ΝΠ | Αφηγήματα

Άγνωστος, Ημερολόγιον Εγκλεισμού [24/11/1980-27/1/1981] (1/2)

(Διανύοντας πρωτόγνωρες ἡμέρες, ἡμέρες καραντίνας καὶ ὑποχρεωτικοῦ ἐγκλεισμοῦ, θυμηθήκαμε τὴν ἱστορία ἑνὸς Ἀγνώστου τινός, ὁ ὁποῖος κατέγραψε στὸ Ἡμερολόγιόν του τὴν ἐμπειρία τοῦ ἐγκλεισμοῦ του. Τὴν ἱστορία αὐτή, ‘τυχαῖο’ εὕρημα τῆς φιλολόγου καὶ εἰκαστικοῦ Νότας Πατεριμοῦ, μετέγραψε, ἐπιμελήθηκε καὶ παρουσίασε στὸ περιοδικό Πλανόδιον (τχ. 25, Ἰούνιος 1997), ὁ Γιάννης Πατίλης μαζὶ μὲ τὴν Μάρω Τριανταφύλλου, κι’ ἐμεῖς τὴν ἀναδημοσιεύουμε, ἐπιθυμῶντας νὰ ἀναδείξουμε ἐπίσης τὸ στοιχεῖο ἐκεῖνο ποὺ τονίζεται στὸ προλογικὸ σημείωμα τοῦ Πλανοδίου: τὸν ἱδρυματικὸ χαρακτήρα τῆς σύγχρονης ἰδιωτικότητας, ὁ ὁποῖος φαίνεται νὰ ἐντείνεται ἀκόμη περισσότερο τοῦτες τὶς μέρες, μὲ μιὰν ὡστόσο σημαντικὴ διαφοροποίηση. Ὁ ἀπρόσωπος χαρακτήρας τῆς ἐποχῆς τοῦ Ἀγνώστου, φαίνεται ὅτι στὴν ἐποχὴ τῶν Μέσων Κοινωνικῆς Δικτύωσης ἐνδύεται πλέον μιὰ σκληρὰ προσωπικὴ καὶ παράλληλα ἀλλοτριωμένη ἐκδοχή, ἡ ὁποία φέρνει στὴν ἐπιφάνεια νευρώσεις, ἀγκυλώσεις καὶ ἄλλες παθογένειες, καλὰ κρυμμένες μέσα στὶς πολλὲς καὶ βολικὲς συνάφειες τοῦ κόσμου. Ἐλπίζοντας ἡ κατάσταση αὐτὴ νὰ περάσῃ τὸ συντομότερο δυνατόν, ἀφήνοντας ὅσα λιγοτερα γίνεται τραύματα στὸν κοινωνικὸ ἱστό, ἂς περάσουμε στὴν ἀνάγνωση αὐτοῦ τοῦ ὁπωσδήποτε ἐνδιαφέροντος κειμένου, σὰν ἕναν φόρο τιμῆς στὸ Πλανόδιον καὶ τὶς πάντοτε πρωτοποριακές του δημοσιεύσεις)

«Ν.Π.»

01-Imerologion_Egkleismoy

02-Imerologion_Egkleismoy (περισσότερα…)

Μυρτώ Χαρβαλιά, Ασφάλεια πάνω απ’ όλα

[Ασφάλεια πάνω απ’ όλα]

Η συνέχεια από τα Ροδάκινα

Myrtw-Charvalia-Eikona

Αγαπητέ Θ.,

Χαθήκατε. Σας στέλνω τόσες επιστολές, κάρτες αναμνηστικές και ραβασάκια. Πού είστε; Μήπως αλλάξατε διεύθυνση; Τα ροδάκινα που σας έστειλα πρέπει να μούχλιασαν στην εξώπορτα. Τα ροδάκινα είναι η ψυχή μου. Σας τη στέλνω ταχυδρομικώς, αν θελήσετε. Αν θελήσετε να την παραλάβετε, εννοώ. Είναι εκεί. Σε ένα κιβώτιο το πιο πιθανόν, ανάμεσα σε άλλα, αφημένα εκεί από καιρό, δίπλα σε άλλες επιστολές, λογαριασμούς και διαφημιστικά. Σας στέλνω την παρούσα επιστολή για να σας γνωστοποιήσω πως:

Σας ποθώ, σας ποθώ, σας ποθώ.

Ανυπεράσπιστος δηλώνω κι αφελής,

Σας ποθώ,

Μ.

*

Κύριε Θ.,

Το γράμμα μου ήταν μια στιγμή αδυναμίας. Αγνοήστε το. Συγχωρήστε με.

*

Αγαπητέ κύριε Θ.,

Είπα να μην σας στέλνω πια αλλά βλέπετε, ανησυχώ. Δηλαδή, όχι, δεν ανησυχώ, δεν χρειάζεται να ανησυχώ για την ακεραιότητά σας. Γνωρίζω πως τα καταφέρνετε μια χαρά· η σωματική σας διάπλαση σάς βοηθά για να προστατεύσετε τον εαυτό σας. Όσον αφορά στο μυαλό και την ψυχή σας, αυτά τα τελευταία αποδείχθηκαν τωόντι παραπάνω σκληρά κι αμετακίνητα απ’ όσο φανταζόμουν. Είσαστε πολύ σκληρός, λοιπόν, για να πεθάνετε. Το γνωρίζω.

Αλλά να, περνούσα προχθές, εντελώς τυχαία, κάτω από το σπίτι σας και είδα πως υπήρχε ένα περιπολικό ακριβώς απ’ έξω. Βεβαίως, το προσπέρασα πολύ γρήγορα. Δεν θα ήθελα να έχω επιπλέον μπελάδες. Αρκετούς είχα όταν μου έσπασαν την μπαλκονόπορτα. Θυμάστε, άλλωστε. Ήταν δύο αστυνόμοι που είχαν κατέβει από το όχημα και στέκονταν στην είσοδο, δύο άλλοι φαίνεται ότι κατέβαιναν την κεντρική σκάλα, κατέβαζαν κάποιον και κρατούσαν το κεφάλι του προς τα κάτω. Δεν μπόρεσα να δω περισσότερα. Θέλω να πω, με τύφλωσε κι αυτό το φωσφορίζον μπλε φως του περιπολικού… Είναι όλα καλά;

Αναρωτιέμαι. Ήσασταν εσείς, μήπως;

Θέλω να πω, αυτό θα ήταν αδύνατον. Αλλά, βλέπετε, ανησυχώ. Το λοιπόν;

Καταλαβαίνω ότι δεν θέλετε πλέον να έχετε περαιτέρω επικοινωνία μαζί μου, το κάνω καθαρά και μόνο για λόγους ασφάλειας και ενδιαφέροντος. Το λοιπόν;

Ελάτε, δεχτείτε ευγενικά να μου αποστείλετε μια σύντομη επιστολή, έστω και μονολεκτική, ένα ναι ή ένα όχι, κι εγώ θα καταλάβω.

Με φιλικούς χαιρετισμούς,

Μ.

*

Κύριε Θ.,

Δεν απαντήσατε στο γράμμα μου. Ωστόσο, δεν σας κατηγορώ. Είναι μονάχα ότι με βάλατε σε μεγαλύτερη ανησυχία. Βλέπετε, αμέσως άρχισα να φτιάχνω σενάρια. Μην τυχόν σας έχουν πάρει αυτόφωρο, και εκεί που μένετε… Πώς να το πω, θα ήταν φριχτό αν σας έπαιρναν αυτόφωρο σε εκείνη την περιοχή. Και σε κάθε περίπτωση εσείς είστε αθώος. Αθώος. Γιατί να σας έπαιρναν αυτόφωρο! Ύστερα σκέφτηκα το βανάκι της αστυνομίας—εκεί όπου βάζουν τους ύποπτους και τους εγκληματίες εννοώ. Σας σκέφτηκα εκεί μέσα κι ένα τρέμουλο με διαπέρασε. Λάθος, κανένα τρέμουλο. Δεν μπορώ να σας φανταστώ μέσα σε μια κλούβα. Μόνο κλούβια αβγά δεν θα ταίριαζαν εκεί μέσα; Μέσα σε μία τέτοια λέξη;

Δείξτε την καλοσύνη που αρμόζει σε τέτοιες καταστάσεις ύστατης αγωνίας και απαντήστε μου αν ήσασταν εσείς.

Ελπίζω απλώς να ήταν κάποιος άλλος, κάποιος πραγματικά ένοχος γιατί εσείς δεν είστε ούτε στο ελάχιστο, το γνωρίζω πολύ καλά αυτό. Μπορεί άλλωστε να έχετε αλλάξει διεύθυνση. Έτσι δεν είναι; Άλλωστε, τι θα μπορούσε να δηλώνει αυτή σας η μακροχρόνια σιωπή αν όχι απουσία;

Σας χαιρετώ φιλικά,

Μ.

ΥΓ. Κι όπως είπαμε, μπορείτε να αρκεστείτε σε μια μονολεκτική επιστολή. Θα δείξω απόλυτη κατανόηση.

*

Αγαπητέ Θ.,

Ξέρω πως δεν πέρασαν πολλές μέρες από την τελευταία μου επιστολή. Ο λόγος που σας ξαναστέλνω είναι για να σας πω να προσέχετε. Περίεργα πράγματα συμβαίνουν τελευταία. Μάλιστα, περίεργα πράγματα συμβαίνουν κι εδώ που μένω. Δεν θα ήθελα να φανταστώ τι συμβαίνει στη δική σας γειτονιά. Είμαστε όλοι στο πόδι από το πρωί ώσπου να πέσει το φως. Μια αδιαθεσία γενική επικρατεί. Θα σας εξηγήσω.

Στο δεύτερο υπόγειο της πολυκατοικίας έμενε η γιαγιά από τις Φιλιππίνες. Πριν λίγες μέρες μπήκαν στο σπίτι της και τής το έκαναν λαμπόγυαλο.

Όταν μπήκαν μέσα για επιθεώρηση, είδαν εφημερίδες παντού απλωμένες στο πάτωμα. Η λάμπα στο μπάνιο έκαιγε και μύριζε ψαρίλα· το ντουί είχε χαλάσει, συμπέραναν. Στον χώρο βρέθηκαν πολλά τάπερ αταίριαστα και ελαφρώς λαδωμένα. Είχαν αναποδογυρίσει τον κάδο των σκουπιδιών στην κουζίνα. Η γιαγιά φαίνεται ότι είχε αγοράσει χοιρινό κρέας—το πότε δεν μπορούν να το υπολογίσουν με σιγουριά—πάντως βρήκαν ενήλικα σκουληκάκια να χαμογελούν μέσα στον σωρό με τα υπόλοιπα σκουπίδια, ανάμεσα σε φλούδες πατάτας και πορτοκάλια στυμμένα. Αναρωτήθηκαν, μάλιστα, αν είχε εγγόνια, γιατί, ας μην γελιόμαστε, ποια γιαγιά θα έστυβε πορτοκάλια για τον εαυτό της!  Κι αν είχε εγγόνια, στα οποία έφτιαχνε τακτικά πορτοκαλάδες τότε πώς γίνεται να βρέθηκε μετά από δύο εβδομάδες, σ’ αυτήν την έρημη πλαστική καρέκλα με τα χέρια και τα πόδια της δεμένα σφιχτά με μαύρη ταινία, και μπορείτε να φανταστείτε την μπόχα. Της είχαν φιμώσει και το στόμα, για να μην φωνάξει όσο εκείνοι θα έψαχναν. Είπαν, μάλιστα, πως όταν αφαίρεσαν την ταινία είδαν κάτι να ζυμώνεται εκεί μέσα. Δεν είπαν παραπάνω. Κι όλα αυτά για μερικά χαρτονομίσματα που φαίνεται να έκρυβε στο συρτάρι με τις κιλότες. Ούτε κοσμήματα, ούτε τίποτα.

