ΝΠ | Δοκίμια

Πρὸς μιὰ ποιητικὴ τοῦ “σπασμένου”

196_-YiannisPatilis-Aidipsos 2

Τη χρονιά που μας φεύγει, ο Γιάννης Πατίλης, ποιητής, κριτικός και εκδότης του ιστορικού λογοτεχνικού περιοδικού Πλανόδιον (1986-2012), συμπλήρωσε τα εβδομήντα του έτη. Με την ευκαιρία του πρόσφατου βιβλίου του για τον Νίκο Καρούζο, αλλά όχι μόνο, το Νέο Πλανόδιον του αφιερώνει την τελευταία αυτή εβδομάδα των αναρτήσεων του 2017 – αναγνώριση ελάχιστη ανεξαγόραστης οφειλής. Γράφουν κατά σειρά και ανά ημέρα από τα Χριστούγεννα έως την Πρωτοχρονιά οι Κώστας Κουτσουρέλης, Σωτήρης Γουνελάς, Άγγελος Καλογερόπουλος, Ξάνθος Μαϊντάς, Θανάσης Γαλανάκης, Γιώργος Πινακούλας και Έλενα Σταγκουράκη.

~.~

του ΘΑΝΑΣΗ ΓΑΛΑΝΑΚΗ ~.~

Γιάννης Πατίλης,
Τὸ σπασμένο εἶναι πιὸ ἀνθεκτικό,
Gutenberg-Σύρτις 2016

Ὑπάρχουν κάτι μικρὰ πουλιά, ποὺ ἀνοίγουν τρύπες μέσα στὶς πιὸ βαθειὲς κουφάλες τῶν δέντρων· καὶ καθὼς πιστεύουν ὅτι τὸ ράμφος τους εἶναι προικισμένο μὲ τερἀστια δύναμη, ὕστερα ἀπὸ κάθε χτύπημα πηγαίνουν ἀπὸ τὴν ἄλλη μεριὰ τοῦ δέντρου νὰ βεβαιωθοῦν ὅτι δὲν τὸ τρύπησαν πέρα γιὰ πέρα

ΛΙΧΤΕΝΜΠΕΡΓΚ

Εἶναι λογῆς ποιητικές, εἶναι καὶ λογῆς ποιητές, θὰ λέγαμε, παραφράζοντας τὴν ὲμβληματικὴ μυριβήλεια ἔναρξη στὴ νουβέλα Ὁ Βασίλης ὁ Ἀρβανίτης. Καὶ εἶναι λογῆς οἱ ποιητικὲς, γιατὶ ὑπάρχουν λογῆς ποιητές, χωρὶς βέβαια αὐτὸ νὰ ἀποκλείει τὸ ἐνδεχόμενο νὰ εἶναι λογῆς οἱ ποιητὲς ἕνεκα τῆς ὑπάρξεως λογιῶν-λογιῶν ποιητικῶν.

Ἐπ’ οὐδενὶ δὲν θά ’πρεπε νὰ ὑπάρχει ποιοτικὴ διαφοροποίηση τῶν δύο τάσεων, ἂν καὶ σίγουρα ἡ ἀπαιτητικὴ κριτικὴ ἀναζητᾶ ἐκείνους τοὺς ποιητὲς ποὺ διὰ τοῦ ἔργου τους καταφέρνουν νὰ ἀφήσουν ἕνα τόσο ἰσχυρὸ στίγμα, τὸ ὁποῖο θὰ εἰσηγεῖται μὲ τὴ σειρά του μιὰ ὁλόκληρη ποιητική, ἤτοι ἕνα καθαρόαιμο (;) ποιητικὸ σύμπαν, ἤτοι ἕνα ποιητικὸ σύστημα. Ἡ ποιητικὴ φυσιογνωμία τοῦ Γιάννη Πατίλη καὶ ἡ σύνολη στάση του ἀπέναντι στὰ νεοελληνικὰ γράμματα, θέματα τὰ ὁποῖα τροφοδοτοῦν τὸ παρὸν κείμενο, ἀμφιρρέπουν ἀνάμεσα στὶς δύο παραπάνω τάσεις, χωρὶς αὐτὸ νὰ σημαίνει ὅτι λειτουργοῦν ἀλληλοαποκλειστικά· τουναντίον, ἡ μία τάση συμπληρώνει εὐεργετικὰ τὴν ἄλλη καὶ ἐπιτείνει τὴν παραπάνω θέση περὶ μιᾶς δημιουργίας ἑνὸς καινοῦ ποιητικοῦ συστήματος.

Ἔπειτα ἀπὸ μιὰ σχεδὸν πεντηκονταετὴ πορεία στὰ γράμματα, ὁ ποιητής, κριτικός, ἐκδότης περιοδικῶν ἐντύπων, φιλόλογος Γιάννης Π. Πατίλης –ἀναφέροντας ἁπλῶς λίγες ἀπὸ τὶς φανερὲς/δημόσιες ἰδιότητές του, ἀποσιωπώντας τὸν ἀλληλογράφο, ἡμερολογιογράφο, διορθωτή, ἐπιμελητή, ψηφιοποιητή, ἀρχειονόμο Πατίλη– γίνεται φανερὸ ὅτι σκορπίζεται (μὲ τὴ θετικὴ σήμανση τοῦ “σκόρπιου”) σὲ μιὰ πολυεπίπεδη φυσιογνωμία τῆς μεταπολεμικῆς/μεταδικτατορικῆς/μεταπολιτευτικῆς λογιοσύνης. Μιὰ φυσιογνωμία ἡ ὁποία χαρίζει ἀποσπάσματα τῆς προσωπικῆς ἐμπειρίας ἄλλοτε ὡς ποιητής, ἄλλοτε ὡς κριτικός, ἄλλοτε ὡς ἱδρυτὴς καὶ διαχειριστὴς περιοδικῶν ἐντύπων ὅπως: Τὸ Δέντρο, Κριτικὴ καὶ κείμενα, Νῆσος, Ἀνεπαισθήτως, Πλανόδιον (αἰσίως καὶ τοῦ ἰστοτόπου Ἱστορίες Μπονζάι: Ἡ αἰσθητικὴ τοῦ μικροῦ, τὸν ὁποῖον συνδιευθύνει μαζὶ μὲ τὴν εἰκαστικὸ καὶ συγγραφέα Ἠρὼ Νικοπούλου). Ἡ πολυεπίπεδη αὐτὴ πορεία, ἑνιαία καὶ ἀδιαίρετη στὴ μακροδομή της, ἀποσπασματικὴ στὴ μικροδομή της, ἀκριβῶς ὅπως οἱ ἰμπρεσιονιστικοὶ πίνακες ποὺ ὅσο ἀπομακρύνεται κανεὶς θαυμάζει τὸ ἀποτέλεσμα, ὅσο πλησιάζει ὅμως ἐντοπίζει τὶς χρωματικὲς ψηφίδες ποὺ τοὺς συναποτελοῦν, ἐπιχειρήθηκε νὰ συνοψιστεῖ στὸ δοκίμιό του μὲ τίτλο Τὸ σπασμένο εἶναι πιὸ ἀνθεκτικό. Στίχοι καὶ σκέψεις γιὰ τὴν ἡλικία τῶν ἐρειπίων ποὺ κυκλοφόρησε στὰ τέλη τοῦ 2016, ἀπὸ τὸ ὁποῖο κι ἀφορμᾶται τὸ κείμενό μας.

to-spasmeno-einai-pio-anthektikoΤὸ δοκίμιο αὐτὸ συνοψίζει τοὺς βασικοὺς ἄξονες τῆς ποιητικῆς φυσιογνωμίας τοῦ Γιάννη Πατίλη, χωρὶς ὅμως αὐτὸ νὰ μᾶς περιορίζει στὴν ἀπόπειρά μας νὰ προβοῦμε σὲ ἕναν εὐρύτερο προβληματισμὸ γύρω ἀπὸ τὴ συνολικὴ ἐμπειρία τῆς ἐμπλοκῆς του στὰ γράμματα καὶ στὸ σύμπαν ποὺ αὐτὰ δημιουργοῦν καὶ κινοῦν. Ἁπλούστερα, ἤδη ἐκ προοιμίου ὁ Πατίλης ξεκαθαρίζει τὴ θέση του ἀπέναντι στὸν ἀναγνώστη γράφοντας στὶς πρῶτες του ἀράδες ὅτι: «Κάθε ποιητὴς μεταφέρει στὴν ποίησή του τὴν δική του μερικὴ ἐμπειρία τοῦ Κόσμου». Καλῶς. Ὡστόσο, ἡ προκαταρκτικὴ αὐτὴ θέση ποὺ χαράζει μιὰ ποιητικὴ Ποιητικὴ (ἂς ἐπιτραπεῖ ὁ φαινομενικὸς σολοικισμὸς), σηματοδοτεῖ τὴν ἴδια στιγμὴ μιὰ στάση ἀπέναντι στὸν Κόσμο τὸν ἴδιο. Ξεφεύγει, ἑπομένως, ἀπὸ τὴν ποιητικὴ Ποιητικὴ καὶ ὑψώνεται στὴν Ποιητική· σκέτα.

Διὰ τοῦτον ἀκριβῶς τὸ λόγο, πῶς θὰ μπορούσαμε νὰ μείνουμε στὸν ποιητὴ Πατίλη καὶ νὰ ἀρθρώσουμε ἕναν λόγο γιὰ τὸ ἀπόσπασμα στὸ ποιητικὸ ἔργο του καὶ μόνον, ὅταν ἡ παραπάνω ἀναφερθείσα «μερικὴ ἐμπειρία τοῦ Κόσμου» του περιλαμβάνει τὴν ἐνασχόληση μὲ ἕναν εὐρύτερο κύκλο ἀσχολιῶν ποὺ διαμορφώνουν τὸ χαλκέντερο γραμματολογικό του πορτραῖτο; Πῶς γίνεται νὰ δοῦμε τὴν ἀποσπασματικὴ φύση τῶν πραγμάτων μένοντας ἀποκλειστικὰ στὴν ποιητική του παραγωγή; Μ’ ἄλλα λόγια, πῶς νὰ καταφέρει νὰ ἐντοπίσει κανεὶς τὸ ἀρχετυπικὸ ἀπόσπασμα, ἐντὸς τοῦ ἀποσπάσματος ποὺ ἀποτελεῖ ἡ ποιητικὴ πράξη ἀποκομμένη ἀπὸ τὸ σύνολο τῶν δραστηριοτήτων ἑνὸς πολυμήχανου ἀνθρώπου; Ὁ Λίχτενμπεργκ, μιᾶς ποὺ τὸν παραθέσαμε παραπάνω, ἀναφέρει σὲ ἕναν ἀφορισμό του: «Εὔκολο εἶναι νὰ κάνεις τέτοιες ἐρωτήσεις, ἀλλὰ δύσκολο εἶναι νὰ ἀπαντήσεις σὲ αὐτές». Τουτέστιν, τὰ εὔλογα αὐτὰ ἐρωτήματα ἀναμένουν τὴν ἀπάντησή τους.

Γιὰ τὴν οἰκονομία τοῦ κειμένου, μιᾶς καὶ μιὰ ἐπιχειρηματολογία ἐν σχέσει μὲ τὰ παραπάνω ἐρωτήματα φαντάζει ἀνέφικτη ἐπὶ τοῦ παρόντος, θὰ μπορούσαμε νὰ ἐκλάβουμε τὴν πρόταξη τῆς ποιητικῆς ταυτότητας ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν Πατίλη, ὄχι μὲ τὴν πρόθεση νὰ σηματοδοτηθεῖ ὡς ἡ πλέον σημαίνουσα, διότι ἔτσι θὰ ἀδικοῦταν ἡ ὑπόλοιπη πορεία του, ἀλλὰ ὡς ἡ πλέον περιεκτική, ὅσον ἀφορᾶ στὴν ἀντιστοιχία της μὲ τὴν ἔννοια τοῦ ἀποσπάσματος. Ἑπομένως, ἡ ποίηση τοῦ Πατίλη γίνεται ὁ πίνακας ἐκεῖνος ὅπου μπορεῖ κανεὶς νὰ δεῖ τὴ σύνολη γραμματολογική του φυσιογνωμία, ἐνῶ οἱ χρωματικὲς ψηφίδες τοῦ πίνακα συναπαρτίζονται ἀπὸ ποιήματα, σημειώματα τοῦ ἐκδότη, κριτικές, ἐξώφυλλα καὶ μακέτες, γραμματοσειρὲς καὶ κοσμήματα, συνεντεύξεις, ἡμερολογιακὲς ἐγγραφές, γράμματα, μαίηλ, χειρόγραφα, ἔντυπα καὶ ψηφιακὰ ἀρχεῖα, ἰστοτόπους, φωτογραφίες κ.ο.κ. Ἔτσι κι ὁ ἴδιος γνωρίζοντας ὅτι μιὰ μικροσκοπικὴ ἐξέταση θὰ ὁμοίαζε μὲ δουλειὰ μικροβιολόγου ποὺ προσπαθεῖ νὰ ξεχωρίσει σὲ καλάθια τὰ κύτταρα μιᾶς αἱμοκαλλιέργειας, συνοψίζει τὴν ἐμπειρία σὲ τρεῖς ἑνότητες: Πολιτικὸς βίος, Ἔρως, Ποίηση.

~ · ~ 

Στὸ κέντρο καί τὼν τριῶν κατηγοριῶν τοποθετεῖται ἡ ἀποσπασματικὴ φύση τῶν πραγμάτων. Τὸ ἀπόσπασμα, τὸ fragmentum, τὸ σπασμένο, τὰ ἐρείπια, τὸ θραῦσμα, ἡ ψηφίδα, ὅλα αὐτὰ γίνονται τὰ δομικὰ ὑλικὰ τοῦ ἔργου τοῦ Πατίλη. Προσοχή, ὅμως! Τὰ δομικὰ αὐτὰ ὑλικὰ μένουν αὐτούσια, ὡς ἔχουν, δίχως φτιασιδώματα καὶ λειάνσεις. Δὲ συναρμόζονται μὲ τρόπο τέτοιον ποὺ νὰ (ἀνα)κατασκευάζουν ἕνα Ὅλον. Οἱ θραυσματικὲς αὐτὲς ὑπάρξεις, ἀποκομμένες ἀπὸ τὸ μυθοποιημένο (ὄχι ὅμως καὶ τὸ ἱστορικό/πραγματολογικό) περικείμενο, τοποθετοῦνται στὸ κέντρο κάθε ποιήματος καὶ γίνονται οἱ σημαίνουσες στιγμὲς ποὺ πλάθουν ἕνα σύμπαν ἀσυνέχειας, ἐντὸς τοῦ ὁποίου κινοῦνται τὰ ποιητικὰ ὑποκείμενα τοῦ Πατίλη. Μὲ ἄλλα λόγια, τὰ ἐρείπια καὶ τὰ θραύσματα ἀπεκδύονται τὸ παρελθόν τους· δὲν τὸ ἀπαρνοῦνται, δὲν τὸ διαγράφουν, ἁπλῶς τὸ παραμερίζουν μὲ σκοπὸ νὰ πρωταγωνιστήσουν στὴν καθαρὴ μορφὴ τοῦ παρόντος τους μέσα στὸ ποίημα. Παράλληλα, ὁ ἐρειπιώνας ποὺ τροφοδοτεῖ τὴν ποίηση τοῦ Πατίλη παύει νὰ εἶναι ἡ στενὴ κατηγορία τοῦ χώρου (λ.χ. Ἑλλάδα, ἀθηναϊκὸ ἱστορικὸ κέντρο, Πατήσια, Νέο Ἡράκλειο)· τὸ ἐρείπιο, τὸ ἀπόσπασμα προκύπτουν ἔπειτα ἀπὸ μιὰ ἐπίμοχθη ἀναζήτηση τοῦ ἐλάσσονος, τοῦ χθαμαλοῦ, τῆς χαμηλόφωνης ἔκφρασης τῆς ζωῆς καὶ τῆς καθεμέρας.

Μὲ ἄλλα λόγια, τὸ θραῦσμα στὴν ποίηση τοῦ Πατίλη λειτουργεῖ ὡς ἀρχεῖο. Ὁ Πατίλης ἀρχειοθετεῖ τὴν ἐμπειρία μέσα στὰ ποιήματά του, δίνοντας ἀκριβῶς τὴν προοπτική τοῦ ἀρχείου ποὺ δὲν εἶναι ἄλλη ἀπὸ τὴ μελλοντική του ὕπαρξη· διότι αὐτὴ ἀκριβῶς εἶναι ἡ ταυτότητα τῆς ἔννοιας τοῦ ἀρχείου. Τὰ πάντα κεῖνται ὡς ἁπλὲς ὑπάρξεις, εἴτε λειτουργικὰ ἁρμοσμένες στὴν πραγματολογική τους συνθήκη, εἴτε ξεκρέμαστες, χτυπητές, ἄλλες. Ἡ χρήση τους στὴν Τέχνη ἀποτελεῖ μιὰ ἀρχειοθέτηση· εἰδικότερα, ἡ χρήση τῶν ὑπάρξεων ποὺ βιώνουν τὴν ἑτερότητά τους, ἄρα ἐκείνων ποὺ ἀποσπῶνται ἀπὸ τὸ λειτουργικὸ Ὅλον. Ἅπαξ καὶ κάτι ἀρχειοθετηθεῖ, τότε παύει νὰ φέρει ἐντός του τὸ παρελθὸν ὡς διάσταση καὶ διανοίγεται ὡς δυνατότητα στὸ μέλλον. Ἕνα μέλλον εὐεπίφορο στὸ ὄραμα μιᾶς νέας ζωῆς μακριὰ ἀπὸ μεταφυσικὲς προσδοκίες: τὸ μέλλον τῆς ἑρμηνείας. Ἡ ἑρμηνεία αὐτὴ εἶναι ἀνοικτὴ σὲ ὅλους, ἀφοῦ ἀκόμα κι αὐτὴ “σκορπίζεται” σὲ ὅσους θέλουν (κι ἑνίοτε σὲ ὅσους μποροῦν) νὰ τὴν ἀναλάβουν. Αὐτὴ ἡ ἑρμηνεία γίνεται –τελικὰ– ἡ κινούσα αἰτία τῆς συγγραφῆς.

OLYMPUS DIGITAL CAMERAΤὸ ἔργο τέχνης εἶναι ἡ γέφυρα ἀνάμεσα σὲ δύο ἀποσπασματικὲς ἐμπειρίες: στὴν ἀποσπασματικὴ ἐμπειρία τῆς ἑρμηνείας τοῦ ἀναγνώστη καὶ στὴ διπλὰ ἀποσπασματικὴ ἐμπειρία τῆς ἑρμηνείας τοῦ συγγραφέα. Ὁ Πατίλης ἐπισημαίνει σχετικά: «Θὰ τονίσω, ὅμως, ἐμφατικὰ πὼς μὲ κανέναν τρόπο δὲν θεωρῶ τὸν Ἑαυτό μου αὐθεντικὸ διερμηνευτὴ τῶν στίχων μου. Τὸ λέω αὐτὸ ὄχι ἀπὸ πρόθεση νὰ κολακέψω τὰ ἀναφαίρετα δικαιώματα τοῦ ἀναγνώστη στὴν ἑρμηνεία ἑνὸς ποιήματος, ὅσο ἀπὸ βαθιά μου πεποίθηση πὼς τὸ ἔργο τέχνης εἶναι ἀποτέλεσμα συνεργασίας τοῦ καλλιτέχνη μὲ ἄλλες δυνάμες ποὺ ξεπερνοῦν, συχνὰ κατὰ πολύ, τὴν αὐτεπίγνωση ἢ καὶ τὴ βούλησή του». Οἱ δυνάμεις αὐτὲς φρονοῦμε ὅτι βρίσκονται στὴ σφαίρα τῆς ἐμπειρίας καὶ τῆς ἀποσπασματικότητας ποὺ αὐτὴ κομίζει, στὴν ἐπαφὴ μὲ τὸ γραμματολογικὸ παρελθὸν καὶ στὴ σχέση μὲ τὸν ἀναγνώστη. Ἡ τριελκυστίνδα αὐτὴ, στὸ μέσο τῆς ὁποίας βρίσκεται ὁ ποιητής, δίνει αὐτὸ τὸ “συν” ποὺ ἔρχεται νὰ κολλήσει μπροστὰ ἀπὸ τὸ “γράφω”.

Ὁ συγγραφέας, λοιπόν, ταξινομεῖ κι ἀρχειοθετεῖ ἕνα σύμπαν ἀποσπασμάτων μὲ τρόπο τέτοιο ποὺ νὰ μὴν μπορεῖ ἔπειτα νὰ τὰ ἐπανεντοπίσει. Πλάθει τὴ δική του ποιητικὴ τοῦ σπασμένου, ἐντασσόμενος στὴ μοντερνιστικὴ παράδοση ποὺ ἔφερε τὸ θραῦσμα ξανὰ στὸ προσκήνιο, ξεφεύγοντας ὅμως κι ἀπὸ τὴ δεσποτεία της καὶ ἀναποδογυρίζοντας τὴ νέα ἠθικὴ ποὺ αὐτὴ ἐπεδίωξε νὰ ἐπιβάλλει ὡς ἄλλος Δούρειος Ἵππος (ἰδεολογικὴ φόρτιση, ἐθνικισμός, ἐθνομηδενισμός, ἐθνοκαπηλεία). Δὲν εἶναι ἡ ὑψηλὴ μοντερνιστικὴ εὐταξία αὐτὸ ποὺ ὁ Πατίλης ἐπιδιώκει, οὔτε ὅμως κι ἡ πρωτοποριακὴ ἀταξία. Οἱ ὅροι προσέγγισης τοῦ ἔργου του δὲν μποροῦν νὰ τοποθετηθοῦν κάτω ἀπὸ τὶς στεγανοποιητικὲς αὐτὲς κατηγοριοποιήσεις. Ὅπως ἡ στιγμὴ ὑπάρχει μόλις γιὰ λίγο κι ἔπειτα σβήνει, ἔτσι καὶ τὸ ἐρείπιο παρὰ τὸ γεγονὸς ὅτι ζεῖ μέσα στοὺς αἰῶνες χαρίζει μόλις μιὰ στιγμή του στὴν ποίηση. Στιγμὲς-ἐρείπια συγκεντρώνει ὁ Πατίλης καὶ τὶς καταστερίζει στὰ ποιήματά του. Στιγμὲς ποὺ ζεῖ ὄχι μόνο μὲ τὴν ἰδιότητα τοῦ ποιητῆ, ἀλλὰ μὲ ὅλες τὶς παραπάνω ποὺ ἀναφέραμε καὶ μὲ ἄλλες τόσες: τοῦ ἄντρα, τοῦ υἱοῦ, τοῦ συζύγου, τοῦ πατέρα, τοῦ φίλου, τοῦ συνεργάτη, τοῦ δασκάλου, τοῦ ὁδηγοῦ, τοῦ κουβαλητῆ κ.τ.ρ. Στιγμὲς θραυμαστικὲς ποὺ μέσα στὴν ἀποσπασματικότητά τους ἐμπεριέχουν τὸ ζεστὸ ἀπόθεμα μιᾶς πολυπρισματικῆς ἐμπειρίας ποὺ περιμένει τὸν συστηματικὸ της ἐρευνητὴ ποὺ θὰ ἐπανασυγκολλήσει τὰ ψηφία ποὺ αὐθόρμητα ὁ Πατίλης σκόρπισε στὸ δάπεδο τοῦ ἔργου του· ἄλλως, ποὺ θὰ ἐπανασυγκολλήσει τὸ δεξί ἄνω ἄκρο του, μὲ τὸ ὁποῖο κατέστρωσε τὸ σύστημα τῆς ποιητικῆς του.

Ἂς κλείσουμε τὸ κείμενό μας μὲ μιὰ τέτοια στιγμὴ-ἐρείπιο κι ἂς ἀφήσουμε τὸν ἀναγνώστη νὰ πάρει τὴν εὐρετική μας ἀνάγνωση καὶ νὰ περιηγηθεῖ στοὺς κήπους αὐτοῦ τοῦ ποιητικοῦ συστήματος, ἐπιχειρώντας μὲ τὴ σειρά του νὰ τὸ ἐπαναναγνώσει καὶ (γιατὶ ὄχι;) νὰ διαρθρώσει κι αὐτὸς ἐκ νέου ἕνα δικό του:

Ἴσως ἴσως
μικρὸ ζωύφιο ἴσως
ὅταν πέσαν στὸ ἴσως
τὸ ἀπόγευμα ὁ καιρὸς τὸ βλέμμα τὰ μαλλιά
Μπερδεύτηκαν τὰ λόγια κι οἱ προθέσεις
σὲ μιὰ μικρὴ διαδρομὴ στὴν Προποντίδος πρὸς τὴν Καλλίπολη
Κι ἦταν τόσο καλὰ σ’ αὐτὸ τὸ πράγμα
καὶ τρέκλιζαν σὰ νά ’χαν πιεῖ αὐτὰ τὰ οὖζα
μαζὶ μ’ ὅλους τοὺς δρὀμους καὶ τὰ φῶτα
ποὺ γι’ ἄλλη μιὰ φορὰ σ’ εἶχαν μισήσει
Μεγάλη Βεβαιότητα Σκοτώστρα

(“7”, Ἀκτὴ Καλλιμασιώτη καὶ ἄλλα ποιήματα, 2009)

ΘΑΝΑΣΗΣ ΓΑΛΑΝΑΚΗΣ

 

Ο Καρούζος του Πατίλη

NikosKarouzos-GiannisPatilis-Ntoltse-28-04-1988 τμήμα 2Τη χρονιά που μας φεύγει, ο Γιάννης Πατίλης, ποιητής, κριτικός και εκδότης του ιστορικού λογοτεχνικού περιοδικού Πλανόδιον (1986-2012), συμπλήρωσε τα εβδομήντα του έτη. Με την ευκαιρία του πρόσφατου βιβλίου του για τον Νίκο Καρούζο, αλλά όχι μόνο, το Νέο Πλανόδιον του αφιερώνει την τελευταία αυτή εβδομάδα των αναρτήσεων του 2017 – αναγνώριση ελάχιστη ανεξαγόραστης οφειλής. Γράφουν κατά σειρά και ανά ημέρα από τα Χριστούγεννα έως την Πρωτοχρονιά οι Κώστας Κουτσουρέλης, Σωτήρης Γουνελάς, Άγγελος Καλογερόπουλος, Ξάνθος Μαϊντάς, Θανάσης Γαλανάκης, Γιώργος Πινακούλας και Έλενα Σταγκουράκη.

~ . ~

του ΞΑΝΘΟΥ ΜΑΪΝΤΑ ~ . ~

Γιάννης Πατίλης (εισαγωγή-ανθολόγηση),
Χερουβείμ Αρουραίος: Ο ποιητής
Νίκος Καρούζος (1926-1990),
Ίδρυμα Τ. Σινόπουλος – Εκδόσεις Γαβριηλίδης 2017

Το βιβλίο του Γιάννη Πατίλη Χερουβείμ Αρουραίος: Ο ποιητής Νίκος Καρούζος αποτελεί ένα σύγχρονο Αισθητικό Δοκίμιο, όπου μέσα σε περίπου 100 σελίδες ο συγγραφέας καταθέτει  ένα πλήρες σύνολο προτάσεων, κατηγορήματα ύψους, ώστε να γίνει δυνατή η ανάλυση και διερεύνηση του δύσκολου έργου του Νίκου Καρούζου.

Και αυτό ο Γιάννης Πατίλης το επιτυγχάνει με τον πλέον εντελή τρόπο. Συγχρόνως η δύναμη αυτού του δοκιμιακού έργου είναι τέτοια, ώστε μπορούμε αβίαστα να προβλέψουμε ότι στο μέλλον θα αποτελεί σημαντικό βοήθημα στην ανάλυση και μελέτη της ποίησης.

Από τα αξιόλογα σημεία ακτινοβολίας του έργου, που παράγουν ένα ευρύτατο φάσμα αισθητικών καταθέσεων, θα εστιάσω την προσοχή μου, στο παρόν large_20171112010536_cherouveim_arouraios_o_poiitis_nikos_karouzos_1926_1990κείμενο, μόνο σε ένα. Ο Γιάννης Πατίλης χρησιμοποιεί ως βοήθημα στην ανάλυση του έργου του Νίκου Καρούζου το Περί Ύψους του Διονυσίου Λογγίνου. Ένα έργο λοιπόν, της ύστερης αρχαιότητας που κρατάει την αξία του αναδεικνύεται στις ημέρες μας, δηλαδή στην εποχή του ύστερου μοντερνισμού, ως επίκαιρο αισθητικό δοκίμιο. Στην αναμέτρηση αυτή και στην πορεία ανάλυσης του σύγχρονου έργου, το αρχαίο δοκίμιο εμφανίζει επάρκεια και πληρότητα;

Φαίνεται πως χρειάστηκε η ψηλάφηση ενός τόσο στιβαρού σύγχρονου ποιητικού έργου και ο κατάλληλος ιχνηλάτης-ερευνητής για να αναδειχθεί μέσα στο μεγάλο έργο της αρχαιότητας η αδυναμία. Έτσι ο Γιάννης Πατίλης στα περί ύψους κατηγορήματα του Λογγίνου προτείνει μια νέα διάσταση του υψηλού. Ας την παρακολουθήσουμε από τον ίδιο.  Είναι το τέλος του κεφαλαίου του με τον τίτλο “Σώμα” από την εισαγωγή του βιβλίου.

