ΝΠ | Επίκαιρα & Σχόλια

Μαύρα καράβια τα όνειρά μας

*

Λογοθεσίες από τον
ΗΡΑΚΛΗ ΛΟΓΟΘΕΤΗ

Μαύρα καράβια τα όνειρά μας

Ασπρίζει η καρδιά μου από τη λύπη βλέποντας πως το ορθοπολιτικό κίνημα στα γράμματά μας είναι ακόμα δειλό και άτολμο. H προφορική μας παράδοση ωστόσο επιβάλλεται να επανεξεταστεί αυστηρά και η γραμματεία μας να ξαναγραφτεί απ’ την αρχή, προκειμένου να απαλλαγεί από τα γλωσσικά ανομήματα της λευκής πατριαρχίας. Ένα απ’ αυτά, για παράδειγμα, συσχετίζει δυσφημιστικά το μαύρο χρώμα με τη θλίψη και τον θάνατο ενώ συνδέει το λευκό με θετικές αξίες. Έτσι, ξεκινώντας από τη μυθολογία και την τραγωδία, προτείνω τα πρόσημα να αντιστραφούν. Οι μαύρες Ευμενίδες ν’ ασπρίσουν από το κακό τους και ο Θησέας να προξενεί τον θάνατο του πατέρα του σηκώνοντας κατά λάθος άσπρο πανί. Η μαύρη χολή του Αχιλλέα να ωχριάσει και οι μαύρες σκιές που τριγυρίζουν τον Οδυσσέα στον Άδη να γίνουν λευκές οπτασίες. Ο Χάρος να πάψει ν’ απεικονίζεται ως μαύρος καβαλάρης και τα νερά της Στυγός να ρέουν γαλακτόχρωμα. Ακολούθως, η δήλωση του Σωκράτη, «λευκή στάθμη ειμί προς τους νέους», είναι αναγκαίο ν’ αλλάξει φιλοσοφικό χρωματισμό και να γίνει μαύρη στάθμη. Ο στίχος του Σολωμού, γλυκειά η ζωή κι ο θάνατος μαυρίλα, να εξοριστεί από τα αναγνωστικά μας για τη ρατσιστική του παρομοίωση, όσο για την ποιητική του κόρη, ας επιτραπεί να κατεβαίνει απ’ το βουνό αλλά μόνο μαυροντυμένη. Τα υπόπτου πολιτικής αποχρώσεως μαύρα ερείπια της καβαφικής Πόλεως θα πρέπει να βαφτούν άσπρα και το απαράδεκτο για τις ιδεολογικές του παρασημάνσεις Εν Λευκώ του Ελύτη, να τιτλοφορηθεί εκ νέου Εν Αμαυρώ. Η διαλεύκανση μιάς εκκρεμούσας αστυνομικής υποθέσεως να κοινοποιείται ως διαμαύρωση, καθαρό ποινικό μητρώο να λογίζεται το μαύρο και, αντιθέτως, η αμαύρωση της φήμης ενός αδίκως κατηγορούμενου να στηλιτεύεται εφεξής ως λεύκανση. Η λευκή κάρτα, ως μεταφορική ένδειξη εμπιστοσύνης, να αντικατασταθεί με την επίδοση μαύρης κάρτας και εκφράσεις όπως, η μαύρη μου η μοίρα, να λογοκριθούν απηνώς ενώ πάσα κακοτυχία να ντυθεί στα λευκά. Το μαύρισμα ενός υποψηφίου στις εκλογές να τραπεί σε άσπρισμα και η μαύρη ώρα της απώλειας ενός αγαπημένου προσώπου να γυρίσει σε λευκή. Τα μαύρα ταμεία των διεφθαρμένων επιχειρήσεων να ονομάζονται πλέον πάλλευκα, η μαύρη ψυχή ενός κακούργου να καταγγέλλεται ως λευκή και την ώρα της κρίσεως να γκρεμίζεται σε άσπρα βάραθρα. Γενικότερα, ο μονομερής παραλληλισμός της αθωότητας με τη λευκότητα χρήζει ανατροπής, όθεν η υπεράσπιση μιάς συνειδήσεως λευκής ως περιστερά να γίνει μαύρη σαν καλιακούδα. Τέλος, το βαμμένο στην προκατάληψη δημοτικό τραγούδι, μαύρη ζωή που κάνουμε εμείς οι μαύροι κλέφτες, να διαγραφεί από τα ιστορικά μας κατάστιχα, μπας και ξημερώσει επιτέλους και για μας μια μαύρη μέρα! (περισσότερα…)

Ο Γαργαντούας και ο Πανταγκρυέλ ανεβάζουν φωτογραφίες στο Ίνσταγκραμ

*

Μια κοινωνία της παρακμής δεν λατρεύει απλώς το φαγητό, το θεοποιεί. Αλλά η δική μας κοινωνία δεν μοιάζει να το αγγίζει πάντως ούτε να το απολαμβάνει με τη γλώσσα και τον ουρανίσκο. Θέλει απλώς να το φωτογραφίζει και να το εκθέτει στα σόσιαλ σαν επίτευγμα, σαν απόκτημα με υπερηφάνεια λες και αγόρασε ένα ακριβό αυτοκίνητο ή ένα κόσμημα. Θέλει να μοιραστεί τη χαρά της ή θέλει απλώς να κάνει τους άλλους να ζηλέψουν; Υπάρχει ειδική ρύθμιση στα κινητά για να φωτογραφίζει κανείς τα πιάτα και να τα ανεβάζει στο ίνσταγκραμ. Υπάρχει το food styling. Είναι instagrammable λέμε, ένα πιάτο με φωτογένεια, οποία τιμή γι’ αυτόν που το παρήγγειλε ή το ετοίμασε!

Άπειρα βιβλία μαγειρικής εκδίδονται καθημερινά, δεν είναι πια μόνον ο Τζέημυ Όλιβερ. Τώρα κάθε σοβαρό σπίτι επιβάλλεται να έχει στα ράφια της βιβλιοθήκης του έναν Οττολέγκι. Αλλά και λογοτεχνικά βιβλία καλής ποιότητος γράφονται για το θέμα της τροφής, της απόλαυσης του να μαγειρεύει κανείς, να δημιουργεί αυτοσχεδιάζοντας ή βάσει συνταγών και να ταϊζει τους γύρω του. Πότε αλήθεια έγινε αυτή η ζωτική μας ανάγκη τόσο σημαντική για τους νέους, πιο σπουδαία και από την ίδια την αγάπη και το σεξ; Ανέκαθεν περνούσαν τα παιδιά μια φάση γύρω στην εφηβεία όταν ανακάλυπταν την χαρά ενός ωραίου φαγητού και πειραματίζονταν για πρώτη φορά με την μαγειρική. Όμως σύντομα ξεχνούσαν αυτή τη φάση και προχωρούσαν σε άλλα πράγματα. Αστεϊζόμενοι λέμε ότι το φαγητό είναι «το σεξ του ηλικιωμένου» αλλά εδώ βλέπουμε κυρίως τους νέους να παθιάζονται με την αισθητική της γαστριμαργίας. Ηδονοβλεψίες της μάσας, μασουλάνε με απίστευτη λαχτάρα στα βίντεο που ανεβάζουν για τους followers. Υπάρχει αναμφισβήτητα ηδονή σ’ ένα ωραίο φαγητό, αλίμονο, και ο Ροσσίνι το ήξερε αυτό, ήταν εύσωμος, έγραφε συνταγές, δημιουργούσε νόστιμα πιάτα.

