ΝΠ | Μελέτες

«Η ιδεολογία είναι ο Σατάν»: Ελληνικότητα και Ορθοδοξία

*

Άγιος ή προδότης;
Το «αδύνατον» Μυθιστόρημα του Νίκου Σαμψών

γράφει η ΔΗΜΗΤΡΑ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ

[5/12]

~.~

Η καθαυτό θεολογική προσέγγιση του Κυριάκου Μαργαρίτη μαρτυρεί την αφομοίωση ενός γραμματειακού υποστρώματος το οποίο έχει τις αρχές του τόσο στην ελληνική όσο και στη ρωσική πατερική θεολογία και τη δημιουργική πρόσληψή τους από την ελληνική θεολογία του ’60, η οποία γονιμοποίησε σύνολη τη μεταπολεμική και μεταπολιτευτική θεολογική προβληματική, με ειδική αναφορά στον Χρήστο Γιανναρά.[265] Η σχέση του Μαργαρίτη με την εν λόγω παράδοση δεν αφορά τόσο σε τεκμαρτές επιδράσεις, όσο σε έννοιες, τάσεις, φιλοσοφικές αντιλήψεις και θεματικά κέντρα συγγενικά με τη μετά το ’60 θεολογική διανόηση, η οποία εν πολλοίς καθόρισε το πεδίο εντός του οποίου κινείται έκτοτε, συνειδητά ή ασύνειδα, η σύγχρονη θεολογική σκέψη στον ελλαδικό χώρο.

Παρότι ο ίδιος ο Μαργαρίτης διαχωρίζει το σχέδιό του από νεότερους στοχαστές της Ορθοδοξίας που πλέουν στα νάματα της θεολογικής παράδοσης του ’60 (τον ίδιο τον Γιανναρά, τον Στέλιο Ράμφο, τον νεότερό τους Σωτήρη Γουνελά κ.ά.),[266] καθώς και την ειδικότερη έκφανση αυτής της ανανέωσης που απεκλήθη ανεπίσημα «νεοορθοδοξία»,[267] –ρεύμα το οποίο, καίτοι προερχόμενο από την Αριστερά, συνδέθηκε κατά κύριο λόγο με τον προσδιορισμό της ελληνικότητας[268] και την πνευματική παρακμή του Νεοέλληνα στη νεωτερική συνθήκη–, το θέμα της ελληνορθόδοξης ταυτότητας και μέρος των ζητημάτων που ήγειρε η ομάδα αυτή στοχαστών είναι ανιχνεύσιμα σε όλα τα μέχρι στιγμής εκδοθέντα βιβλία της Νέας Κρόνακας. Επιπλέον, και ενώ ο ίδιος ο συγγραφέας δηλώνει ως ουσιαστικότερη ή και αποκλειστική τη σχέση του με τον αγιορείτικο ησυχασμό,[269] η οποία οπωσδήποτε καλεί σε εξειδικευμένες θεολογικές προσεγγίσεις, η ένταξη στην ανάλυσή μας της προβληματικής που αρθρώθηκε εντός του ανωτέρω θεολογικού κριτικού πλαισίου, η οποία αναπτύσσεται στην ένταση ή και τη δυναμική ανάμεσα στην ελληνικότητα και την Ορθοδοξία, την Ανατολή και τη Δύση ή ακόμα την Ορθοδοξία και το Ισλάμ, παρουσιάζει στην περίπτωση της Νέας Κρόνακας ιδιαίτερο ενδιαφέρον και δύναται να παρέχει, όπως επιθυμώ να καταδείξω, δομικούς άξονες κατανόησής του.

4.1 Η νεοορθοδοξία ως ιδεολόγημα

Ο όρος «νεοορθοδοξία», ο οποίος υιοθετείται στο παρόν κείμενο σχηματικά, εδραιώθηκε ερήμην των φορέων του, οι οποίοι ποτέ δεν συγκροτήθηκαν ως ομάδα,[270] με αναφορά σε ορισμένους στοχαστές της Αριστεράς (κυρίως τους Χρήστο Γιανναρά, Στέλιο Ράμφο, Κωστή Μοσκώφ, Κώστα Ζουράρι και Διονύση Σαββόπουλο), κομματικής ή ανένταχτης, παρά τις ποικίλες μεταξύ τους αποκλίσεις, προκειμένου να προσδιορίσει ό,τι κρυσταλλώθηκε στον δημόσιο λόγο ως θεολογική και φιλοσοφική στάση κατά τη δεκαετία του ’80, με σταθερή αναφορά στον ελληνορθόδοξο πολιτισμό, την αντιπαραβολή αυτού προς τη Δύση, αλλά και τον διάλογό του με τον μαρξισμό. (περισσότερα…)

Ἡ σφαγὴ στὸ Ἐλαφονήσι (1824) καὶ ἡ μάχη στὸ Φραγκοκάστελλο (1828) στὸ ἔργο τοῦ Γιώργη Μανουσάκη

*

Μικρό αφιέρωμα στον Γιώργη Μανουσάκη [2/4]

*

τῆς ΑΓΓΕΛΙΚΗΣ ΚΑΡΑΘΑΝΑΣΗ

~.~

Τὸν Ἰούλιο τοῦ 1961 ὁ νεαρὸς Γιώργης Μανουσάκης ἀνέφερε σὲ μιὰ ἀπὸ τὶς πρῶτες ἐπιφυλλίδες του τὴν ἑξῆς παρατήρηση μιᾶς ἑλληνίστριας:

Ἡ νεοελληνικὴ λογοτεχνία εἶναι ζοφερή, ἀπαισιόδοξη. Σπάνια ν’ ἀνακαλύψεις σ’ αὐτὴν μιὰ ἀχτίνα ἀπὸ φῶς. Μιὰ κι ἡ τέχνη ἑνὸς λαοῦ εἶν’ ὁ καθρέφτης τῆς ψυχῆς του, πρέπει, λοιπόν, νὰ ὑποθέσομε πὼς οἱ Ἕλληνες εἶναι στὸ βάθος ἕνας λαὸς μελαγχολικός;

Εἶναι, ἀπαντοῦσε ὁ Μανουσάκης, γιατὶ:

Ὁ ἄνθρωπος τούτης τῆς γωνιᾶς τῆς γῆς εἶναι γεμάτος ἱστορικὲς μνῆμες. Μνῆμες δόξας καὶ θριάμβων καὶ πικρὲς μνῆμες καταστροφῶν, δυστυχίας καὶ ξεπεσμοῦ. […]

Ἔτσι μὲ μιὰ σκληρὴ ἀτομικὴ μοίρα καὶ μὲ μιὰ σκληρότερη ἐθνικὴ ἀποχτήσαμε σιγά₋σιγὰ τὸ κατακάθι τῆς θλίψης χρωματίζει ὅλες τὶς ἐκδηλώσεις τῆς ζωῆς μας.[1]

