Συντάκτης: L'apprendista

Έφη Δήμου, «Τέλειο!»

main-image.jpg

«Τέλειο!»

Τον τελευταίο μήνα, κάθε μέρα, η ίδια σκηνή, η ίδια κουβέντα. Εκείνη, καθισμένη στο τραπέζι της κουζίνας, με το βλέμμα καρφωμένο στα χέρια της, προσεχτικά ακουμπισμένα στην ποδιά της και, εκείνος, να κόβει βόλτες μπροστά της, σαν αγρίμι στο κλουβί. Μικρές βόλτες, πέρα-δώθε, ίσαμε τέσσερα βήματα η καθεμία. Σταματά και ανάβει τσιγάρο. Τρεις βαθιές ρουφηξιές. Τη ρωτά αν είναι σίγουρη, αν το σκέφτηκε καλά και νιώθει το πηγούνι του να τρέμει. Του απαντά ότι όχι, δεν είναι σίγουρη, για τίποτα πια δεν μπορεί να είναι σίγουρη όμως τώρα αυτό θέλει. Τον προλαβαίνει και του μιλά για τα παιδιά, πως είναι μεγάλα, θα καταλάβουν, αν μπουν στον κόπο να ασχοληθούν. «Δε σε ρώτησα για τα παιδιά», της λέει ξερά. «Κουράστηκα να υποκρίνομαι…», συνεχίζει εκείνη σα να μην τον άκουσε και κάνει να σηκωθεί να φύγει. «Κουράστηκες να υποκρίνεσαι;», αρθρώνει με κόπο εκείνος και αφήνει τα χέρια του να κρεμάσουν. Το τσιγάρο πέφτει από τα δάχτυλά του και κυλά στο πάτωμα. Ο καπνός του αρχίζει να ανεβαίνει προς τα πάνω αλλά διαλύεται προτού φτάσει στο ύψος των κεφαλιών τους. Με την αναστροφή του χεριού του σκουπίζει τον ιδρώτα που έχει φυτρώσει –ψιλές ψιλές σταγονίτσες– στο μέτωπό του. «Κουράστηκες να υποκρίνεσαι;», επαναλαμβάνει σα να απευθύνεται στο κενό. «Δεν αντέχω άλλο σ’ αυτόν τον ρόλο», ψελλίζει εκείνη με φωνή βραχνή και πνιγμένη, ανακατεμένη μ’ ένα πνιχτό αναφιλητό. «Μαριάννα, κοίταξέ με» κι εκείνη, σαν μικρό παιδάκι, υπακούει. Τον κοιτά με το πρόσωπό της βουτηγμένο στα δάκρυα και σε λίγο ξεσπά σε λυγμούς που τραντάζουν το λιγνό κορμί της. «Για ποιο ρόλο μου μιλάς; Πρόκειται για τη ζωή σου. Τη ζωή μας», λέει εκείνος και κάνει να την αγγίξει. «Έχω στεγνώσει από ζωή. Είμαι μόνο θέατρο…», λέει εκείνη πικρά, τα μάτια της κατακόκκινα, στα όρια του εαυτού της. «Σύνελθε», φωνάζει εκείνος και η παλάμη του αφήνει κόκκινο αποτύπωμα στο μάγουλό της. Πονάει. Σωριάζεται στο πάτωμα και νιώθει την καύτρα του τσιγάρου στην πλάτη της. Η θεόρατη σκιά του στέκει από πάνω της και την κάνει να μαζευτεί κουβάρι, παλεύοντας απεγνωσμένα να ξεφύγει, να κρυφτεί. Αφήνει μια κραυγή που δεν βγαίνει ποτέ προς τα έξω. Το πρόσωπό της είναι αλλοιωμένο από μια έκφραση απελπισίας και οδύνης. Με τρόμο αντιλαμβάνεται τα δάχτυλά του να σφίγγουν το λαιμό της. Έχει μελανιάσει, ανασαίνει όλο και πιο δύσκολα.

Με όσο κουράγιο της απομένει σηκώνει το κεφάλι και το στρέφει προς την πλευρά της πλατείας. «Στοοοπ!», ακούγεται μια φωνή, «τέλειο!». Τα μάτια της μένουν ακίνητα, διεσταλμένα, με μια έκφραση θριάμβου πάνω στη γυάλινη επιφάνειά τους.

