ΝΠ | Βιβλίο

Το ψυχικό καταπίστευμα στην ποίηση

της ΘΕΩΝΗΣ ΚΟΤΙΝΗ

Τασούλα Καραγεωργίου, Η πήλινη χορεύτρια, Γαβριηλίδης 2019

pilini-xoreutria-tasoula-3karageorgiouΗ όγδοη συλλογή της Τασούλας Καραγεωργίου ανήκει σε εκείνο το είδος της ποίησης που διαλέγεται εκτεταμένα με την παλιότερη γραμματεία αλλά και τη γενεαλογία της ελληνικής γλώσσας. Μιας γλώσσας που αντιμετωπίζεται ως η πολύτιμη κιβωτός του λόγου που κατόρθωσε μελωδικά και ακαριαία να αποτυπώσει το διαχρονικό πάθος της ανθρώπινης μοίρας. Παντού το βλέμμα της κλασικής φιλολόγου που διέρχεται με άνεση και αγάπη περιοχές του λόγου και του μύθου που έχουν αποκτήσει έναν εμβληματικό συμβολισμό στην αυτοσυνειδησία του Έλληνα. (περισσότερα…)

Σχετικά με το σαθρό υλικό του ανθρώπου

του ΜΥΡΩΝΑ ΖΑΧΑΡΑΚΗ

Isaiah_BerlinΤο βιβλίο Το σαθρό υλικό του ανθρώπου αποτελείται από επτά δοκίμια που έγραψε ο Αζάϊα Μπερλίν μέσα σε διάστημα σαράντα ετών. Ο τίτλος του βιβλίου προέρχεται από τη φράση του Καντ ότι τίποτε εντελώς ίσιο δεν μπορεί να προέλθει από ένα ξύλο τόσο στραβό όσο ο άνθρωπος. Τη φράση χρησιμοποίησε παραφρασμένη ο φιλόσοφος Ρόμπερτ Κόλλινγουντ, σε διάλεξή του το 1929, από όπου την άκουσε για πρώτη φορά ο Μπερλίν. Πρόκειται για απλό αλλά και πυκνογραμμένο βιβλίο, φορτωμένο από παραθέματα. Όλα τα δοκίμια τα διατρέχει η αντίληψη ότι κατά τον 19ο αιώνα συντελέστηκε ένα ρήγμα στην ευρωπαϊκή σκέψη: πρόκειται για την παρακμή των ουτοπικών ιδεών που κυριαρχούσαν από την εποχή του Πλάτωνα για δύο χιλιάδες χρόνια. Αυτή η παρακμή έχει ως αποτέλεσμα την πνευματική κατάσταση του σήμερα.

Ο Μπερλίν υποστηρίζει ότι αυτή η καίριας σημασίας αλλαγή επήλθε με τα έργα δύο συγκεκριμένων στοχαστών: του Βίκο και του Χέρντερ. Ενώ ο πρώτος υπέδειξε ότι υπάρχουν ριζικές διαφορές ανάμεσα στις ιστορικές περιόδους που διανύει ένα έθνος και κατά συνέπεια δεν μπορούμε να κάνουμε συγκρίσεις, ο δεύτερος προχώρησε περισσότερο τονίζοντας ότι κάθε πολιτισμός φέρει το δικό του αξιακό σύστημα και έχει μια αναλάβει τη δική του μοναδική αποστολή μέσα στον κόσμο. Τόσο ο Βίκο όσο και ο Χέρντερ, μοιάζει να υπονοεί ο Μπερλίν, υπήρξαν κατά κάποιο τρόπο Ιστορικιστές (ίσως και πρόδρομοι της Ερμηνευτικής), και επηρέασαν πάρα πολύ τον σύγχρονο φιλελεύθερο Ουμανισμό.

Ωστόσο, δεν θα έπρεπε να νομίσει κανείς πως πρόκειται για σχετικιστές στοχαστές, καθώς και οι δύο αποδέχονται ότι υπάρχουν θεμελιώδεις αξίες που είναι κοινές στην ανθρωπότητα, απλώς δεν ταυτίζονται αναγκαία μεταξύ τους. Επομένως, αντίθετα με άλλους επιφανείς διανοουμένους (π.χ. Μαρξ, Νίτσε, Φρόϋντ), οι Βίκο και Χέρντερ δεν ανήκουν στο σχετικισμό, αλλά υποστηρίζουν μια «πολιτισμική πολυαρχία».
Το αποτέλεσμα των ιδεών των Βίκο και Χέρντερ ήταν να καταρρεύσει το δεδομένο σχήμα που θεωρούσαν δεδομένο από την Αρχαιότητα έως τον 18ο αι. Αυτό το σχήμα αποτελούταν από τρεις θέσεις:

  • Κάθε μεγάλο ερώτημα του ανθρώπου επιδέχεται μία και μόνο ορθή απάντηση.
  • Αυτή η απάντηση είναι δυνατό να ανακαλυφθεί κάποτε.
  • Το σύνολο των ορθών απαντήσεων στα επί μέρους ερωτήματα πρέπει να είναι αρμονικό και να μην υπάρχουν συγκρούσεις της μιας με την άλλη.

Όταν τελικώς, και εν πολλοίς χάρη στη συμβολή των Βίκο και Χέρντερ, ανατράπηκε αυτός ο τρόπος σκέψης, έγινε για πρώτη φορά αντιληπτός ο τραγικός χαρακτήρας της ανθρώπινης ζωής: οι επιμέρους αξίες βρίσκονται σε διαρκή σύγκρουση μεταξύ τους και επομένως, το μόνο που μπορούμε να κάνουμε είναι να τις συμβιβάσουμε όσο το δυνατόν καλύτερα. Για παράδειγμα, συχνά συγκρούεται η ελευθερία με την ευτυχία ή η ελευθερία με την ισότητα. Είναι αδύνατο αυτές οι αξίες, αν και θετικές, να εναρμονιστούν πλήρως. Αυτό είναι το δράμα της ζωής μας. Με την ανατροπή του προηγούμενου μοντέλου, εμφανίστηκε το σαρωτικό κίνημα του Ρομαντισμού, που επεδίωκε να ανατρέψει μέχρι τότε όλα τα δεδομένα πρότυπα. Πράγματι, εκεί που ο Ορθολογισμός προέβαλλε τη γνώση, ο Ρομαντισμός αποθέωνε τη βούληση, εκεί που ο Ορθολογισμός υποστήριζε την οικουμενικότητα και το σύνολο, ο Ρομαντισμός αντιπρότεινε το άτομο και τις ιδιαίτερες επί μέρους διαφορές των ανθρώπων στην παράδοση (θρησκεία, γλώσσα, ιστορία).

Isaiah Berlin

Με την έλευση του Ρομαντισμού αντικαταστάθηκε το πρότυπο του σοφού που γνωρίζει όλες τις απαντήσεις στα υπαρξιακά ερωτήματα, από εκείνο του ήρωα που ακολουθεί το προσωπικό του όραμα και ζητάει όλο και περισσότερη ελευθερία για να εκφραστεί. Ενώ όμως έδρασε ως επανάσταση για την απελευθέρωση του ατόμου από την εργαλειοποίηση του ορθολογιστικού τρόπου σκέψης μετά τον Διαφωτισμό, ο Ρομαντισμός στη συνέχεια εξελίχθηκε σε ένα νέο καταπιεστή: φέρνοντας στο προσκήνιο τη βούληση, την ηρωολατρία και τον τραγικό χαρακτήρα της ζωής, οδήγησε στη δημιουργία μορφωμάτων ολοκληρωτισμού (κομουνισμός, φασισμός, εθνικοσοσιαλισμός) που προκάλεσαν εκατόμβες θυμάτων.

Μάλιστα, ένα ενδιαφέρον στοιχείο είναι ότι ήδη από το ξέσπασμα της Γαλλικής επανάστασης (1789), ο Ζοζέφ ντε Μαιστρ, που συνόψιζε τον παλιό κόσμο του έθνους, της θρησκείας και της μοναρχίας, προειδοποιούσε προφητικά για τους κινδύνους που ενείχε η θεμελίωση του κόσμου αποκλειστικά στη λογική και την πλειοψηφία. Επιπλέον, οι σύγχρονες μορφές ολοκληρωτισμού θεωρούνται από τον Μπερλίν αναβιώσεις όσων χάθηκαν από την κυριαρχία του μονόπλευρου Ορθολογισμού.

Ακόμη και οι πρόσφατες αναβιώσεις του εθνικισμού, δημιουργός του οποίου ήταν ο Χέρντερ, αποτελεί απόδειξη ότι με την επικράτηση των ιδεωδών του Διαφωτισμού παραμερίζονται και στις μέρες μας βίαια οι εθνικές αξίες που ύμνησε ο Ρομαντισμός. Ποιο είναι το συμπέρασμα του Μπερλίν; Τόσο ο Διαφωτισμός (18ος αι.) που ύμνησε τον ορθό λόγο, όσο και ο Ρομαντισμός (19ος αι.) που ύμνησε τα συναισθήματα, ξεκίνησαν ως απελευθερωτικά κινήματα για να καταλήξουν σε μια νέα μορφή υποδούλωσης του ανθρώπου: πρόκειται για τη βιομηχανική εργαλειοποίηση και τη φανατική βουλησιαρχία αντίστοιχα.

Σύμφωνα με τον Μπερλίν, το δίδαγμα από αυτά είναι ότι πρέπει να προκύψει μια στάση ζωής που θα αρνείται τη μονομέρεια για χάρη της ολόπλευρης ανάπτυξης του ανθρώπου. Είναι ανάγκη να τεθούν τα θεμέλια μια ανεκτικής και πλουραλιστικής κοινωνίας που θα αποφεύγει τις ακρότητες του παρελθόντος που κόστισαν χιλιάδες ανθρώπινες ζωές. Η σκέψη του Μπερλίν, όπως εκφράζεται ήδη από τον τίτλο του βιβλίου, απορρίπτει κάθε ουτοπία ως βίαιη και επικίνδυνη για την ανθρώπινη ευημερία, ενώ πρεσβεύει ότι ποτέ δεν μπορεί να δοθεί μια οριστική λύση στα διαχρονικά μας προβλήματα.

Κάθε οριστική λύση στα ανθρώπινα προβλήματα είναι ουσιαστικά ανέφικτη. Το μόνο που μπορεί να γίνει είναι ορισμένοι περισσότερο ή λιγότερο επιτυχημένοι συμβιβασμοί.

ΜΥΡΩΝ ΖΑΧΑΡΑΚΗΣ

Σωτήρης Γουνελάς, Γράμμα στον Κώστα Κουτσουρέλη

Gounelas

~.~

Σκέψεις εν είδει επιστολής πάνω στο βιβλίο του Κ.Κ.
Η τέχνη που αυτοκτονεί: Για το αδιέξοδο
της ποίησης του καιρού μας, Μικρή Άρκτος, 2019

~ . ~

(περισσότερα…)

Η αβάσταχτη ευρηματικότητα της γραφής του Δημήτρη Καρακίτσου

Η αβάσταχτη ευρηματικότητα της γραφής του Δημήτρη Καρακίτσου

Ένα σχόλιο με αφορμή τη νουβέλα Ζαχαρίας Σκριπ (Ποταμός, Αθήνα, 2019)

της ΑΥΓΗΣ ΛΙΛΛΗ

Ως σάτιρα ορίζει το πέμπτο βιβλίο του ο Δημήτρης Καρακίτσος, με μια καθόλου ασυνήθιστη συγγραφική πρακτική, η οποία εντούτοις δεν παύει ποτέ να γοητεύει και να προσελκύει το ενδιαφέρον του αναγνώστη που αγαπά να συνδιαλέγεται (και να συνεργάζεται) ποικιλοτρόπως με τον συγγραφέα και το κείμενο (την ίδια στιγμή που συμβαίνει και το αντίστροφο, βεβαίως). Με αυτή την κλασική περικειμενική πρακτική λοιπόν, δηλαδή μια συγγραφική δήλωση επί του είδους στη σελίδα τίτλου, ο συγγραφέας κλείνει από την αρχή το μάτι στον αναγνώστη∙ διευκρινιστικά, επιβεβαιωτικά, καταφατικά, διαζευκτικά, εμπιστευτικά και με πολλούς άλλους τρόπους, διευρύνοντας ουσιαστικά -και κυρίως αυτό- ακόμα περισσότερο τα (ερμηνευτικά) ενδεχόμενα και τις (ειδολογικές ή άλλες) δυνατότητες του κειμένου. Στην περίπτωση του Ζαχαρία Σκριπ δίδεται η εντύπωση ότι με την επιλογή του προσδιορισμού του είδους της σάτιρας (ή του σατιρικού τρόπου) ο Καρακίτσος μάς λέει: «Ναι, είναι σάτιρα, σωστά το καταλάβατε» ή «Ναι, είναι και σάτιρα» ή «Σάτιρα φυσικά, τι άλλο θα μπορούσε να είναι;». Ωστόσο, εν μέσω ανοιχτών ειδολογικών/μορφολογικών και ερμηνευτικών ενδεχομένων, ο Ζαχαρίας Σκριπ σίγουρα δεν είναι μόνο αυτό. Ή εν πάση περιπτώσει, για να πάρουμε τα πράγματα με τη σειρά, παραμένοντας στο περικείμενο, του οπισθοφύλλου αυτή τη φορά,  με αυτό το «σατιρικό κλείσιμο του ματιού στο ρυπαρό μας παρόν», τι είδους σύγχρονες καταστάσεις σατιρίζονται σε αυτό το βιβλίο, που αφηγείται γεγονότα του 1914; Ο βαρύς (και επίκαιρος) αναστεναγμός «Πού να ’σαι τώρα ρε Ζαχαρία;» με ποια ή ποιες αφορμές εκφέρεται; (περισσότερα…)

