ΝΠ | Κινηματογράφος

Ένα ερωτικό θρίλερ στον αμερικανικό Νότο

*

του ΒΑΣΙΛΗ ΠΑΤΣΟΓΙΑΝΝΗ

Η εικόνα του αμερικάνικου Νότου στην επαρχιακή του εκδοχή είναι γνωστή και τυπική στον κινηματογράφο. Προκαταλήψεις, μικρόνοια, μικροπρέπεια, κακοφορμισμένα μυστικά, ασφυκτικές για τα άτομα που θέλουν να ζήσουν μιαν ανεξάρτητη ζωή συνθήκες: όλες αυτές οι εκρηκτικές ύλες μπορούν κάποτε να οδηγήσουν σε ένα ξέσπασμα βίας. Μιας βίας που υφέρπει μέσα στις καθημερινές καταστάσεις και στις συμβάσεις τους. Μιας βίας που έχει επενδυθεί στις κοινωνικές και οικογενειακές σχέσεις με τρόπο που να μη γίνεται ορατή, να μην αναγνωρίζεται ως τέτοια‒ για το καλό της κοινωνικής ισορροπίας βέβαια!

Στην ταινία Ματωμένος δεσμός (Love lies bleeding) της Ρόουζ Γκλας η υπόκωφη αυτή βία αποτελεί το έρμα της ιστορίας. Έστω κι αν, αρχικά και φαινομενικά, η αφήγηση κινείται γύρω από τον άξονα μιας ερωτικής, και μάλιστα λεσβιακής, σχέσης. Τούτη η τελευταία, βέβαια, αποτελεί ένα επικίνδυνο φορτίο από μόνη της. Τόσο όσον αφορά στη σκοπιά της κοινωνικής αποδοχής όσο και σε εκείνη της διαπροσωπικής ερωτικής ισορροπίας. Από την πρώτη σκοπιά, η Λου (Κρίστεν Στιούαρτ), που διευθύνει ένα τοπικό γυμναστήριο, είναι σχεδόν αποδεκτή στην ερωτική της επιλογή, έστω κι αν αυτή η τελευταία, τοποθετημένη σε μια γκρίζα σχεδόν ζώνη, κινδυνεύει πάντα να ξεφύγει από την ασταθή της ισορροπία: υπονοούμενα, σχόλια, ύβρεις,. Από τη δεύτερη σκοπιά, η Λου καταφέρνει να τυλίξει μέσα σε έναν ερωτικό δεσμό την Τζάκυ (Κάτυ Ο’ Μπράιαν), μια φιλόδοξη μπόντι μπίλντερ, που προετοιμάζεται για τους αγώνες του Λας Βέγκας, και που, παρότι άστεγη και χωρίς πόρους, χαμένη μέσα σε έναν πλάνητα βίο, κάνοντας ευκαιριακό σεξ για χρήματα, θα βρει ένα είδος ισορροπίας μέσα στη σχέση της με τη Λου. Ο χώρος του γυμναστηρίου θα τους ενώσει περισσότερο, η ερωτική επιθυμία και το σεξουαλικό γούστο θα κάνει την εφήμερη επαφή ένα γερό ερωτικό κόλλημα. Τα όποια μικροπροβλήματα φαίνεται να ξεπερνιούνται εύκολα: η ερωτική ένταση έχει ένα καταλυτικό σθένος. (περισσότερα…)

Για τις «Υπέροχες μέρες» του Βιμ Βέντερς

*

του ΣΩΤΗΡΗ ΓΟΥΝΕΛΑ

Θα μπορούσε να ειπωθεί ότι ο Βέντερς με την τελευταία τoυ ταινία αντιπαρατίθεται στον δυτικό κινηματογράφο. Ο ήρωάς του έρχεται από την Ανατολή. Είναι γιαπωνέζος της σιωπής, ακολουθεί τον πολιτισμό της Ασίας που είναι πολιτισμός της σιωπής. Η Δύση είναι του Λόγου. Ενός λόγου που αφού ξεκίνησε ως Σαρκωμένος Λόγος (Ανατολής και Δύσης) αποσαρκώθηκε, έμεινε σκέτος Λόγος (Αναγέννηση, Διαφωτισμός), ύστερα μίκρυνε, πέρασε από το φίλτρο φιλοσόφων και επιστημόνων, προχώρησε σε εκατομμύρια λόγων διανοουμένων ή μη, φλυαρούντων ή μη και στις μέρες μας ξέπεσε αγρίως ώστε να αποθεώνει την ταινία του Λάνθιμου και τη γυμνή παρουσία μιας γυναίκας-ζόμπυ και να ζητοκραυγάζει για «αποδομήσεις» που καταργούν τον άνθρωπο και πολλαπλασιάζουν τα δύο φύλα.

Ο Βέντερς βρίσκεται στους αντίποδες. Ο ήρωάς του παλαιομοδίτης με τα όλα του, δουλεύει καθαριστής δημόσιων τουαλετών (παλαιότερα θα λέγαμε αποχωρητηρίων) και ο φακός καταγράφει τη ζωή του. Ζωή που ο σκηνοθέτης την δείχνει με μικρές αφαιρέσεις. Κάθε επόμενη ημέρα αφαιρεί κάτι. Καθημερινά διασχίζει την μεγαλούπολη (Τόκυο) για να πάει στον προορισμό του. Οι τουαλέτες είναι σωστά κομψοτεχνήματα, βάζουν τα γυαλιά στους δυτικούς. Ωστόσο ο άνθρωπος αυτός δεν καθαρίζει απλώς: γυαλίζει. Επιμελείται με απόλυτη προσήλωση την καθαριότητα λεκάνης, νιπτήρα και του περιβάλλοντος χώρου.