ΕΦΗ ΔΗΜΟΥ



(Τὸ διήγημα «Τέλειο!» ἀποτελεῖ προδημοσίευση ἀπὸ τὴν ἐπικείμενη συλλογὴ ἀφηγημάτων τῆς Ἔφης Δήμου, ἡ ὁποία ἐπίκειται νὰ κυκλοφορήσει ἀπὸ τὶς ἐκδόσεις Γκοβόστη)

Τρία βιβλία – τρία κείμενα

 

της ΚΩΣΤΟΥΛΑΣ ΜΑΚΗ

«Στις χαραμάδες του χρόνου»[1]

Του χιονιού
Τασία Βενέτη
Το Ροδακιό
2013
σσ. 122

Στον επίλογο της ταινίας Αντίχριστος του Λαρς Φον Τρίερ, ο πρωταγωνιστής παρακολουθεί ένα ξαφνικό εγερτήριο νεκρών γυναικών, χωρίς πρόσωπο, που όλες μαζί διασχίζουν αποφασιστικά τις κορυφογραμμές του δάσους. Οι θεατές παρακολουθούν την επιστροφή κάθε «βίαια ακυρωμένης γυναικείας φωνής» από τα βάθη του χρόνου. Αντίστοιχα, στο βιβλίο της Τασίας Βενέτη επανέρχεται η τελεολογική ελπίδα του Walter Benjamin για τη «μελλοντική δικαίωση» όλων των ηττημένων.

Δεν είναι εύκολο να περιγραφεί κριτικά το βιβλίο της Βενέτη, κυρίως επειδή το γλωσσικό απόθεμα των είκοσι-οχτώ ιστοριών είναι αιφνιδιαστικό, καθηλωτικό και αιχμηρό. Οι σύντομες ιστορίες της πάλλονται, αξιοποιώντας τη λαϊκή διάλεκτο της Θεσπρωτίας, την περίοδο της Κατοχής και του Εμφυλίου. Η γλώσσα ανακαλεί τις ιστορίες γυναικών με άγρια βιώματα, πολλαπλές ακυρώσεις και βάσανα. Εκεί όπου η έμφυλη βία είναι σωματική, ψυχολογική, συναισθηματική και βασίζεται σε εξακολουθητικές πρακτικές αιώνων.

21527965Στην πρώτη ιστορία η «κοπέλα» που «κάπως δεν ήτανε καλά»[2] οδηγείται στο μοναστήρι από τη μάνα της και τους κοντινούς της που με ολολυγμούς προσπαθούν να την κάνουν να σωπάσει: «…κι αυτή να τινάζεται ορθή και να χλιμιντράει και να γυρνάει τα μαλλιά, μαύρα μαστίγια, ολούθε από αυτά τη βούτηξαν, τη βάρεσαν και την κούρεψαν σαν πρόβατο».[3] Αλλού μια πεθερά “διατάζει” τη νύφη της να μπει όλο πιο βαθιά στο νερό για να πλύνει τα ρούχα μέχρι που της φεύγουν από τα χέρια και κινδυνεύει να πνιγεί.[4] Σε μια τρίτη ιστορία, μια γυναίκα επιστρέφει στα σαράντα της μάνας της για να μαζέψει τη βελέντζα που της άφησε γυρνώντας πάλι πίσω στα ξένα, αφού βγάζει τα δύο τελευταία δόντια της «θειακούλας» της. «Κρατήσου»,[5] ο τίτλος και το δίλημμα που διατρέχει το βιβλίο. Με ποιους όρους σε δύσκολες συνθήκες στέκονται όρθιοι οι άνθρωποι και ποια είναι τα όρια των αντοχών; Στην ομότιτλη ιστορία η γιαγιά διατηρεί με την παρουσία της τη συμβολική έννοια του σπιτιού ακόμα και όταν από τη σκεπή πέφτει μέσα το χιόνι πάνω στη βελέντζα που κοιμούνται τα παιδιά και η «Μαλέκω» μαζί.[6]