Μαθαίνοντας ν’ αγαπάμε ως αγαπώντες

Ράινερ Μαρία Ρίλκε,malte1
Οι σημειώσεις του Μάλτε Λάουριντς Μπρίγκε,
Μετάφραση Αλέξανδρος Ίσαρης
Κίχλη 2018

του ΣΩΤΗΡΗ ΓΟΥΝΕΛΑ

Η πρώτη έκδοση στα ελληνικά αυτού του βιβλίου έγινε το 1965 στις εκδόσεις Γαλαξία. Μεταφραστής τους ο Δημήτριος Μπέσκος. Είχα προμηθευτεί τη δεύτερη έκδοση του 1978 (Γαλαξίας-Ερμείας). Το βιβλίο μου είχε κάνει φοβερή εντύπωση. Μολονότι είχα την αίσθηση ότι διαβάζοντάς το χώνεσαι σ’ ένα λαβύρινθο εξομολογήσεων, σκέψεων, εσωτερικών εμπειριών, ενοράσεων και οραματισμών αλλά και διαπιστώσεων για τη ζωή, τους ανθρώπους, την κοινωνία, το θάνατο, την αρρώστια και τόσα άλλα. Θυμόμουν για χρόνια τις ξεχωριστές εκείνες σελίδες όπου προβάροντας ρούχα αποκριάτικα που βρήκε σε μα ντουλάπα και συμπληρώνοντας το ντύσιμό του με μια μάσκα στήθηκε μπροστά στον καθρέφτη – σημειωτέον ότι η μητέρα του τον έντυνε με κοριτσίστικα ρούχα γιατί είχε πεθάνει η μικρή της κόρη ― φτάνει «να χάσει κάθε αίσθηση του εαυτού του― έπαψε να υπάρχει», όπως γράφει. Ταυτίστηκε με την εικόνα του καθρέφτη. (περισσότερα…)

Βιβλία-γρίφοι, γοητευτικά αινίγματα

της ΘΕΩΝΗΣ ΚΟΤΙΝΗ

Παναγιώτης Βούζης, Δικαιοσύνη, Κοινωνία των (Δε)κάτων, 2019

Vouzis01Δικαιοσύνη, παράξενος τίτλος για ένα παράξενο βιβλίο. Το τρίτο ποιητικό βιβλίο του Βούζη καταγράφει την εξαρθρωμένη κοινωνική και πολιτική κατάσταση της Ελλάδας της κρίσης, του χαοτικά διασυνδεδεμένου κόσμου που αναπαράγεται αυτοματικά και παγιδεύεται τερατικά στην πολλαπλή δικτύωση της τεχνολογίας και των απρόσωπων κέντρων εξουσίας. Ένας κόσμος- σπασμένος καθρέφτης και κάθε όψη του κάτοπτρο επάλληλων πραγματικοτήτων που στη συστρωμάτωσή τους καταργούνται αμοιβαία, αφού δεν κατορθώνουν να συναντηθούν. Προκειμένου να στήσει αυτό τον άκεντρο κόσμο, ο Βούζης υιοθετεί μια γραφή χωρίς κέντρο και μια φωνή που διασπείρεται σε πλήθος φωνές, σε παράλληλες εκδοχές της συνείδησης. Όχι με τον τρόπο της πολυφωνικής ενορχήστρωσης του λόγου, αλλά με την αυτιστική ταυτοχρονία πολλών φορέων του λόγου που δεν διαλέγονται.

Είναι ένας κόσμος γνωστός: ο μέσος άνθρωπος που διαβιοί στο καθεμέρα, οι άνεργοι, οι πρόσφυγες, το χρέος, οι κυβερνήσεις, οι τράπεζες,  ο λαός της οθόνης και των μέσων κοινωνικής δικτύωσης. Αυτός όμως ο γνωστός κόσμος, φασματικά ιδωμένος, χάνει τη στιβαρότητά του και μεταμορφώνεται σε ένα φάντασμα ακοινωνησίας: παράλληλα, ασύμβατα, ασυνάρτητα γεγονότα εκπίπτουν σε συμβάντα, παράλληλα υποκείμενα –φορείς του λόγου δεν γίνονται πρόσωπα αλλά παραμένουν μηχανικοί εκφωνητές ενός παραληρήματος. Ας δούμε ένα δείγμα:

Κάθε ημέρα

Να τη φέρεις στο σπίτι μετά το σχολείο
αν αφήνουμε πίσω πολλούς που δεν έχουν
στα σκουπίδια μαζεύονται ήσυχοι φόνοι
με γκριμάτσες που κάνουν οι δούλοι των πρώτων
η βαρύτητα ρίχνει τα όμορφα λόγια
ξεχωρίζοντας όσους πιο εύκολα σπάζουν
ο επίσημος φόβος μιλά στις ειδήσεις
στ’ αλήθεια πεθαίνουν μαζί απ’ αγάπη
τον βραβεύσανε μόλις κατάντησε κλόουν
και αυτή την ημέρα σε φίλησα άδεια
απ’ τους πρόσφυγες ένας κοιτάζει εσένα
η απίστευτη θέση κοντά στους σπουδαίους
στη δουλειά μάς μαθαίνουν τον άκακο λύκο
η βαρύτατη θλίψη του άνθρωπου δίχως.

Εδώ διαπλέκονται ο κοινότοπος λόγος της αστικής καθημερινότητας, τα τηλεοπτικά στερεότυπα, σπαράγματα μιας μόλις αρθρωμένης προσπάθειας να απευθυνθείς σε ένα πραγματικό «εσύ», η ουδέτερη, διαπιστωτική φωνή που φέρει τη «βαρύτατη θλίψη του άνθρωπου δίχως». «Η βαρύτατη θλίψη του άνθρωπου δίχως» είναι το ζητούμενο  της συλλογής. Αυτό το δίχως το απεικονίζει με τη σκηνογραφία ενός κόσμου που έχει χάσει την συνείδηση του ανθρώπινου, άρα την ικανότητα να βιώσει το τραγικό και εκπίπτει σε μια καρικατούρα. Στερούμενος το βάθος απλώνεται οριζόντια, ολοένα μη πραγματικός στη συνείδηση, παρ’ όλη ή μάλλον εξαιτίας της φαντασμαγορικής δυστοπίας του. Γι’ αυτό και ο Βούζης, για να σαρκώσει αυτό το τεχνητό τοπίο, κάνει συχνές νύξεις σε στοιχεία της ποπ κουλτούρας, των υπερηρώων  των κόμικ, της εικονικής κυβερνοπραγματικότητας τύπου matrix, συνθέτοντας σε ορισμένα ποιήματα μια φουτουριστική παρωδία της μεταμοντέρνας κατάστασης. Αυτή την πραγματικότητα την κατοικούν η σκόνη του Άρη που καλύπτει την πόλη, πρόσωπα άδεια «από την οθόνη», «οι φοβερότερες selfie με θέα τη συντέλεια», «πολύχρωμα χαλίκια ντοπαμίνης ριγμένα παντού», «το κακό μεταιωμένο από τους υπερήρωες/ και η κατάργηση του φόρου για όσα δεν είχες ποτέ».

Sprint

η κοινή γνώμη βουτά στην απορία πώς από
τόσο μικρή απόσταση η διαδήλωση έχασε
το γκολ μ’ αποτέλεσμα πλάι στη Μαύρη Θάλασσα να
χτυπήσει κόκκινο η αληθινή φαντασία του
τραπεζίτη-Θεού ενώ η Σοφία του μαζί
με μια φίλη για κάλυψη συναντιόταν με τον πιο
όμορφο βάτραχο τον τρελό ποιητή που ξέρει
πόσο ακόμη πρέπει να μεγαλώσει αυτό που
κρύβεις κάτω από τη φούστα σου ανάμεσα στα
πόδια πριν αναρτήσεις τη μεταδοτική πολύ
κακία του για να μαραίνει εικονικά λουλούδια αν
τα συνηθισμένα θαύματα γιατρεύουν τη λύπη
τ’ απροσδόκητα έχουν βαριές επιπτώσεις όπως
όταν στο σεξ ξεχνώ αν μου είπε να τελειώσω έξω
ή μέσα και τόσες εργάτριες μέλισσες και τόσο
διάβασμα πριν το διαγώνισμα πάνε στράφι αφού
η έγχρωμη πλευρά της σελήνης δεν γυρίζει με
τίποτα για να βλέπω τη στραγγισμένη ψυχή της.

Σαφής στόχευση η κοινωνική κριτική η οποία σε ορισμένα σημεία είναι υπέρ το δέον πρόδηλη, ιδιαίτερα όταν στρέφεται στην εν Ελλάδι κατάρρευση. Η Ελλάδα της κρίσης είναι κυρίαρχο θέμα στη συλλογή, όπως δείχνουν τα ακόλουθα αποσπάσματα: «στο εξής τους μισθούς θα τους δίνουν με κλήρο/ στον καθένα που θέλει να ζήσει για πάντα/ σε μια χώρα που σβήνει παιδιά και ελπίδες/ περπατούσε η δόξα μονάχη αφότου/ τρομοκράτες αφήσαν λουλούδια στους τάφους», «παραδίνομαι όταν αυξάνουν τον πόνο/ και βραβεύουν εκείνους που ξεκίνησαν πρώτοι/ τη μεγάλη φωτιά στα Γεράνεια Όρη/ η Ελλάδα θα ήταν υπέροχος τόπος […] αλλά τώρα θυμίζει εκούσιο λάθος», «Οι ειδήσεις αρχίζουν/ με τους τίτλους του τέλους/ η Ελλάδα θα γίνει/ εξωγήινη βάση», «η Ελλάδα θα ήταν ο καλύτερος τόπος/ για να βρίσκουν δουλειά αυτοί που μπορούν να τρέξουν/ δυο χιλιόμετρα χωρίς οι σκοπευτές να τους πετύχουν». Ορισμένες φορές, όμως, περισσεύει κάποιος αμετουσίωτος διδακτισμός μέσα από τον παρωδιακό τόνο.

Η ειρωνική ανάγνωση αυτής της πραγματικότητας ενισχύεται από την έντονα έρρυθμο και ταχύ λόγο, αποτέλεσμα της σωρευτικής εκφοράς, της αστιξίας, του συμπαγούς όγκου του κειμένου, αλλά και της σταθερής μέριμνας για ρυθμοποίηση. Γι’ αυτό και η συνειδητή χρήση έμμετρων σχημάτων όπως του αναπαίστου, είτε σε εκτεταμένο δεκατρισύλλαβο είτε σε σπασμένο επτασύλλαβο, όπως επισημαίνει στο προλογικό του σημείωμα ο Νάνος Βαλαωρίτης:

Αναπαιστικό ταχυδρομείο

Η ανίκητη τάση να ξέρεις το τέλος
αν σε δουν θα τρομάξεις από την ασχήμια
στη δουλειά ετοιμάζουν τον νέο μου κλώνο
μα κανείς δεν τολμά να μιλήσει στα ίσια
απ’ τους πρόσφυγες κάποιος θυμίζει εσένα
να γυρίσεις στις έξι χωρίς να με θέλεις   […]

και:

Ο κοινότοπος λόγος

Ο κοινότοπος λόγος
που εκφέρεις με μέτρο
Ο επίσημος φόβος
σαν τανάλια του γέλιου
Οι ουρές των ανέργων
σε παράλληλα μήκη
Η καινούρια σελήνη
σε κλισέ αναρτήσεις […]

Vouzis00Η μέριμνα για την ρυθμική ενίσχυση του στίχου δηλώνει ότι το ποίημα, που αρχικά φαίνεται ως μια σχετικά άμορφη ασθματική μάζα λόγου, έχει υποστεί μεγαλύτερη επεξεργασία από αυτή που αρχικά αντιλαμβάνεται ο αναγνώστης. Ο ρυθμικός τροχασμός του στίχου είναι ιδιαίτερα χρήσιμος, αφού έρχεται να  λειτουργεί ως αντίπαλος πόλος της αντιποιητικής γλώσσας που χρησιμοποιείται συνειδητά. Από την άλλη, λειτουργεί ως το χρονικό ισοδύναμο της ασυνεχούς επείγουσας πραγματικότητας: η τρέχουσα ιδιόλεκτος του διαδικτύου, το ανολοκλήρωτο, αποσπασματικό, συνθηματικό της επικοινωνίας των μέσων δικτύωσης, του στερεότυπου λόγου, η κεκτημένη ταχύτητα των αυτοματισμών του βίου, οι διαλείψεις της τραυματισμένης συνείδησης, μέσα από την επιτάχυνση που τους προσδίδει ο ρυθμικός λόγος, αναδεικνύουν την πυρέσσουσα πορεία  του εκτροχιασμένου νοήματος της ζωής. Αυτό το εκτροχιασμένο νόημα ορισμένες στιγμές μέσα στο ποίημα στέκεται σε κάποιες πιο προσωπικές ή συγκινημένες παύσεις – στάσεις, όπως εδώ: «θα σου φέρω λουλούδια και γλυκά στην κόρη μας/ έχω κρυμμένα όπλα, βιβλία, προπάντων θυμό/ για να κάνουμε την ηρωική έξοδο στο ύψος» ή εδώ: «το μοιρολόγι του Έκτορα του πρώτου επιθετικού/της νεότητας του κόσμου».

