ΝΠ | Βιβλίο

Μήτε Ελένες μήτε Βεατρίκες…

afanon
του ΘΕΟΔΟΣΗ ΒΟΛΚΩΦ
Ξάνθος Μαϊντάς,
Αφανών γυναικών,
Γαβριηλίδης, 2019

Όταν κάνουμε λόγο για «νεότητα» στον χώρο των γραμμάτων, δικαιούμαστε να μην κυριολεκτούμε. Μερικές φορές μάλιστα, η φυγόκεντρος κίνηση από τον πυρήνα της κυριολεκτούσας ενδοχώρας προς τις απελευθερωτικές και κάποτε στασιαστικές περιφέρειες της μεταφοράς μοιάζει επιβεβλημένη. Στη λογοτεχνία, καλώς ή κακώς, τα πάντα κρίνονται εκ του αποτελέσματος και μόνον. Γι’ αυτό και δεν μας ενδιαφέρει η βιολογική ηλικία του εκάστοτε συγγραφέα αυτή καθ’ αυτήν –μολονότι κι εκείνη μείζονα ρόλο διαδραματίζει κατά τη σύλληψη και μόρφωση του έργου του– αλλά η «ηλικία» της γραφής του.

Με άλλα λόγια, αυτό που κατά βάσιν μας αφορά δεν είναι τα νιάτα ή το γήρας ενός δημιουργού, αλλά τα νιάτα ή το γήρας του έργου του. Λέγοντας «νιάτα» τώρα, εννοούμε διανοητικές δυνάμεις ακμαίες, γονιμότητα πνευματική, σφρίγος στοχαστικό και κυριαρχία πάνω στα μέσα και τους τρόπους που o συγγραφέας μετέρχεται κατά την επίμοχθη μορφοπλαστική διαδικασία. Υπ’ αυτή την έννοια λοιπόν, ευρεία οπωσδήποτε αλλά όχι και αυθαίρετη, ο Ξάνθος Μαϊντάς (γ. 1950) διάγει αυτό ακριβώς: μια δεύτερη νεότητα. (περισσότερα…)

Γιατί όσα είπαμε παλιά ισχύουν…

Λυκιαρδ, Ποιήμ

της ΘΕΩΝΗΣ ΚΟΤΙΝΗ

Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος,
Ποιήματα (1962-2018),
Πανοπτικόν, 2020

Οι συγκεντρωτικές εκδόσεις της δουλειάς ποιητών που έχουν ολοκληρώσει το μεγαλύτερο μέρος της συγγραφικής τους δράσης είναι πολλαπλά ενδιαφέρουσες για τον αναγνώστη και δη τον νεότερο. Πρώτον, του προσφέρουν την πανοραμική θέα σε ένα έργο που πολλές φορές είναι δυσπρόσιτο στο κοινό, κυρίως όταν πρόκειται για ολιγογράφους δημιουργούς που κρατούν χαμηλό εκδοτικό προφίλ, όπως ο Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος. Δεύτερον, και αυτό ισχύει εξόχως για την περίπτωση του Λυκιαρδόπουλου, εκτός από την αυτονόητη εποπτεία που παρέχουν στην περιπέτεια και την εξέλιξη της τέχνης, αποτυπώνουν την πνευματική εγγραφή μιας ολόκληρης εποχής. Στην περίπτωσή μας, βρίσκουμε το ίχνος, ως καλλιτεχνική ανταπόκριση και ως συγκεκριμένη πνευματική επιλογή, που εβδομήντα χρόνια ελληνικής ιστορίας έχουν αποθέσει στην ποίηση μιας μερίδας ποιητών της δεύτερης μεταπολεμικής γενιάς.

Γεννημένος το 1936 ο Λυκιαρδόπουλος ανδρώθηκε καλλιτεχνικά στην αλγεινή δεκαετία του 1960. Το στίγμα της ποίησής του είναι ο πολιτικός ρομαντισμός, αυτός των μεγάλων χαμένων υποθέσεων της Αριστεράς. (περισσότερα…)

Το ψυχικό καταπίστευμα στην ποίηση

της ΘΕΩΝΗΣ ΚΟΤΙΝΗ

Τασούλα Καραγεωργίου, Η πήλινη χορεύτρια, Γαβριηλίδης 2019

pilini-xoreutria-tasoula-3karageorgiouΗ όγδοη συλλογή της Τασούλας Καραγεωργίου ανήκει σε εκείνο το είδος της ποίησης που διαλέγεται εκτεταμένα με την παλιότερη γραμματεία αλλά και τη γενεαλογία της ελληνικής γλώσσας. Μιας γλώσσας που αντιμετωπίζεται ως η πολύτιμη κιβωτός του λόγου που κατόρθωσε μελωδικά και ακαριαία να αποτυπώσει το διαχρονικό πάθος της ανθρώπινης μοίρας. Παντού το βλέμμα της κλασικής φιλολόγου που διέρχεται με άνεση και αγάπη περιοχές του λόγου και του μύθου που έχουν αποκτήσει έναν εμβληματικό συμβολισμό στην αυτοσυνειδησία του Έλληνα. (περισσότερα…)

Σχετικά με το σαθρό υλικό του ανθρώπου

του ΜΥΡΩΝΑ ΖΑΧΑΡΑΚΗ

Isaiah_BerlinΤο βιβλίο Το σαθρό υλικό του ανθρώπου αποτελείται από επτά δοκίμια που έγραψε ο Αζάϊα Μπερλίν μέσα σε διάστημα σαράντα ετών. Ο τίτλος του βιβλίου προέρχεται από τη φράση του Καντ ότι τίποτε εντελώς ίσιο δεν μπορεί να προέλθει από ένα ξύλο τόσο στραβό όσο ο άνθρωπος. Τη φράση χρησιμοποίησε παραφρασμένη ο φιλόσοφος Ρόμπερτ Κόλλινγουντ, σε διάλεξή του το 1929, από όπου την άκουσε για πρώτη φορά ο Μπερλίν. Πρόκειται για απλό αλλά και πυκνογραμμένο βιβλίο, φορτωμένο από παραθέματα. Όλα τα δοκίμια τα διατρέχει η αντίληψη ότι κατά τον 19ο αιώνα συντελέστηκε ένα ρήγμα στην ευρωπαϊκή σκέψη: πρόκειται για την παρακμή των ουτοπικών ιδεών που κυριαρχούσαν από την εποχή του Πλάτωνα για δύο χιλιάδες χρόνια. Αυτή η παρακμή έχει ως αποτέλεσμα την πνευματική κατάσταση του σήμερα.

