ΝΠ | Βιογραφήματα

Παναγιώτης Κονδύλης, Βιογραφικά στοιχεία και πνευματικοί προσανατολισμοί

*

Το εργοβιογραφικό «Υπόμνημα» που ακολουθεί υποβλήθηκε από τον Παναγιώτη Κονδύλη στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών τον Μάιο του 1980. Ως γνωστόν, η υποψηφιότητά του για καθηγητική έδρα απερρίφθη από τη Σχολή και ο Κονδύλης έκτοτε, παρά τις επανειλημμένες προτάσεις που δέχτηκε κατά καιρούς από Πανεπιστήμια της Ελλάδας και της Γερμανίας, απέρριψε διαρρήδην κάθε ιδέα να ακολουθήσει πανεπιστημιακή σταδιοδρομία. Το «Υπόμνημα» αναδημοσιεύεται εδώ με την ευκαιρία της πρόσφατης συμπλήρωσης 82 ετών από τη γέννηση του μεγάλου Έλληνα στοχαστή (Αρχ. Ολυμπία, 17 Αυγούστου 1943 – Αθήνα, 11 Ιουλίου 1998).

///

Βιογραφικά στοιχεία και πνευματικοί προσανατολισμοί

Γεννήθηκα στις 17 Αυγούστου 1943 στην Αρχαία Ολυμπία Ηλείας. Η οικογένειά μου μετοίκησε το 1949 στη Νέα Ερυθραία Αττικής, όπου άρχισα και ετελείωσα το Δημοτικό Σχολείο. Από το 1955 έως το 1961 μαθήτευσα στο Γυμνάσιο Κηφισιάς. Από τα πρώτα γυμνασιακά μου χρόνια προσπάθησα να συνδυάσω τις υποχρεωτικές μου μαθητικές ένασχολήσεις με την συστηματική εκμάθηση ξένων γλωσσών καθώς και με ελεύθερη μελέτη, που περιλάμβανε όχι μόνο κείμενα της νεοελληνικής και ευρωπαϊκής λογοτεχνίας, αλλά και έργα ιστορικού και φιλοσοφικού περιεχομένου. Η ιδιαίτερη κλίση μου προς τα αρχαία ελληνικά με οδήγησε, μέσα από την ίδια την μελέτη της γλώσσας, σε μια πρώτη ανακάλυψη του πνευματικού κόσμου των προσωκρατικών, του Πλάτωνα και του Θουκυδίδη, η οποία άφησε ίχνη αρκετά ισχυρά, ώστε να διαγράψουν την πορεία μελλοντικών προβληματισμών μου.

Μετά την αποφοίτησή μου από το Γυμνάσιο έδωσα εξετάσεις στη Νομική Σχολή Αθηνών, επιτυγχάνοντας μεταξύ των πρώτων. Σύντομα διαπίστωσα, ότι οι νομικές σπουδές δεν ικανοποιούσαν τα βαθύτερα ενδιαφέροντά μου, και έτσι τις διέκοψα μετά ένα, μόλις, χρόνο, για να δώσω –το 1963– εισαγωγικές εξετάσεις στην Φιλοσοφική Σχολή Αθηνών. Πέτυχα πρώτος μεταξύ τεσσάρων χιλιάδων υποψηφίων και παρέμεινα υπότροφος του ΙΚΥ κατά την διάρκεια των σπουδών μου. Υπήρξα τακτικός ακροατής των παραδόσεων των καθηγητών κ.κ. (κατ’ αλφαβητική σειρά) Βουρβέρη, Ζακυθηνού, Ζώρα, Θεοδωρακοπούλου, Κορρέ, Κουρμούλη, Λουϊζίδη, Μαρινάτου, Σπετσιέρη. Ο τότε καθηγητής της Βυζαντινής Φιλολογίας κ. Τωμαδάκης μου έκαμε την τιμή να με προσλάβη ως (άμισθο) βοηθό του, και η σχετικά ολιγόχρονη, αλλά έντονη επίδοσή μου στην μελέτη μεσαιωνικών κειμένων μου προσεπόρισε ένα μόνιμο πνευματικό κέρδος, και μάλιστα υπό διπλή έννοια: με βοήθησε να δω την γέφυρα, που συνδέει τον Όμηρο και τον Αισχύλο με τον Παλαμά και τον Ελύτη, και να συλλάβω, έτσι, την θεμελιώδη ενότητα της ελληνικής γλώσσας καθώς και τον έντονο δυναμισμό, ο οποίος απορρέει από την ενότητα αυτή, γεννώντας αδιάκοπα λογοτεχνία υψηλής στάθμης· και οι διαπιστώσεις αυτές μου έδειξαν, με την σειρά τους, την πνευματική στειρότητα κάθε μορφής γλωσσικής μισαλλοδοξίας. (περισσότερα…)

«Παναγούδα: θαυμάσια τοποθεσία για τη σκήτη μας»

*

του ΚΩΣΤΑ ΧΑΤΖΩΑΝΤΩΝΙΟΥ

Στις 28 Νοεμβρίου 1914 ο Νίκος Καζαντζάκης και ο Άγγελος Σικελιανός μετρούσαν ήδη δέκα μέρες στο Άγιον Όρος. Το προσκύνημα και η αναζήτηση ενός λυτρωτικού δρόμου που από καιρό η ψυχή τους ζητούσε (αξεδίψαστη από τη δόξα που είχαν προαναγγείλει ο Όφις και το κρίνο ή ο Αλαφροΐσκιωτος), τους είχε φέρει μάλλον απροσδόκητα εδώ. Τρεις μόλις ημέρες μετά την συγκλονιστική και για τους δυο γνωριμία τους στην Αθήνα, στις 12 Νοεμβρίου 1914, όπου ευθύς αναγνωρίστηκαν ως αδελφοί, σε μιαν εποχή που ένας ολόκληρος κόσμος γκρεμιζόταν (θυμίζω πως το φθινόπωρο εκείνο η Ευρώπη βυθιζόταν στο τέλμα ενός χωρίς προηγούμενο πολέμου), ένα λεύκωμα που τυχαία τράβηξε ο Καζαντζάκης από τη βιβλιοθήκη του Σικελιανού (αν πιστέψουμε τη μυθοποιημένη εκδοχή για την απόφαση του ταξιδιού, όπως στην «Αναφορά στον Γκρέκο» διαβάζουμε), τους είχε φέρει στο περιβόλι της Παναγιάς. Από τις 18 Νοεμβρίου που πήραν το καραβάκι για το Όρος (μετά από ένα τριήμερο στη Θεσσαλονίκη) ως τις 28 οι δύο νέοι φίλοι είχαν ήδη επισκεφθεί τις μονές Ιβήρων, Σταυρονικήτα και Παντοκράτορος.

