ΝΠ | Βιβλίο

Λεκτική πληθωρικότητα και λυρισμός

Για την ποιητική συλλογή του Θάνου Γιαννούδη, Του ουρανού και της Γης

~.~

Θάνος Γιαννούδης
Του ουρανού και της Γης
εκδ. Βακχικόν, 2019.

της ΕΥΣΤΑΘΙΑΣ ΔΗΜΟΥ

Η πρώτη, προσωπική ποιητική συλλογή του Θάνου Γιαννούδη, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Βακχικόν», φέρει τον προσιδιάζοντα στη δημοτική ποίηση τίτλο Του ουρανού και της γης, έναν τίτλο στον οποίο μπορεί κανείς να προσδώσει πολλές και ποικίλες ερμηνείες και, έτσι, να διαμορφώσει και τις αντίστοιχες προσδοκίες για το περιεχόμενο του βιβλίου. Η φράση αυτή θα μπορούσε να αναφέρεται, για παράδειγμα, στα ίδια τα ποιήματα και στη διάκρισή τους σε υψηλόφωνα, σε ποιήματα «του ουρανού», και χαμηλόφωνα, σε ποιήματα «της γης», ή ακόμα και στον ίδιο τον δημιουργό που, σαν άλλος Ποιητής «ουρανού και γης», πλάθει με τους στίχους του, όχι τον κόσμο, αλλά το απείκασμά του, την αντανάκλασή του πάνω στην ποιητική συνείδηση και πρόσληψη.

Πρόκειται για μία συγκεντρωτική έκδοση που περιλαμβάνει ποιήματα πέντε επιμέρους συλλογών της περιόδου 2015 – 2019, πολλά από τα οποία δημοσιεύθηκαν κατά καιρούς στο διαδίκτυο. Το σύνολο των ποιημάτων είναι έμμετρα, γραμμένα σε φόρμα και αυτή η συνειδητή επιλογή του ποιητή, αποτελεί και ένα είδος θεωρητικής κατάθεσης και απολογίας του πάνω στο θέμα αυτό, στον προσανατολισμό δηλαδή που πρέπει να έχει η σύγχρονη ποιητική παραγωγή. Η συλλογή ανοίγει με ένα παντούμ με το οποίο ο Γιαννούδης καταθέτει τις σκέψεις του για τον νέο κόσμο και για τη θέση του ίδιου μέσα σε αυτόν. Η διάθεσή του είναι μελαγχολική και απαισιόδοξη αλλά, τη στιγμή ακριβώς που φτάνει στο σημείο να ακυρώσει και να καταδικάσει και τον κόσμο και τον εαυτό του, εκείνη ακριβώς τη στιγμή βρίσκει το νόημα της ύπαρξής του στο αγαπημένο πρόσωπο, στον έρωτα και στην αγάπη: Χαίρε, φύσημα της πλαστουργού πνοής, / νιότης όνειρα που μοιάζετε σαν ξένα / σαν δεν βρίσκεις πια ένα νόημα ζωής / – αν υπάρχω στη ζωή, είναι για σένα… («Παντούμ για τον νέο κόσμο»).

(περισσότερα…)

Γραμματικές πόλεων και ανθρώπων

 Επανανοηματοδοτώντας τη γλώσσα, τον χώρο και τις ανθρώπινες περιπλανήσεις

Ίταλο Καλβίνο
2009
Οι αόρατες πόλεις
Μτφρ.: Ανταίος Χρυσοστομίδης
Αθήνα: Καστανιώτης

Jűrgen Buchmann
2019
Γραμματική των γλωσσών της Βαβέλ
Μτφρ.: Συμεών Γρ. Σταμπουλού
Αθήνα: Gutenberg

~.~

«Πρέπει να οργανώσουμε ολόκληρη τη γλωσσική επικράτεια».

(Βιττγκενστάιν, 2007, Στοχασμοί, μτφρ.: Κωστής Μ. Κωβαίος, Αθήνα: Στιγμή, σ. 31)

της ΚΩΣΤΟΥΛΑΣ ΜΑΚΗ

Στον καιρό της πανδημίας διαπιστώνεται με όρους υλικούς, αυτό που διατυπώνεται επανειλημμένα σε διαφορετικά είδη κειμένων: όσο κι αν οι άνθρωποι πορεύονται, θεωρώντας αυτονόητα ένα πλήθος πραγμάτων, τα αυτονόητα δεν υπήρχαν και δε θα υπάρξουν ως αμετακίνητες και ακλόνητες οντότητες. Αντίθετα, όλα βρίσκονται σε διαρκή διαπραγμάτευση ως προς τον τόπο, τον χρόνο και τις αλληλεπιδράσεις, με τη γλώσσα να ορίζει τους διαλόγους και τα διλήμματα για τον κόσμο, τις σχέσεις, τη διαμόρφωση ταυτοτήτων, την επιθυμία, τη μνήμη και τη λήθη. (περισσότερα…)