Συγγραφέας του πρώτου χριστιανικού αιώνα, πατώντας και με τα δυο του πόδια στον παγανιστικό κόσμο και βαθιά ριζωμένος στην καλύτερη πνευματική του παράδοση, ο λαμπρός σε κριτική φιλολογική σκέψη και πολιτική σοφία δημιουργός του Περί Ύψους δεν παραλείπει να θεολογεί. Μολοντούτο, το αυτονόητο και αδιαμφισβήτητο από τον ίδιο κύρος της πολιτιστικής του αγωγής και παράδοσης, και η πιθανότατη απουσία σχετικής προσωπικής εμπειρίας και διαίσθησης για τα νέα τεκταινόμενα του καιρού του, δεν του επέτρεψαν να αντιληφθεί μια νέα διάσταση του υψηλού που μόλις γεννιόταν γύρω του: αυτήν που, όπως στον συγκλονιστικό πίνακα του Σαλβαδόρ Νταλί, αντικρίζει στραμμένη προς τα κάτω με συντριβή, την τραγωδία του ανθρώπου από το ύψος της αγωνίας του Σταυρού.

Είναι λοιπόν ο τρόπος του ποιητή και στοχαζόμενου ανθρώπου Νίκου Καρούζου. Είναι η συνάντησή του με το πνευματικό σημείο Χριστός καθώς και το χερουβικό μέρος της ταυτότητάς του. Συγχρόνως είναι η δυναμική ανάλυση του Γιάννη Πατίλη που δίνουν στο Περί Ύψους του Διονυσίου Λογγίνου νέα διάσταση. Μια αναγκαία διόρθωση λεπτής υφής.

ΞΑΝΘΟΣ ΜΑΪΝΤΑΣ

Παρέμβαση κατά την παρουσίαση του βιβλίου στις Εκδόσεις Γαβριηλίδη, 21.12.2017

 

1494_10

Μια ολοκληρωμένη ανάγνωση

bbf581ccfa08606a8d93e77ef8a17de7_400x400Τη χρονιά που μας φεύγει, ο Γιάννης Πατίλης, ποιητής, κριτικός και εκδότης του ιστορικού λογοτεχνικού περιοδικού Πλανόδιον (1986-2012), συμπλήρωσε τα εβδομήντα του έτη. Με την ευκαιρία του πρόσφατου βιβλίου του για τον Νίκο Καρούζο, αλλά όχι μόνο, το Νέο Πλανόδιον του αφιερώνει την τελευταία αυτή εβδομάδα των αναρτήσεων του 2017 – αναγνώριση ελάχιστη ανεξαγόραστης οφειλής. Γράφουν κατά σειρά και ανά ημέρα από τα Χριστούγεννα έως την Πρωτοχρονιά οι Κώστας Κουτσουρέλης, Σωτήρης Γουνελάς, Άγγελος Καλογερόπουλος, Ξάνθος Μαϊντάς, Θανάσης Γαλανάκης, Γιώργος Πινακούλας και Έλενα Σταγκουράκη.

~ . ~

του ΑΓΓΕΛΟΥ ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΥ ~ . ~

Γιάννης Πατίλης (εισαγωγή-ανθολόγηση),
Χερουβείμ Αρουραίος: Ο ποιητής
Νίκος Καρούζος (1926-1990),
Ίδρυμα Τ. Σινόπουλος – Εκδόσεις Γαβριηλίδης 2017

Ἡ ἐργασία αὐτὴ τοῦ Γιάννη Πατίλη ἔρχεται σὲ μιὰ ἐποχὴ γόνιμης ἀναζήτησης γιὰ τὴν οὐσία τῆς ποίησης, τουλάχιστον γιὰ ὅσους νιώθουν ὅτι αὐτὴ δὲν ἐξαντλεῖται στὴν αὐτοαναφορικότητα καὶ στὴν δῆθεν τόλμη τῆς ἀτομικῆς «ἔκθεσης».

Εἶναι μιὰ ἐργασία γιὰ ἕναν ποιητὴ ποὺ συχνὰ ἔνιωθε λίγη τὴ γλώσσα γιὰ νὰ ἐκφράσει τὸν ἐσωτερικό του πόνο. Γιὰ ἕναν ποιητὴ ποὺ μὲ τὸν τρόπο του ἔδειξε ὅτι θὰ παραμένει ἀστείρευτη ἡ πηγὴ τῆς ποιήσεως καθὼς δὲν ὑπάρχει ἡ τελευταία λέξη, ἡ τελειωτικὴ λέξη γιὰ τὸ ἀρχέγονο ταξίδι τῆς ζωῆς, τοῦ ἔρωτα καὶ τοῦ θανάτου.

Ὅταν παρουσίασε ὁ Γιάννης Πατίλης τὴν ἐργασία του αὐτὴ στὸ Ἵδρυμα Τάκης Σινόπουλος ἄκουσα κάποιον ἀπὸ τὸ ἀκροατήριο νὰ ψιθυρίζει φεύγοντας: «ἀκούσαμε γιὰ τὸν χριστιανὸ Καροῦζο, ἀλλὰ γιὰ τὸν ποιητὴ Καροῦζο δὲν ἀκούσαμε τίποτα». Αὐτὸ ποὺ ὁ ἐν λόγῳ ἀκροατὴς ἐξέλαβε ὡς ἀδυναμία, θεωρῶ ὅτι εἶναι τὸ δυνατὸ σημεῖο τῆς ἐργασίας τοῦ Πατίλη. Ἡ εἰσαγωγὴ καὶ ἡ ἀνθολογία ποὺ σήμερα παρουσιάζουμε σκύβει μὲ ἐπιμέλεια καὶ ἀγάπη πάνω στὸ σῶμα τῆς ποίησης τοῦ Καρούζου καὶ τὴν ἀναλύει διεξοδικὰ ὡς ὁμότεχνος ἀλλὰ καὶ ὡς φιλόλογος ὥστε νὰ μὴν καταφεύγει σὲ μιὰ ἐπιπόλαιη ἀνθολόγηση «πιασάρικων» ἀκροτήτων τοῦ ποιητῆ, ἀλλὰ ἀναδεικνύοντας τὴν ἀρχὴ ποὺ συνέχει αὐτὴ τὴν ἀτίθαση ποίηση. Καὶ ἀντιλαμβάνεται ὅτι αὐτὸ ποὺ κινεῖ τὴν ποίηση τοῦ Καρούζου εἶναι ἡ ἀνάγκη του νὰ ὑπερβεῖ τὰ ὅρια τῆς γλώσσας προκειμένου νὰ ἀποκαλύψει τὴ «συνέχεια τῆς ἐλευθερίας τοῦ προσώπου πρὸς τὴν ἐλευθερία τοῦ θεοῦ» (Μεταφυσικὲς ἐντυπώσεις ἀπ’ τὴ ζωή ὣς τὸ θέατρο, βλ. ἐδῶ Χερουβεὶμ Ἀρουραῖος, σ. 259)· ἔτσι δὲν ἀποφεύγει νὰ ὀνομάσει μὲ τὸ ὄνομά της τὴν προσήλωση τοῦ Καρούζου –μὲ τὸν δικό του τρόπο– στὸν Χριστὸ καὶ τὴν Ὀρθοδοξία, δὲν τὴν ἀποσιωπᾶ ὅπως συνηθίζεται στὶς μέρες μας, ποὺ προβάλλεται ὡς μιὰ οὐδέτερη ἀτομικότητα στὰ πλαίσια τῆς πολυπολιτισμικῆς ὁμογενοποίησης.

Ἡ ποίηση δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι παρὰ τὸ «ὁμολογεῖν τῇ ἀληθείᾳ», μόνο ποὺ τὸ μερίδιο τῆς ἀλήθειας ποὺ ἀναλογεῖ στὸν καθένα μας εἶναι προσωπικὸ καὶ ἀνεπανάληπτο καὶ ὁ λόγος της λέγεται πολλαχῶς. Ὁ καθένας μὲ τὰ δικά του karouzosim1λόγια. Ἔτσι κι ὁ Καροῦζος μὲ τὴ «μορφικὴ ἀκαταστασία του», ποὺ διακρίνει ὁ συγγραφέας (σ. 19), ἐπιχειρεῖ νὰ ἀποτυπώσει τὴ «μαστορικὴ τῆς ἀγωνίας» του («Ὀχυρούμενος μὲ τ’ ἀστέρια», Τὰ ποιήματα Β΄, Ἴκαρος, 1994, σ. 220), μιᾶς ἀγωνίας ποὺ ὁρίζεται ἀπὸ τὴν ἐπιστροφὴ τοῦ Χριστοῦ καθὼς μαρτυρεῖ ὁ τίτλος τῆς πρώτης του συλλογῆς, ἀπὸ τὴν ἐμμονή του στὴν ἐπαναστατικὴ διάσταση τῆς ἀγάπης, ἀπὸ τὸ οἰκουμενικὸ ἄνοιγμά του ἀπὸ τὸν Τρότσκι μέχρι τὸν Βούδα, ἀπὸ τὰ ἀγγελικὰ φτερὰ ποὺ θέλει νὰ φορέσει στὸν χωματένιο ἀρουραῖο. Αὐτὴ ἡ μορφικὴ ἀκαταστασία κατὰ τὸν Γιάννη Πατίλη ἀνάγεται στὴν «ἐξωτερικῶς ἀσύμβατη» μὲ τὴν ἀριστερή του τοποθέτηση προσήλωσή του στὸν Χριστό (σ. 20). Ἀλλὰ θὰ πρέπει νὰ ἐπισημάνουμε ὅτι ἱστορικὰ ὁ συνδυασμὸς αὐτὸς δὲν εἶναι καθόλου ἀσύμβατος –παρὰ τὸ γεγονὸς ὅτι πολλοὶ ἐπιμένουν νὰ τὸν θεωροῦν τέτοιο– καθὼς ὑπάρχει μιὰ ἐνδιαφέρουσα παράδοση «χριστιανικῆς ἀριστερᾶς» ἢ «χριστιανικοῦ ἀναρχισμοῦ» στὴν Εὐρώπη ἀλλὰ καὶ ἰδιαίτερα στὴν Ἑλλάδα ἀπὸ τὸν 19ο αἰ. Ἀλλὰ καὶ σὲ ἐπίπεδο πνευματικοῦ προσανατολισμοῦ ἡ ὅποια ἀντίφαση αἴρεται ἐφ’ ὅσον ἡ ἐπαναστατικότητα δὲν εἶναι ἕνας ἐωσφορικὸς κοσμοδιορθωτισμὸς ἀλλὰ μιὰ πηγαία δίψα δικαιοσύνης καὶ φιλαλληλίας.

Οἱ δύο αὐτὲς ἀλληλένδετες κατὰ τὸν Πατίλη πλευρὲς ἀναδεικνύονται καὶ στὴν ἐν πολλοῖς ἀρνητικὴ κριτικὴ τοῦ Λορεντζάτου γιὰ τὴν ποίηση τοῦ Καρούζου. Κριτικὴ αὐστηρὴ τὴν ὁποία ἀντιμετωπίζει μὲ ἀνάλογη αὐστηρότητα καὶ ὁ Γιάννης Πατίλης. Ὁ Ζήσιμος Λορεντζάτος στὸ ἕνα καὶ μοναδικὸ κριτικὸ δοκίμιό του γιὰ τὴν ποίηση τοῦ Καρούζου («Ἕνα αὐστηρὸ ἑλληνικὸ ποίημα. ’’Οἱ βράχοι τῆς Ὕδρας’’ Νίκου Καρούζου» στὸ Μελέτες, τ. Γ΄, Δόμος, 1999, σ. 369-383) πράγματι χαρακτηρίζει γενικὰ τὴν ποίησή του «ἀκόκκαλη» καταλογίζοντάς του μιὰ «μύχια τρέλα» ποὺ ἐλαττώνει «τὴν ἀντίστασή του στὰ γιουρούσια τῶν λέξεων», δηλαδή «στὶς ἀσυνάρτητες διαδοχικὲς εἰκόνες ἢ συνειρμούς, δίχως εἱρμό» (ὅ.π., σ. 369). Στὸ σημεῖο αὐτὸ βλέπουμε νὰ συμπίπτει καὶ ἡ κριτικὴ τοῦ Τάκη Σινόπουλου ὅταν τὸ 1964 σὲ κριτικό του σημείωμα γιὰ τὸν Ὑπνόσακκο μιλάει γιὰ «μάζες ποιητικὲς σὲ κατάσταση περίπου πρώτου ὑλικοῦ, ποὺ φιλοδοξοῦν ἴσως, ἀλλὰ δὲν καταφέρνουν νὰ ὁλοκληρωθοῦν σὲ ποίημα» (Χερουβεὶμ Ἀρουραῖος, σ. 23).

Δὲν εἶναι ἀνυπόστατη ἡ ἀπορριπτικὴ κριτικὴ τοῦ Λορεντζάτου – ἀλλὰ καὶ τοῦ Σινόπουλου. Πολλοὶ εἶναι αὐτοὶ ποὺ ξεχωρίζουν στὸν Καροῦζο λαμπροὺς στίχους, ἀλλὰ σπανίως ἕνα ὁλοκληρωμένο ποίημα. Ὡστόσο, ὁ Λορεντζάτος εἶναι ἀπὸ τοὺς πρώτους –ὁ πρῶτος μᾶλλον– ποὺ ἀνέδειξε ἐδῶ σ’ ἐμᾶς τὸ «The poetry does not matter» τοῦ Ἔλιοτ, τονίζοντας ὅτι αὐτὸ ποὺ ἔχει σημασία δὲν εἶναι ἡ ποίηση ἀλλὰ ἡ πνευματικὴ ὁδός (τὸ ’’tao’’ ἐπισημαίνει ὁ ἴδιος), τῆς ὁποίας ὁδοῦ ἡ τέχνη εἶναι τὸ μέσον (γιὰ περισσότερα βλ. «Διόσκουροι», ὅ.π., π.χ. στις σ. 14 , 43, 332) ὥστε νὰ μὴν ἀναγνωρίζει στὸν Καροῦζο πὼς πιὸ μύχια κι ἀπὸ τὴν τρέλα του εἶναι ἡ δίψα του γιὰ αὐτὴν τὴν καινοφανὴ ἐπιστροφὴ τοῦ Χριστοῦ. Ὅταν μάλιστα μὲ μιὰ πρόχειρη ματιὰ διαπιστώνει κανεὶς προφανεῖς συμπτώσεις καὶ συγγένειες.

Γράφει, φέρ’ εἰπεῖν ὁ Λορεντζάτος: «Τίποτα δὲν μπορεῖ νὰ κάνει ὁ ἄνθρωπος δίχως τὸ κορμί του. Ἀκόμα μήτε καί –ἀφοῦ πεθάνει– νὰ ἀναστηθεῖ» (Collectanea, σ. 145). Κι ὁ Καροῦζος: «Νά ’σαι διανοούμενος, ἔστω. Νά ’σαι ὅμως μὲ τὴ σάρκα σου» (Χερουβεὶμ Ἀρουραῖος, σ. 251). Ὡστόσο, ὀφείλουμε νὰ ἀναγνωρίσουμε ὅτι χρωστᾶμε στὸν Ζήσιμο Λορεντζάτο τὴν ἀνάδειξη τῆς «λιγόλογης ἀλήθειας τοῦ Καρούζου» («Ἕνα αὐστηρὸ ἑλληνικὸ ποίημα», ὅ.π., σ. 383): «Θέλει δύστυχο χῶμα ἡ ἐλιά»… Ἀρκεῖ αὐτό.

Ἂς ἐπιστρέψουμε στὸν Πατίλη, ἡ κριτικὴ ματιὰ τοῦ ὁποίου παραμερίζει αὐτὴ τὴν μορφικὴ ἀκαταστασία τὴν ὁποία θεωρεῖ πλέον ὡς ἀναμενόμενο ἀπότοκο τῆς ὑπαρξιακῆς ἀγωνίας καὶ τοῦ βιώματος. Δὲν νομίζω ὅτι πρέπει νὰ θεωρήσει κανεὶς ὅτι αὐτὸ εἶναι ἕνας κανόνας ἀπαράβατος. Ἀπεναντίας, ἡ large_20171112010536_cherouveim_arouraios_o_poiitis_nikos_karouzos_1926_1990μορφὴ καὶ ἡ ἀρχιτεκτονικὴ τοῦ ποιήματος ἀνέδειξαν συχνὰ τὴν ἀγωνία καὶ τὸ βίωμα μὲ τρόπο ἀποτελεσματικὸ ὥστε νὰ μᾶς δώσουν ποιήματα ποὺ νίκησαν τὸν χρόνο. Ἀλλὰ στὸν Καροῦζο, ἔτσι συνέβη. Αὐτὸς ὑπῆρξε ὁ τρόπος του. Κι ὁ Πατίλης μέσα ἀπὸ αὐτὸν τὸν ρηξικέλευθο –καὶ ἀνισόρροπο πολλὲς φορές– προσωπικὸ τρόπο τοῦ ποιητῆ ἀνέδειξε τὸ στοιχεῖο τοῦ Ὑψηλοῦ, ὁδηγώντας τὴ ματιά μας στὴν πηγὴ τῆς ἔμπνευσής του. Καὶ ἡ πηγὴ τῆς ἔμπνευσής του εἶναι ἔξω ἀπὸ τὴ γραπτὴ ποίηση. Βρίσκεται, ὅπως γράφει ὁ ἴδιος ὁ ποιητής, στὴν «ἀνυποταξία τοῦ Θεοῦ» (Χερουβεὶμ Ἀρουραῖος, σ. 24). Κι ὁ Θεὸς εἶναι ἡ ἀγάπη ποὺ μᾶς ὁδηγεῖ στὴν «ἀγαπητικὴ» κοινωνία καὶ γι’ αὐτὸ ἐμμένει στὴν κοινοκτημοσύνη τῶν ἀγαθῶν καὶ στὴν ἀταξικὴ κοινωνία. Γι’ αὐτὸ βλέπει στὴν νύχτα τῆς Κροστάνδης τὸ «ἦν αὐτοῖς ἅπαντα κοινὰ» τῶν Ἀποστόλων, γι’ αὐτὸ εἶναι στραμένος στὴ Μέλλουσα Πόλιν, τὴν ἀναστάσιμη, ποὺ ἐμπεριέχει καὶ ὐπερβαίνει ὅλα τὰ ἐπαναστατικὰ ὁράματα. Αὐτὴ ἡ ἀναζήτηση τῆς ἀγαπητικῆς κοινωνίας ὁδηγεῖ τὸν Καροῦζο νὰ κινεῖται ἀπὸ τὸν ὐπόγειο ἀρουραῖο στὶς φρικαλέες κατσαρίδες καὶ τὰ ἄλαλα μερμήγκια, κι ἀπὸ κεῖ στὴ διαρκὴ ἐπανάσταση ὣς τὴ διαρκὴ συγγνώμη τοῦ Ἰησοῦ.

Ἡ έργασία τοῦ Γιάννη Πατίλη ἀπαντᾶ εὐρύτερα στοὺς σημερινοὺς προβληματισμοὺς γιατὶ ἀναδεικνύει τὴ βασικὴ ἀρχὴ ὅτι ἡ ποίηση ἀποκτᾶ νόημα καὶ περιεχόμενο ὅταν συνταυτίζεται μὲ μιὰ εὐρύτερη πνευματικὴ στάση τοῦ ποιητῆ. Κι ὅτι ἡ μορφὴ τῆς ποίησης δὲν μπορεῖ νὰ καθορίζεται ἀπὸ ἕνα φιλολογικὸ ἐνδιαφέρον, ἀλλὰ ἡ «μύχια τρέλα» της –γιὰ νὰ διαστρεβλώσω λίγο τὴ φράση τοῦ Λορεντζάτου– εἶναι ὅ,τι δίνει ὑπόσταση καὶ στὴν ὅποια μορφή. Προσωπικά, καὶ κλείνω μ’ αὐτὸ,  ἡ εἰσαγωγὴ καὶ ἡ ἀνθολόγηση τοῦ Πατίλη μὲ προέτρεψαν νὰ δῶ ἐξ ἀρχῆς τὴν ποίηση τοῦ Νίκου Καρούζου, καὶ μὲ βοήθησαν ὥστε νὰ μοῦ ἀποκαλυφθεῖ ὡς μία νέα ἀνάγνωση – καὶ γι’ αὐτὸ τὸν εὐχαριστῶ.

ΑΓΓΕΛΟΣ ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ

Ομιλία κατά την παρουσίαση του βιβλίου στις Εκδόσεις Γαβριηλίδη, 21.12.2017

 

Ξανακοιτάζοντας τον Νίκο Καρούζο

ΓΙΑΝΝΗΣ-ΠΑΤΙΛΗΣ-ΛΙΜΑΝΙ-ΜΥΤΗΛΙΝΗΣ-1988-ΜΑΡΤΙΟΣΤη χρονιά που μας φεύγει, ο Γιάννης Πατίλης, ποιητής, κριτικός και εκδότης του ιστορικού λογοτεχνικού περιοδικού Πλανόδιον (1986-2012), συμπλήρωσε τα εβδομήντα του έτη. Με την ευκαιρία του πρόσφατου βιβλίου του για τον Νίκο Καρούζο, αλλά όχι μόνο, το Νέο Πλανόδιον του αφιερώνει την τελευταία αυτή εβδομάδα των αναρτήσεων του 2017 – αναγνώριση ελάχιστη ανεξαγόραστης οφειλής. Γράφουν κατά σειρά και ανά ημέρα από τα Χριστούγεννα έως την Πρωτοχρονιά οι Κώστας Κουτσουρέλης, Σωτήρης Γουνελάς, Άγγελος Καλογερόπουλος, Ξάνθος Μαϊντάς, Θανάσης Γαλανάκης, Γιώργος Πινακούλας και Έλενα Σταγκουράκη.

~ . ~

του ΣΩΤΗΡΗ ΓΟΥΝΕΛΑ ~ . ~

Γιάννης Πατίλης (εισαγωγή-ανθολόγηση),
Χερουβείμ Αρουραίος: Ο ποιητής
Νίκος Καρούζος (1926-1990),
Ίδρυμα Τ. Σινόπουλος – Εκδόσεις Γαβριηλίδης 2017

Ευχαριστώ τον Γιάννη Πατίλη γιατί μας έδωσε την ευκαιρία να ξαναδούμε την περίπτωση Καρούζου. Χρειάζεται κάθε τόσο να ξαναβλέπουμε και, θα έλεγα, να ξανασυναντούμε και να συνομιλούμε ξανά με τα έργα που άφησαν σημάδια στο πέρασμά τους, είτε έγιναν κοινωνικά αποδεκτά είτε όχι.

Προ καιρού έστειλα στην Καθημερινή ένα κείμενο με τίτλο «Δυο λόγια για το τίποτα». Εκεί παραλλήλιζα ένα στίχο του Ρεμπώ που άρεσε στον Λορεντζάτο να τον αναφέρει κάθε τόσο –Je est un autre, το εγώ είναι ένας άλλος– και μια διατύπωση του Καρούζου από συνέντευξή του. Ο Λορεντζάτος για πρώτη φορά στα Collectanea (αρ. 497) που εκδόθηκαν μετά την εκδημία του σχολιάζει το στίχο του Ρεμπώ γράφοντας:

Στην τέχνη πρέπει από το τίποτα (που είσαι εσύ) να φτάσεις στο παν (που εκεί δεν είσαι πια εσύ). Θα μπορείς τότε να λες –και να το καταλαβαίνεις αυτό που λες– μαζί με το Rimbaud: «Je est un autre«. (σ. 252)

Τι λέει ο Καρούζος σχετικά με αυτά; Σε μια παλιά εξαιρετική συνέντευξη (Η λέξη, Φλεβάρης 1981, σ. 127-131), που τη βρήκα κάπου στα συρτάρια μου και την θυμήθηκα, καταθέτει μια ανάλογη εξομολόγηση:

Αυτό είναι το πραγματικό τίποτε που το είχε και ο Ιησούς και ο Σωκράτης, στο βαθμό που το είχε ο καθένας. Κι εγώ αισθάνομαι να μπαινοβγαίνω στο τίποτε. Αυτή τη στιγμή κουβεντιάζουμε. Δεν είμαι στο τίποτε τώρα. Είμαι στο κάτι. Και το κάτι αυτό λέγεται συνομιλία, λέγεται προβληματισμοί πάνω στην ποίηση. Όταν όμως φύγω από δω, θα μπω στο τίποτε αμέσως. Αυτό μου φέρνει τα κύματα, να γράφω ποιήματα. Γιατί αν δεν είσαι στο τίποτε και είσαι στο κάτι, τότε θα φαμπρικάρεις […] Η πραγματική αίσθηση της ζωής είναι το τίποτε. Υπάρχουν άνθρωποι που βλέπουν ένα ηλιοβασίλεμα και είναι έτοιμοι να το καταβροχθίσουν, να το αποσπάσουν από τον ουρανό και να το περάσουν στο πεπτικό τους σύστημα. Το τίποτε δεν είναι να μην χαρείς τη ζωή, είναι να μην την φοδράρεις με το βίωμα της κτητικότητας, που τελικά γίνεται αρπακτικότητα.

Στην ίδια συνέντευξη αναφέρει ότι: «ποίηση είναι να φτάσεις να γίνεις ο σιωπών λέγων, ο λέγων δια της σιωπής, ο σιωπών δια του λόγου, διότι πρέπει να είσαι πάντα στο τίποτε». Για να συμπληρώσω τώρα αυτό που είπα για το «Τίποτα» πηγαίνω σε σημείωση του βιβλίου που παρουσιάζουμε, όπου ο Καρούζος, μιλώντας με τον φιλόλογο Μπελεζίνη, αναφέρει το «έμφωτο τίποτα» το οποίο –λέει– «το διδάχτηκα σε μεγάλες δόσεις κι απ’ την Ελλάδα κι απ’ το Βυζάντιο (μυστική ορθοδοξία) και βέβαια κι απ’ την ασιατική συνολικά σκέψη» (σ. 85-86).

large_20171112010536_cherouveim_arouraios_o_poiitis_nikos_karouzos_1926_1990Ο τίτλος του βιβλίου του Πατίλη προέρχεται από το ποίημα του Καρούζου «Οξυφρένεια» της συλλογής του Αντισεισμικός τάφος του 1984 : «Λησμονώντας νοητά και αδιανόητα / υπογράφω σήμερα: Χερουβείμ Αρουραίος». Αφήνω λέει την περιοχή των νοητών, αφήνω αυτά που κατανοούνται και αυτά που δεν συλλαμβάνονται. Αφού λοιπόν γίνει αυτό και τα παραδώσει στη λήθη, βάζει την παραπάνω υπογραφή. Τι είναι ο Χερουβείμ Αρουραίος; Είναι ο συνδυασμός του αγγελικού στοιχείου όχι απλώς με το χθόνιο, αλλά με το υπο-χθόνιο. Τί λέει δηλ. ο Καρούζος; Είμαι μέσα στο σχήμα του αγγέλου που έρχεται από ψηλά και του αρουραίου που ζει κάτω στη γη, κινείται στα σκοτεινά και ανήλιαγα μέρη: έτσι είναι η ψυχή μου. Αυτά επιβεβαιώνονται από στίχους όπως του ποιήματος «Σύντομον»:

Τραγουδώ τους πεσμένους προπάτορες
Είμαι των άστρων ο σκύλος
Με τα μάτια κοιτάζω ψηλά
Με τα χέρια γιορτάζω τη λάσπη.

Ωστόσο, στο θέμα της υπογραφής θα πρέπει να ληφθεί υπ’ όψιν και το σχόλιο του Πατίλη στη σ. 33 όπου λέει ότι ο Καρούζος εισάγει στα ίδια του τα ποιήματα –την περίοδο μετά το 1980– αυτοσχόλια αυτομεμπτικά που, καθώς γράφει, «φτάνουν τα όρια της απροσχημάτιστης αυτολοιδωρίας». Σκέφτομαι λοιπόν μήπως πρέπει και αυτό να ληφθεί υπ’ όψιν για την κατανόηση της υπογραφής Χερουβείμ Αρουραίος.