Ο Μπερλίν υποστηρίζει ότι αυτή η καίριας σημασίας αλλαγή επήλθε με τα έργα δύο συγκεκριμένων στοχαστών: του Βίκο και του Χέρντερ. Ενώ ο πρώτος υπέδειξε ότι υπάρχουν ριζικές διαφορές ανάμεσα στις ιστορικές περιόδους που διανύει ένα έθνος και κατά συνέπεια δεν μπορούμε να κάνουμε συγκρίσεις, ο δεύτερος προχώρησε περισσότερο τονίζοντας ότι κάθε πολιτισμός φέρει το δικό του αξιακό σύστημα και έχει μια αναλάβει τη δική του μοναδική αποστολή μέσα στον κόσμο. Τόσο ο Βίκο όσο και ο Χέρντερ, μοιάζει να υπονοεί ο Μπερλίν, υπήρξαν κατά κάποιο τρόπο Ιστορικιστές (ίσως και πρόδρομοι της Ερμηνευτικής), και επηρέασαν πάρα πολύ τον σύγχρονο φιλελεύθερο Ουμανισμό.

Ωστόσο, δεν θα έπρεπε να νομίσει κανείς πως πρόκειται για σχετικιστές στοχαστές, καθώς και οι δύο αποδέχονται ότι υπάρχουν θεμελιώδεις αξίες που είναι κοινές στην ανθρωπότητα, απλώς δεν ταυτίζονται αναγκαία μεταξύ τους. Επομένως, αντίθετα με άλλους επιφανείς διανοουμένους (π.χ. Μαρξ, Νίτσε, Φρόϋντ), οι Βίκο και Χέρντερ δεν ανήκουν στο σχετικισμό, αλλά υποστηρίζουν μια «πολιτισμική πολυαρχία».
Το αποτέλεσμα των ιδεών των Βίκο και Χέρντερ ήταν να καταρρεύσει το δεδομένο σχήμα που θεωρούσαν δεδομένο από την Αρχαιότητα έως τον 18ο αι. Αυτό το σχήμα αποτελούταν από τρεις θέσεις:

  • Κάθε μεγάλο ερώτημα του ανθρώπου επιδέχεται μία και μόνο ορθή απάντηση.
  • Αυτή η απάντηση είναι δυνατό να ανακαλυφθεί κάποτε.
  • Το σύνολο των ορθών απαντήσεων στα επί μέρους ερωτήματα πρέπει να είναι αρμονικό και να μην υπάρχουν συγκρούσεις της μιας με την άλλη.

Όταν τελικώς, και εν πολλοίς χάρη στη συμβολή των Βίκο και Χέρντερ, ανατράπηκε αυτός ο τρόπος σκέψης, έγινε για πρώτη φορά αντιληπτός ο τραγικός χαρακτήρας της ανθρώπινης ζωής: οι επιμέρους αξίες βρίσκονται σε διαρκή σύγκρουση μεταξύ τους και επομένως, το μόνο που μπορούμε να κάνουμε είναι να τις συμβιβάσουμε όσο το δυνατόν καλύτερα. Για παράδειγμα, συχνά συγκρούεται η ελευθερία με την ευτυχία ή η ελευθερία με την ισότητα. Είναι αδύνατο αυτές οι αξίες, αν και θετικές, να εναρμονιστούν πλήρως. Αυτό είναι το δράμα της ζωής μας. Με την ανατροπή του προηγούμενου μοντέλου, εμφανίστηκε το σαρωτικό κίνημα του Ρομαντισμού, που επεδίωκε να ανατρέψει μέχρι τότε όλα τα δεδομένα πρότυπα. Πράγματι, εκεί που ο Ορθολογισμός προέβαλλε τη γνώση, ο Ρομαντισμός αποθέωνε τη βούληση, εκεί που ο Ορθολογισμός υποστήριζε την οικουμενικότητα και το σύνολο, ο Ρομαντισμός αντιπρότεινε το άτομο και τις ιδιαίτερες επί μέρους διαφορές των ανθρώπων στην παράδοση (θρησκεία, γλώσσα, ιστορία).

Isaiah Berlin

Με την έλευση του Ρομαντισμού αντικαταστάθηκε το πρότυπο του σοφού που γνωρίζει όλες τις απαντήσεις στα υπαρξιακά ερωτήματα, από εκείνο του ήρωα που ακολουθεί το προσωπικό του όραμα και ζητάει όλο και περισσότερη ελευθερία για να εκφραστεί. Ενώ όμως έδρασε ως επανάσταση για την απελευθέρωση του ατόμου από την εργαλειοποίηση του ορθολογιστικού τρόπου σκέψης μετά τον Διαφωτισμό, ο Ρομαντισμός στη συνέχεια εξελίχθηκε σε ένα νέο καταπιεστή: φέρνοντας στο προσκήνιο τη βούληση, την ηρωολατρία και τον τραγικό χαρακτήρα της ζωής, οδήγησε στη δημιουργία μορφωμάτων ολοκληρωτισμού (κομουνισμός, φασισμός, εθνικοσοσιαλισμός) που προκάλεσαν εκατόμβες θυμάτων.

Μάλιστα, ένα ενδιαφέρον στοιχείο είναι ότι ήδη από το ξέσπασμα της Γαλλικής επανάστασης (1789), ο Ζοζέφ ντε Μαιστρ, που συνόψιζε τον παλιό κόσμο του έθνους, της θρησκείας και της μοναρχίας, προειδοποιούσε προφητικά για τους κινδύνους που ενείχε η θεμελίωση του κόσμου αποκλειστικά στη λογική και την πλειοψηφία. Επιπλέον, οι σύγχρονες μορφές ολοκληρωτισμού θεωρούνται από τον Μπερλίν αναβιώσεις όσων χάθηκαν από την κυριαρχία του μονόπλευρου Ορθολογισμού.