Αφανών γυναικών ιστορίες

του ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΝΙΚΟΛΑΪΔΗ

Με την έκτη κατά σειρά ποιητική κατάθεσή του Αφανών γυναικών (Γαβριηλίδης 2019), ο πολυσχιδής Ξάνθος Μαϊντάς συγκροτεί έναν πολυσήμαντο και βαθύ ποιητικό, αλλά και εσωτερικό-υπαρξιακό χώρο. Το ανά χείρας καλαίσθητο εκδοτικά βιβλίο αποτελεί, κατά την άποψή μου, μια σύνοψη ιδεών που αναπηδούν από ιδιαίτερα, προσωπικά, αλλά και συλλογικά βιώματα ερωτισμού και απώλειας και συμπυκνώνουν αισθητικά όχι μόνο τη συναισθηματική και καλλιτεχνική ωρίμανση του ποιητή και δοκιμιογράφου, αλλά και μια γενικότερη θέαση, δηλωτική της ανθρώπινης περιπέτειας. (περισσότερα…)

Υλική και λαβυρινθώδης περιπλάνηση

Αχιλλέας Κυριακίδης
Το μουσείο των τύψεων και άλλα διηγήματα

Αθήνα: Πατάκης
2018

Αχιλλέας Κυριακίδης
Σώμα
Αθήνα: Πατάκης
2017

της ΚΩΣΤΟΥΛΑΣ ΜΑΚΗ

«Τι κάνει τώρα μέσα μου αυτός ο αιχμάλωτος αέρας; … Τον νιώθω να γυρίζει σαν χαμένος, πεπλανημένος πλάνης, αίολος». (Σώμα, σ. 13)

Η περιπλάνηση, έννοια δυναμική, νοηματοδοτείται με νέους κάθε φορά όρους, ανάλογα με τη συνύφανση των γεγονότων και την οπτική των εμπλεκομένων σε αυτά. Η περιπλάνηση μπορεί επίσης να προταχθεί ως μεταφορά της γραφής και της κατασκευής ιστοριών για τον κόσμο και τις ανθρώπινες σχέσεις. Στην περίπτωση του Αχιλλέα Κυριακίδη, η περιπλάνηση είναι υλική και λαβυρινθώδης και εμπλέκει τη διπλή ιδιότητά του ως συγγραφέα και μεταφραστή. Αριστοτεχνικός και έμπειρος μεταφραστής ο Κυριακίδης περιπλανιέται στον χώρο της παγκόσμιας λογοτεχνίας πάνω από τριανταπέντε χρόνια, συνομιλώντας με το έργο του Μπόρχες, του Κορτάσαρ, του Κενό, του Περέκ και άλλων πολλών. Αν το ένα βιβλίο οδηγεί στο άλλο, στο πλαίσιο της σύνθεσης ενός υπό διαμόρφωση πολύμορφου διαλεκτικού λογοτεχνικού τοπίου, τότε ο Κυριακίδης εμπλέκει τους αναγνώστες/αναγνώστριες σε αυτή τη διαδικασία, προσκαλώντας τους να οικειοποιηθούν και οι ίδιοι τους χώρους που δημιουργούνται στα βιβλία των προαναφερθέντων συγγραφέων. Επομένως, η συμβολική αυτή περιπλάνηση είναι ατομική και συλλογική και παραμένει επίκαιρη, εφόσον δεν ολοκληρώνεται ποτέ, αλλά αναπροσδιορίζεται στην κάθε ιστορική στιγμή, θέτοντας στον συγκεκριμένο χρόνο νέα ερωτήματα σε κάθε ανάγνωση των μεταφρασμένων έργων. Έτσι, τα λογοτεχνικά έργα και οι συγγραφείς τους περιπλανιούνται αντίστοιχα στην κοινωνικο-ιστορική ελληνική πραγματικότητα σε αλληλεπίδραση με τους αναγνώστες/αναγνώστριες, συνθέτοντας νέους τόπους/χώρους, στους οποίους η γραφή, ο λόγος και η ανάγνωση οικοδομούν το πραγματικό, αλλά και οικοδομούνται με τη σειρά τους από αυτό.

Η περιπλάνηση αυτή του Κυριακίδη, με την ιδιότητα του μεταφραστή, και η λεπτομερής εντρύφηση στον Μπόρχες δεν μπορεί παρά να επηρεάσει και το λογοτεχνικό του έργο.

