ΝΠ | Ποίηση Ελληνική

Ο Χέρμαν Μέλβιλ στο Ντεπώ

*

Υποθετικό σενάριο, βασισμένο στην –πέρα για πέρα αληθινή και λησμονημένη– επίσκεψη του θρυλικού συγγραφέα στην τουρκοκρατούμενη Θεσσαλονίκη του 1856, στοιχεία για την οποία μπορείτε να βρείτε εδώ.

Να μη με λες πια Ισμαήλ! Τις καρτ-ποστάλ
από τ’ απόκρημνα λιμάνια μη μου στέλνεις!
Μαθαίνω μόνος πια να κάνω το πεντάλ,
μπροστά στην κάθοδο Μυρίων Τισσαφέρνης.
Το ξέρω πως εμάς επέλεξ’ η ζωή
γι’ αυτούς τους δρόμους τους λαμπρούς κι ουρανομήκεις.
Γιατί λαβώνει, τότες, τ’ άγουρο πρωί,
γυναίκες ανατολικής Θεσσαλονίκης;

Στη Βοθνική, στον Αμαζόνιο, στη Σαχάρα:
όπου κι αν φεύγω πάλι εσάς θα συναντώ,
σαν προαιώνια του έρωτα κατάρα,
σαν βάρκ’ Αχέροντα που ψάχνει για οδηγό.
Ιστιοφόρο με Πανδώρας το κουτί
φυσάει τη λήθη κι εσύ καίγεσαι ν’ ανήκεις,
ιερείς πριν φτάσουν και σχολάσουν τη γιορτή,
γυναίκες ανατολικής Θεσσαλονίκης.

Εργάτες μου ’παν πως τραβάν στον Πειραιά
–νέοι καιροί!– γραμμή που φτάν’ ώς το Θησείο.
Ελπίδες φρούδες να ξεχάσω το βορρά,
ισκιώδεις λέξεις που σ’ αυτήν την πόλη θύω.
Αλίμονό μου! Το πιο μέσα μας γραφτό
πώς υπερβαίνει όσους δίνουμ’ όρκους νίκης
κι εσείς να ζείτε πάντ’ αχώριστα μ’ αυτό,
γυναίκες ανατολικής Θεσσαλονίκης.

Ν’ αφήσω θέλω το κουφάρι μου εδώ
και με τ’ αλφάβητό σας, δώρο της Φοινίκης,
αιώνια πάθη μου για σας να τραγουδώ,
γυναίκες ανατολικής Θεσσαλονίκης.

ΘΑΝΟΣ ΓΙΑΝΝΟΥΔΗΣ

~.~

*

 

 

Απ’ τις πλαγιές του Πάικου στου Αξιού τις όχθες

*
Απ’ τις πλαγιές του Πάικου στου Αξιού τις όχθες

Μόλις πιάσει να φυσάει ο βοριάς
και συρθεί στα χώματα της Ειδομένης,
γίνεται βαρδάρης

αντάρτης απ’ την χιονισμένη Τζένα
που ’κοψε δρόμο
για τις πετράρες του Καρασινάν

μικρός βοσκός της Τσέρνα-Ρέκα
που δρασκελάει απ’ τις πλαγιές του Πάικου
στου Αξιού τις όχθες

μπαρούτι και πάταγος,
αντίλαλος του Σκρα
στ’ αμπέλια της Γουμένισσας

τρελοβαρδάρης γίνεται
που φέρνει βόλτα
στης Τσιγγάνας τα στενά.

~.~ (περισσότερα…)

Κωνσταντίνος Χρυσόγελος, Τα χρόνια των γρίφων

*

ΤΟ ΧΑΛΙΚΙ

Μαζεύω ένα χαλίκι απ’ τους Αγίους Τόπους
σ’ το φέρνω να το κάνεις φυλαχτό·
εσύ το κάρφωσες στον τοίχο – μια
να σε ξυπνά σαν κόκορας και μια
να σου ετοιμάζει βραδινό.

Ανόητε! Πώς θα σε βλέπουν τώρα
τα μάτια των νεκρών; Αυτά σου βρέχουν
το ξεραμένο σου λαρύγγι
όταν διαπράττεις ύβρη. Ζούμε σ’ άνυδρα
χρόνια – μπορεί και να έβρεξε πολύ.