Η γιαγιά του δεύτερου υπογείου από τις Φιλιππίνες μού κάνει παρέα εδώ και κάποιες μέρες. Δουλεύω ως αργά και με επισκέπτεται συχνά. Πώς γίνεται να την ξέχασαν δύο πατώματα κάτω από τη γη να σαπίζει; Το σπίτι της ήταν αρκετά βαθιά για να είναι ο τάφος της. Ζούσε μέσα στον τάφο της! Χα! Φανταστείτε!

Τα μαραμένα της χεράκια κολλημένα στην καρέκλα. Τους άκουσα να λένε πως οι βούλες από τα γηρατειά στα χέρια της είχαν ανοίξει και μπορούσες να δεις κάτι μαύρο μέσα τους.

Τι; Τα μάτια της; Ήξερα πως θα ρωτούσατε. Για τα μάτια της δεν μίλησαν, γιατί λένε πως ήταν τυφλή.

Σας χαιρετώ,

Δικός σας,

Μ.

ΥΓ. Στον φάκελο θα βρείτε μια μαραμένη μαύρη μαργαρίτα. Είναι από αυτές που σας έλεγα ότι φυτρώνουν στη σκεπή του απέναντι σπιτιού.

*

Κύριε Θ.,

Καταλαβαίνω πως η δουλειά σας δεν σας επιτρέπει πολλές ώρες για χάσιμο και φαντάζομαι ότι σε αυτή την έλλειψη χρόνου συμπίπτει και η έλλειψη απάντησης από μέρους σας. Καταλαβαίνω απόλυτα, όπως σας είπα. Επίσης, συγχωρήστε με για την προηγούμενη επιστολή. Είναι απλώς ότι τα πράγματα γίνονται επικίνδυνα τώρα πια.

Κοιτάξτε, αυτήν τη φορά σας στέλνω γιατί δεν θα άντεχα να σας κρύψω την ανησυχία μου. Βλέπετε, πέρασα ξανά από τη γειτονιά σας, είχα κάτι υποχρεώσεις εκεί κοντά και, ήταν βράδυ, βλέπετε, και ακριβώς απέναντι από την πολυκατοικία όπου διαμένετε—ή που κάποια στιγμή ορίσατε ως σπίτι σας, τέλος πάντων—έβλεπα καπνό. Έβλεπα καπνό να φεύγει από κάποιο παράθυρο στον πέμπτο περίπου όροφο και ήθελα να δω αν είναι όλα καλά.

Κάθισα αρκετή ώρα κοιτάζοντας τον μαύρο καπνό που χανόταν στον αέρα με μια ελαφρότητα σαν να μην συνέβαινε τίποτα, με μια ευκολία γκρίζα που μου έλεγε «ε, και τι πειράζει» κι ύστερα εξαφανιζόταν στον νυχτερινό ουρανό. Ούτε ένα σύννεφο δεν υπήρχε για να μπερδευτώ. Το είδα καθαρά. Ο καπνός μού έλεγε πως δεν σας νοιάζει, πως δεν πειράζει. Το δυστυχές είναι πως καθώς έβλεπα με σηκωμένο το κεφάλι τον μαύρο καπνό της έγνοιας να εξαφανίζεται στο μπλε δεν ήξερα αν έπρεπε να γίνω κι εγώ κομμάτι αυτού του αδιαπέραστου, ακηλίδωτου μπλε και να σας αφήσω πίσω, στον όροφό σας, στη φλεγόμενη, ίσως, βεράντα σας, και να φύγω. Το δυστυχές είναι πως εσάς δεν σας νοιάζει, πως εσείς συνεχίζετε τη ζωή σας φυσιολογικά κι αναπνέετε ακόμη και στον μαύρο καπνό τη φυσιολογικότητα του αέρα, ενώ εγώ δεν μπορώ να προχωρήσω χωρίς εσάς. Είμαι κολλημένος σε αυτό το διαμέρισμα που σιγά-σιγά το τρώνε οι φλόγες. Σιγά-σιγά οι φλόγες με πλησιάζουν, μου αρπάζουν την ανάσα και αρνούνται να μου τη δώσουν πίσω. Πνίγομαι μέσα στον μαύρο καπνό, κύριε Θ. Πνίγομαι μέσα στον μαύρο καπνό, είπα ψέματα ότι ο καπνός διαλύεται, δεν αλλάζει. Ο καπνός είναι μαύρος σαν πίσσα και αποπνικτικός. Έχω εγκλωβιστεί μέσα στο διαμέρισμα. Δεν προλαβαίνω να καλέσω την Άμεση. Η ανάσα μου μικραίνει. Τα μάτια μου μισοκλείνουν, αφήνομαι σε αυτό το μαύρο. Κι εσείς βρίσκεστε ακριβώς απέναντί.

Αυτή η ιστορία πρέπει να τελειώσει.

Μ.

*

Αγαπητέ Θ.,

Είδα στον ύπνο μου την Μάρθα.

Δηλαδή δεν την είδα. Είδα ότι μπήκα στο σπίτι σας. Είδα την κουζίνα ακατάστατη· άπλυτα κατσαρολικά και το κίτρινο του κουρκουμά.

Είδα άστρωτο τον μπλε καναπέ.

Άνοιξα το φως του μπάνιου· δεν κατάλαβα πολλά. Πετάξατε την οδοντόβουρτσά μου, ωστόσο, γιατί; Ήρθα. Κι αν ήθελα να πλύνω τα δόντια μου; Πού είναι η οδοντόβουρτσά μου;

Πέρασα στο δωμάτιο. Είδα το πάπλωμα. Δεν ήταν το δικό μας πάπλωμα. Έκανα να το πιάσω, να συνηθίσω την υφή του και τότε έκπληκτος ένιωσα ζέστα, ένιωσα ζέστα στο πάπλωμα από κάτω. Και τότε κατάλαβα ότι εσείς μπορεί να μην υπήρξατε αλλά η Μάρθα υπήρχε μαζί σας.

Είδα στον ύπνο μου την Μάρθα.

Πριν τρία βράδια δηλαδή.

Από τότε αρνούμαι να κοιμηθώ, δεν θέλω συνέχεια σ’ αυτή τη σκηνή. Δεν θέλω λύσεις στην πλοκή ούτε dénouements. Θέλω απλώς να μην είναι αλήθεια.

Μ.

ΥΓ. Τι υστερόγραφο να αφήσω; Παρακαλώ, να μην είναι αλήθεια.

*

Κύριε Θ.,

Ελπίζω η ημέρα σας να είναι bright and sunny, bright and sunny και η ζωή σας ένα ατελείωτο βρετανικό accent. Σας στέλνω αυτό το σύντομο γράμμα, για να σας γνωστοποιήσω, για να σας πω, να σας πω, αγόρασα νέες γαλότσες, wellingtons, ξέρετε.

Τις φόρεσα.
Βγήκα στην πίσω αυλή.
Τα αράδιασα όλα χάμω.
Τι μαρμελάδα! Κιμά τα έκανα.
Να μην υπάρξουν ποτέ ξανά.
Στην υγειά σας,
Δικός σας,
Ο πρώην (πιστός δε) ροδακινοπάροχός σας.

***

ΜΥΡΤΩ ΧΑΡΒΑΛΙΑ

Myrtw-Charvalia-Eikona-2

Έφη Δήμου, «Τέλειο!»

main-image.jpg

«Τέλειο!»

Τον τελευταίο μήνα, κάθε μέρα, η ίδια σκηνή, η ίδια κουβέντα. Εκείνη, καθισμένη στο τραπέζι της κουζίνας, με το βλέμμα καρφωμένο στα χέρια της, προσεχτικά ακουμπισμένα στην ποδιά της και, εκείνος, να κόβει βόλτες μπροστά της, σαν αγρίμι στο κλουβί. Μικρές βόλτες, πέρα-δώθε, ίσαμε τέσσερα βήματα η καθεμία. Σταματά και ανάβει τσιγάρο. Τρεις βαθιές ρουφηξιές. Τη ρωτά αν είναι σίγουρη, αν το σκέφτηκε καλά και νιώθει το πηγούνι του να τρέμει. Του απαντά ότι όχι, δεν είναι σίγουρη, για τίποτα πια δεν μπορεί να είναι σίγουρη όμως τώρα αυτό θέλει. Τον προλαβαίνει και του μιλά για τα παιδιά, πως είναι μεγάλα, θα καταλάβουν, αν μπουν στον κόπο να ασχοληθούν. «Δε σε ρώτησα για τα παιδιά», της λέει ξερά. «Κουράστηκα να υποκρίνομαι…», συνεχίζει εκείνη σα να μην τον άκουσε και κάνει να σηκωθεί να φύγει. «Κουράστηκες να υποκρίνεσαι;», αρθρώνει με κόπο εκείνος και αφήνει τα χέρια του να κρεμάσουν. Το τσιγάρο πέφτει από τα δάχτυλά του και κυλά στο πάτωμα. Ο καπνός του αρχίζει να ανεβαίνει προς τα πάνω αλλά διαλύεται προτού φτάσει στο ύψος των κεφαλιών τους. Με την αναστροφή του χεριού του σκουπίζει τον ιδρώτα που έχει φυτρώσει –ψιλές ψιλές σταγονίτσες– στο μέτωπό του. «Κουράστηκες να υποκρίνεσαι;», επαναλαμβάνει σα να απευθύνεται στο κενό. «Δεν αντέχω άλλο σ’ αυτόν τον ρόλο», ψελλίζει εκείνη με φωνή βραχνή και πνιγμένη, ανακατεμένη μ’ ένα πνιχτό αναφιλητό. «Μαριάννα, κοίταξέ με» κι εκείνη, σαν μικρό παιδάκι, υπακούει. Τον κοιτά με το πρόσωπό της βουτηγμένο στα δάκρυα και σε λίγο ξεσπά σε λυγμούς που τραντάζουν το λιγνό κορμί της. «Για ποιο ρόλο μου μιλάς; Πρόκειται για τη ζωή σου. Τη ζωή μας», λέει εκείνος και κάνει να την αγγίξει. «Έχω στεγνώσει από ζωή. Είμαι μόνο θέατρο…», λέει εκείνη πικρά, τα μάτια της κατακόκκινα, στα όρια του εαυτού της. «Σύνελθε», φωνάζει εκείνος και η παλάμη του αφήνει κόκκινο αποτύπωμα στο μάγουλό της. Πονάει. Σωριάζεται στο πάτωμα και νιώθει την καύτρα του τσιγάρου στην πλάτη της. Η θεόρατη σκιά του στέκει από πάνω της και την κάνει να μαζευτεί κουβάρι, παλεύοντας απεγνωσμένα να ξεφύγει, να κρυφτεί. Αφήνει μια κραυγή που δεν βγαίνει ποτέ προς τα έξω. Το πρόσωπό της είναι αλλοιωμένο από μια έκφραση απελπισίας και οδύνης. Με τρόμο αντιλαμβάνεται τα δάχτυλά του να σφίγγουν το λαιμό της. Έχει μελανιάσει, ανασαίνει όλο και πιο δύσκολα.

