ΝΠ | Ποίηση Ελληνική

Η οδός

*

Η οδός

Κι έρχεται κάποτε η στιγμή
που πρέπει οριστικά
απ’ όπου έφτασες
να αποσυρθείς,
και από καθεμιά του βίου σου
κακώς νοούμενη ιθαγένεια
ν’ αποχωρήσεις…

από το χώμα
που στηρίζονται τα πόδια σου
αυτό που σου ‘δωσε
ως εδώ
ταυτότητα, προορισμό
και δρόμο να βαδίσεις

(περισσότερα…)

Θέση μάχης

*
Θέση μάχης

Καθώς διαβαίνουν τα χρόνια θα ’πρεπε
να πλησιάζουμε στους στόχους μας.
Τα περιττά και τα άχρηστα βαραίνουν υπερβολικά﮲
πολλά –όχι όλα– μπορούμε να τα αποχωριστούμε
χωρίς μεγάλη προσπάθεια, κοιτάζοντας έξω από
το ανοικτό παράθυρο, στον κήπο μετά την πρωινή βροχή
καθώς τα πουλιά βρήκαν ευκαιρία να ξεδιψάσουν
Η δικιά μας δίψα πορεύεται όλο και πιο μειούμενη
Κάπου είχα γράψει, στο περιθώριο ενός βιβλίου
κατά πάσα πιθανότητα, πως όταν χάνεις μια διάσταση
έχεις παραιτηθεί από κάθε αξίωση απ’ την πραγματικότητα.
Διάσταση, όχι βάρος. Αυτή είναι μια μεγάλη διαφορά
Πολλά πράγματα βέβαια προσεγγίζονται με λάθος τρόπο
Θέλω να πω ότι το λάθος συνίσταται στο να αποφασίζεις
αυτό που θέλεις να κάνεις πρώτα και μετά να επινοείς
λόγους δικαιολόγησης. Βέβαια ό,τι και να κάνεις θα το μετανιώσεις.
Θα περιμένω λοιπόν μέχρι να ξυπνήσεις μέσα στη νύχτα
και να σβήσεις το φως. Είναι η ώρα που έξω χαράζει.
Ακριβώς λίγο πριν το τέλος του μονοπατιού της δικαίωσης.

~.~ (περισσότερα…)

Ὥρα

*

Ἀσματικὸ καὶ τοῦτο τὸ φθινόπωρο
πρελούδια τὰ ἑωθινὰ
μικρόηχοι τοῦ ἔνδον
μελίσματα προτέλεια
μετὰ τοῦ θέρους τὰ καύματα
φράσεις τῶν μουσῶν
τοῦ ἱμέρου περιφράσεις
ψυχὴν ἐκλύουσαι
ἐν στάγμασιν ἤχου
νοήμονος
μελωδικὴ περίσκεψις
πρὸ τοῦ ἐπερχομένου
μεγάλου ἐγκλεισμοῦ

ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΑΓΓΕΛΟΥ

*

Μικρή παραλλαγή ρω

*

Η Quelle Bellina έρχεται δίπλα στον Διγενή

Έρχεσαι από μακριά. Τα μαλλιά σου καλπάζουν σ’ αέρα ανυποψίαστο, βιτσίζοντας νεφέλες, κεραυνούς που προβάλλουν στο διάβα σου. Δελφίνια σε συντροφεύουν που αγγίζονται απαλά, χάδια γλιστερά κάτω από την επιφάνεια των δικών σου νερών, στο Αιγαίο του δικού σου Ήλιου, καθώς περπατάς με ταχύτητα φωτός προς τα μέσα, με τα πόδια σου γυμνά, μια πτώση σου ολόκληρη και βαθιά στα νάματα, βουτιά σου ολοσώματη προς τον άνω βυθό, μοναχικό προσκύνημα στο κάβο της δικής σου κατάνυξης, πάλλεσαι αδάκρυτη εκεί που το μέσα στήθος σου βοά κι η έξω του θηλή πετρώνει,

Θαλασσόκρινο.