Παράλληλα, παρακολουθώντας όσους και όσες “περπατάνε” στις λέξεις της, καταγράφονται πολλαπλοί αγώνες επιβίωσης μέσα στις πιο δύσκολες συνθήκες. Εντοπίζεται επίσης ένα αξιακό πρόταγμα αντίστασης. Με αυτήν την έννοια οι ιστορίες “του χιονιού” επαναφέρουν μια μη γραμμική μνημονική διαδικασία, με ρήγματα ανάμεσα στο παρόν, το παρελθόν και το μέλλον, προσκαλώντας να μη λησμονηθεί μια περίοδος που συχνά αποσιωπείται ή θεωρείται παρελθοντική συνθήκη: ο εμφύλιος πόλεμος και η πολιτική προσφυγιά.

Η ανάδειξη όλων αυτών των δοκιμασιών εντάσσει τον αναγνώστη σε μια διαλεκτική σχέση με την παράδοση με όρους υλικούς και συναισθηματική τοποθέτηση. Οι ιστορίες, ίδιες με παραμύθια, δεν είναι μελοδραματικές, επειδή οι ήρωες και οι ηρωίδες δεν παρουσιάζονται θυματοποιημένοι. Το βιβλίο χωρίς να έχει φολκλορικό ή ηθογραφικό στοιχείο κατασκευάζει γέφυρες με διαχρονικά κοινωνικά ζητήματα των καιρών: την ανέχεια, την έμφυλη βία, την προσφυγιά, την ασθένεια, τη μοναξιά, αλλά και την αίσθηση ευθύνης απέναντι στη μνήμη και στους αγαπημένους.

Ανάμεσα στην πολιτική οξύτητα εκείνων των καιρών η συγγραφέας ζητάει την κριτική σύνδεση με το παρελθόν, χωρίς επιτήδευση και φόβο. Ακριβώς όπως περιγράφει την ηρωίδα της: «αγρίμιασε μονάχη της κάτω απ’ το λιοπύρι, κάτω απ’ τ’ αστέρια, κάτω από μια παλιοκάπα… και δεν σκιάζονταν με τίποτα. Έτσι! Όλα τίποτα ήταν γι’ αυτήν, και δεν σκιάζονταν»[7].


[1] Βλ.: σσ. 112-113.

[2] «Παλιά Ιστορία», σ. 9 (σσ. 9-10).

[3] Στο ίδιο, σ. 10.

[4] «Στο βαθύ», σσ. 40-43.

[5] «Κρατήσου», σσ. 58-59.

[6] «Δεν τη θυμόμασταν ούτε με όνομα ούτε με δόντια. Όλοι Μαλέκω τη φωνάζαμαν γιατί φαίνονταν γριά». Στο: «Του χιονιού», σ. 89 (σσ. 89-91).

[7] «Στο βαθύ», σ. 40 (σσ. 40-43)

~.~

Γιάννης Πάσχος
Οι μαγικές ιστορίες του Δον Ντομίνγκο
2017
Αθήνα: Περισπωμένη
Σελ. 105

Η τέχνη του παιχνιδιού

Ωραία, λοιπόν, είναι η Άνοιξη, αλλά με εκνευρίζει που είναι τόσο επιπόλαια. Μοιάζει με την Οκτωβριανή Επανάσταση, αν και ολάνθιστη, πάντα καταλήγει στην ξεραΐλα της ερήμου[1].

 Υπάρχουν βιβλία που ανατρέχεις σε αυτά διαρκώς, ανοίγοντας διαλόγους μαζί τους και χρησιμοποιώντας τα ως όρια οριζόντων. Ο Γιάννης Πάσχος είναι ποιητής, διηγηματογράφος, ιχθυολόγος και ως εκ τούτων οξυδερκής παρατηρητής ψαριών και ανθρώπων. Πιθανότατα, η παρατήρηση των υδάτινων κόσμων και των πλασμάτων που τους διασχίζουν διαδραμάτισε κάποιον ρόλο στην ικανότητά του να βλέπει διαπεραστικά τα ανθρώπινα κατασκευάζοντας ιστορίες, πάθη, λύπες και χαράζοντας διαδρομές κάθε τύπου στο παρόν, στο παρελθόν και το μέλλον.