Άλλοτε ο τουρίστας αλλά και ο ταξιδιώτης –πρέπει να τους ξεχωρίζουμε για να μην παρεξηγηθούμε, μην πει κανείς ότι δεν ξέρουμε την διαφορά ανάμεσα στα δύο είδη– πήγαινε να δει αξιοθέατα και μουσεία στα μέρη που επισκεπτόταν. Τώρα δεν έχει τόσο πνευματικά ενδιαφέροντα, προτιμά να κλείνει ακριβά εστιατόρια και η εκδρομή του δεν είναι πλήρης αν όταν τον ρωτήσουν πώς πέρασε δεν μπορεί ν’ απαντήσει ότι έφαγε σε μια καλή παραδοσιακή ταβέρνα με σπιτικό φαγητό ή σε ένα ρεστωράν βραβευμένο με αστέρι Michelin. Επίσης πρέπει και να αποδείξει ότι πήγε. Με μια φωτογραφία φυσικά. Δεν μπορούμε να ξέρουμε αν ήταν πραγματικά νόστιμο το πιάτο, αυτή η δυνατότης δεν έχει ακόμα εφευρεθεί στο διαδίκτυο, η γεύση και η όσφρηση δεν μπορούν προς το παρόν να μεταδοθούν ηλεκτρονικά. (περισσότερα…)

Θωμάς Ιωάννου – Γεωργία Τριανταφυλλίδου, Διάλογος

*

INTERCITY

Μαμά, συγγνώμη
Που ξεχάστηκα
Και δε σε πήρα όταν έφτασα

Με πήρε ύπνος όπως ήμουν ψόφιος
Απ’ την κούραση
Και είδα όνειρο κακό
Πιο ζωντανό από ποτέ
Τόσο που έπεσα απ’ το κρεβάτι μου
Κραυγή μεγάλη βγάζοντας

Διαταραχή του ύπνου REM, μαμά
Παλιά κοιμόμουν σαν πουλάκι πλάι σου
Μα χρόνια άγρυπνη σε άφηνα
Να περιμένεις ένα μήνυμα ξερό
Του στυλ να μη με πρήζεις

Όλοι θα παν με τον συρμό
Από τις ράγες του κανείς δεν πρόκειται να βγει
Μόνο εσύ θα στήνεις το αυτί στον έρημο σταθμό
Για να ακούς αν έρχομαι

Θα είσαι εκεί
Στην αποβάθρα όταν φτάνω ξημερώματα
Και θα ρωτάς
Πού πήγανε οι φίλοι σου
Και σε αφήσαν δέμα ασυνόδευτο

Μαμά, να ξεχαστώ μη με αφήνεις
Πάρε με αύριο πρωί να με ξυπνήσεις

ΘΩΜΑΣ ΙΩΑΝΝΟΥ
5.4.2023

~ . ~

Η ΔΙΑΙΡΕΣΗ

Στον Νίκο, στον Κώστα

Πάντα φοβόμουν να γίνω η μητέρα
σου.
Να σιγουρέψω με τη γέννα τον χαμό σου,
να επωμιστούμε μια αγάπη διά δύο.
Λες και δεν ήξερα ότι αγάπη σημαίνει
από τη γέννησή της διαίρεση ατελής.

Ποτέ δεν σου τραγούδησα «τσαφ τσουφ»
ήτανε παλιακό το διερχόμενο τραινάκι στο τραγούδι μου
κι εσύ μικρός έστηνες τραίνα που πετούσαν σπίθες:
ηλεκτρικό παιχνίδι, ράγες δωματίου,
γέφυρες, τούνελ και σταθμοί, σφυρίγματα θριάμβου
ενός συρμού που κάλπαζε σαν άτι της προόδου.

Νυχτώθηκα να περιμένω νέα σου και τα παλιά
αστράφτουν στην οθόνη μου με φλας απόκοσμο.
Φωτίζονται για λίγο οι λαμαρίνες, η βαλίτσα σου,
το δαχτυλίδι της γιαγιάς στο χέρι της κοπέλας που καθόταν δίπλα σου.

Έτσι τη νύχτα παύουν ν’ αντηχούνε εισερχόμενα.
Γίνονται ειδήσεις στο ανήκουστο αυτί του κόσμου.
Κι εγώ που πάντα φοβόμουν να είμαι η μητέρα
σου,
ξέμεινα εδώ με μια ατελή διαίρεση στα χέρια.
Για το υπόλοιπο του αναίτιου βίου μου
να σ’ αγαπώ, πουλάκι μου, χωρίς επιστροφή.

ΓΕΩΡΓΙΑ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΙΔΟΥ
7.4.2023

*

 

Κάλπες εν όψει

*

ΠΕΡΑΣΤΙΚΑ & ΠΑΡΑΜΟΝΙΜΑ | 03:23
Καιρικά σχόλια από τον ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

Κάλπες εν όψει. Στην εικόνα, τα πολιτικά προγράμματα των κομμάτων.

~.~

Για τον χριστιανό ή τον διαφωτιστή (Διαφωτισμός: η τέταρτη αβρααμική θρησκεία), η τραγική σκέψη είναι σκάνδαλο. Για ποιον λόγο τιμωρείται για πράξεις του ολότελα ανεπίγνωστες ο Οιδίπους; Ο Αίας, ο Φιλοκτήτης, ο Ιππόλυτος, άπταιστοι υποκειμενικά, συνθλίβονται; Γιατί;

Στα σωτηριακά συστήματα, εκείνα που προσβλέπουν στην Ανάσταση ή στο Μέλλον, κάθε δεινό έχει έναν σκοπό, υπηρετεί ένα σχέδιο, τις άγνωστες έστω βουλές του Κυρίου, τη δύσκολη έστω μετάβαση προς την Πρόοδο. Και για τον λόγο αυτό είναι και δικαιολογημένο, σκαλοπάτι αναγκαίο προς την υπέρβαση, δάδα που δείχνει τον δρόμο ατομικά ή συλλογικά.

Σημασία εδώ έχει μόνο ότι ο δρόμος αυτός είναι ένας και ίσιος. Διά της βουλήσεως κάθε πιστός, κάθε οπαδός, έχει το ελεύθερο να τον βρει και να τον ακολουθήσει μέχρι τέλους. Εγώ ειμί η οδός… Όστις θέλει οπίσω μου ελθείν. Όμως: Ο μη ων μετ’ εμού, κατ’ εμού εστί.