Με όσο κουράγιο της απομένει σηκώνει το κεφάλι και το στρέφει προς την πλευρά της πλατείας. «Στοοοπ!», ακούγεται μια φωνή, «τέλειο!». Τα μάτια της μένουν ακίνητα, διεσταλμένα, με μια έκφραση θριάμβου πάνω στη γυάλινη επιφάνειά τους.

ΕΦΗ ΔΗΜΟΥ



(Τὸ διήγημα «Τέλειο!» ἀποτελεῖ προδημοσίευση ἀπὸ τὴν ἐπικείμενη συλλογὴ ἀφηγημάτων τῆς Ἔφης Δήμου, ἡ ὁποία ἐπίκειται νὰ κυκλοφορήσει ἀπὸ τὶς ἐκδόσεις Γκοβόστη)

Τάκης Κουφόπουλος, Το δωμάτιο

room

[Το διήγημα «Το δωμάτιο» του Τάκη Κουφόπουλου που αναδημοσιεύουμε εδώ προέρχεται από τη συλλογή διηγημάτων Εκδοχές (Κέδρος, Αθήνα 1973), σελ. 23-31. Το Νέο Πλανόδιον κάνει ένα μικρό αφιέρωμα στη μνήμη του Τάκη Κουφόπουλου, που έφυγε από τη ζωή στις 3 Σεπτεμβρίου 2019. Προηγήθηκε μια ανασκόπηση από τον Γιώργο Πινακούλα, που μπορείτε να διαβάσετε εδώ. Τις επόμενες μέρες θα ακολουθήσουν ένα κείμενο του Θανάση Γαλανάκη για τον ποιητή Τάκη Κουφόπουλο και μια ανθολόγηση από το ποιητικό του έργο. Ν.Π.]

ΤΟ ΔΩΜΑΤΙΟ

του ΤΑΚΗ ΚΟΥΦΟΠΟΥΛΟΥ

Το δωµάτιο –όπως όλα τα δωµάτια– είναι στρογγυλό. Χωρίς έπιπλα. Μονάχα µε τις δυο βαθιές πολυθρόνες στο κέντρο του, τη µια ακριβώς απέναντι στην άλλη.

Το δωµάτιο –όπως όλα τα δωµάτια– είναι πολύ καθαρό. Ο αέρας µυρίζει απολυµαντικό. Το πάτωµα γιαλίζει. Οι πολυθρόνες, πατώντας στα ανάποδα είδωλά τους, αιωρούνται στο κενό.

Είναι κι οι δυο χωµένοι στις πολυθρόνες. Τα κεφάλια τους στηρίζονται στα ερεισίνωτα. Τα πόδια τους τεντωµένα µπροστά σχεδόν ακουµπούν. Τα χέρια τους, στα πλάγια, κρέµουνται προς τα κάτω, µε τα δάχτυλα κλεισµένα.

Δεν κινούνται. Μόνο εκείνος ανοίγει πότε-πότε τα µάτια, αλλά αµέσως τα ξανακλείνει. Εκείνη δεν ανοίγει τα µάτια ποτέ. Μόνο το στόµα, κάθε τόσο, και αναπνέει.

Ο κυλινδρικός τοίχος είναι κόκκινος. Ένας µακρύς επίδεσµος τον επιδένει. Αρχίζει από το πάτωµα και ανεβαίνει κυκλικά, επικαλυπτόµενος κάθε φορά, µέχρι το ταβάνι. Ο επίδεσµος είναι νοτισµένος.

∆εν υπάρχουν πόρτες ή άλλα ανοίγµατα. Μονάχα ένα τζάµι παραθύρου, κρεµασµένο. Στο ύψος στήθους. Πάνω του είναι ζωγραφισµένο ένα κλαδί.

Ξαφνικά ανασηκώνονται κι οι δυό ανοίγουνε τα µάτια κοιτάζονται ανοίγουνε τα στόµατα…, γέρνουνε λίγο ο ένας προς τον άλλον ανοίγουν περισσότερο τα στόµατα…, βάζουνε τις παλάµες στα γόνατα τα σφίγγουν ανοίγουν όσο παίρνει τα στόµατα…, µαζεύουνε τα πόδια –τα παπούτσια ακουµπούν στις πολυθρόνες οι αστράγαλοι ενώνονται– βήχουν καθαρίζουν το λαιµό τους ανοίγουν πάλι τα στόµατα…, πετάγονται όρθιοι πλησιάζουν σκουπίζουν τις παλάµες µέσα έξω από το έγκληµα τις φέρνουνε χωνί µπροστά στα στόµατα…

Το ταβάνι ολόκληρο είναι µια πλάκα ρολογιού. Χωρίς αριθµούς ή διαιρέσεις. Στο κέντρο της, οι δύο δείχτες –ο ένας των λεπτών ο άλλος των δευτερολέπτων–, δύο µακρόστενες µεταλλικές λεπίδες πολύ καλά ακονισµένες, περιστρέφονται µε σταθερή ταχύτητα. Κάθε φορά που συναντιώνται, οι κόψεις τους σέρνουνται η µία πάνω στην άλλη, βγάζοντας διαπεραστικό ήχο. Η υπόλοιπη διαδροµή τους είναι αθόρυβη.

Εκείνη είναι ξαπλωµένη στην πολυθρόνα, το κεφάλι της προς τα πίσω. Κοιτάζει το ταβάνι. Εκείνος είναι σκυµµένος προς το µέρος της, της λέει. Τα χείλη του κινούνται ρυθµικά, λόγια άφωνα βγαίνουν. Σε λίγο σηκώνεται, σκύβει πάνω της, το στόµα του ακουµπά το δικό της, τα χείλη του εξακολουθούν να κινούνται. Εκείνη κάθε τόσο καταπίνει. Ξαφνικά γυρίζει στο πλάι και κάνει εµετό.

Ο δείχτης των λεπτών δεν φτάνει τον επίδεσµο. Ο δείχτης των δευτερολέπτων, που είναι πιο µακρύς, χώνεται µέσα του, γυρίζει στις ελικώσεις του, βιδώνει, από πάνω προς τα κάτω. Το ταβάνι σιγά-σιγά κατεβαίνει.

Εκείνος είναι καθισµένος στο πάτωµα δίπλα στην πολυθρόνα της. Το χέρι του απλωµένο µπροστά, µε το δάχτυλο τεντωµένο, δείχνει. Εκείνη, ανασηκωµένη, µε το βλέµµα προς την κατεύθυνση, παρακολουθεί. Το χέρι του σε λίγο στρέφεται δεξιότερα και πάλι δείχνει. Εκείνη πάλι παρακολουθεί. Το χέρι του εξακολουθεί να στρέφεται κατά διαστήµατα γύρω να δείχνει. Εκείνη πάντα παρακολουθεί. Τέλος ο κύκλος κλείνει, το χέρι του που τρέµει αρχίζει να λυγίζει και να κατεβαίνει. Εκείνη κλείνει τα μάτια παύει να παρακολουθεί. Ξαφνικά το χέρι του σταµατά, ξανασηκώνεται µε δύναµη, τεντώνεται –τα κόκαλά του τρίζουν– και δείχνει –εκείνη ανοίγει διάπλατα τα µάτια– δείχνει, ακριβώς εκείνη· στο στήθος· εξ επαφής. Οι λεπίδες ξύνονται µια φορά δυο φορές. Εκείνη κλείνει αργά τα µάτια και σωριάζεται στο πλάι της πολυθρόνας.

Το ταβάνι συνεχώς κατεβαίνει, το ύψος του δωµατίου λιγοστεύει, η πίεση του αέρα αυξάνει.

Εκείνος είναι γονατισµένος µε το πρόσωπο χωµένο ανάµεσα στα γόνατά της. Εκείνη έχει γείρει, το κεφάλι της βρίσκεται πάνω απ’ το δικό του. Τα µακριά µαλλιά της ριγµένα γύρω του τον σκεπάζουν τελείως µέχρι τους ώµους. Κάτω απ’ τα µαλλιά τα δάχτυλά της, τυλιγµένα στο λαιµό του, σιγά σιγά τον πνίγουν.

ogarna-street-61st

Περπατούν πέρα δώθε πολύ γρήγορα. Οι τροχιές τους συναντώνται τα σώµατά τους χτυπούν µε δύναµη πέφτουνε κάτω σηκώνονται αρχίζουν πάλι να περπατούν ξαναχτυπούν ξαναπέφτουν ξανασηκώνονται –ο βρυγµός των κόψεων ακούγεται κατά ορισµένα διαστήµατα– αυτοί εξακολουθούν να περπατούν όλο και πιο γρήγορα και να συγκρούονται όλο και πιο δυνατά, µια αιµάτινη γραµµή πίσω απ’ τον καθένα σηµαδεύει την πορεία του πάνω στο παρκέ, οι πορείες είναι ζικ-ζακ, εκεί που διασταυρώνονται, τα δύο αίµατα ανακατεύονται, αφρίζουν, απ’ τους αφρούς σχηµατίζονται παιδιά, αυτοί όπως περπατάνε τα πατούν, τα παιδιά ακρωτηριασµένα τρέχουνε προς τους τοίχους, σκαρφαλώνουν στους επιδέσµους, σηκώνουνε τους επιδέσµους µπαίνουνε από κάτω και κρύβονται. Οι τοίχοι γεµίζουν.

Το ταβάνι συνεχώς κατεβαίνει, οι µουσκεµένοι επίδεσµοι στάζουν, το πάτωµα πληµµυρίζει.

Εκείνος είναι ξαπλωµένος κάτω ανάσκελα. Εκείνη τον πατά µε το πέλµα στο στήθος. Με τις παλάµες της κρύβει το πρόσωπο. Κλαίει. Στον τοίχο, τα παιδιά, ανασηκώνουν τους επιδέσµους, βγάζουνε τα κεφάλια την κοιτούν, βγάζουν και τα µικρά τους χέρια τεντωµένα –τα χέρια είναι από µέταλλο µυτερά– την δείχνουν. Εκείνη βλέπει τα κεφάλια, τρέχει, πέφτει πάνω στον τοίχο κι αρχίζει ένα-ένα να τα φιλά. Τα µυτερά µεταλλικά χέρια µπήγονται στο στήθος της κάθε φορά. Εκείνη ξεκαρφώνεται από τη µια θέση και καρφώνεται φιλώντας στην επόµενη.

Ο δείχτης των δευτερολέπτων που βιδώνει στους επιδέσµους κόβει ένα-ένα τα κεφάλια των παιδιών. Η στάθµη του αίµατος στο πάτωµα ανεβαίνει.