Στο Σώμα παρουσιάζεται το χρονικό της ζωής ενός γλωσσολόγου του Μαρτινιανού Σταύρου που τον φωνάζουν Μάρτη. Στο βιβλίο με αφορμή την προσπάθεια του πρωταγωνιστή να εντοπίσει μια γλώσσα χαμένη, την οποία ακούει πρώτη φορά όταν νοσηλεύεται στο νοσοκομείο το 1965, τη συνδέει με το σώμα. Επίσης, περιγράφεται σ’ αυτό η υλικότητα της γλώσσας που ομιλεί για τη φθορά και τον πόνο του ανθρώπινου σώματος, επαναλαμβάνοντας πως άνθρωποι και γλώσσες φθείρονται και σβήνουν σταδιακά. Πρόκειται, επομένως, για ένα χρονικό ανασύνθεσης της βιογραφίας ενός ανθρώπου και για μια συνεχόμενη διερώτηση για τον θάνατο, τη γλώσσα, τον ανθρώπινο πόνο, τη διαμόρφωση των ταυτοτήτων: «Σ’ αυτές τις τρύπες, τις παράγκες, που ονομάζουμε εαυτό μας, κατοικεί ένα πρόσωπο απόκρυφο, που δεν μας μοιάζει».[1]

Τα όρια του σώματος συνδέονται με αυτά της προσωπικής διαδρομής του πρωταγωνιστή, καθώς αυτός αναστοχάζεται, σε διάφορες στιγμές του βίου του, το πώς διαμορφώνεται η υλικότητα της γλώσσας στην έκφραση του ανθρώπινου καημού. Συνδέονται επίσης με την επιτελεστικότητα της γλώσσας και την περιπλάνηση του πρωταγωνιστή στην προσπάθειά του να εντοπίσει τις διαδρομές μιας χαμένης γλώσσας: «Αναδιφώντας στο σώμα αυτής της γλώσσας, σχολιάζει ο συγγραφέας, θαρρείς και ανέσκαψε τη γλώσσα του δικού του σώματος, σκαπάνευσε τις επιταγές του» (σ. 51).

Γλώσσα και σώμα σε μια λειτουργία αλληλεπίδρασης, καθοριστική για τον αναστοχασμό της ανθρώπινης πορείας. Όταν τελικά ο Μάρτης αρρωσταίνει, διαπιστώνει πως «ήταν μια γλώσσα χωρίς όνομα, δεν ζούσε πια, αυτά που ο Μάρτης είχε ακούσει ήταν σπαράγματα, μικροί μεταθανάτιοι ρόγχοι… ρήματα με κοινό τους μόρφημα το σώμα»(σ. 46).

Η φθορά του σώματος, αλλά και της γλώσσας αναδύονται σε κεντρικό μοτίβο. Ο πρωταγωνιστής αναφέρει χαρακτηριστικά, περιγράφοντας την παιδική του ηλικία, τη μανιώδη του επιθυμία να εμποδίσει την έλευση της αρρώστιας. Όταν τον ρωτούσαν για το τι θα γίνει άμα γεράσει, μια από τις απαντήσεις ήταν: «δήμιος αναδρομικός όλων των νόσων» (σ. 15). Η επιθυμία να ελεγχθεί και να διατηρηθεί η γλώσσα, περιγράφοντας τα στιγμιότυπα της ζωής του ανθρώπου, είναι παράλληλα και μια διαδικασία διατήρησης μιας ενεργής μνήμης, που αντιστέκεται στην επέλαση του χρόνου. Η λέξη Curpesten, είναι μια από τις λέξεις της άγνωστης γλώσσας που άκουσε ξαφνικά, όταν νοσηλεύεται στο νοσοκομείο, ο πρωταγωνιστής του βιβλίου. Την ερμηνεία της θα τη μάθει πολύ αργότερα. Curpesten «είναι μια λέξη που τα λέει όλα: Το σώμα είναι» (σ. 30).

Το βιβλίο του Κυριακίδη συνεχίζει τον διάλογο με τις σύγχρονες κοινωνικές θεωρίες[2] για την υλικότητα του σώματος και παράλληλα για τις κατασκευές του στον λόγο. Έτσι λοιπόν, το σώμα δεν είναι τόπος κοινωνικά και προσωπικά ουδέτερος, όπως εξάλλου η γλώσσα και η γραφή. Σώμα, γλώσσα, γραφή συγκροτούν νέες αναδυόμενες υποκειμενικές ταυτότητες και χώρους στην πορεία του κάθε ανθρώπου. Το σώμα κατασκευάζεται από σύνθετους λόγους και πρακτικές, ενώ παράλληλα διατηρεί την υλική του οντότητα, που μόνιμα επανανοηματοδοτείται στο ιστορικό παρόν. Είναι πηγή βιωμένων εμπειριών και συναισθημάτων, τόπος επιθυμιών και διαμεσολάβησης των κοινωνικών προσδοκιών (σ. 12). Ο Κυριακίδης δεν ενδιαφέρεται για το αδιαίρετο φυσικό σώμα, αλλά για το ρευστό αβέβαιο σώμα και τη σχέση του με τα όρια και το περιεχόμενο της γλώσσας, καθώς αυτά αλληλοπροσδιορίζονται. Η αναζήτηση της υλικότητας γλώσσας και σώματος δημιουργούν νέους τόπους ενδεχομενικότητας, επισημαίνοντας την «κοινωνικά κατασκευασμένη και διαρκώς μεταβαλλόμενη κειμενική σωματικότητα»[3].