Η περίπτωση του Καρούζου είναι δύσκολη και δυσανάγνωστη. Γι’ αυτό η εισαγωγή του Πατίλη αποκτά μεγαλύτερη αξία. Ο συγγραφέας κινήθηκε σε πολλά επίπεδα επειδή έτσι κινείται και ο Καρούζος. Αλλιώς ούτε τον ακολουθείς, ούτε τον παρακολουθείς. Αλλά κινήθηκε και στις διαφορετικές κριτικές προσεγγίσεις που έγιναν κατά καιρούς και μάλιστα από ομοϊδεάτες κατά κάποιο τρόπο του Καρούζου, όπως ο Λειβαδίτης και ο Λεοντάρης. Σπεύδω τώρα να αναφερθώ στο ποίημα «Οι βράχοι της Ύδρας», που ο Ζ. Λορεντζάτος χαρακτήρισε «ένα αυστηρό ελληνικό ποίημα», θεωρώντας μάλιστα ότι αυτό είναι το μοναδικό αληθινό ποίημα του Καρούζου. Ο Λορεντζάτος, τον οποίο έτυχε να συναναστραφώ για πολλά χρόνια, ήταν βέβαια ένας εστέτ, που λέει ο Πατίλης, εστέτ της λέξης θα έλεγα, αλλά ήταν και άνθρωπος μεγάλης εποπτείας και απόλυτος στις κρίσεις του, είχε κάτι σαν σύνδρομο του «απόλυτου κριτή» βάζοντας ωστόσο –πρέπει να του το αναγνωρίσουμε– τον πήχη πολύ ψηλά. Επόμενο είναι συχνά να αδικεί πρόσωπα και ποιήματα. Θα συμφωνήσω λοιπόν με τη διατύπωση του Γιάννη Πατίλη ότι «παραβαίνει τον στοιχειώδη κριτικό κανόνα που λέει ότι για να δώσουμε το άριστα σε ένα έργο αξιολογούμε με βάση τα κριτήρια που μας υποβάλλει το είδος της λογοτεχνίας και του λογοτέχνη που έχουμε μπροστά μας» (σ. 21). Μα και αν δεν συμφωνήσει κανείς ολότελα με αυτή τη διατύπωση, πρέπει να ακούσει τη διευκρίνιση του ίδιου του Καρούζου σε σχέση με τον Σολωμό, στον οποίο κάπως παρέπεμπε ο Λορεντζάτος προτού κρίνει το ποίημα του Καρούζου. Ιδού τι λέει:

Ο Σολωμός έδωσε μεγάλη και ολέθρια σημασία στην προτεραιότητα, για να το πούμε έτσι, της διάνοιας […] ότι πρέπει πρώτα ο νους να συλλάβει και έπειτα η καρδιά να ζεσταθεί με του νου τις συλλήψεις. Εκεί είναι που έγινε το χαντάκωμα […] Κατά την ταπεινή μου αντίληψη [] η προτεραιότητα για την ποίηση ανήκει στο βίωμα.

Ο Καρούζος λοιπόν αντιστρέφει τον κανόνα του Σολωμού. Αυτή η αντιστροφή έχει μεγάλη σημασία για τα ποιητικά πράγματα. Λέει και άλλα ο Καρούζος, που μας τα μεταφέρει ο Πατίλης, αλλά θα αναφέρω μονάχα τη φράση «Η παρορμητική γραφή είναι η δύναμη της αυθεντικότητας». Αυτό παραπέμπει στο «τίποτα» για το οποίο σας μίλησα στην αρχή. Και θέλω εδώ να προσθέσω, ή μάλλον να παραλληλίσω με, ανάλογες διατυπώσεις άλλων ποιητών. Του Χαίλντερλιν:

Το μυαλό δεν έχει πνευματική ομορφιά, είναι σαν τον υπηρέτη που φτιάχνει από χοντρά ξύλα το φράχτη, όπως τον είχαν προστάξει … Όλη η δουλειά του μυαλού δεν είναι παρά έργο ανάγκης […] Ο νους δεν έχει την ομορφιά του πνεύματος, της καρδιάς, είναι σαν τον φύλακα που ο νοικοκύρης έχει βάλει πάνω στους δούλους.

(Υπερίων ή ο ερημίτης στην Ελλάδα, μτφρ. Λ. Γκεμερέυ)

Του Ρίλκε:

Αφήστε κάθε εντύπωση, κάθε σπόρο συναισθήματος να ωριμάζει μέσα σας, στο σκοτάδι, στο χώρο του ανείπωτου, του υποσυνείδητου, όπου δεν φτάνει η νόησή σας· και, με βαθιά ταπεινοσύνη κι υπομονή, προσμείνετε την ώρα που θα γεννηθεί ένα καινούργιο φεγγοβόλημα. Αυτό και μόνο, θα πει «ζω την τέχνη»: είτε απλός πιστός της είσαι, είτε δημιουργός.

(Γράμματα σ’ ένα νέο ποιητή, μτφρ. Μ. Πλωρίτης)

Καταγραφή 2Η παραπάνω διατύπωση του Καρούζου μάς βάζει μπροστά στο ζήτημα που αφορά τους σημερινούς και δη νεώτερους ποιητές αλλά και γενικά καλλιτέχνες. Ποιο είναι το τα ζήτημα; Η προτεραιότητα της τεχνικής. Το βάρος σήμερα δίνεται στην «τεχνική αρτιότητα» και προσυπογράφω πλήρως τη φράση του Καρούζου που αναφέρει ο Πατίλης ότι «μπορεί να παρουσιάσει κανείς ένα κείμενο τεχνικής αρτιότητας αλλά να έχει καταστραφεί το αυθεντικό στοιχείο της παρόρμησης» (σ. 22). Κάπως συμπερασματικά, θα έλεγα εδώ ότι ο άνθρωπος-ποιητής, που ρίχνει το βάρος στην παρορμητική γραφή, ή σε αυτό το «τίποτα» που είπαμε πριν, είναι ένας απολύτως πιστός στην άλλη διάσταση, σε αυτό που λένε οι αρχαίοι υπέρλογο ή σε αυτό που ονομάζει ή υπονοεί ο Καρούζος με τις παρακάτω λέξεις ή στίχους:

Ουράνιο αίσθημα (σ. 115)

Περιμένω καθώς ο καρπός στο δέντρο (σ. 117)

Έχουμε στην καρδιά μας ένα σήμαντρο.
Τα μανταρίνια είναι κίτρινος Χριστός μες στις αυλές (σ. 119)

Έτσι μου δόθηκε ξανά την ώρα κείνη
Απ’ το πολύ-πολύ μικρό
Αχειροποίητη η απεραντοσύνη (σ. 139)

Όταν δίνεις ένα φιλί στο εικονοστάσι
Φιλάς τη ζωή,
Κι αυτό φτάνει (σ. 146)

Υπάρχει ένα σημείο, μάλιστα είναι το Σημείο, καθώς λέει ο Πατίλης, το οποίο μπορεί να συνοψίζει μια άλλη διατύπωση του Καρούζου που προέρχεται, όπως γράφει ο συγγραφέας από συλλογή του ’55 με τον τίτλο αυτό –Σημείο– και η οποία λέει:

η ποίηση είναι λόγος εν μέθη, καθώς ο πρωτεύων άνθρωπος είναι χρόνος εν Χριστώ. Γι’ αυτό κι οι λέξεις ομοιάζουν με κλυδωνιζόμενα πράγματα και τα νοήματα χάνονται στο βάθος της φωνής ατέλειωτα (σ. 25)

Αφήνω να αιωρούνται αυτά τα λόγια και προχωρώ πιο κάτω. Ο Γιάννης Πατίλης αναφέρεται στην περίοδο μετά το ’79 ονομάζοντάς την «ύστατη ακραία φάση της μάχης» με αυτό που λέει ο Καρούζος το «πρόβλημα το άλυτο με οποιαδήποτε έκφραση». Και προσθέτει ο Πατίλης:

τώρα πια, κάτω από βαρύτερες και απτότερες σκιές θανάτου, σηματοδοτώντας ένα εντονότερο αδιέξοδο, ή καλύτερα: μια ισχυρότερη ποιητική πιστοποίησή του και ταυτοχρόνως μια βαθύτερη εκφραστική ανυποληψία προς τη «γραπτή»-ποίηση, την ποίηση πια τη γραπτή τη δική του.

Και στη σημείωση της ίδιας σελίδας παρατίθεται ένα πεντάστιχο του Καρούζου από επιστολή του που λέει:

Ρε φίλε Νίκο
με τις λέξεις έχω τελικά
μια τέτοια ευχέρεια
όπου εμένα δεν μου λένε
ΤΙΠΟΤΑ.

Ξανά το τίποτα. Άλλο τίποτα αυτό. Αλλά είναι άλλο; Ή είναι αυτό το τίποτα, ως υπέρβαση των αισθητών, ως ακραία υπαρξιακή αναζήτηση νοήματος πέρα από τα γήινα αλλά και τα ποιητικά και τα γλωσσικά πράγματα (που αντιστοιχεί στο στίχο του «Ποιά είν’ εμένα η συχνότητά μου στο απόλυτο;»), που τον οδηγεί σε μια τέτοια στάση; Τη στιγμή που μέσα του –παρά τη σχέση του χερουβείμ με τον ουρανό ή, αν θέλετε, τη σταθερή αναφορά στο πρόσωπο του Χριστού (του Σημείου που είπε πιο πριν ο Πατίλης– χαίνει η άβυσσος του θανάτου, όπως διαβάζουμε στους στίχους:

Νύχτα και μέρα τήκεσαι
Οι λέξεις τίποτα δεν εκφράζουν (σ. 115)

Ακέραια μόνο
Σε κατάκοιτη θέληση
Με πανικό σαν πίδακα στο στήθος (σ. 116)

Θάνατος αλλάζει τη φωνή μας (σ. 128)

Καινούργιο φέρετρο η καινούργια μέρα (σ. 136)

Αλλά και όπως διαβάζουμε στο απόσπασμα του Καρούζου της σ. 69 της εισαγωγής του Πατίλη, όπου λέγονται τα εξής άκρως αποκαλυπτικά:

Όλα της ζωής ανήκουν στο θάνατο. Πώς να το κάνουμε; Κατά συνέπεια είναι ένα γεγονός που θα συμβεί σε όλους μας, και με απασχολεί, πρέπει να ομολογήσω, παρά πολύ και σχεδόν ολάκερη τη ζωή μου μ’ απασχόλησε. Και βέβαια είναι και μέσα στην ποίησή μου συνέχεια ο θάνατος. Αν είχα αγιάσει θα είχα τελειώσει με τον θάνατο. Αλλά εκείνοι που αγιάζουν είναι ελάχιστοι και δεν τους ξέρει κανείς. Εγώ είμαι στην κοινωνία, στις αδυναμίες, στις επιθυμίες, στις ορέξεις, και ο θάνατος βιωματικά θα’ λεγα με λιανίζει.

Στα λεγόμενα αυτά υπάρχουν αντιφάσεις. Γιατί εάν ο ίδιος είναι από την μεριά της κοινωνίας και των επιθυμιών κλπ., ο άλλος που αγιάζει ποιος είναι; Ο αναχωρητής; Γιατί; Ο Καρούζος τι είναι; Δεν είναι μέσα στο κατοικητήριο της ποίησής του –όπως την ξέρουμε– αναχωρητής και έγκλειστος, και μοναξιασμένος και έρημος και περιθωριακός; Ωστόσο, η ομολογία αυτή δεν καταργεί ούτε τη διάσταση του Χερουβείμ ούτε τη συσχέτισή της με το ΣημείοΧριστός, που γράφει ο Πατίλης, αλλά ούτε με τις ανατολικές παραδόσεις. Ο Πατίλης τα σχετικά με τον βουδισμό και το Ζεν τα συνδέει με την απόσβεση του εγώ και σωστά. Χωρίς να σημαίνει αυτό ότι στη χριστιανική παράδοση και δη την ορθόδοξη, μας ενδιαφέρει η διόγκωση του εγώ ή η σταθεροποίησή του.

Έχω όμως εδώ μια ένσταση. Σχολιάζοντας ο Γιάννης Πατίλης τα σχετικά με το θάνατο στον Καρούζο και ενώ λέει, πολύ σωστά, ότι δεν αποτελούν «απλό Καταγραφή 4διανόημα ή υλικό ήρεμου στοχασμού αλλά σχεδόν καθημερινό αγωνιώδες βίωμα» (σ. 69), ρίχνει το βάρος στην ανάγκη «πνευματικής παρηγόρησης ή θεραπείας». Μας βάζει μπροστά σε ερωτήματα του τύπου «η ποίηση μπορεί να βοηθήσει;» ή «να κατανικήσει το φόβο του θανάτου;». Καθώς συμπληρώνει ότι ο Καρούζος πίστευε πως αυτό «με τα ποιήματα δεν κατανικιέται», βρίσκει ότι «προσπάθησε να ανακουφίσει την πιεστική παρουσία του». Η ένστασή μου λοιπόν είναι ότι η σχέση του Καρούζου με τον Χριστό ή ταυτόχρονα και με τις ανατολικές παραδόσεις –τουλάχιστον από μια στιγμή και ύστερα– δεν είναι μονάχα παρηγοριά και ανακούφιση. Εάν μάλιστα ισχύει αυτό που λέει ο Λεοντάρης για τη συλλογή Υπνόσακκος, ότι δηλαδή η ποίηση –στην περίπτωση του Καρούζου– «υπάρχει εξ αρχής στον ποιητή τον ταυτισμένο με τον Ιησού, που προβάλλεται σαν ιδανικό πρότυπο ποιητικής ύπαρξης» (με αναφορά στο στίχο του Καρούζου «γιατί δεν υπάρχει απόσταση ώς του Χριστού το σώμα»), αυτή η ταύτιση –αν είναι ταύτιση– δεν μπορεί να είναι απλώς παρηγοριά και ανακούφιση. Και τούτο γιατί Χριστός σημαίνει πρώτα πρώτα σταύρωση κι ύστερα ανάσταση. Και ο Καρούζος τη σταύρωση την είχε ζήσει στο πετσί του.

Ας πω τώρα μερικά καταληκτικά πράγματα. Ο Νίκος Καρούζος κινείται σ’ ένα τεντωμένο σκοινί. Ακροβατεί. Από κάτω χαίνει η άβυσσος ή ο θάνατος. Κι όσο κι αν ενεργεί μέσα στην ποιητική περιοχή, αυτή η περιοχή δεν τον ενδιαφέρει έξω από τη βαθύτερη υπαρξιακή διάσταση του ανθρώπου, την αναφορά στον Χριστό και την απελευθέρωση από τη γλώσσα και τις λέξεις της. Για ποιό λόγο όμως; Για να πλησιάσει αυτό που κάπου ονομάζει «αρτιότητα του ανθρώπου ή θέωση».

Λέω δηλαδή ότι, παρά τη λεκτική θρυμματοποίηση νοημάτων και σημασιών (ίσως αυτό που ο Πατίλης λέει «εκρηκτική φυγόκεντρη λεκτική πολυσημία και νοηματική πολυσημασία», σ. 33) που συμβαίνουν συχνά στα ποιήματά του –αν και δεν συμβαίνει μονάχα αυτό, αλλά και το εντελώς αντίθετο–, ο Νίκος Καρούζος κυνηγάει, όσο κι αν μπορεί να φαίνεται παράξενο τόσο στους πιστούς όσο και στους άπιστους, την ελευθερία του Θεού –είτε το γράφει με κεφαλαίο είτε με μικρό–, ελευθερία όμως που λέει ότι αποκαλύπτεται μέσα από την ελευθερία του ανθρώπινου προσώπου (δες σ. 27).

Και στην περίπτωση αυτού του κυνηγητού έρχονται στο προσκήνιο και το μυστήριο, και ο Θεός και το θαύμα της ζωής και του θανάτου και η Αγάπη, αλλά και η γλώσσα στη διάσταση που θέλει τώρα αυτός ο κυνηγός του θεού, δηλαδή την μυθική διάσταση. Στη σ. 27 διαβάζουμε σε κείμενο του Καρούζου:

Κι έρχομαι να πω τώρα πως ο μύθος υποτάζοντας τη γλώσσα μάς δωρίζει την έσχατη ανωτερότητα της γλώσσας, εξαίρει το μυστήριο, λαμπρύνει την ανυποταξία του θεού μες τον κόσμο, λέει το θαύμα της ζωής και του θανάτου.

Ποιός κατοικεί κάπου εδώ κοντά, τον οποίο μάλιστα έχει σε εκτίμηση ο Καρούζος; Μα ο Πεντζίκης. Ο οποίος με τη σειρά του γράφει στην Πραγματογνωσία:

Έχει λοιπόν μεγάλη σημασία η αναζήτηση των ενσπαρμένων στο σώμα μας από τρεις χιλιάδες χρόνια πιο μπροστά ομηρικών μύθων με την ειλικρινή φόρτισή τους με αγάπη […] Παράλληλα προς την λογική αντικειμενικά πραγματικότητα, υφίσταται μια άλλη, που κατά τρόπο μυστικό υπεισέρχεται στη διάπλαση του σώματός μας, πραγματοποιούμενη με τη σωρεία των μυθικών γνώσεων που νομίζουμε ότι διαψεύδονται.

Ο Πεντζίκης για να υπερβεί τη διάσταση υποκειμένου-αντικειμένου ζητά τη μέθεξη και ζητά τον μύθο ως αλήθεια και ως αποκάλυψη ντυμένη την Αγάπη. Το ανάλογο ζητά και ο Καρούζος. Αλλά η περίπτωσή του είναι πολύ διαφορετική γιατί είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένη με την αγωνία και με την αίσθηση του θανάτου.

Θα κλείσω την παρουσίαση διαβάζοντας ένα απόσπασμα της εισαγωγής του Πατίλη, που παίρνοντας αφορμή τη συλλογή Ποιήματα (1961) και το εκεί ποίημα με τίτλο «Μένουσα Πόλις» γράφει τα ακόλουθα:

Έχοντας ως πηγή το παύλειο «ου γαρ έχομεν ώδε μένουσαν πόλιν, αλλά την μέλλουσαν επιζητούμεν» (Εβρ. 13, 14), ο ποιητής Νίκος Καρούζος συγκροτεί τους δύο κόσμους του, αυτούς μεταξύ των οποίων και μαζί τους διήλθε βασανιστικά μετέωρος ολόκληρη τη ζωή του: την Μένουσα πόλιν, εκείνη την υπαρξιακή της φθοράς και του θανάτου είτε την πολιτική της εξουσίας και της εκμετάλλευσης του ανθρώπου, και, σε πλήρη αντιστοιχία πάλι ανάμεσά τους, την Μέλλουσα πόλιν των κομμουνάριων της αταξικής κοινωνίας και εκείνην της εν Χριστώ αναστάσεως και ενώσεως πάντων: τις πόλεις που βαθύτατα πόθησε πέρα από κάθε πίστη για το εφικτό ή όχι της πραγματοποίησής τους ή και για την ύπαρξή τους την ίδια! (σ. 52)

Ο Καρούζος –το ξαναβλέπουμε αυτό σήμερα χάρη στην εργασία του Πατίλη– ανοίγει δρόμο για να σταθούμε ξανά με μεγάλη προσοχή στο ζήτημα της σχέσης Πίστης, Ποίησης, Ελευθερίας και Αγάπης. Αυτά τα τέσσερα θα έλεγα ότι είναι μονίμως καταδιωκόμενα από το κυρίαρχο πνεύμα.

ΣΩΤΗΡΗΣ ΓΟΥΝΕΛΑΣ

Ομιλία κατά την παρουσίαση του βιβλίου στις Εκδόσεις Γαβριηλίδη, 21.12.2017

~ . ~

IMG_9956

Καρουζικά Προλεγόμενα

Patilis, Yiannis (Fotografia DimitrisGeros)

Τη χρονιά που μας φεύγει, ο Γιάννης Πατίλης, ποιητής, κριτικός και εκδότης του ιστορικού λογοτεχνικού περιοδικού Πλανόδιον (1986-2012), συμπλήρωσε τα εβδομήντα του έτη. Με την ευκαιρία του πρόσφατου βιβλίου του για τον Νίκο Καρούζο, αλλά όχι μόνο, το Νέο Πλανόδιον του αφιερώνει την τελευταία αυτή εβδομάδα των αναρτήσεων του 2017 – αναγνώριση ελάχιστη ανεξαγόραστης οφειλής. Γράφουν κατά σειρά και ανά ημέρα από τα Χριστούγεννα έως την Πρωτοχρονιά οι Κώστας Κουτσουρέλης, Σωτήρης Γουνελάς, Άγγελος Καλογερόπουλος, Ξάνθος Μαϊντάς, Θανάσης Γαλανάκης, Γιώργος Πινακούλας και Έλενα Σταγκουράκη.

~ . ~

του ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ  ~ . ~

Γιάννης Πατίλης (εισαγωγή-ανθολόγηση),
Χερουβείμ Αρουραίος: Ο ποιητής
Νίκος Καρούζος (1926-1990),
Ίδρυμα Τ. Σινόπουλος – Εκδόσεις Γαβριηλίδης 2017

Οι ανθολογίες είναι έργο συλλογικό. Ανθολόγοι και ανθολογούμενοι συμβάλλουν από κοινού στο τελικό αποτέλεσμα, με διαφορετικό τρόπο ο καθένας. Σπανίως όμως αυτό το αποτέλεσμα έχει σημασία παραπλήσια δι’ έκαστο των  συμβαλλομένων μερών.

Στην Ελλάδα, παρότι το είδος έχει ρίζες απ’ τους καιρούς της Παλατινής, γενικά η δουλειά των ανθολόγων υποτιμάται, ίσως γιατί και εκδοτικά δεν προβάλλεται. Οι σημαντικοί ποιητές την αποφεύγουν. Με την εξαίρεση τη Χαμηλή φωνή του Μανόλη Αναγνωστάκη και Τ’ αγαπημένα του Μιχάλη Γκανά, δεν μπορώ να σκεφτώ τώρα άλλο παράδειγμα όπου η ανθολογική δουλειά ενός σημαντικού ποιητή να αποτελεί κομμάτι αξιόλογο, συμπλήρωμα αναγκαίο για την κατανόηση και του δικού του έργου. Τις Ανθολογίες του Αποστολίδη ή του Πολίτη, του Παπύρου ή του Σοκόλη, τις επιμελήθηκαν ώς επί το πλείστον μη ποιητές. Και όσο για τους περιλαμβανόμενους εκεί, δεν ξέρω αν οφείλουν κάτι στους ανθολόγους τους – το πολύ ίσως κάποιοι ελάσσονες εξ αυτών. Αντιθέτως, σε μια ξενόγλωσση ανθολογία όπως εκείνη των Κήλυ-Σέρραρντ, Voices of Modern Greece, του Μεταπολέμου χρωστούν μεγάλο μέρος της επιτυχίας τους εκτός Ελλάδος ποιητές κορυφαίοι όπως ο Καβάφης, ο Ελύτης και ο Σεφέρης,

Απ’ όλες τις πλευρές στο εξωτερικό τα πράγματα έχουν αλλιώς. Οι ανθολογίες εκεί, γενικές ή ειδικές, θεματικές ή μορφικές, έχουν μεγάλο βάρος, αποτελούν, και κυκλοφοριακά, το κύριο μέσο διάδοσης της ποίησης. Και είναι κυρίως ποιητές οι πρωτουργοί τους. Βιβλία ανθολογικά όπως το κλασσικό Μουσείο της μοντέρνας ποίησης του Χανς Μάγκνους Εντσενσμπέργκερ (Museum der modernen Poesie) ή η πιο πρόσφατη Επινόηση της ποίησης του Ραούλ Σροττ (Erfindung der Poesie), για να μείνω στον γερμανόφωνο χώρο, αποτέλεσαν σταθμούς στην πρόσληψη εκεί της νεωτερικής και της αρχαίας και μεσαιωνικής ποίησης αντίστοιχα. Και είχαν εξαιρετική απήχηση. Το Μουσείο του Εντσενσμπέργκερ κυκλοφορεί αδιαλείπτως από το 1960.

large_20171112010536_cherouveim_arouraios_o_poiitis_nikos_karouzos_1926_1990Ίσως παρόμοιες διαπιστώσεις ώθησαν και τον Γιάννη Πατίλη να προτείνει στο Ίδρυμα Σινόπουλου την σειρά «Δύο αιώνες ελληνικής ποίησης». Γνώμονας κεντρικός αυτού του εξαιρετικά φιλόδοξου, του μοναδικού για τα ελληνικά δεδομένα εκδοτικού σχεδίου που στο πλήρες του ανάπτυγμα θα περιλάβει πενήντα περίπου τόμους, είναι, θυμίζω, ότι «ποιητές ανθολογούν ποιητές». Και ο όγδοος τόμος της σειράς, Χερουβείμ Αρουραίος – Ο ποιητής Νίκος Καρούζος (1926-1990), ο φροντισμένος από τον ίδιο τον Πατίλη, είναι οπωσδήποτε το έμπρακτο παράδειγμα του τρόπου με τον οποίο ο ανθολόγος βλέπει την αποστολή της σειράς, αλλά και ευρύτερα το ανθολογείν.

Χωρίς άλλες περιστροφές, να πω ότι το βιβλίο αυτό είναι και για τους δύο συντελεστές του σημαντικό – για τον ανθολόγο και για τον ανθολογούμενο εξίσου. Το γεγονός δεν είναι αυτονόητο, και αυτό ακριβώς το καθιστά αξιοσημείωτο – θα προσπαθήσω να εξηγήσω με λίγα λόγια γιατί. Για τον ανθολόγο Γιάννη Πατίλη το βιβλίο αυτό είναι σημαντικό επειδή δι’ εκείνου συμπληρώνεται και, προσώρας, αποκορυφώνεται το δοκιμιακό-κριτικό έργο της ωριμότητάς του. Ο Καρούζος του, από κοινού με την ανθολογία του Αργύρη Χιόνη, την οποία επιμελήθηκε στην ίδια αυτή σειρά, αλλά και με το μικρότερο δοκίμιό του για τον Δημήτρη Αρμάο και το προσωπικότερο και σημαδιακό Το σπασμένο είναι πιο ανθεκτικό –όλα βγαλμένα την τελευταία διετία– φέρνουν στο προσκήνιο έναν άλλο Πατίλη. Πλάι στον ποιητή και τον εκδότη του Πλανόδιου, ιδιότητες με τις οποίες είχε ταυτιστεί επί δεκαετίες, μας δείχνουν πλέον σαφώς περιγεγραμμένο και το πρόσωπο του μελετητή και ερμηνευτή της λογοτεχνίας μας, εν ολίγοις τον λεπταίσθητο δοκιμιογράφο και τον στιβαρό κριτικό που ψυχανεμιζόμασταν στα κείμενά του των προηγούμενων δεκαετιών. Με εξαίρεση μια ομιλία του περί γλώσσας, απ’ όλα αυτά μέχρις ώρας έχουμε θησαυρισμένα μόνο εκείνα που αφορούν το ειδικό θέμα του μικρού, λογοτεχνικού, τύπου.

Εν μέρει αστειευόμενος και εν μέρει σοβαρολογώντας, έχω πει στον Πατίλη ότι η περίπτωσή του μοιάζει μ’ εκείνην του Σεφέρη. Καθώς το ογκώδες πεζογραφικό έργο του έρχεται –και θα συνεχίσει κατ’ ελπίδα να έρχεται!– όλο και περισσότερο στη δημοσιότητα, η αρχική εικόνα του ολιγογράφου και του σπανιογράφου ξεθυμαίνει και τη θέση της παίρνει μια άλλη συνθετότερη, που αποζητά επιτακτικά με τη σειρά της μια ανανεωμένη και συνθετότερη αποτίμηση. Την ώρα που οι περισσότεροι ποιητές της γενιάς του, αλλά και πολλοί νεώτεροί του, έχουν δώσει πια ό,τι είχαν να δώσουν και αναπαύονται λίγο-πολύ στις δάφνες τους, ο Πατίλης εμμένει στον λόγο και τη δύναμή του, και με κέφι νεανικό δίνει διαρκώς το παρών στην αφετηρία γραμμή, έτοιμος να διανύσει καινούργιες, και ενίοτε δύσβατες, διαδρομές. Με το παράδειγμά του έτσι εμπνέει, συμπαρασύρει και εμάς τους άλλους, τους συχνά δυσκίνητους και ολιγοβήματους. Πόσους ανθρώπους των γραμμάτων μας του δικού του αναστήματος έχουμε τέτοιους;

~ . ~

Τώρα, σε ό,τι αφορά τον ανθολογούμενο η σημασία αυτού του τόμου γίνεται νομίζω προφανής και γι’ αυτόν που θα διατρέξει διαγωνίως τα περιεχόμενά του. Τόσο μεγάλος είναι ο πλούτος των ιδεών που ο Πατίλης επιστρατεύει για να συλλάβει αυτό το δύστροπο και δυσερμήνευτο έργο, και τόσο αρμονισμένες αυτές οι ιδέες με τις ανθολογικές επιλογές του.

Θέλω να σταθώ λίγο στο σημείο αυτό, της δυσκολίας του Καρούζου. Εκδηλώσεις θαυμασμού απέναντι στα ποιητικά του επιτεύγματα δεν μας έλειψαν ποτέ – και ζώντος ακόμη του ιδίου. Πολλοί είναι όσοι τον αποκάλεσαν μείζονα ή τον συγκατέταξαν στη χορεία των ολίγων και των εκλεκτών. Ενίοτε μάλιστα και με τρόπο όλως διόλου απροσδόκητο. Ο Ηλίας Λάγιος, λ.χ., προκειμένου να υποστηρίξει το αμφισβητούμενο από κάποιους μέγεθος του Κωστή Παλαμά τον συγκρίνει κάπου με τον Καρούζο. Ναι μεν ο Δωδεκάλογος και η Φλογέρα είναι ποιήματα αποτυχημένα, γράφει, όμως «Τέτοιου ύψους αποτυχίες έχουμε γνωρίσει στην ποίησή μας μόνον από τους μείζονες ποιητές. Ο Σικελιανός στον Αλαφροΐσκιωτο και στις Πέντε Συνειδήσεις, ο Ελύτης στο Άσμα ηρωικό και πένθιμο και στο Άξιον εστί, ο Καρούζος στην Νεολιθική νυχτωδία στην Κρονστάνδη»… Έτσι εν παρόδω, περίπου παρεμπιπτόντως όπως όταν υπενθυμίζει κανείς τα αυτονόητα, ο Λάγιος συγκατατάσσει στη χορεία των «Δικαίων», όπως τους αποκαλεί αλλού, τον Νίκο Καρούζο με τον Διονύσιο Σολωμό, χορεία από την οποία εξαιρεί πολλούς, μεταξύ άλλων και τον Κωνσταντίνο Πέτρου Καβάφη.