Ἐκεῖνο τὸ πατριωτικὸ «κατακάθι τῆς θλίψης» ὑπάρχει ἀπὸ τότε διαρκῶς στὸ ἔργο του, λογοτεχνικὸ καὶ δοκιμιακό, ἄλλοτε φανερὰ κι ἄλλοτε ὑπόγεια. Θὰ σᾶς παρουσιάσω σήμερα πῶς αὐτὸ ἔχει ἀποτυπωθεῖ λογοτεχνικὰ γιὰ δύο ἱστορικὰ γεγονότα τῆς Κρήτης, τὴσφαγὴ στὸ Ἐλαφονήσι (1824) καὶ τὴμάχη στὸ Φραγκοκάστελλο (1828). (περισσότερα…)

«Αέρας, γη, νερό, φωτιά! Στοιχεία…»

*

130 χρόνια από την πρώτη δημοσίευση των «Πατρίδων» του Κωστή Παλαμά τα Χριστούγεννα του 1895

του ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

~.~

Θα ξεκινήσω δογματίζοντας. Οι «Πατρίδες» του Κωστή Παλαμά είναι η κορωνίδα της ελληνικής σονετογραφίας. Ως τομείς ενός άρτιου κύκλου –του αρτιότερου κύκλου του είδους που διαθέτουμε στη γλώσσα μας– τα δώδεκα αυτά ποιήματα απαρτίζουν μια σύνθεση ευρύτερη, μια σφιχτοδεμένη ενότητα που η αξία της ως όλον ξεπερνά κατά πολύ το άθροισμα των μεμονωμένων της μερών.

Έργο του 1895, όταν ο Παλαμάς είναι 36 ετών, οι «Πατρίδες» πρωτοείδαν το φως της δημοσιότητας τα Χριστούγεννα της ίδιας εκείνης χρονιάς στην Εφημερίδα, «το αρχαιότερον των εν Ελλάδι ημερησίων φύλλων», που ίδρυσε ο Δημήτριος Κορομηλάς. Αρκετά χρόνια αργότερα, το 1904, θα βρουν τη θέση τους στη σημαδιακότερη συλλογή του δημιουργού της, την Ασάλευτη ζωή. Σε ό,τι αφορά τη μορφή τους, τα σονέτα των Πατρίδων συμμορφώνονται προς το κλασσικό πετραρχικό υπόδειγμα, οι ρίμες στις οκτάβες τους είναι τετραπλές, ΑΒΑΒΑΒΑΒ ή σπανιότερα ΑΒΒΑΑΒΒΑ, ενώ τα τρίστιχα ομοιοκαταληκτούν ποικιλοτρόπως. Αντί του ιταλικού ενδεκασύλλαβου ωστόσο, κι αυτή είναι η κύρια απόκλισή του από το πετραρχικό σχήμα, ο Παλαμάς επιλέγει τον δεκατρισύλλαβο, στίχο που είχε καθιερώσει λίγα μόλις χρόνια πριν ο Ιάκωβος Πολυλάς με τη μετάφραση του σαιξπηρικού Αμλέτου (1889).

Ως προς το περιεχόμενό τους, τα σονέτα των «Πατρίδων» είναι διαρθρωμένα ως κλίμακα: καθένα τους αντιστοιχεί και σ’ ένα σκαλοπάτι μιας αργής μυητικής ύψωσης – του Ποιητή προς τον Κόσμο. Έτσι, τον παρακολουθούμε να ανέρχεται σταδιακά από τους τόπους της προσωπικής του βιογραφίας προς αυτούς της μείζονος ιστορίας που στην πορεία του επέχουν θέση σταθμού και συμβόλου. Στα τελευταία σονέτα του κύκλου η μυητική ανάβαση εκτείνεται ακόμη περισσότερο ώστε να περιλάβει και τους τόπους που ο ποιητής προσπελάζει όχι πλέον βιογραφικά ή ιστορικά, αλλά με όχημά του τη σκέψη, τον μύθο και την φαντασία – για να καταλήξει στα δύο νοερά άκρα της συμπαντικής κλίμακας: τον αστρικό και γαλαξιακό Μεγάκοσμο, από τη μια, και τον Μικρόκοσμο των Πρωταρχικών Στοιχείων, από την άλλη.

Ο τίτλος του κύκλου πρέπει να νοηθεί συνεπώς στην ευρύτερή του έννοια, ως ανοιχτή αενάως διερώτηση. Ποια είναι η Πατρίδα του ανθρώπου, αυτό ρωτά ο Παλαμάς: ο τόπος που γεννήθηκε, ο τόπος που έζησε ή έτυχε να ταξιδέψει, ο τόπος που ονειρεύτηκε απλώς αλλά ουδέποτε αξιώθηκε να δει, οι μεγάλοι τόποι της ιστορίας που τον καθόρισαν ή αυτοί που έπλασε με την πρώτη ύλη της σκέψης και της ποίησης; Και η απάντηση που δίνει, είναι ανάλογη: όπως το εγώ του ανθρώπου δεν είναι ποτέ ένα, έτσι και οι πατρίδες του είναι πολλαπλές, είναι συγχρόνως πλάσματα της πείρας και της επιθυμίας, τόποι απτοί και άπιαστοι. Η ανθρώπινη ψυχή είναι καταδικασμένη να παλινδρομεί ανάμεσά τους ατελεύτητα, να παλινωδεί διαρκώς από την εστία στην περιπλάνηση, και από την εξορία στον νόστο. (περισσότερα…)

Yπερείδος και Υπεράνθρωπος: Από τη λογοτεχνία στο Μυθιστόρημα

*

Άγιος ή προδότης;
Το «αδύνατον» Μυθιστόρημα του Νίκου Σαμψών

γράφει η ΔΗΜΗΤΡΑ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ

[4/12]