Εκείνος είναι καθισµένος. Έχει γυρίσει την πολυθρόνα του προς το τζάµι. Κοιτάζει. Τα φύλλα του κλαδιού είναι κίτρινα. Σε κάθε ξύσιµο των κόψεων κουνιούνται έπειτα αρχίζουν ένα ένα και πέφτουν. Σε λίγο το κλαδί μένει γυμνό.  Αυτός εξακολουθεί να κοιτάζει.

Εντωµεταξύ το ταβάνι κατεβαίνει, ο δείχτης των δευτερολέπτων φτάνει στο πάνω µέρος του τζαµιού κι αρχίζει να το κόβει σε οριζόντιες φέτες πολύ λεπτές. Εκείνος τότε πετάγεται αµέσως όρθιος, πιάνει το τζάµι µε προσοχή και το ξεκρεµάει. Από κάτω δεν υπάρχει επίδεσµος, έχει σαπίσει. Αυτός φέρνει το τζάµι απέναντι, σκύβει και προσπαθεί να το κρεµάσει πιο χαµηλά. Ξαφνικά, ένα απότοµο κατέβασµα του ταβανιού, που έγινε µε κρότο, τον σταµατά. Ο δείχτης των δευτερολέπτων, που συγκρατούσε το ταβάνι πατώντας στις ελικώσεις των επιδέσµων, φτάνοντας τώρα στο µέρος του τζαµιού, βρίσκεται στο κενό. Το ταβάνι αµέσως, µε όλο του το βάρος, πέφτει. Ο δείχτης των δευτερολέπτων µόλις προφταίνει πάλι να το σταµατήσει πιάνοντας απέναντι, δυο τρεις ελικώσεις πιο κάτω. Το πήδηµα του ταβανιού επαναλαµβάνεται, αυτός γυρίζει γρήγορα πίσω και προσπαθεί να βάλει το τζάµι στην ίδια θέση, το τζάµι δεν µπαίνει, οι πτώσεις του ταβανιού εξακολουθούν, αυτός προσπαθεί, το τζάµι ραγίζει σπάζει, το ταβάνι πλησιάζει, αυτός πετάει τα υπολείµµατα του τζαµιού –πλέουν για λίγο στην επιφάνεια του αίµατος και έπειτα βουλιάζουν– τρέχει σ’ εκείνην που είναι στην πολυθρόνα την αρπάζει από το χέρι τη σηκώνει όρθια και την αγκαλιάζει. Τα κόκαλά της διαλύονται και σκορπίζουν.

Το ταβάνι πέφτει πάνω στην επιφάνεια του αίµατος που ανεβαίνει, µε παφλασµό.

ΤΑΚΗΣ ΚΟΥΦΟΠΟΥΛΟΣ

Δημήτρης Καρακίτσος, Οιδίπους θηρευτής

του ΔΗΜΗΤΡΗ ΚΑΡΑΚΙΤΣΟΥ

Επιβλητικός και παχουλός, ο Οιδίποδας Μαχραμής βγήκε από το αυτοκίνητό του και πλησίασε τον άνθρωπο που σφάδαζε πεσμένος ανάσκελα στους θάμνους. Λίγα μέτρα δίπλα του, μια αναποδογυρισμένη μοτοσυκλέτα είχε πάρει φωτιά. Ο τραυματισμένος, ένας ηλικιωμένος άντρας με χρυσαφί παλτό, κρατούσε το σπασμένο του πόδι.

«Θα με σκότωνες ρε παλικάρι, βοήθα με, τι κοιτάς».

«Έχει ιατρείο εδώ κοντά;» ρώτησε ο Οιδίποδας.

«Στον Ορχομενό».

«Νόμιζα ότι δεν ζει κανείς εκεί».

Ο τραυματισμένος προσπάθησε να σκίσει ένα κομμάτι από το πουκάμισό του. «Καμιά τριανταριά, όλοι κι όλοι. Βιάσου όμως, έχω χάσει αίμα».

«Μην αγχώνεσαι, δεν θα πεθάνεις από αυτό».

Ο ηλικιωμένος κοίταξε τον άνδρα. «Πονάω, φίλε».

Ο Οιδίποδας πέταξε το τσιγάρο του στο χώμα.  Μπήκε στο αυτοκίνητο και άνοιξε το ράδιο στη διαπασών. Καλύτερα να μην ακούς τα ουρλιαχτά, σκέφτηκε. Ύστερα πάτησε με δύναμη το γκάζι, πέρασε με τους δεξιούς τροχούς πάνω από το κορμί του γέρου και έκανε όπισθεν για να τον ξαναπατήσει.

Να βεβαιωθεί ότι η δουλειά έγινε σωστά.

«Του έλιωσα τον μηρό, μαλακία μου! Το πιο κρεατωμένο σημείο».

Τα μάτια του ηλικιωμένου κοίταζαν το κενό.

Ο Οιδίποδας τύλιξε το πτώμα στη ζελατίνη αυτόματης ψύξης θηράματος και το στρίμωξε στο πορτ μπαγκάζ. Τρεις ποιήτριες, ένας πεζογράφος και μια γριά μυθιστοριογράφος. Διακόσιες κορώνες, μέχρι στιγμής καλά. Ψαχούλεψε τα χαρτιά του νεκρού. Λάιος λεγόταν, εβδομήντα τριών ετών. Ιδού και το τελευταίο του βιβλίο. Ένα βιογραφικό που κάλυπτε τα δυο αυτιά και το οπισθόφυλλο. Κυρίως διακρίσεις σε ασήμαντους διαγωνισμούς και συμμετοχές σε ηλίθιες ημερίδες.

«Πέσαμε μέσα». (περισσότερα…)

Χρίστος Δάλκος, Καταγγελία του οργανισμού τηλεπικοινωνιών Ελβετίας και των Αυστροουγγαρέζων υποτακτικών του

21055028_1544172968954820_8202570881702941270_o.jpg

ΚΑΤΑΓΓΕΛΙΑ ΤΟΥ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΥ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΕΛΒΕΤΙΑΣ ΚΑΙ ΤΩΝ ΑΥΣΤΡΟΟΥΓΓΑΡΕΖΩΝ ΥΠΟΤΑΚΤΙΚΩΝ ΤΟΥ

Συγχωρῆστε μου τὴν ἀγανάκτηση, ἀλλὰ ὡς πολίτης τῆς Ἑλβετίας ἔχω νὰ κάνω μιὰ καταγγελία ποὺ ἐλπίζω νὰ μὴν περάσῃ στὰ ψιλά.

Ἐγώ, ἀγαπητοὶ συμπολῖτες Ἑλβετοί, ἀνέκαθεν δὲν συμπαθοῦσα τὰ κινητά. Ἔπαιξε ρόλο καὶ ποὺ ἕνας φίλος μου, πανεπιστημιακός, τμῆμα φυσικῶν ἐπιστημῶν, μοῦ ᾿χε μιλήσει γιὰ κάτι αὐγὰ ποὺ τά ᾿χαν βάλει κοντὰ σὲ κινητά, καὶ σὲ λίγα λεφτὰ ἔβραζαν.

Ἔμεινα λοιπὸν χωρὶς κινητὸ ὅλα αὐτὰ τὰ χρόνια –βράζω ἀπὸ μέσα μου- κι ἐδῶ ποὺ τὰ λέμε δὲν ἔπαθα καὶ τίποτα, μιὰ χαρὰ ἤμουνα μὲ τὸ σταθερό, ἅμα κάποιος μὲ ἀναζητοῦσε, κάποτε θὰ μέ ᾿βρισκε.

Μὲ φάγανε φίλοι καὶ γνωστοί, Ἑλβετοὶ καὶ Αὐστριακοὶ κυρίως, πάρε ἕνα κινητό, μπορεῖ νὰ χρειαστῇ. Μέχρι καὶ ὁ πανεπιστημιακὸς ὁ φίλος μου πῆρε κινητό, «Τί ἔγινε, τοῦ λέω, τὰ ξέχασες τὰ αὐγά;», «Ἔ, μοῦ λέει, σκέφτηκα μήπως βράζω κἀνα αὐγό, νά ᾿χω νὰ τρώω!»

Ὤπα, λέω, ἀφοῦ πῆρε ὁ φίλος μου ὁ αὐγοφοβικός, θὰ πάρω κι ἐγὼ νὰ κάνω καμμιὰ ὀμελέτα. Πάω λοιπὸν στὸ ὑποκατάστημα τοῦ ΟΤἙλβετίας τῆς συνοικίας μου καὶ λέω «δῶστε μου ἕνα κινητό», λέει «τί μάρκα», ἐντωμεταξὺ τὰ γιαπάκια τοῦ ὑποκαταστήματος μὲ ψωνίσανε ὅτι εἶμαι χάπατο, τοὺς λέω «δὲν ἔχω ἰδέα, δὲν ξέρω ἀπ᾿ αὐτά», κοντολογὶς «Νά λιλί, δῶ μ᾿ τσιτσί», ἔ, καλά, λέει, θὰ σᾶς κάνουμε ἕνα συμβόλαιο.

Μοῦ φέρνουνε κάτι ἀκαταλαβίστικα καὶ πολλά, ποῦ νὰ τὰ διαβάζῃς, ποὺ ἔπρεπε νὰ πληρώνω 30 εὐρὼ τὸ μῆνα, τὸ ὑπόγραψα κι ἐγὼ σὰ χάπατο ποὺ εἶμαι καὶ πῆρα τὸ κινητό, ἕνα φτηνό, εὐτυχῶς.

Μετὰ μὲ πιάσανε διάφοροι, Ἑλβετοὶ καὶ Αὐστριακοὶ κυρίως, λέει τί βλακεία ἔκανες, 30 εὐρὼ τὸ μῆνα, σὲ κοροϊδέψανε, μιὰ κάρτα βάζεις 10 εὐρὼ τὸ μῆνα καὶ γίνεται ἡ δουλειά σου. (περισσότερα…)

Χαν Κανγκ, Οι καρποί της γυναίκας μου (2/2)

*

Συνέχεια από το πρώτο μέρος

~.~

Η Χαν Κανγκ γεννήθηκε στο Γκουάντζου της Νότιας Κορέας και μετακόμισε στη Σεούλ στα δέκα της έτη όπου και σήμερα ζει. Σπούδασε κορεάτικη φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Γιόνσεϊ. Έχει βραβευτεί για τη γραφή της τόσο στην Κορέα όσο και διεθνώς: το μυθιστόρημά της Η Χορτοφάγος, το πρώτο της που μεταφράστηκε στα αγγλικά (από την Ντέμπορα Σμιθ), κέρδισε το Man Booker International Prize το 2016. Το διήγημα «Οι Καρποί της Γυναίκας μου» αποτέλεσε πρόδρομο της Χορτοφάγου. Άλλα έργα της: Έργα ανθρώπων, 2016, Το Λευκό Βιβλίο, 2017. Στις 10 Οκτωβρίου 2024, ανακοινώθηκε ότι τιμήθηκε από τη Σουηδική Ακαδημία με το Βραβείο Νομπέλ Λογοτεχνίας.