Ξεκινώντας το πρωί της 28ης Νοεμβρίου από τη μονή Παντοκράτορος για να πάνε στην παρακείμενη (ρωσική τότε) σκήτη του Προφήτη Ηλία, το μονοπάτι τούς βγάζει στην Παναγούδα, στη δασώδη ασκητική περιοχή της Καψάλας, σε ένα ρημαγμένο κάθισμα της οποίας, πολλά χρόνια αργότερα (το 1979) επρόκειτο να εγκατασταθεί ο όσιος Παΐσιος. Η καταγραφή του Νίκου Καζαντζάκη (ο τίτλος που ήδη διαβάσατε) για εκείνη τη μέρα φαίνεται πως είναι μεταγενέστερη, γράφτηκε μάλλον όταν κοίταξε μετά από δεκαετίες ξανά το ημερολόγιό του, πάντως είναι πολύ πριν η εξηρτημένη από τη μονή Κουτλουμουσίου Παναγούδα πάρει την κατοπινή της δόξα εξαιτίας της παρουσίας του Παϊσίου. Σε μια απόληξη λοφίσκου, μέσα σε πυκνή βλάστηση, στον δρόμο από τις Καρυές προς την Ιβήρων, με το παλαιό εκκλησάκι του Γενέσιου της Θεοτόκου (εξ ου Παναγούδα), στη νοτιοανατολική γωνιά της καλύβης και μια πόρτα να βγάζει στην απλωταριά και τη μαγική θέα προς τις Καρυές, ήταν όντως «θαυμάσια τοποθεσία για τη Σκήτη» τους.

Δεν είναι αυτή η πρώτη ή η μόνη αναφορά του Καζαντζάκη στη φιλοδοξία για μια σκήτη. Από την πρώτη μέρα που βρέθηκαν στο Όρος, στις 19 Νοεμβρίου, στον δρόμο από τις Καρυές για τη μονή Ιβήρων, θαυμάζοντας το περιβάλλον, συνεπαρμένοι από το τοπίο αλλά και την ενδιάθετη μεταφυσική ροπή τους (που ξεκινά από την ασκητική αφοσίωση και φτάνει ως την επιθυμία για… ίδρυση θρησκείας), οι δύο φίλοι συζητούν την ιδέα της οργάνωσης μιας σκήτης. Την ιδέα την καταγράφει ο Καζαντζάκης για πρώτη φορά στην ημερολογιακή σημείωση εκείνης της ημέρας («Σκέψεις να χτίσομε μια σκήτη»), πριν προσθέσει λίγο παρακάτω: «Πρέπει να πάρομε μίαν απόφαση ριζική στη Μοίρα μας». Όταν βρεθούν δυο μέρες μετά στη μονή Σταυρονικήτα, βλέποντας το κοιμητήρι της μονής, ο Καζαντζάκης σημειώνει και πάλι: «Θαυμάσιο υπόδειγμα για τη σκήτη μου». Το αντίκρισμα της Παναγούδας είναι λοιπόν η τρίτη αναφορά για τη σκήτη. Και η τελευταία. Στις 29 Νοεμβρίου, το βράδυ, πριν κοιμηθούν στη μονή Καρακάλλου, συζητούν πλέον για κάτι πολύ σοβαρότερο: «για την ουσία της υπέρτατης επιθυμίας μας – να δημιουργήσουμε μια θρησκεία». Μια σκήτη φαντάζει πια χαμηλός στόχος. (περισσότερα…)

Μηδέν στα Θρησκευτικά

*

Όταν διάβαζες στα παιδιά το παραμύθι του Ευγένιου Τριβιζά Ποιος έκανε πιπί στον Μισισιπή;, το μικρό παπί, μετά από την έρευνα του καπετάνιου, ομολογούσε: «Eγώ είμαι ο ένοχος, εγώ έκανα πιπί στη μέση του Μισισιπή». Και τα παιδιά χαιρόντουσαν στην επανάληψη και την έμφαση της φωνής σου. Μήπως αυτή η έμφαση έκρυβε άλλες πρότερες ενοχές δικές σου;

Κοιτάς τη φωτογραφία της τάξης μας που έστειλε ο παλιός συμμαθητής, ο Αιμίλιος. Πρέπει να ήταν στην Γ΄ ή την Δ΄ Δημοτικού, στου ’70 τις εποχές. Διάλειμμα. Η κόλαση είναι συνήθως οι άλλοι. Εκείνοι, οι εξυπνότεροι συμμαθητές σε έβαλαν στα αίματα. Ή μήπως ήταν και το ορμέμφυτο του φύλου; Όπως είναι στις γάτες να κυνηγούν ό,τι τρέχει και ό,τι πετά. Έγινε «κόλαση» στο διάλειμμα με τα κορίτσια. Κι εσύ, έπρεπε κάτι στους άλλους ν’ αποδείξεις; Ή όσο εκείνες γελούσαν και χαριεντίζονταν, το πήρες για παρορμητικό παιχνίδι; Μια προεφηβεία να ζητάει το έτερον άγνωστο. Ένας ήλιος λαμπρός να τυφλώνει εκείνη την άνοιξη.