~.~

Ο ειδολογικός προσδιορισμός του μυθιστορήματος από τον Κυριάκο Μαργαρίτη, με τα ερείσματά του, ως πρότερα έχουν περιγραφεί, στη θεωρία του Μιχαήλ Μπαχτίν, διαθέτει ίδιον ενδιαφέρον και χαρακτηριστικά που υπερβαίνουν κατά πολύ το μεταμοντέρνο αισθητικό πρότυπο. Όπως παρατηρεί ο Κώστας Χατζηαντωνίου με αναφορά στο Εννέα, «ο συγγραφέας, διαλύοντας κάθε εκφορά που ορίζεται ως “ιστορικό μυθιστόρημα”, δεν παρασύρεται σε μια μεταγλώσσα ή μια μεταμοντέρνα συρραφή».[228] Η δε ενότητα μορφής και περιεχομένου προσδιορίζει υλικοπνευματικά το μυθιστορηματικό του εγχείρημα, το οποίο «επεκτείνεται ώς την ιδέα της θεανθρώπινης ένωσης».[229] Το δε σχέδιο νέας Νέας Κρόνακας, στο σύνολό του και αυτοτελώς σε έκαστο τόμο, ως έχω αναφέρει και αλλού, «συναιρ[εί] στο ιδεώδες της Ενότητας-Ένωσης ειδολογικά ποίηση και πεζογραφία, μεθοδολογικά μύθο και ιστορία, εκκλησιαστικά τον Θεό και τον Άνθρωπο, έμφυλα τον άντρα και τη γυναίκα».[230] Το θεωρητικό παράδοξο σε αυτή την αισθητικο-θεολογική, μεταμυθοπλαστική προσέγγιση του είδους είναι πως, ενώ καταργεί τις αφηγηματικές συμβάσεις, καθιστώντας ορατά τα νήματα παραγωγής του κειμένου, «η ενότητα, η πληρότητα και η συνοχή διατηρούνται, εκπορεύονται και απολήγουν στην υπέρτατη μετα-αφήγηση, ήτοι στο πρόσωπο του Λόγου ως πηγής κάθε νοήματος. Εάν η ενδεχομενικότητα και η διαρκής αυτοαναφορικότητα υπονομεύουν τον Εαυτό ή την ανθρώπινη εμπειρία ως ρυθμιστή, είναι γιατί αποδίδουν το νόημα στον Λόγο ως απόλυτη νοηματοδοτική αρχή».[231]

Πέρα από την εντυπωσιακή μίξη λογοτεχνικών ειδών και αισθητικών προτύπων, πολυπολιτισμικών και πολυγλωσσικών επιρροών και διακειμένων, το μυθιστορηματικό σχήμα του Μαργαρίτη συναιρεί, με τη λυρικότροπη πεζογραφική και δοκιμιακή του έκφραση, όχι μόνο τα λογοτεχνικά είδη και γένη μεταξύ τους, αλλά και τη λογοτεχνία με άλλες μορφές τέχνης, όπως τα εικαστικά, η μουσική, ο κινηματογράφος, (περισσότερα…)

«Νέα Κρόνακα»: Η γενεαλογία

*

Άγιος ή προδότης;
Το «αδύνατον» Μυθιστόρημα του Νίκου Σαμψών

γράφει η ΔΗΜΗΤΡΑ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ

[3/12]

~.~

Η Νέα Κρόνακα, σειριακό έργο τριάντα τριών τόμων με δεύτερό της μυθιστόρημα το έργο Σαμψών, προκύπτει ως ένα σύνθετο σχέδιο, το οποίο ανάγεται σε ποικίλες –κατά κύριο λόγο συνειδητές– επιρροές και αναγνωστικές επιδράσεις.[114] Στο παρόν κεφάλαιο γίνεται λόγος ειδικότερα για τα κείμενα ποικίλης γραμματειακής προέλευσης τα οποία πληροφορούν τη Νέα Κρόνακα αποκλειστικά ως προς το σχηματικό και αξονικό επίπεδο της σύλληψης. Συναφώς, εξ αυτών απορρέουν συγκεκριμένες και προσδιορίσιμες διακειμενικές σχέσεις σε διάφορα βιβλία του Κυριάκου Μαργαρίτη, εμπλουτισμένες από ένα κατά πολύ ευρύτερο δίκτυο-βιβλιοθήκη, οι οποίες χρήζουν κατά τόμο, θέμα και περίπτωση εξειδικευμένης συγκριτολογικής προσέγγισης. Ορισμένες από αυτές τις σχέσεις θα τύχουν περαιτέρω ανάλυσης, όπου προσφέρουν στην προσέγγισή μας του Σαμψών, σε ειδικότερες ενότητες της μελέτης.

2.1 Από το Χρονικό στην Κρόνακα: Λεόντιος Μαχαιράς

Η απαρχή της Νέας Κρόνακας σε ειδολογικό και πνευματικό επίπεδο χρειάζεται πρωτίστως να αναζητηθεί στο μεσαιωνικό χρονικό του Κύπριου χρονικογράφου Λεοντίου Μαχαιρά Εξήγησις της γλυκείας χώρας Κύπρου, η ποία λέγεται Κρόνακα, τουτέστιν Xρονικόν,[115] από το οποίο αντλεί τον τίτλο της.[116] Η πρόσβαση του Μαργαρίτη σε αυτό τελεί αδιαμφισβήτητα παλίμψηστη, καθότι τα πρωτεία της διάσωσής του από τη λήθη αποδίδονται στον Γιώργο Σεφέρη και την κυπριακή του συλλογή Κύπρον, ου μ’ εθέσπισεν (1955) (Ημερολόγιο Καταστρώματος, γ΄).[117] Το Χρονικό κατέστη έκτοτε, χάρη στη σεφερική κατάθεση, αιμοδοτικό της σύγχρονης λογοτεχνικής παραγωγής στο νησί. Παρότι στον ελλαδικό χώρο το Χρονικό δεν είχε καμιά ουσιαστική επίδραση,[118] γεγονός που, σε κάθε περίπτωση, δεν είναι άσχετο με την πνευματική απομάκρυνση των Ελλαδιτών λογοτεχνών από την κυπριακή πραγματικότητα από το 1974 και εντεύθεν, έτυχε αξιοπρόσεκτης διεθνούς πρόσληψης από σημαντικούς Ευρωπαίους λογοτέχνες, όπως ο Ιταλός Γκαμπριέλε ντ’ Αννούντσιο,[119] ο Πολωνός Μέλχιορ Βανκόβιτς[120] και ο Βούλγαρος Αλεξάνταρ Κοστόφ.[121]

Το γεγονός ότι το Χρονικό είναι το πρώτο εκτενές πεζογράφημα σε διάλεκτο της υστερομεσαιωνικής ελληνικής[122] επιτρέπει στον Μαργαρίτη να διασυνδέσει την ιστορικότητα με την εντοπιότητα και, δι’ αυτής, την καθαυτό ελληνικότητα του κυπριακού χώρου.  Όχι χωρίς πικρία για την αφασία του ελλαδικού δημόσιου λόγου στα περί Κύπρου, αλλά και για την απαξίωση του ίδιου ως συγγραφέα, ο Μαργαρίτης επαναφέρει τον Μαχαιρά, για να ανακινήσει το ιστορικό ενδιαφέρον γύρω από τη γενέτειρά του, αλλά και για να εμβαθύνει ο ίδιος σε στοιχεία της εντοπιότητας τα οποία έχουν καθορίσει τη συγγραφική και πνευματική του ταυτότητα: (περισσότερα…)

Γιάννης Πατίλης: Τὸ εἴδωλο τοῦ θραύσματος

*

τοῦ ΣΥΜΕΩΝ ΓΡ. ΣΤΑΜΠΟΥΛΟΥ

~.~

Ἡ ποίηση εἶναι λύσις συνεχείας τοῦ πνεύματος
(περίπου ἔτσι ὁ Νίκος Καροῦζος)

Μαντόρλα – ἀμύγδαλο – Mandel – Mandelstamm

Στὸ ἀμύγδαλο –τί στέκεται στὸ ἀμύγδαλο;
Τὸ Τίποτα.
Τὸ Τίποτα στέκεται στὸ ἀμύγδαλο.
Στέκεται καὶ στέκεται

Ἀπόσπασμα ποιήματος τοῦ Πάουλ Τσέλαν ἀπὸ τὴ συλλογὴ Die Niemandsrose (Τοῦ Κανενὸς τὸ ρόδο, 1963), γραμμένου στὶς 23.5.61.