Ακόμη και οι πρόσφατες αναβιώσεις του εθνικισμού, δημιουργός του οποίου ήταν ο Χέρντερ, αποτελεί απόδειξη ότι με την επικράτηση των ιδεωδών του Διαφωτισμού παραμερίζονται και στις μέρες μας βίαια οι εθνικές αξίες που ύμνησε ο Ρομαντισμός. Ποιο είναι το συμπέρασμα του Μπερλίν; Τόσο ο Διαφωτισμός (18ος αι.) που ύμνησε τον ορθό λόγο, όσο και ο Ρομαντισμός (19ος αι.) που ύμνησε τα συναισθήματα, ξεκίνησαν ως απελευθερωτικά κινήματα για να καταλήξουν σε μια νέα μορφή υποδούλωσης του ανθρώπου: πρόκειται για τη βιομηχανική εργαλειοποίηση και τη φανατική βουλησιαρχία αντίστοιχα.

Σύμφωνα με τον Μπερλίν, το δίδαγμα από αυτά είναι ότι πρέπει να προκύψει μια στάση ζωής που θα αρνείται τη μονομέρεια για χάρη της ολόπλευρης ανάπτυξης του ανθρώπου. Είναι ανάγκη να τεθούν τα θεμέλια μια ανεκτικής και πλουραλιστικής κοινωνίας που θα αποφεύγει τις ακρότητες του παρελθόντος που κόστισαν χιλιάδες ανθρώπινες ζωές. Η σκέψη του Μπερλίν, όπως εκφράζεται ήδη από τον τίτλο του βιβλίου, απορρίπτει κάθε ουτοπία ως βίαιη και επικίνδυνη για την ανθρώπινη ευημερία, ενώ πρεσβεύει ότι ποτέ δεν μπορεί να δοθεί μια οριστική λύση στα διαχρονικά μας προβλήματα.

Κάθε οριστική λύση στα ανθρώπινα προβλήματα είναι ουσιαστικά ανέφικτη. Το μόνο που μπορεί να γίνει είναι ορισμένοι περισσότερο ή λιγότερο επιτυχημένοι συμβιβασμοί.

ΜΥΡΩΝ ΖΑΧΑΡΑΚΗΣ

Σωτήρης Γουνελάς, Γράμμα στον Κώστα Κουτσουρέλη

Gounelas

~.~

Σκέψεις εν είδει επιστολής πάνω στο βιβλίο του Κ.Κ.
Η τέχνη που αυτοκτονεί: Για το αδιέξοδο
της ποίησης του καιρού μας, Μικρή Άρκτος, 2019

~ . ~

(περισσότερα…)

Η αβάσταχτη ευρηματικότητα της γραφής του Δημήτρη Καρακίτσου

Η αβάσταχτη ευρηματικότητα της γραφής του Δημήτρη Καρακίτσου

Ένα σχόλιο με αφορμή τη νουβέλα Ζαχαρίας Σκριπ (Ποταμός, Αθήνα, 2019)

της ΑΥΓΗΣ ΛΙΛΛΗ

Ως σάτιρα ορίζει το πέμπτο βιβλίο του ο Δημήτρης Καρακίτσος, με μια καθόλου ασυνήθιστη συγγραφική πρακτική, η οποία εντούτοις δεν παύει ποτέ να γοητεύει και να προσελκύει το ενδιαφέρον του αναγνώστη που αγαπά να συνδιαλέγεται (και να συνεργάζεται) ποικιλοτρόπως με τον συγγραφέα και το κείμενο (την ίδια στιγμή που συμβαίνει και το αντίστροφο, βεβαίως). Με αυτή την κλασική περικειμενική πρακτική λοιπόν, δηλαδή μια συγγραφική δήλωση επί του είδους στη σελίδα τίτλου, ο συγγραφέας κλείνει από την αρχή το μάτι στον αναγνώστη∙ διευκρινιστικά, επιβεβαιωτικά, καταφατικά, διαζευκτικά, εμπιστευτικά και με πολλούς άλλους τρόπους, διευρύνοντας ουσιαστικά -και κυρίως αυτό- ακόμα περισσότερο τα (ερμηνευτικά) ενδεχόμενα και τις (ειδολογικές ή άλλες) δυνατότητες του κειμένου. Στην περίπτωση του Ζαχαρία Σκριπ δίδεται η εντύπωση ότι με την επιλογή του προσδιορισμού του είδους της σάτιρας (ή του σατιρικού τρόπου) ο Καρακίτσος μάς λέει: «Ναι, είναι σάτιρα, σωστά το καταλάβατε» ή «Ναι, είναι και σάτιρα» ή «Σάτιρα φυσικά, τι άλλο θα μπορούσε να είναι;». Ωστόσο, εν μέσω ανοιχτών ειδολογικών/μορφολογικών και ερμηνευτικών ενδεχομένων, ο Ζαχαρίας Σκριπ σίγουρα δεν είναι μόνο αυτό. Ή εν πάση περιπτώσει, για να πάρουμε τα πράγματα με τη σειρά, παραμένοντας στο περικείμενο, του οπισθοφύλλου αυτή τη φορά,  με αυτό το «σατιρικό κλείσιμο του ματιού στο ρυπαρό μας παρόν», τι είδους σύγχρονες καταστάσεις σατιρίζονται σε αυτό το βιβλίο, που αφηγείται γεγονότα του 1914; Ο βαρύς (και επίκαιρος) αναστεναγμός «Πού να ’σαι τώρα ρε Ζαχαρία;» με ποια ή ποιες αφορμές εκφέρεται; (περισσότερα…)