213064_0Οι είκοσι-μία ιστορίες που αφήνει πίσω ο Δον Ντομίνγκο, όταν φεύγει, λειτουργούν ως ανθολόγιο ονείρων. Πρόκειται για έναν παγκόσμιο ονειροχάρτη, χωρίς όμως τη συνοδεία ενός πρακτικού εγχειριδίου χρήσης. Οι αναγνώστες προκαλούνται να οικειοποιηθούν κάθε ήρωα/ηρωίδα και κάθε ιστορία, αφήνοντας τα δικά τους ίχνη και αναλαμβάνοντας την ευθύνη για τη σύνθεση του δικού τους τοπίου. Τα όνειρα στις ιστορίες ενώνουν το προσωπικό με το πολιτικό, δεν είναι ξεκομμένα από το πραγματικό, αλλά αντίθετα, η ύφανσή τους έχει πάντα στοιχεία δεσμών και αλλαγών που ορίζονται και από την καθημερινότητα. Τα όνειρα, λοιπόν, δεν είναι εξιδανικευμένες ρομαντικές εκδοχές εκπληρωμένων ή ματαιωμένων επιθυμιών. Οικοδομούνται σε ανοιχτές διαπραγματεύσεις ανάμεσα σε ο,τι ορίζεται κάθε φορά ως πραγματικό και μη πραγματικό. Συνεχίζοντας την παράδοση του Μπόρχες, ο συγγραφέας φτιάχνει λαβύρινθους, διλήμματα και χώρους, εντάσσοντας την πραγματικότητα στον μαγικό ρεαλισμό και αποκαλύπτοντας τις υπερρεαλιστικές πτυχές της που «τρυπώνουν» πάντα εκεί που δεν τις περιμένεις.

Όσο έμεινε κοντά στους ανθρώπους ο Δον Ντομίνγκο, τους απαθανάτιζε με μια χαλασμένη φωτογραφική μηχανή, βλέποντας τους να παίρνουν πόζες. Κάποιες φορές τον κερνούσαν για να τους λέει ιστορίες. Άλλες, τον μέθαγαν παρά τη θέλησή του και «τον έντυναν γουρουνάκι και τον έσερναν στον δρόμο και τον έκαιγαν στα πόδια με τσιγάρα για να δουν πώς στρίγγλιζε». (σ. 16) Φεύγοντας, εκτός από τις ιστορίες του, οι άνθρωποι της πολυκατοικίας θα βρουν φωτογραφίες νεκρικές. Καθένας εξ αυτών βρίσκεται σε φέρετρο στολισμένος/η με λουλούδια. Ο Δον Ντομίνγκο τούς κρατάει το χέρι. Αποχωρώντας από τη ζωή τους είναι εκεί στον θάνατο για να τους συντροφέψει.

Οι ιστορίες είναι η παρακαταθήκη του. Τρόποι ταξινόμησης και επανακατασκευής του κόσμου σε άπειρες συνθέσεις. Ο χρόνος στις αφηγήσεις του Πάσχου είναι πάντοτε ιστορικός, ακόμα και όταν είναι μαγικός. Η πραγματικότητα διαθλάται για να μπορέσει να διατηρηθεί εκ νέου. Οι οικογενειακές ιστορίες του βιβλίου ή η καταγωγή του Δον Ντομίνγκο είναι ανοιχτές και διαφορετικές. Σε μια από αυτές ο πατέρας παίρνει τον γιο του να γνωρίσει «τα επιτεύγματα της επανάστασης». «Αντί να τον παρασημοφορήσουν, τον κυνήγησαν, όπως συμβαίνει πάντα σε αυτές τις περιπτώσεις». (σ. 25)  Σε άλλη, οι γονείς του γίνονται δύο τεράστια φτερά που απομακρύνονται, αφήνοντάς τον στο έδαφος. (σ. 27) Ωστόσο, κάθε φορά το ζητούμενο είναι να «αιφνιδιάσουμε τον κοινωνικό εαυτό μας», όπως και ο ήρωας της πρώτης ιστορίας.