Προσοχή. Ο Βέντερς διαλέγει έναν ήρωα-αντιήρωα, αυτόν που φροντίζει να είναι καθαροί οι τόποι όπου καταθέτουν οι πολίτες της μεγαλούπολης τα απόβλητά τους (να το πούμε κομψά). Θα μπορούσε στη θέση του να είναι και ένας εργάτης απορριμματοφόρου. Μας λέει: κοιτάξτε ποιος είναι εδώ και τι κάνει, που εσείς δεν προσέχετε και δεν σας νοιάζει. Μα ούτε σας μοιάζει! Αυτός βάζει τις κασέτες του οδηγώντας, ακούει τραγούδια δυτικά πασίγνωστα άλλης εποχής (ανάμεσα σ’ αυτά ένα που έχει τραγουδήσει ελληνικά ο Σαββόπουλος) κοιμάται σε μικρό επιδαπέδιο στρωματάκι, διαβάζει το βιβλίο του πριν κοιμηθεί (εδώ διαφημίζεται ο Φώκνερ και η Χάισμιθ), πηγαίνει σε δημόσιο λουτρό και μπανιαρίζεται, χρησιμοποιεί ποδήλατο για τις κοντινές μετακινήσεις του, ασχολείται καθημερινά με τα φυτά του σαν να τα χαϊδεύει και πίνει το ίδιο ποτό που του προσφέρει δωρεάν ο μαγαζάτορας κάποιου καφενείου. (περισσότερα…)

Ενάντια στη γλίτσα

*

του ΒΑΣΙΛΗ ΠΑΤΣΟΓΙΑΝΝΗ

Για χρόνια ο Βιμ Βίντερς βίωνε μια περίοδο δημιουργικής αμηχανίας. Μετά από ταινίες που σημάδεψαν την πορεία του μεταπολεμικού κινηματογράφου και του κινηματογραφικού μοντερνισμού, όπως το Η Αλίκη στις πόλεις  και το Στο πέρασμα του χρόνου, έδωσε τη δική του εκδοχή για το νεονουάρ με το Ένας αμερικανός φίλος, για να φτάσει σε μια κορύφωση της αισθητικής του σύλληψης με το Παρίσι, Τέξας. Έπειτα, με το Μέχρι το τέλος του κόσμου ένιωσε την κάμψη μιας μεγαλομανούς ιδεολογικής έφεσης. Και για χρόνια ασχολείτο περισσότερο με ταινίες τεκμηρίωσης, με ταινίες που ήθελαν να μεταδώσουν στον θεατή τα «ευρήματα» τα οποία θα μπορούσαν να σταθούν πηγή έμπνευσης για αυτόν τον ίδιο τον σκηνοθέτη όπως και για τους θεατές, ενώ η μυθοπλαστική του μηχανή φαινόταν να μη καλοδουλεύει πια.

Αυτός ο γεννημένος στο Ντύσσελντορφ και σπουδαγμένος στη Χαϊδελβέργη Γερμανός υπήρξε κάποιος που λες ότι ήθελε να αποτινάξει τη «γερμανικότητα» από πάνω του και να ανοιχθεί σε μια πολυπολιτισμική ευρυχωρία, σε μια πολιτισμική οικουμενικότητα. Το ενδιαφέρον του για την Πορτογαλία, την Κούβα και τη μουσική τους το φανερώνουν, ενώ παράλληλα όμως παρακολουθούσε ό,τι πιο πρωτοποριακό, και ίσως λιγότερο «γερμανικό», παρήγαγε η πατρίδα του όπως ο χορός της Πίνα Μπάους ή η εικαστική δουλειά του Άνσελμ Κίφερ. Το ίδιο μαρτυρεί και η εμμονή του με τη μεταπολεμική αμερικάνικη κουλτούρα, με τον Νίκολας Ραίη και την Πατρίτσια Χάισμιθ, για παράδειγμα, όπως και η εικόνα της αμερικανικής ενδοχώρας που καταγράφεται στην έρημη χώρα τού Παρίσι, Τέξας.

Η τάση που προαναφέραμε για απώθηση της γερμανικής εσωστρέφειας επιβεβαιώνεται και από την τελευταία του ταινία Υπέροχες μέρες. Το σκηνικό και η ανθρωπογνωσία που κινητοποιούνται εδώ ανήκουν στην Ιαπωνία, όπως εξάλλου την ίδια ιθαγένεια μαρτυρούν και οι συνεργάτες ηθοποιοί του. Όχι, λοιπόν, μια ξένη ματιά πάνω στη σύγχρονη ιαπωνική πραγματικότητα αλλά η προσπάθεια ενός ξένου να βρει στην Ιαπωνία ό,τι οικουμενικό θα μπορούσε να αποστάξει από την ιδιόμορφη εντοπιότητα της χώρας του ανατέλλοντος ηλίου: κι ακόμη περισσότερο, η προσπάθεια ενός δημιουργού να ξανακερδίσει τα «θέματά» του, να δοκιμάσει την αισθητική του όραση μέσα σε ένα ανοίκειο για αυτόν πολιτισμικό σκηνικό. (περισσότερα…)

Τα πράγματα άλλαξαν, μαμά…

*

του ΒΑΣΙΛΗ ΠΑΤΣΟΓΙΑΝΝΗ

Ένα κατ’ εξοχήν ταμπού των κοινωνιών μας όπως η ομοφυλοφιλία δεν θα μπορούσε μην είναι ταμπού στον κινηματογράφο. Κατά καιρούς, παλαιότερα, εμφανίζονταν νύξεις στο θέμα μέσω της περιθωριακής πάντα σκιαγράφησης κάποιων γραφικών χαρακτήρων («τι να κάνουμε, αποτελούν κι ‘αυτοί’ μέρος της σάπιας κοινωνίας όπου ζούμε!»). Από την εποχή όμως που στον Σπάρτακο του Κούμπρικ ο Κράσος (Λώρενς Ολίβιε) έκανε καλυμμένες ερωτικές προτάσεις στον ποιητή Αντωνίνο (Τόνυ Κέρτις), που δεν ήταν και τόσο καλυμμένες στο director’s cut της ταινίας, που προβλήθηκε στις αρχές της δεκαετίας του ’90, μέχρι το Φιλαδέλφεια και το Φιλί της γυναίκας-αράχνης, για να μην αναφέρουμε νεότερες ταινίες, τα πράγματα άλλαξαν ραγδαία, ακολουθώντας, φυσικά, τις κοινωνικές αλλαγές, όχι χωρίς ενίοτε να τις παρέλκουν.