Έρχεσαι από πολύ μακριά. Το πρόσωπό σου φεγγίζει τόσο που να μας τυφλώνει, αποστρέφουμε πάλι τα βλέμματα σκυμμένοι με τα νώτα στο έδαφος, σαν πάντα. Δεν ξέρουμε ακόμα τη φωνή, δεν βλέπουμε την όψη σου, δεν νιώθουμε τη ζέστα της αγκάλης σου, δεν ξέρουμε την αφή σου στ’ ακροδάχτυλα. Στρέφουμε μόνο την κεφαλή, σαν από αιώνες αφυπνισμένοι, στο ξάφνιασμά σου των καιρών. Ένα θρόισμα από φύλλα. Καλάμια που αργοσαλεύουν στον άνεμο. Ύστερα τίποτα. (περισσότερα…)

Την παρατηρώ

*

Την παρατηρώ

Την παρατηρώ
Η αξία της μέσα μου φουντώνει
Μου μιλάει για πράγματα, για ένα σωρό πράγματα
Πράγματα με αξία, πράγματα που δεν ξέρει πως
Πρόλαβα από μια τύχη να τους δώσω πρώτος κι εγώ αξία
Ουφ! Απόγευμα μαζί της και καμία διέξοδος διαφυγής
Θεόκλειστο το κύκλωμα του έρωτα
Ακούω τα τύμπανα, τις υπόγειες εκρήξεις θαυμασμού
Τις αντανακλάσεις που φωταγωγούν
Το δωμάτιο με τους καθρέφτες. Το δωμάτιο στο οποίο προκύπτει η ψυχή. (περισσότερα…)

Μια ποιητική ανταλλαγή ύβρεων από τον Δέκατο Aιώνα

*

Ιωάννης Γεωμέτρης εναντίον Στυλιανού

Μια ποιητική ανταλλαγή ύβρεων
από τον Δέκατο Aιώνα

Εισαγωγικά-Μετάφραση
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΧΡΥΣΟΓΕΛΟΣ

Οι λόγιοι Βυζαντινοί αρέσκονταν και στις λόγιες ανταλλαγές ύβρεων. Τον 10ο αιώνα έχουμε μία τέτοια, έμμετρη μάλιστα, μεταξύ του κορυφαίου ποιητή της εποχής Ιωάννη Γεωμέτρη και κάποιου Στυλιανού. Η πρόσθετη στρατιωτική ιδιότητα του Γεωμέτρη δίνει την ευκαιρία στον αντίπαλό του να κάνει χρήση πολεμικής ορολογίας στις δικές του προσβολές (στ. 6-10, 29-33). Όσον αφορά στην απόδοση, προτίμησα την ισορροπία μεταξύ της ήπια λόγιας και της ξεκάθαρα καθημερινής φρασεολογίας. Τον κίνδυνο της υπερβολικής «απολογιοποίησης» του πρωτοτύπου τον περιορίζει αυτομάτως ο ίδιος ο έμμετρος στίχος. Επιπλέον, τι νόημα θα είχε για τον σύγχρονο αναγνώστη η προσβολή που βγήκε απευθείας από το σκονισμένο ερμάρι; Άλλωστε, μπορούμε εύκολα να φανταστούμε έναν λόγιο που χάνει την υπομονή του να ξεπέφτει στιγμιαία στο επίπεδο του απλού ανθρώπου. Χρησιμοποίησα την έκδοση: E. Van Opstall, «The pleasure of mud-slinging: An invective dialogue in verse from 10th century Byzantium», Byzantinische Zeitschrift 108 (2015), 771-796.

*
Γεωμέτρης
Πονάει το σώμα σαν φουσκώσει η κήλη,
μα αν τα μυαλά φουσκώσουν, ξεμωραίνεις.
Κι ο φθόνος πάντα τα αίματα τ’ ανάβει.
Έτσι λοιπόν, με φθόνο και μωρία
ο Στυλιανός ξερνάει μοχθηρία.