Με τέτοια υλικά γίνεται ποίηση; Άλλως πως, είναι η Δικαιοσύνη ένα άξιο λόγου βιβλίο; Η γνώμη μου είναι πως ναι. Το διάβασα σαν γρίφο, το πολιόρκησα ως γοητευτικό αίνιγμα. Το κατανόησα στην ανθρωπιά που ζητούσε μέσα μου. Η ένστασή μου έγκειται στην ανάγκη της αυξημένης αναγνωστικής εγρήγορσης που απαιτεί το βιβλίο που το καθιστά δύσβατο στον απροετοίμαστο αναγνώστη. Τα ατάκτως ερριμμένα υλικά της σύγχρονης συνθήκης του βίου, το βίωμα του «όλα συμβαίνουν καταιγιστικά βίαια πια» ζητούν μια νέα γλώσσα να ειπωθούν και το βιβλίο του Βούζη είναι μια ενδιαφέρουσα και έντιμη προσπάθεια να ανιχνευθεί αυτός ο τρόπος, να συγχρονιστεί η ποιητική γλώσσα με αυτό το ιδίωμα, να γίνει το πρίσμα που διαθλά το φάσμα της νέας υβριδικής «πραγματικότητας» του 21ου αιώνα.

ΘΕΩΝΗ ΚΟΤΙΝΗ

IVA : Σκιαγραφίες ἑνὸς Ἐσόπτρου Β΄

IVA-5-196~.~

I V A

Σκιαγραφίες ἑνὸς ᾿Εσόπτρου
τῆς
ΝΑΤΑΣΑΣ ΚΕΣΜΕΤΗ

ἰχνογραφημένες
ἀπὸ τὸν
Α. Κ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ

~.~

Δ Ο Κ Ι Μ Ι Ο
Μέρος Δεύτερο

 

8.

«Τὸ αὐτοκρατορικὸ κέντρο»

῍Αν ἐπέμενα στὴ λεπτομερειακὴ ἀνάγνωση αὐτῶν τῶν δύο περικοπῶν εἶναι γιατὶ θεώρησα πὼς θὰ μποροῦσαν νὰ χρησιμοποιηθοῦν ὡς εὔστοχη εἰσαγωγὴ σὲ μιὰ βαθύτερη ἐξέταση τῆς φυσιολογίας τοῦ κεσμέτειου Πνεύματος, ποὺ ἡ συγγραφέας παρομοιάζει μὲ ῎Εσοπτρο/Μυστηριώδη ᾿Οθόνη. Νομίζω πὼς εἶναι ὁλοφάνερη ἡ διφυὴς φύση αὐτῆς τῆς ᾿Οθόνης. ῾Υφέρπει ζωτικὴ σὲ ὅλο τὸ βιβλίο καὶ κυκλοφορεῖ ζωηρὴ στὶς ὑγιέστατες φλέβες τῆς συγγραφέως. ῾Η Νατάσα Κεσμέτη/᾿Οθόνη δὲ χάνει εὐκαιρία νὰ ἀντικαθρεφτίζει τὸ ἀπατηλὸ εἴδωλό της. Καθαρὰ καὶ θαμπά, ταυτόχρονα. Μὲ μιὰ τραγικὴ συναίσθηση πάντα γιατὶ μολονότι αὐτὴ ἡ ζώσα Διττότητα εἶναι ὅλο τὸ Εἶναι της, δὲν παύει νὰ εἶναι ἐντέλει καὶ στὶς δυὸ περιπτώσεις Μορφὴ μιᾶς ᾿Ιτιᾶς Κλαίουσας. ῍Ας ἐξηγηθῶ ὅμως περισσότερο. (περισσότερα…)

IVA : Σκιαγραφίες ἑνὸς Ἐσόπτρου Α΄

IVA-1-200

~.~

I V A

Σκιαγραφίες ἑνὸς ᾿Εσόπτρου
τῆς
ΝΑΤΑΣΑΣ ΚΕΣΜΕΤΗ

ἰχνογραφημένες
ἀπὸ τὸν
Α. Κ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ

~.~

Δ Ο Κ Ι Μ Ι Ο
Μέρος Πρῶτο

 

1.

«῞Ο,τι δὲ μοιράζεται, δὲν ὑπάρχει»

Πρὶν ἀπὸ δύο χρόνια (2017) ἡ Νατάσα Κεσμέτη δημοσίευσε ἕνα τελευταῖο ἔργο της, μιὰ «μυθιστορία», μὲ τίτλο «IVA» καὶ ὑπότιτλο «ΕΣΟΠΤΡΟ ΜΥΣΤΗΡΙΩΔΟΥΣ ΟΘΟΝΗΣ». Τὸ βιβλίο, ποὺ ἐκτείνεται σὲ 416 σελίδες, δὲν εἶναι οὔτε εὔβατο, οὔτε εὔληπτο, οὔτε εὐανάγνωστο. ῾Η ἐντύπωση ποὺ σχημάτισα διαβάζοντας καὶ ξαναδιαβάζοντας τὶς σελίδες του ἐξακολουθεῖ νὰ εἶναι πὼς ἡ συγγραφέας μᾶς χάρισε ἕνα ξεχωριστὸ κείμενο ποὺ δὲ μοιάζει μὲ «μυθιστόρημα» μὲ τὴ γνωστὴ σημασία τοῦ ὅρου. ῾Υπῆρξαν στιγμὲς ποὺ εἶχα τὴν αἴσθηση πὼς ὅ,τι διάβαζα δὲν ἦταν «κανονικὸ βιβλίο», (περισσότερα…)

Αναζητώντας μιαν αυθεντική γλώσσα

της ΘΕΩΝΗΣ ΚΟΤΙΝΗ

velentzaΕλένη Βελέντζα, Το φίλημα του ήλιου, Σμίλη 2019

Διάλεξα να μιλήσω για το δεύτερο ποιητικό βιβλίο της Ελένης Βελέντζα, Το φίλημα του ήλιου (Σμίλη, 2019) ως ένα αντιπροσωπευτικό δείγμα της συμπτωματολογίας που παρουσιάζουν αρκετές πρώτες-δεύτερες συλλογές. Οι πρώτες συλλογές νέων ποιητών συνήθως κλείνουνε λογαριασμούς με τραύματα, ματαιώσεις, εφηβείες, γονείς, έρωτες και τα συναφή. Γι’ αυτό και συχνά είναι θανάσιμα, δραματικά σοβαρές σαν πράξεις αυτοχειρίας. Παράλληλα, βολιδοσκοπούν το πεδίο κάνοντας έφοδο στη γλώσσα αναγορεύοντάς τη σε μαγική επωδή που θα εξορκίσει τη βασκανία της ύπαρξης. Γι’ αυτό και οι γράφοντες μοιάζουν να ενδύονται το ρόλο του ποιητή λεξιλαγνικά, περιμένοντας πολλά από αυτή την τελεστική μαγεία της λέξης. Τα αποτελέσματα άγουρα ή έσωθεν ναρκοθετημένα, ακόμα και στις περιπτώσεις που πίσω υπάρχει η ψίχα της ποίησης. Αυτή η ψίχα όμως πολεμά να αναδυθεί σε ένα κείμενο που θέλει να μοιάζει υπερβολικά πολύ με ποίημα. Σε αυτή την παγίδα πέφτει και το βιβλίο της Βελέντζα. Παράδειγμα το ποίημα «Οι λέξεις».

Οι λέξεις επιστρέφουν
να πουν τα πράγματα (περισσότερα…)

Γιώργος Χριστοδουλίδης: ένας κοινωνικός και υπαρξιακός ποιητής. Σχόλια στη συλλογή «Μυστικοί άνθρωποι» (Κύμα, 2019).

 του ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΝΙΚΟΛΑΪΔΗ

57cd0e5d-8d51-473c-90ab-4ec0169a4f0aΜε την έβδομη, πιο πρόσφατη, αλλά σημαντικότερη και ωριμότερη, κατά την άποψή μου, ποιητική συλλογή Μυστικοί άνθρωποι (Κύμα, 2019), ο ποιητής και δημοσιογράφος στο επάγγελμα Γ. Χριστοδουλίδης αξιοποιεί μεν τις κατακτήσεις της προηγούμενής του διαδρομής, αλλά δεν επαναπαύεται ούτε εφησυχάζει. Αντίθετα επιχειρεί και επιτυγχάνει ξεκάθαρα ένα εκφραστικό άλμα  -ιδιαίτερα στα μεγαλύτερα σε έκταση ποιήματα της ανά χείρας συλλογής που αποτελούν χωρίς καμμιά αμφιβολία ποιητική κατάκτηση- δίνοντας πάντα ποίηση δροσερή, ευφάνταστη, πρωτότυπη, διαποτισμένη από γνήσιο ποιητικό αίσθημα και ανατρεπτικό βλέμμα. Ένας ακόμη σημαντικός λόγος που τεκμηριώνει την κομβική θέση της παρούσας συλλογής στο σύνολο της ανοδικής του ποιητικής διαδρομής είναι ότι, ενώ στα προηγούμενά του βιβλία και ειδικότερα στο προηγούμενο Πληγείσες περιοχές τα κυρίαρχα θέματα της ποίησής του (π.χ. έρωτας, ποίηση, εισβολή-κατοχή, παιδική ηλικία, φθορά-θάνατος, κοινωνικός προβληματισμός, υπαρξιακή αναζήτηση κ.ά.) συνυπάρχουν ισότιμα, τώρα όλα τα επιμέρους, οικεία θέματα ενορχηστρώνονται και υποτάσσονται σε δύο δεσπόζουσες θεματικές: τον κοινωνικό και τον υπαρξιακό προβληματισμό· γεγονός που μας επιτρέπει πλέον με ασφάλεια να τον χαρακτηρίσουμε ως κοινωνικό και υπαρξιακό ποιητή.

Τρίτο σημαντικό στοιχείο που αποδεικνύει την ποιητική εγρήγορση και τη συνεχή μέριμνα του Χριστοδουλίδη για πειραματισμό και συνεχή ανανέωση είναι η πιο έντονη και ώριμη πια παρουσία του εξωλογικού στοιχείου στην ποίησή του, το οποίο εντοπίζεται με σαφήνεια για πρώτη φορά στην προηγούμενή του συλλογή.[1] Το σαγηνευτικό εξωλογικό στοιχείο στην ποίηση του Χριστοδουλίδη δεν αφορμάται από μια θεωρητική ή μια επιπόλαια μιμητική στάση, αλλά εκκινεί από μια καίρια βιωματική παρατήρηση, η οποία σταδιακά σχηματοποιείται σε βαθιά πεποίθηση ότι το χάος και το παράλογο βρίσκονται παντού, ότι η λογική και ο ορθολογισμός, δηλαδή, δεν δύνανται να εξηγήσουν ικανοποιητικά τον κόσμο. Δεν είναι τυχαίο, επομένως, ότι το στοιχείο αυτό σχετίζεται άμεσα με την ανάγκη μεταστοιχείωσης και επαναδημιουργίας του κόσμου, με τις ελευθερίες και τις απεριόριστες δυνατότητες που παρέχει η ποιητική φαντασία.[2] Το εξωλογικό στοιχείο συνδέεται, επίσης, έντονα με τις υπαρξιακές αναζητήσεις του ποιητή και αποτελεί στήριγμα στην προσπάθειά του να συγκολλήσει τα θραύσματα μιας πάσχουσας συνείδησης, λειτουργώντας έτσι ως στοιχείο παράπλευρο και συμπληρωματικό προς τον κατακτημένο ρεαλισμό του.[3] Παράλληλα, συνυφαίνεται και με τον έντονο κοινωνικό προβληματισμό του ποιητή, δημιουργώντας ένα ιδιαίτερα σύνθετο ποιητικό σύμπαν με αλλεπάλληλες εικόνες και πολλαπλές αντιθέσεις, το οποίο εντείνει την πολυσημία και ενισχύει την προσπάθεια του να εισχωρήσει στα μύχια της ύπαρξης.[4] Η εισβολή, με άλλα λόγια του εξωλογικού στοιχείου στην ανά χείρας συλλογή τροφοδοτεί με ποιητικό οξυγόνο τις κυρίαρχες θεματικές του βιβλίου προσδίδοντας μιαν ευφάνταστη εκφραστικότητα στην ποίησή του.