Προφανώς υπάρχει ένα χάσμα εδώ. Τα αυτονόητα δεν είναι και τόσο αυτονόητα φαίνεται. Μείζων ή σπουδαίος ή κορυφαίος ποιητής ο Καρούζος, έστω. Όμως γιατί; Τι ακριβώς εκόμισε εις την τέχνη; Σε τι συνίσταται ειδικά και συγκεκριμένα το ποιητικό του κατόρθωμα; Σ’ αυτά τα ερωτήματα, η κριτική μας μέχρι τούδε έχει αποδειχθεί ιδιαιτέρως φειδωλή, θα έλεγα ώς και φτωχή.

Αυτό το έλλειμμα έρχεται ακριβώς να καλύψει η εκατοντασέλιδη εισαγωγική μελέτη του Πατίλη. Και αντεπεξέρχεται στην πρόκληση με τον εμβριθέστερο τρόπο. Δεν είναι εδώ ο τόπος και ο καιρός να αναφερθώ στο εγχείρημά του εν εκτάσει. Θέλω όμως να σταθώ, έστω επιλεκτικά, σε λίγα απ’ τα πολλά ζητήματα που θίγει.

Ο Πατίλης εξηγεί πειστικότατα, αισθητικά αλλά και ψυχολογικά, το κομβικό πρόβλημα της ποίησης του Καρούζου, αυτή την εκφραστική «διάχυση» που Καταγραφήχαρακτηρίζει ιδίως το όψιμο έργο του. Πράγματι, το πρωτείο του βιώματος έναντι της διανοίας που ο Καρούζος συνειδητά προκρίνει, τον οδηγεί συχνά στην παραμέληση της επεξεργασίας του μεμονωμένου ποιήματος, κάνει ακόμη και τους λαμπρούς στίχους του να φαντάζουν αποσπασματικοί, «απομεινάρια ερμιάς και μεγαλείου» μες σ’ ένα σύνολο που δίνει την εντύπωση του ανολοκλήρωτου. Η σημασία που προσδίδει ο Καρούζος στο στοιχείο το βιωματικό τον φέρνει εγγύτερα στους ρομαντικούς, που καθώς έδιναν το προβάδισμα στο ξεχείλισμα του συναισθήματος δεν είναι τυχαίο ότι επίσης κατηγορήθηκαν για εκφραστική διάχυση. Την ίδια στιγμή, τον απομακρύνει από τους περισσότερους σημαντικούς μας ποιητές που δίνουν προτεραιότητα στη σφιχτοδεμένη, εδραία μορφή, άρα και στη διάνοια– οι υψηλές μορφοπλαστικές επιδόσεις ως γνωστόν είναι πάντοτε προϊόν διανοητικό, προκύπτουν από μια μακρά, επίμονη και συνειδητή επεξεργασία της βιωματικής πρώτης ύλης. Στην καρουζική ποιητική ίσως μπορεί κανείς να δει μια προτύπωση της μεταμοντέρνας opera aperta, του ανοιχτού έργου. Ο ίδιος πάντως είχε πλήρη επίγνωση του πράγματος, το ζήτημα τον είχε απασχολήσει και θεωρητικά, όπως δείχνει τεκμηριωμένα ο Πατίλης.

Καίριες είναι οι επισημάνσεις του ανθολόγου για τη δυσπιστία του Καρούζου απέναντι στις δυνατότητες​ της γλώσσας και της έκφρασης. Με αυτές ο Πατίλης τον εντάσσει οργανικά σε μια μακρά παράδοση της νεωτερικότητας, τον λεγόμενο γλωσσικό σκεπτικισμό, που ειδικά στη λογοτεχνία αφορμάται από τον Χόφμανσταλ και την Επιστολή του Λόρδου Τσάντος. Αποκαλυπτική, και απολύτως εύστοχη, είναι η εξέταση του καρουζικού έργου υπό το πρίσμα της έννοιας του Υψηλού και της λογγίνειας παράδοσης, της τόσο λίγο αξιοποιημένης από τη νεοελληνική κριτική. Εξίσου γόνιμη, η αλληλοσυσχέτιση του πολιτικού και του μεταφυσικού Καρούζου, η προβληματική γύρω από την μένουσα και την μέλλουσα πόλη, η αναγωγή ακόμη και του «αναρχισμού» του ποιητή στις πηγές της χριστιανικής του πνευματικότητας. Η τρέχουσα, και τριμμένη, εικόνα του «καταραμένου» και του «μποέμ» αποκτά έτσι το αναγκαίο της αντιστάθμισμα.

Γενικά, με τις λεπτές διακρίσεις του ο Πατίλης ξεμπλέκει πολλά μπερδεμένα νήματα. Ο αναγνώστης ξαναβρίσκει στις παρατηρήσεις του και δικές του διαισθητικές εντυπώσεις, διατυπωμένες εδώ για πρώτη φορά με τόση διαύγεια. Το μελέτημά του φέρνει στην επιφάνεια έναν ποιητή όχι μόνο σύνθετο –πράγμα που γνωρίζαμε–, αλλά και πολύ περισσότερο συμπαγή και συνεπή πνευματικά απ’ όσο ήμασταν σε θέση έως πρότινος να παραδεχθούμε, μας εισάγει ιδεωδώς στον εντελώς ιδιαίτερο κόσμο του. Και επειδή όταν μιλάμε για ιδεώδη εισαγωγή στο έργο ενός ποιητή, εδώ σε μας κατά νου έχουμε κυρίως ένα αξεπέραστο πρότυπο, τα σολωμικά «Προλεγόμενα» του Ιακώβου Πολυλά, δεν υπερβάλλω νομίζω ισχυριζόμενος ότι ο Πατίλης έγραψε τα καρουζικά «Προλεγόμενα» που μας έλειπαν – ένα δοκίμιο δηλαδή αφετηριακό, θεμελιώδες για όλους όσοι πρόκειται ν’ ασχοληθούν με το έργο του Καρούζου στο μέλλον. Και για να γίνει κατανοητή η σημασία του πράγματος, αρκεί κανείς να αναρωτηθεί: πόσοι ποιητές μας μεταπολεμικοί, και όχι μόνο, είχαν παρόμοια τύχη;

Στα γραφόμενα του Πατίλη νιώθει κανείς φυσικά και τη δόνηση του ερμηνευτή του αλληλέγγυου, του ομόδοξου σε πολλά με τον ερμηνευόμενο. Αλλά πάντα έτσι γίνεται με τις πράγματι σημαντικές κριτικές δουλειές, ο κριτικός μιλά κι αυτός εκ βαθέων για τον κρινόμενο, πότε συγκλίνοντας και πότε αποκλίνοντας από εκείνον.

~ . ~

Δεν θα επιμείνω στα άλλα ενδιαφέροντα, ενίοτε και καινοτόμα, που το βιβλίο του Πατίλη περιλαμβάνει. Η συμπερίληψη αποσπασμάτων από τα πεζά κείμενα του Καρούζου (δοκίμια, συνεντεύξεις, ημερολόγιο) ανήκει σ’ αυτά, όπως και η σταχυολόγηση ενός μεγάλου αριθμού αποσπασμάτων από τα ποιήματα. loretzatos2Κλείνοντας, θέλω μόνο να σχολιάσω ακροθιγώς την αναφορά του στο γνωστό δοκίμιο του Ζήσιμου Λορεντζάτου για τον ποιητή, στο οποίο ο Πατίλης αφιερώνει μερικές μεστές όσο και ερεθιστικές σελίδες. Συμφωνώ φυσικά μαζί του όταν διαπιστώνει ότι ο Λορεντζάτος διαβάζει τον Καρούζο με κριτήρια προδιαμορφωμένα. Όχι όμως εντελώς όταν αποφαίνεται ότι δι’ αυτού του τρόπου, καταπώς άλλοτε ο Δημαράς απέναντι στον Παπαδιαμάντη, ο Λορεντζάτος «παραβαίνει τον στοιχειώδη κριτικό κανόνα που λέει ότι για να δώσουμε το άριστα σε ένα έργο αξιολογούμε με βάση τα κριτήρια που μας υποβάλλει το είδος της λογοτεχνίας και του λογοτέχνη που έχουμε μπροστά μας». Ο κανόνας αυτός ισχύει, αλλά μόνον στο πλαίσιο των αισθητικών αντιλήψεων της νεωτερικότητας, η οποία προτάσσει το δικαίωμα του δημιουργού να αυτοπραγματώνεται και να επινοεί τον εαυτό του κάθε φορά εκ του μηδενός και εκ νέου. Ο Λορεντζάτος όμως αφορμάται από μιαν αντίληψη περί ποιήσεως προ-, ή και αντι-νεωτερική, από μια στάση που επειδή είναι ριζικά αντιατομοκεντρική, δεν αποδέχεται την εξατομίκευση των αισθητικών αξιών επί τη βάσει των υποκειμενικών προθέσεων και επιθυμιών του εκάστοτε δημιουργού.

Γι’ αυτήν την αντίληψη, που είναι στην ουσία η κλασσική αντίληψη για την κοινωνική σημασία της τέχνης και τη σχέση δημιουργού-κοινού, τα είδη και τα κριτήρια της λογοτεχνίας θεσπίζονται δεσμευτικά, αν όχι εξ αντικειμένου και a priori, πάντως από μια ευρεία διϋποκειμενικότητα, την κοινότητα των αναγνωστών. Όπως έγραφε χαρακτηριστικά τον 18ο αιώνα ο μεγάλος Σάμιουελ Τζόνσον: «από τον κοινό αναγνωστικό νου, τον αδιάφθορο από τις προκαταλήψεις των λογίων, τον πέρα απ’ όλα τα λεπτεπίλεπτα κατεβατά και τους δογματισμούς της πολυμάθειας, πρέπει να απονέμεται εντέλει κάθε ποιητική τιμή». Δεν είναι συνεπώς ο ποιητής, ο καλλιτέχνης αυτεξούσιος, αυταποτιμώμενος και αυτοτελής: πιο πάνω από αυτόν στέκουν άλλοι, ανώτεροι κριτές. Ας θυμηθούμε εδώ και τις απόψεις που εξέφρασε ο Κωνσταντίνος Τσάτσος στον διάλογό του με τον Γιώργο Σεφέρη στα τέλη της δεκαετίας του 1930.

Ως θιασώτης αυτής της κλασσικής, προνεωτερικής αντίληψης περί τέχνης, πολλώ δε μάλλον ως αντίμαχος της νεωτερικότητας σε όλες της σχεδόν τις εκδοχές (πολιτική, οικονομία, θρησκεία), ο Λορεντζάτος είναι επομένως συνεπής όταν κρίνει (και επικρίνει) τον Καρούζο. Η ασυνέπεια εδώ, παραδόξως, βαραίνει τον ποιητή. Και την συναντούμε όχι μόνο στο δικό του έργο, αλλά και σ’ εκείνο πολλών άλλων κορυφαίων ποιητών και καλλιτεχνών του μοντερνισμού, από τον Τ. Σ. Έλιοτ ώς τον Αντρέι Ταρκόφσκι, που ήταν συγχρόνως και σφοδροί επικριτές των πολιτικοκοινωνικών συνθηκών της εποχής μας. Γιατί πώς είναι συμβατό κανείς, από τη μια μεριά να απορρίπτει βίαια «εξελικτισμούς και μόδες», την «Πρόοδο που πρόωρα σκουριάζει», τον «αιώνα της καλπάζουσας εξυπνάδας», όλα απότοκα της ναρκισσιστικής χειραφέτησης του ατόμου από το σύνολο· και από την άλλη, να οικοδομεί το έργο του με υλικά παρμένα ακριβώς από αυτόν τον εξημμένο ατομικισμό: την ακραία καινοθηρία, την «καταπληκτική εκκεντρικότητα» (η φράση είναι του Τσάτσου), τη ρήξη με την παράδοση, το διογκωμένο εγώ του νεωτερικού καλλιτέχνη; Γιατί βέβαια όλα αυτά τα γνωρίσματα τα ξανασυναντούμε ένα προς ένα (και) στο έργο του Νίκου Καρούζου…

«Τόσο πολλά ερωτήματα», καταπώς θα ’λεγε και ο Μπέρτολτ Μπρεχτ… Και δεν είναι από τις μικρές προσφορές αυτή του Πατίλη, ότι με το βαθυστόχαστο τούτο βιβλίο μάς δίνει λαβή να τα θέσουμε.

ΚΩΣΤΑΣ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗΣ

~ . ~

ΝΙΚΟΣ ΚΑΡΟΥΖΟΣ- ΓΡΑΠΤΑ ΠΑΡΑΓΚΑΣ 1

 

 

 

 

Πώς ο Σάντσο Πάντσα βρέθηκε μπλεγμένος σε μια πολύ δύσοσμη υπόθεση

donquixotedali19

~.~

του ΓΙΩΡΓΟΥ ΠΙΝΑΚΟΥΛΑ ~. ~

Σύμφωνα με την αφήγηση του Θερβάντες, μια νύχτα ο Δον Κιχώτης και ο Σάντσο Πάντσα είχαν την ατυχία να βρεθούν σ’ ένα σκοτεινό δάσος. Θα μπορούσαν να κατασκηνώσουν έξω απ’ αυτό και να ξενυχτήσουν εκεί, αλλά ήταν διψασμένοι, και η δίψα τους τους ανάγκασε να προχωρήσουν μέσα στο δάσος σε αναζήτηση νερού. Όπως θα δούμε στη συνέχεια, αυτή η απόφασή τους αποδείχτηκε μοιραία. Μπήκαν λοιπόν στο δάσος και πλησίασαν εκεί που άκουγαν βουή νερού. Ξαφνικά όμως άρχισε ν’ ακούγεται κι ένας άλλος χτύπος, πιο δυνατός, που τους τρόμαξε και τους έκανε να παγώσουν.

[…] πήραν τ’ ανηφόρι για το λιβάδι στα τυφλά, μια που το σκοτάδι της νύχτας δεν τους άφηνε να δουν τίποτα· μα δεν θα ’χαν κάνει διακόσια βήματα όταν έφτασε στ’ αυτιά τους μια βουή νερού, σαν να έπεφτε από ψηλά κι απότομα βράχια. Πολύ τους χαροποίησε ο αχός, αλλά, καθώς στάθηκαν ν’ αφουγκραστούν από πού ερχόταν, άκουσαν ξάφνου κι άλλο βρόντο, που τους έπνιξε τη χαρά για το νερό, ιδίως στον Σάντσο, που ήταν από φυσικού του φοβητσιάρης και λιγόψυχος. Κι αυτό που άκουσαν ήταν κάτι ρυθμικοί χτύποι, ανάκατα μ’ έναν ήχο σαν κλαγγή σίδερων κι αλυσίδων που, με τη συνοδεία του μανιασμένου ρόχθου του νερού, θα είχαν παγώσει το αίμα οποιασδήποτε άλλης καρδιάς πλην αυτής του Δον Κιχότε.[1]

Όπως θα μάθαιναν το επόμενο πρωινό, ο ρυθμικός χτύπος προερχόταν από τα μαντάνια ενός νερόμυλου. Μέσα στη νύχτα όμως οι δύο ήρωές μας δεν μπορούσαν να το καταλάβουν. Ο μυστηριώδης ήχος, το σκοτάδι κι η ερημιά τούς είχαν τρομοκρατήσει εντελώς.

Αυτή […] τη θεοσκότεινη νύχτα βρήκαν κι εκείνοι να χωθούν ανάμεσα σε κάτι ψηλά δέντρα που τα φύλλα τους, έτσι όπως τ’ ανασάλευε το αεράκι, θρόιζαν ανατριχιαστικά και σιγανά, με αποτέλεσμα όλα μαζί, η ερημιά, η τοποθεσία, το σκοτάδι, η βουή του νερού κι ο ψίθυρος των φύλλων, να τους προκαλούν φρίκη και τρόμο, πολύ περισσότερο όταν είδαν πως ούτε οι χτύποι έπαυαν ούτε ο αέρας έπεφτε ούτε η μέρα ερχόταν, συν το ότι δεν είχαν ιδέα πού βρίσκονταν.[2]

Ο Δον Κιχώτης όμως ήταν, όπως ξέρουμε, εντελώς ατρόμητος. Δήλωσε με θάρρος στον Σάντσο ότι για τέτοιες περιστάσεις είναι πλασμένοι οι γενναίοι ιππότες κι ετοιμάστηκε να εφορμήσει ενάντια στον κίνδυνο. Μάταια προσπάθησε ο Σάντσο να του αλλάξει γνώμη. Ο αφέντης του ήταν αμετάπειστος: ήθελε να μπλεχτεί σε αυτή τη νέα περιπέτεια και να αντιμετωπίσει τον άγνωστο εχθρό. Τι να κάνει λοιπόν ο Σάντσο; Μηχανεύτηκε γρήγορα έναν τρόπο για να τον παγιδέψει και να τον κρατήσει κοντά του.

Βλέποντας ο Σάντσο πως η απόφαση του αφεντικού του ήταν τελεσίδικη, καθώς και πόσο λίγο έπιαναν τα δάκρυα, οι συμβουλές και τα παρακάλια του, αποφάσισε να βάλει μπροστά την πονηριά του και, αν τα κατάφερνε, να τον κάνει να περιμένει ώς το πρωί· την ώρα, λοιπόν, που έσφιγγε τα λουριά του αλόγου, πήρε το καπίστρι του γαϊδάρου του κι έδεσε όμορφα όμορφα και χωρίς να γίνει αντιληπτός τα δυο πισινά πόδια του Ροθινάντε, έτσι που, σαν έκανε να ξεκινήσει ο δον Κιχότε, δεν τα κατάφερε, αφού το άλογο μόνο με πηδηματάκια μπορούσε να κινηθεί.[3]

Ανάγκα και θεοί πείθονται, και ο Δον Κιχώτης δεν μπορούσε να κάνει κάτι άλλο παρά να περιμένει την αυγή, αφού ο Ροσινάντης στάθηκε αδύνατο να υπακούσει τη διαταγή του αφεντικού του και να τον πάει στο μέρος όπου ακουγόταν ο τρομακτικός ήχος.

Κόντευε ν’ απελπιστεί ο Δον Κιχότε, και όσο περισσότερο κέντριζε με τα σπιρούνια το άλογο τόσο λιγότερο κατάφερνε να το κουνήσει· και, μην έχοντας υποψιαστεί τη δεσιά, θεώρησε προτιμότερο να ηρεμήσει και να περιμένει είτε να ξημερώσει είτε να ξεκουνήσει ο Ροθινάντε, αποδίδοντας το πάθημά του σε οτιδήποτε άλλο εκτός από την πονηριά του Σάντσο […][4]

Ο τρόμος του Σάντσο όμως, αντί να κοπάσει, μεγάλωνε όλο και περισσότερο κατά τη διάρκεια της νύχτας. Τόσο πολύ φοβόταν, ώστε κόλλησε πάνω στο αφεντικό του, όπως τα μικρά παιδιά που αγκαλιάζουν τους γονείς τους.

[…] πηγαίνοντας κοντά του, έπιασε με το ’να χέρι το μπροστοκούρβι της σέλας και με τ’ άλλο το πισινό ξυλίκι, έτσι που βρέθηκε, κι έμεινε, ν’ αγκαλιάζει τον αριστερό μηρό του αφεντικού του, μην τολμώντας να ξεμακρύνει σπιθαμή από το πλάι του: τέτοιος φόβος τον είχε πιάσει με τους χτύπους, που ακόμα βροντοβολούσαν.[5]

salvadordalí donquixoteΟ Δον Κιχώτης του ζητάει τότε να πει μια ιστορία, για να τον ψυχαγωγήσει και για να περάσει η νύχτα ευχάριστα. Ο Σάντσο αρχίζει να αφηγείται μια ιστορία για ένα ερωτευμένο ζευγάρι, που ορκίζεται μάλιστα πως είναι αληθινή, αλλά σύντομα αναγκάζεται να τη σταματήσει, καθώς ξεχνάει τη συνέχειά της. Και τότε ξεκινάει μια νέα περιπέτεια. Έρχεται αντιμέτωπος με μια καινούργια εσωτερική σύγκρουση, πιο επώδυνη και πιο δύσκολη στη διαχείρισή της σε σχέση με όσες είχαν προηγηθεί.

Εκείνη την ώρα, θες η πρωινή ψύχρα, γιατί ξημέρωνε πια, θες επειδή ο Σάντσο είχε φάει τίποτα ευκοίλιο το βράδυ, ή επειδή ήταν της φύσης –και μάλλον αυτό πρέπει να γίνει πιστευτό–, ένιωσε την επιτακτική ανάγκη να κάνει εκείνο που κανένας άλλος δεν θα μπορούσε να κάνει αντί γι’ αυτόν· μα είχε τρυπώσει τέτοιος φόβος στην καρδιά του που δεν κοτούσε να ξεμακρύνει μήτε όσο ένα μαύρο μισοφέγγαρο νυχιού απ’ το πλευρό του αφεντικού του. Ούτε όμως μπορούσε να διανοηθεί ότι δεν θα έκανε αυτό που του είχε έρθει· κι έτσι, αυτό το οποίο έκανε, χάριν ειρήνης και ομονοίας, ήταν ν’ αποτραβήξει το δεξί του χέρι, που ήταν γραπωμένο στο πισινό ξυλίκι της σέλας του Δον Κιχότε, και, όμορφα κι αθόρυβα, να λύσει το κορδόνι που συγκρατούσε μοναχό το κοντοβράκι του, το οποίο, μόλις ξεδέθηκε, γλίστρησε παρευθύς και του έμεινε κατεβασμένο γύρω από τους αστραγάλους σαν περδούκλι· κατόπιν, ανασήκωσε όσο καλύτερα μπόρεσε την πουκαμίσα του και εξέθεσε στον καθαρό αέρα τα οπίσθιά του, που δεν ήταν δα απ’ τα μικρότερα.[6]

Το πρόβλημα όμως που είχε να αντιμετωπίσει ο Σάντσο δεν μπορούσε να λυθεί τόσο εύκολα, διότι ανέκυψαν νέες δυσκολίες:

Αφού έγινε κι αυτό, το σημαντικότερο, όπως νόμισε, για να λυτρωθεί από κείνη τη φοβερή σφίξη και την αγωνία, τον βρήκε άλλη μεγαλύτερη, όταν σκέφτηκε πως δεν θα μπορούσε ν’ ανακουφιστεί χωρίς θόρυβο και κρότο, κι άρχισε να σφίγγει τα δόντια και να μαζεύει τους ώμους, κρατώντας την αναπνοή του όσο περισσότερο γινόταν· αλλά, παρ’ όλες αυτές τις προφυλάξεις, στάθηκε τόσο άτυχος ώστε του ξέφυγε στο τέλος ένας μικρός θόρυβος, αρκούντως διαφορετικός από εκείνον που τόσο φόβο του προξενούσε. Τον άκουσε ο δον Κιχότε και είπε:

«Τι μούρμουρο είναι αυτό, Σάντσο;»

«Δεν ξέρω, αφεντικό», απάντησε εκείνος. «Τίποτα καινούργιο θα ’ναι πάλι, γιατί οι περιπέτειες κι οι κακοτυχίες φέρνουνε πάντα η μια την άλλη».[7]

Η επόμενη προσπάθεια του Σάντσο στέφεται με μεγαλύτερη επιτυχία όσον αφορά το ζήτημα του ήχου, αλλά με μικρότερη όσον αφορά το ζήτημα της οσμής. Και αυτό έχει ως αποτέλεσμα να γίνει αντιληπτός τώρα από το αφεντικό του.

Δοκίμασε ξανά την τύχη του, αυτή τη φορά με τόση επιτυχία, που λευτερώθηκε χωρίς άλλο θόρυβο και φασαρία από το φορτίο που τόσο τον είχε βαρύνει. Μα καθώς ο δον Κιχότε είχε την αίσθηση της όσφρησης εξίσου ανεπτυγμένη με αυτήν της ακοής και τον Σάντσο τόσο κοντά, σάμπως ραμμένο πάνω του, που οι αναθυμιάσεις ανέβαιναν σχεδόν σε ευθεία γραμμή, ήταν αναπόφευκτο κάποιες να φτάσουν στα ρουθούνια του· και μόλις έφτασαν, έσπευσε να τα συντρέξει, πιάνοντας σφιχτά τη μύτη του με τα δυο δάχτυλα και λέγοντας με κάπως ένρινη φωνή:

«Έχω την εντύπωση, Σάντσο, ότι σ’ έχει πιάσει μεγάλος φόβος».

«Αλήθεια είναι», απάντησε ο Σάντσο, «αλλά πώς και το προσέχετε τώρα περισσότερο από κάθε άλλη φορά;»

«Γιατί τώρα μυρίζεις περισσότερο από κάθε άλλη φορά, και μάλιστα όχι άμπαρι», απάντησε ο δον Κιχότε.

«Μπορεί να ’ναι κι έτσι», είπε ο Σάντσο, «μα δε φταίω εγώ, αλλά η ευγένειά σας, που με τραβολογάει τέτοιες ανάκουστες ώρες σε τέτοιους ερημότοπους».

«Πήγαινε τρία τέσσερα βήματα παραπίσω, φίλε μου», είπε ο δον Κιχότε εξακολουθώντας να κρατάει τη μύτη του, «και στο εξής να είσαι πιο προσεκτικός με την αφεντιά σου και με το σεβασμό που οφείλεις στο πρόσωπό μου· γιατί αυτή την προπέτεια, τα πολλά πάρε δώσε που έχω μαζί σου την καλλιέργησαν».

«Βάζω στοίχημα», αποκρίθηκε ο Σάντσο, «ότι η ευγἐνειά σας πιστεύει πως έκανα κακά πράγματα που δε θα ’πρεπε».

«Ας μη σκαλίσουμε καλύτερα αυτό το δύσοσμο θέμα, φίλε μου Σάντσο», απάντησε ο δον Κιχότε.[8]

Μετά απ’ αυτές τις επικίνδυνες περιπέτειες, ξημερώνει σιγά σιγά και οι δυο ήρωές μας ετοιμάζονται επιτέλους να ξεκολλήσουν από εκείνο το μέρος και να συνεχίσουν την περιπέτεια που άφησαν στη μέση.

Με τέτοιες και άλλες παρόμοιες κουβέντες πέρασαν τη νύχτα αφέντης κι υπηρέτης· αλλά όταν είδε ο Σάντσο ότι φώτιζε ολοταχώς, με πολλή δεξιοσύνη έλυσε τον Ροθινάντε κι έδεσε το κοντοβράκι του. Μόλις βρέθηκε ελεύθερος ο Ροθινάντε, μ’ όλο που δεν ήταν διόλου ζωηρός από φυσικού του, φαίνεται πως ζωντάνεψε κι άρχισε να χτυπάει το έδαφος με την οπλή του, αφού αναπηδήματα στα πισινά του πόδια (και να μας συμπαθάει) δεν ήξερε να κάνει. Βλέποντας, λοιπόν, ο δον Κιχότε ότι ο Ροθινάντε σαλεύει επιτέλους, το πήρε για ευοίωνο προμήνυμα και πίστεψε πως είχε έρθει η ώρα να ριχτεί σ’ εκείνη την τρομερή περιπέτεια.[9]

fbe2a581b2bfff0c3855458e311544ed--don-quixote-salvador-dali

~ . ~

Τούτο το κωμικό επεισόδιο που μόλις είδαμε, όπως και άλλα παρόμοια που μπορεί να διαβάσει κανείς στο βιβλίο του Θερβάντες, έχουν ιδιαίτερη σημασία. Στην αναγεννησιακή λογοτεχνία, στα έργα του Βοκάκιου, του Ραμπελαί, του Θερβάντες, η αίσθηση του κωμικού δημιουργείται με τον υποβιβασμό και την προσγείωση. Εδώ τα υψηλά χαμηλώνουν, οι υπερήφανοι ταπεινώνονται, τα πάνω έρχονται κάτω. Ο υποβιβασμός επιτυγχάνεται ιδιαίτερα με τη σκατολογία και τη βωμολοχία. Στη θέση του κεφαλιού (που δηλώνει το πάνω), και των υψηλών διανοητικών ενασχολήσεών του, τοποθετούνται τώρα τα οπίσθια και τα γεννητικά όργανα (που δηλώνουν το κάτω), με τις χαμηλές σωματικές λειτουργίες τους.[10]

Στο θερβαντικό μυθιστόρημα το πάνω εκπροσωπείται από τον Δον Κιχώτη και το κάτω από τον Σάντσο Πάντσα. Ο Δον Κιχώτης εκφράζει το υψηλό τόσο με την εμφάνιση όσο και με το χαρακτήρα του: Εξωτερικά είναι ψηλός και λεπτός, και έτσι εκτείνεται εις ύψος, κατακόρυφα, τείνει προς τα πάνω. Εσωτερικά είναι πάντα σοβαρός και αυστηρός, προσηλωμένος σε ηθικές αρχές και αγνά αισθήματα. Ο Σάντσο, αντίθετα, είναι ο κωμικός διπλός του Δον Κιχώτη, αντίθετος σε όλα από αυτόν. Με την εμφάνιση και το χαρακτήρα του εκφράζει το ταπεινό και χαμηλό. Αντίθετα με την ψηλόλιγνη φιγούρα του Δον Κιχώτη, αυτός είναι κοντός και χοντρός. Το ίδιο το όνομά του (panza) σημαίνει στα ισπανικά «κοιλιά». Δεν εκτείνεται σε ύψος αλλά σε πλάτος, οριζόντια, πέφτει προς τα κάτω. Ως προς τις ψυχικές ιδιότητες, είναι καταδεκτικός και γελαστός, δεν οδηγείται από ιδανικά αλλά από την ανάγκη της καθημερινής επιβίωσης. Η κάθοδος από το ύψος του Δον Κιχώτη στο χάμω του Σάντσο προκαλεί διαρκώς κωμικές καταστάσεις κάθε είδους.