Βέβαια, η προβολή του θέματος γινόταν συνήθως με αφορμή μια κάποια παράπλευρη κοινωνική παθολογία: ας πούμε, η ρωμαϊκή παρακμή (Σπάρτακος, Σατυρικόν), η εξάπλωση του AIDS (Φιλαδέλφεια), o φασισμός (Σαλό), η πολιτική καταπίεση (Το φιλί της γυναίκας-αράχνης), o σεξουαλικός υπόκοσμος (Το θύμα [Victim]) κ.ά. Υπάρχουν, βέβαια, και οι ταινίες του Φασσμπίντερ, όπου η ομοφυλοφιλία θεωρείται μια δεδομένη κατάσταση χωρίς καμιάν απολογητική ή απενοχοποιητική διάθεση, αλλά πάντα μπλεγμένη σε ένα δίκτυο εξουσιαστικών σχέσεων (Το παιχνίδι της τύχης, Καβγατζής), ενώ στα καθ’ ημάς ο χρονολογικά πρωτοπόρος Άγγελος επισυνάπτει τον ομοερωτισμό στην πορνεία και στο σεξουαλικό έγκλημα.

Οι ταινίες που αντιμετωπίζουν την ομοφυλοφιλία καθαυτή, τρόπον τινά, δηλαδή το πώς παράγεται, εξελίσσεται και εκφαίνεται από τη σκοπιά της συγκρότησης του υποκειμένου είναι πολύ λιγότερες. Η ταινία του Άντριου Χέηγκ Άγνωστοι μεταξύ μας οφείλει την πρωτοτυπία της σε αυτό: ανιχνεύει γενετικά, ψυχαναλυτικά θα έλεγαν κάποιοι, την εξέλιξη του φαινομένου· κι εδώ, βέβαια, ο κοινωνικός περίγυρος παίζει, ή έχει παίξει, τον αρνητικό του ρόλο, όμως από ένα σημείο και μετά, αφότου ο κεντρικός ήρωας Άνταμ (Άντριου Σκοτ) ανοιχτεί στον σύντροφό του (Πωλ Μεσκάλ), οι αντικειμενικοί κατασταλτικοί παράγοντες φαίνεται να μην υφίστανται. Ο Άνταμ συναντά τον Χάρρυ σε μιαν ακατοίκητη ακόμη πολυώροφη πολυκατοικία σε ένα μοδάτο λονδρέζικο προάστιο. Φαινομενικά, από εκεί και πέρα το μέλλον τούς ανήκει, αν εξαιρέσουμε όμως το οικογενειακό παρελθόν του Άνταμ: τις σχέσεις του με τους γονείς του όσον αφορά στη σεξουαλικότητά του, γονείς που έχασε αναπάντεχα στην ηλικία των δώδεκα. (περισσότερα…)

Το Αγόρι και ο Ερωδιός στο Νησί των Νεκρών

*

της ΛΙΛΑΣ ΤΡΟΥΛΙΝΟΥ

Ο κορυφαίος δημιουργός κινουμένων σχεδίων Χαγιάο Μιγιαζάκι στην τελευταία του, έντονα αυτοβιογραφική, ταινία Το αγόρι και ο ερωδιός ακροβατεί στη λεπτή γραμμή που οριοθετεί τη ζωή με τον θάνατο, το όνειρο με τον εφιάλτη. Ταινία σπάνιας ομορφιάς, κινείται στην ίδια γραμμή της ιαπωνικής σιντοϊστικής παράδοσης με το αριστουργηματικό Ταξίδι στη χώρα των θαυμάτων (2001). Ογδονταπεντάχρονος πλέον ο θρυλικός μαιτρ της χειροποίητης τέχνης του animation, έχει κάθε λόγο να ζωγραφίσει και να ζωντανέψει καρέ προς καρέ αυτόν τον μυστηριώδη «άλλο κόσμο», τον τόσο ιδιαίτερο των isekai anime, όπου ο ήρωας μεταφέρεται σε μια άλλη πραγματικότητα, φανταστική ή εικονική, ή σε μια άλλη διάσταση, ή ακόμα παγιδεύεται μέσα σε ένα περιπετειώδες παιχνίδι ρόλων. Όμως, ο «άλλος κόσμος» του Μιγιαζάκι δεν είναι ένας εξωπραγματικός κόσμος, ούτε βέβαια ο ρεαλιστικός. Είναι κάτι πολύ περισσότερο από τα δύο. Είναι, θα λέγαμε, το ψυχικό αποτύπωμα του πραγματικού κόσμου, ο φλεγόμενος πυρήνας του.

Καθόλου παράξενο που το έργο ξεκινάει με μια πύρινη λαίλαπα, που ο τετράχρονος τότε Χαγιάο Μιγιαζάκι δεν μπόρεσε να σβήσει από τη μνήμη του, είναι το Τόκυο, η μεγαλύτερη πόλη της Ιαπωνίας, που βομβαρδίζεται το 1945, όχι μόνο για συμβολικούς λόγους αλλά και για στρατιωτικούς, καθώς εκεί συγκεντρώνονταν πολλά εργοστάσια παραγωγής στρατιωτικού υλικού και οχημάτων. Η πόλη, με τα πολλά ξύλινα κτήρια και τους φτιαγμένους από χαρτί και ξύλο εσωτερικούς τοίχους, γίνεται παρανάλωμα του πυρός, με θύματα περισσότερα από το Ναγκασάκι και την Χιροσίμα.