Στυλιανός
Φυσάς και το μυαλό σου ξεφουσκώνει·
τσαντίζεσαι μα οι εχθροί σου σε στραβώνουν.
Με τέτοια χάλια θα λογομαχήσεις;
Την έχεις δει, μπροστά σου όμως δεν βλέπεις
και λες τη μια βλακεία μετά την άλλη. (περισσότερα…)

Σκόρπιες (και ψύχραιμες) σκέψεις για τον Διονύση Σαββόπουλο

 *

του ΘΑΝΟΥ ΓΙΑΝΝΟΥΔΗ

~.~

Είναι αλήθεια πως το έργο του Διονύση Σαββόπουλου παραμένει σε μεγάλο βαθμό ακόμα εγκλωβισμένο στα όρια της πληθωρικής περσόνας του, με τους ριζοσπάστες συνοδοιπόρους της πρώτης φάσης της δημιουργικής του πορείας να τον απορρίπτουν συλλήβδην εξαιτίας της ιδεολογικής του μεταστροφής. Παράλληλα, όμως, ακόμα κι εκείνοι που τον αποδέχονται πλέον ως εθνικό και παλλαϊκό φαίνεται πως αρνούνται συνειδητά να κοιτάξουν σε βάθος τις ριζοσπαστικές του αφετηρίες. Αν δεν φανεί ασεβής μια τέτοια σύγκριση, δέσμιοι μιας παραπλήσιας θεώρησης υπήρξαν προς το τέλος της ζωής τους και οι Σικελιανός και Καζαντζάκης, με το εκτόπισμά τους να θολώνει τους θαυμαστές και τους πολεμίους τους και μονάχα τις επόμενες γενιές μελετητών να αξιοποιούν ευεργετικά τη χρονική απόσταση και τη μη άμεση επαφή με τα πρόσωπα τη στιγμή της δράσης και της άμεσης πολιτικο-ιδεολογικής πάλης. Ωστόσο, το έργο του ηλικιωμένου τραγουδοποιού ακόμα και σήμερα χρήζει στην ολότητά του μιας ψυχραιμότερης αποτίμησης, ευρύτερης από εκείνη που οι ως τώρα μονογραφίες για εκείνον έχουν κομίσει, δίχως κραυγές για ξεπούλημα, αντιγραφές, προδοσίες, αλλά και δίχως μια ηθελημένα αποριζοσπαστικοποιημένη, άχρωμη και άγευστη ακρόασή του, προτού η ζωή κι ο χρόνος θέσουν ντε φάκτο τους δικούς τους, ανίκητους κανόνες. Σαφέστατα και τούτες οι σκόρπιες και ασχημάτιστες σκέψεις δεν επιδιώκουν να διαδραματίσουν αυτό το ρόλο, παρά λειτουργούν περισσότερο ως ένας ιδεατός οδικός χάρτης.

Ο Διονύσης Σαββόπουλος εκκινεί ως ο κατ’ εξοχήν εκπρόσωπος του τραγουδιού διαμαρτυρίας των Ελλήνων baby boomers της δεκαετίας του ’60. Επηρεάζεται από τον Ντύλαν και τη γενιά του δίχως να τους μιμείται άκριτα και δεν παύει στιγμή να διαλέγεται με το ελληνικό παραδοσιακό και τοπικό ηχόχρωμα, εμποτίζοντας τις ξένες καταβολές και οφειλές του διαρκώς με το ελληνικό στοιχείο, ενίοτε πολύ πετυχημένα ανοίγοντας νέα μουσικοστιχουργικά μονοπάτια, ενίοτε κι ελαφρώς άγαρμπα και αδικαίωτα στη μακροχρονία (δίχως τα δεύτερα τραγούδια, ωστόσο, δεν θα υπήρχαν ούτε τα πρώτα, μιας και αποτελούν την πίσω όψη του κόκκινου χαλιού του κάθε δημιουργού). Ως καινοτόμος δημιουργός ανοίγει στην πράξη το δρόμο για το μεταμοντερνισμό και τη μείξη των ειδών κατά την περίοδο που οι όροι αυτοί σχεδόν δεν έχουν εφευρεθεί, μένοντας αντισυστημικά τραγουδοποιός κατά την περίοδο της πλήρους κυριαρχίας της συνεκτικής αφήγησης των μεγάλων συνθετών. Εν συνεχεία επιλέγει να γίνει ο ίδιος φορέας συνεκτικής αφήγησης κι «εθνικός», κανοναρχώντας από τα πάνω μια εποχή κι ένα σημαντικό κεφάλαιο του ελληνικού τραγουδιού.