Πιο συγκεκριμένα η συλλογή αποτελείται από 49 μικρά, αλλά και μεγάλα σε έκταση ποιήματα τα οποία εκκινούν από την καθημερινότητα, τροφοδοτούνται από τις οικείες και ταπεινές όψεις της, για να αναχθούν όμως πάντα στο επίπεδο της υπαρξιακής ή ποιητικής εμπειρίας, εκεί όπου ο φθαρτός κόσμος μεταμορφώνεται μέσα από το φαντασμαγορικό πρίσμα της ποιητικής αίσθησης. Όπως αποδεικνύει η ανάγνωση του συνόλου του έργου του Χριστοδουλίδη, ο ποιητής γράφει τους ισχυρότερους του στίχους όταν εκκινεί από τα προσωπικά του βιώματα και γίνεται εξομολογητικός. Συνήθως σε μια τέτοια εκκίνηση, το εγώ φτάνει πολύ μακρύτερα από το σημείο που όριζε η αφετηρία του και συναντά το εμείς. Τα περισσότερα από τα ποιήματα της συλλογής καταδεικνύουν με σαφήνεια μια δραματική και, ας το καταθέσω προκαταβολικά, ποιητικά δραστική στροφή του ποιητικού υποκειμένου προς τον εσώτερο βιωματικό του πυρήνα, εκεί όπου μονίμως αναθρώσκουν μνήμες ζωογονητικές (π.χ. ερωτικές, παιδικές), αλλά και πολλές λύπες, ματαιώσεις, διαψεύσεις και οδυνηρές διαπιστώσεις. Συγκλίνουν, με άλλα λόγια, προς ένα ζεύγμα αποσταγμένης πείρας ζωής, πικρίας για τις συντελεσμένες απώλειες και καρτερικού φόβου για τα επικείμενα.

Στα κοινωνικά και βιωματικά ποιήματα της συλλογής ο Χριστοδουλίδης φαίνεται να αρνείται τον ρόλο του απομονωμένου ποιητή, δεν ικανοποιείται με τον ρόλο του θεατή σε μια τραγωδία, αλλά στρέφει το βλέμμα του στα σκοτεινά κελιά των ατομικών δραμάτων της συνεχιζόμενης οικονομικής κρίσης και στα στενά σοκάκια της περιθωριοποιημένης κοινωνίας, διεκδικώντας έναν ενεργό ρόλο για την ποίηση που να συνδέει το αισθητικό αποτέλεσμα με τον κοινωνικό βίο. Αναζητά, με άλλα λόγια, την υπερβατική δύναμη της ποίησης μέσα στο κοινωνικό πλαίσιο που τη γεννά, είτε μιλά για τις ασχήμιες και τα βάσανα, είτε για τις χαρές της ζωής. Η ποίηση, επομένως, για τον Χριστοδουλίδη δεν είναι απλώς ένα καταφύγιο, αλλά μία μαχητική τέχνη που βιώνει τα δικά της πάθη μαζί με τους ανθρώπους. Παράλληλα ο ευαίσθητος ψυχισμός του, με την ειδική υφή της ενηλικίωσής του, μεταφέρει στο παρόν έργο έναν υπόγειο θρήνο· την ίδια την εύθραυστη υφή της υπαρκτικότητας που διαρκώς συνδιαλέγεται με το αναπόφευκτο όριο του θανάτου, δίνοντας έτσι στο βιβλίο την υπαρξιακή δύναμη και το βάθος του.

Θρύμματα

Εκείνη τη στιγμή
που το φλιτζάνι πέφτει στο πάτωμα
και θρυμματίζεται σε εκατό κομμάτια
καταλαβαίνεις τη σημασία της ακεραιότητας
ότι αυτό που λέμε ακέραιο
είναι αυτό που αντιστέκεται να μην σπάσει
αυτό που δεν αφήνεται να πέσει
και να γίνει εκατό κομμάτια
αλλά επιμένει να συγκρατεί
ό,τι το αποτελεί
αποφασισμένο να μην δείξει
ότι είναι τόσο εύθραυστο
όσο ένα φλιτζάνι·
ότι είναι ακριβώς αυτό:
εκατό κομμάτια που κρατιούνται γερά
μεταξύ τους για να δείχνουν ένα. (περισσότερα…)

Ο Roger Scruton, ο Συντηρητισμός και η Newspeak της σύγχρονης Αριστεράς

του ΜΥΡΩΝΑ ΖΑΧΑΡΑΚΗ

Τι είναι Αριστερά, και τι Δεξιά; Ζούμε σε μια εποχή όπου οι πολιτικές διαμάχες έχουν λάβει έναν ιδιαίτερα οξύ χαρακτήρα και όμως οι περισσότεροι δυσκολευόμαστε να απαντήσουμε αυτή τη στοιχειώδη ερώτηση. Με μια σύντομη περιήγηση στην ελληνική Βικιπαίδεια, μπορεί να δει κανείς ότι εκεί ορίζονται ως «Αριστερές», οι αντιλήψεις που:

«α) Αντιμάχονται την αδικία, τις βαθιές ανισότητες και τις διακρίσεις που απορρέουν από την ταξική δομή της καπιταλιστικής κοινωνίας, β) Προωθούν την κοινωνική ισότητα, την φιλία και την συνεργασία ανάμεσα στα έθνη και τους λαούς, με σεβασμό στην κουλτούρα κάθε λαού, γ) Αγωνίζονται για ουσιαστική παιδεία και μόρφωση που να αφορά όλα τα μέλη της κοινωνίας, εναντίον του σκοταδισμού είτε εθνικιστικού, είτε θρησκευτικού».

Αντίθετα, ο όρος «Δεξιά»:

«αναφέρεται στις πολιτικές που προωθούν την ιδέα της συντήρησης. Η ιδεολογία της δεξιάς ασπάζεται την προάσπιση των θρησκειών και των εθνικών παραδόσεων, γιατί αποτελούν, κατ’ αυτή, αναπόσπαστο στοιχείο κάθε κοινωνίας, απαραίτητο για την μετεξέλιξη και τη διαρκή πρόοδό της. Η δεξιά εμφανίζεται υπέρμαχη μόνο του οικονομικού φιλελευθερισμού, ενώ αντιτίθεται στον πολιτικό φιλελευθερισμό, τις πολιτικές ελευθερίες, στην ανεξιθρησκία και το διαφορετικό».

Με λίγα λόγια, έχουμε μια Αριστερά που κατέχει ένα ολοφάνερο ηθικό πλεονέκτημα (δικαιοσύνη, φιλία, συνεργασία, σεβασμό, διαφωτισμό) εναντίον μιας Δεξιάς που είναι συνδεδεμένη με όλα τα κακά (ανελευθερία, μη ανεκτικότητα, μίσος στο «διαφορετικό»). Μα, θα αναρωτηθεί κανείς, πώς είναι δυνατόν να υπάρχουν τόσο κακοί και διεφθαρμένοι άνθρωποι που να στηρίζουν αυτή την πολιτική τάση που λέγεται «Δεξιά»; Και αν τελικά η διαφορά ανάμεσα σε Δεξιά και Αριστερά είναι τόσο απλή και σαφής, γιατί μας είναι τόσο δύσκολο (τουλάχιστον σε όσους από μας δεν αναμασάμε κομματικά συνθήματα) να πούμε κάτι πιο συγκεκριμένο από το παραπάνω; Μάλλον κάτι άλλο συμβαίνει λοιπόν. Κάτι που ενώ το διαισθανόμαστε, μας είναι δύσκολο να το προσδιορίσουμε. Μια σύντομη ιστορική επισκόπηση κρίνεται αναγκαία.

Ο αιώνας που πέρασε έχει δίκαια ονομαστεί «εποχή των ιδεολογιών», καθώς οι συγκρούσεις μεταξύ κρατών έλαβαν χαρακτηριστικά ιδεολογικών συγκρούσεων.

Ωστόσο, πρώτη η Γαλλική Επανάσταση του 1789 ήταν που άνοιξε τα μάτια των θεωρητικών της πολιτικής και τους έκανε να συλλάβουν τις δυνατότητες για μια μαζική πολιτική εκμετάλλευση των ιδεολογιών. Ήταν αυτή που εδραίωσε οριστικά τις αξίες της Νεοτερικότητας, βάση των οποίων αποτελεί η βεβαιότητα πως ο κόσμος μας βρίσκεται σε συνεχή πρόοδο. Τότε καθορίστηκαν οι θεμελιώδεις όροι του πολιτικού φάσματος. Συγκεκριμένα, στις 11 Σεπτεμβρίου, οι Γάλλοι βουλευτές της Συντακτικής Εθνοσυνέλευσης συνήλθαν προκειμένου να αποφασίσουν σχετικά με το βασιλικό βέτο. Όσοι από αυτούς τάχθηκαν υπέρ, τοποθετήθηκαν δεξιά από τον πρόεδρο της συνεδρίας, ενώ όσοι ήταν κατά, αριστερά. Έκτοτε ο συντηρητισμός ονομάστηκε «Δεξιά», ο σοσιαλισμός «Αριστερά», ενώ ο φιλελευθερισμός φαίνεται ότι εκπροσωπούσε το «Κέντρο», μια μεσολάβηση ανάμεσα σε αυτά τα δύο. Αυτή η διαφοροποίηση αντικατόπτριζε το πώς αντιλαμβανόταν καθεμιά την κοινωνική μεταβολή: ο συντηρητισμός επεδίωκε μια όσο το δυνατόν μεγαλύτερη επιβράδυνση και ομαλή μετάβαση, ο φιλελευθερισμός αποσκοπούσε σε ήπιες αλλά και σταθερές μεταρρυθμίσεις, και τέλος, ο σοσιαλισμός επεδίωκε να γίνουν ριζοσπαστικές αλλαγές στην κοινωνία. Ωστόσο, με την επικράτηση της αστικής τάξης και την εδραίωση του βιομηχανικού καπιταλισμού, ο συντηρητισμός της παράδοσης (δηλαδή ο οποίος αντιλαμβανόταν τον κόσμο ως ένα ιεραρχικό σύστημα που στηρίζεται στη θεϊκή τάξη και υποστήριζε τα δικαιώματα της κληρονομικής αριστοκρατίας των φέουδων) ουσιαστικά παρήκμασε και εξαφανίστηκε.

Ωστόσο, στα τέλη του 19ου αιώνα έκανε την εμφάνισή της μια (άκρα) Δεξιά με εθνικιστικό πρόσημο, που πλέον δεν επεδίωκε την παλινόρθωση αλλά την εγκαθίδρυση μιας νέας κοινωνικής τάξης. Διαφορετική από τον συντηρητισμό-νοσταλγό του μεσαιωνικού και χριστιανικού παρελθόντος, ήταν ριζοσπαστική και αντιλαμβανόταν την πολιτική ως δαρβινική πάλη για την «επιβίωση του ισχυρότερου». Ο πόλεμος του 1870 ήταν  η πρώτη διεθνής σύγκρουση που ερμηνεύτηκε με δαρβινικούς όρους. Αυτός ο νέος συντηρητισμός με τον εθνικιστικό, ιμπεριαλιστικό, κρατικιστικό και βίαια αντιαριστερό του λόγο, ουσιαστικά υπήρξε η γέφυρα μετάβασης από τον παραδοσιακό συντηρητισμό του 19ου αιώνα στον εθνικιστικό ριζοσπαστισμό του 20ού.

Συγκεκριμένα, μετά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, η Ευρώπη είδε τη σύγκρουση αυτών των τριών μεγάλων ιδεολογιών: ο φιλελευθερισμός αποσκοπούσε στην εθνική αυτονομία και αυτοδιάθεση των λαών, ο (νέος) συντηρητισμός επεδίωκε την εθνική, στρατιωτική κυριαρχία, ενώ ο σοσιαλισμός ήθελε να εγκαταστήσει μια παγκόσμια κομουνιστική κοινωνία, πέρα από τα όρια των εθνικών κρατών. Η ιδεολογική διαμάχη ενσαρκώθηκε σε διαμάχη ανάμεσα σε κράτη. Εκμεταλλευόμενος λοιπόν το πνευματικό κλίμα της Ευρώπης στον 20ό αιώνα, ο φασισμός, γέννημα του (νέου) συντηρητισμού, έκανε τη δυναμική του εμφάνιση προωθώντας έναν χαρισματικό ηγέτη, ο οποίος μπορούσε να κατευθύνει τις μάζες μέσα από λέξεις και σύμβολα και να ωθήσει σε έναν νέο πόλεμο. Ο νέος πόλεμος, που έφερε και την οριστική συντριβή του φασισμού, άνοιξε τον δρόμο στο ψυχροπολεμικό τοπίο: η αντιπαράθεση πλέον ήταν ανάμεσα στα φιλελεύθερα κράτη της Δύσης και τον ρωσικό σοσιαλισμό. Μετά την εσωτερική αποσύνθεση και την πτώση των μεγάλων σοσιαλιστικών καθεστώτων, απέμεινε πρακτικά ο φιλελευθερισμός ως ο απόλυτος κυρίαρχος στο διεθνές γίγνεσθαι.  Ο 20ός αιώνας έκλεισε έτσι με την τριπλή νίκη της φιλελεύθερης δημοκρατίας: πρώτα έναντι των μεγάλων αυτοκρατοριών, έπειτα εναντίον των διάφορων φασισμών, και τέλος εναντίον του κομουνιστικού σοσιαλισμού. Ο νεοφιλελευθερισμός και η σοσιαλδημοκρατία, οι δύο σημαντικότερες πολιτικές τάσεις της εποχής μας, δεν είναι στην πραγματικότητα δύο αντιτιθέμενα συστήματα, αφού κανένα από τα δύο δεν επιδιώκει την κατάργηση του καπιταλιστικού συστήματος, αλλά περισσότερο ως διαμάχη ανάμεσα σε δύο διαφορετικές εκδοχές του φιλελευθερισμού, η μια από τις οποίες δίνει έμφαση στην κοινωνική δικαιοσύνη (σοσιαλδημοκρατία-Αριστερά), ενώ η άλλη στην ατομική ελευθερία και την οικονομική ανάπτυξη μέσω επενδύσεων (νεοφιλελευθερισμός-Δεξιά). Μάλιστα, τις τελευταίες τρεις δεκαετίες η Αριστερά εστιάζει την κριτική της στην υποχώρηση της σοσιαλδημοκρατίας (κράτος πρόνοιας) υπέρ του νεοφιλελευθερισμού. Σήμερα, δεδομένης της διασφάλισης της δημοκρατίας, το ερώτημα (που λαμβάνει κυρίως οικονομικό χαρακτήρα) είναι αν πρέπει να δοθεί προτεραιότητα στην ελευθερία ή στην ισότητα. Σχηματικά, θα μπορούσε να πει κανείς ότι η σύγκρουση νεοφιλελευθερισμού και σοσιαλδημοκρατίας έγκειται στην προτίμηση ενός από τα δύο στοιχεία της φιλελεύθερης δημοκρατίας: ο νεοφιλελευθερισμός επιμένει σθεναρά υπέρ του φιλελεύθερου στοιχείου, επιζητώντας τη διευρυμένη επάνοδο των αρχών του κλασικού φιλελευθερισμού του laissez-faire, ενώ οι πολυποίκιλες εκδοχές της σοσιαλδημοκρατίας επιδιώκουν την υπέρβαση των ανισοτήτων, και σε τελική ανάλυση του ίδιου του καπιταλισμού, απορρίπτοντας το δίλημμα «επανάσταση ή μεταρρύθμιση» υπέρ του προτάγματος «επανάσταση μέσω μεταρρύθμισης», το οποίο προβάλλουν ως ένα περαιτέρω βήμα εκδημοκρατισμού.