Μαζεύω ένα χαλίκι – ψέματα·
μοιραία μπήκε στο σανδάλι μου
και το ’φερα μαζί μου στην πατρίδα.
Πες μου, πιστεύεις σ’ ό,τι αποκαλούμε
μοίρα; Μίλα στον αγαθό σου φίλο.

~.~

ΤΑ ΣΥΝΝΕΦΑ

Τσάι του βουνού με άγριο μέλι·
δίνω στη γεύση σου ό,τι θέλει
υπό την προϋπόθεση
να επιτεθώ στα χείλη σου
και να τα βρω απροστάτευτα.

Τα τείχη σου δονούνται από τη μουσική
–θα σε φωνάζω «Ιεριχώ»–
όμως η τύχη σου δεν κάνει υπερωρίες
γι’ ανθρώπους που σκορπούν τα χρόνια τους
στις άσημες πολίχνες. Πες πως είμαι

κουτός, το δέχομαι και το επιτελώ
μα τι άλλο μένει τούτη τη βραδιά
που βρέχει για να νιώσουμε ενοχή;

Ψάχνοντας την παρομοίωση
που θα λυτρώσει το αίνιγμα
τα σύννεφα θα γίνουν
διαρρήκτες στα κλειστά κορμιά μας·
τα σύννεφα θα γίνουν συνεργοί μας.

~.~ (περισσότερα…)

Αλέξης Γούδας, Λιόκερμα

*

Λιόκερμα

Στάθηκα και σήμερα απέναντι
στο μεγάλο σου χρυσό κέρμα,
μήπως καταλάβω θεέ μου
πώς αποταμιεύεις φως,
να βάλω και ’γω στην άκρη
για ώρα σκοτεινής ανάγκης.

~.~

Το φως του Αυγούστου

Το φως του Αυγούστου είναι σκληρό.
Δεν είναι το κέρμα που αποταμίευσες Ιούλιε,
ούτε καμία αναβολή διαρκείας και έχει ο θεός.
Όλα εδώ διακυβεύονται σ’ αυτή τη σκοτεινή κλίμακα
πάνω σε μια ρωγμή φωτός. Το σώμα σου μια καμένη μνήμη
σαν κόρα ψωμιού ξεφλουδίζει τις προσδοκίες κι όλα λιγοψυχούν.
Τ’ ανέφελο του ουρανού προικονομεί τις μπόρες.
Τ’ ανέμελο καΐκι του νου σε λίγο θα μπατάρει.
Δεν έχει Αισχύλους εδώ να σε προειδοποιήσουν.
Το ανυποψίαστο βλέμμα σου έχει κιόλας πετρώσει
από μια Μέδουσα που καραδοκεί.
Μα εκτός από σένα,
είδες κανέναν άλλον στον καθρέφτη;

~.~ (περισσότερα…)

Τι συμβαίνει στο σώμα όταν πεθαίνει

*

Είπαν ότι το βάρος της ψυχής είναι 21 γραμμάρια όταν εγκαταλείπει το σώμα
Και ότι οι νεκροί γνωρίζουν ότι έχουν πεθάνει
Για λίγα δευτερόλεπτα ακόμη
Αφού το σώμα έχει ξεψυχήσει.
Τι είναι όμως ο θάνατος;
Σώμα, ψυχή, εγκέφαλος, συνείδηση;
Γι’ αυτούς που μένουν ο θάνατος είναι απουσία.
Το ξαφνικό σβήσιμο μιας λάμπας που κάηκε.
Αφήνοντάς σε να κοιτάς το φωτιστικό αναμένοντας να ανάψει πάλι.
Γι’ αυτόν που φεύγει
Κανείς δεν ξέρει.
Το όπιο της αθανασίας κρατά τους ζωντανούς από την θλίψη.
Εγώ σε φιλώ
Και τα παγωμένα μου χείλη από το μέτωπό σου
Και τα ζεστά μου χέρια κρατώντας την καρδιά σου
Πάνω από το λευκό λινό φόρεμά σου
Θα είναι η τελευταία ανάμνηση
Μέχρι να έρθω να σε βρω.