Μετάφραση από τα αγγλικά (βασισμένη στη μετάφραση της Ντέμπορα Σμιθ): Μαρία Σ. Μπλάνα

~.~

5

Σταδιακά, η γυναίκα μου έπαψε να μιλά. Δεν μίλαγε εκτός αν της μιλούσα, ακόμα και τότε όμως η μόνη απάντησή της ήταν ένα νεύμα ή μια χειρονομία. Όταν ύψωνα τη φωνή μου απαιτώντας μία απάντηση, εκείνη κοίταζε στο υπερπέραν, με την υπεκφυγή ζωγραφισμένη στο βλέμμα της. Ήταν πια εμφανής η διαρκής επιδείνωση στην όψη της, ακόμα και στο χλωμό φως της λάμπας φθορίου.

Δεδομένου ότι ο γιατρός δεν είχε βρει τίποτα παθολογικό, εκτός ίσως από κάποια φυσιολογική διαταραχή στο πεπτικό σύστημα της γυναίκας μου, άρχισα να πιστεύω πως αιτία του προβλήματος ήταν κάτι πιο απλό, κάτι που ίσως η γυναίκα μου αποζητούσε. Τι στο καλό όμως μπορούσε να λαχταρά τόσο;

Τα τελευταία τρία χρόνια ήταν τα πιο γαλήνια, τα πιο ήρεμα της ζωής μου. Η δουλειά μου δεν ήταν τόσο επίπονη, είχα την τύχη να έχω έναν σπιτονοικοκύρη που δεν μου έκανε ούτε μια φορά αύξηση στο νοίκι, είχα σχεδόν αποπληρώσει το δάνειο για το νέο διαμέρισμα, και είχα μια γυναίκα που μπορεί να μην ήταν εκθαμβωτικά ελκυστική, μα είχε όλα όσα ήθελα σ’ έναν σύντροφο. Ένιωθα την ευχαρίστηση να ρέει σαν ζεστό νερό μέσα σε βαθιά, ξέχειλη μπανιέρα, αναζωογονώντας το εξαντλημένο σώμα μου.

Τι πρόβλημα είχε λοιπόν η γυναίκα μου; Αν στ’ αλήθεια λαχταρούσε κάτι, δεν μπορούσα να φανταστώ πώς αυτό ήταν τόσο σοβαρό ώστε να μετατραπεί σε μια ψυχογενή ασθένεια. Κάθε φορά που αναρωτιόμουν για το αν η γυναίκα αυτή είχε το δικαίωμα να μου προξενεί τόση μοναξιά, ένιωθα λες κι όλη μου η ύπαρξη πλημμύριζε μ’ απέραντη απέχθεια, κι αυτό το αίσθημα με απομόνωνε, σαν ένα στρώμα σκόνης που είχε κατακάτσει πάνω μου.

Το πρωί της επόμενης Κυριακής, μια μέρα προτού φύγω για ένα επταήμερο επαγγελματικό ταξίδι στο εξωτερικό, παρατήρησα τη γυναίκα μου καθώς άπλωνε τη μπουγάδα στο μπαλκόνι. Οι μελανιές κάλυπταν πλέον τόσο πολύ τα χέρια της που τα λευκά μέρη στο δέρμα της φαινόντουσαν σαν ένα αρνητικό φωτογραφίας: σα να ‘ταν αυτά οι μελανιές, μικρές λευκές κηλίδες εδώ κι εκεί ανάμεσα σ’ όλο αυτό το μπλαβί. Κράτησα την ανάσα μου. Μπήκα μπροστά της, καθώς μετέφερε το άδειο καλάθι της μπουγάδας πίσω στο σαλόνι, και της ζήτησα να βγάλει τα ρούχα της. Αντιστάθηκε, μα της έβγαλα το μπλουζάκι της, αποκαλύπτοντας έναν ώμο βαμμένο σε βαθύ, θαμπό μπλε.

Πισωπάτησα παραπατώντας και κοίταξα το σώμα της. Οι άλλοτε πυκνές τρίχες στις μασχάλες της είχαν σχεδόν όλες πέσει, ενώ το χρώμα είχε ξεφτίσει από τις καφετιές της ρώγες, άλλοτε μαλακές και τρυφερές.
«Δεν πάει άλλο. Θα τηλεφωνήσω στη μητέρα σου». (περισσότερα…)

Χαν Κανγκ, Οι καρποί της γυναίκας μου (1/2)

DH-mR_zXsAAz_HA1-e1509890004851

~.~

Η Χαν Κανγκ γεννήθηκε στο Γκουάντζου της Νότιας Κορέας και μετακόμισε στη Σεούλ στα δέκα της έτη όπου και σήμερα ζει. Σπούδασε κορεάτικη φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Γιόνσεϊ. Έχει βραβευτεί για τη γραφή της τόσο στην Κορέα όσο και διεθνώς: το μυθιστόρημά της Η Χορτοφάγος, το πρώτο της που μεταφράστηκε στα αγγλικά (από την Ντέμπορα Σμιθ), κέρδισε το Man Booker International Prize το 2016. Το διήγημα «Οι Καρποί της Γυναίκας μου» αποτέλεσε πρόδρομο της Χορτοφάγου. Άλλα έργα της: Έργα ανθρώπων, 2016, Το Λευκό Βιβλίο, 2017. Στις 10 Οκτωβρίου 2024, ανακοινώθηκε ότι τιμήθηκε από τη Σουηδική Ακαδημία με το Βραβείο Νομπέλ Λογοτεχνίας.

Μετάφραση από τα αγγλικά (βασισμένη στη μετάφραση της Ντέμπορα Σμιθ): Μαρία Σ. Μπλάνα

~.~

1

Ήταν τέλη Μαΐου όταν πρωτοείδα τις μελανιές στο σώμα της γυναίκας μου. Εκείνη τη μέρα, μυριάδες πέταλα πασχαλιάς έπεφταν, σαν κομμένες γλώσσες, στο παρτέρι πλάι στο γραφείο του επιστάτη, και το πλακόστρωτο στην είσοδο του οίκου ευγηρίας ήταν τελείως σκεπασμένο με λευκά άνθη που μαραίνονταν, καθώς τα τσαλαπατούσαν τα παπούτσια των περαστικών.

Ο ήλιος σχεδόν μεσουρανούσε.

Ηλιαχτίδες, στο χρώμα της σάρκας ώριμου ροδάκινου, ξεχυνόντουσαν στο πάτωμα του καθιστικού, φανερώνοντας άπειρα σωματίδια σκόνης και γύρης.

Αυτό το γλυκανάλατο, χλιαρό ηλιόφως έπεφτε πάνω στο πίσω μέρος της λευκής μου φανέλας, καθώς η γυναίκα μου κι εγώ ξεφυλλίζαμε την Κυριακάτικη πρωινή εφημερίδα.

Η βδομάδα που μόλις είχε τελειώσει άφησε κι αυτή το στίγμα της εξάντλησης που ένιωθα μήνες τώρα. Τα σαββατοκύριακα επέτρεπα στον εαυτό μου να χουζουρεύει ως αργά, κι έτσι είχα ξυπνήσει μόλις πριν από λίγα λεπτά. Μουδιασμένος, γύρισα πλευρό για να βολέψω καλύτερα τα νωθρά μου μέλη, διαβάζοντας αδιάφορα την εφημερίδα, όσο πιο αργά γινόταν.

«Μπορείς να ρίξεις μια ματιά; Δεν ξέρω γιατί αυτές οι μελανιές επιμένουν».

Τα λόγια της γυναίκας μου ήχησαν στ’ αυτιά μου πιο πολύ σαν μια διατάραξη του πέπλου της σιωπής, παρά σαν μια πρόταση με νόημα. Την κοίταξα αφηρημένος.

Σα να με τσίμπησε μύγα, ανακάθισα απότομα στο κρεβάτι. Μαρκάροντας με το δάχτυλό μου το σημείο που διάβαζα, στην εφημερίδα, έτριψα τα μάτια μου με την ανάστροφη της παλάμης μου. Η γυναίκα μου είχε ανασηκώσει το φανελάκι της μέχρι το σουτιέν – εδώ κι εκεί μώλωπες, σαν στάμπες, κηλίδωναν την κοιλιά και την πλάτη της.

«Τι – πώς έγινε αυτό;»

Έστρεψε λίγο τη μέση της ίσα για να δω τους σπονδύλους της, ν’ αναρριχώνται, ξεκινώντας απ’ το φερμουάρ της πλισέ φούστας της. Θαμποί μπλε μώλωπες, στο μέγεθος της γροθιάς ενός νεογνού, που φαινόντουσαν τόσο καθαρά λες κι είχαν τυπωθεί με μελάνι.

«Λοιπόν; Τι είναι αυτά;» Ο αιχμηρός, επίμονος τόνος μου αντήχησε στα εξήντα τετραγωνικά του διαμερίσματός μας.

«Δεν έχω ιδέα… Υπέθεσα πως μάλλον χτύπησα πάνω σε κάτι χωρίς να το καταλάβω, και πως τα σημάδια θα έφευγαν… αλλά, αυτά ολοένα και μεγαλώνουν».

Η γυναίκα μου απέφευγε το βλέμμα μου σαν άτακτο παιδί που πιάστηκε στα πράσα. Μετανιώνοντας λίγο που της μίλησα σα να την επιπλήττω, έκανα μια προσπάθεια να μαλακώσω τον τόνο μου.

«Πονάς;»

«Όχι, καθόλου. Δε νιώθω τίποτα, εκεί που είναι οι μελανιές. Αλλά, ξέρεις, αυτό είναι που με ανησυχεί ακόμα περισσότερο».

Η ένοχη έκφραση που είδα για μια στιγμή να ζωγραφίζεται στο πρόσωπό της χάθηκε δίχως ίχνος και τη θέση της πήρε ένα αχνό, παράταιρο χαμόγελο. Αυτό το χαμόγελο έπαιζε στα χείλη της γυναίκας μου, καθώς ρώτησε αν θα έπρεπε να πάει στο νοσοκομείο.

Εξέτασα το πρόσωπο της γυναίκας μου μ’ ένα ψυχρό, νηφάλιο βλέμμα – ένιωθα, παραδόξως, σα να με χώριζε μεγάλη απόσταση από αυτό που συνέβαινε. Το πρόσωπο που είχα απέναντί μου έμοιαζε ανοίκειο. Έμοιαζε ανοίκειο, σχεδόν εξωπραγματικό – κάτι που δεν θα περίμενε κανείς δεδομένου ότι μέναμε μαζί εδώ και τέσσερα περίπου χρόνια.