Οδός άνω κάτω μία και ωυτή, απαντά ο τραγικός φιλόσοφος. Οδός ευθεία και σκολιή μία εστί και η αυτή. Ανηφοριά κατηφοριά είναι το ίδιο, ισιάδες και στροφές, όλα τα μονοπάτια, όλοι οι οδηγοί στο ίδιο σημείο τελικά οδηγούν: στην συντριβή. Ελεύθερη βούληση δεν υπάρχει, είναι μια αυταπάτη, μια παραίσθηση της ιστορίας. Οι άνθρωποι συντρίβονται όχι επειδή φταίξαν σε κάτι, αλλά επειδή γεννήθηκαν.

Από τη μια πλευρά, Τραγωδία και Μοίρα. Από την άλλη, Λύτρωση και Ελευθερία – τα όρια της σκέψης, τα όρια του κόσμου μας. Πιο πέρα δεν μπορεί να πάει κανείς. (περισσότερα…)

Jorge Ninapayta, Ο Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες και εγώ

*

Εισαγωγή- Μετάφραση ΒΑΣΩ ΧΡΗΣΤΑΚΟΥ

Ο Περουβιανός πεζογράφος Χόρχε Νιναπάυτα (Νάσκα, 1957 – Λίμα, 2014) έκανε τις πανεπιστημιακές του σπουδές στη Λίμα, στα πανεπιστήμια Κατόλικα και Σαν Μάρκος. Η διδακτορική του διατριβή ήταν πάνω στη λογοτεχνία. Εργάστηκε σαν καθηγητής στη Λίμα και τη Νέα Υόρκη, όπου έζησε πάνω από δέκα χρόνια. Η πολυάσχολη ακαδημαϊκή του ζωή και η σχολαστικότητα με την οποία διόρθωνε τα κείμενά του δεν του επέτρεψαν να αφήσει πίσω του έργο ιδιαίτερα εκτεταμένο. Διακρίθηκε ως διηγηματογράφος. Το έτος 2000 συγκέντρωσε όλα του τα βραβευμένα διηγήματα, μαζί με κάποια ανέκδοτα, στο βιβλίο Muñequita linda, έργο που τον καταξίωσε και διεθνώς ως έναν από τους σημαντικούς διηγηματογράφους της γλώσσας του.

Η σταθερά στα διηγήματα του Νιναπάυτα είναι οι μοναχικοί ήρωές του, άνθρωποι που δεν καταφέρνουν να αρθούν στο ύψος των προσδοκιών τους και γι’ αυτό πλάθουν μια άλλη ζωή «φανταστική» και παράλληλη, όπου γνωρίζουν την πλήρωση. Αυτή είναι και η περίπτωση του διορθωτή στο διήγημα «Ο Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες κι εγώ» ο οποίος έχει την τύχη να του αναθέσουν να επιμεληθεί την πρώτη έκδοση ενός έργου μοναδικού, του αριστουργήματος του Κολομβιανού συγγραφέα Εκατό χρόνια μοναξιάς.

~.~

Παράξενοι ήταν οι δρόμοι που με οδήγησαν στη δόξα. Τώρα που ανασκοπώ τη ζωή μου μπορώ να το διακρίνω καθαρά. Την ημέρα που έκλεινα τα είκοσι τρία, σ’ ένα μπαρ του Καγιάο μια αξιοσέβαστη και λιπόσαρκη τσιγγάνα μού διάβασε τη μοίρα στα χαρτιά. Μετά, με επίσημο ύφος, μου είπε ότι θα έκανα κάτι πολύ σπουδαίο στη ζωή μου· «κάτι μεγαλειώδες», ήταν τα λόγια της.

Η αλήθεια είναι ότι αυτό δεν ήταν και καμιά μεγάλη έκπληξη για μένα, ήμουν πάντα πεπεισμένος γι’ αυτό. Αν και πίστευα ότι δεν είναι απαραίτητο να κάνω κάτι υπερβολικό· μια συνεισφορά στην Ιστορία, όσο μικρή και να ’ναι, είναι αξιοσημείωτο επίτευγμα. Και ενώ η αναμενόμενη στιγμή πλησίαζε, εγώ εργαζόμουν ως διορθωτής κειμένων σ’ έναν εκδοτικό οίκο βιβλίων θεολογίας.

Τέσσερα χρόνια μετά, έφυγα από το Καγιάο σ’ ένα φορτηγό πλοίο που με πήγε σε διάφορα λιμάνια της Νότιας Αμερικής. Έτσι άρχισε ένας περίπλους που κράτησε πάνω από δέκα χρόνια. Κέρδιζα το ψωμί μου διορθώνοντας κείμενα. Σε όποιο μέρος έφτανα, έψαχνα για τους πιο γνωστούς εκδοτικούς οίκους ή εφημερίδες και πήγαινα εκεί για να προσφέρω τις υπηρεσίες μου. (περισσότερα…)

Ο βράχος και το κύμα

*

Προς τον αξιότιμον πρόεδρον του εν Κερκύρα Πολιτικού Συλλόγου «Η Αναγέννησις»

Κύριε Πρόεδρε,

Η εικοστή πέμπτη Μαρτίου και η δεκάτη Οκτωβρίου, καίτοι απέχουσαι τεσσαράκοντα δύο έτη η μία από της άλλης ουχ ήττον συνταυτίζονται και συνδέονται εν τη ιστορία ημών τοσούτον, ώστε ήθελεν είναι αδύνατον να τας διαζεύξει τις χωρίς να διακόψει την τε συνέχειαν του παρελθόντος μετά του μέλλοντος και την ενότητα της ενεργείας, δι’ ης η ημετέρα φυλή προβαίνει εις τον προορισμόν αυτής, γενναίως παλαίουσα προς τα ανταγωνιζόμενα στοιχεία.

Αι ημέραι αύται υπάρχουσι καθιερωμέναι εν τη καρδία ημών. Ο δε λαός τας καθηγίασεν ήδη και τας κατέγραψεν εν ταις αιματηραίς δέλτοις του εθνικού μαρτυρολογίου, ούτε θέλει παύσει προσφέρων αυταίς, εν είδει θυμιάματος και ολοκαυτώματος, τας εμπνεύσεις και την λατρείαν του.

Η δημοτική ελληνική ποίησις υπήρξεν υπό την δουλείαν ο αχώριστος σύντροφος, η μόνη παρηγορία της τεθλιμμένης ψυχής του ημετέρου έθνους. Αείποτε πένθιμος, μελαγχολική, αλλ’ αείποτε πλήρης ζωής και ελπίδων, φέρει εστεμμένον το μέτωπον με κλάδους κυπαρίσσου και δάφνης, ως αν ήθελε να είπει προς ημάς τους μεταγενεστέρους ότι εκ των παθημάτων θέλει βλαστήσει η νίκη. Συνοδεύσασα πιστώς τον Έλληνα εν τοις διωγμοίς, εν τοις δεσμωτηρίοις, επί του πεδίου της μάχης, ουδέποτε εγκατέλειπεν αυτόν ορφανόν, μεμονωμένον κατά την σκληράν δοκιμασίαν τοσούτων αιώνων.