ΝΙΚΟΛΕΤΑ ΚΟΥΤΗ

*

Γιάννης Υφαντής, Φίλε

*

ΦΙΛΕ

Μακαρισμένε συ που αν δεν είσαι στα Νησιά μαζί με τον Σωκράτη, τον Ηρόδοτο, τον Όμηρο, που τόσο αγαπούσες
απολαμβάνεις σίγουρα την άπειρη γαλήνη αυτού που είναι Όλα και συνάμα είναι Τίποτε.
Αλλά εγώ έχω ανάγκη να μιλήσω κι ας μην έχεις την ανάγκη εσύ να σου μιλήσω όντας πλήρης μέσα στο αρχαίο κάλλος όπου έφτασες:

Θέλω να πω ευχαριστώ γι’ αυτό το σπίτι που σοφά επέλεξες τον τόπο να το χτίσεις
σοφά τον τρόπο να τον χτίσεις και σοφά
τα υλικά, τη διαρρύθμιση, τα πάντα.
Και βέβαια όχι δίπλα απ’ το δρόμο αλλά ούτε κι ένα μίλι μακριά.
Εκεί, ακριβώς στα 80, 100 περίπου μέτρα.

Και βέβαια το ’χτισες σε λόφο αλλά όχι υψηλόν όπου πηγαίνουν κεραυνοί για να κουρνιάσουν.
Να ’ναι σε λόφο χαμηλό που να ’χει στράγγιο πάντα κι ολοένα τα ρυάκια
τον παρακάμπτουν είτε κελαρύζουνε κυλώντας τον πολύμορφο καθρέφτη τους
είτε βουίζουν φουσκωμένα και θολά.

Και σταυροδρόμι να ’ναι αυτό ρευμάτων ώστε ουδέποτε να στέκονται κουνούπια κ’ η δροσιά να κατεβαίνει απ’ τα λαγκάδια που χωρίζουνε τους λόφους.
Και βέβαια το κάτω μέρος του σπιτιού να ’ναι χωμένο μες στο έδαφος του λόφου,
το πίσω μέρος του χωμένο για να έχει το ισόγειο δροσιά το καλοκαίρι και να έχει ζέστη το χειμώνα.
Δύο τα τζάκια του, το ένα στο ισόγειο και να ’ναι προς Βορράν, ενώ το άλλο
στον πρώτο όροφο και να ’ναι προς το Νότο.
Και βέβαια με πέτρα και με λάσπη, κεραμίδια και ξυλεία θαυμαστή.
Και πέτρινη αυλή και οι φραγμένοι του μπαχτσέδες.
Και η κληματαριά και τ’ άλλα δέντρα να ’ναι γύρω του τ’ ατίμητα στολίδια. Κ’ οι σκιές.
Και να ’ναι η πηγή κοντά και μακριά κάπου εκεί στα 80 μέτρα.
Δίπλα ο φούρνος του. Πιο πέρα η αποθήκη.

Και σε θυμήθηκα πατέρα εσένα που σε όλα ήσουν σοφός
–πάντοτε σε θυμάμαι και μιλώ μαζί σου, εννοώ,
μ’ αυτό το είδωλό σου πού ’χω μέσα μου–
σήμερα ιδιαιτέρως σε θυμήθηκα
γιατί ενώ η χώρα όλη βράζει μες στον καύσωνα
εγώ χάρη σ’ εσένα, «μπάρμπα Μήτσο», φίλε υπέροχε
χάρη σε σένα και μ’ αιτία τη σοφία σου
έχω το καταφύγιο τούτο της δροσιάς μακαρισμένε.

ΥΓ

Άντε να εξηγήσεις σε ηλίθιους τη σοφία τη δική σου
πώς όλα τα μελέτησε μ’ ακρίβειαν αυτή η φρόνησή σου
πως λάθος δεν ευρήκα στη ζωή σου εγώ ποτέ μου και ουδ’ εν
παρόλο που εσύ ποτέ σου δεν εσπούδασες το ζεν.

ΓΙΑΝΝΗΣ ΥΦΑΝΤΗΣ

*

Ιστορίες θερινής τρέλας

*

ΟΙ ΔΥΟ ΦΙΛΕΣ

Ήταν δυο φίλες, μια απ’ την Καρδίτσα
κι η άλλη πάλι απ’ το Ανκοράζ,
η φαλαινίτσα κι η σαρδελίτσα,
κι είπαν μια μέρα να παν στην πλαζ.