Πενήντα τρία ποιήματα, αὐστηρὰ χρονολογημένα: 3 Μαρτίου 1959-Μάρτιος 1963. Κλειδί τους τὸ ἀμύγδαλο (Mandel, Mandorla), ἡ ἀμυγδαλιά. Αὐτὸ βρίσκεται καὶ στὸ ὄνομα τοῦ πιὸ ἀκριβοῦ φίλου τοῦ Τσέλαν, τοῦ σπουδαίου ποιητῆ Ὀσὶπ Μαντελστάμ: κορμὸς τοῦ ἀμύγδαλου, ἀμυγδαλιά. Ἀλλὰ δὲν θὰ φτάσουμε ὣς ἐκεῖ, τὸ κεφάλαιο εἶναι τεράστιο. Τὸ μοτίβο ὑπάρχει καὶ στὴ συλλογὴ τοῦ 1952 Mohn und Gedächtnis (Ἀφιόνι καὶ μνήμη), στὸ ποίημα «Μέτρα τ᾽ ἀμύγδαλα»:

Μέτρα τ ἀμύγδαλα,
μέτρα αὐτὸ ποὺ ἦταν πικρὸ καὶ σὲ κράτησε ξύπνιο,
μέτρα κι ἐμένα σ᾽ αὐτά […] 

Βρισκόμαστε στὰ πρῶτα μεταπολεμικὰ χρόνια. Στὴν ἀρχὴ τοῦ τραύματος ποὺ δὲν θὰ κλείσει ποτέ. Γιὰ τὸν Τσέλαν τὰ «ἀδειανὰ μάτια», τὸ κενὸ ποὺ χάσκει ἀπέναντι στὸ Τίποτα, ἔχουν τὸ σχῆμα τοῦ ἀμύγδαλου∙ τὰ πετρωμένα, ἀμυγδαλωτὰ μάτια, μὲ τὸ ἀμυγδαλωτό τους δάκρυ, σὰν τὸν σκληρὸ φλοιὸ τοῦ ἀμύγδαλου, τοῦ ἀδειανοῦ, χωρὶς καρπό, ἀμύγδαλου. Τώρα γνωρίζουμε ὅτι λίγα χρόνια μετὰ (1970) ὁ ποιητής ἔδωσε τέλος στὴ ζωή του ἔχοντας ἀντικρύσει στὸ κάτοπτρο τοῦ ἀμύγδαλου καὶ τὸ δικό του κενό. Ὅμως αὐτὸ τὸ κενὸ ἔκρυβε περισσότερα ἀπὸ ὀκτακόσια ποιήματα-λαμπηδόνες ἀνθηρῆς ἀμυγδαλιᾶς. (περισσότερα…)

Τα λογοτεχνικά αρχεία: Η περίπτωση του αρχείου του Νίκου Εγγονόπουλου

Ο Νίκος Εγγονόπουλος στο εργαστήριό του

*

ΤΗΣ ΕΥΣΤΑΘΙΑΣ ΠΟΛΙΤΗ

~.~

Τα λογοτεχνικά αρχεία αποτελούν αναπόσπαστο και σημαντικό μέρος της διεθνούς αρχειακής κληρονομιάς δεδομένου ότι τα λογοτεχνικά και εικαστικά έργα ως αριστουργήματα της ανθρώπινης δημιουργικής διάνοιας, αποτελούν «Μνημεία Παγκόσμιας Κληρονομιάς». Το Τμήμα Αρχείων Λογοτεχνίας και Τέχνης του Διεθνούς Συμβουλίου Αρχείων από το 2009 έχει θέσει ως αποστολή του την διάδοση της πολιτιστικής αξίας και μαγείας – όπως είναι ακριβώς διατυπωμένο – των λογοτεχνικών και καλλιτεχνικών αρχείων μέσα από την δημιουργία ενός παγκόσμιου δικτύου αρχειονόμων, επιμελητών και χρηστών, παρέχοντας πληροφορίες σχετικά με τις τοποθεσίες και την ποικιλομορφία των λογοτεχνικών και καλλιτεχνικών συλλογών σε όλο τον κόσμο και  δίνοντας κατευθύνσεις για τις βέλτιστες πρακτικές σχετικά με την καταλογογράφηση, την αποθήκευση, την δημοσιοποίηση και προώθηση αυτών των πολιτιστικών αρχειακών θησαυρών.[1]

Σύμφωνα με το ελληνικό νομοθετικό πλαίσιο τα λογοτεχνικά αρχεία αποτελούν μια ιδιαίτερη κατηγορία ιδιωτικών αρχείων. Πρόκειται για αρχεία λογοτεχνών ή γενικότερα ανθρώπων των γραμμάτων (λογίων και διανοουμένων που διακρίθηκαν στις τέχνες και τα γράμματα), ακόμα και προσώπων ή φορέων που σχετίζονται με την ιστορία της λογοτεχνίας χωρίς να συμμετέχουν άμεσα στη λογοτεχνική παραγωγή, όπως είναι για παράδειγμα τα αρχεία εκδοτών, φιλολόγων, κριτικών, δημοσιογράφων, λογοτεχνικών περιοδικών, λογοτεχνικών σωματείων και ενώσεων μέσα από τα οποία μπορεί να χαρτογραφηθεί η λογοτεχνική παραγωγή της χώρας.