Θα μπορούσαμε να πούμε ότι οι δύο ήρωές μας, με την κραυγαλέα αντίθεσή τους ως προς το ύψος και το πάχος τους, εκφράζουν τους δύο αντίθετους πόλους τη μεσαιωνικής και αναγεννησιακής κοσμοθεωρίας και της κοινωνικής ζωής. Ο Δον Κιχώτης εκπροσωπεί την ιεραρχία και την τάξη, το πνεύμα της νηστείας και της υποταγής στην κατεστημένη κοινωνική δομή. Είναι το αντίστοιχο της Σαρακοστής των λαϊκών παραδόσεων, μιας γυναίκας αυστηρής και αποστεωμένης που κουνάει το δάχτυλο και διατυπώνει συνεχώς απαγορεύσεις. Αντίθετα, ο Σάντσο εκπροσωπεί την ανατροπή και την αταξία, το πνεύμα του καρναβαλιού και της εύθυμης αποδόμησης. Αντιστοιχεί στον βασιλιά Καρνάβαλο, στον λαϊκό ήρωα που τρώει, πίνει, χορεύει, διασκεδάζει, που επιτρέπει και δεν απαγορεύει.

Κατά μία έννοια, οι δυο αντίπαλοι μονομάχοι στον διάσημο πίνακα του Πίτερ Μπρέγκελ Μάχη ανάμεσα στον Καρνάβαλο και τη Σαρακοστή είναι ο Σάντσο και ο Δον Κιχώτης: ο πρώτος, στ’ αριστερά του πίνακα, πάνω σ’ ένα βαρέλι, κραδαίνει για όπλο μια σούβλα, ο δεύτερος στα δεξιά, εφορμά με το φτυάρι του φούρναρη. don-quixote-and-the-windmills.jpg!HDΗ συνοδεία του Καρνάβαλου-Σάντσο, οι στρατιώτες του, τρώνε, πίνουν, τραγουδούν, παίζουν ζάρια και χαρτιά. Αντίθετα, οι ακόλουθοι της Σαρακοστής-Δον Κιχώτη είναι αφοσιωμένοι στη νηστεία και στην ελεημοσύνη προς τους φτωχούς ζητιάνους και τους αρρώστους. Η συνοδεία του Καρνάβαλου αποτελείται από κοιλαράδες με παρδαλά ρούχα, η ακολουθία της Σαρακοστής από ανθρώπους με προσεγμένο παρουσιαστικό και ευπρεπή εμφάνιση.

Στα πρόσωπα του Δον Κιχώτη και του Σάντσο Πάντσα ο Θερβάντες αποδίδει τις δυο όψεις του ίδιου ανθρώπου, του μεσαιωνικού και αναγεννησιακού Ευρωπαίου. Οι δύο ήρωες είναι οι δύο ζωές του: η αυστηρή, νηστήσιμη και πειθαρχημένη, απ’ τη μία πλευρά, η αχαλίνωτη, αρτύσιμη και οργιαστική, από την άλλη. Ο αγέλαστος Δον Κιχώτης, που πνευματοποιεί και εξιδανικεύει τα πάντα, που αντιστρατεύεται τη σάρκα και τις κατώτερες σωματικές λειτουργίες, έχει ανάγκη το άλλο του μισό, το απαραίτητο συμπλήρωμά του, τον Σάντσο Πάντσα, που σωματοποιεί και υλικοποιεί, που ζει σωματικά: τρώει, πίνει, συνουσιάζεται, χορεύει, παίζει και γελάει.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΠΙΝΑΚΟΥΛΑΣ

εικονογράφηση Σαλβαδόρ Νταλί

~ . ~

Σ Η Μ Ε Ι Ω Σ Ε Ι Σ
[1] Μιγκέλ ντε Θερβάντες, Δον Κιχότε ντε λα Μάντσα. Μέρος Ι: Ο ευφάνταστος ιδαλγός Δον Κιχότε ντε λα Μάντσα, μτφρ. Μελίνα Παναγιωτίδου, Εστία, Αθήνα 2009, σελ. 247.
[2] Ό.π.
[3] Ό.π., σελ. 250-251.
[4] Ό.π., σελ. 251.
[5] Ό.π., σελ. 252.
[6] Ό.π., σελ. 256-257.
[7] Ό.π., σελ. 257.
[8] Ό.π., σελ. 257-258.
[9] Ό.π., σελ. 258.
[10] Να σημειωθεί ότι ο υποβιβασμός εμφανίζεται και στα άλλα είδη της αναγεννησιακής τέχνης. Σε πολλούς πίνακες του Πίτερ Μπρέγκελ, για παράδειγμα, όπως στο Τοπίο με την πτώση του Ικάρου, θεματοποιείται η πτώση, η κατακρήμνιση, η κάθοδος.

~ . ~

El_ingenioso_hidalgo_don_Quijote_de_la_Mancha

Η σαφήνεια και η ασάφεια

Καταγραφή 2

ΓΙΑ ΤΗΝ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΗ ΚΑΙ ΤΗΝ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗ ΓΛΩΣΣΑ

~ . ~ 

του ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ ~ . ~

Στα 1895, οι διάσημοι ποιητές της αθηναϊκής ρομαντικής σχολής έχουν όλοι εκμετρήσει το ζην. Ο τελευταίος τους, τον ίδιο εκείνο Γενάρη: ο λαοφιλέστατος Αχιλλέας Παράσχος. Ο πολύς Αλέξανδρος Ρίζος Ραγκαβής έχει πεθάνει τρία χρόνια νωρίτερα, στα 1892. Οι ολιγόζωοι Ιωάννης Καρασούτσας και Δημήτριος Παπαρρηγόπουλος έχουν εκδημήσει ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του 1870, οι αδελφοί Σούτσοι κάμποσα χρόνια πρωτύτερα. Παρ’ όλα αυτά, αν κρίνει κανείς από τις ανθολογίες και τις αναδημοσιεύσεις των περιοδικών, αν κρίνει μάλιστα από τις τιμές ήρωος που το έθνος επιφυλάσσει στον Αχιλλέα κατά το ξόδι του, η δημοτικότητά τους παραμένει αλώβητη. Οι φιλαναγνώστες της εποχής αγαπούν περιπαθώς την ποίησή τους, παρά τον ρητορισμό, παρά τον συναισθηματισμό, τη δημοσιογραφική προχειρότητά της συχνά, και τ’ άλλα της κουσούρια. Και δυσκολεύονται πολύ να συμφιλιωθούν με τις νέες ποιητικές τάσεις που φτάνουν στο Άστυ από τις όχθες του Σηκουάνα, τον παρνασσισμό και προ πάντων τον συμβολισμό. Ο ίδιος εκείνος Παράσχος, τους ποιητές που κομίζουν το νέο αυτό πνεύμα, τους αποκαλεί υποτιμητικά παιδαρέλια.

Είναι σ’ αυτή την περιρρέουσα  ατμόσφαιρα λοιπόν, που ένα από τα παιδαρέλια, ο αδιαφιλονίκητος ηγέτης της γενιάς που αργότερα οι γραμματολόγοι μας θα αποκαλέσουν Γενιά του 1880, και όχι μόνον αυτής, ο 36χρονος Κωστής Παλαμάς παίρνει τον λόγο για να υπερασπιστεί τις αρχές τους. Αφορμή είναι «δημοσίευμά τι εν τη Αθηναϊκή Εφημερίδι των Συζητήσεων». Ο Παλαμάς το αποκαλεί «αναξίαν επίθεσιν», στόχος δε της επιθέσεως είναι μερικά σονέτα του Ιωάννη Γρυπάρη που είχαν δει πρόσφατα το φως στην Εικονογραφημένη Εστία, από των στηλών της οποίας απαντά και ο Παλαμάς.

Περί τίνος πρόκειται όμως; Τα ποιήματα εκείνα του Γρυπάρη στέκονται στους αντίποδες της ρομαντικής σχολής. Γραμμένα στη δημοτική και όχι στην καθαρεύουσα, έχουν λεκτικό και μορφή άκρως εκλεπτυσμένα. Το κύριο Καταγραφήχαρακτηριστικό τους όμως είναι ότι αποτελούν αναγνώσματα δύσκολα, θέλουν μελέτη επισταμένη και επίμονη, θέλουν το κλειδί τους το ερμηνευτικό, δεν παραδίδονται ευθύς στον αναγνώστη. Επόμενο είναι λοιπόν ότι το κοινό της εποχής, το εθισμένο στην συχνά δημοσιογραφικού τύπου «διαύγεια» των ρομαντικών, να αμηχανεί. Έτσι τα σχόλια μιλούν περί θολότητος και ασαφείας αντιποιητικής, καταπώς περίπου ο Ζαμπέλιος την εποχή του μεμφόταν τον Διονύσιο Σολωμό για τον ομιχλώδη και αλλοτύπωτον γερμανισμόν του. Ο Παλαμάς λοιπόν παίρνει τον λόγο για να βάλει τα πράγματα στη θέση τους. Και τιτλοφορεί το κείμενό του, ένα από τα δυνατότερα κριτικά δοκίμια της γλώσσας μας, «Η σαφήνεια και η ασάφεια».

Η θέση η βασική του Παλαμά είναι κοφτή, σχεδόν προκλητική: η ασάφεια δεν είναι εξ άπαντος κουσούρι.

Ό,τι ονομάζομεν σαφήνειαν εν τη ποιήσει δεν είναι απολύτως και πάντοτε πλεονέκτημα, καθώς και ό,τι καλούμεν ασάφειαν δεν είναι απολύτως και πάντοτε ελάττωμα της ποιήσεως. Το κάλλος ποιητικών τινών αριστουργημάτων εκλάμπει διά της σαφηνείας. Αντιθέτως δε, το χαρακτηριστικόν στοιχείον του ύψους  εξ ίσου ποιητικών αριστουργημάτων είναι η ασάφεια.

Στις σελίδες που ακολουθούν, ο Παλαμάς τεκμηριώνει εν εκτάσει τη γνώμη του. Επικαλούμενος τα μεγαλύτερα κριτικά αναστήματα της εποχής, από τον Γεώργιο Μπράντες της Δανίας ώς τον Ιππόλυτο Ταιν της Γαλλίας, ονόματα που και σήμερα διατηρούν το κύρος τους, ο Παλαμάς δείχνει ότι τα γνωρίσματα εκείνα που συνδέουμε με την ασάφεια –η σκοτεινότητα, η υπερβολή, η υπαινικτικότητα, η ελλειπτική έκφραση– στα χέρια του άξιου ποιητή (και τέτοιον δηλώνει εξ αρχής ότι θεωρεί τον «άγνωστόν του κ. Γρυπάρην») είναι μέσα ποιητικά πρώτης τάξεως, φτάνει να συντονίζονται προς μιαν ομότροπη ευαισθησία. Έτσι, λ.χ., αντιπαραβάλλοντας το ιδεώδες της διαύγειας που δεσπόζει στην αρχαιοελληνική λογοτεχνία με το αντίθετό του, που σφραγίζει τα ποιητικά έργα της Παλαιάς Διαθήκης, γράφει:

Η φαντασία των Ελλήνων συγκερνάται αρμονικώς προς τον λόγον, και περιορίζει το θείον εις καθωρισμένα όρια. Ενώ όλως αντιθέτως η εβραϊκή φαντασία συνδέει το θείον προς το άπειρον. Καταμερίζουσι  οι Έλληνες τα πάντα, προβαίνουν διά της αναλύσεως, διά της λογικής, αναπτύσσουν τα πράγματα ρητορικώς, φιλοσοφικώς, μεθοδικώς. Οι Εβραίοι δεν αναλύουν, δεν λογικεύονται, δεν συμπεραίνουν κατ’ ακολουθίαν, βλέπουν μόνον εξαφνικά· οραματίζονται· δεν τους φωτίζει η λογική· τους εμπνέει το μαντικόν δαιμόνιον· δεν αναπτύσσουν τα θέματά των· αγνοούν τι σημαίνει οικονομία λόγου. Χωρούσι δι’ αλμάτων, οι λόγοι των είναι αστραπαί, περιπίπτουν διαρκώς εις παλιλλογίας, είναι ασαφείς, ούτε θέλουν να είναι σαφείς.

Δεν θα επιμείνω περισσότερο στο δοκίμιο του Παλαμά και στην αισθητική και διανοητική τέρψη που εν αφθονία μάς παρέχει. Είναι προφανές ωστόσο πως ό,τι εκείνος αποκαλεί ασάφεια, στις μέρες μας το στεγάζουμε συνήθως υπό την επιγραφή της πολυσημίας. Και καθώς, ελέω του μοντερνισμού, έχουμε πια περιπέσει στο άλλο άκρο, και την πολυσημία τη θεωρούμε παντού και πάντα προτέρημα λογοτεχνικό –το κείμενο είναι μια ασταμάτητη νοηματομηχανή, δεν μας λένε οι πλατυρρήμονες θεωριοκράτες;–, επόμενο είναι και κάθε είδους δυσκολία και ασάφεια κειμενική, ακόμη και την αθέλητη και τη φαιδρή, πλέον να τη συγχωρούμε, αποδίδοντάς της μιαν υποτιθέμενη –κατά φαντασίαν– βαθύνοια.

Παρακάμπτοντάς τα όλα αυτά τα άχαρα, προτείνω εδώ να μείνουμε στην συνδυαστική, ουχί όμως και αυθαίρετη σοφία του Παλαμά, που αριστοτελικώς παραφραζομένη θα μας έλεγε εν προκειμένω ότι, οσάκις έχουμε πράγματι κάτι να πούμε, το λογοτεχνικώς ον λέγεται πολλαχώς: και Science-of-learning-languagesευθέως και πλαγίως· και εμμέσως και αμέσως· και διαυγώς και γριφωδώς· και νέτα σκέτα και περί διά γραμμάτου. Ἁρμονίη παλίντονος… Όσο για την πολυσημία την άλλη, την εκτός λογοτεχνίας, στη γλώσσα της διπλωματίας την αποκαλούμε, ως γνωστόν, δημιουργική ασάφεια. Είναι ένας τρόπος αυτός από τις διαπραγματεύσεις μας να κάνουμε ότι βγαίνουμε όλοι κερδισμένοι. Και επειδή η γλώσσα της διπλωματίας είναι η γλώσσα της πολιτικής, και γενικά η δημόσια γλώσσα, που μέσα της συνέχονται όλα τα διακυβεύματα του συλλογικού μας βίου, φυσικό είναι την ίδια αυτή «δημιουργική ασάφεια» να τη βρίσκουμε και στα ιδιώματα της θρησκείας και της ιδεολογίας, της οικονομίας και της αγοράς, στα καθημερινά μας πάρε-δώσε αλλά και στο πλείστο των λεγόμενων κοινωνικών επιστημών. Σε όλους αυτούς τους χώρους, η δημιουργική ασάφεια είναι ως εκ των ων ουκ άνευ: απότοκη της ανάγκης του εκάστοτε ομιλητή να βρει έρεισμα για τους ισχυρισμούς του στους όρους τους κοινολεκτούμενους, και να συνδέσει τις αξιώσεις του με ιδεώδη πιο ευρέως παραδεκτά. Υπ’ αυτή την έννοια, η πολυσημία/ασάφεια των γλωσσικών ενεργημάτων μας είναι κατάσταση ανυπέρβλητη, αντανακλά τις ες αεί ανυπέρβλητες αντιφάσεις και αντιπαλότητες των ανθρώπινων κοινωνιών.

Ο μόνος χώρος όπου η πολυσημία/ασάφεια δεν βρίσκει πεδίον δόξης λαμπρόν είναι στους όρους τούς αυστηρά τεχνικούς, ιδίως των λεγόμενων ακριβών ή θετικών επιστημών. Σ’ αυτές, η μονοσημία, η κατά το δυνατόν αποκλειστική, η μονοσήμαντη φόρτιση μιας λέξης, είναι αρετή, η απόλυτη σαφήνεια πλεονέκτημα. Ο ιδεώδης επιστημονικός όρος είναι μονόσημος, ή έστω μονοσημική επιδιώκεται να είναι η χρήση του, εντός των οικείων του συμφραζομένων. Ο περιοδικός πίνακας των χημικών στοιχείων, το διωνυμικό σύστημα του Λινναίου, η ονοματολογία των ουράνιων σωμάτων, ιδίως η αρκτικολεκτική-αριθμητική, όλα αυτά στο ίδιο ιδεώδες κατατείνουν: την μονοσημική σαφήνεια.

Με αυτήν την έννοια θα λέγαμε ότι η επιστημονική-ορολογική γλώσσα βρίσκεται στους αντίποδες τόσο της κοινής μας γλώσσας, όσο και της Concept of science. Bookshelf full of books in form of tree on aγλώσσας της λογοτεχνικής, ότι αποτελεί το αρνητικό τους είδωλο. Και πάλι, είναι οι ποιητές που μας το δίνουν αυτό να το καταλάβουμε καλύτερα απ’ τους άλλους. Ξέχνα την ακριβή μετάφραση, συμβούλευε λ.χ. τον Γερμανό μεταφραστή του Άξιον εστί ο Οδυσσέας Ελύτης, που είχε σκοντάψει μεταξύ άλλων στα δημώδη ονόματα της ελληνικής χλωρίδας, όσα μνημονεύει εκεί ο ποιητής: διάλεξε λέξεις που ν’ ακούγονται καλά στη δική σου γλώσσα, ο ήχος μετράει εδώ όχι το σημαινόμενο.

Και πράγματι – το οζόνιο και το κάλλιο και το μαγκάνιο και ο χαλαζίας του Ελύτη είναι πράγματα εντελώς διαφορετικά από εκείνα των χημικών και των ορυκτολόγων μας, το τιτάνιό τους είναι στους στίχους του, όπως γράφει, αποτιτανωμένο. Στη διηνεκή προσπάθειά του ο ποιητής να δώσει μορφή στο όραμά του, και την λέξη την μονόσημη ακόμη την απαλλοτριώνει, την ξανακαινουργιώνει, όπως λέει ο ίδιος στα Ελεγεία, και έτσι αλλαγμένη την αναδιανέμει πλέον στους πολλούς ως λέξη παρθένα – της δίνει οσμή και γεύση και θερμοκρασία μοναδική: τη δική του. Και μια μόνο λέξη αν υπήρχε, γράφει στις Δοκιμές ο Σεφέρης, ο ποιητής θα την έλεγε αλλιώς.

ΚΩΣΤΑΣ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗΣ

Ομιλία στο 11ο Συνέδριο της ΕΛΕΤΟ («Γλώσσα & Ορολογία», 9-11. 11. 2017)

Ο Χλωρίτιος, ένας αλχημιστικός πάπυρος κι ένα βιβλίο του Αριστοτέλη

Ουμπέρτο Έκο 2

Σκίτσο του Θανάση Μαντζιάρα~ . ~

του ΓΙΩΡΓΟΥ ΠΙΝΑΚΟΥΛΑ  ~ . ~

Το Όνομα του ρόδου του Ουμπέρτο Έκο είναι ένα βιβλίο που δύσκολα μπορεί να ταξινομηθεί. Λόγω της ιδιοτυπίας του, ανήκει ταυτόχρονα σε πολλά λογοτεχνικά είδη.

Είναι, καταρχάς, ένα αστυνομικό μυθιστόρημα: Ο Γουλιέλμος της Μπάσκερβιλ, ο βασικός ήρωας του βιβλίου, είναι ένας μεσαιωνικός Σέρλοκ Χολμς, και με τη βοήθεια του Άντσο της Μελκ, που εκτελεί χρέη δόκτορος Γουάτσον, προσπαθεί να λύσει το μυστήριο μιας σειράς φόνων. Το βιβλίο ανήκει, επίσης, στο είδος του ιστορικού μυθιστορήματος: Η πλοκή του τοποθετείται σ’ ένα ιταλικό μοναστήρι του 14ου αιώνα. Εκεί εκδηλώνονται σε όλη τους την ένταση οι συγκρούσεις της εποχής και εμφανίζονται τα πρώτα σημάδια των Νέων Χρόνων. Το φραγκισκανικό τάγμα απειλείται με διαίρεση, λόγω του δόγματος της πενίας, ο Γάλλος Πάπας συγκρούεται με τον Γερμανό Αυτοκράτορα, η σύγχρονη επιστήμη διανύει τα πρώτα στάδια της εξέλιξής της.

Εκτός όμως απ’ όλα τα παραπάνω, το Όνομα του ρόδου είναι και μια φιλοσοφική πραγματεία: Ο Έκο αναπτύσσει εδώ τη θεωρία του για το γέλιο και μας παρουσιάζει την πάλη μεταξύ του γέλιου και της σοβαρότητας που έλαβε χώρα στα τέλη του Μεσαίωνα. Και ακριβώς επειδή πρόκειται περί πραγματείας, ο συγγραφέας μας έχει αποθησαυρίσει έναν πελώριο όγκο παραθεμάτων, παραπομπών και υπαινιγμών στην αρχαιοελληνική, λατινική και μεσαιωνική γραμματεία. Ο φιλέρευνος αναγνώστης του βιβλίου θα εντοπίσει μακρούς καταλόγους σπάνιων ή χαμένων πατερικών κειμένων, αποσπάσματα μεσαιωνικών ύμνων και λαϊκών τραγουδιών, τίτλους παπικών εγκυκλίων του 14ου αιώνα κι ένα σωρό άλλα παράδοξα, αντλημένα από την τεράστια βιβλιοθήκη αυτού του χαλκέντερου λογίου.

Ανάμεσα σε αυτό το τεράστιο πλήθος των αναφορών υπάρχουν και κάποιες ελλιπείς ή λανθασμένες. Για έναν τόσο σχολαστικό μελετητή, όπως ήταν ο Έκο, αυτό το γεγονός είναι πολύ παράξενο. Όπως θα προσπαθήσουμε να δείξουμε, αυτές οι πειραγμένες αναφορές αποκαλύπτουν περισσότερα απ’ όσα παραλείπουν ή διαστρεβλώνουν.

Το πρώτο σημείο στο οποίο θα σταθούμε είναι η αναφορά στον Χλωρίτιο:

“Licurgo aveva fatto ereggere una statua al riso.”
“Lo hai letto sul libello di Clorizio, che tentò di assolvere i mimi dalla accusa di empietà, che dice come un malato fu guarito da un medico che lo aveva aiutato a ridere […]”[1]

«Ο Λυκούργος είχε εγείρει ανδριάντα στο γέλιο».
«Το διάβασες στο σύγγραμμα του Χλωρίτιου, που προσπάθησε να απαλλάξει τους μίμους από την κατηγορία της ασέβειας, και λέει ότι ένας άρρωστος θεραπεύτηκε από κάποιον γιατρό που τον έκανε να γελάσει […]»[2]

The_Name_of_the_RoseΟ Χόρχε του Μπούργκος, ο γηραιός μοναχός που φυλάει με νύχια και δόντια το απαραβίαστο της βιβλιοθήκης, συζητά με τον Γουλιέλμο για το γέλιο και αναφέρεται στο σύγγραμμα του Χλωρίτιου, που είναι γνωστό και στους δύο. Οι δύο σοφοί μοναχοί όμως κάνουν λάθος, και μαζί τους σφάλλει και ο Έκο. Ο περί ου ο λόγος συγγραφέας δεν ονομάζεται Χλωρίτιος αλλά Χορίκιος. Πρόκειται για τον Χορίκιο τον Γαζαίο, που έζησε κατά τον 6ο αιώνα και έγραψε το έργο Συνηγορία μίμων. Εκεί προσπάθησε όντως να απαλλάξει τον μίμο από τις κατηγορίες που εκτόξευαν εναντίον του οι χριστιανοί και αναφέρθηκε στον Λυκούργο και στον ανδριάντα που είχε εγείρει. Γιατί αναφέρει λανθασμένα το όνομα του Χορίκιου ο Έκο; Και πώς προέκυψε η παραφθορά του;

Η δεύτερη αναφορά του Έκο που θα μας απασχολήσει έχει να κάνει με ένα αλχημιστικό κείμενο:

“Il secondo è un manoscritto siriaco, ma secondo il catalogo traduce un libello​ ​egiziano di alchimia. Come mai si trova raccolto qui?”
“È un’opera egiziana del terzo secolo della nostra era. […] Attribuisce la creazione del mondo al riso divino…” Alzò il volto e recitò, con la sua prodigiosa memoria di lettore che da ormai quarant’anni ripeteva a se stesso cose lette quando aveva ancora il bene della vista: “Appena Dio rise nacquero sette dèi che governarono il mondo, appena scoppiò a ridere apparve la luce, alla seconda risata apparve l’acqua, e al settimo giorno che egli rideva apparve l’anima […]”[3]

«Το δεύτερο είναι ένα συριακό χειρόγραφο, σύμφωνα όμως με τον κατάλογο, είναι η μετάφραση ενός αιγυπτιακού συγγράμματος αλχημείας. Γιατί περιλαμβάνεται στη συλλογή;»
«Είναι ένα αιγυπτιακό έργο του τρίτου αιώνα της εποχής μας[…] Αποδίδει τη δημιουργία του κόσμου στο γέλιο του Θεού…»
Ύψωσε το κεφάλι και απήγγειλε με τη θαυμαστή μνήμη του αναγνώστη που για σαράντα χρόνια επαναλάμβανε στον εαυτό του τα όσα διάβαζε όταν είχε ακόμα το αγαθό της όρασης: «Μόλις ο Θεός γέλασε, γεννήθηκαν επτά θεοί που κυβέρνησαν τον κόσμο, μόλις ξέσπασε στα γέλια φάνηκε το Φως, στο δεύτερό του γέλιο εμφανίστηκε το νερό, και την έβδομη μέρα που γελούσε γεννήθηκε η ψυχή […]».[4]

Το κείμενο για το οποίο συνομιλούν εδώ ο Γουλιέλμος και ο Χόρχε είναι ένα υπαρκτό κείμενο· δεν πρόκειται για κάποια επινόηση του Έκο. Βρίσκεται σ’ έναν πάπυρο που φυλάσσεται στο Λέιντεν και αναφέρεται από τον Σαλομόν Ραϊνάχ στο βιβλίο του Λατρείες, μύθοι και θρησκείες. Ιδού το σχετικό απόσπασμα από το βιβλίο του Ραϊνάχ:

Dans un papyrus alchimique conservé à Leyde et datant du ΙΙΙe siècle de notre ère, on lit un récit où la création et la naissance même du monde sont attribués au rire divin. «Dieu ayant ri, naquirent les sept dieux qui gouvernent le monde… Lorsqu’il eut éclaté de rire, la lumière parut… Il éclata de rire pour la seconde fois: tout était eaux. Au troisième éclat de rire apparut Hermès…; au cinquième, le Destin; au septième, l’âme.»[5]

Ο Έκο επαναλαμβάνει, με το στόμα του Χόρχε, σχεδόν απαράλλακτα τα λόγια του αιγυπτιακού κειμένου. Υπάρχει όμως μια μικρή διαφοροποίηση. Παραλείπονται δυο φράσεις του γαλλικού πρωτοτύπου: απουσιάζει το τρίτο και το πέμπτο ξέσπασμα γέλιου του Θεού, η γέννηση του Ερμή και της Μοίρας. Υπάρχει άραγε κάποιος λόγος που ο Έκο έχει αφαιρέσει αυτές τις δύο φράσεις ή η παράλειψή τους είναι εντελώς τυχαία;

Η τρίτη αναφορά του Έκο με την οποία θα ασχοληθούμε είναι μια παραπομπή στο Περί ψυχής του Αριστοτέλη:

Nel primo libro abbiamo trattato della tragedia e di come essa suscitando pietà e paura produca la purificazione di tali sentimenti. Come avevamo promesso, trattiamo ora della commedia (nonché della satira e del mimo) e di come suscitando il piacere del ridicolo essa pervenga alla purificazione di tale passione. Di quanto tale passione sia degna di considerazione abbiamo già detto nel libro sull’anima, in quanto –solo tra tutti gli animali– l’uomo è capace di ridere.[6]

Στο πρώτο βιβλίο πραγματευτήκαμε την τραγωδία και τον τρόπο με τον οποίο, προκαλώντας το φόβο και το έλεος, επιτυγχάνει την κάθαρση των συναισθημάτων. Όπως υποσχεθήκαμε, θα πραγματευτούμε την κωμωδία (καθώς και τη σάτιρα και τη μιμική) και τον τρόπο με τον οποίο, προκαλώντας την ευχαρίστηση του αστείου, αποβλέπει στην κάθαρση αυτού του πάθους. Μιλήσαμε ήδη στο βιβλίο περί ψυχής για το πόσο άξιο μελέτης είναι αυτό το πάθος, διότι ο άνθρωπος –μοναδικός ανάμεσα σ’ όλα τα ζώα– έχει την ικανότητα του γέλιου.[7]

Αυτός που μιλάει εδώ είναι, υποτίθεται, ο Αριστοτέλης. Ο Γουλιέλμος της Μπάσκερβιλ κατάφερε επιτέλους να βρει το δεύτερο βιβλίο της Ποιητικής, που τόσο ζηλότυπα έκρυβε ο Χόρχε, και διαβάζει τις πρώτες γραμμές. Ο ίδιος ο Αριστοτέλης λοιπόν παραπέμπει στο βιβλίο του Περί ψυχής, και υποστηρίζει πως εκεί έγραψε ότι μόνο ο άνθρωπος ανάμεσα σ’ όλα τα ζώα έχει την ικανότητα του γέλιου. Αυτή η διάσημη φράση του Αριστοτέλη όμως δεν προέρχεται από το Περί ψυχής αλλά από το Περί ζώων μορίων. Πιο συγκεκριμένα, στο δέκατο κεφάλαιο του τρίτου βιβλίου διαβάζουμε τα εξής: «Τοῦ δὲ γαργαλίζεσθαι μόνον ἄνθρωπον αἴτιον ἥ τε λεπτότης τοῦ δέρματος καὶ τὸ μόνον γελᾶν τῶν ζῴων ἄνθρωπον».[8] Πού οφείλεται αυτή η εσφαλμένη παραπομπή του συγγραφέα μας;

Αν εξετάσουμε το καθένα από τα παραπάνω σφάλματα ξεχωριστά, δεν μπορούμε να τα εξηγήσουμε. Φαίνονται για λάθη εκ παραδρομής. Ο Έκο θα μπορούσε να έχει μπερδέψει ένα όνομα ή να έχει αντιγράψει λάθος ένα παράθεμα. Αν όμως τα συνεξετάσουμε, διαπιστώνουμε κάτι άλλο. Οι συγκεκριμένες παρανοήσεις και παραλείψεις του Έκο υπάρχουν απαράλλακτες σ’ ένα άλλο βιβλίο, σ’ ένα βιβλίο που εκτιμούσε και αγαπούσε πολύ ο συγγραφέας μας. Το βιβλίο αυτό είναι Ο Ραμπελαί και ο κόσμος του του Μιχαήλ Μπαχτίν.[9]

Στη σελ. 82 του ρωσικού πρωτοτύπου, υποσημ. 1, το όνομα του Χορίκιου έχει αποδοθεί λανθασμένα από τον Μπαχτίν ως Хлорициус αντί για Хорикий. Ο Μπαχτίν νομίζει πως ο συγγραφέας λέγεται Χλορίκιος ή Χλορίτιος. Οι μεταφραστές του βιβλίου δεν το διόρθωσαν και έτσι το όνομα ήρθε στη Δύση ως Khloritius, Chloritius ή Clorizio. Το κείμενο του αιγυπτιακού παπύρου που abbaziaπαραθέτει ο Ραϊνάχ αναπαράγεται από τον Μπαχτίν στη σελ. 83, υποσημ. 2, ως εξής: «Όταν ο Θεός γέλασε, γεννήθηκαν οι εφτά θεοί που κυβερνούν τον κόσμο… Όταν ξέσπασε σε γέλια, φάνηκε το φως… Όταν ξέσπασε σε γέλια για δεύτερη φορά, φάνηκαν τα νερά. Στο έβδομο ξέσπασμα γέλιου γεννήθηκε η ψυχή». Πανομοιότυπο το απόσπασμα μεταφράστηκε στα αγγλικά, γαλλικά και ιταλικά, απ’ όπου το πήρε ο Έκο και το ενοφθάλμισε στο κείμενό του. Η παραπομπή, τέλος, στον Αριστοτέλη είναι στη σελίδα 80, υποσημ. 1: «Αριστοτέλης, Περί ψυχής, βιβλ. 3, κεφ. 10». Για άγνωστο λόγο ο Μπαχτίν έχει μπερδέψει το Περί ψυχής με το Περί ζώων μορίων. Και αυτό το σφάλμα έχει αναπαραχθεί στις δυτικές μεταφράσεις.