Είπαν μια μέρα να παν για μπάνιο
έλαμπε ο ήλιος, μούρλια ο καιρός,
είχαν τ’ αγέρι για καπετάνιο,
τα κυματάκια στην άμμο εμπρός.

Πήραν μαζί τους λάδια, παγούρια,
γυαλιά, πετσέτες λογιώ λογιώ
μα η φαλαινίτσα πάνω στη φούρια
πηγαίνει η ξύπνια χωρίς μαγιό.

«Α, μη σε νοιάζει», της λέει η σαρδέλα,
«κι έχω τα πάντα εγώ σκεφτεί.
Μαγιό ’χω κι άλλο, θα σού ’ρθει τρέλα!»
Και της το δίνει να βολευτεί.

– Μπα, δεν σου μπαίνει; – Ναι, με στενεύει…
– Πάχυνες μήπως; – Χμμμ, τι να πω…
– Ρουφήξου λίγο καλέ ν’ ανέβει!
– Μα μου σκαλώνει, δες, στον ποπό!

Κι όλο ρουφιέται, κι όλο ζαρώνει
η φαλαινίτσα καλά καλά,
μα κι αν τραβιέται, μα κι αν ιδρώνει,
το μαγιουδάκι δεν πάει ψηλά.

Γύρω παιδάκια, κάποιος σερφάρει,
τα κυματάκια «πλιτς» κάνουν, «πλατς»,
μα η φάλαινά μας έχει φρακάρει
μέχρι που ακούει ξάφνου ένα… χράαατς!

«Αχ, πάει το μπάνιο! Και τώρα; Πλήξη…»,
λέει με βλέμμα λυπητερό.
Η σαρδελίτσα πάει να βουτήξει
κι εκείνη ψάχνει για παρεό.

~.~

(περισσότερα…)

Μνημόσυνο σε μαύρο μείζον για τον ποιητή Κ. Γ. Καρυωτάκη

ΚΩΣΤΑΣ Γ. ΚΑΡΥΩΤΑΚΗΣ
Τρίπολη, 30 Οκτωβρίου 1896 – Πρέβεζα, 21 Ιουλίου 1928

~.~

του Δ. Ε. ΣΟΛΔΑΤΟΥ

Στο παραλιακό καφενείο του Νιόνιου του Καλλίνικου ο «Ουράνιος Κήπος» το ρολόι έδειχνε 2 μ.μ.

«Καλώς τον κύριο Κώστα!» αναφώνησε ο καταστηματάρχης, βλέποντας τον νεαρό υπάλληλο της νομαρχίας που έμπαινε στο μαγαζί του.

Εκείνος αντιχαιρέτησε. Μα μην έχοντας διάθεση για κουβέντα, παρήγγειλε μια βυσσινάδα και βγήκε στο προαύλιο να καθίσει σ’ ένα απόμερο τραπεζάκι. Ο Καλλίνικος, ετοιμάζοντας την παραγγελία, σιγοκουβέντιαζε με τον Λισάτο – τον πορθμέα του τόπου εκείνου. Αυτός, σαν άλλος Χάροντας, πέρναγε απέναντι με την βάρκα του όσους πήγαιναν απ’ την Βρυσούλα στον Άγιο Σπυρίδωνα κι απ’ τον Άγιο Σπυρίδωνα στην Βρυσούλα.

Ο Λισάτος είχε κορμί τετράγωνο, γεροδεμένο κι ολόστητο, κεφάλι στρογγυλό και βαθιά κουρεμένο, στέρεη ματιά και ντόμπρα κουβέντα:

«Τι ’ναι τούτος, μωρέ Νιόνιο;» ρώτησε τον καφετζή, που εκείνη την ώρα έβαζε την βυσσινάδα στον δίσκο.

«Ο κύριος Κώστας;» είπε ο Καλλίνικος. «Εξαίρετος κύριος! Θα ’χει κάνα μήνα που ήρθε στην Πρέβεζα με το βαπόρι. Απ’ ό,τι λένε, δεν έχει πολλά-πολλά με κανέναν. Ο κουρέας, όμως, μου είπε προχτές πως είναι υπάλληλος της νομαρχίας. Κι ο Αναγνωστόπουλος – ξέρεις, αυτός με το οπλοπωλείο – άκουσε πως πριν έρθει εδώ είχε πάει για διακοπές στο Παρίσι… Ακούς, Λισάτο; Στο Παρίσι!»