Το σώμα είναι, λοιπόν, και αντίστοιχα, η γλώσσα είναι. Σώμα και γλώσσα σε μια διαδικασία περιπλάνησης του βίου, σε έναν ανοιχτό μνημονικό διάλογο, με όσα αισθανόμαστε, όσα επιθυμούμε, όσα αφήνουμε πίσω, καθώς και με όλους τους ανθρώπους που συναντάμε στη ζωή μας. Η κάθε ανάσα διατηρεί το σώμα και τις μνήμες του ζωντανές, σε μια απόπειρα αποφυγής του θανάτου. Ο θάνατος προσδιορίζεται από τον πρωταγωνιστή ως «αδυναμία επικοινωνίας και συνεννόησης με τους άλλους» (σ. 23), μέχρι να έλθει όμως μας προτρέπει να αναπνέουμε.

Στον αγώνα για επιβίωση ο γραπτός λόγος, τα αγαπημένα βιβλία, λειτουργούν ως λύτρωση και σωτηρία: «Είναι μια σκέψη που γαληνεύει και δίνει δύναμη, πως ανάμεσα στα βιβλία που έχουμε στην κατοχή μας υπάρχουν μερικά που αρκούν για τη λύτρωση και τη σωτηρία μας. Σχεδόν κάθε μέρα προστίθενται καινούρια, αλλά τα απαραίτητα υπάρχουν ήδη από καιρό».[4]

Στο σύμπαν του Αχιλλέα Κυριακίδη ο Μπόρχες είναι ένας από τους κλειδοκράτορες και στο βιβλίο: Το μουσείο των τύψεων, ο συγγραφέας αναρωτιέται για τους τρόπους με τους οποίους εκτυλίσσεται η αλληλεπίδραση ανάμεσα στον συγγραφέα που τον έχει καθορίσει, και τη διαμόρφωση του δικού του λογοτεχνικού και προσωπικού κόσμου. Συνεκτικός ιστός για άλλη μια φορά είναι η εννοιολόγηση της μνήμης και οι συνέπειές της στην ανάδειξη των καλλιτεχνικών έργων, αλλά και των προσωπικών διαδρομών.

Το ερώτημα για το πώς συγκροτείται η μνήμη, ποιο περιεχόμενο έχει και ποιες είναι οι επιδράσεις της στη λογοτεχνία και τις επιλογές του καθενός εμφανίζεται με διαφορετικούς τρόπους στο βιβλίο.

«Η μνήμη κάθε ανθρώπου είναι η μοναδική ισχυρή εκδοχή του χρόνου. Για να συντονιστούν, λοιπόν, δύο άνθρωποι, δεν αρκεί παρά να υπάρχει ο ένας στη μνήμη του άλλου. Κι’ η συνάντηση γίνεται πάντα στο παρόν, τη στιγμή που πυροδοτείται η ανάμνηση» (σ. 68)

Επομένως, η μνήμη δεν αφορά στη γραμμική αφήγηση του παρελθόντος, δεν αφορά στην παράθεση παρελθοντικών γεγονότων, δεν αφορά κάτι οριστικά τετελεσμένο. Η μνήμη συνδέεται με τους ανθρώπους και τις συναντήσεις μαζί τους. Είναι δράση που συμβαίνει διαχρονικά και μπορεί να ανακατασκευάζεται διαρκώς.