Η οφειλή του Έκο στο βιβλίο του Μπαχτίν δεν περιορίζεται βέβαια στην αντιγραφή λανθασμένων ονομάτων και παραπομπών. Ο Έκο θαυμάζει απεριόριστα το βιβλίο του Μπαχτίν. Μεγάλο μέρος της θεωρίας του για το γέλιο προέρχεται από εκεί. Πολλές σελίδες είναι σχεδόν κατά λέξη μεταφορά του μπαχτινικού κειμένου. Οι ιδέες του Μπαχτίν συναρπάζουν τον Έκο, ο οποίος αναπτύσσει στην ουσία την μπαχτινική θεωρία και εμβαθύνει σ’ αυτή. Μπορούμε να πούμε ότι οικοδόμησε το έργο του διαλεγόμενος με το βιβλίο του Μπαχτίν. Και ο Έκο, όπως και ο Μπαχτίν, θεωρούν το γέλιο δύναμη απελευθέρωσης του ανθρώπου, σε αντίθεση με το φόβο, που υποδουλώνει. Το γέλιο έφερε την πρόοδο των Νέων Χρόνων. Ο σκοτεινός, ιεραρχικός και καταπιεστικός Μεσαίωνας αντικαταστάθηκε, χάρη στη χειραφετητική δύναμη του γέλιου, από μια αντιιεραρχική και ελεύθερη θεώρηση του κόσμου.

Για το τέλος να αναφέρουμε την ωραιότερη παραπομπή του Έκο στο βιβλίο του Μπαχτίν και στον αγαπημένο του συγγραφέα, τον Ραμπελαί:

Sotto una sola collocazione (finis Africae!) stava una serie di quattro titoli, segno che si trattava di un solo volume che conteneva più testi. Lessi:

​Ι. ​ar. de dictis cujusdam stulti
​ΙΙ. ​syr. libellus alchemicus aegypt.
III. Expositio Magistri Alcofribae de cena beati Cypriani Cartaginensis Episcopi
​IV. ​Liber acephalus de stupris virginum et meretricum amoribus

“Di cosa si tratta?” chiesi.
“È il nostro libro,” mi sussurrò Guglielmo. [10]

Κάτω από μία μοναδική ένδειξη (finis Africae!) υπήρχε μια σειρά τεσσάρων τίτλων, σημείο ότι επρόκειτο για έναν τόμο που περιείχε αρκετά κείμενα. Διάβασα:

​I. ​ar. de dictis cujusdam stulti.
​II. ​syr. libellus alchemicus aegypt.
III. Expositio Magistri Alcofribae de cena beati Cypriani Cartaginensis Episcopi.
​IV. ​ Liber acephalus de stupris vurginum et meretricum amoribus.

«Για τι πρόκειται;» ρώτησα.
«Είναι το βιβλίο μας», μου ψιθύρισε ο Γουλιέλμος. [11]

Το χειρόγραφο που έχουν εντοπίσει ο Γουλιέλμος και ο Άντσο αποτελείται από πολλά κείμενα. Όπως θα αποδειχτεί στη συνέχεια, το τελευταίο από αυτά, το ακέφαλο βιβλίο με τις «αισχρότητες των παρθένων» και τους «έρωτες των πορνών», είναι το περίφημο δεύτερο βιβλίο της Ποιητικής του Αριστοτέλη, εξαιτίας του οποίου έγιναν όλοι οι φόνοι. Το πρώτο είναι ένα αραβικό libraryχειρόγραφο για τα λεγόμενα κάποιου ανόητου, για το οποίο δε μαθαίνουμε ποτέ τίποτε περισσότερο. Το δεύτερο είναι ο αλχημιστικός αιγυπτιακός πάπυρος για τον οποίο έγινε λόγος παραπάνω. Το τρίτο όμως είναι το πιο ενδιαφέρον απ’ όλα. Είναι η «Ερμηνεία του διδασκάλου Αλκοφριμπά περί του δείπνου του μακαριστού Κυπριανού επισκόπου Καρχηδόνος». Το Δείπνο Κυπριανού (Coena Cypriani) είναι ένα διάσημο καρναβαλικό έργο του Μεσαίωνα, γραμμένο στις αρχές του πέμπτου αιώνα. Εκεί προσφέρεται ένα δείπνο στο οποίο μετέχουν οι χαρακτήρες της Παλαιάς Διαθήκης και συμπεριφέρονται ακριβώς ανάποδα απ’ ό,τι τους έχουμε συνηθίσει. Το Δείπνο Κυπριανού έχει μεγάλη σημασία για τη θεωρία περί κωμικού του Μπαχτίν. Ταυτόχρονα, είναι πολύ αγαπητό και στον Έκο. Το αναφέρει ξανά και ξανά στο βιβλίο του. Ποιος είναι όμως ο Αλκοφριμπάς που ερμηνεύει αυτό το έργο; Δεν είναι άλλος παρά ο Ραμπελαί. Με το ψευδώνυμο Αλκοφριμπάς Ναζιέ (Alcofribas Nasier), που είναι αναγραμματισμός του Φρανσουά Ραμπελαί (François Rabelais), δημοσίευσε ο Ραμπελαί το πρώτο του βιβλίο, τον Πανταγκρυέλ, το 1532.

Ο Ουμπέρτο Έκο λοιπόν κάνει τον Ραμπελαί ερμηνευτή του Δείπνου Κυπριανού μεταθέτοντάς τον λίγους αιώνες νωρίτερα απ’ την εποχή που έζησε. Ενώνει έτσι σε μια λατινική παραπομπή, που τοποθετεί δήθεν τυχαία σε άσχετο σημείο, το διασημότερο καρναβαλικό κείμενο του Μεσαίωνα με τον σπουδαιότερο κωμικό συγγραφέα της Αναγέννησης και με τον Μπαχτίν, από τον οποίο έμαθε και αγάπησε την καρναβαλική λογοτεχνική παράδοση.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΠΙΝΑΚΟΥΛΑΣ

~ .  ~

Σ η μ ε ι ώ σ ε ι ς
[1] Umberto Eco, Il nome della rosa, Bompiani, Μιλάνο 2002 (1η έκδ. 1980), σελ. 480.
[2] Ουμπέρτο Έκο, Το όνομα του ρόδου, μτφρ. Έφη Καλλιφατίδη, Ψυχογιός, 32016, σελ. 677.
[3] Il nome della rosa, σελ. 471.
[4] Το όνομα του ρόδου, σελ. 662-663.
[5] Salomon Reinach, Cultes, mythes et religions, τόμ. 4, Ernest Leroux, Παρίσι 1912, σελ. 112.
[6] Il nome della rosa, ό.π.
[7] Το όνομα του ρόδου, σελ. 663-664.
[8] Αριστοτέλης, Περὶ ζῴων μορίων 673a. Η υπογράμμιση δική μας.
[9] М. М. Бахтин, Творчество Франсуа Рабле и народная культура средневековья и Ренессанса, Языки славянских культур, Μόσχα 2010. Ελλ. έκδ.: Μιχαήλ Μπαχτίν, Ο Ραμπελαί και ο κόσμος του, μτφρ. Γιώργος Πινακούλας, ΠΕΚ, Ηράκλειο 2017.
[10] Il nome della rosa, σελ. 442.
[11] Το όνομα του ρόδου, σελ. 624-625.

~ . ~

il-nome-della-rosa

«Εγώ δεν είμαι εγώ» – Αφιέρωμα στον Χουάν Ραμόν Χιμένεθ (4/5)

*

Επιμέλεια Αφιερώματος-Μετάφραση: Έλενα Σταγκουράκη

~.~

Ποίηση μιας Ατλαντίδος

Ο ποιητικός πλούτος του Χουάν Ραμόν Χιμένεθ

 του Αλφόνσο Αλέγκρε Χάιτσμαν

Ξεκινώντας την εισήγησή μου θα ήθελα να αναφερθώ στα λόγια ενός σπουδαίου ποιητή, ο οποίος αποτελεί για μένα, πέρα από δάσκαλο αγαπημένο, και φίλο αείμνηστο. Δεν είναι άλλος, από τον Ισπανό Χοσέ Άνχελ Βαλέντε, ο οποίος απεβίωσε στη Γενεύη τον Ιούλιο του 2000. Με αφορμή την έκδοση στην Ισπανία, την άνοιξη του 1999, του τόμου Ποίηση μιας Ατλαντίδος (Lírica de una Atlántida), ο Βαλέντε έγραψε στις πολιτιστικές σελίδες εφημερίδας της Μαδρίτης ένα σύντομο, ωστόσο ιδιαίτερης βαρύτητας, άρθρο, ενά φωτισμένο σχεδόν σημείωμα, υπό τον τίτλο «Ο Χουάν Ραμόν Χιμένεθ στο δικό μας φως του». Εκεί εξέθετε τις ουσιώδεις παρατηρήσεις του, όχι μόνο ως προς την εσωτερική κριτική αξία του ποιητή, αλλά και ως προς τους λόγους για τους οποίους κατόρθωσε δίχως καμιά αμφιβολία να συνιστά έναν από τους σημαντικότερους ποιητές της ισπανικής γλώσσας στο δεύτερο μισό του εικοστού αιώνα. Το άρθρο εκείνο εκκινούσε με την εικόνα του νεαρού τότε ποιητή, ο οποίος, μετά βίας δέκα εννιά ετών, έφτανε στα 1900 στη Μαδρίτη και ξεκινούσε την πορεία του στην ποίηση χαίροντας της στήριξης των μεγάλων ποιητών της προηγούμενης γενιάς. «Χρόνια αργότερα», γράφει ο Βαλέντε, «τη στιγμή που ο Εμφύλιος διασκόρπιζε τους Ισπανούς ανά την υφήλιο, ο Χουάν Ραμόν ήταν, από κοινού με τον Ματσάδο, ο κεντρικός ποιητής της ισπανικής ποιητικής παράδοσης εκείνου του αιώνα. Στα μετεμφυλιακά χρόνια, η απόσταση, η θλιβερή τροπή που πήρε η ποίηση της Ιβηρικής και η κακεντρέχεια των ανθρώπων μετέτρεψαν τον Χιμένεθ σε φιγούρα μεθοδικά αποσιωπημένη, απόμακρη, και της οποίας το έργο, προς ντροπή μας, δεν διέθετε βαρύτητα στον χώρο των γραμμάτων εκείνης της εποχής. Τα τελευταία βιβλία του τον πήγαν πολύ πιο μακριά στον κόσμο της ποιητικής εμπειρίας απ’ ό,τι κατάφερε να φτάσει η γενιά του ’27, η οποία διαθέτει δύο μόνο ποιητές του διαμετρήματός του ως προς τη δημιουργική ένταση: τον Λόρκα και τον Θερνούδα».

Την εικόνα του έφηβου ποιητή που στις αρχές του 20ου αιώνα καταφθάνει στη Μαδρίτη, την ξαναπιάνει ο Βαλέντε στο τέλος του άρθρου του, προκειμένου να τονίσει τη σπουδαιότητα της συγκεντρωτικής έκδοσης του ύστερου έργου του Χιμένεθ, και μάλιστα με το πέρας του ίδιου αυτού αιώνα, οι αρχές του οποίου είδαν την έκδοση των πρώτων βιβλίων του. Ο Βαλέντε επεδίωκε έτσι να υποδείξει συμβολικά πως ο αιώνας ξεκίνησε και τελείωσε με την ποίηση του Χιμένεθ: «Τώρα πια ο αναγνώστης θα έχει στη διάθεσή του τα βιβλία, τα οποία δεν είχαμε έως τώρα την ευκαιρία να διαβάσουμε με τον κατάλληλο τρόπο ή την κατάλληλη στιγμή: Από την άλλη πλευρά, Ένα ύψωμα μεσημβρινό, Θεός επιποθούμενος και επιποθών, Ποταμοί που φεύγουν. Αυτή η επανεμφάνισή τους, με ενωμένες πλέον δυνάμεις, έχει ως αποτέλεσμα εκείνος ο έφηβος του 1900 που αναφέραμε στις πρώτες αράδες να κλείνει τώρα τον αιώνα, επιβάλλοντας το ανάστημά του, με όλο το βάθος και τον πλούτο της γλώσσας του. Εκείνος μας συναθροίζει και εξήγει ο ίδιος τον λόγο: ‘Κάθε φορά που στην Ισπανία θα κυριαρχεί μια μειοψηφία, θα στρέφει το πρόσωπό της σε μένα όπως στον ήλιο’». (περισσότερα…)

Ποίηση και διαφήμιση

download

~ . ~

του ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ Β. ΓΑΛΑΝΑΚΗ

Στὸν Χριστόφορο Ράλλιο

Ὁ κοινωνικὸς ρόλος καὶ ἡ ἐπιτελεστικότητα τοῦ ποιητικοῦ λόγου (καὶ -γιατὶ ὄχι;- τῆς σύνολης συγγραφικῆς δραστηριότητας) ἀποτέλεσε ἀνέκαθεν ζητούμενο τῆς κριτικῆς· ἰδίως στὴν ἐποχή μας τὸ ἐρώτημα γύρω ἀπὸ τὴ θέση τῆς ποίησης στὴν μετανεωτερικὴ (-γιὰ πολλοὺς· γιὰ ἄλλους ‘ὕστερη νεωτερική’1) ἐποχὴ διαδραματίζει κεντρικὸ ρόλο. Ἡ ἀβεβαιότητα τῆς κοινωνικο-οἰκονομικῆς ὑφεσιακῆς συνθήκης καὶ ἡ σύνολη ἠθικὴ, τουτέστιν αἰσθητική, κρίση ὁδηγοῦν σὲ μία διαρκῶς ἀναστοχαστικὴ διάθεση, σχετικὰ μὲ τὸ ἂν καὶ κατὰ πόσο ἡ Τέχνη δύναται νὰ λειτουργήσει καταπραϋντικά, διδακτικὰ ἢ ἀκόμη-ἀκόμη καὶ ἐργαλειακὰ (διὰ τῆς χρησιμοποίησής της στὸ Prozess). Ὅσο αὐτὰ τὰ ζητήματα ἀπασχολοῦν τὴν κριτικὴ τοῦ πρώιμου 21ου αἰώνα, τὸν ὁποῖο δειλὰ διανύουμε, ἐνδιαφέρον θὰ εἶχε νὰ δοῦμε ἐκ τοῦ σύνεγγυς (καὶ νὰ ἀναρωτηθοῦμε σχετικὰ μὲ) μία ἔκφραση τῆς παραπάνω ἀναφερθείσας λειτουργικῆς/ἐργαλειακῆς χρήσης τῆς Τέχνης κι ἐν προκειμένῳ τῆς Ποίησης.

Σὲ μιὰ νωχελικὴ περιδιάβαση στὸ διαδίκτυο ἀναζητώντας σὲ ψηφιακὰ ἀποθετήρια σπάνιες φωτογραφίες, μπροσοῦρες, ἀφίσες καὶ ἔχοντας βρεῖ ἕνα ἀρχεῖο μὲ ὑλικὸ τῆς καπνοβιομηχανίας R. J. Reynolds Tobacco Co., ἐστίασα τὴν προσοχή μου σὲ ἕνα φυλλάδιο, τὸ ὁποῖο ἀπεικονίζει στὸ ἄνω τμῆμα του ἕναν εὐειδὴ γιὰ τὰ μέτρα τῆς ἐποχῆς ἄντρα ποὺ -καθιστὸς- καπνίζει τὸ downloadτσιγάρο του, ἐνῶ στὰ ὑπόλοιπα 2/3 τοῦ φυλλαδίου βρίσκεται τυπωμένο ἕνα ποίημα. Τὸ ποίημα αὐτὸ φέρει τὸν τίτλο «The Man On The Camel Ad». Σύμφωνα μὲ τὶς πληροφορίες τοῦ ἀποθετηρίου2 ἡ μπροσούρα, ἡ ὁποία καταλογογραφεῖται ὡς διαφημιστική, χρονολογεῖται στὰ 1925. Εὔλογα, λοιπόν, λαμβάνουμε τὶς πρῶτες πληροφορίες τοῦ ποιήματος τούτου. Γράφεται σίγουρα πρὶν τὸ 1925, ὁπωσδήποτε ὅμως μετὰ τὸ 1913, ἱδρυτικὸ ἕτος τῆς R. J. Reynolds Tobacco Co. καὶ συγγραφέας του εἶναι κάποια Ruth M. Bennett. Στὴν πορεία τοῦ δοκιμίου διαλευκαίνονται τόσο ἡ ταυτότητα τῆς συγγραφέα, ὅσο καὶ ἡ ἀκριβὴς χρονολογία σύνθεσης τοῦ ποιήματος.

Ἡ ἔρευνα δίνει ὁρισμένες πληροφορίες γιὰ τὸ ὄνομα τῆς συγγραφέα, οἱ ὁποῖες, ὡστόσο, παρατίθενται ἐδῶ μὲ κάθε ἐπιφύλαξη. Ἡ Ruth M. (Manerva Minerva) Bennett (1899-1960), ζωγράφος, ξυλογλύπτρια, εἰκαστικός, γεννήθηκε στὸ Momence τοῦ Illinois στὶς 11 Φεβρουαρίου τοῦ 1899. Τὸ ἔργο καὶ ἡ δράση της ὡς εἰκαστικοῦ δὲ γνώρισε μεγάλη δημοτικότητα στὶς Ἡνωμένες Πολιτεῖες, μιᾶς κι ἔπειτα ἀπὸ τὶς σπουδές της στὸ Art Students League τῆς Νέας ‘Υόρκης ὑπὸ τὴν ἐπίβλεψη τοῦ George Bridgman καὶ τοῦ John Fabian Carlson ἐγκαθίσταται στὸ Los Angeles καὶ ἐπεκτείνει τὶς σπουδές της στὰ Chouinard and Otis Art Institutes μὲ τοὺς Emily Mocine, Armin Hansen, Karoly Fulop, E. Vysekal, R. Schroeder, καὶ M. Sheets. Δραστηριοποιεῖται στὴν τοπικὴ καλλιτεχνικὴ σκηνὴ καὶ διδάσκει ξυλογλυπτικὴ στὸ El Monte Union High School καὶ σὲ δημόσια σχολεῖα τοῦ Los Angeles, ὅπου καὶ πεθαίνει τὴν 21η Ἰουλίου τοῦ 1960.3 Πέραν τῶν εἰκαστικῶν της συνθέσεων ποὺ βρίσκονται πρὸς πώληση στὸ διαδίκτυο, δὲ διασώζεται καμία περαιτέρω πληροφορία γιὰ τὸ ἔργο της ποὺ νὰ μαρτυρᾶ τὴ σύνθεση κάποιου ποιήματος. Δεδομένου ὅμως ὅτι τόσο τὸ ὀνοματεπώνυμο, ὅσο καί τὸ δεύτερο ὄνομα τῆς καλλιτέχνιδας συμφωνεῖ μὲ τὴν ὑπογραφή στὸ ποίημα τῆς μπροσούρας, ὅπως ἐπίσης καὶ ἡ τοποθέτηση τοῦ ἴδιου τοῦ ποιήματος (βλ. παραπάνω) στὸ χρονικὸ ἄνυσμα 1913-1925 συμφωνοῦν μὲ τὶς ἡμερομηνίες γέννησης/θανάτου τῆς Bennett, θὰ ἦταν μιὰ εὔλογη ὑπόθεση, νὰ πιστώσουμε τὸ ποίημα στὴν ἐν λόγῳ καλλιτέχνιδα. Ἐπιπλέον, ἡ γκραβούρα τοῦ νεαροῦ ἄντρα στὸ ἄνω 1/3 τῆς μπροσούρας ἐνδεχομένως νὰ ἄνηκε καὶ στὴν ἴδια.

Τὸ πλέον ἐνδιαφέρον κι εὐεπίφορο σὲ ἐπιχειρηματολογία πεδίο διερεύνησης καὶ ἀναστοχασμοῦ γύρω ἀπὸ τὸ ποίημα αὐτὸ βρίσκεται στὴν ἀφορμὴ τῆς γέννησής του. Ἔτσι, θὰ ἄξιζε πραγματικὰ τὸν κόπο νὰ μποροῦσε κανεὶς νὰ διαπιστώσει, ἂν τὸ ποίημα ὑπῆρξε αὐθόρμητη κίνηση θαυμασμοῦ πρὸς τὸ εἴδωλο τοῦ ἄντρα ποὺ καπνίζει τσιγάρα μάρκας Camel καὶ προωθεῖ μιὰ εἰκόνα ἰδανικοῦ κυρίου, ὅπως περιγράφεται στὸ κείμενο, ἡ ὁποία ἀλιεύθηκε καὶ χρησιμοποιήθηκε ἀπὸ τὴν ἑταιρεία στὸ πλαίσιο διαφημιστικῆς καμπάνιας ἢ ἂν τὸ ποίημα συνετέθη ἐξαρχῆς μὲ αὐτὸν τὸν σκοπό (δηλ. τὴ διαφημιστικὴ χρήση). Μιὰ ὁριστικὴ καὶ ἔγκυρη ἀπάντηση δὲν κατέστη δυνατὸν νὰ δοθεῖ ἐξαρχῆς, ἔπειτα καί ἀπὸ ἐπικοινωνία μὲ τὸ τμῆμα διαφήμισης τῆς R. J. Reynolds Tobacco Co.4 λόγω τοῦ ὅτι δὲ βρέθηκαν ἀρχεῖα ποὺ νὰ δίνουν κάποια περαιτέρω πληροφορία γιὰ τὴν ποιήτρια, ἢ γιὰ τὸ ἂν ὑπῆρξε κάποια καμπάνια, στὴν ὁποία τὸ ποίημα αὐτὸ ἐπιλέχθηκε ἀνάμεσα σὲ ἄλλα, ἢ γιὰ τὸ ἂν συνετέθη ἐξαρχῆς ἐν εἴδει παραγγελίας. Ἡ πορεία τῆς παρούσας ἔρευνας κατάφερε νὰ δώσει ἀπαντήσεις στὰ ἐρωτήματα αὐτά.

Ἡ ἐκ τοῦ σύνεγγυς ἀνάγνωση τοῦ ποιήματος αὐτοῦ ὁδηγεῖ στὴ δημιουργία μιᾶς αὐθαίρετης -ἐφόσον δὲν ὑπάρχει τεκμήριο-, ἀλλὰ -παράλληλα- βάσιμης ὑπόθεσης, ἡ ὁποία κλίνει πρὸς τὴν ἄποψη ὅτι τὸ ποίημα συνετέθη camels_doctors_whiteshirtαὐθόρμητα καὶ χρησιμοποιήθηκε ἐκ τῶν ὑστέρων ἀπὸ τὴν ἑταιρεία. Τὸ καθημερινὸ λεξιλόγιο («cheapening “goo”», «chap», «“brogan-shufflin’”», «“jellybean’s” face», «Gee!»), οἱ παιχνιδίζουσες ὁμοιοκαταληξίες («tweeds / succeeds», «groomed / perfumed», «Hunt / Club», «sport / thought», «Lad / Ad») καὶ ἡ παρὰ προσδοκίαν ἐκτύλιξη ποὺ καταλήγει στὸ crescendo τῆς ἐρωτευμένης γυναίκας πρὸς τὸν κατασκευασμένο ἀντρικὸ χαρακτήρα ποὺ καπνίζει τὸ Camel του στὶς διαφημιστικὲς ἀφίσες (περιέχοντας μιὰ γενναία δόση αὐτοειρωνείας ἢ ἀκόμη καὶ σάτιρας), διαμορφώνουν τὸ καλύτερο δυνατὸ κειμενικὸ περιβάλλον γιὰ διαφημιστικὴ καμπάνια. Ἡ λαϊκότητα τοῦ ποιήματος καὶ ἡ ἔλλειψη τοῦ ποιητικοῦ φορμαλισμοῦ τῆς περιόδου, ἡ κατὰ παράταξη ἀπαρίθμηση τῶν προτερημάτων τοῦ καπνίζοντος ἄντρα, ἡ ὁποία δὲ στερεῖται λυρικῶν ἐξάρσεων ποὺ ἀφοροῦν στὴν κόμμωση, στὰ παιχνίδια του ἢ στὶς χορευτικές του ἰκανότητες, ἀποτελοῦν τὰ καταλληλότερα μέσα πρὸς τὴ δημιουργία ἑνὸς ἀποβλεπτικοῦ κοσμοειδώλου ποὺ ἀποκτᾶ αὐτοστιγμεὶ ὅποιος ἀγοράσει ἕνα πακέτο τῆς Camel.5

Βέβαια, ἡ παραπάνω ὑπόθεση τροφοδοτήθηκε κυρίως ἀπὸ τὴν ὑποκειμενικὴ ἐντύπωση τοῦ γράφοντος. Ὅλα τὰ χαρακτηριστικὰ ποὺ πιστώνονται στὴν περίπτωση τῆς αὐθόρμητης συγγραφῆς ὡς κατάλληλα γιὰ διαφημιστικὸ ἔντυπο (μὲ ἄλλα λόγια τὰ χαρακτηριστικὰ τοῦ διαφημιστικοῦ τύπου λόγου) ὁδηγοῦν κάλλιστα καὶ στὴν ὑπόθεση τῆς ἐπὶ τούτου συγγραφῆς τοῦ κειμένου μὲ στόχο τὴ δημοσιοποίηση. Κάτι τέτοιο, ἀπὸ τὴν ἄλλη, σημαίνει τὴν ἀπευθείας ἀνάθεση στὴ Ruth M. Bennett ἢ τὴν ἐπιλογή της ἀνάμεσα σὲ ἄλλα ποιήματα ποὺ εἶχαν κληθεῖ νὰ ἀναμετρηθοῦν ἐν εἴδει διαγωνισμοῦ. Τὸ πρόβλημα ἐν προκειμένῳ μὲ αὐτὴν τὴν ἐκδοχὴ ἔγκειται στὴν ἐλαχίστου φήμης ποιήτρια ποὺ τελικῶς “ἐπιλέχθηκε” (ἐφόσον ἡ δράση της ὑπῆρξε τοπικὴ στὶς δυτικὲς πολιτεῖες τῶν Ἡ.Π.Α., ὅταν ἡ ἕδρα τῆς R. J. Reynolds Tobacco Co. βρίσκεται στὸ Winston-Salem τῆς Βόρειας Καρολίνας). Τὸ πνεῦμα τῆς διαφήμισης, τουλάχιστον ἐκείνης τῆς ἐποχῆς, δὲν ἄφηνε περιθώρια· σίγουρα κάποιος ἄλλος, ἄσημος ἢ διάσημος ποιητής θὰ συμμετεῖχε στὸ διαγωνισμὸ καὶ θὰ λειτουργοῦσε τόσο στὴν πρώτη ἕνεκα λαϊκότητας, ὅσο καὶ στὴ δεύτερη περίπτωση ἕνεκα φήμης ὡς ὄνομα-μαρκίζα γιὰ τὴν προώθηση τοῦ διαφημιστικοῦ σκοποῦ. Ἔτσι, βάσει τῆς παραπάνω συλλογιστικῆς ἐπέμεινα στὴν αὐθόρμητη συγγραφὴ ποὺ κατάφερε νὰ ἰκανοποιεῖ ἄριστα τὸν στόχο τῆς ἑταιρείας.