Δικαιούται λοιπόν και τώρα η δημοτική ποίησις, η φιλόστοργος αύτη αδελφή και συμμέτοχος των δεινών του ελληνικού έθνους παθημάτων, δικαιούται να συμμεθέξει και του σημερινού αγώνος.

Όπου προσπάθεια, σκοπόν έχουσα την ανέγερσιν και το μεγαλείον του Έλληνος, εκεί αύτη κατά δικαίωμα παρευρίσκεται, διότι εις αυτήν μόνην απόκειται να συντάξει τον επινίκιον ύμνον και να ψάλει το χαρμόσυνον άσμα, αφού δεν απηύδησε ποτέ θρηνωδούσα επί του τάφου τοσούτων ηρώων προς επισημοποίησιν των βασάνων και των μαρτυρίων.

Εν τω στιχουργήματι, όπερ λαμβάνω την τιμήν ν’ αφιερώσω προς υμάς, απεικονίζεται αλληγορικώς η πάλη και ο θρίαμβος του Ελληνισμού κατά της βαρβαρικής κατακτήσεως, του μεν πρώτου παριστανομένου ως κύματος αφροστεφούς, της δε δευτέρας ως πέτρας ισταμένης εν μέσω του πελάγους.

Δεχθείτε αυτό μετ’ ευμενείας, ουχί ως έργον αντάξιον του θέματος, αλλ’ ως ελάχιστον δείγμα του προς υμάς βαθυτάτου σεβασμού μου.

ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ ΒΑΛΑΩΡΙΤΗΣ

~.~

Ο βράχος και το κύμα

«Μέριασε, βράχε, να διαβώ», το κύμ’ ανδρειωμένο
λέγει στην πέτρα του γιαλού θολό, μελανιασμένο.
«Μέριασε! Μες στα στήθη μου, που ’σαν νεκρά και κρύα,
μαύρος βοριάς εφώλιασε και μαύρη τρικυμία.
Αφρούς δεν έχω γι’ άρματα, κούφια βοή γι’ αντάρα,
έχω ποτάμι αίματα, μ’ εθέριεψε η κατάρα
του κόσμου που βαρέθηκε, του κόσμου που ’πε τώρα,
βράχε, θα πέσεις, έφτασεν η φοβερή σου ώρα.
Όταν ερχόμουνα σιγά, δειλό, παραδαρμένο,
και σὄγλειφα και σὄπλενα τα πόδια δουλωμένο,
περήφανα μ’ εκοίταζες κι εφώναζες του κόσμου
να ιδεί την καταφρόνεση που πάθαινε ο αφρός μου.
Κι αντίς εγώ κρυφά κρυφά, εκεί που σ’ εφιλούσα,
μέρα και νύχτα σ’ έσκαφτα, τη σάρκα σου εδαγκούσα,
και την πληγή που σ’ άνοιγα, το λάκκο που ’θε’ κάμω,
με φύκη τον επλάκωνα, τον έκρυβα στον άμμο.
Σκύψε να ιδείς τη ρίζα σου στης θάλασσας τα βύθη·
τα θέμελά σου τα ’φαγα, σ’ έκαμα κουφολίθι.
Μέριασε, βράχε, να διαβώ! Του δούλου το ποδάρι
θα σε πατήσει στο λαιμό… Εξύπνησα λιοντάρι!…»

Ο βράχος εκοιμότουνε. Στην καταχνιά κρυμμένος,
αναίσθητος σου φαίνεται, νεκρός σαβανωμένος.
Του φώτιζαν το μέτωπο, σχισμένο από ρυτίδες,
του φεγγαριού, που ’ταν χλωμό, μισόσβηστες αχτίδες.
Ολόγυρά του ονείρατα, κατάρες ανεμίζουν,
και στον ανεμοστρόβιλο φαντάσματ’ αρμενίζουν,
καθώς ανεμοδέρνουνε και φτεροθορυβούνε
τη δυσωδία του νεκρού τα όρνια αν μυριστούνε.

Το μούγκρισμα του κύματος, την άσπλαχνη φοβέρα
χίλιες φορές την άκουσεν ο βράχος στον αιθέρα
ν’ αντιβοά τρομαχτικά, χωρίς καν να ξυπνήσει
και σήμερ’ ανατρίχιασε, λες θα λιγοψυχήσει.

«Κύμα, τί θέλεις από με και τί με φοβερίζεις;
Ποιός είσαι συ κι ετόλμησες, αντί να με δροσίζεις,
αντί με το τραγούδι σου τον ύπνο μου να ευφραίνεις
και με τα κρύα σου νερά τη φτέρνα μου να πλένεις,
εμπρός μου στέκεις φοβερό, μ’ αφρούς στεφανωμένο;…
Όποιος κι αν είσαι, μάθε το: εύκολα δεν πεθαίνω».

«Βράχε, με λεν Εκδίκηση. Μ’ επότισεν ο χρόνος
χολή και καταφρόνεση. Μ’ ανάθρεψεν ο πόνος.
Ήμουνα δάκρυ μια φορά, και τώρα, κοίταξέ με,
έγινα θάλασσα πλατιά. Πέσε, προσκύνησέ με.
Εδώ, μέσα στα σπλάχνα μου, βλέπεις δεν έχω φύκη,
σέρνω ένα σύγνεφο ψυχές, ερμιά και καταδίκη.
Ξύπνησε τώρα, σε ζητούν του Άδη μου τ’ αχνάρια…
Μ’ έκαμες ξυλοκρέβατο… Με φόρτωσες κουφάρια…
Σε ξένους μ’ έριξες γιαλούς… Το ψυχομάχημά μου
το περιγέλασαν πολλοί, και τα παθήματά μου
τα φαρμακέψανε κρυφά με την ελεημοσύνη…
Μέριασε, βράχε, να διαβώ, επέρασε η γαλήνη·
καταποτήρας είμ’ εγώ, ο άσπονδος εχθρός σου,
              γίγαντας στέκω εμπρός σου!»

Ο βράχος εβουβάθηκε. Το κύμα στην ορμή του
εκαταπόντισε μεμιάς το κούφιο το κορμί του.
Χάνεται μες στην άβυσσο, τρίβεται, σβηέται, λιώνει
              σα να ’ταν από χιόνι.
Επάνωθέ του εβόγκηξε, για λίγο αγριωμένη,
η θάλασσα κι εκλείστηκε. Τώρα δεν απομένει
στον τόπο που ’ταν το στοιχειό κανείς παρά το κύμα
που παίζει γαλανόλευκο επάνω από το μνήμα.