Τα αρχειακά κατάλοιπα εντοπίζονται σε δημόσιους και ιδιωτικούς φορείς μετά από  δωρεά των ίδιων των λογοτεχνικών παραγωγών ή των κληρονόμων τους ή από άλλους που έχουν περιέλθει στην κατοχή τους. Γενικότερα μπορεί κανείς να αναζητήσει αναλυτικούς καταλόγους λογοτεχνικών αρχείων ηλεκτρονικά στο Εθνικό Ευρετήριο Αρχείων, πρόκειται για μια υπηρεσία των Γενικών Αρχείων του Κράτους (όπου καταγράφεται το σύνολο του αρχειακού πλούτου της χώρας).[2]  Όπως επίσης και στον ειδικό κατάλογο λογοτεχνικών αρχείων του 19ου και 20ού αιώνα που έχουν δημιουργήσει από κοινού η Ελληνική Αρχειακή Εταιρεία  και το Ελληνικό Λογοτεχνικό και Ιστορικό Αρχείο.[3]

Το αρχείο του Νίκου Εγγονόπουλου περιήλθε στην κατοχή του Παντείου Πανεπιστημίου και της Ανώτατης Σχολής Καλών Τεχνών τον Ιανουάριο του 2022, μετά την ευγενική χορηγία της κόρης του ποιητή, Εριέττης Εγγονοπούλου. Η διαχείρισή του γίνεται με την ευθύνη και την επιμέλεια της Ελισάβετ Αρσενίου (Καθηγήτριας Νεοελληνικής Φιλολογίας του Τμήματος Επικοινωνίας Μέσων και Πολιτισμού του Παντείου Πανεπιστημίου Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών), του Κώστα Χριστόπουλου (Αναπληρωτή Καθηγητή του Τμήματος Εικαστικών Τεχνών της Ανωτάτης Σχολής Καλών Τεχνών Αθηνών) και του Γιάννη Στογιαννίδη (Αναπληρωτή Καθηγητή του Τμήματος Αρχειονομίας Βιβλιοθηκονομίας, Συστημάτων Πληροφόρησης του Πανεπιστημίου Δυτικής Αττικής) στο πλαίσιο του ερευνητικού προγράμματος ArchArt με τίτλο «Αρχείο Νίκου Εγγονόπουλου: ψηφιοποίηση, τεκμηρίωση και δημοσιοποίηση του» που χρηματοδοτήθηκε από το Ελληνικό Ίδρυμα Έρευνας και Καινοτομίας (ΕΛ.ΙΔ.Ε.Κ.). Μέχρι πρότινος το μοναδικό πλήρως ψηφιοποιημένο αρχείο στην Ελλάδα ήταν του Κ. Π. Καβάφη υπό την αιγίδα του Ιδρύματος Ωνάση[4] παράλληλο με αντίστοιχα ψηφιακά αρχεία του εξωτερικού όπως του William Blake[5], της Emily Dickinson[6], του Dante Gabriel Rossetti[7], του Walt Whitman[8] και άλλων πολλών σπουδαίων δημιουργών. Η πρόσφατη επεξεργασία του Αρχείου Εγγονόπουλου δημιουργεί αφενός ένα πρότυπο ως προς τη μεθοδολογία ψηφιοποίησης και τεκμηρίωσης αρχείων προερχόμενων από λογοτέχνες που είναι συγχρόνως εικαστικοί καλλιτέχνες, (περισσότερα…)

Οικείο και ανοίκειο στις έμφυλες ζεύξεις του Ευριπίδη

*

της ΚΩΣΤΟΥΛΑΣ ΜΑΚΗ

~.~

«Κάθε άνθρωπος αλλάζει, όταν περάσει στη σιγουριά απ’ τη θέση του κινδύνου.»[1] Η φράση αυτή καταγράφει μια από τις κεντρικές δραματουργικές αρχές του Ευριπίδη: τις συνεχόμενες μεταβολές των ανθρώπων, καθώς αλλάζουν οι όροι της ζωής τους. Στις τραγωδίες του, η αρχή αυτή γίνεται ιδιαίτερα πολύσημη στις γυναικείες μορφές στις οποίες συμπεριλαμβάνονται ο χορός των Τρωαδιτισσών γυναικών και των Βακχών. Στον Ευριπίδη οι έμφυλες κανονικότητες αντιστρέφονται, ό,τι θεωρείται οικείο στις ηγεμονικές κατασκευές της θηλυκότητας μεταλλάσσεται με αποτέλεσμα το οικείο να γίνεται ανοίκειο και τα όρια ανάμεσά τους να χαρακτηρίζονται από ρευστότητα. Η ρευστότητα αυτή του ανοίκειου στις έμφυλες ζεύξεις που παρατηρούνται στις τραγωδίες του Ευριπίδη καταγράφονται με πολυφωνικούς όρους που αποφεύγουν τον διδακτισμό. Το έμφυλο κατασκευάζεται μέσα σε συγκεκριμένες ιστορικότητες που μαρτυρούν την πρωτοτυπία και τους νεωτερισμούς του. Σε μια επικαιροποιημένη ανάγνωση των κειμένων με όρους παροντικούς η θεωρία του κοινωνικού κονστρουξιονισμού για το φύλο πραγματώνεται. Το φύλο δεν είναι μια συνεχής ουσιοκρατική παγίωση αλλά επιτελεστική πράξη. Οι λόγοι λοιπόν για τα φύλα κατασκευάζονται κοινωνικά και αλλάζουν διαρκώς ως προς το περιεχόμενό τους με βάση τους εκάστοτε κοινούς τόπους και το ιστορικό, κοινωνικό, οικονομικό, πολιτικό και πολιτισμικό πλαίσιο της εποχής. Οι αλλαγές δεν είναι απλώς ατομικές και προσωπικές. Αντίθετα, είναι έμφυλες, κοινωνικές και πολιτικές. Το οικείο – η μητρότητα, ο γάμος, οι σχέσεις των γυναικών μεταξύ τους και με τους άλλους μετατρέπονται σε ανοίκειες καταστάσεις κάθε φορά που εγγράφονται σε νέες ιστορικές και πολιτικές συνθήκες.

Όπως αναφέρει η Μεσσάρη[2], οι γυναίκες στις τραγωδίες του Ευριπίδη βγαίνουν από τον περιορισμένο χώρο του οίκου. Παύουν να είναι σιωπηλές και υπάκουες, και «σιγᾶν δ’ ὅπου δεῖ» γίνονται «θυελλώδεις», εκδικητικές και διεκδικητικές. Είναι επιπλέον αυτές που δίνουν φωνή και αποδίδουν δικαιοσύνη σχετικά με την αντιπολεμική συλλογιστική του Ευριπίδη που δεν διστάζει να ασκήσει κριτική στους νικητές του Τρωικού πολέμου, να δώσει φωνή στους ηττημένους και ηττημένες και να αμφισβητήσει ακόμα και την παντοδυναμία των θεών, μιλώντας για τους παραλογισμούς τους. (περισσότερα…)

Τα μυστικά εργαλεία της ανθρώπινης φωνής

*

Τα όργανα γραφής ως ανάθημα και βίωμα
στα αρχαία ελληνικά επιγράμματα

του ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΤΣΙΑΠΛΕ

~.~

Πλησιέστατα, δεξιά που μπαίνεις, στην βιβλιοθήκη
της Βηρυτού θάψαμε τον σοφό Λυσία,
γραμματικόν. Ο χώρος κάλλιστα προσήκει.
Τον θέσαμε κοντά σ’ αυτά του που θυμάται
ίσως κ’ εκεί — σχόλια, κείμενα, τεχνολογία,
γραφές, εις τεύχη ελληνισμών πολλή ερμηνεία.
Κ’ επίσης έτσι από μας θα βλέπεται και θα τιμάται
ο τάφος του, όταν που περνούμε στα βιβλία.
Κ. Π. ΚΑΒΑΦΗΣ, «Λυσίου Γραμματικού τάφος» (1914)