Τελειώνει το διάλειμμα, μπαίνουμε στην τάξη. Πετάγονται χωρίς να χάσουν ευκαιρία τα κορίτσια: «Κυρία, κυρία, ο Τ. στο διάλειμμα μας σήκωνε τις ποδιές». Σε καλεί η δασκάλα μας, η κυρία Κατίνα, ν’ ανεβείς στο «υπερώον», την ξύλινη υπερυψωμένη βαθμίδα για να φθάνουμε τον πίνακα. Και ζητά εξηγήσεις. Κι εσύ, κατακόκκινος και απορών για την πράξη, ομολόγησες: «Εγώ, εγώ το άθλιο, εγώ το τόλμησα, εγώ». Ο πέλεκυς της τιμωρίας ήρθε πάραυτα: «Μηδέν στα Θρησκευτικά». Ένοχος από την Δ’ Δημοτικού και μετέπειτα. Κι αν είδες κάτω ικανοποιημένες φατσούλες, σου φάνηκε ταυτόχρονα ότι διέκρινες μια κάποια αμφιβολία πίσω από ματάκια παιχνιδιάρικα. Όμως ο χρόνος κάνει τα κέφια του και η μνήμη είναι γελάστρα. Ξεκινούσε μια εποχή εσωτερικής αιμορραγίας, μ’ έναν ήλιο-μεταίχμιο, εκλειπτικό. Μια ενδέκατη εντολή σκοτείνιαζε τον ουρανό. Ελλάς Ελλήνων Χριστιανών. (περισσότερα…)

Κυριακή του Παραλύτου ή Κυριακή του Ασώτου; Πότε γεννήθηκε;

*

του ΤΑΚΗ ΓΕΡΑΡΔΗ

Όταν δεν υπάρχουν συγγενείς πρώτου βαθμού ή ενεργοί διαχειριστές των πνευματικών δικαιωμάτων, η διαχείριση των βιογραφικών στοιχείων καθίσταται ευάλωτη σε ανακρίβειες, λάθη και αυθαιρεσίες. Η περίπτωση της ημερομηνίας γέννησης του Μένη Κουμανταρέα θεωρώ πως εντάσσεται σε αυτό το πλαίσιο.

Ας σημειωθεί πως στο Google, αλλά και σε πλήθος διαδικτυακών πηγών –ελληνικών, αγγλικών και γαλλικών– καταγράφεται ως ημερομηνία γέννησης του Μένη Κουμανταρέα η 4η Ιανουαρίου 1931. Εγώ, όμως, και ο αδελφός μου Άρης, διατηρούμε ζωντανή τη μνήμη πως τα γενέθλια του μεγάλου συγγραφέα ήταν στις 17 Μαΐου – μια ημερομηνία που μας είχε αναφέρει ο ίδιος και που επιβεβαιώνεται, έστω σποραδικά, σε προσωπικά τεκμήρια και παραγνωρισμένες σημειώσεις καθώς και από αρχειακές αναφορές που δεν έχουν λάβει τη δέουσα προβολή. Το ζήτημα της γέννησης δεν είναι ποτέ απλώς ληξιαρχικό· ιδίως όταν προηγείται αοριστολογία.

Πώς όμως προέκυψε αυτή η ασυμφωνία; Πιθανότατα η πρώτη καταχώριση της λανθασμένης ημερομηνίας να έγινε από κάποια επιπόλαιη πηγή και στη συνέχεια αναπαράχθηκε μηχανικά – από ιστοσελίδα σε ιστοσελίδα, χωρίς να υποβληθεί σε έλεγχο. Σε έναν κόσμο όπου η πληροφορία διακινείται ταχύτατα και συχνά άκριτα και με βιαστικά copy paste, ένα μικρό λάθος μπορεί να παγιωθεί και να αλλοιώσει τη δημόσια εικόνα ενός σημαντικού προσώπου. Δεν πρόκειται για απλή φιλολογική λεπτομέρεια. Η ημερομηνία γέννησης έχει το δικό της ειδικό βάρος στο συνολικό αφήγημα της ζωής και της δημιουργίας του Κουμανταρέα. Μια τέτοια ανακρίβεια γεννά ερωτήματα για τη φύση των πηγών, την αξιοπιστία τους, αλλά και για την ευθύνη μας απέναντι στην πολιτισμική μας κληρονομιά. Συνέβαλε όμως και ο ίδιος σε αυτή την σύγχυση.

Θυμάμαι πολύ έντονα τον Μένη να αποφεύγει με βδελυγμία να αποκαλύψει την ακριβή ημερομηνία των γενεθλίων του. Αυτήν την πληροφορία την έμαθα μόνο όταν έγινε γνωστός ο θάνατός του. Όποτε τον ρωτούσα, απαντούσε με αόριστο, σιβυλλικό ύφος, κάποιες φορές με έναν αστεϊσμό, πάντα με μια δόση ναρκισσισμού, κι άλλαζε αμέσως θέμα. Σχεδόν σαράντα χρόνια που τον γνώριζα δεν θυμάμαι ούτε μία φορά να μας καλεί κάπου για να γιορτάσουμε τα γενέθλιά του. Από τότε υποπτευόμουν πως δεν ήθελε να μάθουμε πότε γεννήθηκε, γιατί δεν άντεχε την πιστοποίηση του γήρατος. Όπως και το όνομά του (Αριστομένης) δεν γιορτάζει ποτέ, έτσι κι εκείνος δεν είχε ποτέ γενέθλια και με αυτόν τον τρόπο ένιωθε πως ξεφεύγει από το χρόνο. (περισσότερα…)

Μάρκος

*

της ΔΗΜΗΤΡΑΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ

Τον περιμέναμε όλη μέρα ή μάλλον νύχτα και πάλι νύχτα. Στην ακτή έβλεπες μόνο τα κλεφτοφάναρα, να στέλνουν ξάγρυπνα φωτεινό σινιάλο προς τη θάλασσα. Μελετούσαν για λίγο τα κύματα, όπως το φως τρεμόπαιζε επάνω τους, σβήνοντας έπειτα στην άβυσσο, σαν μυστικό που δεν ειπώθηκε ποτέ. Έφευγαν πάλι και ξαναγύριζαν.