Αυτά για το Κέντρο και την Αριστερά. Τι σημαίνει όμως Δεξιά σήμερα; Πώς εμπλέκεται ο σύγχρονος συντηρητισμός με τη διαμάχη σοσιαλδημοκρατίας και νεοφιλελευθερισμού; Αρχικά, ο σημερινός συντηρητισμός ελάχιστη σχέση έχει με τον νέο συντηρητισμό, ο οποίος όπως είδαμε προέβαλε έναν επιθετικό και αντιφιλελεύθερο εθνικισμό. Πρόκειται έτσι για την τρίτη, κατά σειρά, μορφή συντηρητισμού, η οποία έχει κοινό με τις προηγούμενες την έμφαση στην υπεράσπιση των παραδοσιακών αξιών. Σήμερα, ενώ ο νεοφιλελευθερισμός και η σοσιαλδημοκρατία τείνουν να ζητούν μια όλο και μεγαλύτερη διεθνική συνεργασία στο πλαίσιο της Παγκοσμιοποίησης, επιδιώκοντας ισχυρές αλλαγές στην οικονομία και την πολιτική, ο σύγχρονος συντηρητισμός επιδιώκει να διασώσει ορισμένες αξίες του παρελθόντος: έθνος, θρησκεία, παράδοση, αλλά και τις βασικές αρχές της φιλελεύθερης δημοκρατίας. Αντίθετα λοιπόν με τη σύγχρονη Αριστερά που τονίζει την κρατική δράση απέναντι στο άτομο και με το φιλελεύθερο Κέντρο, που δίνει το προβάδισμα στην ατομική πρωτοβουλία, η Δεξιά θέτει την κοινωνία υπεράνω και του κράτους και του ατόμου. Ένας από τους σημαντικότερους υποστηρικτές του πολιτικού Συντηρητισμού ήταν ο Βρετανός φιλόσοφος και συγγραφέας, Sir Roger Scruton. Εδώ θα ασχοληθούμε με την παρουσίαση και τον σχολιασμό του βιβλίου του Τρελοί, Τσαρλατάνοι, Ταραχοποιοί: διανοούμενοι της Νέας Αριστεράς (2015), που αποτελεί συνέχεια και επανεπεξεργασία του προηγούμενου έργου του, Διανοούμενοι της Νέας Αριστεράς (1985). Ο Scruton ασκεί εδώ κριτική σε μια πλειάδα σύγχρονων διανοουμένων, από τους Sartre, Althousser και Foucault, ως τους Horkheimer, Adorno, Gramsci, Lucacs, Badiou και Zizek. Το βιβλίο διαπνέεται από μια κεντρική ιδέα: πρέπει να απελευθερώσουμε τον πολιτικό διάλογο από την κατάσταση στην οποία τον έχει εγκλωβίσει η Αριστερά και η κληρονομιά της, από την εποχή του Marx. Σε αυτό, πάντα σύμφωνα με τον Scruton, καλείται σήμερα να διαδραματίσει καίριο ρόλο η συντηρητική Δεξιά.

Τι ακριβώς είναι όμως η Αριστερά; Τι σημαίνει Αριστερός; Σύμφωνα με τον Scruton, ο Αριστερός σήμερα είναι ένας άνθρωπος που αισθάνεται και συμπεριφέρεται σαν να τον έχει προδώσει σύσσωμη η κοινωνία στην οποία ζει. Είναι ο άνθρωπος που θα μπορούσε να βρει τον εαυτό του στην περίφημη φράση του Μεφιστοφελή του Faust: «είμαι το πνεύμα που πάντα αρνείται», καθώς μόνιμη επιδίωξή του είναι η άρνηση και ο υποβιβασμός του υπαρκτού χάρη του ιδεατού. Αυτό που υποβιβάζει όμως η Αριστερή σκέψη δεν είναι τίποτε άλλο από τα μεγάλα επιτεύγματα του Δυτικού πολιτισμού: το κράτος δικαίου, ο διαχωρισμός των εξουσιών, το δικαίωμα στην ιδιοκτησία κ.λ.π. Σύμφωνα με τον Scruton, ο Marx, ίσως ο μεγαλύτερος Αριστερός διανοητής όλων των εποχών, εμπνεόταν από μια μεγάλη πηγή, που δεν είναι άλλη από το μίσος για όσους κατέχουν ιδιοκτησία και δύναμη. Συνάμα, ο Marx υπήρξε ένας πρώτης τάξεως πολιτικός προπαγανδιστής. Ένα από τα σπουδαιότερα όπλα του, σύμφωνα με τον Scruton, ήταν η διάκριση της επιστήμης από την ιδεολογία. Συγκεκριμένα, προσφέροντας μια συστηματική φιλοσοφία της ιστορίας και μια θεωρία της εργασιακής αξίας, η σκέψη του Marx κατόρθωσε να περιβληθεί με τον μανδύα της επιστήμης, εκτοπίζοντας (ακόμη και τους σοσιαλιστές) αντιπάλους του ως απλούς «ιδεολόγους». Σε αυτό συνέδραμε σημαντικά η “Newspeak” (όρος του George Orwell), μια ειδική μορφή γλώσσας, που αντί να περιγράφει την πραγματικότητα, επιχειρεί να ασκήσει έλεγχο πάνω της. Η Newspeak συνεχίζει να ευδοκιμεί και σήμερα, στα χείλη των πάσης φύσεως Αριστερών διανοητών.

Μάλιστα, η μεγαλύτερη απόδειξη της επιτυχίας της, κατά τον Scruton, είναι ότι έπεισε τόσους ανθρώπους ότι ο φασισμός και ο κομουνισμός είναι απόλυτα αντίθετοι, παρά την ιστορική εμπειρία. Μέχρι σήμερα, ταλαντούχοι ιστορικοί όπως ο Hobsbawm, ο Thompson και ο Perry Anderson δε διστάζουν να μεταχειρίζονται μαρξιστικά σχήματα για να αναδείξουν την ανωτερότητα του υπαρκτού σοσιαλισμού, ενώ στοχαστές και φιλόσοφοι όπως ο Zizek ή ο Badiou, πασχίζουν να μας πείσουν ότι ο ολοκληρωτισμός των κομμουνιστικών κρατών υπήρξε κάτι θετικό και αυτόχρημα καλύτερο από τον ακροδεξιό ολοκληρωτισμό. Έτσι, σχεδόν κάθε αντιπαραβολή του φασισμού με τον κομουνισμό είναι αναγκασμένη να τονίζει την απόλυτη αντίθεση ανάμεσα στον κόλαση της φασιστικής πράξης και την υπόσχεση για επίγειο παράδεισο της προδομένης κομουνιστικής θεωρίας. Οι όροι δεν είναι τυχαίοι: εκτός από συμπάθεια σε ολοκληρωτικές τάσεις, μεγάλες μερίδες της Αριστεράς έχουν κατά καιρούς εκδηλώσει μια εσχατολογία και έναν μεσσιανισμό (όσον αφορά τον ιστορικό ρόλο του προλεταριάτου), πίσω από τους οποίους εύκολα ανιχνεύει κανείς έναν ψευδοθρησκευτικό ζήλο. Επιπλέον, εξαιτίας της επιμονής του στην «ολική» σύλληψη (και μεταβολή) της κοινωνίας, ο μαρξισμός πλησιάζει όχι μονάχα τις παραδοσιακές θρησκείες αλλά και με τον «υπ’ αριθμόν ένα εχθρό του και ομόαιμο αδελφό του», τον φασισμό. «Η ρητορική της ολότητας κρύβει την άδεια θέση στην καρδιά του συστήματος, εκεί που θα έπρεπε να είναι ο θεός» γράφει ο Scruton. Σε αυτό συνηγορεί η τάση για αίρεση και διχασμό, διαρκώς παρούσα στον Αριστερό χώρο:

«υπάρχει στην Αριστερά ένας αξιοσημείωτος φόβος για τις αιρέσεις, μια επιθυμία να διαφυλαχθεί η ορθοδοξία και να κυνηγηθεί ο αντιφρονών μαρτυρούν περί αυτού η απάντηση του Αλτουσέρ στον μαρξιστικό ανθρωπισμό, οι επιθέσεις του Άντερσον στον Ε.Π. Τόμσον, η καταγγελία από τον Μπαντιού εκείνων που ακολουθούν το “simulacrum” αντί για το αληθές Συμβάν, η κολσμενη αναζήτηση του Λούκατς των κακοήθων “-ισμών” της ημέρας, και η καταγγελία των ‘δευψο-διανοουμένων” από τον Σαρτρ» (σ.  321)

Βέβαια, ομολογεί ο Scruton, η Αριστερά έχει βγάλει πλέον τα μαρξιστικά γυαλιά. Η σύγχρονη αποδομητική Αριστερά, κατά Scruton, τείνει στην υποβάθμιση της έννοιας της αντικειμενικότητας, του ορθολογισμού και κάθε παράδοσης χάρη ενός προγράμματος που δεν έχει καν σαφείς πολιτικές επιδιώξεις. Ποίες είναι όμως οι επιδιώξεις της; Σύμφωνα με τον Scruton, η σύγχρονη Αριστερά έχει δύο κυρίως στόχους σήμερα: όλο και μεγαλύτερη κοινωνική ισότητα με κάθε τρόπο αφενός, και ατομική χειραφέτηση από το αστικό σύστημα αφετέρου (θα μπορούσε εδώ κανείς να φέρει στο μυαλό του τη σεξουαλική απελευθέρωση του Μάη του ’68). Όπως λέει ο ίδιος:

«Η ίδια συλλογιστική που έχει στόχο να καταστρέψει τις ιδέες της αντικειμενικής αλήθειας και της απόλυτης αξίας, επιβάλλει την πολιτική ορθότητα ως απολύτως δεσμευτική και τον πολιτιστικό σχετικισμό ως αντικειμενική αλήθεια» (σελ. 268).

Παρά το γεγονός ότι τα ιδεώδη της ισότητας και της ελευθερίας είναι ουσιαστικά ασύμβατα, η Αριστερή εμμονή επιβιώνει και αναπαράγεται ασταμάτητα. Αντίθετα, οι Δεξιές προσεγγίσεις βρίσκονται κατά κανόνα στο περιθώριο του εκπαιδευτικού συστήματος και περιφρονούνται από τα μέσα επικοινωνίας (σ. 320). Εύκολα να το διακρίνει κανείς μέσα στα Πανεπιστήμια, όπου:

 «σχεδόν όλοι όσοι ασπάζονται τις σχετικιστικές “μεθόδους” που εισήχθησαν στις ανθρωπιστικές επιστήμες από τους Φουκώ, Ντεριντά και Ρόρτυ, είναι σφοδροί υποστηρικτές ενός κώδικα πολιτικής ορθότητας που καταδικάζει την απόκλιση με απόλυτους και αδιάλλακτους όρους. Η σχετικιστική θεωρία υπάρχει για να στηρίζει ένα απολυταρχικό δόγμα […]Η επίθεση στο νόημα που ανέλαβαν οι αποδομιστές δεν είναι επίθεση στα “δικά μας” νοήματα, που παραμένουν ακριβώς αυτό που πάντα ήσαν: ριζοσπαστικά, εξισωτικά και παραβατικά. Είναι επίθεση στα νοήματά “τους”-τα νοήματα που διαφυλάχθηκαν από μια παράδοση καλλιτεχνικής σκέψης και πέρασαν από γενιά σε γενιά με τις παλιές μορφές λογιοσύνης» (σελ. 266-267).