Η ιδεολογική μεταστροφή του Διονύση Σαββόπουλου δεν εκδηλώθηκε τόσο απότομα όπως κάποιοι εσφαλμένα υποστηρίζουν, παρά υπήρξε μια αντανάκλαση των πολλαπλών και σταδιακών απογοητεύσεων και απομαγεύσεων της Μεταπολίτευσης, σε συνδυασμό με την ηλικιακή του ωρίμανση. Ούτε ξαφνικά στα Τραπεζάκια έξω και –δευτερευόντως– στο Κούρεμα ο Σαββόπουλος θέλησε να παίξει το ρόλο του τραγουδιστή «εθνικής ενότητας» δίχως να μην υπάρχουν πιο πριν σπόροι αυτού που θα ακολουθούσε ούτε από την άλλη ο καλλιτέχνης αποποιήθηκε με τη μία και διαπαντός όλα τα προκλητικά χαρακτηριστικά της πρώτης του νιότης και της αρχικής δημιουργικής περιόδου της κοινωνικής αμφισβήτησης. Για να μείνουμε σε ένα μόνο από τα πολλά παραδείγματα: δεν μπορούμε, φυσικά, σε καμία περίπτωση να υποστηρίξουμε πως ο Σαββόπουλος της δεκαετίας του ’60 θα έγραφε τραγούδι στο οποίο θα περιελάμβανε ευχές για τον καινούριο Οικουμενικό Πατριάρχη όπως κι έπραξε τριάντα χρόνια αργότερα, από την άλλη, όμως, οι νατοϊκοί βομβαρδισμοί στη Γιουγκοσλαβία στα τέλη του 20ου αιώνα δεν τον εμποδίζουν να αμφισβητήσει εκ βάθρων την Αμερική ως ιδεολογική του μήτρα και ως τόπο διαμόρφωσης της ίδιας του της κουλτούρας, κάτι που θεωρητικά δεν θα ταίριαζε σε κάποιον που έχει κάνει στροφή 180 μοιρών. (περισσότερα…)

Στρατής Πασχάλης, «Λιλή Μαρλέν» και άλλα ποιήματα

*

ΟΡΕΣΤΕΙΑ

Κρατάω τις τύψεις μου δεμένες με λουρί
και τις τραβάω σαν σκυλιά
και στο τσιμέντο ο άλλος μου εαυτός
.        είναι η σκιά μου
καθώς συμβαίνει της ζωής μου το τροχαίο

μπροστά στα μάτια μου
πάνω στην άσφαλτο
νεκροί
ο «πατριός» μου, η μάνα μου
κι η αδελφή μου απέναντι
στο πεζοδρόμιο
στέκει εκεί
πεντάρφανη μαυροφορούσα

καθώς ανάβει ο σηματοδότης και τη διάβαση περνώ
γυρίζοντας από το σούπερ μάρκετ
μ’ ένα ελάφι θηλυκό
μαχαιρωμένο μες στα χέρια
(στ’ άσπρο χαρτί ο θύτης ο ιερός το τύλιξε
κι έχει ματώσει)

ενώ σ’ όλους τους τοίχους γύρω βλέπω
ότι εγώ για όλα αυτά καταζητούμαι

~.~

ΑΣΚΗΤΙΚΗ

Ασκητεύω σε μοναστήρι ρόδων

Εκεί αισθήματα δεν ζούνε μήτε σκέψεις
σχήματα μόνο, χρώματα
κι αντί για γλώσσα
μουσική (περισσότερα…)