Μαθαίνοντας ν’ αγαπάμε ως αγαπώντες

Ράινερ Μαρία Ρίλκε,malte1
Οι σημειώσεις του Μάλτε Λάουριντς Μπρίγκε,
Μετάφραση Αλέξανδρος Ίσαρης
Κίχλη 2018

του ΣΩΤΗΡΗ ΓΟΥΝΕΛΑ

Η πρώτη έκδοση στα ελληνικά αυτού του βιβλίου έγινε το 1965 στις εκδόσεις Γαλαξία. Μεταφραστής τους ο Δημήτριος Μπέσκος. Είχα προμηθευτεί τη δεύτερη έκδοση του 1978 (Γαλαξίας-Ερμείας). Το βιβλίο μου είχε κάνει φοβερή εντύπωση. Μολονότι είχα την αίσθηση ότι διαβάζοντάς το χώνεσαι σ’ ένα λαβύρινθο εξομολογήσεων, σκέψεων, εσωτερικών εμπειριών, ενοράσεων και οραματισμών αλλά και διαπιστώσεων για τη ζωή, τους ανθρώπους, την κοινωνία, το θάνατο, την αρρώστια και τόσα άλλα. Θυμόμουν για χρόνια τις ξεχωριστές εκείνες σελίδες όπου προβάροντας ρούχα αποκριάτικα που βρήκε σε μα ντουλάπα και συμπληρώνοντας το ντύσιμό του με μια μάσκα στήθηκε μπροστά στον καθρέφτη – σημειωτέον ότι η μητέρα του τον έντυνε με κοριτσίστικα ρούχα γιατί είχε πεθάνει η μικρή της κόρη ― φτάνει «να χάσει κάθε αίσθηση του εαυτού του― έπαψε να υπάρχει», όπως γράφει. Ταυτίστηκε με την εικόνα του καθρέφτη. (περισσότερα…)

Βιβλία-γρίφοι, γοητευτικά αινίγματα

της ΘΕΩΝΗΣ ΚΟΤΙΝΗ

Παναγιώτης Βούζης, Δικαιοσύνη, Κοινωνία των (Δε)κάτων, 2019

Vouzis01Δικαιοσύνη, παράξενος τίτλος για ένα παράξενο βιβλίο. Το τρίτο ποιητικό βιβλίο του Βούζη καταγράφει την εξαρθρωμένη κοινωνική και πολιτική κατάσταση της Ελλάδας της κρίσης, του χαοτικά διασυνδεδεμένου κόσμου που αναπαράγεται αυτοματικά και παγιδεύεται τερατικά στην πολλαπλή δικτύωση της τεχνολογίας και των απρόσωπων κέντρων εξουσίας. Ένας κόσμος- σπασμένος καθρέφτης και κάθε όψη του κάτοπτρο επάλληλων πραγματικοτήτων που στη συστρωμάτωσή τους καταργούνται αμοιβαία, αφού δεν κατορθώνουν να συναντηθούν. Προκειμένου να στήσει αυτό τον άκεντρο κόσμο, ο Βούζης υιοθετεί μια γραφή χωρίς κέντρο και μια φωνή που διασπείρεται σε πλήθος φωνές, σε παράλληλες εκδοχές της συνείδησης. Όχι με τον τρόπο της πολυφωνικής ενορχήστρωσης του λόγου, αλλά με την αυτιστική ταυτοχρονία πολλών φορέων του λόγου που δεν διαλέγονται.

Είναι ένας κόσμος γνωστός: ο μέσος άνθρωπος που διαβιοί στο καθεμέρα, οι άνεργοι, οι πρόσφυγες, το χρέος, οι κυβερνήσεις, οι τράπεζες,  ο λαός της οθόνης και των μέσων κοινωνικής δικτύωσης. Αυτός όμως ο γνωστός κόσμος, φασματικά ιδωμένος, χάνει τη στιβαρότητά του και μεταμορφώνεται σε ένα φάντασμα ακοινωνησίας: παράλληλα, ασύμβατα, ασυνάρτητα γεγονότα εκπίπτουν σε συμβάντα, παράλληλα υποκείμενα –φορείς του λόγου δεν γίνονται πρόσωπα αλλά παραμένουν μηχανικοί εκφωνητές ενός παραληρήματος. Ας δούμε ένα δείγμα:

Κάθε ημέρα

Να τη φέρεις στο σπίτι μετά το σχολείο
αν αφήνουμε πίσω πολλούς που δεν έχουν
στα σκουπίδια μαζεύονται ήσυχοι φόνοι
με γκριμάτσες που κάνουν οι δούλοι των πρώτων
η βαρύτητα ρίχνει τα όμορφα λόγια
ξεχωρίζοντας όσους πιο εύκολα σπάζουν
ο επίσημος φόβος μιλά στις ειδήσεις
στ’ αλήθεια πεθαίνουν μαζί απ’ αγάπη
τον βραβεύσανε μόλις κατάντησε κλόουν
και αυτή την ημέρα σε φίλησα άδεια
απ’ τους πρόσφυγες ένας κοιτάζει εσένα
η απίστευτη θέση κοντά στους σπουδαίους
στη δουλειά μάς μαθαίνουν τον άκακο λύκο
η βαρύτατη θλίψη του άνθρωπου δίχως.