Ο συγγραφέας παίζοντας επίσης με τη μεταμυθοπλασία και τις υποκειμενικές εκδοχές ταυτότητας του ίδιου, ως μεταφραστή, επιμελητή, και αναγνώστη θίγει ζητήματα μνήμης και ταυτότητας. Ο Μπόρχες είναι παρών με διαφορετικούς τρόπους σχεδόν σε όλα τα διηγήματα του βιβλίου. Παρίσταται ως κεντρικό πρόσωπο αναφοράς και ενορχηστρωτής της γραφής του Κυριακίδη. Στο βιβλίο, πέρα από τις κειμενικές επιδράσεις του έργου του στους ήρωες των διηγημάτων («The ender», «Το μουσείο των τύψεων», «Φάλαινες και αναισθητικά», «Το εξωφρενικό αριστούργημα») εμφανίζεται ένας ήρωας του Μπόρχες ο Φούνες, ενώ στα «Κτερίσματα» ο ίδιος ο Μπόρχες παίρνει τον λόγο και μάλιστα υπογράφει στο τέλος και το κείμενο με το όνομά του. Η «Λέσχη της μυστικής μελαγχολίας» χαρακτηρίζεται επίσης από μια κλασική μπορχεσιανή ατμόσφαιρα, καθώς ο ήρωας συναντά έναν Άλλο εαυτό, ο οποίος απολαμβάνει τη φανταστική ζωή που ονειρεύεται ο πρωταγωνιστής του διηγήματος. Ενώ ο ήρωας συμμετέχει στη λέσχη, όπου κάθε μέλος μπορεί ανενόχλητα να ξεδιπλώσει τη μελαγχολία του και να αναστοχαστεί τη ζωή και τις επιθυμίες του, ο Άλλος εαυτός στο τέλος μπορεί να πάρει τη θέση του, ώστε να γίνει η αντιστροφή στη ζωή του πρωταγωνιστή. Με όλες αυτές τις επινοήσεις ο Κυριακίδης καταθέτει τις «οφειλές» και την αγάπη του για τον Αργεντινό συγγραφέα, εξετάζοντας τα όρια της γραφής στον χρόνο, την κατασκευή της μνήμης στα κείμενα και τη ζωή, το πώς οι επιθυμίες διαμορφώνουν το πραγματικό και το φανταστικό, αλλά και τη χρήση του μπορχεσιανού έργου στους λογοτεχνικούς, καλλιτεχνικούς και ακαδημαϊκούς κύκλους. Τα θραύσματα άλλωστε της καθημερινότητας λειτουργούν ως μόνιμες επισημάνσεις του ότι τίποτα δεν είναι οριστικό και ότι τα αποσιωπητικά ταιριάζουν σε όλες τις ανθρώπινες ιστορίες.

Στο «The ender» ο επιμελητής “πειράζει” το διήγημα του Μπόρχες «Ο Νότος» και παρεμβαίνει ευρύτερα στα κείμενα, καταργώντας την αμφισημία τους και βάζοντας ένα οριστικό τέλος. Γι’ αυτό αποπέμπεται από τους λογοτεχνικούς κύκλους, στους οποίους είχε δοξαστεί. Το μότο του Βίκτορ Σκλόφκσι στην αρχή του διηγήματος: «Κάθε μυθιστόρημα μπορεί να τελειώσει αλλά δεν έχει τέλος […] γιατί αυτό θα σήμαινε ότι ξέρουμε το μέλλον, κι εμείς το μέλλον δεν το ξέρουμε.» είναι παράλληλα και η διαπίστωση του συγγραφέα για τον ανοιχτό διάλογο που αναπτύσσεται ανάμεσα στα βιβλία και τους αναγνώστες και την πολυφωνικότητα που δημιουργείται στο διηνεκές του χρόνου.

Στα «Κτερίσματα» παρατίθεται ο Κρίστιαν Γκρείνβιλ, ο οποίος δηλώνει «ότι η μνήμη είναι η τέταρτη-και η μόνη-υποκειμενική εκδοχή του χρόνου» (σ. 76) μιας διαρκούς «work in progress» (σ. 77).

Ο Κυριακίδης θέτει, επιπλέον, ένα ανοιχτό δίλημμα. Η μνήμη δεν είναι ουδέτερη, αλλά αντίθετα αγγίζει τα όρια της οδύνης και της βίας όταν ξαφνικά έρχεσαι αντιμέτωπος/η με «έναν απίστευτο όγκο αυτοβιογραφικών αναμνήσεων», που λειτουργεί ως «παρελθόν-Ατλαντίδα» (σ. 77). Η συγκρότηση της μνήμης σε ένα τέτοιο πλαίσιο επιδρά και «στη γεωγραφία του μέλλοντος» (σ. 77), ορίζοντας την καθημερινότητα και τις επιλογές των ανθρώπων. Από την άλλη στο διήγημα «Με τον Φούνες» περιγράφεται ο τρόμος τού να «μπορείς ν΄ ανασύρεις τον πιο ακαριαίο έρωτα ή το πιο ποταπό μίσος» (σ. 72). Το να θυμάσαι διαρκώς με ένταση τα πάντα μπορεί να οδηγήσει σε ένα «στέγνωμα». Το συναισθηματικό αυτό στέγνωμα, η παύση της ενεργής νοηματοδότησης και επανατροφοδότησης, το πάγωμα του σώματος, της γραφής και της μνήμης είναι, νομίζω, και ένας ισχυρός συνδετικός ιστός ανάμεσα στο Σώμα και το Μουσείο των τύψεων.