Πριν από την ανακάλυψη της τυπογραφίας η διαδικασία της γραφής ήταν μια αργή και επίπονη χειρωνακτική διαδικασία. Οι άνθρωποι χρησιμοποιούσαν αποκλειστικά υλικά που τους χορηγούσε με αφθονία η φύση: καλάμια, πέτρες, μεταλλικά ή ξύλινα εργαλεία. Το μελάνι παραγόταν από φυτικές ή ζωικές ουσίες, ενώ το υλικό γραφής μπορούσε να είναι οτιδήποτε: από φύλλα και φλοιούς δέντρων, πηλό, λινάρι και κηρωμένες πινακίδες μέχρι πάπυρο, περγαμηνή και χαρτί. Η τυπογραφία, ωστόσο, όπως αναπτύχθηκε τον 15ο αιώνα από τον Ιωάννη Γουτεμβέργιο, άλλαξε ριζικά τόσο τη λειτουργία της γραφής όσο και τα μέσα με τα οποία αυτή πραγματοποιείται: από το χειρόγραφο περάσαμε στο έντυπο βιβλίο, η γραφή έπαψε να είναι προνόμιο των λίγων. Αυτή η ριζική μεταβολή δεν ήταν δυνατόν να αφήσει ανεπηρέαστα και τα όργανα γραφής.

Η γραφή δεν συνιστούσε απλώς έναν πρακτικό μηχανισμό καταγραφής, αλλά μια πολύπλοκη τελετουργία λόγου και ύλης, στην οποία η σχέση του γραφέα με τα όργανα γραφής διαμορφωνόταν μέσα από ένα δυναμικό πλέγμα εξάρτησης και ελέγχου. Η αποτύπωση του λόγου στο υλικό υπόστρωμα δεν αποτελούσε ουδέτερη ή απλώς μια διεκπεραιωτική διαδικασία· αντιθέτως, ήταν έκφραση σωματικής επιτέλεσης και τεχνικής δεξιότητας, όπου ο γραφέας λειτουργούσε ως μεσολαβητής ανάμεσα στο άυλο νόημα και την ένυλη ενσάρκωσή του.

Τα εργαλεία γραφής —ο κάλαμος, το μελάνι και ο πάπυρος— δεν προσφέρονταν ως άψυχα και ομοιογενή μέσα, αλλά ως ενεργά υλικά, με περιορισμούς και δυνατότητες που απαιτούσαν συνεχή διαχείριση. Ο κάλαμος για παράδειγμα, όργανο από φυσικό καλάμι, έπρεπε να τροποποιηθεί κατάλληλα: να κοπεί, να ξυστεί, να ακονιστεί, ώστε να εξασφαλίσει την επιθυμητή ροή του μελανιού και την καθαρότητα των γραμμάτων. Ο γραφέας, με άλλα λόγια, δεν ήταν απλός χειριστής του εργαλείου του·ήταν κατασκευαστής του, υπεύθυνος για τη βελτιστοποίηση της υλικής του συμπεριφοράς. Η ελάχιστη παρέκκλιση στη γωνία κοπής ή στην υφή της άκρης μπορούσε να διαταράξει ολόκληρη την πράξη της γραφής.

Παρομοίως, το μελάνι απαιτούσε γνώσεις παρασκευής, διατήρησης και χρήσης. Δεν υπήρχε σταθερή, εμπορική σύνθεση· η ποιότητά του εξαρτιόταν από τοπικές παραδόσεις, υλικά και εμπειρική γνώση. Η χειροποίητη του φύση καθιστούσε τον γραφέα όχι μόνο καταναλωτή, αλλά και συμμέτοχο στην ίδια την παραγωγή του μέσου. Όμοια, ο πάπυρος, ως οργανικό υλικό με ποικίλη υφή, πάχος και απορροφητικότητα, απαιτούσε ιδιαίτερη εξοικείωση· δεν ήταν απλό υπόβαθρο, αλλά ενεργός συνομιλητής στη διαδικασία της εγγραφής.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η σχέση του γραφέα με τα εργαλεία του χαρακτηριζόταν από μια διαλεκτική αλληλεξάρτηση: εξαρτιόταν απολύτως από τις ιδιότητες των υλικών του, αλλά ταυτόχρονα επεδίωκε και συχνά κατόρθωνε να επιβάλει πάνω τους το προσωπικό του ύφος, την τεχνική του ιδιοσυγκρασία και την αισθητική του πρόθεση. Η γραφή μετατρεπόταν έτσι σε ενσώματη εμπειρία, όπου η υλικότητα του μέσου διαμόρφωνε –αλλά και διαμορφωνόταν– από την πνευματική εργασία του γραφέα. Εν τέλει, ο γραφέας δεν μπορεί να ιδωθεί αποκομμένος από τα εργαλεία του. Η πνευματική του λειτουργία τελούσε υπό συνεχή υλική διαπραγμάτευση, γεγονός που αναδεικνύει την προτυποποίηση του γραπτού λόγου όχι ως στατικής μορφής, αλλά ως ζωντανού και δυναμικού συμβάντος, όπου ο τεχνίτης και τα τεχνήματα συνδιαμορφώνουν την έκφραση του νοήματος.

Η σύνδεση ανάμεσα στον γραφέα και τα όργανα εργασίας του δεν διακοπτόταν μετά την απόσυρση του από την ενεργό δράση: τα εργαλεία της τέχνης τους εξακολουθούσαν να διατηρούν έναν σχεδόν ιερό χαρακτήρα: γίνονταν αντικείμενα μνήμης, φορείς ταυτότητας και σύμβολα ενός βίου αφιερωμένου στη γραφή. Αυτή η σχέση επιβεβαιώνεται από το γεγονός ότι τα όργανα γραφής αποτυπώνονται στον διάκοσμο των επιτύμβιων στηλών ως σημαντικός δείκτης της ταυτότητας, της κοινωνικής θέσης και της εγγραματοσύνης του νεκρού ή αποτελούν μέρος του κτερισματικού συνόλου που συνόδευαν τον θανόντα στην τελευταία του κατοικία.[1] Το έθιμό μάλιστα αυτό δεν αφορούσε αποκλειστικά τους άνδρες: όργανα γραφής (γραφίδες, ξέστρα, μελανοδοχείο) έχουν εντοπιστεί ακόμη και σε γυναικείες πριγκιπικές ταφές.[2] (περισσότερα…)

Η ιστορική συγκυρία στη στιχουργία του Μίκη Θεοδωράκη: Λίγα λόγια και μια μικρή ανθολόγηση

 

*

2025: Έτος Μίκη Θεοδωράκη – Μύθοι και πραγματικότητες #5

γράφει ο Θάνος Γιαννούδης

Σειρά άρθρων που καλύπτουν όλη τη διάρκεια του «Αφιερωματικού έτους Μίκη Θεοδωράκη». Ερευνώνται οι διαφορετικές πτυχές της ζωής και του έργου του, οι ιδεολογικές του μεταστροφές, οι συνάφειές του με το μοντερνισμό, καθώς και με άλλους καλλιτέχνες. Τι μένει εντέλει από το πολύπλευρο έργο του πλέον μείζονος Έλληνα δημιουργού του 20ού αιώνα εκατό χρόνια μετά τη γέννησή του.