Η γυναίκα μου ήταν τρία χρόνια μικρότερή μου, είχε μόλις κλείσει τα είκοσι εννέα. Το πρόσωπό της την έκανε να μοιάζει εκνευριστικά μικρότερη όταν βγαίναμε, προτού παντρευτούμε – συχνά την έπαιρναν για μαθήτρια. Τώρα είχε πάνω του καθαρά τα σημάδια της κούρασης, που έκαναν αντίθεση με την έκφραση αθωότητας που της έδιναν τα ολοστρόγγυλα μάτια της. Μάλλον δύσκολα θα την μπέρδευε πια κανείς με μαθήτρια, ή έστω φοιτήτρια. Μάλιστα, έμοιαζε πια μεγαλύτερη απ’ ό,τι ήταν στην πραγματικότητα. Τα μάγουλά της, σαν άγουρα μήλα που μόλις άρχιζαν να κοκκινίζουν, ήταν βαθουλωτά, σαν πηλός που είχε πιεστεί προς τα μέσα. Η μέση που κάποτε ήταν απαλή κι ευλύγιστη σαν μίσχος λουλουδιού, η κοιλιά που κάποτε είχε τις πιο ελκυστικές καμπύλες, τώρα πια ήταν θλιβερά ισχνή. (περισσότερα…)

Χασάν Μπλασίμ, Το Κουνέλι της Πράσινης Ζώνης

[Μετάφραση από τα αγγλικά: Μαρία Μπλάνα (βασισμένη στη μετάφραση από τα αραβικά του Τζόναθαν Ράιτ)]

Προτού εμφανιστεί το αυγό, διάβαζα βιβλία σχετικά με το νόμο ή τη θρησκεία κάθε βράδυ, πριν κοιμηθώ. Όπως ακριβώς και το κουνέλι μου, ήμουν πιο δραστήριος τις πρώτες πρωινές και τις απογευματινές ώρες. Ο Σαλσάλ, από την άλλη, έμενε ξύπνιος ως αργά το βράδυ και ξύπναγε το μεσημέρι. Και προτού σηκωθεί απ’ το κρεβάτι άνοιγε το λάπτοπ του και έμπαινε στο φέισμπουκ να τσεκάρει τα τελευταία σχόλια στη συζήτηση που είχε αρχίσει το προηγούμενο βράδυ, και τελικά σηκωνόταν να κάνει μπάνιο. Ύστερα πήγαινε στην κουζίνα, άνοιγε το ράδιο και άκουγε ειδήσεις ενώ τηγάνιζε ένα αυγό κι έφτιαχνε καφέ. Έβγαινε με το πρωινό του στον κήπο και καθόταν στο τραπέζι κάτω απ’ την ομπρέλα, τρώγοντας και πίνοντας και καπνίζοντας καθώς με παρατηρούσε.

«Καλημέρα, Χατζάρ. Τί νέα απ’ τα λουλούδια;»

«Κάνει πολλή ζέστη φέτος και δεν φτουράνε», του έλεγα, ενώ κλάδευα τις τριανταφυλλιές.

Ο Σαλσάλ άναβε κι άλλο τσιγάρο και χαμογέλαγε ειρωνικά στο κουνέλι μου. Ποτέ μου δεν κατάλαβα γιατί τον ενοχλούσε το κουνέλι. Το είχε φέρει η γριά Ουμ Νταλά. Το βρήκε στο πάρκο, είπε. Αποφασίσαμε να το κρατήσουμε ώσπου να βρει η Ουμ Νταλά τον ιδιοκτήτη του. Το κουνέλι ήταν μαζί μας ένα μήνα τώρα κι εγώ ήδη είχα περάσει δυο μήνες με τον Σαλσάλ σ’ αυτή τη γουστόζικη βίλα στη βόρεια Πράσινη Ζώνη. Η βίλα ήταν απομονωμένη, τριγυρισμένη από έναν ψηλό τοίχο και με μια πύλη εξοπλισμένη με το πιο σοφιστικέ ηλεκτρονικό σύστημα ασφαλείας. Δεν ξέραμε πότε θα σήμαινε η ώρα μηδέν. Ο Σαλσάλ ήταν βετεράνος, σε αντίθεση με εμένα που με αποκαλούσαν ψάρακα επειδή αυτή ήταν η πρώτη μου επιχείρηση.

Ο κ. Σαλμάν μας επισκεπτόταν μια φορά τη βδομάδα για να δει πώς είμαστε και να μας καθησυχάσει για τα τεκταινόμενα. Ο κ. Σαλμάν μας έφερνε αλκοόλ και χασίς. Πάντα μας έλεγε ένα χαζό αστείο για τις πολιτικές εξελίξεις και μας υπενθύμιζε πόσο μυστική και σημαντική ήταν η επιχείρηση. Αυτός ο Σαλμάν τα είχε κυμιάσει με τον Σαλσάλ και δεν μου αποκάλυπτε πολλά μυστικά. Οι δυο τους τόνιζαν συνέχεια την αδυναμία και την έλλειψη εμπειρίας μου. Δεν ασχολιόμουν και πολύ μαζί τους. Είχα βουλιάξει στην πικρία της ζωής μου κι ήθελα να καταστραφεί ο κόσμος μία κι έξω.

Η Ουμ Νταλά ερχόταν δύο φορές τη βδομάδα. Μας έφερνε τσιγάρα και καθάριζε το σπίτι. Μια φορά ο Σαλσάλ την παρενόχλησε. Της έπιασε τον πισινό ενώ εκείνη μαγείρευε ντολμάδες. Του έδωσε μία στη μύτη με την κουτάλα και του την άνοιξε. Ο Σαλσάλ την άφησε και ύστερα από αυτό δεν της μιλούσε. Εκείνη ήταν μια δυναμική γυναίκα, στα πενήντα της, μάνα εννιά παιδιών. Έλεγε πως μισούσε τους άντρες, έλεγε πως ήταν σιχαμένοι, εγωιστές, γουρούνια. Ο άντρας της δούλευε εργάτης στη ΔΕΗ αλλά έπεσε απ’ την κορυφή μιας κολώνας και πέθανε. Ήταν μεθύστακας κι εκείνη συνήθιζε να τον αποκαλεί μεθυσοκούναβο. (περισσότερα…)

Λίζα Καβάγιου, Αυτό, που είμαστε

kavagiou

της ΛΙΖΑΣ ΚΑΒΑΓΙΟΥ

Να ’μαστε λοιπόν. O γιος μας, η νύφη μας, οι δυο εγγόνες μας, ο άντρας μου κι εγώ, το τελευταίο βράδυ πριν τη μεγάλη μέρα. Καθισμένοι στους αντικρυστούς καναπέδες του σαλονιού παρακολουθούμε τα κορίτσια, που παίζουν στο χαλί ανάμεσά μας. Συζητάμε για τον επίμονο χειμώνα, το πετυχημένο μου στιφάδο, την πρόοδο των κοριτσιών στο σχολείο. Το ημίφως των μισοκαμένων φωτιστικών τρέφει τη νύστα όλων μας, μα τα παιδιά διστάζουν να φύγουν. Φοβούνται να μας αφήσουν μόνους με την αγωνία μας για την επόμενη μέρα.

Τους παρατηρώ. Μια παράδοξη διπλωπία μού επιτρέπει να τους δω πιο καθαρά. Τους βλέπω όλους διπλούς. Πίσω από τον καθέναν τους υπάρχει μια δεύτερη φιγούρα, που σκέφτεται άλλα από αυτά που ελευθερώνει το στόμα τους. Κάνει τα τραγικότερα σενάρια για την επόμενη μέρα. Κάθε φορά, που το βλέμμα τους πέφτει σε μένα, η κόπια αυτή προδίδει τις σκέψεις της. Φωνάζει βουβά πάνω από τις ευχάριστες κουβέντες του απτού τους εαυτού. «Αύριο μπορεί να μην την βγάλεις», «αύριο μπορεί να την χάσω», «την καημένη, πώς αντέχει τέτοια αγωνία». Κι εγώ είμαι διπλή – έχω τα ίδια τραγικά σενάρια για την επόμενη μέρα στο μυαλό μου, μα χαμογελάω. Πιέζομαι και κουράζομαι να χαμογελάω, όμως κανείς δεν τολμάει να σηκωθεί να φύγει, να ξεκουραστώ.

Τα κορίτσια, χωρίς να ξέρουν το γιατί, αποφεύγουν το βλέμμα μου σα να αποφεύγουν ένα μεγάλο κακό. Κι ας μη μου συνέβη ακόμη. Την αγωνία αποφεύγουν. Μες στην εξάντλησή τους, την περασμένη τούτη ώρα, αποφασίζουν να επικεντρώσουν το ενδιαφέρον τους σε μια κούκλα. Την θέλουν κι οι δύο. (περισσότερα…)

Ο αδερφός του Τζων Ντάφυ

ΤΟΥ ΦΛΑΝ Ο’ΜΠΡΑΪΑΝ

μετάφραση: Γιώργος Αποσκίτης

Κανονικά, αυτή την ιστορία δεν θα έπρεπε να την γράψουμε ή να την πούμε καθόλου. Με το να την γράψουμε ή με το να την πούμε την καταστρέφουμε. Κι αυτό διότι ο άνθρωπος που βίωσε την παράξενη εμπειρία για την οποία πρόκειται να μιλήσουμε δεν ανέφερε ποτέ σε κανέναν το παραμικρό και το γεγονός ότι κράτησε το μυστικό του επτασφράγιστο στη μνήμη του είναι όλο το ζουμί της ιστορίας. Ως εκ τούτου, οφείλουμε να παραδεχτούμε ευθύς εξαρχής τη μειονεκτική θέση στην οποία βρισκόμαστε – ότι είναι παράλογο να πούμε εμείς την ιστορία, παράλογο να να την ακούσει κανείς και αδιανόητο να περιμένουμε πως κάποιος θα την πιστέψει.

Εντούτοις, θα κάνουμε σ’ αυτόν τον άνθρωπο μια χάρη. Θα συγκρατηθούμε και δεν θα αναφέρουμε το πλήρες ονοματεπώνυμό του. Αυτό θα μας δώσει τη δυνατότητα να πούμε το μυστικό του επιτρέποντάς του παράλληλα να συνεχίσει να κοιτά τους φίλους του στα μάτια. Μπορούμε πάντως να πούμε πως το επώνυμό του είναι Ντάφυ. Θα πρέπει να υπάρχουν χιλιάδες με το επώνυμο Ντάφυ στον κόσμο∙ ακόμα κι αυτή τη στιγμή, ένας νέος Ντάφυ θα κάνει πιθανότατα την εμφάνισή του σε κάποια γωνιά του πλανήτη. Μπορούμε ακόμη ακόμη να φτάσουμε ως το σημείο να πούμε ότι είναι ο αδερφός του Τζων Ντάφυ. Δεν προδίδουμε κάτι λέγοντάς το, διότι αν υπάρχουν εκατό μόνον άνθρωποι με το ονοματεπώνυμο Τζων Ντάφυ, ακόμη κι αν δεχόμασταν πως θα μπορούσε να βρεθεί και να ερωτηθεί ο καθένας χωριστά από αυτούς, δεν θα ερχόταν στο φως τίποτα το ντροπιαστικό. Κι αυτό γιατί ο συγκεκριμένος Τζων Ντάφυ δεν έφυγε ποτέ από το σπίτι του, δεν εγκατέλειψε ποτέ το κρεβάτι του, δεν μίλησε ποτέ σε κανέναν όσο έζησε και δεν τον είδε παρά μονάχα ένας άνθρωπος. Και το όνομα αυτού Γκάμλυ. Ο Γκάμλυ ήταν γιατρός. Ήταν παρών κατά τη γέννηση του Τζων Ντάφυ όπως και κατά τη στιγμή του θανάτου του, μια ώρα αργότερα.