Πού να πήγαιναν;

Άλλοτε κρύβονταν μέσα στους βράχους, για να μη φαίνονται, τσάκιζε κιόλας την αυγή το κρύο. Τελικά το καΐκι έφτασε μια νύχτα σκοτεινή, σ’ ακτή που κανείς τους ως τότε δεν γνώριζε, γιατί ήτανε κατάξερη κι ως βάθος όλο βράχια. ΄Ενας τους έκανε με τα χέρια του χωνί και κάτι ψέλλισε στον άνεμο, περιμένοντας το παρασύνθημα.

Κι ως κεραυνός που σχίζει νέφαλα ακούστηκε και βρόντηξε στη γη μας τ’ όνομά του.

Τον πήραν στην αγκαλιά τους, για να μην πατήσει τα πόδια του μέσα στο νερό. Περπάτησαν για λίγο στα σκοτεινά, μα ο δρόμος ήταν ανηφορικός, κι ο ίδιος όσο που στεκότανε και τους έδινε την αίσθηση πως όπου να ’ναι θα σωριαστεί. Πιστεύοντας ακόμα πως δεν τον πρόδιδε η ώχρα του, ο άντρας έβγαλε το παγούρι του κι έδωσε και στους γύρω του, για να νιώσουν πώς είναι το νερό που ερχόταν απ’ τον τόπο του.

Όλοι το γεύτηκαν μεθυστικά, κι ας ήξεραν πως ποτέ κανείς από αυτό δεν μπορεί να ξεδιψάσει.

***

Ακουμπώντας τα πράγματα στο τραπέζι, που ήταν ήδη στρωμένο με το κεντητό τραπεζομάντηλο, τους χαιρέτησα. Ο κύρης μου με φώναξε, για να μου τους συστήσει. Όσα ονόματα μου έδωσαν δεν ήταν τα πραγματικά, μ’ όλο που εγώ δεν το ήξερα, κι ούτε που τα θυμάμαι τώρα.

Ο ένας ψηλός, γεροδεμένος άντρας, παλληκάρι. Ο δεύτερος γνωστός μας, χωριανός. Το τρίτο πρόσωπο καθόταν σιωπηλά σε μια καρέκλα, πιο πέρα απ’ το τραπέζι. (περισσότερα…)

1988: Εριβάν, Αρμενία

*

του ΜΑΝΩΛΗ ΜΠΟΥΖΑΚΗ

Μεσημέρι μιας ανοιξιάτικης Δευτέρας προσγειωθήκαμε στο Εριβάν. Αυτοκίνητο με οδηγό μάς περίμενε και οδηγηθήκαμε στο ξενοδοχείο μας. Είχα διαβάσει αρκετά για την ιστορία αυτού του πραγματικά κατατρεγμένου έθνους τους τελευταίους δυο-τρεις αιώνες. «Ψαρεύω» στο διαδίκτυο:

«Στις αρχές του 4ου αιώνα η Αρμενία έγινε το πρώτο κράτος στην ιστορία που υιοθέτησε τον χριστιανισμό ως επίσημη θρησκεία, ενώ χριστιανικές κοινότητες είχαν κάνει την εμφάνισή τους ήδη από το 40 μ.Χ. Υπήρχαν επίσης και παγανιστικές κοινότητες, όμως προσηλυτίστηκαν στον χριστιανισμό από τους πολυάριθμους ιεραπόστολους που έδρασαν στην Αρμενία. Ο Τιριδάτης Γ΄ έγινε ο πρώτος μονάρχης που εκχριστιάνισε επίσημα τους υπηκόους του, δέκα χρόνια πριν την παύση των διώξεων από τον Γαλέριο και τριάντα χρόνια πριν βαπτιστεί ο Μέγας Κωνσταντίνος.»

Ακολούθησαν κατακτήσεις από Πέρσες, Βυζαντινούς, Σελτζούκους Τούρκους, Μογγόλους, και πάλι Πέρσες, Ρώσους για να καταλήξουν στο τέλος υποτελείς στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Σκληρά χρόνια, διακρίσεις, καταπιέσεις που οδήγησαν στο Αρμενικό Ζήτημα και στις σφαγές 150.000 Αρμενίων από τον Σουλτάνο Αμπτούλ Χαμίτ Β΄ τη διετία 1894-1896. Ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος, οι συγκρουσιακές αντιδικίες Ρώσων και Οθωμανών και ομάδες Αρμένιων εθελοντών που είχαν ενσωματωθεί με τους Ρώσους έδωσαν την αφορμή και την ευκαιρία στους Τούρκους να επιχειρήσουν νέες βάρβαρες επιδρομές οι οποίες κατέληξαν στη φρικτή γενοκτονία εκατοντάδων χιλιάδων Αρμενίων και σε έναν ακόμη μεγαλύτερο αριθμό κατατρεγμένων προσφύγων.  Στις 12 Μαρτίου 1922, η Αρμενία ενσωματώθηκε στη Σοβιετική Ένωση και μαζί με τη Γεωργία και το Αζερμπαϊτζάν συγκρότησαν την Ομοσπονδία Σοβιετικών Σοσιαλιστικών Δημοκρατιών της Υπερκαυκασίας. Η διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης σήμανε οριστικά τη δημιουργία του νεότερου ανεξάρτητου κράτους της Αρμενίας. Η Χώρα διακήρυξε την ανεξαρτησία της στις 23 Αυγούστου του 1991.