Γεώργιος Πισίδης, Στον αυτοκράτορα Ηράκλειο και τους Περσικούς Πολέμους

*

Μετάφραση ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΧΡΥΣΟΓΕΛΟΣ

~.~

[στ. 66-99]

Τον Όμηρο, που είναι η πηγή των λόγων
(τις αρτηρίες του λόγου αυτός διανοίγει
και της ζωηρής του φρόνησης τις σκέψεις
διαρκώς ποτίζει κι έτσι μεγαλώνουν·
και το νερό ποτέ δεν του τελειώνει)
βλέπεις που τις αυτάδελφες μοιράζει
αρετές – μια σε κάθε ποίημα βάζει
και πώς αλλιώς; Στα χρόνια του δεν ζούσε
κανείς με φρόνηση μαζί κι ανδρεία,
αλλά και με άλλες αρετές λουσμένος.
Μα αν κάποιος του έδινε το πρότυπό σου
θα γνώριζε την τελειότητά σου
κι αφήνοντας τους μύθους κατά μέρος
θα ενστάλαζε παντού τον ψυχισμό σου.
Εικόνα τότε θα έπλαθε σπουδαία·
τέσσερις αρετές συνενωμένες
κι αυτό σ’ εσένα πάνω βασισμένο.

Του Νέστορα τα χείλη ας στάζουν μέλι,
της μέλισσας θυμίζοντας τους κόπους,
κατά τον ποιητή. Λοιπόν φαντάσου
πόσο πολύ θα θαύμαζε τον νου σου
που φτιάχνει μέλι νοητά κι αλήθειες
μ’ ευφράδεια πολλή και χάρη αρθρώνει.
Μέσα σου δηλητήριο δεν έχεις.
Απ’ τα άνθη εσύ το χρήσιμο συλλέγεις
διαρκώς κι όχι την άνοιξη μονάχα.
Έχεις, σαν μέλισσα, κεντρί· τους νόμους.
Μα δεν σκοτώνεις, ούτε καν λαβώνεις,
γιατί όταν βρεις κανέναν που το αξίζει
με το κεντρί –τους νόμους– τον φοβίζεις
μα κατά βάθος έλεος του δείχνεις.
Προτάσσεις το κεντρί και το μαζεύεις.
Δεν βλάπτει πια, τελείως το αχρηστεύεις·
με μια εντολή σου πλέον δεν τρυπάει.
Λες έγινε φιλάνθρωπο κι εκείνο
κι αντί για πίκρα μέλι μας κερνάει. (περισσότερα…)

Ο Χέρμαν Μέλβιλ στο Ντεπώ

*

Υποθετικό σενάριο, βασισμένο στην –πέρα για πέρα αληθινή και λησμονημένη– επίσκεψη του θρυλικού συγγραφέα στην τουρκοκρατούμενη Θεσσαλονίκη του 1856, στοιχεία για την οποία μπορείτε να βρείτε εδώ.

Να μη με λες πια Ισμαήλ! Τις καρτ-ποστάλ
από τ’ απόκρημνα λιμάνια μη μου στέλνεις!
Μαθαίνω μόνος πια να κάνω το πεντάλ,
μπροστά στην κάθοδο Μυρίων Τισσαφέρνης.
Το ξέρω πως εμάς επέλεξ’ η ζωή
γι’ αυτούς τους δρόμους τους λαμπρούς κι ουρανομήκεις.
Γιατί λαβώνει, τότες, τ’ άγουρο πρωί,
γυναίκες ανατολικής Θεσσαλονίκης;

Στη Βοθνική, στον Αμαζόνιο, στη Σαχάρα:
όπου κι αν φεύγω πάλι εσάς θα συναντώ,
σαν προαιώνια του έρωτα κατάρα,
σαν βάρκ’ Αχέροντα που ψάχνει για οδηγό.
Ιστιοφόρο με Πανδώρας το κουτί
φυσάει τη λήθη κι εσύ καίγεσαι ν’ ανήκεις,
ιερείς πριν φτάσουν και σχολάσουν τη γιορτή,
γυναίκες ανατολικής Θεσσαλονίκης.