Εδώ διαπλέκονται ο κοινότοπος λόγος της αστικής καθημερινότητας, τα τηλεοπτικά στερεότυπα, σπαράγματα μιας μόλις αρθρωμένης προσπάθειας να απευθυνθείς σε ένα πραγματικό «εσύ», η ουδέτερη, διαπιστωτική φωνή που φέρει τη «βαρύτατη θλίψη του άνθρωπου δίχως». «Η βαρύτατη θλίψη του άνθρωπου δίχως» είναι το ζητούμενο  της συλλογής. Αυτό το δίχως το απεικονίζει με τη σκηνογραφία ενός κόσμου που έχει χάσει την συνείδηση του ανθρώπινου, άρα την ικανότητα να βιώσει το τραγικό και εκπίπτει σε μια καρικατούρα. Στερούμενος το βάθος απλώνεται οριζόντια, ολοένα μη πραγματικός στη συνείδηση, παρ’ όλη ή μάλλον εξαιτίας της φαντασμαγορικής δυστοπίας του. Γι’ αυτό και ο Βούζης, για να σαρκώσει αυτό το τεχνητό τοπίο, κάνει συχνές νύξεις σε στοιχεία της ποπ κουλτούρας, των υπερηρώων  των κόμικ, της εικονικής κυβερνοπραγματικότητας τύπου matrix, συνθέτοντας σε ορισμένα ποιήματα μια φουτουριστική παρωδία της μεταμοντέρνας κατάστασης. Αυτή την πραγματικότητα την κατοικούν η σκόνη του Άρη που καλύπτει την πόλη, πρόσωπα άδεια «από την οθόνη», «οι φοβερότερες selfie με θέα τη συντέλεια», «πολύχρωμα χαλίκια ντοπαμίνης ριγμένα παντού», «το κακό μεταιωμένο από τους υπερήρωες/ και η κατάργηση του φόρου για όσα δεν είχες ποτέ».

Sprint

η κοινή γνώμη βουτά στην απορία πώς από
τόσο μικρή απόσταση η διαδήλωση έχασε
το γκολ μ’ αποτέλεσμα πλάι στη Μαύρη Θάλασσα να
χτυπήσει κόκκινο η αληθινή φαντασία του
τραπεζίτη-Θεού ενώ η Σοφία του μαζί
με μια φίλη για κάλυψη συναντιόταν με τον πιο
όμορφο βάτραχο τον τρελό ποιητή που ξέρει
πόσο ακόμη πρέπει να μεγαλώσει αυτό που
κρύβεις κάτω από τη φούστα σου ανάμεσα στα
πόδια πριν αναρτήσεις τη μεταδοτική πολύ
κακία του για να μαραίνει εικονικά λουλούδια αν
τα συνηθισμένα θαύματα γιατρεύουν τη λύπη
τ’ απροσδόκητα έχουν βαριές επιπτώσεις όπως
όταν στο σεξ ξεχνώ αν μου είπε να τελειώσω έξω
ή μέσα και τόσες εργάτριες μέλισσες και τόσο
διάβασμα πριν το διαγώνισμα πάνε στράφι αφού
η έγχρωμη πλευρά της σελήνης δεν γυρίζει με
τίποτα για να βλέπω τη στραγγισμένη ψυχή της.

Σαφής στόχευση η κοινωνική κριτική η οποία σε ορισμένα σημεία είναι υπέρ το δέον πρόδηλη, ιδιαίτερα όταν στρέφεται στην εν Ελλάδι κατάρρευση. Η Ελλάδα της κρίσης είναι κυρίαρχο θέμα στη συλλογή, όπως δείχνουν τα ακόλουθα αποσπάσματα: «στο εξής τους μισθούς θα τους δίνουν με κλήρο/ στον καθένα που θέλει να ζήσει για πάντα/ σε μια χώρα που σβήνει παιδιά και ελπίδες/ περπατούσε η δόξα μονάχη αφότου/ τρομοκράτες αφήσαν λουλούδια στους τάφους», «παραδίνομαι όταν αυξάνουν τον πόνο/ και βραβεύουν εκείνους που ξεκίνησαν πρώτοι/ τη μεγάλη φωτιά στα Γεράνεια Όρη/ η Ελλάδα θα ήταν υπέροχος τόπος […] αλλά τώρα θυμίζει εκούσιο λάθος», «Οι ειδήσεις αρχίζουν/ με τους τίτλους του τέλους/ η Ελλάδα θα γίνει/ εξωγήινη βάση», «η Ελλάδα θα ήταν ο καλύτερος τόπος/ για να βρίσκουν δουλειά αυτοί που μπορούν να τρέξουν/ δυο χιλιόμετρα χωρίς οι σκοπευτές να τους πετύχουν». Ορισμένες φορές, όμως, περισσεύει κάποιος αμετουσίωτος διδακτισμός μέσα από τον παρωδιακό τόνο.

Η ειρωνική ανάγνωση αυτής της πραγματικότητας ενισχύεται από την έντονα έρρυθμο και ταχύ λόγο, αποτέλεσμα της σωρευτικής εκφοράς, της αστιξίας, του συμπαγούς όγκου του κειμένου, αλλά και της σταθερής μέριμνας για ρυθμοποίηση. Γι’ αυτό και η συνειδητή χρήση έμμετρων σχημάτων όπως του αναπαίστου, είτε σε εκτεταμένο δεκατρισύλλαβο είτε σε σπασμένο επτασύλλαβο, όπως επισημαίνει στο προλογικό του σημείωμα ο Νάνος Βαλαωρίτης:

Αναπαιστικό ταχυδρομείο

Η ανίκητη τάση να ξέρεις το τέλος
αν σε δουν θα τρομάξεις από την ασχήμια
στη δουλειά ετοιμάζουν τον νέο μου κλώνο
μα κανείς δεν τολμά να μιλήσει στα ίσια
απ’ τους πρόσφυγες κάποιος θυμίζει εσένα
να γυρίσεις στις έξι χωρίς να με θέλεις   […]

και:

Ο κοινότοπος λόγος

Ο κοινότοπος λόγος
που εκφέρεις με μέτρο
Ο επίσημος φόβος
σαν τανάλια του γέλιου
Οι ουρές των ανέργων
σε παράλληλα μήκη
Η καινούρια σελήνη
σε κλισέ αναρτήσεις […]