Το Εριβάν ή Γερεβάν ή Ερεβάν είναι η πρωτεύουσα της Αρμενίας. Οι παγκόσμιοι επισκέπτες της την αποκαλούν «Ροζ Πόλη». Διάφορες αποχρώσεις του ροζ κυριαρχούν σε πολλά κτίρια της πόλης προσδίδοντάς της μια πρωτότυπη και οπωσδήποτε ενδιαφέρουσα εικόνα. Οι Αρμένηδες είναι χαρούμενοι, ανοιχτόκαρδοι και ιδιαίτερα φιλικοί άνθρωποι. Επηρεασμένος από την ιστορία της Αρμενίας, την πρώτη τουλάχιστον μέρα της επίσκεψής μου, έβλεπα τους πάντες σκυθρωπούς, σιωπηλούς και μια απροσδιόριστη θλίψη να χρωματίζει τα πρόσωπα κοινωνικών ομάδων, ανδρών και γυναικών που συναντούσα και παρατηρούσα στους δρόμους, στα μαγαζιά, στα γραφεία που επισκεπτόμουνα, παντού. Μόνο τα παιδιά φαινόταν να διαφοροποιούνται απ’ αυτό το γκρίζο χρώμα που κυριαρχούσε στην αρμένικη ατμόσφαιρα της πρωτεύουσας. Φωνές, τρεξίματα, πατίνια, ποδήλατα, μαμάδες να τσιρίζουν και να τα κυνηγούν, εικόνες οικείες, δικής μας επαρχιακής πόλης. (περισσότερα…)

«Οι αγαπημένοι ποιητές δεν μου μιλούν τώρα την ίδια γλώσσα»: Μια επιστολή του Παναγιώτη Κονδύλη στον Βέρνερ Κόντσε

*

Εισαγωγή-Μετάφραση Σωκράτης Βεκρής

///

Ο Werner Conze υπήρξε, με τα λόγια του ίδιου του Κονδύλη, ο άνθρωπος «που διαμόρφωσε και πλούτισε τα πρώτα μου χρόνια στην Χαϊδελβέργη όπως κανένας άλλος». Αυτή η διαπίστωση δεν ισχύει μόνο για τον Κονδύλη, καθώς ο Κόντσε υπήρξε ίσως ο επιδραστικότερος ιστορικός της μεταπολεμικής Δυτικής Γερμανίας, ο άνθρωπος που εισήγαγε καινοτόμες μεθόδους κατανόησης των ιστορικών φαινομένων και στο ερευνητικό πρόγραμμα του οποίου θήτευσαν μια πλειάδα διακεκριμένων ιστορικών. Επιλέξαμε να μεταφράσουμε την ακόλουθη επιστολή, αφ’ ενός επειδή καταδεικνύει τον βαθύ σεβασμό που έτρεφε ο Κονδύλης για τον καθηγητή του, αφ’ ετέρου επειδή αποκαλύπτει πτυχές της ανθρώπινης πλευράς του Έλληνα φιλοσόφου — μιας πλευράς που στα γραπτά του συχνά χάνεται κάτω από τη μυστηριώδη αχλύ του ασκητικού επιστήμονα.

Για την άδεια της δημοσίευσης, ευχαριστούμε θερμά την αδελφή του στοχαστή κ. Μέλπω Κονδύλη-Μπούμπουλη. Στο δεύτερο μέρος του μικρού δίπτυχου αυτού αφιερώματος στη σχέση των δύο επιφανών στοχαστών, θα αναρτηθεί αύριο η μελέτη μου «Η διαμόρφωση της ιστορικής μεθόδου του Κονδύλη: Κοινωνική ιστορία, ιστορία των εννοιών και ιστορία των προβλημάτων».

///

29.06.1980

Αξιότιμε κύριε καθηγητά,

Επιτρέψτε μου να σας απευθύνω μερικές γραμμές από την εξορία μου, ώστε να διατηρήσω τουλάχιστον ζωντανό το αίσθημα ότι οι δεσμοί μου με τους ευλογημένους σας τόπους, όπου το πνεύμα καταφέρνει ακόμη, σε κάποιο βαθμό, να ζει και να δημιουργεί, δεν έχουν διαρραγεί. Δυστυχώς, δεν έχω να σας καταθέσω σχεδόν καμία πνευματική πρόοδο από την πλευρά μου, καθώς οι λαλίστατοι και φιλοτάξιδοι εδώ φίλοι μου φροντίζουν να με αποτρέπουν από οτιδήποτε αξιοσημείωτο στον τομέα αυτό. (περισσότερα…)

Το Μεταλλείο

Πάνος Θεοδωρίδης (1948-14.2.2025)

*
Χρόνια πολλά με απασχολούσε η συγκέντρωση ενός άφθονου, άνισου και ποικίλου έργου, που το αρχειοθετούσα μια στα πέντε χρόνια, το κράτησα ενωμένο ένα διάστημα και κατά καιρούς έχανα από μετακομίσεις κάποια ανέκδοτα κείμενα. Πίστευα ότι δεν τους άξιζε ο όρος Άπαντα, ίδιον ταλαντούχων αυτουργών και επουργών.

Εκείνο το βράδυ, εικοσιέξι ετών, διδάχτηκα ότι τα δικά μου άπαντα έπρεπε να έχουν τίτλο το Μεταλλείο. Χώρος που περιέχει πολύτιμα μέταλλα και σκωρίες, λιθορριπές και αγραμμάδες, αφεντικά και εργάτες, χρήματα και προσφάι, ερπετά και πουλάκια, βουνό και θάλασσα.

