και σαν το στομωμένο σπαθί, πάλι και πάλι στον τροχό των βράχων τα ονόματά μας, αναλωθήκαμε για πάντα. Τώρα που στέρεψε η κοίτη της απόγνωσης κι ο δρόμος μακρύς, τώρα που η αθωότητά μας έσπασε απ’ το τέντωμα σαν τη χορδή, τώρα που σώπασαν οι κρότοι των γενηθήτω, ας μας αριθμούν με τους πρακτικούς αυτού του κόσμου.

IV

Ο τόπος επάνω στο αμόνι, ο τόπος πυρακτωμένο σίδερο που αντιδονεί απ’ του Σιδηρουργού τον έρωτα. Βιγλάτορες τα κυπαρίσσια, στο μέτωπό τους φώλιασε η έγνοια, σταθερά τον πόλεμο αφουγκράζονται, την τρομερή πάλη Θεού κι ανθρώπου. Όποιος εδώ δε φοβηθεί, ολόκληρος κι ανένδοτος όποιος ορμήσει, χίλιες φορές θα τεντωθεί, δίχως αρμός να σπάσει· χίλιες πάλι θα κοιλοπονά, δίχως να γεννήσει.

Αλέξανδρος Σάντο Τιχομίρ

*

Σάτιρα και Καριοφίλι

*

Στον Θάνο Γιαννούδη

Γιώργο για σένα θα ζωστώ εκρηκτικά
Στην κάθε σάτιρα θα γίνω καμικάζι
Μην τους ακούς! Εσύ τα λες εκπληκτικά
Στείλε στο διάολο όποιον Πάτζετ δεν διαβάζει

Γιώργο θα γίνω σταυροφόρος – Μην μου σκας
Και τα προπύργια της σάτιρας θ’ αλώσω
Να σε χλευάζουν, είναι αβάσταχτος νταλκάς
Μα μην τα βάφεις μαύρα βρε, θα σε μαλώσω!

Γιώργο μην σκας! Και θα τους φάω τον λαιμό
Θα τους χτυπώ στο πάτωμα σαν τα χταπόδια
Εγώ για χάρη σου τους πάντες πολεμώ
Όλα τα πρόβατα, τα γίδια και τα βόδια

Γιώργο για σένα θα γενώ αρματολός
Θα κυνηγώ τη σάτιρα με καριοφίλι
Θέλει και ρώτημα; Δεν είσαι εσύ τρελός
Το λένε όλοι: Συγγενείς, γνωστοί και φίλοι

Μονάχα Πάτζετ! Κι όλοι οι άλλοι στην πυρά!
Να μείνουν μόνο ο Μπουκόφσκι κι ο Καβάφης
Κι άμα σε τσούζει Γιώργο, κλαίγε σιωπηρά
Κάνε κουράγιο Γιώργο, μαύρα μην τα βάφεις

Γι’ αυτό σου λέω πάρ’ τα όλα χαλαρά
Μην μουρτζουφλιάζεις αν τα νεύρα σου σού σπάνε
Τον εαυτό σου μην τον παίρνεις σοβαρά
Γιατί δεν ξέρουμε τα τέσσερα που πάνε

Γιώργο τι κάθεσαι κι ακούς τους κωμικούς;
Γιατί μαράζωσες στον ψόγο και την χλεύη
Εσύ μονάχα τους δικούς σου να ακούς
Κι όποιος σε κράζει είναι γιατί σε ζηλεύει

Μη δίνεις βάση στο τι λέει κάθε ντολμάς
Εσύ εκεί! Περήφανος σαν το λιοντάρι
Σαν Δον Κιχώτης για την Τέχνη πολεμάς
Κι εγώ σαν Σάντσος σου κρατάω το κοντάρι

Γιώργο κρατήσου, δώσε τόπο στην οργή
Και θα τους φάει – σ’ το υπογράφω – μαύρο φίδι
Γιατί της ποίησης είμαστε οι ιδαλγοί
Κι άμα θυμώσεις, σου συστήνω λίγο ξύδι

Άσ’ το ρε Γιώργο και ας πάει στην ευχή
Άσ’ το ρε Γιώργο να το πάρει το ποτάμι
Στον κάθε βάρβαρο ποιος δίνει προσοχή;
Άσ’ το, μην πούνε πως καβάλησες καλάμι