Παρά την απαγκίστρωσή τους από τον μαρξισμό και την παταγώδη αποτυχία του υπαρκτού σοσιαλισμού, οι Αριστεροί διανοούμενοι δεν πτοήθηκαν. Αντίθετα, ανέλαβαν την υποχρέωση να επικρίνουν το καπιταλιστικό σύστημα: ο Foucault αφιέρωσε το έργο του στην αναγωγή κάθε στοιχείου της κοινωνίας των πολιτών σε μυστικές σχέσεις εξουσίας, η Σχολή της Φραγκφούρτης εξαπέλυσε επιθέσεις ενάντια στην παρακμή της τέχνης με τη μαζική κουλτούρα και αιρετικοί στοχαστές όπως ο Veblen και ο Galbraith προσπάθησαν τόσο επίμονα να μας πείσουν ότι ο καταναλωτισμός δεν είναι αναγκαία συνέπεια της δημοκρατίας αλλά μια παθολογική μορφή της. Με έναν λόγο, η νέα αριστερά έκανε αυτοσκοπό της την άνευ όρων κριτική του καπιταλιστικού συστήματος και την επινόηση διαρκώς νέων μορφών «απελευθέρωσης» από τις συνέπειές του. Παράλληλα όμως ενυπάρχει μέσα της και η επιθυμία της να μας δείξει  πως η διαφορά ανάμεσα στα ολοκληρωτικά κράτη του υπαρκτού σοσιαλισμού και τις φιλελεύθερες δημοκρατίες της Δύσης δεν είναι και τόσο μεγάλη. Είτε μιλάμε για τον Sartre, τον Lucacs, τον Adorno, τον Hobsbawm, ή τον Badiou, η στάση είναι κοινή: το έγκλημα δε συνιστά έγκλημα αν ο στόχος του είναι η ουτοπία.

Συνοψίζοντας, τα διάφορα Αριστερά οράματα, παρά τις επιμέρους διαφορές τους, έχουν ένα σημαντικό κοινό στοιχείο: την απορρόφηση όλων των εξουσιών της κοινωνίας από το κράτος (σ. 313). Σε αυτό ακολουθούν κατά πόδας τα σοσιαλιστικά κράτη του 20ού αιώνα. Σε τελική ανάλυση, όλες οι επιμέρους εκδοχές αριστερίστικου λόγου (ιδιαίτερα μετά τον γαλλικό Μάη) όχι απλώς δε στηρίζουν ουσιαστικά τους κοινωνικά καταπιεσμένους υπέρ των οποίων κόπτονται, αλλά εκφράζουν τις ονειρώξεις ορισμένων επηρμένων διανοούμενων, που εκμεταλλεύονται την «αστική δημοκρατία» και την οικονομική άνεση που τους προσφέρει το καπιταλιστικό σύστημα για να το επικρίνουν. Όταν ο κομουνιστής διανοούμενος μιλάει για «ταξική συνείδηση» του προλεταριάτου δεν τον απασχολεί η αληθινή αντίληψη της πραγματικού προλεταριάτου (αφού θεωρεί κάθε έκφρασή της «οπορτουνισμό»). Αυτό που τον νοιάζει είναι η ιδεατή και αφηρημένη σύλληψη που έχει κατασκευάσει ο ίδιος. Πότε έκανε κάποια χειρωνακτική εργασία ο Lucacs, o Lenin, O Engels και σε τελική ανάλυση, ο ίδιος ο Marx; Τι γνώριζαν οι συγκεκριμένοι για την αληθινή εξαθλίωση των ανθρώπων; Στο μυαλό τους, οι εργάτες αποτελούν μονάχα μια απλή αφαίρεση για την επίτευξη των διανοουμενίστικων Αριστερών ονειρώξεων, καταλήγει ο Scruton. Αυτή η αδιαφορία για τα πραγματικά ανθρώπινα όντα που αποτελούν την εργατική τάξη καθιστά δυνατή την εξόντωσή τους στον εμπειρικό κόσμο των κομουνιστικών καθεστώτων (σ. 115).

Φαίνεται πως ο Scruton θεωρεί εδώ (και το έχει πει ρητά αλλού) ότι ο κύριος λόγος που η πλειονότητα της διανόησης ανήκει στην Αριστερά, είναι η ανάγκη της να διαφοροποιηθεί από τον απλό λαό, υποστηρίζοντας ριζοσπαστικές ιδέες που διαπνέονται από φλογερό μεταρρυθμιστικό ζήλο. Οι διανοούμενοι είχαν την τάση να πιστεύουν σε ουτοπίες ήδη από την εποχή του Πλάτωνα, ακριβώς επειδή πίστευαν πως θα έπρεπε οι ίδιοι να έχουν τον καθοδηγητικό ρόλο μέσα σε αυτές. Το μεγαλύτερο ψέμα της η Αριστερής διανόησης, συμπεραίνει, ήταν η ιδέα ότι όλα τα προβλήματα της ζωής μπορούν να λυθούν με την πολιτική. Με αυτόν τον τρόπο απλώς υπέτασσαν την κοινωνία στο κράτος. Στην πραγματικότητα, είναι αδύνατο να εξαφανίσουμε κάθε πηγή κακού στον κόσμο μας. Το μόνο που μπορούμε να κάνουμε είναι ορισμένες μικρές αλλαγές, προς όφελος της δικαιοσύνης και της ανθρωπιάς. Αυτό όμως δεν γίνεται μονάχα με την πολιτική: η υψηλή τέχνη, η θρησκευτική λατρεία και οι γνήσιες κοινωνικές συναναστροφές μπορούν να πετύχουν περισσότερα πράγματα από τις διαμαρτυρίες και τις πολιτικές επεμβάσεις. Οι σκοποί της ζωής προκύπτουν από τις ελεύθερες ενώσεις μας και όχι από την καταναγκαστική πειθαρχία μια εξισωτικής ελίτ. Αυτό είναι που η Αριστερά αδυνατεί να καταλάβει και γι’ αυτό δε θα δει κανένας στα γραπτά συγγραφέων όπως ο E.P. Tompson εγκωμιασμό για τις γιορτές, τις ομάδες κρίκετ, τις χορωδίες, τις λέσχες χορού και την πλούσια αγγλική κοινωνική ζωή, όσο και αν ο τελευταίος εγκωμιάζει με πάθος και λυρισμό την αλληλεγγύη της εργατικής τάξης στις πόλεις (σ. 314). Η κριτική του Scruton απέναντι στον πολιτικό μεσσιανισμό και την ουτοπία, ο Scruton τόνιζε την ανάγκη για ομορφιά, ελεύθερες ενώσεις και πολιτισμό. Η λύση που αντιπροτείνει ο Scruton στα Αριστερά οράματα δεν είναι λοιπόν άλλη από τη διάκριση κράτους και κοινωνίας των πολιτών (σ. 315).

Παραθέτοντας ένα απόσπασμα από τους πλατωνικούς Νόμους, (να σημειωθεί ότι ο Scruton φαίνεται να θεωρεί τον Πλάτωνα ως έναν διανοούμενο που ανένηψε από τον πειρασμό του ολοκληρωτισμού), εξηγεί ότι το onus probandi στην πολιτική συζήτηση δεν ανήκει στους συντηρητικούς υποστηρικτές της φιλελεύθερης δημοκρατίας, αλλά αντίθετα στους ίδιους τους Αριστερούς ριζοσπάστες διανοητές.  Εδώ θυμάται κανείς τα σύντομα videos από τον οργανισμό Prager U, όπου συντηρητισμοί σαν τον Dennis Prager και τον Jordan Peterson εξηγούν γιατί θεωρούν τη σύγχρονη Αριστερά είναι κίνδυνος για τη δημοκρατία. Θα υποτιμούσε βέβαια κανείς τον Scruton αν παραβλέποντας την αξιοσημείωτη ευρυμάθεια, τη διεισδυτικότητα και το βρετανικό χιούμορ του, τον τοποθετούσε απροβλημάτιστα στον χώρο του συντηρητισμού, ως έναν ακόμη εκπρόσωπό του. Ο πειρασμός να παραβλέψει κανείς τις ατέλειες του βιβλίου του είναι λοιπόν μεγάλος. Οφείλουμε όμως να επισημάνουμε ότι ο Scruton δεν είναι αμερόληπτος: αν και αναγνωρίζει την ευφυΐα των Sartre και Foucault, συχνά ταυτίζει την Αριστερά με τις ακραίες εκδηλώσεις της. Το βιβλίο του είναι σε τελική ανάλυση έργο αγανάκτησης και ό,τι κερδίζει από αυτό σε γλαφυρότητα το χάνει σε κριτική ανάλυση. Λόγω της επιθυμίας του να καταδικάσει, ο Scruton αφιερώνει λιγότερο χρόνο στο να κατανοήσει: τόσο τις ιδιαιτερότητες του εκάστοτε Αριστερού ρεύματος όσο και τις ιστορικές αιτίες ανάδυσής του. Με αποτέλεσμα το παρόν βιβλίο του συχνά να διαβάζεται, λόγω της γλαφυρότητάς του, από άτομα που δεν έχουν την ευστροφία και την ωριμότητα του Scruton και ως εκ τούτου είναι πολύ λιγότερο πρόθυμα να διακρίνουν οτιδήποτε θετικό στην Αριστερή σκέψη.

Εδώ αξίζει μια παρατήρηση. Όπως είναι γνωστό, κάθε οργάνωση των ανθρώπινων όντων συνεπάγεται άσκηση εξουσίας. Στη μαζικοδημοκρατική κοινωνία που ζούμε όμως οι έννοιες της ιεραρχίας και της παράδοσης έχουν πέσει σε κάποια δυσμένεια. Οι άνθρωποι θέλουν να είναι ίσοι μεταξύ τους και να μη δεσμεύονται από κανενός είδους αυθεντία ή έθιμο. Γι’ αυτό και οι νέες μορφές κοινωνικής εξουσίας τείνουν στην ισοπέδωση της ιεραρχίας και προχωρούν σε (φαινομενικά) ηπιότερους τρόπους άσκησης της εξουσίας. Οι πολιτικοί σήμερα, στην πλειοψηφία τους, μιλούν εξ ονόματος του λαού αλλά και αυτοπροβάλλονται ως γνήσια τέκνα του, οι μοντέρνοι εργοδότες προσπαθούν να κάνουν τους εργαζομένους τους να νιώθουν μάλλον ως ισότιμοι συμμέτοχοι στη λύση προβλημάτων παρά ως «υφιστάμενοί» τους, ενώ όλο και περισσότεροι εκπαιδευτικοί των ημερών μας τονίζουν την ισότητα μεταξύ παιδιών και ενηλίκων, η σχέση των οποίων δεν πρέπει κατ’ αυτούς να είναι μια σχέση μετάδοσης πληροφοριών από τον γνώστη στον αμαθή αλλά «κατασκευή» της πραγματικότητας μέσα από την κοινή εμπειρία και των δύο (κονστρουκτιβισμός). Οι Αριστεροί διανοητές που περιγράφονται στο βιβλίο επιδιώκουν ακριβώς αυτό: αφενός την απαγκίστρωση από την παράδοση, αφετέρου τη διάλυση της ιεραρχίας και την καθιέρωση ισότητας με κάθε δυνατό τρόπο.

Επομένως, μάλλον ο Scruton δεν είναι εντελώς ακριβής σε αυτό: δεν είναι η ανάγκη των διανοουμένων για διαφοροποίηση από τη «μάζα» που τους ωθεί σε Αριστερές τάσεις, αλλά αντίθετα, η ανάγκη τους να παριστάνουν ότι βρίσκονται εγγύς σε αυτή και ότι είναι ίσοι και όχι ανώτεροί της. Έτσι, θα μπορούσε να πει κανείς, η Αριστερά είναι μια πολιτική τάση κομμένη και ραμμένη στα μέτρα της μαζικοδημοκρατικής εποχής μας. Ωστόσο, ας μην το κρύβουμε, το βιβλίο είναι ένα αριστούργημα, μια σύγχρονη εκδοχή της “trahison des clercs” που έχει πολλά να πει και στη χώρα μας. Σε τελική ανάλυση, ο Scruton έχει διττό στόχο: τόσο την απαγκίστρωση των διανοουμένων από τις ουτοπικές (και συχνά ολοκληρωτικές) πολιτικές τάσεις, όσο και την ουσιαστική κάλυψη του χάσματος ανάμεσα σε διανοούμενους και απλούς πολίτες, πράγματα που στην ουσία αποτελούν δύο όψεις του ίδιου νομίσματος.