Παρόμοια και ο εντεκάχρονος Μαχίτο, ο ήρωας της anime ιστορίας, χάνει τη μητέρα του σε πυρκαγιά στο νοσοκομείο όπου δούλευε, στον ανελέητο βομβαρδισμό του Τόκυο, και ακολουθεί τον βιομήχανο πατέρα του, κατασκευαστή μαχητικών αεροσκαφών, όπως ήταν και ο πατέρας του  Μιγιαζάκι, στην έπαυλή του στην εξοχή, με την άρρωστη Ματσούκο, την έγκυο νέα του γυναίκα, μικρότερη αδελφή της μητέρας του. Τον περιβάλλουν με αγάπη γηραιές υπηρέτριες, χωρικές κοντόχοντρες με φουσκωτά μάγουλα, κιμονό και ξύλινα πέδιλα γκέτα, ανάμεσά τους η στοργική Κιρίκο, ενώ ένας μαγεμένος γκρίζος ερωδιός με μια φρικτή οδοντοστοιχία από τεράστια δόντια, τον περιτριγυρίζει και τον προκαλεί με τις αλλόκοτες πτήσεις του και τις απρόβλεπτες επιθέσεις του. (περισσότερα…)

Entre nous

*

του ΒΑΣΙΛΗ ΠΑΤΣΟΓΙΑΝΝΗ

Ο Αλεξάντερ Πέυν φαίνεται ότι έχει καταληφθεί από τον τρόμο μήπως ξεστρατίσει από τη χολλυγουντιανή πεπατημένη. Μετά την αρνητική υποδοχή της ταινίας του Μικρόκοσμος, σε τούτη την ταινία, στα Παιδιά του χειμώνα, όπως την έχουν βαφτίσει οι διανομείς, κάνει τα πάντα για να ποντάρει στο αισθητήριο του μέσου, και βάλε προς τα κάτω, αμερικανού θεατή, ώστε η ταινία του να μη χάσει τον εμπορικό της στόχο, να μην κινδυνεύσει να βγει εκτός mainstream παιδιάς.

Και τι καλύτερος τρόπος από το να τοποθετήσει την υπόθεση της ταινίας του στην περίοδο των Χριστουγέννων. Αυτή η γιορτή, ως γνωστόν, είναι για τους Αμερικανούς, κυρίως τους WASP, κάτι παραπάνω από μια θρησκευτική γιορτή ή μια κοινωνική εκδήλωση. Ή μάλλον ο θρησκευτικός της χαρακτήρας έχει συρρικνωθεί σε ένα μακρόθεν ορατό πρόσχημα, συγκεχυμένα κατανοητό, ενώ η παραμυθένια αχλύς μιας οικογενειακής θαλπωρής είναι το περιτύλιγμα των εκθαμβωτικών συμβόλων που πακετάρει τη χριστουγεννιάτικη ιδεολογία: Santa Claus, τάρανδοι, έλκηθρα, jingle bells, άφθονο χιόνι, ανέξοδη αγάπη για όλους εμφυσούν μιαν ατμόσφαιρα ανάτασης, συμφιλίωσης, οικογενειακής σύσφιξης σε μια κοινωνία που η συνοχή της στηρίζεται κυρίως στην υλική ευημερία και κατά τον υπόλοιπο χρόνο στενάζει κάτω από το άγχος μιας άγριας ατομιστικής δράσης που αποσκοπεί στο ίδιον κέρδος και στην προσωπική υπερίσχυση. Όλοι γιορτάζουν, ή επιβάλλεται ψυχαναγκαστικά να γιορτάσουν, κάτι ασαφές, κάτι που η παράδοση τους επιβάλλει ως μια υπέρτατη κοινώς υπονοούμενη ευφροσύνη, απολαμβάνοντας τα χριστουγεννιάτικα cookies, μεθώντας από τη μυρωδιά του ψητού μήλου, της κανέλας και του κάστανου.

Όλα αυτά είναι γνωστά και ο Eλληνοαμερικανός σκηνοθέτης τα αξιοποιεί υπερβολικά με κίνδυνο να περιπέσει σε μιαν ανώδυνη και προβλέψιμη, αν όχι κακόγουστη, κοινοτοπία. Ο απόηχος των πιο γνωστών χριστουγεννιάτικων τραγουδιών, η «Άγια νύχτα», ο «Μικρός τυμπανιστής», το «Είναι η πιο θαυμάσια μέρα της χρονιάς», βουίζουν επίμονα στα αυτιά μας. Ευτυχώς όμως αυτά τα ανυπόφορα ιντερμέδια ψυχαναγκαστικής χαράς συνδέουν μια υπόθεση με στέρεα δραματουργία και χαρακτήρες. (περισσότερα…)

Κότες, άνθρωποι, χοίροι: Για το Poor Things

*

του ΝΙΚΟΥ ΣΤΡΑΤΗΓΑΚΗ

Το Poor Things είναι μια ταινία σε σενάριο του Αυστραλού Τόνυ ΜακΝαμάρα, βασισμένη στο ομότιτλο μυθιστόρημα του Άλασνταιρ Γκραίυ, το οποίο κυκλοφόρησε το 1992. Στην Ελλάδα προκάλεσε, και ακόμα προκαλεί, δεκάδες αποκρίσεις των κριτικών και του κοινού, προερχόμενες μάλιστα από κάθε ιδεολογική σκοπιά. Οπωσδήποτε, τούτη η μαζικότητα πυροδοτήθηκε κατά πολύ όχι από το ίδιο το περιεχόμενο της ταινίας, όσο από την ελληνική καταγωγή του σκηνοθέτη Γιώργου Λάνθιμου. Ωστόσο, οι ζωηρές, κι ενίοτε αφοριστικές, αντιδράσεις δεν θα έβρισκαν γόνιμο έδαφος να σταθούν αν και το ίδιο το περιεχόμενο της ταινίας δεν προσφερόταν για πολιτικές και κοσμοθεωρητικές αποφάνσεις, ενστάσεις και διερευνήσεις.