Γιώργο μην σκιάζεσαι! Σου λέω: C’est la vie
Πάντα υπάρχει κάποιος άσχετος να κράζει
Κάνε κι εσύ για μια φορά την παλαβή
Στο κάτω κάτω, λίγη πλάκα τι πειράζει

Κι όσα σου λέω, σου τα λέω φιλικά
Όπως μιλώ μόνο στους άσπονδούς μου φίλους
Που μοιάζουνε σαν Δον Κιχώτες τελικά
Και πολεμάνε μόνο πρόβατα και μύλους

ΑΝΔΡΕΑΣ ΑΝΤΩΝΙΟΥ

*

Μιχάλης Παπαδόπουλος, Το πεπρωμένο του ονόματος

*

Εικών ειμί

Εικών ειμί
της λύπης των νηπίων
Γι’  αυτό δεν θλίβομαι
Μπροστά μου η Ακατάφλεκτη
η Βροντιανή, η Θαλασσομαχούσα
οι κίονες στους κήπους των δυνάμεων
ένα κερί στον χιονισμένο χρόνο
και ψηλά στου θόλου την παραίσθηση
ένα βλέμμα ν’ αποσοβεί γελαστικά
την άβυσσο
Κελαηδάς ή προσεύχεσαι
και του άκλιτου νόστου οι φωταψίες
ανέρχονται απ’ την ύλη
Εικών ειμί
της λύπης των νηπίων
Εικών ειμί των εσφαλμένων
Αυτός που θα πέθαινε
χωρίς να κλείσει ποτέ τα μάτια
Ο άλλος πηλός ο άπλαστος
ώς η πλαστικότητα του απεριόριστου
αφανίσει τη νοθεία των ορίων
Μια σύσταση κατάσπαρτης
ιδιοχειρίας ζώντος

~.~ (περισσότερα…)

Παύλος Κοντάρας, Τις γιορτές

*

ΤΙΣ ΓΙΟΡΤΕΣ

Στόλισαν φωτάκια στους δρόμους
κι εγώ τώρα δεν έχω μέρος να ξαποστάσω,
με την ησυχία μου να τρυπηθώ.
Ύστερα, τριγυρνούν με σακούλες στα χέρια
να προλάβουν την Μαύρη Παρασκευή.
Για μένα όμως όλες οι μέρες είναι μαύρες
και οι Παρασκευές Μεγάλες.
Η πρεζόφουντα ποτέ δεν κάνει εκπτώσεις.

ΠΑΥΛΟΣ ΚΟΝΤΑΡΑΣ

*

Γράμμα στη Γάζα

 *

ΓΡΑΜΜΑ ΣΤΗ ΓΑΖΑ

Αγαπημένη Γάζα,
όλα συμβαίνουν
όλα εξακολουθούν να συμβαίνουν.
Κι αφού τα πονεμένα λόγια μας
τσακίζονται σαν χέρια
πάνω στα γρανιτένια βράχια
αυτής της τελειωμένης εποχής
απόψε κλαίω και για μένα,
Γάζα,
κλαίω για όλα
και για τίποτα.
Γιατί το αίμα σου που τρέχει,
χύνεται πάλι μες στο χειρουργείο
χύνεται πίσω απ’ το μέλλον
εσένα πέτυχε η παγωμένη σφαίρα
από το χθεσινό μου όνειρο.
Αγαπημένη Γάζα,
όλα συμβαίνουν
όλα εξακολουθούν να συμβαίνουν.
Απόψε δεν υπάρχει λήθη. (περισσότερα…)

Σένριου περί μεταφράσεων χάικου

*
Στον άγνωστο καλλιτέχνη
του Τσόζου ζίνμπουτσου γκίγκα
*

Άλλα αντί
άλλων:
οποία θλίψη!

~

Τρία πουλάκια
κάθονταν
σε χάικου.

~

Ο συκοφάντης
είναι φυσικό
να παραφράζει.

~

Τουλάχιστον
τελειοποίησε
την ημιμάθεια.

~

Τον Σίκι,
σικιμπούμ
σικαμπούμ.