Ο πορθμέας έξυσε με θαυμασμό την κεφάλα του.

«Στο Παρίσι, ε;» ψέλλισε. «Μα φαίνεται ο άνθρωπος, δεν φαίνεται; Κοίτα το κουστούμι του, φίνο πράμα! Γραβάτα, ψαθάκι, τι να λέμε τώρα… Πρωτευουσιάνος και γραμματιζούμενος, Νιόνιο! Θα κάτσει λίγο καιρό ’δω πέρα κι ύστερα θα τραβήξει μια μεταθεσούλα και τσουπ! στην Αθήνα πάλι. Αυτή είναι τύχη, ενώ εμάς θα μας φάνε οι ζέστες, οι υγρασίες κι οι πυρετοί!»

Ο Νιόνιος συμφώνησε, αναστενάζοντας βαθιά, και βγήκε στο προαύλιο για να σερβίρει τον πελάτη.

«Κύριε Καλλίνικε, μπορώ να έχω λίγο χαρτί κι ένα μολύβι;» είπε ο υπάλληλος της νομαρχίας, αφού ήπιε μια γουλιά απ’ την δροσερή βυσσινάδα που μόλις έφτασε.

«Άκου λέει, αμέσως κύριε Κώστα!» προθυμοποιήθηκε ο καφετζής.

Και πριν στρίψει να φύγει, ρώτησε διστακτικά:

«Θέλετε κάτι άλλο;»

«Αν σας βρίσκονται και τίποτα τσιγάρα…» είπε με κάποιο ύφος ενοχής ο νεαρός υπάλληλος.

*

Πέντε το απόγευμα. Κοντά στον Άγιο Σπυρίδωνα κόσμος αρκετός είναι μαζεμένος. Να, φτάνει τώρα κι η Χωροφυλακή. Φωτογραφίζουν τον νεκρό. Πάνω στο στήθος του, στο μέρος της καρδιάς, έχει έναν ματωμένο λεκέ – σαν παράσημο.

Ο Λισάτος παραμερίζει το πλήθος. Πλησιάζει το πτώμα δαγκώνοντας τα χείλη του.

«Ο κύριος Κώστας!» ψιθυρίζει έκπληκτος. «Τι του ήρθε του βλογημένου να σκοτωθεί! Κι ήτανε τόσο νέος, ο άμοιρος…»

Ένας χαμάλης φορτώνει το κουφάρι πάνω στο καρότσι του, λες κι είναι τσουβάλι. Ο κόσμος διαλύεται σιγά-σιγά. Φυσάει ελαφρά, κι οι ευκάλυπτοι γέρνουν τις κορφές τους σαν κεφάλια, λες και θέλουνε ν’ αφουγκραστούν τις κουβέντες των χωροφυλάκων.

«Το πιστόλι της αυτοκτονίας, το πήρες Καραγιώργη;»

«Μάλιστα, κύριε υπενωμοτάρχα!»

«Το σημείωμα που βρέθηκε στην τσέπη του αυτόχειρος ποιος το έχει;»

«Εγώ, κύριε υπενωμοτάρχα!» απαντάει ένας καχεκτικός δόκιμος χωροφύλακας.

«Για φέρτο ’δω, Λιάπη!»

«Αμέσως, κύριε υπενωμοτάρχα!» τσακίζεται να του το δώσει ο δόκιμος.

Ο κύριος υπενωμοτάρχης ακουμπά στον ευκάλυπτο και ξεδιπλώνει το χαρτί.

Συνοφρυωμένος διαβάζει, ακόμα μια φορά, το τελευταίο σημείωμα του Κωνσταντίνου Γεωργίου Καρυωτάκη: (περισσότερα…)

Κώστας Κουτσουρέλης, Έλεγοι από τη Ρεματιά

*

ΤΟ ΟΝΟΜΑ ΤΗΣ ΖΩΗΣ

Οι ελέφαντες τούς αγαπούν τους ευκαλύπτους.
Αφού πρώτα συλλέξουν με την προβοσκίδα τους
από τα χαμηλά κλαδιά τα φύλλα,
ύστερα μ’ όλο τους το βάρος
πέφτουν επάνω στον κορμό
και αποτρών το δέντρο αφού το ρίξουν καταγής.