Κατά τη γνώμη μου, πρόκειται για ένα αριστοτεχνικό έργο το οποίο ξεχειλίζει από δημιουργική ευφορία, όπως σχολίασε ο Κώστας Κωστάκος στο ελculture. Από τις πρώτες κιόλας σκηνές, ο θεατής έχει να θαυμάσει κάτι το εικαστικά ξεχωριστό. Το CGI ουδέποτε προσπαθεί να ομοιάσει στην πραγματικότητα, αλλά να δημιουργήσει έναν μαγικό ψευδοβικτωριανό κόσμο γεμάτο steampunk αναφορές. Συνεργεί, δε, με το πλούσιο mise-en-scène και τις υπερευρυγώνιες λήψεις του σκηνοθέτη κι έτσι αναδύεται μια ατμόσφαιρα από την οποία διόλου δεν λείπει το art nouveau και το arts & crafts. Ωστόσο, το κύριο ενδιαφέρον του Poor Things βρίσκεται στην ίδια την ιστορία που πιάνει ν’ αφηγηθεί.

Κάθε αφήγηση παίρνει τη συχνά θολή πραγματικότητα και τη δομεί με τον έναν ή τον άλλο τρόπο. Κι αυτή είναι μια αλήθεια συνεχώς επανερχόμενη και, πιθανότατα, πανανθρώπινη. Ήδη ο Άμλετ του Σαίξπηρ αποφαίνεται πως σκοπός της τέχνης, «πάντοτε και τώρα, ήταν και είναι, να βαστάει ας πούμε τον καθρέφτη μπροστά στη φύση· να φτιάχνει την αγνότητα κατά το δικό της το σχήμα, τη ντροπή κατά τη δική της την εικόνα, και να δίνει την αληθινή ηλικία και τη σωματική διάπλαση της εποχής, τη μορφή και το αποτύπωμά της» (Πράξη 3, σκηνή 2). Πλάι στις σαιξπηρικές παρατηρήσεις, να προσθέσουμε και μια περισσότερο πρόσφατη. Το 1965, στη μελέτη του για τους πεζογράφους του 19ου αιώνα, ο Τζόζεφ Χίλλις Μίλλερ έγραφε ευσύνοπτα ότι «ένα έργο λογοτεχνίας είναι μια πράξη μέσω της οποίας ένας νους καταλαμβάνει τον χώρο, τον χρόνο, τη φύση ή άλλους νόες». Κι αν έτσι έχει το πράμα για τη λογοτεχνία, έτσι έχει και για το σινεμά. Δομώντας την πραγματικότητα, η τέχνη μεταβολίζει από τα πιο μεγάλα έως τα πιο μικρά, από τις εσχατιές του χώρου και του χρόνου έως τις μύχιες διεργασίες του νου. Το ίδιο ισχύει και για την ταινία του ΜακΝαμάρα και του Λάνθιμου. Μα, ας παρατηρήσουμε πρώτα πως, στη μεγάλη εικόνα, το Poor Things μάς δίνει μια σαφή χρονοτοπική δομή: σπίτι – ταξίδι – σπίτι. Ας πιάσουμε αυτό το νήμα. (περισσότερα…)

«Πατροθεσία» όπως τεκνοθεσία

*

του ΒΑΣΙΛΗ ΠΑΤΣΟΓΙΑΝΝΗ

Κάθε ταινία με πρωταγωνιστές παιδιά δεν είναι οπωσδήποτε και μια ταινία για την παιδική ηλικία. Τι σημαίνει άλλωστε παιδική ηλικία; Είναι ίδια ενός παιδιού στη Δυτική Ευρώπη και ενός παιδιού στην υποσαχάρια Αφρική; Η έννοια είναι μάλλον μια καταχρηστική γενίκευση που έχει πάρει κάποιες ακραίες διαστάσεις κατά τον τελευταίο αιώνα και είναι, βέβαια, κατασκεύασμα των ενηλίκων. Το βλέμμα τους πέφτει χαϊδευτικά πάνω στα παιδιά, προστατευτικά, τα ανάγει σε μιαν απόλυτη αξία, σε έναν «χρυσό αιώνα» της δικής τους ηλικιακής τροχιάς. Τα ίδια τα παιδιά εσωτερικεύουν αυτό το βλέμμα και διεκδικούν επιτακτικά πολλές φορές την «παιδικότητά» τους. Μια παιδικότητα που κολακεύει τον ναρκισσισμό των ενηλίκων, καθώς τα θωπεύουν, με όλες τις σημασίες του όρου, έχοντας έτσι την εγγύηση ότι δεν θα παλινδρομήσουν και δεν θα απολέσουν την, κοπιωδώς κεκτημένη, ωριμότητά τους. Υπάρχουν ίσως τόσες παιδικές ηλικίες όσες και παιδιά.

Με μιαν από αυτές τις παιδικές ηλικίες έρχεται αντιμέτωπη και η Σαρλότ Ρήγκαν στην ταινία της Το Αλάνι. Μια ηλικία άγρια καθότι η ηρωίδα έχει χάσει τη μητέρα της, ζει χωρίς τον πατέρα της, είναι μόνη στο σπίτι, διατρέχοντας συνεχώς τον κίνδυνο να τεθεί υπό την κηδεμονία της Κοινωνικής Πρόνοιας, και είναι μόλις δώδεκα χρόνων. Είναι άγρια διότι η ηρωίδα έχει υπερβεί ήδη το όριο της νομιμότητας, κλέβοντας κυρίως ποδήλατα, κι αυτό δίνεται από τη σκηνοθέτιδα και βιώνεται από την ηρωίδα σαν να είναι κάτι απλό και φυσικό, σαν μια δραστηριότητα που η ίδια καταλαβαίνει ότι διώκεται μεν από τον νόμο, αλλά που εντάσσεται σε ένα κανονικό ρυθμό ζωής και επιβίωσης στο ζωτικό της περιβάλλον. Αυτό δεν θα αλλάξει ακόμη κι όταν εμφανισθεί ο πατέρας της μικρής ηρωίδας, που ναι μεν θα διαπιστώσει ότι το ποδήλατο της κόρης του είναι κλεμμένο, αλλά δεν θα διστάσει να αποπειραθεί να κλέψει μαζί της κάποιο άλλο.