~

Άσ’ το να πάει
στο διάολο,
είπε ο Μπασό.

~ (περισσότερα…)

«Επισκεφθείτε το τέλος»

*

Ένας νέος εφιάλτης γυρνάει
το βλέμμα σε όσα δεν είδαˑ
μια φράση σαν από λάθος
ανασταίνει την άγνωστη μνήμη
σ ε  έ ν α ν  τ ό π ο  δ ι κ ό  μ α ς  π ο υ  δ ε ν  υ π ή ρ ξ ε
απάτη – μιας άνυδρης χώρας το τάμα.
Με ξυπνάει ένα νεύμα σε άγνωστη γλώσσα
την κοιτάω στα μάτια —για δες πώς
μου μοιάζει ετούτη η ξένη— μου λέει welcome, attention
ανοίγει την μπάρα, περνάω.

Ξενοδοχεία ξεδοντιασμένα, μαραζωμένοι
τσιμεντόλιθοι, ένας γερανός γερασμένος
και στο άγκιστρό του το θαύμα ετοιμοθάνατο:
αιώνιο βαρίδι ή δαμόκλειος σπάθη.
Νοέμβριος, κι ο ήλιος καίει σα να ’ναι Ιούλης·
σάπιοι καρποί σε ξεραμένα χορτάρια
κολλάνε, βρομάνε, προνύμφες γεννάνε

ένα φάντασμα που κλαίει
γυμνό μες στους δρόμους

τρυπάνια σειρήνες τις κραυγές στραγγαλίζουν
κλείνουν οι εργάτες τις ρωγμές της ασφάλτου
με πίσσα και σκυρόδεμα λείο
μαύρο, στιλπνό. (περισσότερα…)

Άνθρωποι

*

ΑΝΘΡΩΠΟΙ

Απόψε ξεκινώ για τις αθάνατες πορείες
θα διηγούμαι στους θεούς ηρώων ιστορίες
θα λάμπει σμαραγδένιο το πεπερασμένο σώμα
μα αν με ρωτάς τι λαχταρώ: να μείνω λίγο ακόμα.

~.~

Η ΝΥΜΦΗ

Περνά περνά μια νύμφη,
αδράξτε τον αέρα
γευτείτε το απαλό της πάτημα·
σπάει σαν ρόδι ο θόλος του ουρανού
για μια βραδιά και μόνο
κι όποιος τη χάσει χάνει την πνοή του.

(Το δέρμα που αγαπάς
σωστά στην άνοιξη το ζήτησες,
αν είναι αλήθεια οι μύθοι των Ελλήνων
κι η ζάλη που τρυγά τη φαντασία σου.)

Προσπέρασε· στα διχασμένα φύλλα
στα ανήσυχα νερά τη νιώθω ακόμα.
Είχαν πλαγιάσει τα παιδιά μας
είχαν τα αλεπουδάκια κοιμηθεί
δεν ήρθαν νέα απ’ τα πουλιά
και ποιος μπορεί να δει
στο κάτω κάτω της γραφής τα αερικά;

~.~ (περισσότερα…)

Θανάσης Γαλανάκης, Πέντε ποιήματα

*

CAFÉ ΧΑΟΣ

I.

Πλεισίστιος στὸ ἐκδοτήριο φτάνω
κρατῶντας στὸ δεξὶ τὸν ὀβολό μου.
Σαλπάρω στὸ Papaver τῆς Somniferum
‒ τῶν VIP ἐπιβάτης, πρώτη θέση,
σ’ ἕνα ντουγροὺ ταξίδι, δίχως στάσεις.
Ἑπόμενος σταθμός μου: ἡ Ὑπνολάνδη.

II.

Ἡ ὑπνόκολλα σφαλίζει τὰ ματόκλαδα.
Ξυράφια θὲς γιὰ νὰ μοῦ τὰ χωρίσεις,
μὰ σὰν μεγάλωσα ἄλλαξαν τὰ χόμπι
κι’ ἀπ’ ὅλα τοῦ ἔρωτα τὰ παρὰ φύσιν
μοῦ ἔλαχε νὰ γίνω ὑπνοβάτης. (περισσότερα…)