Εργάτες μου ’παν πως τραβάν στον Πειραιά
–νέοι καιροί!– γραμμή που φτάν’ ώς το Θησείο.
Ελπίδες φρούδες να ξεχάσω το βορρά,
ισκιώδεις λέξεις που σ’ αυτήν την πόλη θύω.
Αλίμονό μου! Το πιο μέσα μας γραφτό
πώς υπερβαίνει όσους δίνουμ’ όρκους νίκης
κι εσείς να ζείτε πάντ’ αχώριστα μ’ αυτό,
γυναίκες ανατολικής Θεσσαλονίκης.

Ν’ αφήσω θέλω το κουφάρι μου εδώ
και με τ’ αλφάβητό σας, δώρο της Φοινίκης,
αιώνια πάθη μου για σας να τραγουδώ,
γυναίκες ανατολικής Θεσσαλονίκης.

ΘΑΝΟΣ ΓΙΑΝΝΟΥΔΗΣ

~.~

*

 

 

Απ’ τις πλαγιές του Πάικου στου Αξιού τις όχθες

*
Απ’ τις πλαγιές του Πάικου στου Αξιού τις όχθες

Μόλις πιάσει να φυσάει ο βοριάς
και συρθεί στα χώματα της Ειδομένης,
γίνεται βαρδάρης

αντάρτης απ’ την χιονισμένη Τζένα
που ’κοψε δρόμο
για τις πετράρες του Καρασινάν

μικρός βοσκός της Τσέρνα-Ρέκα
που δρασκελάει απ’ τις πλαγιές του Πάικου
στου Αξιού τις όχθες

μπαρούτι και πάταγος,
αντίλαλος του Σκρα
στ’ αμπέλια της Γουμένισσας

τρελοβαρδάρης γίνεται
που φέρνει βόλτα
στης Τσιγγάνας τα στενά.

~.~ (περισσότερα…)

Κωνσταντίνος Χρυσόγελος, Τα χρόνια των γρίφων

*

ΤΟ ΧΑΛΙΚΙ

Μαζεύω ένα χαλίκι απ’ τους Αγίους Τόπους
σ’ το φέρνω να το κάνεις φυλαχτό·
εσύ το κάρφωσες στον τοίχο – μια
να σε ξυπνά σαν κόκορας και μια
να σου ετοιμάζει βραδινό.

Ανόητε! Πώς θα σε βλέπουν τώρα
τα μάτια των νεκρών; Αυτά σου βρέχουν
το ξεραμένο σου λαρύγγι
όταν διαπράττεις ύβρη. Ζούμε σ’ άνυδρα
χρόνια – μπορεί και να έβρεξε πολύ.

Μαζεύω ένα χαλίκι – ψέματα·
μοιραία μπήκε στο σανδάλι μου
και το ’φερα μαζί μου στην πατρίδα.
Πες μου, πιστεύεις σ’ ό,τι αποκαλούμε
μοίρα; Μίλα στον αγαθό σου φίλο.

~.~

ΤΑ ΣΥΝΝΕΦΑ

Τσάι του βουνού με άγριο μέλι·
δίνω στη γεύση σου ό,τι θέλει
υπό την προϋπόθεση
να επιτεθώ στα χείλη σου
και να τα βρω απροστάτευτα.

Τα τείχη σου δονούνται από τη μουσική
–θα σε φωνάζω «Ιεριχώ»–
όμως η τύχη σου δεν κάνει υπερωρίες
γι’ ανθρώπους που σκορπούν τα χρόνια τους
στις άσημες πολίχνες. Πες πως είμαι

κουτός, το δέχομαι και το επιτελώ
μα τι άλλο μένει τούτη τη βραδιά
που βρέχει για να νιώσουμε ενοχή;

Ψάχνοντας την παρομοίωση
που θα λυτρώσει το αίνιγμα
τα σύννεφα θα γίνουν
διαρρήκτες στα κλειστά κορμιά μας·
τα σύννεφα θα γίνουν συνεργοί μας.

~.~ (περισσότερα…)