Κι έτσι το έργο μου δεν θα συγκεντρωνόταν ως θρασύδειλη απόπειρα διαιώνισης αλλά ως φυσική περίπου συσσώρευση λέξεων. Ποιήματα, διηγήματα, μυθιστορήματα, δοκίμια, ρητά, ημερολογιακές σημειώσεις, ταξιδιωτικά, ερμηνείες αρχαίων και μεσαιωνικών κειμένων, στατιστικοί πίνακες, σπαράγματα διατριβών και μονογραφιών, επιστολές, ομιλίες, δεκάρικοι λόγοι, άρθρα και επιφυλλίδες, θεατρικά, σενάρια, νεκρολογίες, αναφορες, δημοσιοϋπαλληλικά κείμενα, απολογίες και αρχαιολογικά ανάλεκτα με τον ιδιώνυμο τίτλο varia minora. Και αυτά, όχι καταχωρημένα ανά είδος λόγου, παρά ανά εποχές κυριάρχων γυναικών, η Εποχή της Μαριάνθης, η Εποχή της Δυναμό και παρόμοια. (περισσότερα…)

Τζούλυ Οτσούκα, Diem perdidi

*

Προλόγισμα – Μετάφραση:
ΜΑΡΙΑ Σ. ΜΠΛΑΝΑ

Η Julie Otsuka (γεν. 1962) είναι Αμερικανίδα ζωγράφος και συγγραφέας με ιαπωνικές ρίζες. Αντλεί από την προσωπική της ζωή για να γράψει αυτοεθνογραφικά ιστορικά μυθιστορήματα για τη ζωή των Ιαπωνοαμερικανών. Το 2002 δημοσίευσε το πρώτο της μυθιστόρημα με τίτλο When the Emperor was Divine, το οποίο αναφέρεται στα στρατόπεδα εγκλεισμού των Ιαπωνοαμερικανών κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Η ιστορία ξεκινά στην Καλιφόρνια, όπου γεννήθηκε και μεγάλωσε, και βασίζεται στον παππού της Οτσούκα, ο οποίος συνελήφθη ως ύποπτος για κατασκοπεία την επομένη της επίθεσης στο Περλ Χάρμπορ. Το μυθιστόρημά της βραβεύτηκε με το Asian American Literary Award και το American Library Association Alex Award το 2003. Η Οτσούκα συνέχισε να γράφει για την ιστορία της οικογένειάς της και το 2011 δημοσίευσε το παρόν διήγημα με τίτλο Diem Perdidi, σκιαγραφώντας τη μητέρα της που έπασχε από άνοια. Αυτό το διήγημα ήταν ο πρόδρομος του τρίτου μυθιστορήματός της που δημοσιεύτηκε το 2022 με τίτλο Τhe Swimmers (Κολυμπώντας), το οποίο αναφέρεται περαιτέρω στην εμπειρία της ως κόρη μιας μητέρας με άνοια και κυκλοφορεί στα ελληνικά σε μετάφραση Θωμά Σκάσση από τις εκδ. Πατάκη.

«Amici, diem perdidi!» Φίλοι μου, έχασα τη μέρα μου! Φράση που φέρεται να είπε ο Ρωμαίος αυτοκράτορας Τίτος στους φίλους του, στη σκέψη πως δεν είχε κάνει τίποτα εκείνη τη μέρα για να βοηθήσει κάποιον άνθρωπο. (Σουητώνιος, De Vita Caesarum)

~.~

Θυμάται πώς τη λένε. Θυμάται πώς λένε τον πρόεδρο. Θυμάται πώς λένε τον σκύλο του προέδρου. Θυμάται σε ποια πόλη μένει. Και σε ποια οδό. Και σε ποιο σπίτι. Σ’ αυτό με την μεγάλη ελιά στον κήπο, στη γωνία του δρόμου. Θυμάται τι χρονιά έχουμε. Θυμάται τι εποχή είναι. Θυμάται τη μέρα που γεννήθηκες. Θυμάται την κόρη που γεννήθηκε πριν από σένα –Είχε τη μύτη του πατέρα σου, αυτό πρωτοπρόσεξα πάνω της– αλλά δεν θυμάται τ’ όνομα εκείνης της κόρης. Θυμάται τ’ όνομα του άντρα που δεν παντρεύτηκε –Φρανκ– κι έχει φυλαγμένα τα γράμματά του σ’ ένα συρτάρι πλάι στο κρεβάτι της. Θυμάται πως παντρεύτηκες κάποτε αλλά αρνείται να θυμηθεί τ’ όνομα του πρώην άντρα σου. Εκείνος ο άντρας, έτσι τον αποκαλεί. Δεν θυμάται πώς έπαθε τις μελανιές στα μπράτσα της ή ότι πήγατε βόλτα μαζί το πρωί. Δεν θυμάται ότι έσκυψε κάποια στιγμή, στη βόλτα, κι έκοψε ένα λουλούδι από το παρτέρι του γείτονα και το έβαλε στα μαλλιά της. Ίσως τώρα με φιλήσει ο πατέρας σου. Δεν θυμάται τί έφαγε χτες βράδυ ή πριν πόση ώρα πήρε τα φάρμακά της. Δεν θυμάται να πίνει αρκετό νερό. Δεν θυμάται να χτενίζει τα μαλλιά της.

Θυμάται τους αποξηραμένους λωτούς που κρέμονταν κάποτε από τις μαρκίζες του σπιτιού της μητέρας της στο Μπέρκλεϋ Είχαν το πιο όμορφο πορτοκαλένιο χρώμα. Θυμάται ότι στον πατέρα σου αρέσουν πολύ τα ροδάκινα. Θυμάται πως, κάθε Κυριακή πρωί, στις δέκα, την πηγαίνει βόλτα κάτω στη θάλασσα, με το καφέ αυτοκίνητο. Θυμάται πως κάθε απόγευμα, λίγο πριν αρχίσει το δελτίο ειδήσεων των οκτώ, βγάζει δύο τυχερά μπισκότα σε ένα χάρτινο πιάτο και της ανακοινώνει ότι θα κάνουν πάρτυ. Θυμάται πως τις Δευτέρες επιστρέφει από το κολέγιο στις τέσσερις, και πως ακόμα και πέντε λεπτά ν’ αργήσει, εκείνη βγαίνει στην αυλόπορτα να τον περιμένει. Θυμάται ποιο είναι το δικό της δωμάτιο και ποιο το δικό του. Θυμάται πως το δωμάτιο που κοιμάται τώρα ήταν κάποτε το δικό σου δωμάτιο. Θυμάται πως δεν ήταν πάντα έτσι τα πράγματα.