Όταν δεν μείνει άλλο όρθιο γύρω
η αγέλη πλέον τραβάει αλλού,
προς νέους ευκαλύπτους.
Η μνήμη ωστόσο (ελέφαντα…)
χαρτογραφεί τον τόπο.
Σε καμιά εικοσαριά χρόνια
όταν από τους σκόρπιους σπόρους
το άλσος θα έχει εκ νέου φυτρώσει,
η αγέλη θα επιστρέψει
και το μοτέρ της αποψίλωσης θα ξαναπάρει εμπρός.

Ζω πάει να πει σκοτώνω διαρκώς.
Όλοι σκοτώνουν για να ζήσουν,
τσαλαπατούν, ξηλώνουν, κατακρεουργούν
χορτάρια, θάμνους, δάση ολόκληρα,
ζώα εκτροφής, θηράματα, κοπάδια,
κήπος χωρίς ζιζάνια δεν υπάρχει,
το δέντρο με τις ρίζες του πνίγει τα διπλανά του,
ακόμη κι ο συλλέκτης των καρπών
την Eποχή του Λίθου
ήταν προ πάντων κυνηγός,
η αμιγής φρουτοφαγία είναι αδύνατη,
άσε που κάθε σύκο ή μούσμουλο
είν’ από μόνο του ολόκληρο οικοσύστημα
– προνύμφες, έντομα, μικροοργανισμοί,
κάθε μπουκιά ολοκαύτωμα στα οξέα του στομάχου.
Όσο για τον βεγκανισμό, τι απάτη!
Του αρότρου πάντοτε έπεται η σφαγή,
κάθε ξεχέρσωμα είναι και μια γενοκτονία,
οι καλλιέργειες μετριούνται σ’ εκατόμβες –
«Για ν’ ανοιχτεί ένας λάκκος, πόσα κρίνα
γύρω ξεριζωτά και πατημένα…» (Παλαμάς)

Οι άνθρωποι ωστόσο είν’ ευσυγκίνητοι
κι είναι κι οκνοί κι υποκριτές και τόσα ακόμη,
μιλούν για τη ζωή όπως τους βολεύει,
όταν τους πάνε όλα δεξιά
την επαινούν σαν έκπαγλο ιδανικό,
κι όταν ζορίζονται της κάνουν κριτική,
ότι επιδέχεται τάχα βελτίωση
κι αυτή καθυστερεί άνευ λόγου,
την καταριούνται ή την υμνολογούν,
την ιστορούν σε ξόανα ή βιβλία σοφά,
μα δεν τολμούν καν να προφέρουν τ’ όνομά της.

18.6.2023

(περισσότερα…)

Γιάννης Υφαντής, Δύο ποιήματα

*

ΕΠΟΨ

Σ’ είπαμε τσαλαπετεινό, σ’ είπαμε έποψ, όμως τίποτε.
Σ’ είπαμ’ αγριοκόκκορα, μα πάλι
όντας του Θέρους, έφυγες, να ’σαι παντού μαζί του.

Αχ να ’μενες και να ’σουνα στολίδι της αυλής μας,
να ’σουν ο άγριος βασιλιάς, έμβλημα της φυλής μας.

~.~

ΑΣΠΡΟΓΕΡΑΚΑΤΑ ΛΕΥΚΑΔΟΣ, ΙΟΥΛΙΟΣ, 2023:

(«Ερμηνεύοντας για πολλοστή φορά τον εαυτό μου είτε το αγαπημένο χαρτί της Τράπουλας του Ταρώ* που ονομάζεται «Ο Τρελός»)

Είμαι αυτός που περπατεί μη ξέροντας για πού γοητευμένος από τ’ άστρα.
Μια πεταλούδα διαρκώς με συντροφεύει πότε μπρος πετώντας πότε πίσω, δεξιά κι αριστερά.
Μες στο σακούλι που κρεμάω στο ραβδί το περασμένο από τον ώμο
δεν έχω πλέον τίποτε αφού
τα σύκα, το θυμάρι μου, τα σκόρδα, το ψωμί **
που είχε μέσα μού τ’ αρπάξανε ληστές.
(Δεν ξέραν πως μ’ απάλασσαν κι απ’ το στερνό μου βάρος).