«Λογοτεχνία είναι η ζωή που ξαναρχίζει όταν τελειώσεις το διάβασμα» (σ. 50), απαντά ο Κυριακίδης. Το πώς δεν θα αποστεγνωθούν οι γραφές, τα σώματα και οι μνήμες είναι πολιτικό ερώτημα-διακύβευμα, το οποίο απαιτεί τη ρευστότητα στους τρόπους που ορίζουμε το σώμα, την επιθυμία, τη λογοτεχνία και το πραγματικό. Για να επιστρέψουμε όμως, στην αρχή, η περιπλάνηση ως ενεργή διαδικασία θέασης του κόσμου ενδέχεται να ανατροφοδοτήσει με νέους όρους τη συγκρότηση της μνήμης με τρόπους που θα προσδιορίσουν και το μέλλον. Με αυτόν τον τρόπο, ίσως τελικά να γίνει πράξη το απόφθεγμα του Ceronetti ότι: «η βαθύτερη εκλογή του ανθρώπου θα είναι πάντα υπέρ μιας κόλασης πάθους και όχι ενός παράδεισου αδράνειας» (σ. 140).

ΚΩΣΤΟΥΛΑ ΜΑΚΗ


[1] Ceronetti, G. (1987) Η σιωπή του σώματος, Αθήνα: Ροές, σ. 33.

[2] Μακρυνιώτη, Δ. (2004) “Εισαγωγή”. Στο: Τα όρια του σώματος: Διεπιστημονικές προσεγγίσεις, επιμ. Μακρυνιώτη Δ., Αθήνα: Νήσος.

[3] Ό.π., σ. 20.

[4] Ceronetti, G. (1987) Η σιωπή του σώματος, Αθήνα: Ροές, σ. 65

Η προσωπική μαρτυρία ως γιατρειά του κοινού τραύματος

Δήμητρα Λουκά, Κόμπο τον κόμπο, Αθήνα, Κίχλη, 2019

της ΑΥΓΗΣ ΛΙΛΛΗ

Σύμφωνα με το οπισθόφυλλο του βιβλίου της Δήμητρα Λουκά Κόμπο τον κόμπο (Αθήνα, Κίχλη, 2019), στις σελίδες του συντίθεται ένας «κόσμος τραχύς», ο οποίος «δονείται από δυνατά πάθη και ένστικτα και συνάμα κυριαρχείται από τους ισχυρούς δεσμούς της κοινότητας». Ενώπιον του αναγνώστη ξεδιπλώνουν τις ιστορίες τους «ηρωίδες που βίωσαν «τη σκληρότητα της αρχαϊκής κοινωνίας και άλλες που ύψωσαν το ανάστημά τους και πάλεψαν στις πιο αντίξοες συνθήκες∙ ήρωες-θύματα των κοινωνικών προκαταλήψεων και άλλοι που τους συνέθλιψαν οι μυλόπετρες της Ιστορίας». Όντως, χωρίς διστακτικότητα εξιστορούνται οι βαθιές πληγές της παραδοσιακής κλειστής κοινωνίας: από τη σωματική και ψυχολογική κακοποίηση της γυναίκας εντός του οίκου («Αράχνες», «Το αίμα σπαράζει», «Κόμπο τον κόμπο»), αλλά και εκτός αυτού («Δεν είχε τυχερό»), μέχρι την κακοποίηση των ζώων («Κανέλα»), έως και το μεγάλο τραύμα του εμφυλίου («Singer»). (περισσότερα…)

Ἡ Ἰχθυοσαυρική Ρήγαινα τῆς Νάσας Παταπίου, ἄλλως: Ἡ διφυής ἀθανασία χειρογράφων τε καί ποιημάτων

της ΝΑΤΑΣΑΣ ΚΕΣΜΕΤΗ

Νάσα Παταπίου, Μελουζίνης ενώτια ή Η ωραία που έρχεται, Καστανιώτης, 2019

Eὐθύς ἐξαρχῆς θέλω νά πῶ ὅτι τό κυρίαρχο σύμβολο τῆς Ἰχθυοσαυρικῆς Κόρης πού βλέπω να ἐκδιπλώνεται σέ ὁλόκληρη τή συλλογή τῆς Νάσας Παταπίου, ἀποτελεῖ τόν συνδετικό ἱστό τεσσάρων διαφορετικῶν ἐπιπέδων:  ἱστορικό,  κοινωνικό,  ὑπεριστορικό καί ὑπερφυσικό. Ὡστόσο, δέν ἀποτελεῖ  «συνδετικό ἱστό» μόνο. Ἐλπίζω πώς στή συνέχεια θά δείξω γιατί. (περισσότερα…)