ΜΥΡΩΝ ΖΑΧΑΡΑΚΗΣ

«Άνθρωποι μέσα στο κεχριμπάρι»: σχόλια πάνω στην ποιητική συλλογή του Γιώργου Καλοζώη «Η πλαστικότητα των μορίων» (2/2)

499288(Συνέχεια…) Η ποίησή του, ως εκ τούτου, αντικατοπτρίζοντας και μεταδίδοντας τόσο τον φοβερό και αμετακίνητο τρόμο της ύπαρξης όσο και τον γκρεμό της ανθρώπινης μοναξιάς και τη ματαιότητα της ανθρώπινης συνεννόησης, δεν μπορεί παρά να βρίσκεται σε μετωπική σύγκρουση με μια τέχνη που εξυπηρετεί το αστικό κατεστημένο, το οποίο προβάλλει την ολοκληρωμένη πραγμάτωση μιας στατικής ομορφιάς και μιας ψευδούς προόδου. Επιχειρεί, με άλλα λόγια, να φωτίσει και ταυτόχρονα να ανατρέψει την κυρίαρχη ψευδαίσθηση του σύγχρονου ανθρώπου, πως ο κόσμος αναπτύσσεται και προοδεύει αενάως· μια ψευδαίσθηση που έχει ενισχυθεί σε μεγάλο βαθμό από την ιδέα που έχει ο δυτικός πολιτισμός για την πρόοδο, που χρονολογείται από την εποχή του Διαφωτισμού, και από την αμερικάνικη επιταγή για συνεχή ανοδική κίνηση. Βέβαια η πρόοδος, μάς λέει ο ποιητής, δεν είναι παρά μια κατασκευή. Για τούτο έχουμε ενώπιόν μας εικόνες ωμές από τα εσώψυχα του ανθρώπου, από την ένταση των νευρώνων του, από την ικανότητά του να υποφέρει δίχως να κλείνει τα μάτια, εικόνες που έχουν συλληφθεί με τρομακτική διαίσθηση και ποιητική ενόραση. Αυτές μας προσκαλούν, λοιπόν, σε ένα θέαμα που μπορεί από την πρώτη ματιά να φαίνεται παράλογο, άγριο και οδυνηρό, αλλά που η αγριότητά του αποκαλύπτεται κυρίως σε ένα δεύτερο επίπεδο, αφού δεν συνδέεται με τις ορατές εκφάνσεις του, αλλά με τον βαθύτερο χαρακτήρα του, δίνοντας μορφή στην αμφιβολία, τη μοναξιά και την αγωνία του καιρού μας. Και αυτή η δεσπόζουσα για το καλοζωικό σύμπαν αγωνία και μοναξιά τρέφεται ουσιαστικά από μια υπερβολική προσήλωση στο ευάλωτο και ατελές της ανθρώπινης φύσης.

ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΜΕΣΑ ΣΤΟ ΚΕΧΡΙΜΠΑΡΙ
Τα χέρια των ποδιών μου
αλλά και τα πόδια των χεριών
μου δεν μπορούν να κινηθούν
ούτε η κνήμη του κεφαλιού
μου κι η χωρίστρα των γονάτων μου
είμαστε άνθρωποι που εγκλωβίστηκαν
μέσα στο κεχριμπάρι
δάκρυα μην κυλήσετε δεν έχετε πού
να πάτε
βλεφαρίδες δεν έχετε πού να πέσετε
σάλια δεν έχετε πού να τρέξετε
είμαστε οι απομονωμένοι άνθρωποι
μέσα στο κεχριμπάρι
κάποιοι από μας είναι με τα ρούχα
της δουλειάς και τις ανοιχτές
ομπρέλες άλλοι είναι γυμνοί την
ώρα που λύγιζαν το ένα πόδι για
να βγουν απ΄ την μπανιέρα
άλλοι την ώρα που κατέθεταν
στις τράπεζες τις επιταγές το χέρι
τους έμεινε για πάντα τεντωμένο προς
τον υπάλληλο
ακούστε με λοιπόν προσεκτικά
με τα νεύρα (όχι τους θυμούς)
με τα τύμπανα
(όχι τα μουσικά όργανα)
με τους κοχλίες (όχι τις βίδες)
με τους λαβύρινθους
(όχι τα κτήρια)
δεν επιλέξαμε αυτό το τέλος
όπως δεν επιλέξαμε την αρχή
κι οι πιο παρανοϊκοί που χτίζουν
γύρω από τα σπίτια και τους
εαυτούς τους τις πιο ψηλές
περιφράξεις συναγερμοί κάμερες
περιπολίες τη νύχτα από
σεκιουριτάδες
θα παρανοήσουν ακόμη περισσότερο
και το άγχος τους θα διαχυθεί
επινεμόμενη ψύχωση επειδή
οι άλλοι θα τους βλέπουν για πάντα
ορατοί και μέσα στο πιο σκοταδένιο
σκοτάδι
αυτοί που θα ΄ρθουν μπορεί να
γελάσουν να κοροϊδέψουν τους
ακίνητους επειδή θα κινούνται
ω ακινητοποιημένοι μη δώσετε
σημασία είστε οι κάτοικοι του Δία
κι ακόμη χειρότερα άλλων πλανητών
με μεγαλύτερη βαρύτητα
παρηγορηθείτε γιατί είστε τα
πρωτοξάδελφα των βραδυπόδων
είστε τα μεγάλα ποτάμια που
κουράστηκαν να ρέουν κι είπαν
να κυλήσουν πίσω
τη στιγμή της απόφασης ούτε
μπρος ούτε πίσω
είστε ακριβώς στη στιγμή που
η ψυχή δεν ήρθε σε σας αλλά
ούτε φεύγει από εσάς
το χρονοδιάστημα ανάμεσα στο
κάτι πριν αυτό προκύψει και στο
επόμενο ό,τι και να είναι αυτό
είστε μέσα στο κεχριμπάρι
όπως η λιβελούλα το κουνούπι
η μύγα
ω εσείς που κάποτε ήσασταν
απαρηγόρητοι παρηγορηθείτε
το τίποτα που θα ρθεί δεν μπορεί
να σας κατηγορήσει για τίποτα

hqdefaultΛαμβάνοντας τα πιο πάνω υπόψη, τα ποιήματα της ανά χείρας συλλογής μάς επιτίθενται σαν αλλεπάλληλες προπαγανδιστικές ενέργειες στοχεύοντας το σαθρό, ωφελιμιστικό αστικό, εκκλησιαστικό και κοινωνικό κατεστημένο. Συχνά στη συλλογή ο ποιητής φτάνει στο έσχατο σημείο ειρωνείας και κυνισμού μπροστά στον σύγχρονο άνθρωπο που είναι τόσο στραμμένος προς τα έξω, τόσο απορροφημένος στη συσσώρευση αγαθών ή στο τι σκέφτονται οι άλλοι, ώστε να χάνει κάθε αίσθηση του εαυτού του. Γι’ αυτό η ποίηση του Kαλοζώη γεννιέται στην ουσία από μιαν οδυνηρή και επίμονη εστίαση στην ύπαρξη, ακόμη και όταν επιδεικνύει αγριότητα. Αυτή είναι η πηγή της ζωντάνιας του έργου του, χάρη στην οποία το αρνητικό μετατρέπεται στο αντίθετό του χωρίς να χάνει κανένα από τα τρομερά χαρακτηριστικά της φύσης και της προέλευσής του. Το επαναλαμβάνω: ο Καλοζώης δεν τρέφει αυταπάτες ότι μπορεί να υπάρξει οποιαδήποτε μορφή λύτρωσης, εκτός από εκείνη που η τέχνη μπορεί να προσφέρει με τις εικόνες οδύνης, φρίκης και συχνά αποστροφής. Μια λύτρωση που στην περίπτωσή του ταυτίζεται με τη μεγαλειώδη ομορφιά της ποίησής του. Για τον λόγο αυτό το έργο του έρχεται σε ολοφάνερη αντίθεση με την αυτάρκεια και την ψεύτικη βεβαιότητα που φαίνεται να διακατέχει τον σύγχρονο «μέτριο» άνθρωπο του αστικού κατεστημένου, τον τεχνοκράτη που κλεισμένος στο «κεχριμπάρι» του, νομίζει ότι εξουσιάζει τη φύση και ορίζει τον ρου της ιστορίας. Η ποίησή του Καλοζώη, επομένως, υπαινίσσεται συνεχώς ότι ο ανθρώπινος πολιτισμός δεν είναι παρά ένα ανεπαρκές ανάχωμα, ένα ακόμη προσωπείο, το οποίο επινοήθηκε με σκοπό να επικαλύψει το αίσθημα του ανεκπλήρωτου και του αναπότρεπτου που φωλιάζει στα βάθη της ανθρώπινης  ύπαρξης. Γι’ αυτό είναι χωρίς αμφιβολία ένας από τους σύγχρονους καλλιτέχνες που βιώνουν εντονότερα την κατάσταση κρίσης της υστεροαστικής κουλτούρας.

ΟΙ  ΜΕΤΡΙΟΙ  ΑΝΘΡΩΠΟΙ
Τα εμετικά φάρμακα δεν ωφέλησαν
η ολοκληρωμένη γνώση η ανάλυση
ο μερισμός και καταμερισμός του κόσμου
σε είδη τομείς και κατηγορίες
ούτε η εύκολη προσαρμογή συνώνυμη
μιας δήθεν ευφυίας
ούτε οι αποδείξεις όλων αυτών
τα δύσκολα πτυχία τα πιστοποιητικά
οι υπνωτικές παρακολουθήσεις
υπήρχαν πράγματα που έπρεπε
να βγουν π.χ. η υποήπειρος  Ινδία που
μετακινείται σπρώχνοντας τα Ιμαλάια
κάθε χρόνο μερικά χιλιοστά
ο Ινδικός με τα πολύχρωμα ψάρια
ωκεανός
κι άλλα μικρότερα και πιο κοντινά
ας πούμε τα συνηρημένα της αρχαίας
ελληνικής ρήματα
οτιδήποτε δυσκολεύει τη ζωή έπρεπε
να βγει είτε απ΄ τον πρωκτό είτε από
το στόμα
οι έρωτες ζηλωτές της επιθυμίας
οι καλλωπισμένες γυναίκες
ηλεκτροφόρα καλώδια γυμνά που
σε αφήνουν να τις πλησιάσεις
με χέρια που δεν τα έχεις
σκουπίσει ακόμα βρεγμένα
κοινωνικοποιήσεις κυκλικές που
δεν ωφελούν τους άντρες σκύλους
που τρέχουν γύρω γύρω απ΄ την
ουρά τους
σχολεία με παραβατικούς μαθητές
κι απροσάρμοστους γονείς που
υπερασπίζουν πάση θυσία τα
παιδιά τους
και φαγητά(το πιο αυτονόητο)
γαρνιρισμένα με λάσπη και
κακόψητες πέτρες
όλα αυτά έπρεπε να βγουν είτε απ΄
τον πρωκτό είτε από το στόμα
διπλωνόμουν συστρεφόμουν αλλά
τα έντερα η κοιλιά ο λάρυγγας ήταν
ακόμα στη βρεφική ηλικία ανίκανα
να φωνάξουν ή να μιλήσουν και
τότε σκεφτόμουν τι είναι αυτό
το σάπιο το μολυσμένο το τοξικό
που έπρεπε να το ξεράσω
ανίκανος να παραδεχθώ πως ήταν
ο κόσμος όλος που περιστρέφεται
τα πράγματα όλα και όλες οι
ονομασίες των πραγμάτων πιο
σημαντικές από τα ίδια τα πράγματα
κι οι σπάτουλες που θα μπορούσαν
να βοηθήσουν ήταν μέσα στα
παγωτατζίδικα και τα ιατρεία
κι απ΄τις ατέλειωτες οικοδομές είχαν
φύγει με την οικονομική κρίση
τίποτα πνευματικό δεν υψωνόταν
τίποτα πνευματικό δεν απλωνόταν
παρά μόνο η έπαρση των μέτριων
ανθρώπων
τους μέτριους ανθρώπους που
ήταν συναθροισμένοι γύρω μου
και μερικούς τους είχα καταπιεί
ήθελα να ξεράσω
αλλά καθώς φαίνεται οι σεισμικές
πλάκες εντός μου ακόμη δεν
μετακινούνταν μόνο τα Ιμαλάια
υψώνονταν συνέχεια  πιεσμένα από
τα νότια αδιάφορα παγερά
λίγα χιλιοστά για κάθε χρονιά αλλά
χιλιάδες μέτρα για την αιωνιότητα

OLYMPUS DIGITAL CAMERA

OLYMPUS DIGITAL CAMERA

Εστιάζοντας τώρα στο πώς, στο ποιητικό εργαστήρι, με άλλα λόγια, του ποιητή, παρατηρούμε ότι με την αυθόρμητη, ως επί το πλείστον, τεχνική του, ο Kαλοζώης επιχειρεί να δείξει σε μια κοινωνία που όσο λιγότερο δημιουργεί τόσο περισσότερο παράγει ότι, αν η παραγωγή είναι συνώνυμη της εργασίας, η δημιουργία είναι συνώνυμη του παιχνιδιού. Για αυτό μπροστά σε ένα συνειρμικό και χειμαρρώδες ποίημα του Καλοζώη μπαίνουμε ανυποψίαστοι και μετά δεν μπορούμε να σταματήσουμε, λες και πέφτουμε σε ένα βάραθρο. Η παρατήρηση και η ανάγνωση αποκτά σημασία αφ’ εαυτής· όχι μέσω των πραγμάτων και των εννοιών που διαβάζουμε, αλλά λόγω του γεγονότος και μόνο ότι διαβάζουμε. Κανείς δεν θα μπορέσει να περιγράψει πλήρως ένα ποίημα του Καλοζώη. Ο χρόνος των ποιημάτων του δεν έχει τελειώσει, γιατί ακριβώς δεν ξεκίνησε ποτέ. Η ποίησή του λειτουργεί προφανώς σαν γλωσσικός μηχανισμός, σαν ερώτημα που εμφανίζεται σταδιακά και επίμονα στη διαδικασία της γραφής, μιας γραφής που δεν περιορίζεται ποτέ στην παρουσία της, στις σχέσεις που τη συνιστούν. Παρουσιάζεται απεναντίας ως άρνηση του εαυτού της και της δομικά περιορισμένης ύπαρξης της, ως αέναη τάση προς μια ετερότητα η οποία την εδραιώνει και της δίνει ζωή. Έτσι ο χώρος του ασυνειδήτου ταυτίζεται ακριβώς με αυτή την ετερότητα, η οποία δεν εκφράζεται ούτε απεικονίζεται, αλλά υποκαθιστά τη δυνατότητα αποκάλυψης του ασυνεχούς και του κενού της ανθρώπινης ύπαρξης.