[1863]

*

Γιάννης Πατίλης, Ποιά μέρα γιορτάζουμε τὴν ποίηση

*

ΠΟΙΑ ΜΕΡΑ ΓΙΟΡΤΑΖΟΥΜΕ ΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ

ἐξ ἀποστάσεως χαιρετισμὸς
γιὰ νὰ διαβαστεῖ στὶς 21 Μάρτη
στὸ Μουσικὸ Σχολεῖο Κομοτηνῆς

Θέλει σκοτάδι ἡ ποίηση γιὰ νὰ γιορτάσει
βαθὺ σκοτάδι σὰν αὐτὸ
ποὺ πλάκωσε τὸν δύσμοιρο Οἰδίποδα
ὅταν νόμιζε πὼς θὰ γλυτώσει τὸν χρησμό
θέλει τῆς Μήδειας τὸ αἱματηρὸ γιορτάσι
ὅταν κατάλαβε πὼς ἔχασε γιὰ πάντα
τὸν γαμπρό
τοῦ Ἀχιλλέα τὴ μαύρη τρύπα τοῦ φιλότιμου
ὅταν τ’ ὡραῖο λάφυρο
τοῦ πῆρε τὸ ἀφεντικὸ ἀπ’ τὸ κρεβάτι

Ὄχι ἡ Ποίηση δὲν εἶναι σχολεῖο κατηχητικὸ
κι ὁ Ποιητὴς ρομαντικὸς γκαρσόνης
ποὺ θὰ μᾶς φέρει στὴ βεράντα τ’ ἀναψυκτικό
Χασάπης τῆς γλώσσας του εἶναι ὁ ποιητὴς
μαυρόψυχος ποὺ καίει τὸ λίπος του
νὰ φτιάξει ἕνα κερί
τὴν Ἐρινύα του πρὶν ἀπ’ ὅλα
νὰ φωτίσει

Νύχτα γιορτάζουμε τὴν ποίηση
μὲ ποιήματα κεριὰ
ποὺ οἱ ποιητὲς ὅλου τοῦ κόσμου
ἔχουν ἀνάψει γιὰ παρηγοριὰ
στοῦ σκοταδιοῦ τ’ ἀπίστευτο
τὸ μάκρος
Κοίταξε γύρω σου καὶ πίσω σου
καὶ δὲς
τί σιωπηλὰ τί ὄμορφα
καὶ τί πολλὰ ποὺ καῖνε
Καὶ πάνω ἀπ’ ὅλα σκέψου
ὅτι καὶ σὺ μπορεῖς ἂν χρειαστεῖ
νὰ φτιάξεις ἕνα

Γι’ αὐτὸ
μὴ μὲ ξαναρωτήσεις τώρα πιὰ
ποιά μέρα ἡ ποίηση γιορτάζει
Τὴν εἰκοστὴ πρώτη Μαρτίου ἁπλῶς τηροῦμε
ἑνὸς λεπτοῦ σιγὴ
ὅλοι μαζὶ πενθώντας
γιὰ ὅλες ἐκεῖνες τὶς ἡμέρες
καὶ τὶς νύχτες τῆς ζωῆς μας
τῆς Ποίησης
ποὺ στερηθῆκαν
τὸ κερί

ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΤΙΛΗΣ

Τὸ σπασμένο εἶναι πιὸ ἀνθεκτικὸ. Ποιήματα 1970-2022, ὕψιλον/βιβλία, Ἀθήνα 2023, σσ. 373-374.

*

*

Ο νέος ακαδημαϊσμός

*

Ακούγοντας προχθές στο Μέγαρο τους δυο μαέστρους μας, τον Νίκο Τσούχλο και τον Βύρωνα Φιδετζή, στην εξαίρετη βραδιά την αφιερωμένη στον Φίλιππο Τσαλαχούρη και τις νέες εκδόσεις του συνθετικού έργου του, ένιωσα να ταυτίζομαι με τα λεγόμενά τους. Κι αυτό, διότι εντελώς αντίστοιχες παρατηρήσεις έχω επανειλημμένα κάνει στα βιβλία και τα άρθρα μου για την ποίηση. Το ότι εκείνοι λένε τα ίδια για το δικό τους μετιέ, την μουσική, επιβεβαιώνει νομίζω αμφοτέρων την ακρίβεια.

Ο Τσούχλος μίλησε, αναγνωρίζοντας προς τιμήν του το μερίδιο της ευθύνης που του αναλογεί, για τον μοντερνιστικό ακαδημαϊσμό που κατατρύχει τα μουσικά μας πράγματα. Για το φαινόμενο λ.χ. ένας συνθέτης να θάβει μέσα σε ποικίλα τερτίπια και τεχνάσματα μια εξαίρετη μουσική του ιδέα, επειδή φοβάται ότι θα θεωρηθεί τόσο γοητευτική μες στην απλότητά της που οι «προχωρημένοι» ομότεχνοί του, οι οποίοι μετρούν τα πάντα με τη μεζούρα της αβανγκάρντ, θα την αποδοκιμάσουν. Πόσοι και πόσοι καλοί ποιητές μας δεν κάνουν το ίδιο; Μασκαρεύονται ώστε να αρέσουν – όχι στους αναγνώστες τους, αλλά σε ένα στανικό δόγμα για το πώς πρέπει να μοιάζει το «μοντέρνο ποίημα» σήμερα.

Και ο Βύρων Φιδετζής μίλησε για την τύχη που επιφύλαξαν εδώ σε μας στον μεγάλο Νίκο Σκαλκώτα (!) οι μουσικοκριτικοί και οι ομότεχνοί του ώς τα τέλη σχεδόν του προηγούμενου αιώνα. Σημαντικό τμήμα των συνθέσεών του θεωρήθηκε «πάρεργο», αποσιωπήθηκε και αφέθηκε ανεκτέλεστο. Ανάμεσά τους οι περίφημοι Ελληνικοί χοροί. Ο λόγος; Δεν ήταν αρκούντως πρωτοποριακό, ο Σκαλκώτας όταν επέστρεψε στην Αθήνα από τη Γερμανία «συμβιβάστηκε» λέει και υπέστειλε το λάβαρο του δωδεκαφθογγισμού…

Το ότι ο Σκαλκώτας είναι ως συνθέτης πολυστυλίστας (πολυειδής και πολυυφής, μοντερνιστής μαζί και νεοκλασσικός, «εθνικός» και κοσμοπολίτης) μόλις τις τελευταίες δεκαετίες έχουμε αρχίσει να το διακρίνουμε. (Ας είναι καλά και οι ξένες ορχήστρες που τον παίζουν…) Να δούμε πότε θα καταφέρουμε το ανάλογο και στην λογοτεχνία, πότε θα δούμε δηλαδή ότι ο Ελύτης λ.χ. είναι, ταυτόχρονα, και το Άξιον Εστί και τα Ρω του έρωτα, και το Μονόγραμμα και η Μαρία Νεφέλη. Ή ότι ο Ρίτσος είναι και ο κομμουνιστής βάρδος των πολιτικών συνθέσεων και ο μύχιος βιογράφος των μικρών πραγμάτων… (Για να μην πάω στον Παλαμά ή τον Παπαδιαμάντη…)

Το ρεζουμέ; Όπως ακριβώς στην πολιτική, έτσι και στην τέχνη οι ιδεολογίες είναι μισαλλόδοξες. Όπου παίρνουν το πάνω χέρι, βιάζουν, κακοποιούν πράγματα και ανθρώπους.