Vouzis00Η μέριμνα για την ρυθμική ενίσχυση του στίχου δηλώνει ότι το ποίημα, που αρχικά φαίνεται ως μια σχετικά άμορφη ασθματική μάζα λόγου, έχει υποστεί μεγαλύτερη επεξεργασία από αυτή που αρχικά αντιλαμβάνεται ο αναγνώστης. Ο ρυθμικός τροχασμός του στίχου είναι ιδιαίτερα χρήσιμος, αφού έρχεται να  λειτουργεί ως αντίπαλος πόλος της αντιποιητικής γλώσσας που χρησιμοποιείται συνειδητά. Από την άλλη, λειτουργεί ως το χρονικό ισοδύναμο της ασυνεχούς επείγουσας πραγματικότητας: η τρέχουσα ιδιόλεκτος του διαδικτύου, το ανολοκλήρωτο, αποσπασματικό, συνθηματικό της επικοινωνίας των μέσων δικτύωσης, του στερεότυπου λόγου, η κεκτημένη ταχύτητα των αυτοματισμών του βίου, οι διαλείψεις της τραυματισμένης συνείδησης, μέσα από την επιτάχυνση που τους προσδίδει ο ρυθμικός λόγος, αναδεικνύουν την πυρέσσουσα πορεία  του εκτροχιασμένου νοήματος της ζωής. Αυτό το εκτροχιασμένο νόημα ορισμένες στιγμές μέσα στο ποίημα στέκεται σε κάποιες πιο προσωπικές ή συγκινημένες παύσεις – στάσεις, όπως εδώ: «θα σου φέρω λουλούδια και γλυκά στην κόρη μας/ έχω κρυμμένα όπλα, βιβλία, προπάντων θυμό/ για να κάνουμε την ηρωική έξοδο στο ύψος» ή εδώ: «το μοιρολόγι του Έκτορα του πρώτου επιθετικού/της νεότητας του κόσμου».

Με τέτοια υλικά γίνεται ποίηση; Άλλως πως, είναι η Δικαιοσύνη ένα άξιο λόγου βιβλίο; Η γνώμη μου είναι πως ναι. Το διάβασα σαν γρίφο, το πολιόρκησα ως γοητευτικό αίνιγμα. Το κατανόησα στην ανθρωπιά που ζητούσε μέσα μου. Η ένστασή μου έγκειται στην ανάγκη της αυξημένης αναγνωστικής εγρήγορσης που απαιτεί το βιβλίο που το καθιστά δύσβατο στον απροετοίμαστο αναγνώστη. Τα ατάκτως ερριμμένα υλικά της σύγχρονης συνθήκης του βίου, το βίωμα του «όλα συμβαίνουν καταιγιστικά βίαια πια» ζητούν μια νέα γλώσσα να ειπωθούν και το βιβλίο του Βούζη είναι μια ενδιαφέρουσα και έντιμη προσπάθεια να ανιχνευθεί αυτός ο τρόπος, να συγχρονιστεί η ποιητική γλώσσα με αυτό το ιδίωμα, να γίνει το πρίσμα που διαθλά το φάσμα της νέας υβριδικής «πραγματικότητας» του 21ου αιώνα.

ΘΕΩΝΗ ΚΟΤΙΝΗ

IVA : Σκιαγραφίες ἑνὸς Ἐσόπτρου Β΄

IVA-5-196~.~

I V A

Σκιαγραφίες ἑνὸς ᾿Εσόπτρου
τῆς
ΝΑΤΑΣΑΣ ΚΕΣΜΕΤΗ

ἰχνογραφημένες
ἀπὸ τὸν
Α. Κ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ

~.~

Δ Ο Κ Ι Μ Ι Ο
Μέρος Δεύτερο

 

8.

«Τὸ αὐτοκρατορικὸ κέντρο»

῍Αν ἐπέμενα στὴ λεπτομερειακὴ ἀνάγνωση αὐτῶν τῶν δύο περικοπῶν εἶναι γιατὶ θεώρησα πὼς θὰ μποροῦσαν νὰ χρησιμοποιηθοῦν ὡς εὔστοχη εἰσαγωγὴ σὲ μιὰ βαθύτερη ἐξέταση τῆς φυσιολογίας τοῦ κεσμέτειου Πνεύματος, ποὺ ἡ συγγραφέας παρομοιάζει μὲ ῎Εσοπτρο/Μυστηριώδη ᾿Οθόνη. Νομίζω πὼς εἶναι ὁλοφάνερη ἡ διφυὴς φύση αὐτῆς τῆς ᾿Οθόνης. ῾Υφέρπει ζωτικὴ σὲ ὅλο τὸ βιβλίο καὶ κυκλοφορεῖ ζωηρὴ στὶς ὑγιέστατες φλέβες τῆς συγγραφέως. ῾Η Νατάσα Κεσμέτη/᾿Οθόνη δὲ χάνει εὐκαιρία νὰ ἀντικαθρεφτίζει τὸ ἀπατηλὸ εἴδωλό της. Καθαρὰ καὶ θαμπά, ταυτόχρονα. Μὲ μιὰ τραγικὴ συναίσθηση πάντα γιατὶ μολονότι αὐτὴ ἡ ζώσα Διττότητα εἶναι ὅλο τὸ Εἶναι της, δὲν παύει νὰ εἶναι ἐντέλει καὶ στὶς δυὸ περιπτώσεις Μορφὴ μιᾶς ᾿Ιτιᾶς Κλαίουσας. ῍Ας ἐξηγηθῶ ὅμως περισσότερο. (περισσότερα…)

IVA : Σκιαγραφίες ἑνὸς Ἐσόπτρου Α΄

IVA-1-200

~.~

I V A

Σκιαγραφίες ἑνὸς ᾿Εσόπτρου
τῆς
ΝΑΤΑΣΑΣ ΚΕΣΜΕΤΗ

ἰχνογραφημένες
ἀπὸ τὸν
Α. Κ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ

~.~

Δ Ο Κ Ι Μ Ι Ο
Μέρος Πρῶτο

 

1.