Ο αδερφός του Τζων Ντάφυ ζούσε μόνος σε ένα μικρό σπίτι σ’ ένα ύψωμα στο Ίντσικορ. Το πρωί, καθώς ντυνόταν, είχε τη δυνατότητα να ατενίσει την πλατιά κοιλάδα του ποταμού Λίφυ στη μια άκρη, τις πλαγιές του πάρκου Φοίνιξ στην άλλη, και να γαληνέψει. Ο ποταμός σπανίως ήταν ορατός, όμως τα πρωινά που είχε ήλιο φαινόταν σαν μακρύ απαστράπτον δόρυ στην παλάμη της κοιλάδας. Έμοιαζε με αξιοσέβαστο παντρεμένο κύριο που μπαίνει βιαστικά στο Δουβλίνο για δουλειά.

Κάποιες φορές ο αδερφός του Τζων Ντάφυ έφερνε κατά νου το ότι το ρολόι του πηγαίνει μπροστά κι έτσι περνούσε μια στιγμή ραστώνης με το τηλεσκόπιο του πατέρα του, να κοιτά την κοιλάδα απ’ άκρη σ’ άκρη με μάτι αετού. Το χωριό Τσαπελίζοντ βρισκόταν στα αριστερά, σχεδόν καλυμμένο στο βάθος, όμως κάθε πρωί οι κάτοικοι σήκωναν νωχελικά –το έκαναν θαρρείς για να επωφεληθεί ο κύριος Ντάφυ– ένα σύννεφο καπνού για να δείξουν ακριβώς το σημείο στο οποίο βρίσκονταν.

Ο φακός του κυρίου Ντάφυ συνήθως στεκόταν ακίνητος μόλις εντόπιζε τη μορφή ενός άντρα ο οποίος περπατούσε βιαστικά στα ψηλότερα σημεία του πάρκου και χανόταν από το οπτικό πεδίο κατευθυνόμενος προς το φρούριο Μαγκαζίν. Ένα μικρό λευκό τεριέ χοροπηδούσε μπροστά του και κατά διαστήματα επιτάχυνε για να τον προσπεράσει, αφού πρώτα είχε χασομερήσει κάπου πίσω του.

Ο άντρας κουβαλούσε παραμάσχαλα ένα εργαλείο το οποίο στην αρχή ο κύριος Ντάφυ το πέρασε για πυροβόλο όπλο ή επαναληπτική καραμπίνα, όμως κάποιο πρωινό o άντρας βαστώντας το απ’ την άκρη χτυπούσε ζωηρά μ’ αυτό τα βαρέλια κάτω στο δάπεδο καθώς περπατούσε, και τότε φανερώθηκε στον κύριο Ντάφυ –ο οποίος ένιωσε ορισμένη απογοήτευση– ότι το αντικείμενο ήταν μπαστούνι.

Τον άντρα έτυχε να τον λένε Μάρτιν Σμάλεν. Ήταν συνταξιούχος μηχανοδηγός και ζούσε ήσυχα μαζί με τη λεπτεπίλεπτη αδερφή του στο Πάρκγκεητ, στον αριθμό 4 της οδού Κάνον Ρόου. Ο κύριος Ντάφυ δεν ήξερε πώς τον λένε και δεν αξιώθηκε ποτέ να τον συναντήσει ή να βρεθεί στην ευχάριστη θέση να τον γνωρίσει, ίσως όμως αξίζει να αναφέρουμε πως οι δυο τους κάποτε στάθηκαν δίπλα δίπλα στη μπάρα μιας παμπ στην οδό Λιτλ Ήστερ, χωρίς να αναγνωρίσει ο ένας τον άλλον, ολότελα ξένοι. Ο κύριος Σμάλεν παρήγγειλε ουίσκι κι ο κύριος Ντάφυ μπύρα.

Την αδερφή του κυρίου Σμάλεν την έλεγαν όχι Σμάλεν αλλά Γκόγκινς, χήρα του εκλιπόντος Πωλ Γκόγκινς, χονδρεμπόρου υφασμάτων. Ο κύριος Ντάφυ ούτε που την είχε ακουστά. Αυτή πάλι είχε έναν ξάδερφο που λεγόταν Λήο Κορ κι ο οποίος είχε απασχολήσει την αστυνομία. Το 1924 καταδικάστηκε σε κάθειρξη και καταναγκαστικά έργα για κατασκευή πλαστών νομισμάτων. Η κυρία Γκόγκινς δεν τον είχε γνωρίσει ποτέ, είχε όμως ακούσει γι’ αυτόν πως μετανάστευσε στο Λάμπραντορ με το που αφέθηκε ελεύθερος.

Λίγα λόγια για το τηλεσκόπιο. Μια περίεργη ιστορία συνδέεται με τον ιδιοκτήτη του∙ Ντάφυ κι αυτός, συνταξιούχος του εμπορικού ναυτικού. Παρ’ ότι δεν καρπώθηκε τα οφέλη της πανεπιστημιακής εκπαίδευσης –στην πραγματικότητα μπάρκαρε στα δεκαέξι του εξαιτίας ενός περιστατικού που συνέβη λόγω ατελούς κατανόησης της σεξουαλικής σχέσης– είχε τη στόφα λογίου και συχνά περνούσε τα απογεύματα των αδειών του στη στεριά μόνος στην τραπεζαρία του σπιτιού του να φυλλομετρά με χαρά κάποιο βιβλίο του Ομήρου ή να υπομνηματίζει τα όχι καλά λατινικά του Αγγελικού Δασκάλου [Θωμά Ακινάτη] και να μειδιά, φανερώνοντας έτσι την πολυμάθειά του. Την 4η Ιουλίου του 1927 στις τέσσερις η ώρα, κι ενώ ήταν στην τραπεζαρία, έχασε τα λογικά του. Το ίδιο εκείνο σούρουπο, στις οχτώ η ώρα, τέσσερις άντρες έφτασαν με ένα φορτηγάκι, τον πήραν από τη χώρα του θανάτου και τον μετέφεραν σε κάποιο μέρος στο οποίο θα ήταν υπό περιορισμό για το δικό του καλό.

Θα μπορούσε να υποστηρίξει κανείς ότι πολλά από τα προαναφερθέντα δεν έχουν στην πραγματικότητα και μεγάλη σχέση με την ιστορία του αδερφού του Τζων Ντάφυ, όμως η μοντέρνα γραφή –υπάρχει αυτή η ελπίδα– έχει περάσει από το στάδιο κατά το οποία απλά συμβάντα παρατίθενται στο κενό δίχως κάποια ένδειξη ως προς τα ψυχολογικά και γενεσιουργά αίτιά τους τα οποία δουλεύουν στο βάθος. Έχοντας πάντως πει τόσα πολλά, ας μας επιτραπεί να καταγράψουμε τώρα εν συντομία τη φύση της περιπέτειας του αδερφού του Τζων Ντάφυ.

Κάποιο πρωί σηκώθηκε –ήταν 9 Μαρτίου του 1932–, ντύθηκε και ετοίμασε το πρωινό του για να φύγει. Αμέσως μετά τον κυρίευσε η παράξενη ιδέα πως είναι τρένο. Καμιά εξήγηση δεν στέκει να επιχειρήσουμε να δώσουμε. Στα αγοράκια ενίοτε αρέσει να παριστάνουν πως είναι τρένα κι υπάρχουν στον κόσμο κάτι χοντρές γυναίκες που από μακριά μοιάζουν λιγάκι με τρένα. Μα ο αδερφός του Τζων Ντάφυ ήταν βέβαιος πως είναι τρένο –μεγάλο σε μάκρος, βροντερό κι αχανές, πως απ’ τα πόδια του βγαίνει με κρότο λευκός καπνός και πως μακρόστενα φυσερά έρχονται ρυθμικά απ’ το σημείο στο οποίο βρισκόταν το φουγάρο του.

Συν τοις άλλοις, ήταν βέβαιος πως είναι ένα συγκεκριμένο τρένο, το τρένο των 9.20 για Δουβλίνο. Ο σταθμός του ήταν η κρεβατοκάμαρα. Στεκόταν εντελώς ακίνητος για είκοσι λεπτά, γνωρίζοντας πως τα καλά τρένα είναι πάντοτε στην ώρα τους τόσο κατά την αναχώρηση όσο και κατά την άφιξη. Έριχνε συχνά πυκνά ματιές στο ρολόι του ώστε να σιγουρευτεί ότι δεν θα του περάσει η ώρα χωρίς να το προσέξει. Το ρολόι του έφερε πάνω του τις λέξεις «αντικραδασμικό» και «σιδηροδρομικός χρονομέτρης».

Στις 9.20 ακριβώς εξέπεμπψε ένα διαπεραστικό σφύριγμα, έθεσε σε κίνηση τη μεγάλη μεταλλική μάζα του και αναχώρησε για την πόλη με ορμή αφήνοντας πίσω του καπνό. Το τρένο έφτασε δίχως καμιά καθυστέρηση στον προορισμό του, ο οποίος ήταν το γραφείο των κυρίων Πόλτερ και Πόλτερ, νομικών συμβούλων και υπευθύνων λήψης ένορκων βεβαιώσεων. Για προφανείς λόγους, η επωνυμία της εταιρείας είναι επινοημένη. Μέσα στο γραφείο βρίσκονταν δύο άντρες, ο γηραιός κύριος Κράνμπερυ κι ο νεαρός κύριος Χοτζ. Αμφότεροι ήταν υπάλληλοι κι αμφότεροι λογοδοτούσαν στον αδερφό του Τζων Ντάφυ. Φυσικά, και των δύο τα επώνυμα τα έχουμε φανταστεί.

«Καλημέρα κ. Ντάφυ», είπε ο κ. Κράνμπερυ. Ήταν μιας κάποιας ηλικίας κι ευγενέστατος κι είχε γίνει κατακίτρινος υπηρετώντας την εταιρεία.

Ο κ. Ντάφυ τον κοίταξε έκπληκτος. «Δεν το βλέπεις ότι είμαι τρένο;», είπε. «Γιατί με αποκαλείς κ. Ντάφυ;»

Ο κ. Κράνμπερυ γέλασε κι έκλεισε το μάτι στον κ. Χοτζ, ο οποίος καθόταν έτσι νεαρός, περιποιημένος κι ευπαρουσίαστος πίσω από τη γραφομηχανή του.

«Εντάξει, κ. Τρένο», είπε. «Κρύο σήμερα το πρωί, κύριε. Δύσκολο να ανεβάσετε ατμό ως επάνω κάτι τέτοια κρύα πρωινά, κύριε.»

«Δεν είναι εύκολο», είπε ο κ. Ντάφυ. Κατευθύνθηκε με χάρη στην καρέκλα του πιο πέρα και περίμενε υπομονετικά τους υπαλλήλους της εταιρείας να έρθουν να τον αποσυναρμολογήσουν όπως πρέπει. Ο κ. Χοτζ κρυφογελούσε πίσω απ’ τα στόρια του.

«Τίποτα φτηνές εκδρομές, κύριε;», ρώτησε.

«Όχι.», απάντησε ο κ. Ντάφυ. «Υπάρχουν, φυσικά, ετήσια εισιτήρια.»

«Τρίτης και τέταρτης θέσης να υποθέσω, κύριε;»

«Όχι.», είπε ο κ. Ντάφυ. «Προς επίρρωση των θέσεων του Χερ Μαρξ όλες οι ταξικές διακρίσεις στον τροχαίο εξοπλισμό του σιδηροδρομικού οργανισμού καταργήθηκαν.»