Η επανάληψη ξεχείλωσε το δράμα

rizaki

της ΘΕΩΝΗΣ ΚΟΤΙΝΗ

Κώστας Θ. Ριζάκης,
επιτάφιος δρόμος
Ποιήματα Α΄ [1985-2010],
Κουκκίδα, 2020

Η τρίτη επανέκδοση της συγκεντρωτικής ποιητικής δουλειάς του Κώστα Ριζάκη έως το 2010 περιλαμβάνει έξι συλλογές. Οι δυο προηγούμενες έγιναν από τις Εκδόσεις των Φίλων το 2011 και τον Γαβριηλίδη το 2015. Όπως δηλώνει ο τίτλος της έκδοσης, η ποίηση που συναντά ο αναγνώστης εκτυλίσσει την μονήρη πορεία μιας ασκητικής συνείδησης που με όχημα τη μνήμη και την ενδοσκόπηση διαπλέει ή, καλύτερα, «σκάβει» τους πολλαπλούς θανάτους της ψυχής επιδιώκοντας να διασώσει τη συνέχεια.Επίμονα ενδοστρεφής η ματιά διαπιστώνει και εκθέτει μια σταύρωση, το σπαρασσόμενο εγώ του ανθρώπου που έλκεται από μια συνεχή εις Άιδου κάθοδο, ζητώντας παράδοξα να ανέλθει μέσω αυτής της οδού στον ουρανό της λύτρωσης. Αυτή η κάθοδος ριζώνεται σε έμμονους ποιητικούς τόπους που είναι ταυτόχρονα τόποι μαρτυρίου: η μάνα, ως αμφίβολη σχέση αρχικά και στη συνέχεια ως ο κατεξοχήν νεκρός της ψυχής, η μοναξιά του ανθρώπου και του δημιουργού, ο εαυτός που χτίζει τα μεσάνυχτα τους καθρέφτες του εφιάλτη του, οι φίλοι που έφυγαν και, κυρίως, πάντα και επίμονα η ποίηση, το πάλεμα με τον στίχο, ως αιτία και ο στόχος της υπέρβασης. (περισσότερα…)

«Μιλώ ελεύθερα όταν μιλώ για μένα»

της ΘΕΩΝΗΣ ΚΟΤΙΝΗ

Ευγενία Βάγια,
Μικρή Χιροσίμα,
Μελάνι, 2019

497765Ένα από τα καλά βιβλία που ήρθε στα χέρια μου τις τελευταίες μέρες, αν και εκδοθέν το 2019, είναι η Μικρή Χιροσίμα της Ευγενίας Βάγια, δεύτερο στην παραγωγή της, όπως διαβάζω στο εσώφυλλο του βιβλίου. Μινιμαλιστική ελεύθερη φόρμα, εσωστρεφώς υπαρξιακό, ελλειπτικό νόημα και στις ευτυχείς στιγμές αφοριστικά πυκνό. Ο προνομιακός της ποίησης χώρος: ο άνθρωπος στην αναμέτρηση με τις καταστροφές της ύπαρξης και της συνύπαρξης. (περισσότερα…)

Η παραχάραξη της Ιστορίας και ο πατριαρχικός δεσποτισμός στον ζόφο της Σβάστικας

 του ΔΗΜΗΤΡΗ ΠΛΙΑΤΣΙΚΑ

i-nyhta-tis-sbastikas-9786185032333-1000-1443601Τον Ιούλιο του 1940, η Λέσχη Αριστερού Βιβλίου του Λονδίνου επέλεξε τη Νύχτα της Σβάστικας του Murray Constantine ως βιβλίο του μήνα, εκπληρώνοντας την ανάγκη, σε αυτούς τους δύσκολους καλοκαιρινούς μήνες, για μία διαφορετική θέαση του ναζισμού, η οποία θα αποκάλυπτε και ενδεχομένως ανέλυε πιθανές αδυναμίες του ψυχισμού των Ναζί.[1]H επανέκδοση του μυθιστορήματος, αν και άκρως επίκαιρη, είχε περάσει μάλλον απαρατήρητη τον καιρό της έκδοσης του (1η έκδοση: από τον οίκο Victor Gollancz, 1937), καθώς ο κριτικός λόγος που περιέβαλε το βιβλίο ήταν αμελητέος. Μισόν αιώνα αργότερα, η Νύχτα της Σβάστικας θα αναδημοσιευτεί από τους Lawrence και Wishart με την παρότρυνση της αμερικανίδας ερευνήτριας, Daphne Patai, η οποία ανακάλυψε πως ο Constantine ήταν στην πραγματικότητα γυναίκα, η Katharine Burdekin (1896–1963), που έγραφε με ψευδώνυμο, μη διστάζοντας να αντιμετωπίσει τον πυρήνα μίας ιδεολογίας την περίοδο μάλιστα που ο Χίτλερ απολάμβανε αξιοπρόσεκτη δημοσιότητα και διεθνές κύρος. (περισσότερα…)