Πρέπει να επισημανθεί εμφατικά, ωστόσο, ότι ο ρευστός ποιητικός του κόσμος δεν ήταν ούτε είναι ποτέ εξωπραγματικός, δηλαδή, φυγή από την πραγματικότητα ή άρνηση, αλλά το μοναδικό μέσο που μπορεί να εκφράσει ο ποιητής τη μοναδική έγκυρη πραγματικότητα σε μια δεδομένη στιγμή: την πραγματικότητα δηλαδή του εσωτερικού ανθρώπου. Αυτό δεν σημαίνει, βεβαίως, ότι ο πραγματικός κόσμος δεν υπάρχει ή ότι η τέχνη κλείνεται στον εαυτό της, αλλά αντίθετα ότι το ποίημα φιλοδοξεί να οικοδομήσει μια νέα αντιληπτική και εννοιολογική τάξη πραγμάτων. Όχι όμως αυθαίρετη, ανεξάρτητη από το φυσικό, αλλά ικανή να δώσει μορφή στις πιο σκοτεινές και βασανιστικές πλευρές του είναι μας. Πράγματι αυτό που έχει σημασία για τον ποιητή είναι η συνεχής αναζήτηση μιας πνευματικής αρμονίας και η βαθιά πίστη του καλλιτέχνη στον θρίαμβο του πνεύματος επί του χονδροειδούς υλισμού της καθημερινότητάς μας.

Η ποίηση, επομένως, για τον Καλοζώη  έχει μια μυστηριακή, ευεργετική ιδιότητα στο να απαλύνει τις υπαρξιακές αγωνίες του ανθρώπου και να καθαγιάζει τα πάθη του, κάνοντας τη σκέψη και τις ιδέες να μοιάζουν πιο υπαρκτές  από ποτέ, ενώ ταυτόχρονα είναι ένας τρόπος να γίνεται κανείς αιώνιος, έστω για λίγο! Μέσω της ποίησης, μπορείς να προσδώσεις ένα νόημα στο ψυχρό και αδιάφορο σύμπαν που σε περιβάλλει, στο σύμπαν που ήρθες έτσι τυχαία και απροσδόκητα! Όσο διαρκεί ένα ποίημα, είτε για εκείνον που το γράφει είτε για εκείνον που το διαβάζει, μπορεί κανείς να διαρρήξει για λίγο την θνητότητα της ύπαρξής του και να αγκαλιάσει την ασύλληπτη, για τον ανθρώπινο νου, έννοια της αιωνιότητας. Η ποίηση του Καλοζώη, επομένως, δεν άγεται ούτε φέρεται από τους ανέμους του επικαιρικού και τη ζήτηση της αγοράς, δεν περιγράφει επιφανειακά, δεν κραυγάζει ούτε μοιρολογεί, αλλά συγκεντρώνει τα πιο στέρεα κομμάτια της πραγματικότητας, τα επεξεργάζεται, τα αφομοιώνει και τα μετασχηματίζει σε έργα μιας συγκίνησης που διαρκεί και μιας καινούργιας οπτικής των πραγμάτων. Και ίσως αυτή η καινούργια οπτική, που νομοτελειακά οδηγεί τον αναγνώστη στον βαθύτερο εαυτό του, να είναι το σημαντικότερο όφελος που μπορεί να εισπράξει ο σύγχρονος άνθρωπος, είτε γράφοντας είτε διαβάζοντας ποίηση. Γιατί οι ποιητές, όπως γράφει ο Καλοζώης, παρά τη συστηματική και αυξανόμενη περιθωριοποίησή τους από μια τεχνολογική, και τακτοποιημένη αστική κοινωνία, είναι αυτοί «που φέρνουν / στο φως στην επιφάνεια το πετρογενές / τήγμα και τα κλέη τα χαμένα της δικής / σας φριχτής πραγματικότητας» (σ. 30).

Η ΔΙΠΛΗ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ
Είμαστε μέσα στο λατομείο πάνω
στο ούλο της γης
τις περισσότερες φορές
επιστρέφουμε στο φως της επιφάνειας
άπρακτοι γιατί το ορυκτό είναι λίγο
ο κόσμος είναι λίγος η αγάπη είναι
λίγη και η υπομονή
ο πρώτος λατόμος ήταν ο Όμηρος
εμείς παλεύουμε με ό,τι άφησαν οι
προηγούμενοι
εκφραστικά μέσα τεχνικές
ομοδιηγητικούς αφηγητές εγκιβωτισμούς
εσωτερικές εστιάσεις και τρέχα γύρευε
κάποιοι αποφάσισαν παράτολμα να
σκάψουν μέσα τους ήταν λίγοι αλλά
ανακάλυψαν λίμνες και θάλασσες που
φημολογούνταν ανεπίσκεπτες
αυτοί που έσκαψαν μέσα τους βρήκαν
τα φλαμίνγκο αυτοί που απειλούν τα
ποιήματα είναι οι αετοί
αυτοί οι ίδιοι ανακάλυψαν τους
πίθηκους Μπονόμπο
που ξεψειρίζουν ο ένας τον άλλο
που κάνουν έρωτα όλοι με όλους
όλες με όλες και τα παιδιά με τους
γέρους κι όλοι συνυπάρχουν αρμονικά
όσοι αποφάσισαν να σκάψουν μέσα
τους είχαν απώλειες στοές με πάταγο
κατέρρευσαν ήταν τα ψυχοφάρμακα
που δεν κατάπιαν τα υποστυλώματα
και η τέχνη τους έμεινε μισοτέλειωτη
όσοι οδηγούσαν τα βαγόνια πάνω
στη ράγα με τα ποιήματα κάποια
στιγμή είπαν ας στο διάολο πλέον
η φρίκη και οι σιαγόνες στροφές και
οι ομοιοκαταληξίες και οι κοπτήρες
στίχοι και τα αιχμηρά με τις άκρες
ποιήματα
αλλά την επόμενη μέρα πάλι πίσω
στα ίδια
γιατί δεν μπορείς να απαλλαγείς από
το χούι
δεν μπορείς να μην μεταδώσεις έστω
και με παράσιτα την ανταπόκριση
από τα βάθη του ψυχισμού
όποιος είναι τραπεζικός υπάλληλος
ασφαλιστής λογιστής δικηγόρος
πηγαίνει στην καθαρή δουλειά του
κάθε πρωί ξυρισμένος
παρφουμαρισμένος σημαιοστολισμένος
αλλά είναι φάσμα και σκιά κέλυφος
άδειο του τζίτζικα που εξαερώθηκε
εσωτερικά
οι άλλοι αχ αυτοί οι άλλοι φαντάζονται
τόσα πολλά που γίνονται
οι ανεπίδεκτοι του κόσμου οι μουρλοί
οι ανισόρροποι ο περίγελως
τα κορόιδα
αλλά αυτοί είναι που φέρνουν στο
φως στην επιφάνεια το πετρογενές
τήγμα και τα κλέη τα χαμένα της δικής
σας φριχτής πραγματικότητας

Μορφολογικά τώρα, ο Καλοζώης έχει ήδη διαμορφώσει το δικό του προσωπικό ύφος με τον τρόπο που πραγματεύεται τα θέματα και τους ρητορικούς του τρόπους. Η συνομιλία με την ιστορία, η κοινωνική κριτική, η έντονη στοχαστική διάθεση σε υπαρξιακά ζητήματα, η μνήμη, η ειρωνεία και ο σαρκασμός ορισμένες φορές, η διακειμενικότητα (ακριτικά τραγούδια, Καρούζος, Ηράκλειτος, Κάφκα κ.ά), η επανάληψη, και η αμφισημία είναι σημαντικά χαρακτηριστικά της συνειρμικής γραφής του. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο αντιστροφές, ανατροπές και αντιθέσεις προκαλούν συνεχώς έκπληξη και κινητοποιούν τη λογική και το συναίσθημα του αναγνώστη, κυριολεξία και μεταφορά συμπλέκονται σε ένα μείγμα εκρηκτικό, θεματικοί όροι διυλίζονται στο έπακρο, ενώ η πολυσημία που ευνοείται και από την ιδιόμορφη στιχοθεσία του υπηρετεί αφενός την πολυεπίπεδη σημασιολογική λειτουργία του νοήματος και αφετέρου το στοιχείο της έκπληξης. Παράλληλα, τα παίγνια, το χιούμορ, η ειρωνεία, ο αυτοσαρκασμός και η γλωσσοπλασία (π.χ. σκοταδένιο σκοτάδι) αντιμάχονται τη μελαγχολία που προκαλείται από τα σύγχρονα δεινά. Κι όλα αυτά υπηρετούνται από ικανά σε αριθμό και ποιότητα εκφραστικά μέσα: εμπνευσμένες μεταφορές, προσωποποιήσεις, παρομοιώσεις, σύμβολα, αλληγορίες, εντυπωσιακές εικόνες, σημαίνουσες επαναλήψεις, σχήματα κύκλου, ομοηχίες, λογοπαίγνια, παρηχήσεις, οξύμωρα, σε λόγο μάλιστα που βηματίζει ρυθμικά, ακόμη και στην πεζολογική του μορφή.

Κλείνοντας, με την όγδοη κατά σειρά και καλαίσθητη εκδοτικά ποιητική συλλογή Η πλαστικότητα των μορίων, ο Γιώργος Καλοζώης επιχειρώντας και πάλι να γεφυρώσει το χάσμα μεταξύ ορφικού πνεύματος και απολλώνειας ισορροπίας, να συνυπάρξει το ειρωνικό στοιχείο με το τραγικό, αξιοποιεί τις κατακτήσεις της προηγούμενης του διαδρομής, σφραγίζοντας μια ποιητική πορεία ιδιαίτερα δημιουργική και γόνιμη. Έτσι φτάνει σε μια εκπληκτική σύνθεση η οποία πρώτα είναι πολυφωνική σε έναν πλούσιο ποιητικό, διακειμενικό, φιλοσοφικό και ανθρωπολογικό ιστό και εν συνεχεία ομόκεντρη και προγονική. Ομολογώ, λοιπόν, ότι στην προσπάθειά μου να μεταδώσω την προσωπική μου αναγνωστική εμπειρία, υπέκυψα ίσως στον πειρασμό να περιγράψω γενικόλογα τον ποιητικό του κόσμο. Και τούτο ακριβώς είναι το σημείο όπου παγιδεύεται η κριτική. Αυτό τον κόσμο δεν μπορούμε να τον περιγράψουμε έτσι, γιατί κάθε φορά φανερώνεται διαφορετικά, αν και δείχνει ορισμένες σταθερές. Μόνο γι’ αυτές μπορούμε να μιλήσουμε γενικευτικά. Είναι ένας κόσμος που κινείται και μεταμορφώνεται με νόμους και τρόπους άγνωστους και απροσπέλαστους. Ίσως είναι πιο σωστό να πούμε πως ο κόσμος αυτός δεν είναι απλώς απόλυτα υποκειμενικός, αλλά και συλλογικός με μια μυθολογική έννοια· μόνο που η γνώση του έχει λησμονηθεί. Και εφόσον δεν υπάρχει άλλη πραγματικότητα παρά μόνο η εσωτερική, μόνο μέσω του δικού του ψυχισμού ο κάθε αναγνώστης μπορεί να επικοινωνήσει με αυτό και να προσπαθήσει να το κατανοήσει.

Η ποίηση, επομένως, του Γιώργου Καλοζώη σε δύσκολους καιρούς σαν τους σημερινούς,  έρχεται να επιβεβαιώσει την αντίληψη ότι υπάρχει για να μας θυμίζει ότι είμαστε άνθρωποι κι ότι οι ποιητές γράφουν όχι μόνο για να κατανοούν τους άλλους, αλλά κυρίως για να γνωρίσουν τον εαυτό τους. Και τούτο δεν σημαίνει, σε καμιά περίπτωση, απόδραση από τον ενεστώτα χρόνο, όσο χαλεπός και αν είναι, αλλά το αντίθετο ακριβώς: είναι ένας τρόπος να σταθείς απέναντί του, με τις δικές σου εσωτερικές δυνάμεις σε εγρήγορση, και να τον αποτιμήσεις με άλλα μέτρα και άλλα σταθμά, όχι μ’ εκείνα που αυτός τρομοκρατικά προσπαθεί να σου επιβάλει. Αυτά, λοιπόν, τα οποία επιχειρούν να μεταδώσουν τα περισσότερα από τα ποιήματα της συλλογής,  είναι ο τρόμος και το θαύμα της επαφής με το άγνωστο, το ρίγος της συνάντησης με το υπερλογικό, τη φρίκη και το γκροτέσκο χιούμορ της ύπαρξης, καθώς και την απρόσμενη και άγρια ομορφιά που αναδύεται από την κοινωνία αυτή.

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΝΙΚΟΛΑΪΔΗΣ