Ο Νίκος Τσούχλος ανέφερε προχθες την «φιλάνθρωπη», όπως την αποκάλεσε, συμβουλή που είχε απευθύνει ο Καλομοίρης στον Σκαλκώτα όταν εκείνος πρωτόπαιξε έργα του δωδεκαφθογγικά στην Αθήνα το 1932. Το κοινό είχε μείνει, φυσικά, εμβρόντητο και αντέδρασε πολύ αρνητικά. Μήπως ανάλογα δεν είχαν αντιδράσει και οι Βιεννέζοι οι ίδιοι όταν πρωτάκουσαν τέτοιας λογής έργα;

Ο Καλομοίρης συνέστησε ευγενώς στον Σκαλκώτα να έρθει στη θέση των ακροατών του. Να μην περιμένει μόνο να καταλάβουν εκείνοι τα πειράματά του, αλλά κι εκείνος να προσπαθήσει να ανταποκριθεί στις ανάγκες τους. Ευτυχώς, για όλους μας, ο Σκαλκώτας είχε την ευφυία να τον ακούσει.

(Τα Τοπία και τα σαρανταρικά Εαρινά του Φίλιππου, που ερμήνευσαν με ακρίβεια και δόνηση εσωτερική προχθές η Ευγενία Καλοφώνου και ο Θοδωρής Τζοβανάκης, έχουν όλη τη θυμική οικειότητα που λείπει από μεγάλο τμήμα της σύγχρονης λόγιας μουσικής. Ηχούν ακόμη στ’ αυτιά μου τώρα που ευγνωμόνως γράφω αυτά τα λόγια.)

ΚΩΣΤΑΣ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗΣ

*

Noam Chomsky, Η ενδυνάμωση του ΝΑΤΟ είναι το τελευταίο που χρειαζόμαστε

*

Στην πρόσφατη συνομιλία του με τον C. J. Polychroniou για τον πόλεμο στην Ουκρανία, η οποία υπό τον τίτλο «A Stronger NATO Is the Last Thing We Need as Russia-Ukraine War Turns 1» δημοσιεύτηκε στο Truthout, ο Αμερικανός διανοούμενος και πολιτικός στοχαστής Νόαμ Τσόμσκυ ερωτήθηκε μεταξύ άλλων για τη γνώμη του όσον αφορά τα δυτικά σχέδια. «Τι επιδιώκουν ΝΑΤΟ και ΗΠΑ στην Ουκρανία; Να παροτρύνουν τον ουκρανικό στρατό να ανταποδώσει χτυπώντας τη Μόσχα και άλλες ρωσσικές πόλεις;» Μεταφράζουμε, ελαφρά συντομευμένο, ένα απόσπασμα της συνέντευξης. — ΝΠ

~.~

«Γίνεται όλο και πιο φανερό ότι έχουμε πλέον να κάνουμε με έναν πόλεμο του ΝΑΤΟ και των ΗΠΑ κατά της Ρωσσίας διαμέσου της Ουκρανίας»

Μπορούμε να ξεκινήσουμε με το ερώτημα τι δεν είναι στα σχέδια του ΝΑΤΟ και των ΗΠΑ για την Ουκρανία. Η απάντηση είναι εύκολη: η προσπάθεια να τερματιστούν οι φρικαλεότητες προτού η κατάσταση γίνει πολύ χειρότερη. Το «πολύ χειρότερη» εδώ ξεκινά από την επιδείνωση της καταστροφής της χώρας, πράγμα από μόνο του φρικτό αν και σε καμία περίπτωση συγκρίσιμο με τις συνέπειες της εισβολής των ΗΠΑ και της Βρετανίας στο Ιράκ ή, φυσικά, την ερήμωση της Ινδοκίνας από τις ΗΠΑ, που δεν έχει το όμοιό της στη μεταπολεμική περίοδο. Και ο κατάλογος έχει άφθονα τέτοια παραδείγματα. Για να πάρουμε μερικά «ελάσσονα», από τον Φεβρουάριο του 2022 και δώθε ο ΟΗΕ υπολογίζει τους θανάτους αμάχων στην Ουκρανία σε περίπου 7.000. Ο αριθμός είναι σίγουρα πολύ υποεκτιμημένος. Αν τον τριπλασιάσουμε, ισοφαρίζουμε τον εκτιμώμενο αριθμό των νεκρών της, υποστηριζόμενης από τις ΗΠΑ, εισβολής του Ισραήλ στον Λίβανο το 1982. Αν τον πολλαπλασιάσουμε επί 30, φτάνουμε στον απολογισμό των σφαγών επί Ρόναλντ Ρήγκαν στην Κεντρική Αμερική, κατά τις μικροεπεμβάσεις εκεί της Ουάσιγκτον. Και ούτω καθεξής.

Κατά τα δυτικά θέσφατα, μια τέτοια σύγκριση θεωρείται περιττή, περιφρονητέα μάλιστα. Πώς τολμά κανείς να μιλάει για δυτικά εγκλήματα, όταν ιερό καθήκον του είναι να καταγγέλλει τη Ρωσσία ως μόνο υπαίτιο της φρικωδίας! Επιπλέον, για κάθε ένα από τα δικά μας εγκλήματα, υπάρχουν ένα σωρό περίτεχνες δικαιολογίες. Καταρρέουν γρήγορα μόλις τις ψιλολογήσει κανείς, όπως έχει σχολαστικά αποδειχθεί. Αλλά η κατάρριψή τους δεν έχει σημασία μέσα σ’ αυτή την καλολαδωμένη μηχανή των θεσφάτων, όπου «οι αντιδημοφιλείς ιδέες αποσιωπώνται και τα άβολα γεγονότα παραμένουν στο σκοτάδι, χωρίς να χρειάζεται καμιά επίσημη απαγόρευση», για να δανειστούμε την περιγραφή της φιλελεύθερης Αγγλίας από τον Τζωρτζ Όργουελ στην (ανέκδοτη) εισαγωγή του στη Φάρμα των ζώων.

Πάντως, οι συνέπειες της επιδείνωσης αυτής υπερβαίνουν κατά πολύ τον ζοφερό απολογισμό στην ίδια την Ουκρανία. Διότι περιλαμβάνουν επίσης τους ανθρώπους που κινδυνεύουν να πεινάσουν λόγω των περιορισμών στις εξαγωγές σιτηρών και λιπασμάτων από την πλούσια περιοχή της Μαύρης Θάλασσας. Περιλαμβάνουν την αύξουσα απειλή μιας πυρηνικής κλιμάκωσης (που σημαίνει πόλεμο μέχρι πλήρους εξοντώσεως). Και πάνω απ’ όλα, την απότομη περιστολή της δειλής ώς σήμερα απόπειρας να αποτραπεί ο επικρεμάμενος όλεθρος της πλανητικής υπερθέρμανσης.