***

Μιας και στις 29 Ιουλίου έκλεισαν ακριβώς 100 χρόνια από τη γέννηση του Μίκη Θεοδωράκη, κρίνουμε πως στο πέμπτο τμήμα του ετήσιου αφιερώματός μας οφείλει να τοποθετηθεί ο ίδιος σε πρώτο πλάνο και να λάβει ανοιχτά τον λόγο. Η σύνδεση με την επέτειο και τη συγκυρία που επιχειρούμε δεν είναι τυχαία, μιας και το μουσικό έργο του Θεοδωράκη, σε όλες του, μάλιστα, τις μορφές και όχι μόνο στην δημοφιλέστερη «έντεχνη – λαϊκή» που εξετάζουμε σε βάθος στην παρούσα στήλη, διαπλέκεται σχεδόν στο πλήρες μάκρος του με την ιστορική συγκυρία και την κοινωνική πραγματικότητα, τέμνοντας εγκάρσια έξι και πλέον δεκαετίες του ιστορικού, πολιτικού και πολιτισμικού ελληνικού βίου, σχολιάζοντας ενίοτε επιμέρους τομές και ρήξεις του, ασκώντας σκληρή κριτική στους τομείς που χρήζουν αλλαγών και προσδοκώντας την ανάνηψή του από τη νοσηρή πραγματικότητα που ο συνθέτης κρίνει (και, κατά την κρίση μας, απολύτως βάσιμα) πως ο τελευταίος έχει περιέλθει.

///

Το συνεκτικό όραμα του Μίκη Θεοδωράκη αποκρυσταλλώνεται, ωστόσο, συχνά και μέσω επιμέρους τραγουδιών στα οποία τόσο η μουσική όσο και οι στίχοι ανήκουν στον ίδιο, πετυχαίνοντας, έτσι, την πλήρη ταύτιση των συνθετικών και στιχουργικών στοχεύσεων που δεν είναι πάντα δεδομένη όταν ο συνθέτης και ο στιχουργός αποτελούν δύο διακριτές, διαφορετικές και αυτόνομες οντότητες (για παράδειγμα, ακόμα και στον ίδιο τον Θεοδωράκη ασκήθηκε κριτική για τις αποδόσεις του στον πιο προωθημένο νεωτερικά λόγο του Κ. Τριπολίτη). Παρόλο που η αμιγώς στιχουργική πλευρά του Μίκη προφανώς και υπολείπεται της αντίστοιχης συνθετικής, γεγονός που αποδεικνύεται και από την ψυχρή πραγματικότητα των αριθμών των πωλήσεων και από την επιβίωση ή μη του κάθε έργου στον χρόνο, εντούτοις αξίζει να σταχυολογήσουμε στο συγκεκριμένο άρθρο επιλεκτικά ορισμένες από τις χαρακτηριστικότερες στιγμές της, τοποθετώντας τις στα δεδομένα της εκάστοτε συγκυρίας, αλλά και πέρα από αυτήν και ελπίζοντας να ανοίξουμε τον δρόμο για μια ευρύτερη επιστημονική μελέτη στη συγκεκριμένη και ελαφρώς παραγνωρισμένη πλευρά του έργου του. (περισσότερα…)

Η πολιτική διάσταση της έννοιας της ελευθερίας στην Ελληνική Νομαρχία

*

του ΚΩΣΤΑ ΦΩΤΙΟΥ

Πραγματοποιώντας την πρώτη της κυκλοφορία στην Ιταλία το 1806, η Ελληνική Νομαρχία θεωρείται ένα από τα τρία πιο καταγγελτικά κείμενα της περιόδου πριν από την Ελληνική Επανάσταση. Τα άλλα δύο είναι το έργο Περί θεοκρατίας, του Χριστόδουλου Παμπλέκη, που δημοσιεύτηκε από τους μαθητές του μετά τον θάνατό του το 1793, και ο Λίβελος κατά των αρχιερέων, ενός ανώνυμου συγγραφέα, που δημοσιεύτηκε στη Σμύρνη το 1810. Κοινή συνισταμένη των τριών κειμένων είναι η σφοδρότητα με την οποία καταγγέλλεται η στάση της Εκκλησίας απέναντι στις απελευθερωτικές ιδέες του Διαφωτισμού. Διαδραματίζοντας τον ρόλο του θεματοφύλακα των πνευματικών αξιών των χριστιανικών πληθυσμών καθ’ όλη τη διάρκεια της οθωμανικής κυριαρχίας, η Εκκλησία θα έπρεπε να υπερθεματίζει ως προς τα προτάγματα για την απελευθέρωση του ποιμνίου της. Αντίθετα, σύμφωνα με τους προαναφερθέντες συγγραφείς, η Εκκλησία στεκόταν εχθρικά διακείμενη σε οποιαδήποτε θεωρητική ή έμπρακτη προσπάθεια αμφισβήτησης της κατεστημένης τάξης στην προοπτική της ελευθερίας.[1]

Πώς ορίζεται όμως στην Ελληνική Νομαρχία η έννοια της ελευθερίας; Για τον Ανώνυμο συγγραφέα της, «η ελευθερία είναι η υπακοή εις τους νόμους».[2] Ο Κιτρομηλίδης (2009) επισημαίνει την αντιπαραβολή της έννοιας της νομαρχίας σε εκείνη της μοναρχίας. Με αυτό το έξυπνο παιχνίδι του αναγραμματισμού ανάμεσα στις λέξεις «νομαρχία» και «μοναρχία», ο Ανώνυμος συγγραφέας καθιστά ολοφάνερο τον στόχο της κριτικής του. Η μοναρχία είναι το πολίτευμα στο οποίο επιτίθεται, θέτοντας ως εναλλακτική λύση το πολίτευμα της νομαρχίας [= νόμος + άρχω] και καταδεικνύοντας, αρχής γενομένης ήδη από τον τίτλο του έργου, ότι η ελευθερία είναι η κατάσταση όπου το άτομο και το έθνος δεν τα άρχουν πάρα οι νόμοι –ο πλήρης τίτλος του έργου είναι Ελληνική Νομαρχία ήτοι Λόγος περί Ελευθερίας. Κατά τον Νούτσο (2005), ο ορισμός της έννοιας της ελευθερίας ως υπακοής στους νόμους δεν δείχνει πάρα την άμεση επιρροή του Ανώνυμου συγγραφέα της Ελληνικής Νομαρχίας από τις θέσεις του Μοντεσκιέ και του Ρουσσώ, όπως αυτές αποκρυσταλλώθηκαν στα γαλλικά συντάγματα του 1791 και ιδιαίτερα του 1793. (περισσότερα…)