Η «παιδικότητα» της ηρωίδας, της Τζόρτζι, δεν οδεύει επομένως στην πεπατημένη. Όταν εμφανισθεί ο πατέρας της, μετά τον θάνατο της μητέρας της, η συμπεριφορά της δεν θα είναι καθόλου ενός παιδιού, που έστω έχει ένα κενό της πατρικής φιγούρας. Θα είναι σκληρή απέναντι σε έναν πατέρα, που, από τη μεριά του, δεν θα της χαριστεί εξίσου και δεν θα αντιμετωπίσει με συγκατάβαση την παιδική της απόρριψη. Αυτός θα μπει και θα εγκατασταθεί στο σπίτι σχεδόν εκβιαστικά, επισείοντας τον μπαμπούλα της Κοινωνικής Πρόνοιας. Καμιά οιδιπόδεια έλλειψη λοιπόν για το κορίτσι, αλλά μια ακύρωση του Οιδίποδα, που αντισταθμίζεται με την προσκόλληση σε μια φαλλική μητέρα. (περισσότερα…)

Η οντολογική γεύση του εφηβικού σπασμού

*

του ΒΑΣΙΛΗ ΠΑΤΣΟΓΙΑΝΝΗ

«Θα μείνεις νηστικός», «Δεν θα κάνεις ποδήλατο», «Δεν θα έχεις κινητό για εικοσιτέσσερις ώρες»: να τρεις τιμωρίες παιδιών από τους γονείς στο πέρασμα των εποχών. Περιττό να σημειώσουμε ποια αντιστοιχεί στη δική μας. Πάντως, είναι μια τιμωρία που αναφέρεται στην ταινία της πρωτοεμφανιζόμενης Σαρλότ λε Μπον Η λίμνη Φάλκον. Η ιστορία της εκτυλίσσεται μέσα σε ένα οικογενειακό περιβάλλον που λειτουργεί με βάση κανόνες και διαπαιδαγωγεί μέσω μιας πεφωτισμένης και εξορθολογισμένης παιδαγωγικής. Είναι αλήθεια ότι ο έφηβος ήρωας δεν έχει κινητό ακόμη‒ θα του επιτραπεί να αποκτήσει όταν κλείσει τα δεκατέσσερα, όπως ομολογεί ο ίδιος. Η ηρωίδα θα στερηθεί ως τιμωρία το κινητό της: η παραπάνω απαγόρευση αντανακλάται όμως θα λέγαμε και στον ήρωά μας, Μπαστιέν. Ένα κόσμιο και πνευματικά εξελιγμένο περιβάλλον, σε επίπεδο συμπεριφοράς τουλάχιστον, συνιστά το κοινωνικό στίγμα της οικογένειας του Μπαστιέν και της υπόθεσης της ταινίας γενικότερα.

Το άλλο βασικό κοινωνικό χαρακτηριστικό είναι η αστική ιδεολογία των διακοπών. Το φαντασιακό των κατοίκων της πόλης ικανοποιείται μέσα από τον χρόνο της ανάπαυλας, της αποδέσμευσης από τις υποχρεώσεις, της αποσυμπίεσης των επιθυμιών. Τούτο το υπόβαθρο είναι υπαρκτό, όμως δεν επιβάλλεται ως αιτιογόνος παράγοντας στην ταινία. Δεν μπορούμε να το αγνοήσουμε, δεν μπορούμε να αγνοήσουμε όμως και το γεγονός ότι η σκηνοθέτις εστιάζει στο πρόσωπο του εφήβου πρωταγωνιστή χωρίς να αναζητά εξηγήσεις κοινωνικών καθορισμών. Μια οικογένεια με παιδί στη εφηβεία που δεν έχει αποσκιρτήσει ακόμη από τους κόλπους της, που παραμένει δεμένο μαζί της, μια οικογένεια που ακόμη και μπροστά στον θάνατο δείχνει μια «πολιτισμένη» αυτοσυγκράτηση, που ασπάζεται ένα ήπιο τελετουργικό με το οποίο οι αστοί της Δύσης έχουν αντικαταστήσει τη συμβολοποίηση της μοιραίας απώλειας στις προηγμένες κοινωνίες: οι θρήνοι και η έκτυπη σημειολογία του πένθους έχουν αντικατασταθεί από μια εσωτερίκευση της αυτεπίγνωσης της θνητότητας, ο θάνατος έχει γίνει ένας ουδέτερος συντελεστής της αυτοσυνείδητης ζωής. Αυτό φαίνεται στο τέλος της ταινίας όταν παρά τα αμφίσημα όρια ζωής-θανάτου η σκηνοθέτις θα προτείνει στον θεατή τον θάνατο ως «λύση» της ιστορίας του. (περισσότερα…)

Η αλλόκοτη αθωότητα ενός γυναικείου σώματος

*

του ΒΑΣΙΛΗ ΠΑΤΣΟΓΙΑΝΝΗ

Ο Λάνθιμος ξεκινά συνήθως με μια υπόθεση εργασίας φανταστικού εκθέτη η οποία είναι συνήθως η εναρκτήρια προϋπόθεση των ιστοριών του: τι συμβαίνει όταν ένας πατέρας μεγαλώνει έγκλειστα στο σπίτι τα παιδιά του, τι συμβαίνει όταν όσοι δεν μπορούν να βρουν ερωτικό σύντροφο μετατρέπονται σε ζώα, τι συμβαίνει όταν κανείς έχει τη δύναμη της κατάρας και ποια θυσία απαιτείται για να ξεφύγει κανείς από αυτή, τι συμβαίνει αν το μυαλό ενός αγέννητου παιδιού μεταμοσχευθεί» στον εγκέφαλο μιας γυναίκας; Μια υπόθεση σχεδόν απίθανη ή ανέφικτη, εκπλήρωση της οποίας αποτελεί η συνέχεια της ιστορίας του, η συνέχεια της ταινίας. Κάτι που μας μεταφέρει στο είδος του φανταστικού ή έστω της επιστημονικής φαντασίας, αν το «επιστημονικό» δεν ήταν τόσο προσχηματικό για τον σκηνοθέτη.