Επιστροφή και χωρισμός, χαρά και λύπη, ζωή και θάνατος διατρέχουν το βιβλίο, πηγαίνοντας μπρος πίσω. Σε μια από τις ιστορίες, ο πρωταγωνιστής συνεχίζει να παίζει σκάκι με τον νεκρό ποιητή, τον Μίλτο Σαχτούρη. Παντοδύναμα με τις παρτίδες τους, διαρκώς, αναδομούν τον κόσμο. Είναι σε αυτήν την ιστορία που ο συγγραφέας διαπιστώνει πόσο δύσκολο είναι να διαχειριστείς την ήττα από έναν απόντα, θέτοντας ξανά το ερώτημα της μνήμης και της ύπαρξης. Πώς γινόμαστε παρόντες και απόντες; Σε ποια ιστορική στιγμή και ποιοι/ποιες μας «κουβαλάνε» μέσα τους; Με ποιους άραγε όρους και σε ποιες συνθήκες; Στη δεύτερη ιστορία μαθαίνουμε πως ένας άνθρωπος, , όταν εξαφανίζεται αυτή που αγαπάει, «βούτηξε μέσα στη λύπη κι έμεινε εκεί, σαν ζώο ταριχευμένο, κρεμασμένος στην αθέατη πλευρά του σύμπαντος» (σ. 45).[2]

Το πάθος κυριαρχεί στις ιστορίες του συγγραφέα. Τίποτα δεν είναι αδιάφορο. Μια γυναίκα ανεβαίνει στην ουρά μιας πελώριας φάλαινας  και ουρλιάζει από πάθος τόσο δυνατά που ημερώνουν ακόμα και τ’ άγρια κύματα.[3] Σε άλλη περίπτωση, ο ήρωας «κολυμπά στα λόγια μας»,[4] συντροφεύει τον Κύκλωπα[5] ή αναρωτιέται τι γίνεται όταν επιθυμούμε διακαώς να καταβροχθίσουμε τον εαυτό μας, αλλά αυτός μας ξεφεύγει διαρκώς, παίζοντάς το πεθαμένος σκορπιός.[6]

«Όλα θέλουν τέμπο και χρόνο, τρόπο και υπομονή» (σ. 80) επισημαίνεται στο βιβλίο. Στο σύμπαν του, όλα τα σώματα, σαν την επιθυμία, είναι συχνά διαμελισμένα. Τα συναισθήματα αμφιθυμικά, οι πορείες μη προδιαγεγραμμένες. «Μαγείρεψα την ηρεμία μου», μας λέει ένας από τους ήρωες, «ελπίζω να περάσατε καλά». (σ. 54) Τελικά, δύσκολα κατατάσσονται όσα ανατρεπτικά συμβαίνουν. Το βιβλίο του Πάσχου, λοιπόν, είναι «σαν το άρωμα που αφήνει η λαχτάρα μιας ερωτικής εξομολόγησης, πριν καλά ειπωθεί».


[1] «Η κραυγή», (σσ. 91-95).

[2] «Οι σπόνδυλοι μιας ξύλινης σκάλας», (σσ. 44-46).

[3] «Η γοητεία του ορίζοντα», (σσ. 37-39).

[4] «Η μαγεία της άνωσης», (σσ. 67-69).

[5] «Ο άλλος», (σσ. 58-61).

[6] «Οι δοκιμασίες των κατασκόπων» (σσ. 80-86).

~.~

Γιάννης Κωνσταντίνου
Από το προσωπικό μου συναξάρι
Αθήνα: Εκδόσεις Επίκεντρο
2019
σσ. 74

Είπεν: μη κρίνετε ίνα μη κριθείτε και εγένετο ως θέλημά Του το θεμελιωδέστερο κοινωνικό συμβόλαιο του έθνους μας: Ημείς δεν αμφισβητούμε τους προϊσταμένους και εκτελούμε ακρίτως τας εντολάς αυτών που μας διόρισαν. («Μη κρίνετε», σ. 62)