«Δεν έχει η αγάπη σύνορα»

*

Ο νους μου τα βουνά κρατεί  # 3
Γράφει ο Γιάννης Ματθαιουδάκης

Η λαϊκότητα της κρητικής υπαίθρου συνομιλεί με τον λόγιο, υψηλό στοχασμό για τα μεγάλα ζητήματα της καρδιάς και του κόσμου. Φιλόσοφοι και μαντιναδολόγοι κάθονται μαζί, στο ίδιο λιτό κρητικό τραπέζι. Η στήλη αφορά την περίπτωση της Κρήτης, αλλά στην οικουμενική της διάσταση. «Κάθε πολιτισμός είναι δυνάμει όλοι οι πολιτισμοί» – εκφάνσεις μιας κοινής ανθρώπινης φύσης. Έτσι, το ηπειρώτικο μοιρολόι, η ιταλική βιλανέλα, το περσικό ρουμπάι αποτελούν βαθύρριζες εκδηλώσεις λαϊκής ποίησης. Ωστόσο, στη μεταβατική εποχή μας, οι κοινές αναφορές, ο συλλογικός βίος, η αίσθηση του μέτρου και του ιερού, αμφισβητούνται από τις «διαλυτικές πνοές» ενός μαζικού, άρρυθμου, δήθεν εξορθολογιστικού τρόπου ζωής. Η μαντινάδα δεν μένει ανεπηρέαστη.

///
Δεν έχει η αγάπη σύνορα δε τηνε πιάνει νόμος
όπου περάσει και διαβεί είν’ ανοιχτός ο δρόμος
Γ. ΣΤΑΥΡΑΚΑΚΗΣ ή ΜΙΧΑΛΟΜΠΑΣ

Δεν οριοθετείται ο έρωτας από θεσμούς, ηθικούς κώδικες, κρατική ισχύ, ούτε κι από τον ίδιο τον θεό του Πολέμου, «Έρώτι ουδ’ Άρης ανθίσταται». Κεντρικό ποιητικό θέμα από τον Όμηρο και τον Σοφοκλή, στους μεσαιωνικούς ερωτοψάλτες και τον Σαίξπηρ, μέχρι τον Σταντάλ, τον Μπαλζάκ και τον Φλωμπέρ, κι από εκεί στον Κούντερα και την ταινία In the Mood for Love, και για όσο θα ερωτεύεται ο άνθρωπος. «Το θέμα επανέρχεται τόσο τακτικά όσο και τα εποχικά φρούτα», θα πει ειρωνικά ο Σοπενάουερ. Άλογο και δυσήνιο πάθος για τον Πλάτωνα, ταράζει την ισορροπία της ψυχής και κατά συνέπεια την ευστάθεια και την έλλογη διακυβέρνηση της Πολιτείας. Ο ερωτευμένος γίνεται ποιητής και κανταδόρος, όχι νομοταγής πολίτης.

Σύμφωνα με τη Διοτίμα, ο Έρωτας είναι παιδί του Πόρου και της Πενίας. Η μαντινάδα εδώ έχει ειδικό ενδιαφέρον γιατί στον δεύτερο στίχο αξιοποιεί την καταγωγή του έρωτα από τον Πόρο, που σημαίνει δίοδος, διάβαση, και χρησιμοποιείται με την ίδια έννοια στην κρητική διάλεκτο μέχρι τις μέρες μας, ως το πέρασμα δηλαδή για τα αγροτικά μονοπάτια και τα όρη. Η αγάπη βρίσκει πάντα τον δρόμο.

Η καταγωγή του έρωτα από τη μεριά της Πενίας, δηλαδή της έλλειψης, έχει υμνηθεί σε όλες τις εποχές και με όλους τους τρόπους. Ο έρωτας έρχεται από το πουθενά, φτερωτός, και παρότι παιδικός στην όψη, επιτίθεται, πολιορκεί και τελικά πλήττει τον υποψήφιο ερωτευμένο. Αποκτά έλεγχο του σώματός του, γίνεται δεσπότης του νου και της ζωής του, θολώνει την κρίση του, βάζει στη θέση της ηρεμίας και της λογικής, την παραφροσύνη. «Συ, ω Έρωτα, τύραννε θεών και ανθρώπων». Η πείρα των άλλων δεν μας μαθαίνει τίποτα. Ο ερωτευμένος αναλύεται σε όρκους και παρακάλια, ξενυχτά και δέεται στο παραθύρι του ποθούμενου προσώπου. «Να μ’ εύρει η νύχτα κι η αυγή στ’ς αγάπης μου την πόρτα».

Ο Σοπενάουερ παρατηρεί την ερωτική έξαρση και δραματοποίηση από τη φιλοσοφική του κορφή και μας προσγειώνει απότομα. «Σας περιμένει απογοήτευση και τραγική κατάληξη. Στρατήγημα της φύσης ο έρωτας για να δελεάσει το άτομο στην υπηρεσία της αναπαραγωγής. Ο έρωτας που έχει ικανοποιηθεί οδηγεί στη δυστυχία. Το πάθος στηριζόταν στην αυταπάτη μιας προσωπικής ευδαιμονίας προς όφελος του είδους, από τη στιγμή που το τίμημα έχει καταβληθεί η αυταπάτη οφείλει να εξαφανιστεί. Το δαιμόνιο του είδους που είχε κυριεύσει το άτομο, το εγκαταλείπει και πάλι στην ελευθερία του. Το άτομο ξαναπέφτει στα στενά όρια της φτώχειας του και εκπλήσσεται όταν βλέπει, μετά από τόσες υπέροχες, ηρωικές και άπειρες προσπάθειες, ότι δεν του μένει τίποτα άλλο πλέον από μια τετριμμένη ικανοποίηση των αισθήσεων». Η Αριάδνη θα ξυπνήσει μόνη της στο ακρογιάλι, ο Θησέας την έχει εγκαταλείψει. Με την πολυσημία του σολωμικού στίχου: «του πόνου εστρέψαν οι πηγές από το σωθικό μου, / έστρωσε ο νους κι ανέβηκα πάλι στον εαυτό μου». (περισσότερα…)