Στο Poor Things μια γυναίκα είναι ένα εκπληκτικό τεχνολογικό κατασκεύασμα ενός ιδιότυπου επιστήμονα, που μεταμοσχεύει στο μυαλό της τον εγκέφαλο της κόρης που εγκυμονούσε πριν από την αυτοκτονία της. Έτσι, αυτό πρέπει να αρχίσει τη ζωή του εξαρχής ερχόμενο σε επαφή με τον κόσμο βάσει της παρθενικής του εμπειρίας. Αν λοιπόν μια γυναίκα ξαναγεννηθεί κατ’ αυτόν τον τρόπο, τότε τι;  Αυτή είναι η αφηγηματική κινητήριος δύναμη του Poor Things. H γυναίκα, που αρχικά μοιάζει περισσότερο με νευρόσπαστο, πρέπει να διανύσει μια μαθητεία, σαν να έβλεπε τα πράγματα για πρώτη φορά, άρα ό,τι αυτονόητο και κοινότοπο θα πρέπει να τεθεί σε κρίση.

Αυτό είναι και το πλεονέκτημα τούτου του αφηγηματικού σχήματος: η γυναίκα με την απόλυτη αφέλειά της θα γίνει κριτής όσων δεν καταλαβαίνει, όσων δεν προσαρμόζονται στη νωπή της ευαισθησία, χωρίς κάποια ενσυναίσθηση όμως προς τους άλλους η οποία να απορρέει από την ηθική της διαπαιδαγώγηση, που είναι ανύπαρκτη. Αφετέρου, αυτό αποτελεί και ένα μειονέκτημα: η γυναίκα έρχεται σε επαφή με έναν κόσμο που οι δομές του και οι δυσλειτουργίες του μας είναι γνωστές· αυτό που κάποιος «εξωγήινος» θα το έκρινε ως καλό ή κακό, για μας είναι ένας κοινός τόπος, μια ανακάλυψη χωρίς τίποτα θαυμαστό. Αυτό το αν έτσι… τότε… μπορεί λοιπόν να είναι μια πηγή πρωτοτυπίας, αλλά και να καταλήγει σε μια χονδροειδή κοινοτοπία. (περισσότερα…)

Ἡ συντηρητικὴ ἐναντίωση στὸν Λάνθιμο

*

του ΓΙΑΝΝΗ Α. ΤΑΧΟΠΟΥΛΟΥ

Ἡ ἐναντίωση στὸν Λάνθιμο ὡς ἕναν ἀκόμη woke διανοούμενο θὰ εἶχε χειροπιαστὸ ἀποτέλεσμα σὲ μιὰ κοινωνία ποὺ κάνει, ἂς ποῦμε, 2,2 παιδιὰ ἀνὰ ζευγάρι (καὶ παντρεύονται ὅλοι) καὶ ἀπειλεῖται ὄντως ἡ πραγματικότητά της ἀπὸ τὴν χ, ψ, ζ ἀποδόμηση. Τὸ μόνο ποὺ ἀπειλεῖται ἐδῶ εἶναι ἡ εἰκόνα ποὺ ἔχει γιὰ τὸν ἑαυτό της ἡ κοινωνία, ποὺ εἶναι δανεισμένη ἀπὸ τὰ ἀναγνωστικὰ τῆς Α΄ δημοτικοῦ μεταξὺ 1950-1980. Κατὰ τὰ ἄλλα, ἡ ἀντιλανθιμικὴ πλειονότητα ζῆ μιὰ (ὄντως ἀρκετὰ) λιγότερο ἀκραία ἐκδοχὴ τῶν ταινιῶν τοῦ Λάνθιμου κ.ἄ. woke κατασκευασμάτων, μὲ ἕνα ἢ κανένα παιδί (δείκτη γονιμότητας 1,38), παντρειὰ στὰ τριανταφεύγα ἢ ποτέ, καὶ τὸ 30-40% τῶν γάμων νὰ καταλήγουν σὲ διαζύγιο. Δὲν ἐννοεῖται φυσικὰ ἐδῶ ὅτι μερικοὶ «δὲν δικαιοῦνται διὰ νὰ ὁμιλοῦν» ὅσο καὶ ὅπως θέλουν· κάτι τέτοιο θὰ ἦταν περισσότερο ἀπὸ γελοῖο. Ἐννοεῖται ὅμως ὅτι σὲ ἕναν τρόπο ζωῆς μπορεῖ νὰ ἀντιπαρατεθεῖ ἀποτελεσματικὰ μόνο κάποιος ἀντίθετος τρόπος ζωῆς καὶ ὄχι μιὰ ἀντίθετη ἐπιχειρηματολογία, κι ὅτι τελικὰ πάει χαμένη ἡ ἀντεπιχειρηματολογία.

Ἔχουμε μιὰ διαμάχη μεταξὺ ἀνθρώπων ποὺ βιώνουν λίγο-πολὺ μὲ τὸν ἴδιο (κάποιοι) ἐλευθεριακὸ ἢ (ἄλλοι) ἀνέμελο κι ἁπλῶς μὴ συντηρητικὸ τρόπο τὴν σεξουαλικότητα καὶ τὴν προσωπική τους ζωή, καὶ ἁπλὰ μαλώνουν γιὰ τὸ πόσο ἀκραῖα πρέπει νὰ βιώνεται αὐτὴ ἡ «ἐλεύθερη ζωὴ» ἢ πόσο σωστό, γενναῖο καὶ σπουδαῖο εἶναι νὰ κατεδαφίζεις παλιὰ σύμβολα.