«῞Ο,τι δὲ μοιράζεται, δὲν ὑπάρχει»

Πρὶν ἀπὸ δύο χρόνια (2017) ἡ Νατάσα Κεσμέτη δημοσίευσε ἕνα τελευταῖο ἔργο της, μιὰ «μυθιστορία», μὲ τίτλο «IVA» καὶ ὑπότιτλο «ΕΣΟΠΤΡΟ ΜΥΣΤΗΡΙΩΔΟΥΣ ΟΘΟΝΗΣ». Τὸ βιβλίο, ποὺ ἐκτείνεται σὲ 416 σελίδες, δὲν εἶναι οὔτε εὔβατο, οὔτε εὔληπτο, οὔτε εὐανάγνωστο. ῾Η ἐντύπωση ποὺ σχημάτισα διαβάζοντας καὶ ξαναδιαβάζοντας τὶς σελίδες του ἐξακολουθεῖ νὰ εἶναι πὼς ἡ συγγραφέας μᾶς χάρισε ἕνα ξεχωριστὸ κείμενο ποὺ δὲ μοιάζει μὲ «μυθιστόρημα» μὲ τὴ γνωστὴ σημασία τοῦ ὅρου. ῾Υπῆρξαν στιγμὲς ποὺ εἶχα τὴν αἴσθηση πὼς ὅ,τι διάβαζα δὲν ἦταν «κανονικὸ βιβλίο», (περισσότερα…)

Αναζητώντας μιαν αυθεντική γλώσσα

της ΘΕΩΝΗΣ ΚΟΤΙΝΗ

velentzaΕλένη Βελέντζα, Το φίλημα του ήλιου, Σμίλη 2019

Διάλεξα να μιλήσω για το δεύτερο ποιητικό βιβλίο της Ελένης Βελέντζα, Το φίλημα του ήλιου (Σμίλη, 2019) ως ένα αντιπροσωπευτικό δείγμα της συμπτωματολογίας που παρουσιάζουν αρκετές πρώτες-δεύτερες συλλογές. Οι πρώτες συλλογές νέων ποιητών συνήθως κλείνουνε λογαριασμούς με τραύματα, ματαιώσεις, εφηβείες, γονείς, έρωτες και τα συναφή. Γι’ αυτό και συχνά είναι θανάσιμα, δραματικά σοβαρές σαν πράξεις αυτοχειρίας. Παράλληλα, βολιδοσκοπούν το πεδίο κάνοντας έφοδο στη γλώσσα αναγορεύοντάς τη σε μαγική επωδή που θα εξορκίσει τη βασκανία της ύπαρξης. Γι’ αυτό και οι γράφοντες μοιάζουν να ενδύονται το ρόλο του ποιητή λεξιλαγνικά, περιμένοντας πολλά από αυτή την τελεστική μαγεία της λέξης. Τα αποτελέσματα άγουρα ή έσωθεν ναρκοθετημένα, ακόμα και στις περιπτώσεις που πίσω υπάρχει η ψίχα της ποίησης. Αυτή η ψίχα όμως πολεμά να αναδυθεί σε ένα κείμενο που θέλει να μοιάζει υπερβολικά πολύ με ποίημα. Σε αυτή την παγίδα πέφτει και το βιβλίο της Βελέντζα. Παράδειγμα το ποίημα «Οι λέξεις».

Οι λέξεις επιστρέφουν
να πουν τα πράγματα (περισσότερα…)

Γιώργος Χριστοδουλίδης: ένας κοινωνικός και υπαρξιακός ποιητής. Σχόλια στη συλλογή «Μυστικοί άνθρωποι» (Κύμα, 2019).

 του ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΝΙΚΟΛΑΪΔΗ

57cd0e5d-8d51-473c-90ab-4ec0169a4f0aΜε την έβδομη, πιο πρόσφατη, αλλά σημαντικότερη και ωριμότερη, κατά την άποψή μου, ποιητική συλλογή Μυστικοί άνθρωποι (Κύμα, 2019), ο ποιητής και δημοσιογράφος στο επάγγελμα Γ. Χριστοδουλίδης αξιοποιεί μεν τις κατακτήσεις της προηγούμενής του διαδρομής, αλλά δεν επαναπαύεται ούτε εφησυχάζει. Αντίθετα επιχειρεί και επιτυγχάνει ξεκάθαρα ένα εκφραστικό άλμα  -ιδιαίτερα στα μεγαλύτερα σε έκταση ποιήματα της ανά χείρας συλλογής που αποτελούν χωρίς καμμιά αμφιβολία ποιητική κατάκτηση- δίνοντας πάντα ποίηση δροσερή, ευφάνταστη, πρωτότυπη, διαποτισμένη από γνήσιο ποιητικό αίσθημα και ανατρεπτικό βλέμμα. Ένας ακόμη σημαντικός λόγος που τεκμηριώνει την κομβική θέση της παρούσας συλλογής στο σύνολο της ανοδικής του ποιητικής διαδρομής είναι ότι, ενώ στα προηγούμενά του βιβλία και ειδικότερα στο προηγούμενο Πληγείσες περιοχές τα κυρίαρχα θέματα της ποίησής του (π.χ. έρωτας, ποίηση, εισβολή-κατοχή, παιδική ηλικία, φθορά-θάνατος, κοινωνικός προβληματισμός, υπαρξιακή αναζήτηση κ.ά.) συνυπάρχουν ισότιμα, τώρα όλα τα επιμέρους, οικεία θέματα ενορχηστρώνονται και υποτάσσονται σε δύο δεσπόζουσες θεματικές: τον κοινωνικό και τον υπαρξιακό προβληματισμό· γεγονός που μας επιτρέπει πλέον με ασφάλεια να τον χαρακτηρίσουμε ως κοινωνικό και υπαρξιακό ποιητή.