Ναι, οι πικροδάφνες θέλουν κούρεμα

pikrodafnes

του ΑΝΤΗ ΡΟΔΙΤΗ

Αγγέλα Καϊμακλιώτη,
Οι πικροδάφνες θέλουν κούρεμα,
Εκδόσεις Βακχικόν, 2020

Το σκεφτόμουν συχνά ή μάλλον περισσότερο το ένιωθα παρά το έβαζα σε λέξεις. Ότι τριάντα χρόνια όνειρα να επιστρέψουμε στους αγαπημένους και απαγορευμένους τόπους, ήταν όνειρα επιστροφής στον χρόνο παρά στον τόπο. Εκείνο το συναίσθημα έγινε θύελλα βουβής θλίψης όταν μπορούσαμε πια να επιστρέφουμε. Ο χρόνος απουσίαζε, κι όπου ο χώρος ήταν ακόμα ο ίδιος, ο απών χρόνος νέκρωνε και τον χώρο. (περισσότερα…)

Μήτε Ελένες μήτε Βεατρίκες…

afanon
του ΘΕΟΔΟΣΗ ΒΟΛΚΩΦ
Ξάνθος Μαϊντάς,
Αφανών γυναικών,
Γαβριηλίδης, 2019

Όταν κάνουμε λόγο για «νεότητα» στον χώρο των γραμμάτων, δικαιούμαστε να μην κυριολεκτούμε. Μερικές φορές μάλιστα, η φυγόκεντρος κίνηση από τον πυρήνα της κυριολεκτούσας ενδοχώρας προς τις απελευθερωτικές και κάποτε στασιαστικές περιφέρειες της μεταφοράς μοιάζει επιβεβλημένη. Στη λογοτεχνία, καλώς ή κακώς, τα πάντα κρίνονται εκ του αποτελέσματος και μόνον. Γι’ αυτό και δεν μας ενδιαφέρει η βιολογική ηλικία του εκάστοτε συγγραφέα αυτή καθ’ αυτήν –μολονότι κι εκείνη μείζονα ρόλο διαδραματίζει κατά τη σύλληψη και μόρφωση του έργου του– αλλά η «ηλικία» της γραφής του.

Με άλλα λόγια, αυτό που κατά βάσιν μας αφορά δεν είναι τα νιάτα ή το γήρας ενός δημιουργού, αλλά τα νιάτα ή το γήρας του έργου του. Λέγοντας «νιάτα» τώρα, εννοούμε διανοητικές δυνάμεις ακμαίες, γονιμότητα πνευματική, σφρίγος στοχαστικό και κυριαρχία πάνω στα μέσα και τους τρόπους που o συγγραφέας μετέρχεται κατά την επίμοχθη μορφοπλαστική διαδικασία. Υπ’ αυτή την έννοια λοιπόν, ευρεία οπωσδήποτε αλλά όχι και αυθαίρετη, ο Ξάνθος Μαϊντάς (γ. 1950) διάγει αυτό ακριβώς: μια δεύτερη νεότητα. (περισσότερα…)

Γιατί όσα είπαμε παλιά ισχύουν…

Λυκιαρδ, Ποιήμ

της ΘΕΩΝΗΣ ΚΟΤΙΝΗ

Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος,
Ποιήματα (1962-2018),
Πανοπτικόν, 2020

Οι συγκεντρωτικές εκδόσεις της δουλειάς ποιητών που έχουν ολοκληρώσει το μεγαλύτερο μέρος της συγγραφικής τους δράσης είναι πολλαπλά ενδιαφέρουσες για τον αναγνώστη και δη τον νεότερο. Πρώτον, του προσφέρουν την πανοραμική θέα σε ένα έργο που πολλές φορές είναι δυσπρόσιτο στο κοινό, κυρίως όταν πρόκειται για ολιγογράφους δημιουργούς που κρατούν χαμηλό εκδοτικό προφίλ, όπως ο Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος. Δεύτερον, και αυτό ισχύει εξόχως για την περίπτωση του Λυκιαρδόπουλου, εκτός από την αυτονόητη εποπτεία που παρέχουν στην περιπέτεια και την εξέλιξη της τέχνης, αποτυπώνουν την πνευματική εγγραφή μιας ολόκληρης εποχής. Στην περίπτωσή μας, βρίσκουμε το ίχνος, ως καλλιτεχνική ανταπόκριση και ως συγκεκριμένη πνευματική επιλογή, που εβδομήντα χρόνια ελληνικής ιστορίας έχουν αποθέσει στην ποίηση μιας μερίδας ποιητών της δεύτερης μεταπολεμικής γενιάς.

Γεννημένος το 1936 ο Λυκιαρδόπουλος ανδρώθηκε καλλιτεχνικά στην αλγεινή δεκαετία του 1960. Το στίγμα της ποίησής του είναι ο πολιτικός ρομαντισμός, αυτός των μεγάλων χαμένων υποθέσεων της Αριστεράς. (περισσότερα…)