Βέβαια, ὅσον ἀφορᾶ στὸ ἀποβλεπτικὸ κοσμοείδωλο ποὺ ἀνέφερα προηγουμένως ὅτι προωθεῖται ἀπὸ τὴ σύνολη καπνοβιομηχανία (καὶ ἐν προκειμένῳ καί ἀπὸ τὴν R. J. Reynolds) ἔχουν γίνει ποικίλες ἀναφορὲς στὴ διεθνὴ βιβλιογραφία, οἱ ὁποῖες λειτούργησαν εἰς ἐπίρρωσιν τῆς ἀρχικῆς ὑπόθεσης. Πιὸ συγκεκριμένα, σχολιάζοντας τὸ ποίημα ποὺ ὑπῆρξε ἡ ἀφορμὴ τοῦ παρόντος δοκιμίου, ὁ Τσέχος Jakub Kališ στὴν πτυχιακὴ ἐργασία του γιὰ τὶς ἐπικοινωνιακὲς στρατηγικὲς τοῦ μάρκετινγκ τῆς Camel6 ἀναφέρει χαρακτηριστικά:

Στὴ δεκαετία τοῦ 1920, ἡ ἀμερικανικὴ ἐλὶτ ἀνακαλύπτει τὴ χαρὰ τῶν ταξιδιῶν στὸ ἐξωτερικό· τὰ μακρινὰ ταξίδια μὲ τὸ Orient Express, τὴ μυστηριώδη Ἀφρική. Ὁ κόσμος ἀπέκτησε νέες διαστάσεις. Τὸ θέατρο, ἡ ὄπερα καὶ τὰ ἐκλεπτυσμένα δεῖπνα βρίσκονται στὴν πρώτη γραμμὴ τοῦ ὑψηλοῦ κοινωνικοῦ ἐνδιαφέροντος. Μέσα σὲ αὐτὴν τὴν πολιτισμικὴ καὶ πολιτιστικὴ ἀναγέννηση, τὸ τσιγάρο Camel ἐνσαρκώνει τέλεια τὴν εὐγενὴ κοινωνία ποὺ παραδίδεται σὲ ὅλες τὶς ἀπολαύσεις τῆς ζωῆς. Αὐτὸς ὁ νέος τρόπος ζωῆς σύντομα συνδέεται ἀξεχώριστα μὲ τὴ μοντέρνα τέχνη καὶ τὴν κομψότητα τῆς νέας αὐτῆς ζωῆς. (Βλ. LOWE OPEN, JTI. Brief History of Camel Brand: Interní zdroj reklamní agentury. Πράγα, 2004) Ἡ ἑταιρεία Camel προσαρμόζει τὴν ἐπικοινωνιακὴ της πολιτικὴ πολὺ γρήγορα σὲ αὐτὴν τὴ νέα κατάσταση. Στὴν ἀρχὴ τῆς δεκαετίας τοῦ ’20 ἐμφανίζονται διαφημιστικὰ μηνύματα μὲ τὴ μορφὴ επιστολῶν ἢ/καὶ ποιημάτων ἀπὸ πελάτες, τὰ ὁποῖα περιγράφουν τὸν τυπικὸ καπνιστὴ τσιγάρων Camel – ἐπὶ παραδείγματι τὸ ποίημα «The Man On The Camel Ad» (Εἰκόνα 9 [σημ. Ἐδῶ παραθέτει τὴν φωτογραφία τῆς μπροσούρας]) ποὺ γράφτηκε τὸ 1925.7

ἐπιρρωνύοντας τὴν ὑπόθεση τοῦ παρόντος δοκιμίου ὑπὲρ τῆς αὐθόρμητης συγγραφῆς ποὺ ἀλιεύθηκε καὶ χρησιμοποιήθηκε ἀπὸ τὴν ἑταιρεία. Βάσει τῶν παραπάνω, εἴμαστε σὲ θέση νὰ ὁδηγηθοῦμε σὲ ὁρισμένα πιὸ στέρεα συμπεράσματα. Ἡ νέα ζωὴ ποὺ εἰσηγεῖται ἡ ἐπιθετικὴ ἐκβιομηχάνιση τῆς νεωτερικότητας τοῦ 20οῦ αἰώνα ἀπαιτεῖ νέες ἀφηγήσεις, κυρίως ὅμως νέα κοσμοείδωλα, τὰ ὁποῖα θὰ ἐπενδύσουν τὴν πραγματικότητα αὐτή. Ὁ νέος ποὺ ξεκινᾶ νὰ καπνίζει τσιγάρα μάρκας Camel, ἀνεξαρτήτου κοινωνικῆς προελεύσεως, εἰσάγεται ἀπευθείας σὲ μιὰ διαδικασία κοινωνικῆς κινητικότητας καὶ ἀπὸ φτωχὸς ἐργάτης τῶν αὐτοκινητοβιομηχανιῶν τοῦ Detroit “μεταμορφώνεται” σὲ φέρελπι στέλεχος τῶν μεγάλων νομικῶν γραφείων τοῦ Manhattan. Ἡ Τἐχνη τίθεται ἐπίσης στὴν ὑπηρεσία αὐτοῦ τοῦ κοινωνικοῦ μετασχηματισμοῦ, μιᾶς καὶ ὁ ἱστορικὰ καθορισμένος 8ce934627befa5b5286dee1b2cfabe24--vintage-advertisements-retro-vintageμετασχηματισμὸς στὴν καλλιτεχνικὴ δημιουργία ὑπαγορεύεται πάντοτε ἀπὸ τὶς πραγματολογικὲς συνθῆκες τῆς ἑκάστοτε ἐποχῆς.8 Ἐπιστολὲς καὶ ποιήματα, καθῶς μαρτυρᾶ ὁ ἐρευνητής, μετατρέπονται σὲ ὑλικὸ ποὺ χρησιμοποιεῖ ἡ ἑταιρεία στὶς διαφημιστικές της καμπάνιες. Μάλιστα, γίνεται λόγος γιὰ τὸ ποίημα ποὺ συνοδεύει τὸ παρὸν δοκίμιο. Τέλος, βάσει τῆς ὁριστικῆς ἀπόφανσης περὶ τῆς χρονολόγησης τοῦ ποιήματος στὰ 1925 ἀπὸ τὸν Kališ μποροῦμε μὲ ἀσφάλεια (πλὴν ὅμως μὲ ἐπιφύλαξη, μικρότερη αὐτὴ τὴ φορὰ) νὰ καταλήξουμε στὸ πόρισμα ὅτι ὄντως ἡ εἰκαστικὸς Ruth M. Bennett ὑπῆρξε ἡ συγγραφέας, μιᾶς καὶ τὸ 1925 (ἢ ἔστω τὸ 1923-24 ποὺ συνέθεσε τὸ ποίημα) ἦταν 26 (ἢ 24-25) ἑτῶν· μιὰ εὔλογη ἡλικία σύνθεσης ἑνὸς ποιήματος αὐτοῦ τοῦ ὕφους.

Τούτων δοθέντων καὶ ἐπιστρέφοντας στὸ ἀρχικὸ ζήτημα· ἕνα ποίημα -ἀσχέτως τῆς προέλευσής του- γίνεται μέσο διαφήμισης. Μιὰ κριτικὴμερίδα εὔλογα θὰ ἐγείρει ζητήματα μερκαντιλισμοῦ τῆς Τέχνης (ὡς μιὰ κατάπτυστη καὶ ἀξιοκατάκριτη ἐνέργεια), ἐνῶ ἀπὸ τὴν ἄλλη μεριὰ θὰ ὑποστηριχθεῖ ὅτι κάτι τέτοιο εἶναι προτιμώτερο ἀπὸ τὴ χρήση παραψυχολογίας9 ἢ τὴν εὐθεία ἀναπαραγωγὴ καταναλωτικῶν (καὶ ὄχι μόνο) προτύπων μέσῳ τῆς διαφήμισης. Ἡ ἀπάντηση βρίσκεται κάπου στὴ μέση, μιᾶς καὶ τόσο ἡ μία, ὅσο καὶ ἡ ἄλλη στάση εἶναι ἀναπόφευκτες.

Γιὰ νὰ προσεγγίσουμε (ἀλλὰ ἐπουδενὶ νὰ ἀπαντήσουμε έδῶ) τὸ δίπολο αὐτό, κρίνεται σκόπιμη μιὰ ἀντιπαραβολή διὰ τῆς παράθεσης μερικῶν ἐρωτημάτων: Ἂν τὸ βιβλίο σημείωνε δραματικὴ πτώση στὶς πωλήσεις θὰ μιλούσαμε γιὰ πολιτιστικὴ (ἢ/καὶ πολιτισμικὴ ἀκόμη) κρίση· τὸ ἑπόμενο βῆμα θὰ ἦταν νὰ ἀποδεχθοῦμε τὸ γεγονὸς κάνοντας τὴ φιλαναγνωσία ὑπόθεση τῆς ἐλίτ ἢ θὰ ὑιοθετούσαμε τὴ θυμόσοφη ρήση: «Ἂς διαβάζουνε κι ἂς εἶναι κι ὁ τηλεφωνικὸς κατάλογος»; Ἀνάγοντας τὸ ἐρώτημα αὐτπ στὴν παραπάνω περίπτωση, λοιπόν· νὰ ἀφήσουμε τὴν Τέχνη νὰ δράσει σὲ ὁποιοδήποτε περιβάλλον καὶ σὲ ὁποιαδήποτε ἔκφανση τοῦ πολιτισμικοῦ καὶ οἰκονομικοῦ Prozess ἢ νὰ τὴν ἀφήσουμε στὴν πάγια σαρκοείδωσή της; Τί μποροῦμε νὰ κάνουμε ὅταν οἱ ἴδιοι οἱ καλλιτέχνες -συνειδητὰ ἢ ἀσυνείδητα- ἐντάσσουν στὴ δημιουργία τους στοιχεῖα ποὺ μετατρέπουν τὸ κείμενό τους (στὴν περίπτωση τῆς ποίησης) σὲ ἕνα ἐν δυνάμει διαφημιστικὸ ἐργαλεῖο;10 Τί συμβαίνει ὅταν τίθενται ἐπὶ τάπητος ζητήματα ἠθικῆς, ὅπως ἐν προκειμένῳ ἡ προώθηση τῆς εἰκόνας τοῦ καπνιστῆ ὡς προτύπου κοινωνικῆς κινητικότητας καὶ πολιτιστικῆς ἐνσωμάτωσης; Ἕνα καλὸ ποίημα νὰ δημοσιοποιηθεῖ εὐρύτερα μέσῳ τῆς διαφήμισης; Ἂν παρακινεῖ τοὺς νέους νὰ ξεκινήσουν λ.χ. τὸ κάπνισμα, εἶναι ἀκόμη θεμιτὸ; Μιὰ ὁριστικὴ ἀπάντηση προϋποθέτει τὸ συνυπολογισμὸ ἀμέτρητων παραμέτρων καὶ ἡ ἀναζήτησή της δὲν ἀποτελεῖ ζητούμενο τοῦ παρόντος κειμένου.

Τὰ ἐρωτήματα περισσεύουν καὶ ἡ ἀπάντησή τους πάντοτε θὰ διαφεύγει. Ἡ ποίηση, ὁ κοινωνικὸς ρόλος καὶ ἡ χρήση της ἀποδεικνύονται ζητήματα ποὺ κρίνεται ἐπιτακτικὴ ἀνάγκη νὰ ἀναδιαπραγματεύονται ἀενάως, παρὰ τὸ γεγονὸς ὅτι ἡ ἀλήθεια τους θὰ φεύγει πάντοτε σὰν τὸ σαπούνι μέσα ἀπὸ τὰ χέρια τοῦ ἐπίδοξου Ἀλεξάνδρου.

«Γιατὶ ὄχι, ἀπλῶς, ποιήση;» θὰ ρωτοῦσε κανείς. Καὶ ἴσως εὔλογα.

~ . ~

Ruth M. Bennett, «The Man On The Camel Ad»

I saw him today, as I passed on my way,
On the double-decked bus uptown.
He still wore his smile of goodfellowship
In his sparkling eyes of brown;

His clean-cut mouth, and his square-cut jaw,
And the way he wears his tweeds,
Mark him out as a man who wins−
In his daily work, succeeds.

No cheapening “goo” on his manly head;
His hair looks brushed and groomed;
The kind you know is clean and sweet−
Not grease-soaked and perfumed.

The kinda chap I can see in the Hunt
Enthused in clean-played sport;
Or, perhaps at Bridge at the Racquet Club
Smokin’ Camels and deep in thought.

And, I know just how he’d likely dance!
He’d be agile, and smooth with grace!
No “brogan-shufflin’” for a man like that−
That goes with a “jellybean’s” face!

His voice, I know, would be firm and low
And admirably modulated;
Looking into your eyes when he talks−
Brown eyes, animated!

Gee! But I’d love to meet that chap!
‘Cause he is surely an Ideal Lad!
And I see him ‘most every place I go−
The Man on the Camel Ad!

~ . ~

Ὁ ἄντρας στὴ διαφήμιση τῆς Camel

Τὸν εἶδα ξανὰ στὴ δουλειά μου ὅπως πάω
στὸ διώροφο πούλμαν, στὴν πόλη.
Καὶ στὸ πρόσωπο γέλιο, ὅλο μπέσα καὶ πρᾶο,
καστανὴ ἡ ματιά του, λάμπει ὅλη·

εὐειδές του τὸ στόμα, πηγούνι ποὺ θέλγει
κι ὅπως ἔχει ριχτὸ τὸ ριγέ του,
φαίνεται ἄντρας ποὺ παίρνει τὴ νίκη καὶ φεύγει−
ὅλο τρόπαια στὸ παλμαρέ του.

Δίχως φτήνιας ζελὲ στὸ ἀντρικό του κεφάλι·
τὸ μαλλί του στρωτό, κουρεμένο.
Καθαρό, ὑγιές, ὄχι σὰν τὸ ρεμάλι−
ὅλο ἀρώματα καὶ παστωμένο.

Τυπικὸς bon-viveur στὰ Κυνήγια, στὰ αἴσχη
δὲν μπλέκει ποτὲ· κομψευόμενος·
παίζει Μπρίτζ κάπου-κάπου καὶ πάντα στὴ Λέσχη
τὸ Camel καπνίζει σκεπτόμενος.

Καὶ νομίζω πὼς ξέρω ἀκριβῶς πῶς χορεύει!
Μ’ ἐλιγμοὺς καὶ σπιρτάδα διόλου ἄχαρη.
Ἡ διπρόσωπη φύση σ’ αὐτὸν περιττεύει –
Ἔξω πέτρα καὶ μέσα ὅλο ζάχαρη…

Ἡ φωνή του, τὸ ξέρω, ζεστὴ, μαλακιά·
ἕνα θαῦμα τῆς φύσης σωστό!
Ὅσο λέξεις σοῦ στέλνει, μαχαίρι ἡ ματιά−
−Καστανὸ μάτι εἶσαι γιατρικό!

Ὢ Θεέ, νὰ γνωρίσω τὸν τύπο ζητάω,
φαίνεται εὐγενικός, φινετσάτος!
Καὶ τὸν βλέπω σχεδὸν ὅπου πάω.
Στὴν ἀφίσα μὲ τὰ Camel, νά τος!

Ἀπόδ.: Ἀθανάσιος Β. Γαλανάκης

~ . ~

Σ Η Μ Ε Ι Ω Σ Ε Ι Σ

1 Ἕνας ἴσως καταλληλότερος ὅρος, ἕνεκα τοῦ νοηματικοῦ ἀποθέματος τῆς ‘ὑστερίας’ ποὺ λανθάνει στὸ ἐπίθετο ‘ὕστερος’.

2 https://www.industrydocumentslibrary.ucsf.edu/tobacco/docs/#id=tslc0050

3 Γιὰ τὶς βιογραφικὲς πληροφορίες βλ.: http://www.california-art.com/page.cfm?pageid=26755

4 Παραθέτω τμῆμα ἀπὸ τὸ ἀπαντητικὸ mail τοῦ τμήματος διαφήμισης τῆς R.J. Reynolds Tobacco Co.: «There are no available records for your request. Please, keep searching the web and inform us in case you will find anything relevant».

5 Ἡ συγκεκριμένη ἑταιρεία, ἄλλωστε, ἔχει πολλάκις ἀποδείξει τὸ διαφημιστικό της δαιμόνιο, ξεκινώντας περὶ τὸ 1930-31 διαφημιστικὴ καμπάνια σύμφωνα μὲ τὴν ὁποία οἱ περισσότεροι γιατροὶ τῶν ΗΠΑ ἐπέλεγαν Camel, ὡς τὸ πλέον ‘ὑγιεινὸ’ τσιγάρο (βλ. εἰκόνα).

6 Βλ.: Jakub Kališ, Marketingová komunikace značky Camel: Od běžné značky k ikonické, Πτυχιακὴ ἐργασία, Univerzita Karlova v Praze, Πράγα, 2014, σ. 66.

7 Ὅ.π., 24: «Ve dvacátých letech našla americká elita zalíbení v zámořských plavbách a dalekých cestách. Orient Express, tajemná Afrika. Svět získával nové rozměry. Do popředí společenského zájmu se dostaly také divadlo, opera a vytříbené stolovaní. V rámci této kulturní renesance Camel dokonale ztělesňoval vznešenou společnost, která si užívá všech potěšení života. Tento nový životní styl nerozlučně doprovázel, takže byl záhy spojován s módní elegancí a s uměním žít (LOWE OPEN, JTI. Brief History of Camel Brand: Interní zdroj reklamní agentury. Praha, 2004). Značka cigaret Camel svoji komunikaci přizpůsobuje velmi rychle. Počátkem dekády vznikají reklamní sdělení ve formě dopisů od zákazníků a inzeráty poezie, které popisují typického kuřáka cigaret Camel – doslova muže z reklamy [The Man on the Camel Ad] (obr. 9), psal se rok 1925» (Μετάφραση στὰ ἑλληνικὰ μέσῳ Google translator· ἐλέγχθηκε ἐνδελεχῶς τόσο ἡ σύνταξη, ὅσο καὶ τὸ νόημα).

8 Ἡ ἀναφορὰ στὴν ‘Τέχνη’ ἀφορμᾶται ἀπὸ τὴ χρήση τῆς ποίησης ὡς εἴδους καὶ μόνον· μιὰ συζήτηση ποὺ θὰ μποροῦσε νἀ ἀνακύψει ἀπὸ τὴν πραγμάτευση αὐτὴ εἶναι τὸ ἂν πρέπει νὰ λογίζονται τέτοιες ἀπόπειρες ὡς καλλιτεχνικὰ προϊόντα ἢ ἂν ἀποτελοῦν ἀπλῶς ἀσκήσεις καὶ παίγνια σὲ ποιητικὴ φόρμα. Ὑπάρχει ἀρκετὴ βιβλιογραφία ἀναφορικὰ μὲ αὐτὸ τὸ ζήτημα: Τὰ ἐργαλεῖα τῆς κριτικῆς θεωρίας καὶ τὰ καταστατικὰ κείμενα τῶν Adorno, Horkheimer, Marcuse, ὅπως καὶ τὸ ἔργο τοῦ Baudrillard διαπραγματεύονται ἐπαρκῶς ἀπὸ διαφορετικὲς σκοπιὲς τὴ συμπερίληψη τῶν ἔργων αὐτῶν στὴν κοινῶς καλούμενη ‘Τέχνη’.

9 Βλ. ἐπὶ παραδείγματι μελέτες γιὰ τὴν ἐπίδραση τῶν διαφημίσεων τῆς Camel στὰ παιδιὰ καὶ στοὺς νέους: Lucy L. Henke, «Young Children’s Perceptions of Cigarette Brand Advertising Symbols: Awareness, Affect, and Target Market Identification», Journal of Advertising, 24, 4 (Χειμώνας, 1995) 13-28· Jeffrey Jensen Arnett καὶ George Terhanian, «Adolescents’ Responses to Cigarette Advertisements: Links between Exposure, Liking, and the Appeal of Smoking», Tobacco Control, 7, 2 (Καλοκαίρι, 1998) 129-133 καὶ G. Ferris Wayne καὶ G. N. Connolly, «How Cigarette Design Can Affect Youth Initiation into Smoking: Camel Cigarettes 1983-93», Tobacco Control, 11, 1: Discoveries and Disclosures in the Corporate Documents (Μάρτιος 2002) i32-i39.

10 Ἐπὶ παραδείγματι στὴ νεοελληνικὴ ποίηση ἐντοπίζονται οὐκ ὁλίγα παραδείγματα: καταγράφοντας τὰ πρῶτα ποὺ ἔρχονται στὸ μυαλό ξεκινᾶμε ἀπὸ τὸ «VII. ΝΑ ΤΟ ΠΛΗΡΩΣΕΙ Η KODAK.» στὸ Γραφέως Κάτοπτρον (1989) τοῦ Γιάννη Πατίλη, φτάνουμε στὴν ἀγάπη τοῦ Πάνου Σταθόγιαννη γιὰ τὸν Nescafe περνώντας πρῶτα ἀπὸ τὸν ὕμνο στὸ ἀλκοὸλ τοῦ Τάσου Καπερνάρου στὸ ποίημα «Τὸ φάντασμα τοῦ μπουκαλιοῦ» ἀπὸ τὸ ποιητικὸ βιβλίο Ὁσημέραι (1997), ἐνῶ ἀπὸ τὰ τσιγάρα Camel ποὺ καπνίζει ὁ Καίσαρ Ἐμμανουήλ στὸ «Γράμμα στὸν ποιητὴ Καίσαρα Ἐμμανουήλ» τοῦ Νίκου Καββαδία στὴ συλλογὴ Μαραμπού (1933), ὁδηγούμαστε στὴν ἀναφορᾶ τοῦ ἰδίου στὸ Johnnie Walker στὸ ποίημα «Θαλασσία πανίς» ἀπὸ τὸ Πούσι (1947).

Το κάστανο του Γαμίκουλους

tris0 

~. ~  

του ΓΙΩΡΓΟΥ ΠΙΝΑΚΟΥΛΑ ~. ~  

Η ζωή και οι απόψεις του Τρίστραμ Σάντι, κυρίου από σόι είναι το αριστούργημα του Λώρενς Στερν και ένα από τα πιο κωμικά μυθιστορήματα όλων των εποχών.

Γραμμένο στα μέσα του δέκατου όγδοου αιώνα, διατηρεί αναλλοίωτη τη φρεσκάδα και τη ζωντάνια του. Ένα απ’ τα απολαυστικότερα επεισόδια του βιβλίου είναι το συμπόσιο των σοφών θεολόγων στα κεφάλαια 26-30 του τέταρτου τόμου. Να θυμίσουμε με δυο λόγια όσα έχουν προηγηθεί: Κατά τη γέννηση του Τρίστραμ, τα πράγματα δεν πηγαίνουν καλά. Ο γιατρός φοβάται πως το βρέφος δε θα επιβιώσει. Πρέπει λοιπόν να το βαπτίσουν στα γρήγορα. Έτσι, στέλνουν την υπηρέτρια να ρωτήσει τον πατέρα του παιδιού τι όνομα να του δώσουν. Ο Γουόλτερ Σάντι δίνει εντολή να ονομαστεί «Τρισμέγιστος». H υπηρέτρια όμως το ξεχνά· θυμάται μόνο τα πρώτα γράμματα: «Τρισ-». Ο βοηθός του εφημέριου εικάζει ότι το όνομα είναι Τρίστραμ και βαπτίζει το νήπιο.

Μόλις ο πατέρας μαθαίνει τα νέα, πέφτει σε μεγάλη στενοχώρια. Αφού θρηνήσει την τρομερή δυστυχία του, απευθύνεται στον εφημέριο Γιόρικ και τον ρωτά αν μπορεί να ακυρωθεί ο νηπιοβαπτισμός και η ονοματοδοσία. Ο εύθυμος ιερέας φροντίζει να συγκληθεί μια σύνοδος θεολόγων και νομομαθών για να εξετάσουν ενδελεχώς το ζήτημα. Και να λοιπόν που ο Γούολτερ Σάντι επιβιβάζεται, μαζί με τον αδερφό του Τόμπι και τον ιερέα Γιόρικ, στην άμαξά του και κατευθύνεται προς την άγνωστη τοποθεσία στην οποία θα παρατεθεί το δείπνο και θα λάβει χώρα η σύνοδος. Εκεί τους υποδέχονται οι σεβάσμιοι θεολόγοι Ντίντιους, Φιλόκωλος, Γαμίκουλους, Γαστροφόρος, Ευγένιος και Τριπτόλεμος. Το συμπόσιο-σύνοδος που θα ακολουθήσει εξελίσσεται σε ανελέητη σάτιρα της λεπτολογίας και ανοησίας της εκκλησιαστικής δικονομίας και εντέλει σε ξεκαρδιστική φάρσα εις βάρος των πεπαιδευμένων νομοδιδασκάλων.