Θυμάται τον πρώτο στίχο του How High the Moon. Θυμάται τον εθνικό ύμνο. Θυμάται το ΑΜΚΑ της. Θυμάται το τηλέφωνο της κολλητής της, της Τζιν, παρόλο που η Τζιν πέθανε πριν έξι χρόνια. Θυμάται ότι η Μάργκαρετ έχει πεθάνει. Θυμάται ότι η Μπέττυ έχει πεθάνει. Θυμάται ότι η Γκρέης έπαψε να της τηλεφωνεί. Θυμάται ότι η μητέρα της πέθανε πριν εννέα χρόνια, ενώ σκάλιζε τον κήπο της, και τη νοσταλγεί ολοένα και περισσότερο κάθε μέρα. Αυτός ο πόνος δεν σβήνει. Θυμάται το νούμερο με το οποίο η αμερικανική κυβέρνηση φακέλωσε στην οικογένειά της όταν άρχισε ο πόλεμος. 13611. Θυμάται ότι τους έστειλαν στην έρημο, μαζί με την μητέρα και τον αδελφό της, τον πέμπτο μήνα εκείνου του πολέμου και ότι τότε πήρε για πρώτη φορά το τραίνο. Θυμάται τη μέρα που επέστρεψαν στο σπίτι. 9 Σεπτέμβρη, 1945. Θυμάται τον συριγμό του αέρα στο φύλλωμα της φασκομηλιάς. Θυμάται τους σκορπιούς και τα μυρμήγκια. Θυμάται τη γεύση της σκόνης. (περισσότερα…)

«Θεέ μου! Λυπήσου τούτη τη γενιά μας!» Ο ποιητής Χρήστος Ντάλιας (1907-1998)

*

της ΕΙΡΗΝΗΣ ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΙΔΟΥ

Απ’ της αυγής το ρόδισμα ως της νυχτιάς το σκότος,
σκλάβοι βουβοί καιγόμαστε στου πόνου το καμίνι.
Στα πυκνά δίχτυα μιας βαριάς κατάρας τυλιγμένοι
αγκομαχώντας νιώθουμε τη νιότη μας που σβήνει.

Καημός πικρός… ορθάνοιχτος ο τάφος μάς προσμένει.
Μονάχοι πάμε στ’ άγνωστο. Κι ανήμποροι της μοίρας
ακολουθάμε σιωπηλοί τα μαύρα μονοπάτια.
Καμιά λαχτάρα. Πουθενά δε λάμπει κάποιο φως,
λες και θολώσαν της ψυχής κι αυτά τ’ άγρυπνα μάτια.

Λυπήσου, Θεέ μου, τη γενιά μας κι έλα,
σα λυτρωτής για μια στιγμή, σαν Πάναγνος Θεός,
της πολυστέναχτης ζωής Συ ν’ άρεις το σταυρό.
Χρόνια σκυφτοί βαδίζουμε πάντα στους ίδιους δρόμους
κι αγκαλιασμένοι σέρνουμε του πόνου το χορό.

Ο Χρήστος Ντάλιας, κατά κόσμον Χρήστος Μαλάκης, γεννήθηκε στις 21 Γενάρη του 1907. Μεγάλωσε στην Κωνσταντινούπολη όπου και τελείωσε τις εγκύκλιες σπουδές του στο Ελληνογαλλικό Λύκειο Χατζηχρήστου. Είλκυε την καταγωγή του από την Βλάστη της Δυτικής Μακεδονίας. Ο ίδιος στα «Εργοβιογραφικά» του προτάσσει: «ο πατέρας μου ήταν κτίστης που εξελίχθηκε αργότερα σε εργολάβο οικοδομών και η μητέρα μου, το γένος Κεραμοπούλου, ήταν αδελφή του ακαδημαϊκού Αντώνη Κεραμόπουλου».

Ύστερα το πρωί
άκουγα τα βήματά της
στην πατρική σκάλα…
Το βράδυ, η ίδια ιστορία.
Γέμιζε το σπίτι
καρπούς, φύλλα, αποξεραμένα
κλαδιά
τάβαζε στις κούπες,
τα κρέμαγε απ’ το ταβάνι
και κοιμόταν ήσυχη

Σπούδασε μηχανολόγος μηχανικός στο Βερολίνο και στη Γάνδη του Βελγίου. (περισσότερα…)

«ο ενθουσιώδης ψάλτης, ο ηλεκτρίζων τας ψυχάς»: Αιμίλιος Ριάδης (1880-1935)

*

της ΕΙΡΗΝΗΣ ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΙΔΟΥ

κι έπειτα το κεφάλι μου σφιχτόδεσα
με το λαδί της μοίρας μου τουλπάνι

«Ο Αιμίλιος Ριάδης φαίνεται πως είχεν ενοχληθεί από εκείνην την εγκάρδια υποδοχή που μου είχε κάνει ο Παλαμάς», γράφει στις σελίδες της αυτοβιογραφίας του ο Γεώργιος Βαφόπουλος, αναφερόμενος στην τελευταία επίσκεψη του Παλαμά στην Θεσσαλονίκη. Ο Ριάδης ήταν ένας από τους πρώτους που δρομολόγησαν το κάλεσμα για τα πενηντάχρονα του ποιητή, καθώς διατηρούσε φιλική σχέση και αλληλογραφία μαζί του.

Σε γράμμα που του απευθύνει έξι μήνες νωρίτερα από την ανάβασή του στην πόλη της Θεσσαλονίκης, ο Παλαμάς, την 19η Οκτωβρίου του 1927, κι ενώ εξακολουθούσαν οι συνεννοήσεις για τον επικείμενο ερχομό του, του γράφει υποδηλώνοντας και την αγαπητική τους σχέση.