Τρίτο σημαντικό στοιχείο που αποδεικνύει την ποιητική εγρήγορση και τη συνεχή μέριμνα του Χριστοδουλίδη για πειραματισμό και συνεχή ανανέωση είναι η πιο έντονη και ώριμη πια παρουσία του εξωλογικού στοιχείου στην ποίησή του, το οποίο εντοπίζεται με σαφήνεια για πρώτη φορά στην προηγούμενή του συλλογή.[1] Το σαγηνευτικό εξωλογικό στοιχείο στην ποίηση του Χριστοδουλίδη δεν αφορμάται από μια θεωρητική ή μια επιπόλαια μιμητική στάση, αλλά εκκινεί από μια καίρια βιωματική παρατήρηση, η οποία σταδιακά σχηματοποιείται σε βαθιά πεποίθηση ότι το χάος και το παράλογο βρίσκονται παντού, ότι η λογική και ο ορθολογισμός, δηλαδή, δεν δύνανται να εξηγήσουν ικανοποιητικά τον κόσμο. Δεν είναι τυχαίο, επομένως, ότι το στοιχείο αυτό σχετίζεται άμεσα με την ανάγκη μεταστοιχείωσης και επαναδημιουργίας του κόσμου, με τις ελευθερίες και τις απεριόριστες δυνατότητες που παρέχει η ποιητική φαντασία.[2] Το εξωλογικό στοιχείο συνδέεται, επίσης, έντονα με τις υπαρξιακές αναζητήσεις του ποιητή και αποτελεί στήριγμα στην προσπάθειά του να συγκολλήσει τα θραύσματα μιας πάσχουσας συνείδησης, λειτουργώντας έτσι ως στοιχείο παράπλευρο και συμπληρωματικό προς τον κατακτημένο ρεαλισμό του.[3] Παράλληλα, συνυφαίνεται και με τον έντονο κοινωνικό προβληματισμό του ποιητή, δημιουργώντας ένα ιδιαίτερα σύνθετο ποιητικό σύμπαν με αλλεπάλληλες εικόνες και πολλαπλές αντιθέσεις, το οποίο εντείνει την πολυσημία και ενισχύει την προσπάθεια του να εισχωρήσει στα μύχια της ύπαρξης.[4] Η εισβολή, με άλλα λόγια του εξωλογικού στοιχείου στην ανά χείρας συλλογή τροφοδοτεί με ποιητικό οξυγόνο τις κυρίαρχες θεματικές του βιβλίου προσδίδοντας μιαν ευφάνταστη εκφραστικότητα στην ποίησή του.

Πιο συγκεκριμένα η συλλογή αποτελείται από 49 μικρά, αλλά και μεγάλα σε έκταση ποιήματα τα οποία εκκινούν από την καθημερινότητα, τροφοδοτούνται από τις οικείες και ταπεινές όψεις της, για να αναχθούν όμως πάντα στο επίπεδο της υπαρξιακής ή ποιητικής εμπειρίας, εκεί όπου ο φθαρτός κόσμος μεταμορφώνεται μέσα από το φαντασμαγορικό πρίσμα της ποιητικής αίσθησης. Όπως αποδεικνύει η ανάγνωση του συνόλου του έργου του Χριστοδουλίδη, ο ποιητής γράφει τους ισχυρότερους του στίχους όταν εκκινεί από τα προσωπικά του βιώματα και γίνεται εξομολογητικός. Συνήθως σε μια τέτοια εκκίνηση, το εγώ φτάνει πολύ μακρύτερα από το σημείο που όριζε η αφετηρία του και συναντά το εμείς. Τα περισσότερα από τα ποιήματα της συλλογής καταδεικνύουν με σαφήνεια μια δραματική και, ας το καταθέσω προκαταβολικά, ποιητικά δραστική στροφή του ποιητικού υποκειμένου προς τον εσώτερο βιωματικό του πυρήνα, εκεί όπου μονίμως αναθρώσκουν μνήμες ζωογονητικές (π.χ. ερωτικές, παιδικές), αλλά και πολλές λύπες, ματαιώσεις, διαψεύσεις και οδυνηρές διαπιστώσεις. Συγκλίνουν, με άλλα λόγια, προς ένα ζεύγμα αποσταγμένης πείρας ζωής, πικρίας για τις συντελεσμένες απώλειες και καρτερικού φόβου για τα επικείμενα.

Στα κοινωνικά και βιωματικά ποιήματα της συλλογής ο Χριστοδουλίδης φαίνεται να αρνείται τον ρόλο του απομονωμένου ποιητή, δεν ικανοποιείται με τον ρόλο του θεατή σε μια τραγωδία, αλλά στρέφει το βλέμμα του στα σκοτεινά κελιά των ατομικών δραμάτων της συνεχιζόμενης οικονομικής κρίσης και στα στενά σοκάκια της περιθωριοποιημένης κοινωνίας, διεκδικώντας έναν ενεργό ρόλο για την ποίηση που να συνδέει το αισθητικό αποτέλεσμα με τον κοινωνικό βίο. Αναζητά, με άλλα λόγια, την υπερβατική δύναμη της ποίησης μέσα στο κοινωνικό πλαίσιο που τη γεννά, είτε μιλά για τις ασχήμιες και τα βάσανα, είτε για τις χαρές της ζωής. Η ποίηση, επομένως, για τον Χριστοδουλίδη δεν είναι απλώς ένα καταφύγιο, αλλά μία μαχητική τέχνη που βιώνει τα δικά της πάθη μαζί με τους ανθρώπους. Παράλληλα ο ευαίσθητος ψυχισμός του, με την ειδική υφή της ενηλικίωσής του, μεταφέρει στο παρόν έργο έναν υπόγειο θρήνο· την ίδια την εύθραυστη υφή της υπαρκτικότητας που διαρκώς συνδιαλέγεται με το αναπόφευκτο όριο του θανάτου, δίνοντας έτσι στο βιβλίο την υπαρξιακή δύναμη και το βάθος του.

Θρύμματα

Εκείνη τη στιγμή
που το φλιτζάνι πέφτει στο πάτωμα
και θρυμματίζεται σε εκατό κομμάτια
καταλαβαίνεις τη σημασία της ακεραιότητας
ότι αυτό που λέμε ακέραιο
είναι αυτό που αντιστέκεται να μην σπάσει
αυτό που δεν αφήνεται να πέσει
και να γίνει εκατό κομμάτια
αλλά επιμένει να συγκρατεί
ό,τι το αποτελεί
αποφασισμένο να μην δείξει
ότι είναι τόσο εύθραυστο
όσο ένα φλιτζάνι·
ότι είναι ακριβώς αυτό:
εκατό κομμάτια που κρατιούνται γερά
μεταξύ τους για να δείχνουν ένα. (περισσότερα…)