«Α, μάλιστα», είπε ο κ. Κράνμπερυ.

«Αυτό είναι κομμουνισμός», είπε ο κ. Χοτζ.

«Εννοεί», είπε ο κ. Κράνμπερυ, «ότι τώρα υπάρχει μόνο πρώτη θέση.»

«Πόσους τροχούς έχει η μηχανή σας;», ρώτησε ο κ. Χοτζ. «Τρεις μεγάλους;»

«Δεν είμαι εμπορευματική αμαξοστοιχία», είπε δηκτικά ο κ. Ντάφυ. «Ο σχηματισμός στην επιβατική αμαξοστοιχία είναι τέσσερις-τέσσερις-δύο – δύο μεγάλοι κινητήριοι τροχοί σε κάθε πλευρά οι οποίοι ασφαλώς συνοδεύονται από ένα τρέηλερ με τέσσερις τροχούς στο μπροστινό μέρος και δύο μικρούς τροχούς στη θέση του οδηγού. Γιατί ρωτάς;»

«Είναι η αποβάθρα στη μέση.», είπε ο κ. Κράνμπερυ. «Δεν βλέπει καθαρά.»

«Α, ναι, έχεις δίκιο.», είπε ο κ. Ντάφυ. «Το ξέχασα.»

«Να υποθέσω πως χρησιμοποιείτε πολύ κάρβουνο;», είπε ο κ. Χοτζ.

«Περίπου μισό τόνο για κάθε τριάντα μίλια.», είπε αργά ο κ. Ντάφυ, ελέγχοντας από μέσα του την κατανάλωση του συγκεκριμένου πρωινού. «Όπως θα φαντάζεστε κι αν ακόμη δεν σας το πω, το συνεχές σταμάτα-ξεκίνα στους προαστιακούς σταθμούς με εξαντλεί.»

«Είμαι σίγουρος», είπε συμπονετικά ο κ. Χοτζ.

Συνέχισαν να συνομιλούν κάπως έτσι για μισή ώρα ώσπου κατέφτασε ο κ. Πόλτερ ο πρεσβύτερος και κατευθύνθηκε σοβαρός σοβαρός στο γραφείο του στο βάθος. Με το που συνέβη αυτό η συζήτηση έφτασε στο τέλος της. Δεν ακούστηκαν και πολλά ακόμη ως την ώρα του γεύματος πέρα από τον γρατζουνιστό ήχο της πένας στο χαρτί κι από τους ακανόνιστους ήχους των πλήκτρων της γραφομηχανής.

Ο αδερφός του Τζων Ντάφυ έφευγε πάντοτε απ’ το γραφείο στη μιάμιση και πήγαινε στο σπίτι για να γευματίσει. Κατά συνέπεια, ξεκινούσε να ανεβάζει ατμό στη μία παρά τέταρτο ούτως ώστε να μην υπάρχει καθυστέρηση στην ώρα της αναχώρησης. Κάθε φορά που ο «σιδηροδρομικός χρονομέτρης» έλεγε ότι είναι μιάμιση, έβγαζε ακόμη ένα στριγκό σφύριγμα κι έβγαινε ατμοκίνητος από το γραφείο αργά αργά δίχως να ανταλλάσσει ούτε κουβέντα ούτε ματιά με τους συναδέλφους του. Έφτανε στο σπίτι του ακριβώς στην ώρα του.

Πλησιάζουμε τώρα στο πλέον σημαντικό σημείο της πλοκής, στο περιστατικό που δίνει νόημα σε ολόκληρη την ιστορία. Στη μέση του γεύματός του ο αδερφός του Τζων Ντάφυ ένιωσε κάτι σπουδαίο, κάτι παράδοξο, βαρυσήμαντο και μαγικό να συμβαίνει μες στο μυαλό του, κάποια υπέρμετρη ένταση να μαλακώνει, άπλετο φως να πλημμυρίζει έναν τόπο που ήταν ως τότε σκοτεινός. Τα μαχαιροπίρουνα έπεσαν απ’ τα χέρια του και κάθισε εκεί κάμποση ώρα με απελπισμένο βλέμμα∙ μια μπουκιά πατάτες παραμελημένη μες στο στόμα του. Στη συνέχεια κατάπιε, σηκώθηκε χωρίς δυνάμεις από το τραπέζι και περπάτησε ως το παράθυρο, σκουπίζοντας τον ιδρώτα που είχε αρχίσει να τρέχει στο μέτωπό του.

Έστρεψε το βλέμμα του έξω στο φως της μέρας, όχι πια τρένο αλλά άνθρωπος κατατρομαγμένος. Ξανάφερε στο νου του ολόκληρο το πρωινό του σπιθαμή προς σπιθαμή. Εξ όσων θυμόταν δεν είχε σκοτώσει κανέναν, δεν είχε βρίσει κανέναν, δεν είχε σπάσει τίποτα παράθυρα. Μονάχα είχε μιλήσει με τον Κράνμπερυ και τον Χοτζ. Κάτω στον αυτοκινητόδρομο δεν υπήρχε κανένα σκοτεινό φορτηγάκι που να το λυμαίνονται άνθρωποι με στολές. Κάθισε ξανά κάτω, συντετριμμένος, δίπλα στο μισοτελειωμένο γεύμα.

Ο αδερφός του Τζων Ντάφυ ήταν οπωσδήποτε θαρραλέος. Όταν γύρισε πίσω στο γραφείο είχε κατεβάσει λίγο ουίσκι στο στομάχι του κι ήταν σούρουπο, πιο αργά απ’ ό,τι θα ’πρεπε. Ο Χοτζ κι ο Κράνμπερυ έμοιαζαν απορροφημένοι στις επιστολές τους. Κρέμασε το καπέλο του ανέμελα και είπε:

«Φοβάμαι πως το τρένο άργησε λιγάκι να γυρίσει πίσω.»

Κάτω από τα χαμηλωμένα του βλέφαρα έριξε ένα κοφτερό βλέμμα στο πρόσωπο του Κράνμπερυ. Νόμισε πως είδε ένα αμυδρό χαμόγελο να περνά φευγαλέα από τα χαρακτηριστικά του προσώπου του ηλικιωμένου την ώρα που αυτά παρέμεναν βυθισμένα σε μια κόλλα χαρτί. Το χαμόγελο έμοιαζε να σημαίνει πως αυτό το ίδιο πρωινό αστείο δεν ήταν αρκετά καλό λίγες ώρες αργότερα. Ο Χοτζ σηκώθηκε απότομα στη γωνιά του και κατευθύνθηκε ήσυχα στο γραφείο του κ. Πόλτερ κουβαλώντας μαζί του τις επιστολές του. Ο αδερφός του Τζων Ντάφυ αναστέναξε και κάθισε αποκαμωμένος στο γραφείο του.

Εκείνη τη νύχτα, όταν έφυγε από το γραφείο, η καρδιά του ζύγιζε λιγότερο και πίστεψε πως έχει βρει μια καλή δικαιολογία για να αγοράσει κι άλλο αλκοόλ. Κανένας δεν ήξερε το μυστικό του παρά μόνον ο ίδιος και κανείς άλλος δεν επρόκειτο ποτέ να το μάθει.

Θεραπεύτηκε πλήρως. Το παράξενο νόσημα δεν επέστρεψε ποτέ. Ακόμα και σήμερα πάντως, ο αδερφός του Τζων Ντάφυ εμφανίζεται στη σήραγγα στον ποταμό Λίφι με το βουητό των τρένων και στέκει ριζωμένος στο έδαφος όποτε συναντά ισόπεδη διάβαση – σιωπηλός, που λέει ο λόγος, επάνω σε μια κορυφή στο Ντέριεν.

ΤΟΥ ΦΛΑΝ Ο’ΜΠΡΑΪΑΝ

Flann O’Brien, The Short Fiction of Flann O’Brien, Σαμπέιν / Λονδίνο / Δουβλίνο, Dalkey Archive Press, 2013 [πρώτη δημοσίευση: Irish Digest (Ιούν. 1940), σ. 69–73 και (με λίγες αλλά σημαντικές διαφορές) Story: The Magazine of the Short Story (Ιούλ.-Αύγ. 1941), σ. 65–68].

Φλαν Ο’Μπράιαν (1911, Κάουντυ Τιρόουν – 1966, Δουβλίνο). Ιρλανδός συγγραφέας του οποίου το πραγματικό όνομα ήταν Μπράιαν Ο’Νόλαν. Δούλεψε ως δημόσιος υπάλληλος και έγραψε (μυθιστορήματα, θεατρικά, διηγήματα και σατιρικά κείμενα διατηρώντας για χρόνια στήλη στην εφημερίδα The Irish Times) –με διάφορα ψευδώνυμα– στα αγγλικά αλλά και στα ιρλανδικά. Στα ελληνικά κυκλοφορεί το μυθιστόρημα Ο τρίτος αστυφύλακας (Αλεξάνδρεια, 2008) σε μετάφραση του Άρη Μπερλή.

Ιώβ, μέρος β΄ (απόδοση Πέτρος Γιατζάκης)

~.~

Ι Ω Β
μέρος β’

απόδοση Πέτρος Γιατζάκης

Ο Θεός παιδαγωγεί μέσα από τα πάθη ( 5,17-5,27 )

17 Μακάριος ο άνθρωπος που νουθετεί ο Κύριος!
Τον κανόνα του Παντοδύναμου μην τονε χλευάζεις.

18 Ο Κύριος λαβώνει, αλλά κι επιδένει την πληγή,
Χτυπά, αλλά οι χείρες του γιαίνουν την πληγή.

19 Εξάκις εκ θλίψεων λυτρώσει σε,
Την εβδόμη κακό κανένα δε θα σ’ αγγίζει πια.

20 Στης πείνας τον καιρό από το θάνατο σε σώζει,
Στον πόλεμο σε φυλάει από του ξίφους την ισχύ.

21 Από την μάστιγα της κακογλωσσιάς βρίσκεις καταφύγιο,
Δεν είναι ανάγκη να καρδιοχτυπάς μπρος στην καταστροφή.

22 Τον όλεθρο και την πείνα θα περιγελάσεις,
Τα άγρια θεριά δε θα σε τρομάζουν πια.

23 Με τους λίθους του αγρού θα κλείσεις ειρήνη,
Και με τα ανήμερα θεριά θα έχεις συμμαχία.

24 Θα ξέρεις ότι η σκηνή σου είναι εν ειρήνη,
Κι ότι απ’ το βιός σου τίποτα δε λείπει.

25 Θα δεις το σπόρο σου να πληθαίνει·
Τα βλαστάρια σου θα’ ναι άπειρα σαν τα βότανα της γης.

26 Θα μπεις στον τάφο σφύζοντας ακόμα από ζωή,
Σαν θημωνιά στάρι θερισμένο στον καιρό του.

27 Κοίτα, όλα τούτα τα ερευνήσαμε και καταλεπτώς τα εξιχνιάσαμε.
Έτσι είναι, έτσι τα ακούσαμε. Όσο για σένα, άκουσε και δέξου τα!

~.~
(περισσότερα…)