«Αγαπητέ μου Ριάδη,

Κρίμα. Μια φορά που τα σημεία έδειχναν πως η διαφημισμένη γιορτή πήγαινε να πραγματοποιηθή, στις ημέρες μάλιστα που θα πανηγύριζε η χώρα το Μυροβλήτη ποιητικώτατο Άγιο της, βρέθηκ’ έξαφνα πως λείπουν οι παράδες. Είμαι της ιδέας πως η υπόθεση αυτή στεναχωρεί κι εσένα και σε υποβάλλει, από την αρχή μάλιστα που έγινε αντικείμενο και δημοσιογραφικών συζητήσεων, σε ενοχλήσεις… Σ’ ευχαριστώ και σ’ ευγνωμονώ για τον μουσικό σου ενθουσιασμό προς εμένα, που ελπίζω πως θα μείνει απαρασάλευτος.

Πάντα με τη σκέψη του για σένα και την αγάπη του, ο ποιητής

Κωστής Παλαμάς».

Ο Αιμίλιος Ριάδης ήταν συνθέτης, πιανίστας, ποιητής και συγγραφέας. Γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη την Πρωτομαγιά του 1880. Το όνομα Ριάδης προέρχεται από το Ελευθεριάδης, οικογενειακό επώνυμο της μητέρας του της Αναστασίας Γρηγοριάδου-Νίνη με καταγωγή από το χωριό Λιβάδι Ολύμπου, ενώ ο πατέρας του ήταν ο χημικός-φαρμακοποιός Χάινριχ Κου από το Teschen της Σιλεσίας, που η οικογένεια του είχε απώτατη ελληνική καταγωγή από τις Σέρρες. Ο Ριάδης διέμενε στη Θεσσαλονίκη επί της οδού Βασιλέως Γεωργίου 4 σε μια μονοκατοικία κοντά στη θάλασσα μαζί με τη μητέρα του.

«Την αγαπούσα τη θάλασσα με παιδιάστικον ενθουσιασμό, ίσως όχι όλως διόλου απηλλαγμένον κάποιας λαιμαργίας για τα ωραία της μύδια, στρείδια και, ίσως πολὺ περισσότερο για τα καβούρια, τα χτενάκια, τις δυσπερίγραπτες πίνες και, πρι πάντων, για τους αχινούς της… Θεέ μου! τους αχινούς. Χώρια όμως απὸ δαύτα, τρελλαινόμουν να ξαπλώνουμαι ολόγυμνος πάνω στην ήσυχη ακρογιαλιά, με τον κοσκινισμένο απ’ τις μανίες του Κυρίου χλιαρό άμμο…». (περισσότερα…)

Διάλογος μ’ έναν απόντα

*

Το απόσπασμα που ακολουθεί είναι από το βιβλίο της Ιωάννας Τσιβάκου Διάλογος μ’ έναν απόντα, που μόλις κυκλοφόρησε από τις Εκδόσεις Σιδέρη. Όπως σημειώνει η συγγραφέας:

«Το βιβλίο αναφέρεται στο ξαναζωντάνεμα ενός συνεχούς διαλόγου με τον εκλιπόντα σύντροφο της ζωής μου, Αιμίλιο Ζαχαρέα, που χρωμάτιζε όσο ζούσε την κοινή μας μέρα και μοίρα. Πρόκειται για αναβίωση λόγων που δεν περιορίζονται στο να τον κρατούν ζωντανό μέσα μου, αλλά με παροτρύνουν να εμβαθύνω, κατά το δυνατόν, σε κρίσιμα ζητήματα πολιτικής σκέψης και κριτικής, που αποτέλεσαν κατά καιρούς πνευματικά ερεθίσματα για μια επαναλαμβανόμενη μεταξύ μας ανταλλαγή απόψεων. Ίσως ο αναγνώστης, πέραν των ιδεών που αναπτύσσονται εδώ, δει το παρόν κείμενο ως κέντρισμα για να στοχαστεί, όχι μέσα από γεγονότα αλλά μέσα από την πνευματική αγωνία δύο ανθρώπων, την πάλη των ιδεών που σημάδεψαν τον 20όν αιώνα και συνεχίζουν να μας ταλανίζουν παρ’ όλες τις ιστορικές διαψεύσεις.»

~.~

Ακούγεται κοινότοπο να πει κανείς ότι ανάμεσα σε δύο ημερομηνίες κυλά η ζωή του κάθε ανθρώπου, σ’ αυτήν της γέννησης και εκείνην του θανάτου. Καμία από τις δύο δεν θυμόμαστε, πράγμα που σημαίνει ότι σε καμία δεν διαθέτουμε συνείδηση. Την πρώτη τη μαθαίνουμε από τις διηγήσεις των πολύ οικείων, τη δεύτερη δεν τη μαθαίνουμε ποτέ. Αυτοί που τη μαθαίνουν δεν μας την εκμυστηρεύονται, γιατί τότε εμείς έχουμε ήδη φύγει. Μόνο με θλίψη την ψιθυρίζουν από καιρού εις καιρόν σε κάποιους τρίτους, πριν η λήθη σκεπάσει τη μνήμη τους.

Παρ’ όλα αυτά, είναι δυνατόν η ημερομηνία θανάτου για όποιον (κι εννοώ άνθρωπο, γι’ αυτό και χρησιμοποιώ το αρσενικό γένος) ειλικρινά αγάπησε τον θανόντα να μετατραπεί σε ημερομηνία ανάστασης. Με τη λήξη της ζωής, ο θανών έρχεται στον νου όποιου βαθιά τον αγάπησε ως αναστάσιμη μορφή, αποκαλυπτική του βαθύτερου εαυτού του. Γιατί η αγάπη δεν αφήνει τον ενθυμούμενο να σταθεί στα επουσιώδη, αλλά σπρώχνει τη θύμηση στα βάθη του ουσιώδους, εκεί όπου έχει ριζώσει η αλήθεια της αγαπητικής τους σχέσης. (περισσότερα…)