Σύμβολα ποὺ εἶναι, αὐτὰ καθεαυτά, κενὰ περιεχομένου ὅταν δὲν βιώνονται ἀλλὰ μόνο γίνονται ἀντικείμενο ὑπεράσπισης, καὶ ποὺ καταντοῦν λάβαρα ἐκπληρώνοντας μόνο μιὰ παράπλευρη λειτουργία κάθε συμβόλου (ἡ ὁποία τελικὰ τὸ ἀποδομεῖ, ὅταν καθίσταται ἡ βασικὴ λειτουργία του): Τὴν κομματικότητα καὶ τὸ ποιὸς κυριαρχεῖ ὡς ἔσχατος ἑρμηνευτής τους. Εἶναι σὰ νὰ πιστεύει κάποιος στὰ μάγια καὶ ὁ γείτονάς του νὰ μὴν τὰ πιστεύει, ὡστόσο κατὰ τὰ ἄλλα νὰ ζοῦν ἀμφότεροι μέσα στὴν ἴδια κιμαδομηχανή, καὶ γι’ αὐτὸ θὰ πρέπει νὰ ἀσπάζεται κάτι ἰδιαίτερο καθένας, ὥστε νὰ νοιώθει ξεχωριστός ἀπὸ τὸν πλησίον. (περισσότερα…)

Το κακό πέρα από τον ανθισμένο φράχτη

*

του ΒΑΣΙΛΗ ΠΑΤΣΟΓΙΑΝΝΗ

Ο τίτλος είναι εσκεμμένα αφηρημένος, oυδέτερος, γενικός. Ζώνη ενδιαφέροντος. Όλοι έχουμε μια ζώνη ενδιαφέροντος, ή και κάπως περισσότερες. Το σίγουρο είναι ότι ο κόσμος ολόκληρος δεν μας ενδιαφέρει, δεν μπορούμε να επενδύσουμε στην ολότητά του. Χωρίς αυτήν τη ζώνη ενδιαφέροντος, η προσοχή μας θα διαλυόταν σε μύρια και αδιάφορα ενδιαφέροντα, η ψυχική μας οικονομία θα ανατρεπόταν. Αυτή η επιλογή που απαιτεί η ζώνη ενδιαφέροντος, μια επιλογή αναγκαία όσο και απάνθρωπη, είναι ζωτικής σημασίας για τον καθένα μας ως γνωστικό, ηθικό και ψυχολογικό υποκείμενο. Όλοι αφαιρούμε ένα απείρως τεράστιο ποσοστό πραγματικότητας από την αντίληψή μας, η πραγματικότητα σε πολύ μεγάλες δόσεις θα μπορούσε να μας σκοτώσει, κι αυτή η οικονομία, η επιλογή των ερεθισμάτων που μας έρχονται από έξω, δίνει ακριβώς το στίγμα της μοιραία ελλειμματικής, της μοιραία περιορισμένης προσωπικότητάς μας. Πόσους πολέμους, πόσες καταστροφές δεν αγνοούμε, ή δεν θέλουμε να αγνοούμε, καταστροφές που συμβαίνουν στη γειτονιά της πόλης μας, της χώρας μας ή του πλανήτη μας; Όλη η δυστυχία, ακόμη και όλη η ευτυχία, αυτού του κόσμου θα ήταν αδύνατον να χωρέσει στο συνειδησιακό και ψυχολογικό μας πεδίο, αφού, όπως λένε, ή ό,τι κι αν λένε, ο άνθρωπος είναι ένα μοιραία, ατομοκεντρικό, ακόμη και εγωιστικό, πλάσμα. Ακόμη κι όταν αγαπά τον πλησίον του, το μοντέλο αυτής της αγάπης είναι η αγάπη «προς εαυτόν», για να θυμηθούμε την ευαγγελική ρήση· μόνο πάνω σε αυτό το μοντέλο μπορεί να στηριχθεί η φιλάλληλη αγάπη οποιασδήποτε απόχρωσης.

Μήπως κάτι από όλα αυτά συνυπάρχουν στον τίτλο και στην ταινία του Τζόναθαν Γκλέιζερ; Μήπως αυτή η αναγκαστική περιστολή του ενδιαφέροντός μας υπονοείται στην ταινία ώστε τρόπον τινά να ειρωνευτεί, αλλά ενδεχομένως και να δικαιολογήσει, τη συμπεριφορά των ηρώων του; Οι ήρωες αυτοί είναι η οικογένεια ενός γερμανού αξιωματικού, του Ρούντολφ Ες – όχι όμως του περισσότερο γνωστού συνονόματού του, στενού συνεργάτη του Χίτλερ που αυτοκτόνησε στη φυλακή αρκετά χρόνια μετά τη δίκη της Νυρεμβέργης, αλλά του διοικητή του στρατοπέδου τού Άουσβιτς που καταδικάστηκε σε απαγχονισμό ως εγκληματίας πολέμου (στα γερμανικά εξάλλου αυτός ο δεύτερος γράφεται Ηöss, και όχι Ηess, όπως ο πρώτος, και προφέρεται αναλόγως). Η οικογένεια αυτή βιώνει μιαν αδιατάρακτη καθημερινότητα σε ένα άνετο εξοχικό σπίτι, με τα παιδιά της και τα παιχνίδια τoυς, μέσα σε έναν όμορφα και αξιοζήλευτα τακτοποιημένο κήπο. Με έναν καιρό ευοίωνο και ηλιόλουστο μέσα στο οξυγόνο της υπαίθρου. Τα μελήματά της είναι μελήματα μιας κανονικής καθημερινότητας. Μόνο που ακριβώς πίσω από τον φράχτη του κήπου τελείται ένα από τα πιο φρικαλέα εγκλήματα που μπόρεσε να επιφυλάξει ποτέ άνθρωπος για συνάνθρωπό του, η κτηνώδης εξόντωση εκατομμυρίων, Εβραίων κυρίως, κρατουμένων. Το έγκλημα αυτό δεν εντάσσεται στη ζώνη ενδιαφέροντος της οικογένειας, ο φράχτης του κήπου αποτελεί ένα ισχυρό μονωτικό. Κάποιες κραυγές, κάποιες αφίξεις τραίνων, κάποιοι καπνοί είναι μόνο τα αμυδρά σημεία τού τι τεκταίνεται από την άλλη μεριά. Αυτή η ζώνη ενδιαφέροντος είναι εντελώς αποκομμένη από την οικογενειακή, ή μάλλον η οικογενειακή ζώνη ενδιαφέροντος δεν χωράει καμιάν άλλη: είναι ένας άλλος κόσμος. Ο καθείς έχει διαλέξει εκών άκων τη δική του ζώνη. (περισσότερα…)