Οι άνθρωποι μου φέρθηκαν σαν άνθρωποι. Στις δόξες μου
αναμερίζαν προσκυνώντας με παντού για να περάσω. Στις μη δόξες μου
έστελναν τα σκυλιά τους να τραβήξουνε το ρούχο μου
για να φανεί ο κώλος μου και οι έρμοι να γελάσουν.

Κι έφτασα εντέλει στο ποτάμι αυτό του Γαλαξία
όπου οι έξυπνοι άνθρωποι αδυνατούν να φτάσουν.

Ντυμένος μπήκα μέσα του και διάβηκαꞏ
γυμνός και ολοκάθαρος βγήκα στην άλλη όχθη.
Κι άγνωστος πια σε μένανε προς τ’ άγνωστο τραβάω.

ΓΙΑΝΝΗΣ ΥΦΑΝΤΗΣ

__________________

* Για τα χαρτιά της Τράπουλας του Ταρώ μιλώ στο βιβλίο μου Αθανάτου Μνήμης Σημεία, 4η έκδοση, Οδός Πανός, 2023.
**Είναι οι τροφές που περιείχε η πήρα (το σακούλι) των αγαπημένων μου Κυνικών.

*

Θεώνη Κοτίνη, «Από ψηλά» και άλλα ποιήματα

*

Από ψηλά

Κάτω η θάλασσα
θηλάζει
βρέφη κυμάτων,
μόλις έναρθρα
μικρές στην άπνοια συλλαβές,
εγκάρδια όλη.

Και ρίχνεσαι
σε μια αρχαία συμμαχία
βουτώντας
άφωνο στήθος στο νερό
βαθύ κορμί ρωτώντας

Τι να ’ναι αυτό το βάπτισμα,
ετούτος ο καθρέφτης τι βαστά;

~·~

Λέξεις

Αγραπιδιές στο λόγγο
γκορτσιές και θεριστάπιδα
γλυκές καμπάνες κίτρινου
βαθύλαλες στη γεύση.

Μια χούφτα λέξεις η παιδική σου ηλικία
ένα ιδίωμα εύοσμο που εκρήγνυται
όταν ανοίγεις τα παράθυρα
σ’ εκείνο το παλιό σου σπίτι και ακούς
βραχνό το γέλιο του πατέρα
με τη μαγκούρα φτάνοντας στο θρόισμα του δάσους
σεβάσμιες ελιές να τον πηγαίνουν
σ’ αυγούλα αρχαγγελική
με νοτισμένο πέρα το χορτάρι ν’ αναπνέει
βρεγμένο βέλασμα αμνού,
ξεκούρδιστο της μνήμης κουδουνάκι.

~·~ (περισσότερα…)

Γιάννης Υφαντής, Αθησαύριστα ποιήματα

*

ΜΟΥΣΑ ΑΝΤΑΡΤΙΣΣΑ

Πότε θα κάνει ξαστεριά, πότε θα φλεβαρίσει
να πάρω το τουφέκι μου την όμορφη πατρόνα
να κατεβώ στον Ομαλό, ν’ ανέβω στην Αθήνα
τις κριτικές επιτροπές βραβείων ν’ ανταμώσω
όπου μοιράζουνε λεφτά στους ίδιους και στους ίδιους
ανάξιους κι ατάλαντους ωσάν τους εαυτούς των.
Μοιράζουν τον ιδρώτα μου, το αίμα του λαού μου
χωρίς ποτέ να κρίνονται, ποτέ να κυνηγιούνται.

Άλλωστε από ποιούς, εδώ, που όλα ξεπουλιούνται;

Μα σαν το σιδερένιο μου το βλέμμα μπρος τους δούνε
να δεις πώς θα ιδρώνουνε και πώς θα κατουριούνται
πίσω απ’ τα γραφεία τους, πώς θα μ’ εκλιπαρούνε
να συχωρέσω τ’ άδικο, την άτιμη δουλειά τους
λίγο προτού η καρέκλα τους γεμίσει απ’ τα σκατά τους
λίγο προτού να λερωθούν οι τοίχοι απ’ τα μυαλά τους.

*

(περισσότερα…)