Πώς να αγνοήσουμε την ευφορία της βιομηχανίας των ορυκτών καυσίμων για την εκτόξευση της κερδοφορίας της; Πώς να αγνοήσουμε την επιτυχία του προπαγανδιστικού συστήματος να διασκεδάσει αυτή την ανησυχία στον νου των θυμάτων, του γενικού πληθυσμού; Στην τελευταία δημοσκόπηση της PEW για τα ζητήματα που ανησυχούν τους Αμερικανούς ο πυρηνικός πόλεμος ήταν άφαντος. Η δε κλιματική αλλαγή βρέθηκε στον πάτο των απαντήσεων – μόλις 12% των Ρεπουμπλικάνων προβληματίζονται γι’ αυτήν. (περισσότερα…)

Ένα Μουσείο — μα τι Μουσείο;

*

του ΗΡΑΚΛΗ ΛΟΓΟΘΕΤΗ

Ένα Μουσείο — μα τι Μουσείο;

Μόνο μελαγχολία προξενεί η προεπιλογή λίγων ξένων αρχιτεκτονικών γραφείων για την επέκταση του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου και η έγκριση μιάς πρότασης συμβιβαστικά ανέμπνευστης, επιεικώς μετρίας, δίχως τον σπινθηρισμό της διαλάμπουσας ιδιοφυίας. Ένας διαγωνισμός τέτοιας σημασίας, όφειλε αυτονοήτως ν’ απευθύνεται σε όλους, έλληνες και ξένους — και μάλιστα να παραμείνει ανοιχτός ώσπου να φανεί μια συναρπαστική ιδέα κι όχι να στριμωχτεί στα χρονικά όρια μίας ακόμα προεκλογικής εξαγγελίας. Το έργο της επέκτασης του ΕΑΜ δεν είναι απ’ αυτά που γίνονται και ξεγίνονται, όπως ο πεζόδρομος της Πανεπιστημίου ή η ανάπλαση μιας πλατείας. Είναι καθρέφτης της αυτογνωσίας μας και θα προσδιορίσει τουλάχιστον για τα επόμενα πενήντα ή εκατό χρόνια την εικόνα που έχουμε για τον εαυτό μας και τη σχέση της σύγχρονης Ελλάδας με το ολόγλυφο παρελθόν της. Μια αρχιτεκτονική σύλληψη αναλόγου λαμπρότητας δεν μπορεί παρά να αντλεί τη δυναμική της από τις συμβολικές μορφές του ελληνικού χώρου και να έχει την ευελιξία αναγωγής μίας σφύζουσας εντοπιότητας σε οικουμενικά συμφραζόμενα. Μια τέτοια σύλληψη όμως δεν κυοφορείται αναγκαστικά στα βραβευμένα αρχιτεκτονικά γραφεία που νέμονται κατ’ αποκοπήν παρόμοιες αναθέσεις. Είναι πρωτίστως πνευματική εκτίναξη και μπορεί να εκπορευτεί από οποιονδήποτε αρχιτέκτονα, άσημο ή διάσημο, ντόπιο ή ξένο, έχει προσοικειωθεί τους κυματισμούς της ελληνικής γραμμής με αλματική χάρη και μορφοπλαστικό σφρίγος. Εδώ δεν μιλάμε για την ανέγερση κανενός ξενοδοχείου που φιλοδοξεί να πιστοποιηθεί σύμφωνα με τα διεθνή πρότυπα αλλά για την έγερση του εθνικού μας αναστήματος στην παγκόσμια αρχιτεκτονική σκηνή. Δεν είναι εντούτοις αργά να κάμουν πίσω ετούτοι ή κάποιοι επόμενοι από τους κατά συνθήκην απνευμάτιστους διαχειριστές της εξουσίας. Να σταματήσουν, έστω και υπό πίεση, τις προχειρότητες που διαιωνίζουν την πολιτική της προγραμματικής μας καχεξίας. Να περιορίσουν δηλαδή την συμπλεγματικά σαλονίστικη ματιά τους σε καμιά δουλίτσα νεοπλουτίστικης αισθητικής α-λά Ντουμπάι — και να δώσουν την ευκαιρία σ’ όποιον αξίζει να πάει μπροστά και ν’ αριστεύσει αληθινά στον αγώνα μ’ ένα έργο μεγάλης πνοής.

~.~

Last call

Για να πάρουν εκδίκηση τα πιό wild dreams των απανταχού ελληνιστών!

Έφυγε full of days (ναι, το διάβασα κι αυτό!) ο famous νεοελληνιστής Μάριο Βίττι και οι Γραικοί, που αποδεδειγμένα έχουν την ίδια love και το ίδιο passion για τη modern γλώσσα τους, ετοιμάζονται με προεξάρχουσες τις Λίτεραλ+ κοινότητες, να τον τιμήσουν αναλόγως. Οπότε ως last call στο spirit του ανδρός θα παρατεθούν φιλολογικά dinners και θα διοργανωθούν ποικίλα events, residencies, ίσως και polymorphic installations για να επιβεβαιώσουν το respect των Ελληναραίων στη μνήμη του.

~.~ (περισσότερα…)

Της φύσης η δύναμη, άγρια, αδάμαστη πάντα…

*

Της φύσης η δύναμη, άγρια, αδάμαστη πάντα, ασυγκράτητη κι ασυγκίνητη για τ’ ανθρώπινα (όπως πάντα), ξέσπασε ξανά τρομερή καταπάνω στην χιλιοδαρμένη αυτή μεθόριο περιοχή, όπως έκανε ξανά και ξανά αιώνες πριν.

Ο νους στους χειμαζόμενους Τούρκους μα και στους Σύρους, που έχουν πιότερη την ανάγκη και την κατεπείγουσα συνδρομή της διεθνούς κοινότητας, λόγω της απομόνωσης της χώρας.