Κέντρο της συζήτησης μεταξύ των σοφών νομομαθών είναι η παράδοξη νομική αντίληψη σύμφωνα με την οποία η μητέρα δεν είναι συγγενής του παιδιού της:

If the wills and wishes, said Kysarcius […], of those only who stand related to Mr. Shandy’s child, were to have weight in this matter, Mrs. Shandy, of all people, has the least to do in it […]

It has not only been a question […] amongst the best lawyers and civilians in this land, continued Kysarcius, “Whether the mother be of kin to her child,” — but after much dispassionate enquiry and jactitation of the arguments on all sides, — it has been adjudged for the negative, — namely, “That the mother is not of kin to her child.” […]

This determination, continued Kysarcius, how contrary soever it may seem to run to the stream of vulgar ideas, yet had reason strongly on its side; and has been put out of all manner of dispute from the famous case, known commonly by the name of the Duke of Suffolk’s case: — It is cited in Brook, said Triptolemus— And taken notice of by Lord Coke, added Didius— And you may find it in Swinburn on Testaments, said Kysarcius. [1]

Αν η θέληση και οι επιθυμίες, είπε ο Φιλόκωλος […], όλων αυτών, που συγγενεύουν με το παιδί του κυρίου Σάντι, είχαν κάποια βαρύτητα στο ενλόγω ζήτημα, τότε η κυρία Σάντι είναι αυτή που έχει το μικρότερο λόγο απ’ όλους […]

Το πρόβλημα […] που απασχόλησε τόσο τους μεγαλύτερους δικηγόρους και νομομαθείς της χώρας μας, συνέχισε ο Φιλόκωλος, δηλαδή το «Αν η μητέρα είναι συγγενής του παιδιού της», — κατέληξε, μετά από πολλή αμερόληπτη έρευνα και εξέταση των επιχειρημάτων όλων των πλευρών, — να απαντηθεί αρνητικά, — δηλαδή ότι «Η μητέρα δεν είναι συγγενής του παιδιού της». […]

 Ο ορισμός αυτός, συνέχισε ο Φιλόκωλος, όσο αντίθετος κι αν φαίνεται προς το ρεύμα των επικρατουσών απόψεων, έχει τη λογική στο πλευρό του· και έχει τεθεί πέραν πάσης αμφισβητήσεως μετά από την περίφημη υπόθεση που έγινε κοινώς γνωστή με τ’ όνομα υπόθεση του Δούκα του Σάφολκ. — Υπάρχει στον Μπρουκ, είπε ο Τριπτόλεμος — Και την αναφέρει και ο Λόρδος Κόουκ, συμπλήρωσε ο Ντίντιους— Και μπορείτε να τη βρείτε και στο έργο του Σουίνμπουρν για τις Διαθήκες, είπε ο Φιλόκωλος. [2]

Η συζήτηση για το αν η μητέρα είναι συγγενής του παιδιού της δεν είναι κωμική επινόηση του Στερν, αλλά είχε απασχολήσει στα σοβαρά τα εκκλησιαστικά δικαστήρια μερικούς αιώνες νωρίτερα. Ο Στερν αντιγράφει στην ουσία μερικές σελίδες από την πραγματεία Περί διαθηκών και τελευταίων επιθυμιών του διάσημου δικηγόρου Henry Swinburne. Πιο tris1συγκεκριμένα, η όγδοη παράγραφος του έβδομου μέρους της πραγματείας, που έχει τίτλο «Of Uncertainty arising because there be divers persons of one name» (Για την αβεβαιότητα που προκύπτει επειδή υπάρχουν διαφορετικά άτομα με το ίδιο όνομα), εξετάζει ενδελεχώς το ερώτημα «whether the mother be ofkin to her child». Εδώ ο Σουίνμπουρν αναιρεί την κρατούσα εκείνη την εποχή νομική αντίληψη, σύμφωνα με την οποία «mater non numerator inter con sanguineos» (η μητέρα δε συμπεριλαμβάνεται μεταξύ των συγγενών). [3]

Οι σπουδαίοι θεολόγοι συζητούν λοιπόν γι’ αυτό το σημαντικό θέμα, αλλά σύντομα η προσοχή τους απορροφάται από ένα άλλο γεγονός: Καθώς όλοι απλώνουν ταυτόχρονα τα χέρια τους στην πιατέλα με τα κάστανα, που παρατίθεται ως εκλεκτό επιδόρπιο,ένα καυτό κάστανο πετάγεται και πέφτει μέσα στο παντελόνι του θεολόγου Γαμίκουλους. Ο Γαμίκουλους μάλιστα έχει ξεχάσει το παντελόνι του ξεκούμπωτο, με αποτέλεσμα το κάστανο να βρεθεί στα γεννητικά του όργανα. Ο συγγραφέας κάνει χίλιες δυο παρεκβάσεις και ευφημισμούς για να αποφύγει, δήθεν από σεμνοτυφία, να κατονομάσει ευθέως τα πράγματα. Και αυτό βέβαια έχει ως αποτέλεσμα η ανάγνωση να γίνεται όλο και πιο απολαυστική και το γέλιο του αναγνώστη όλο και ξεκαρδιστικότερο.

ένα απ’ όλα τα κάστανα, πιο ζωηρό και στρογγυλό από τα υπόλοιπα […] έτυχε […] να κατρακυλήσει από το τραπέζι· και, καθώς ο Γαμίκουλους καθόταν τι ωραία–τι καλά από κάτω — έπεσε κατακόρυφα σ’ εκείνο το άνοιγμα του παντελονιού του Γαμίκουλους για το οποίο, προς όνειδος και καταισχύνη της γλώσσας μας, δεν υπάρχει ούτε μια σεμνή λέξη σ’ ολόκληρο το λεξικό του Τζόνσον—αρκεί λοιπόν να πούμε — ότι ήταν εκείνο το συγκεκριμένο άνοιγμα που, σ’ όλο τον καθωσπρέπει κόσμο, οι κανόνες της καλής συμπεριφοράς επιβάλλουν αυστηρότατα, όπως ακριβώς και ο ναός του Ιανού (εν καιρώ ειρήνης τουλάχιστον), να παραμένει παντελώς κλειστό.

Η αμέλεια που έδειξε ο Γαμίκουλους προς αυτή τη λεπτομέρεια (πράγμα που θα πρέπει ν’ αποτελέσει προειδοποίηση προς όλη την ανθρωπότητα) είχε ανοίξει την πόρτα στο εν λόγω ατύχημα. [4]

Αρχικά, ο Γαμίκουλους δεν αισθάνεται τόσο έντονη την ενόχληση και δεν αντιδρά. Σιγά σιγά όμως ο πόνος γίνεται αφόρητος και ο άτυχος θεολόγος πετάγεται πάνω βγάζοντας μια κραυγή.

Η ήπια θερμότητα που ανέδιδε το κάστανο δεν ήταν δυσάρεστη για τα πρώτα είκοσι ή εικοσιπέντε δευτερόλεπτα, — το μόνο που έκανε ήταν να τραβήξει ευγενικά την προσοχή του Γαμίκουλους σ’ εκείνο το σημείο […] η θερμοκρασία σταδιακά αυξανόταν και σε λίγα δευτερόλεπτα ξεπέρασε το σημείο κάθε επιτρεπτής απόλαυσης και όρμησε παράφορα στα όρια του πόνου […] το πάθος τον έκανε, πράγμα που συνέβη και στους καλύτερους στρατηγούς του κόσμου, να χάσει εντελώς τον αυτοέλεγχό του· — και το αποτέλεσμα ήταν ότι τινάχτηκε ασυγκράτητος επάνω, προφέροντας ταυτόχρονα εκείνο το επιφώνημα έκπληξης […] [5]

Η κατάσταση γίνεται ακόμη πιο κωμική όταν όλοι υποψιάζονται πως δεν επρόκειτο περί ατυχήματος, αλλά ότι το έκανε επίτηδες ο Γιόρικ, εξαιτίας θεολογικών διαφωνιών με τον Γαμίκουλους, οι οποίες διαφωνίες μάλιστα είχαν να κάνουν ακριβώς με τα γεννητικά όργανα και τις σεξουαλικές συνήθειες:

Ήταν πασίγνωστο ότι ο Γιόρικ δεν έτρεφε καμία εκτίμηση για την πραγματεία που είχε συγγράψει ο Γαμίκουλους De concubinis retinendis, διότι φοβόταν ότι είχε βλάψει τον κόσμο — και δε χρειάστηκε κόπος για ν’ ανακαλυφθεί ότι υπήρχε ένα απόκρυφο νόημα στη φάρσα του Γιόρικ— διότι το να ρίξει το καυτό κάστανο στα ************ του Γαμίκουλους ήταν ένας σαρκαστικός υπαινιγμός για το βιβλίο του — οι δοξασίες του οποίου, όπως λεγόταν, είχαν τσουρουφλίσει πολλούς τίμιους ανθρώπους στο ίδιο σημείο. [6]

tris2Ο Γαμίκουλους έχει συγγράψει ένα βιβλίο με τίτλο De concubinis retinendis, δηλαδή Σχετικά με τη συντήρηση παλλακίδων. Ο Γιόρικ διαφωνεί με όσα υποστηρίζει εκεί ο Γαμίκουλους και θεωρεί το βιβλίο προτροπή στη διαφθορά. Έτσι, όλοι υποπτεύονται ότι ρίχνει επίτηδες το κάστανο στα γεννητικά όργανα του Γαμίκουλους, για να στιγματίσει τη σεξουαλική ελευθεριότητά του.

Και η φάρσα κορυφώνεται όταν ο παθών ζητά συμβουλές από την ομήγυρη σχετικά με τη θεραπεία του εγκαύματος. Ο Ευγένιος του προτείνει έναν αρκετά παράδοξο και πρωτότυπο τρόπο ίασης:

θα σας συμβούλευα, Γαμίκουλους, να μην το πειράξετε καθόλου· απλώς στείλτε κάποιον στον πιο κοντινό τυπογράφο και εμπιστευθείτε τη θεραπεία σας σε κάτι τόσο απλό όσο ένα μαλακό, φρεσκοτυπωμένο φύλλο χαρτιού — δε χρειάζεται παρά να το τυλίξετε γύρω του — Το υγρό χαρτί, είπε ο Γιόρικ (που καθόταν δίπλα στο φίλο του τον Ευγένιο), μολονότι ξέρω ότι είναι δροσερό κι ανακουφιστικό — ωστόσο πιστεύω ότι είναι απλώς το έκδοχο — κι ότι το πραγματικό φάρμακο είναι το λάδι και το φούμο με τα οποία είναι ποτισμένο το χαρτί — Σωστά, είπε ο Ευγένιος, κι όταν πρόκειται για εξωτερική χρήση, — τολμώ να πω ότι είναι η πιο ανώδυνη και ασφαλής. […] αν τα στοιχεία είναι πολύ μικρά (όπως πρέπει), τα θεραπευτικά σωματίδια, που έρχονται σ’ επαφή με το τραυματισμένο μέλος, έχουν την ευεργετική δυνατότητα ν’ απλωθούν τόσο λεπτά και με τόση μαθηματική ισομέρεια […], που καμιά τέχνη ή επιδεξιότητα στη σπάτουλα δε θα μπορούσε να επιτύχει. Για καλή μου τύχη, είπε ο Γαμίκουλους, αυτή τη στιγμή η δεύτερη έκδοση της πραγματείας μου De concubinis retinendisβρίσκεται στο τυπογραφείο —Μπορείτε να πάρετε οποιοδήποτε φύλλο της, είπε ο Ευγένιος [7]

Η επίθεση του Στερν στο βιβλίο του Γαμίκουλους και στην επηρμένη γνώσηφτάνει στο αποκορύφωμά της: κάποιες φορές η μόνη θέση στην οποία μπορούν να τοποθετηθούν τα βιβλία είναι στα γεννητικά όργανα και η μόνη χρήση τους η ανακούφιση του πόνου στην οσχεϊκή περιοχή.

Να σημειώσουμε εδώ ότι η Έφη Καλλιφατίδη έχει μεταφράσει πολύ εύστοχα το όνομα του πρωταγωνιστή του επεισοδίου Γαμίκουλους. Στο πρωτότυπο λέγεται Phutatorius. Ο συγγραφέας έχει μασκαρέψει την ετυμολογία του ονόματος, που προέρχεται από το λατινικό fututio, δηλαδή συνουσία, γαμήσι. Όλο το επεισόδιο είναι δομημένο γύρω από το σεξουαλικό υπονοούμενο του ονόματος του Γαμίκουλους. Το κάστανο που του καίει τα γεννητικά όργανα, η κωμική απόδοση της ευθύνης από τον συγγραφέα στη Θεία Πρόνοια, που τιμωρεί με αυτό τον τρόπο τη σεξουαλική ελευθεριότητα του Γαμίκουλους, το βιβλίο του περί των παλλακίδων, η αστεία συζήτηση για τη θεραπεία του καψίματος κ.λπ.

Πώς συνδέεται όμως η γελοία νομική συζήτηση για τη συγγένεια μητέρας και παιδιού με το κωμικό πάθημα του Γαμίκουλους και με την αστεία ιατρική αντιμετώπιση του εγκαύματος στα γεννητικά του όργανα; Ο ίδιος ο Στερν φροντίζει να μας υποδείξει σε διάφορα σημεία του κειμένου του τη σύνδεσή τους. Ιδιαίτερα αποκαλυπτικό για τις προθέσεις του συγγραφέα είναι το κλείσιμο του επεισοδίου:

— Let the learned say what they will, there must certainly, quoth my uncle Toby, have been some sort of consanguinity betwixt the duchess of Suffolk and her son — The vulgar are of the same opinion, quoth Yorick, to this hour. [8]

— Ό,τι κι αν λένε οι σοφοί, είπε ο θείος μου Τόμπι, σίγουρα θα πρέπει να υπήρξε κάποια συγγένεια εξ αίματος ανάμεσα στη Δούκισσα του Σάφολκ και το γιο της — Αυτή είναι η γνώμη των ταπεινών, είπε ο Γιόρικ, μέχρι σήμερα. [9]

Ο εύθυμος ιερέας Γιόρικ, [10] και με τα χείλη του ο ίδιος ο Στερν, αντιπαραθέτει στην αλαζονεία και την ανοησία των πεπαιδευμένων (learned) την ταπεινότητα και τη σύνεση των απλών (vulgar). Τη λέξη vulgar έχει χρησιμοποιήσει προηγουμένως και ο Φιλόκωλος, όταν αναφέρθηκε στο «stream of vulgar ideas». Σε αντίθεση με το χυδαίο όχλο, που δε γνωρίζει την αλήθεια και τις λεπτές διακρίσεις της νομικής επιστήμης, υποστηρίζει ο Φιλόκωλος, το σωστό είναι πως «η μητέρα δεν είναι συγγενής του παιδιού της». Αντίθετα, ο Γιόρικ υπονοεί μειλίχια πως ακριβώς οι ταπεινοί, οι vulgar, είναι εκείνοι που καταλαβαίνουν με απλό τρόπο την αλήθεια, ενώ οι σοφοί, οι learned, τη διαστρεβλώνουν με ρητορικά τεχνάσματα για να δικαιολογήσουν τη βία της εξουσίας τους και τη διαφθορά τους.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΠΙΝΑΚΟΥΛΑΣ

~ . ~

Σ η μ ε ι ώ σ ε ι ς
[1] Laurence Sterne, The Life and Opinions of Tristram Shandy, Gentleman, τόμ.4, R. and J. Dodsley, Λονδίνο 1761, σελ.192-194.
[2] Laurence Sterne, Η ζωή και οι απόψεις του Τρίστραμ Σάντι, κυρίου από σόι, εισ.-μτφρ.-σημ. Έφη Καλλιφατίδη, Gutenberg, Αθήνα 1992, σελ. 370-371.
[3] Βλ. Henry Swinburne, A Treatise of Testaments and Last Wills, εκδ. George Sawbridge, Thomas Roycroft and William Rawlins, Λονδίνο1677, σελ.398 εξ.
[4] Η ζωή και οι απόψεις του Τρίστραμ Σάντι, ό.π., σελ. 361.
[5] Ό.π., σελ. 362-363.
[6]Ό.π.,σελ. 365.
[7]Ό.π., σελ. 367-368.
[8] The Life and Opinions of Tristram Shandy, ό.π., σελ. 201.
[9] Η ζωή και οι απόψεις του Τρίστραμ Σάντι, ό.π., σελ. 374.
[10] Το όνομα του Γιόρικ, του πραγματικού πρωταγωνιστή του μυθιστορήματος, προέρχεται βέβαια από τον Σαίξπηρ. Έτσι ονομάζεται ο νεκρός γελωτοποιός στον Άμλετ. Και όπως ακριβώς ο Γιόρικ του Σαίξπηρ, σημειώνει ο Στερν, έτσι και τούτος ήταν «a man of jest» («άνθρωπος των καλαμπουριών»).

tris3.jpg

Για τον Ααρών Μνησιβιάδη

~.~
της ΣΟΦΙΑΣ ΚΟΛΟΤΟΥΡΟΥ
~.~

Τον Ααρών Μνησιβιάδη τον γνωρίζω επί επτά χρόνια και επί σχεδόν 25 ποιήματα. Τόσα μπόρεσα να συγκεντρώσω, από σκόρπιες αναφορές εδώ κι εκεί. Η έκφραση «τον γνωρίζω» στην περίπτωσή του είναι αρκετά καταχρηστική, κι ας έχω μελετήσει μανιωδώς όσα έχει γράψει, κι ας ευτυχήσαμε να βγάλουμε μέχρι και βιβλίο μαζί. Πρόκειται για την Τρίλιζα, ένα μικρό βιβλιαράκι εκτός εμπορίου σήμερα, που εκδόθηκε το 2012 και περιείχε τρία ποιήματα από τρεις ποιητές: δικά μου, του Θάνου Γιαννούδη και του Ααρών Μνησιβιάδη.

Αυτά τα τρία ποιήματα είναι και τα μόνα δημοσιευμένα μέχρι σήμερα σε έντυπο υλικό. Άλλα είκοσι περίπου βρίσκουμε συγκεντρωμένα στο διαδικτυακό του μπλογκ – ένα μπλογκ που εμείς οι φίλοι του τον πιέσαμε να κάνει και που σπάνια το ανανεώνει. Αλλά ποιος είναι ο Ααρών Μνησιβιάδης, και γιατί η ποίηση αυτού του τόσο ολιγογράφου, που αποφεύγει τη δημοσιότητα και την προβολή, μας αγγίζει τόσο βαθιά, που κυνηγάμε μετά μανίας αυτά που γράφει, που του ανταπαντάμε, που στήνουμε μαζί του ποιητικά παιχνίδια στην μπλογκόσφαιρα;

Κατ’ αρχάς ο Μνησιβιάδης δεν είναι ένας μονάχα. Είναι ένας ολόκληρος κόσμος, συμπαγής και στέρεος όσο τα λιγοστά δείγματα της ποίησης που μας έχει δώσει. Αλλιώς, με τα δικά του λόγια, αφιερωμένα βέβαια σε βασιλείς: «Ἐσεῖς, καὶ μόνο ἐσεῖς, ἀδιαπέραστοι / πιὸ συμπαγεῖς ἀπ’ ὅσο τὸ ἀτσάλι / τῆς νύχτας ἡγεμόνες ἀξιέραστοι / τῆς μέρας στρατηλάτες πιὸ μεγάλοι» (Δοξάζω τ’ όνομά σας Υψηλότατοι).

Μα τι σχέση έχει με τους βασιλείς κάποιος που οι μόνες πληροφορίες που έχουμε γι αυτόν (από το βιογραφικό του στην Τρίλιζα) είναι ότι : «γεννήθηκε το 1984 στη Θεσσαλονίκη, όπου και ζει. Σπούδασε νομικά». Τελεία. Πρόκειται, άραγε για έναν δικηγόρο, που περιπλανιέται τις νύχτες στα βασίλεια της φαντασίας και της ποίησης; Σήμερα μπορώ να απαντήσω με βεβαιότητα πως πρόκειται για κάποιον που ονειροπολεί και τις ημέρες. Δεν ονειροπολεί απλώς, ζει μέσα στο όνειρο. Δεν γράφει για αυτά που σκέφτεται ή φαντάζεται, αλλά για όσα ζει. Το επάγγελμά του: Ιππότης.

«Ήταν Ιππότης / κάτι έπρεπε να ’ναι…» , όπως έλεγε κι ένας, μάλλον ξεχασμένος σήμερα ποιητής του μεσοπολέμου, ο Μίνος Ζώτος. Κι αυτό το ποίημά του, με άψογο μέτρο και ομοιοκαταληξία, είναι σαν να περιγράφει πρωθύστερα τον Μνησιβιάδη. Έναν ποιητή που αγαπά το παραδοσιακό μέτρο γραφής, και χρησιμοποιεί τα σονέτα, τις μπαλάντες, τα τετράστιχα και τα οκτάστιχα, ακόμα και την λησμονημένη σεστίνα, για να γράψει.

Ιππότης, γεννημένος και μεγαλωμένος κάτω από τα κάστρα της Θεσσαλονίκης, ζει σε όλους τους τόπους και τις εποχές, αλλά πιο πολύ στον αγαπημένο του Μεσαίωνα. Έναν Μεσαίωνα αλλιώτικο από αυτόν που έχουμε κατά νου. Έναν Μεσαίωνα φωτεινό, όπου δεν συνέβη ποτέ το σχίσμα, όπου η βασιλεύουσα Πόλη απλώνεται κραταιά σε όλη την Ευρώπη. Έναν Μεσαίωνα όπου εκείνος –ιππότης και φεουδάρχης συνάμα– υμνεί τους βασιλείς του και υπόσχεται αιώνια αφοσίωση. «Στ’ ἀπέραντα ποὺ ἱδρύσατε βασίλεια / ὑπάκοος ὑπήκοος γιὰ πάντα / θὰ εὐφραίνωμαι μονάχα μὲ κειμήλια / τὰ πρότερα θυμούμενος συμβάντα» (Δοξάζω τ’ όνομά σας Υψηλότατοι).

Έναν Μεσαίωνα με ηγεμόνες, βασίλεια, τάξεις υπηκόων που όμως ζουν αρμονικά και με εμπιστοσύνη στο πρόσωπο του ηγεμόνα. Με πίστη στη γήινη και την ουράνια βασιλεία. Η πίστη, ως ένα βαθύ θρησκευτικό συναίσθημα πηγάζει αβίαστα από τον Μνησιβιάδη: «Ψηλὰ περνοῦσαν τῶν ἀγγέλωνοἱ οὐλαμοὶ / κι ἦταν τὰ πάντα ἀπὸ ἥλιο καμωμένα / μ’ ὅλο τὸν χρόνο σ’ ἕνα βλέμμα νὰ ἐκκρεμῇ / ἡ μέρα ἐκείνη ἀποφθεγγόταν πεπρωμένα» (Δευτέρα απουσία). Ομοίως και στο «Κάποιου ἀγγέλου τὰ φτερὰ θά ’χες ἀκούσει / κι οἱ ἦχοι μου στοιβάχτηκαν βουβοὶ ἐκτός σου / σὰν μιὰ ὁμίχλη συμπαγής, σὰν ἕνα ποῦσι / ποὺ θάμπωνε δυσοίωνα τὸ ἄσπρο φῶς σου» (Απόφασις).

Ο Μνησιβιάδης περιδιαβαίνει με άνεση το φράγμα του ιστορικού χρόνου, καθώς και του υλικού και του επουράνιου κόσμου. Με την ίδια άνεση και τηρώντας το πολυτονικό σύστημα χρησιμοποιεί λέξεις από την ελληνική γλώσσα σε όλο το ιστορικό της φάσμα. Τόσο από την σύγχρονη όσο και από την αρχαία, όσο και από την καθαρεύουσα και από τα πατερικά κείμενα. Στη «Νέκυια», ποίημα που αγαπώ ιδιαίτερα αφού μου το έχει αφιερώσει, συνομιλεί και ακόμα και με τους νεκρούς: «Νεκροί, τῆς μέλλουσας ζωῆς ἐγγύησι, / καὶ ἅγιοι πατέρων ἀνδριάντες, / ἐγείρω ἀπ’τοὺς τάφους σας τὴν ποίησι, / σωρεύω τὰ συντρίμμια σὲ μπαλλάντες».

Όσο στέρεος όμως και συμπαγής κι αν είναι ο κόσμος που προσπαθεί να χτίσει, τόσο διαλύεται εκ θεμελίων από τη σκληρή πραγματικότητα, την οποία δεν θέλει αλλά αναγκάζεται κάποιες φορές να αντικρύσει: «ὁ κόσμος σαραβάλιασε, νταλίκες / θὰ ἔρθουν τὸ πρωὶ νὰ τὸν φορτώσουνε, / ὁ κόσμος ποὺ ἀνῆκα καὶ ἀνῆκες / πρὶν ἄλλον μὲ ἐγκύκλιο ἐκδώσουνε / καὶ στείλουνε τὸνπρῶτο στὶς ἀντίκες» (Νέκυια).

Το ίδιο συναίσθημα διάλυσης και αποσύνθεσης παρατηρούμε και στο Σάββατο: «Πλατφόρμες, γερανοί, ἀλυσοπρίονα· / ξεστήνουνε τῆς νύχτας τὴν ἐξέδρα, / τὸν χρόνο αἰωρούμενη δυσοίωνα / μετρᾷ σὰν ἐκκρεμὲς ξανὰ ἡ Φαίδρα».

Είναι άραγε μια γενικότερη κατάρρευση του κόσμου, όπως την περιγράφει για μια ακόμα φορά στο: «Ὅλα μετριοῦνται καὶ μετροῦνε ποσοστά: / μήκη καὶ πλάτη, βάθη, σκόρ, αἰῶνες, χρέη, / κάτι ψιλὰ καὶ κάτι ῥέστα ποὺ χρωστᾷ / ἕναςἸούλιος ποὺ ἀκόμη καταρρέει…» (Σεπτέμβριος 2015 μ.Χ.) ή μήπως μια προσωπική αίσθηση ήττας ενός βαθιά ρομαντικού ποιητή, που δεν μπορεί να αντέξει τον πραγματικό κόσμο γύρω του, και δραπετεύει στην ασφάλεια άλλων κόσμων μέσα από την θρησκεία, την ιστορία και τα βιβλία του;

Είναι, ακόμα περισσότερο, ένα αφόρητο βάρος της ύπαρξης, μιας ύπαρξης που φέρει το προπατορικό αμάρτημα και αισθάνεται την έκπτωση από τον Παράδεισο; Αν έπρεπε να διαλέξω ένα μονάχα στίχο του για να περιγράψω τον Μνησιβιάδη, θα ξεκινούσα από το «ὅμως ἐμένα μ’ ἀποκήρυξαν τὰ φῶτα».

Ὅμως ἐμένα μ’ ἀποκήρυξαν τὰ φῶτα
κι ἔμεινα ἐγκάθειρκτος νὰ θέλω τὴν ἁγνὴ
μορφή σου ποὺ ἕνωνε τυχαῖα γεγονότα
μέσα σὲ σήραγγες κι ὑπόγεια ἀχανῆ,
ἐκεῖ ποὺ μύριζαν τοῦ θάνατου τὰ χνῶτα…

Δευτέρα Απουσία

Πράγματι, αυτή η αντίθεση ανάμεσα στο φως της ύπαρξης, κι ακόμα πιο πριν, στο επουράνιο φως, και στο σκοτάδι που βιώνει ο εκπεπτωκός άνθρωπος, αυτή η αντίθεση βιώνεται έντονα από τον Μνησιβιάδη, όπως και από κάθε ποιητή με έντονο το θρησκευτικό συναίσθημα. Ο Μνησιβιάδης, αίφνης γίνεται πιο γήινος και πιο προσιτός, όταν μοιράζεται μαζί μας τον πόνο της θνητής και αμαρτωλής ύπαρξης.

Στο αυτοβιογραφικό «Γενέθλια 2011″, η αγωνία του κορυφώνεται: «ἀκοῦστε τὴν εὐχὴ ποὺ ἕνας τρελὸς / καὶ πρόβατο μονάχο, ἀπολωλός, / σὰν δέησι ἀναπέμπει φευγαλέα: / νὰ μείνῃ αἰωνίως σιωπηλὸς / ἀπόψε, στοῦ Ὀκτώβρη τὶς ἐννέα».

Τι παράδοξο, ένας ποιητής που κραυγάζει μέσα από την ποίησή του, να εύχεται «να μείνει αιωνίως σιωπηλός». Πρόκειται για τη Νοσταλγία των Ουρανών του Καρυωτάκη; Η για κάτι ακόμα πιο σκοτεινό; «Τον Άδη, νοσταλγός αναγνωρίζω…» του ανταπάντησα σε κάποιο από τα πολυάριθμα ανταπαντητικά μου ποιήματα.

Πιστεύω το δεύτερο. Ο Μνησιβιάδης, αν και προσφεύγει στους ουρανούς, αν και ονειρεύεται και χτίζει κόσμους γύρω του, αν και περιπλανιέται στον ιστορικό χρόνο, αν και έχει βαθιά μέσα του το θρησκευτικό συναίσθημα, εν τούτοις δεν φαίνεται να ελπίζει και να προσδοκά Παραδείσους. Βαθιά πεπεισμένος πως στο τέλος αυτής της ζωής προσμένει μονάχα ο Άδης, προσπαθεί και χτίζει τον παράδεισό του εδώ και τώρα, όσο μπορεί πιο ακέραιο. «Ἐδῶ λοιπόν, ἀλλοῦ ποῦ θὰ κατέληγα; / Ἐδῶ ἐναποθέτω κάθε μέλλον· / πετοῦνε, φτερουγίζουν ἑξαπτέρυγα/ τριγύρω μου, σὲ τάγματα ἀρχαγέλλων» (Λευκονόη). Ο Μνησιβιάδης φωνάζει με όλους τους τρόπους τα θέλω του: « Ὅ,τι θελήσαμε: τὸ Ἀναλλοίωτο, / τὸ Ἕνα αὐτοπροσώπως καὶ τὸ ἐν γένει, / αὐτὸ τὸ κι ἀπ’ τὴν Ἱστορία ἀδῄωτο, / μιὰ ἀρχὴ στὸ τέλος της Ἀρχὴ νὰ μένῃ …» ( Ό,τι θελήσαμε).

Κι έρχεται πάλι εδώ η φωνή του Μίνου Ζώτου, κοντά εκατό χρόνια πριν, να μας τον περιγράψει, σαν να συνομιλούν οι δυο τους προσωπικά: «Κάτι ζητούσε μέσα του η ψυχή του, / κι αν άσκοπα τον κόσμο ετριγυρνούσε, / ο πόθος του τον κόσμο ξεπερνούσε / πλατύτερος, να πάει στον ουρανό». Θα μπορέσει να βρει τον κόσμο που αναζητεί ο Μνησιβιάδης; Ο ίδιος έχει απαντήσει και σ’ αυτό το ερώτημα, καταλαβαίνοντας και μόνος του πως αυτά που ψάχνει είναι ουτοπικά, και ακριβώς αυτή η επίγνωση υπογραμμίζει την τραγικότητα της ποίησης που εν συνόλω –αν και με μόλις 25 ποιήματα–, ήδη μας παραδίδει :

Τὸ ἐντὸς τοῦ χρόνου ἄχρονο στὸ σήμερα,
μία ἀφήγησι συνισταμένη∙
ὅ,τι θελήσαμε ἐξ ἀρχῆς μιὰ χίμαιρα:
τὸ ἀβέβαιο ποὺ βέβαιο προβαίνει…

ΣΟΦΙΑ ΚΟΛΟΤΟΥΡΟΥ

***