Θυμήθηκα τι έγραφε ο Θεοφάνης ο Ομολογητής για τους φοβερούς κι ολέθριους σεισμούς του 526 και 528 στην Αντιόχεια. Οι νεκροί; αναρίθμητα πλήθη (λεν οι στορικοί πάνω από 250.000)…

ἔπαθεν ὑπὸ θεομηνίας Ἀντιόχεια ἡ μεγάλη τῆς Συρίας πάθος ἀνεξήγητον. τοσοῦτον γὰρ ἡ ὀργὴ τοῦ θεοῦ ἐπῆλθεν ἐπ’ αὐτήν, ὥστε πτωθῆναι σχεδὸν πᾶσαν τὴν πόλιν καὶ τάφον τῶν οἰκητόρων γενέσθαι. τινὰς δὲ καταχωσθέντας καὶ ἔτι ζῶντας ὑπὸ τὴν γῆν πῦρ ἐκ τῆς γῆς ἐξελθὸν κατέφλεξεν. καὶ ἕτερον πῦρ ἐκ τοῦ ἀέρος, ὡς σπινθῆρες, κατήρχετο καὶ κατέκαιεν, ὥσπερ ἀστραπή, τὸν εὑρισκόμενον· καὶ ἐσείετο ἡ γῆ ἐπὶ ἐνιαυτὸν ἕνα […] καὶ πᾶς οἶκος καὶ ἐκκλησία κατέπεσον, καὶ τὸ κάλλος τῆς πόλεως ἠφανίσθη. καὶ οὐ γέγονε τοιαύτη θεομηνία ἐν ἄλλῃ πόλει ἐν πάσαις ταῖς γενεαῖς. ὁ δὲ εὐσεβέστατος βασιλεὺς Ἰουστῖνος ταῦτα μαθὼν μεγάλως ἤλγησε τὴν ψυχήν, ὥστε ἐπῇρε τὸ διάδημα ἐκ τῆς κεφαλῆς αὐτοῦ καὶ τὴν πορφύραν καὶ ἐπένθησεν ἐν σάκκῳ ἐπὶ ἡμέρας πολλάς, ὥστε καὶ τῇ ἑορτῇ προσελθὼν ἐν τῇ ἐκκλησίᾳ οὐ κατεδέξατο φορέσαι τὸ στέμμα ἢ τὴν χλαμύδα· ἀλλ’ οὕτω λιτῶς προσῆλθε μαντίον πορφυροῦν φορέσας καὶ κλαίων ἐπὶ πάσης τῆς συγκλήτου· καὶ πάντες ἔκλαιον σὺν αὐτῷ πενθικὰ φοροῦντες. […]

ἔπαθεν ὑπὸ θεομηνίας πάλιν Ἀντιόχεια ἡ μεγάλη μετὰ δύο ἔτη τοῦ πρώτου αὐτῆς πάθους. καὶ ἐγένετο σεισμὸς μέγας ἐπὶ ὥραν μίαν, καὶ ἐγένετο βρυγμὸς ἐκ τοῦ οὐρανοῦ φοβερός· καὶ ἔπεσον πάντα τὰ κτισθέντα ἕως ἐδάφους καὶ τὰ τείχη, καὶ ἐκ τῶν μὴ πεσόντων παλαιῶν κτισμάτων ἐν τῷ πρώτῳ σεισμῷ κατηνέχθησαν νῦν· καὶ πᾶσα ἡ εὐπρέπεια, ἡ γενομένη ἐν τῇ πόλει ἔκ τε τῶν τοῦ βασιλέως φιλοτιμιῶν καὶ ὧν ἐξ ἰδίων οἱ πολῖται ᾠκοδόμησαν, πάντα κατέπεσον. ταῦτα μαθοῦσαι αἱ πλησιάζουσαι πόλεις μετὰ πένθους ἐλιτάνευον. ἀπέθανον δὲ καὶ ἐν ταύτῃ τῇ πτώσει χιλιάδες τέσσαρες καὶ ὀκτακόσιοι ἑβδομήκοντα. οἱ δὲ σωθέντες ἔφυγον εἰς τὰς ἄλλας πόλεις καὶ εἰς τὰ ὄρη ἐν καλύβαις ᾤκουν. γέγονε δὲ καὶ χειμὼν μέγας καὶ βαρύτατος· καὶ ἐλιτάνευον οἱ ἀπομείναντες πάντες ἀνυπόδητοι, κλαίοντες καὶ ῥίπτοντες ἑαυτοὺς πρηνεῖς εἰς τὰς χιόνας, κράζοντες τό, «Κύριε ἐλέησον».

ΗΛΙΑΣ ΜΑΛΕΒΙΤΗΣ

*

Με ένα βιολί και ένα ακκορντεόν

*

Ξαφνικά ακούω μουσική απ’ έξω, μια παράξενη μουσική λυπητερή. Ανοίγω το τζάμι. Βλέπω έναν ακκορντεονίστα καθισμένο σ’ ένα σκαμνάκι, δίπλα του μια κυρία όρθια παίζει βιολί. Μια παράξενη μουσική λυπητερή που γίνεται ακόμα πιο λυπητερή μόλις συνειδητοποιείς το γιατί.

—Είναι κηδεία; ρωτάει ο άντρας μου απορημένος.

—Κατά κάποιο τρόπο, απαντάω.

—Μα κηδεία εδώ στη μέση του δρόμου, έξω απ’ το εμπορικό κέντρο;

Μερικοί φοράνε μαύρα και κρατάνε άσπρα τριαντάφυλλα. Είναι η οικογένεια του εκλιπόντος.

Ο άνθρωπος που σκύβει στο πεζοδρόμιο και κάτι κάνει προσηλωμένος, μου έχει δώσει την εξήγηση του τι συμβαίνει. Φοράει ένα πλατύγυρο καπέλο, έχει μακριά γενειάδα, προφανώς είναι ο ραββίνος της περιοχής. Εναποθέτει ένα ακόμα πλακάκι για κάποιον που έμενε κάποτε εδώ, πριν γίνει το εμπορικό κέντρο. Για κάποιον ή κάποια που πάρθηκε μετά βίας απ’ το σπίτι όπου ζούσε για να μεταφερθεί σε στρατόπεδο συγκεντρώσεως και να πεθάνει εκεί μέσα στον τρόμο και την αθλιότητα. Οι απόγονοι αγκαλιάζονται, φιλιούνται και κλαίνε. Στη συνέχεια αφήνουν τα τριαντάφυλλα στο μικρό μεταλλικό πλακάκι που γράφει το όνομα του συγγενούς τους, την χρονολογία γεννήσεως και θανάτου, τον τόπο του θανάτου. Τα περισσότερα πλακάκια που έχω δει γράφουν Άουσβιτς ή Τρεμπλίνκα. Πολύ σπάνια, κοιτάζοντας κάτω στα πεζοδρόμια, ανακουφίζομαι διαβάζοντας πως κάποιος δραπέτευσε ή κατάφερε με κάποιο τρόπο να επιβιώσει.

Έχω μόλις παρευρεθεί σε μια παράξενη τελετή έξω απ’ το παράθυρό μου και είμαι πολύ συγκινημένη. Αργότερα, όταν θα βγω για να πάω στο εμπορικό κέντρο να ψωνίσω, θα δω από κοντά και θα διαβάσω τα στοιχεία του ανθρώπου που αξιώθηκε επιτέλους μετά από τόσα χρόνια μια κανονική κηδεία μετά μουσικής.

ΛΗΤΩ ΣΕΪΖΑΝΗ

Το πλακάκι της φωτογραφίας δεν αντιστοιχεί στην οικογένεια της πιο πάνω ιστορίας, αλλά βρίσκεται τοποθετημένο σε άλλο σημείο της πόλης.

*