Κάθε κριτικό κείμενο για ένα βιβλίο παραμένει διαρκώς ανοιχτό σε πολλαπλές ερμηνείες, ανάλογα με τις διαφορετικές αναγνωστικές προσεγγίσεις. Επομένως, οι κριτικές αναγνώσεις γίνονται μονοδιάστατες σε κάθε ιδεαλιστική επίκληση ενός μοναδικού “τόπου αλήθειας”, στον οποίο ο κριτικός κρατά τον ρόλο της αυθεντίας. Σε τέτοιες περιπτώσεις, η κριτική αυτο-ακυρώνεται, κατασκευάζοντας νέες ιεραρχικές κατατάξεις στον ανταγωνιστικό χώρο της βιβλιοπαραγωγής και βιβλιοκριτικής.

Τα μικροκείμενα του Κωνσταντίνου δεν κατατάσσονται εύκολα, ενώ παράλληλα με αμεσότητα, ειρωνεία και σαρκασμό ασκούν διεισδυτική κριτική στη θρησκευτική, νομική και πολιτική “αυθεντία” σε όλες τις εκδοχές της. Η πρωτοτυπία του βιβλίου είναι πολυδιάστατη και δεν αφορά μόνο στην αποδόμηση του κανονιστικού πλαισίου του ελληνορθόδοξου δόγματος: εορτές, βίοι αγίων, σημαντικά θρησκευτικά γεγονότα. Ο συγγραφέας με προκλητική διαύγεια ανασυνθέτει τη “μυθολογία” της ορθόδοξης πίστης, τέμνοντας το προσωπικό, το πολιτικό και το θρησκευτικό. Την ίδια στιγμή, καταγράφει με ποιους τρόπους οι συνυφάνσεις του πολιτικού, νομικού και θρησκευτικού στοιχείου, ανακυκλώνουν την Ελλάδα της Κρίσης.

Εφόσον οι κριτικές βιβλίων συμπλέουν με τις υποκειμενικές θέσεις των συγγραφέων και τις ιδεολογικοπολιτικές τους θεωρήσεις, είναι αναμενόμενο κάθε κριτική βιβλίου να είναι ανοιχτή σε διάφορους αντιλόγους. Στην περίπτωση του συγκεκριμένου βιβλίου και για όσους κλονίζονται με τη σαρκαστική πολεμική του Κωνσταντίνου, εύκολα μπορούν να ισχυριστούν ότι το βιβλίο αγγίζει τα όρια του εξυπνακισμού ή ότι είναι αιρετικό έως και βλάσφημο.

Ο ίδιος ο συγγραφέας, έχοντας επίγνωση του κριτικού λόγου κάνει χρήση του αυτοσαρκασμού, αναγνωρίζοντας ο ίδιος τις πολιτικές του ματαιώσεις στο πέρασμα των χρόνων, αλλά και τη διάθεσή να αντιπαρατεθεί σε κάθε είδους δόγματα. Στα κείμενα αξιοποιείται η επαγγελματική ιδιότητά του ως νομικός. Ο Κωνσταντίνου αναφέρεται στο πώς το δικαστικό σύστημα διασπά ολοένα και περισσότερο το κοινωνικό κράτος, αναπαράγοντας την κοινωνική αδικία και τα δικαιώματα των προνομιούχων.

Στο βιβλίο παρατίθενται η φιλανθρωπία του οίκτου, η γραφειοκρατία, τα μικροπολιτικά συμφέροντα, η μνημονιακή Ελλάδα και η αποποίηση ευθύνης μέσω της “τερατοποίησης” της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ο συγγραφέας καταδεικνύει τη σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα και τις πολιτικές συνέπειες που ακολουθούν με το μη διαχωρισμό εκκλησίας κράτους.

Όλα εμπεριέχονται στο κριτικό του βλέμμα, ακόμα και αν πρόκειται για τους αριστεριστές, που με θρησκευτικό τρόπο επαναφέρουν τις ίδιες ιδεολογικές θέσεις ή την κατασκευή της Θεσσαλονίκης ως της απόλυτα ερωτικής πόλης. Πικρά και ξεκαρδιστικά την ίδια στιγμή τα κείμενα πιστοποιούν ότι οι καλές προθέσεις ή οι προοδευτικές τοποθετήσεις δεν αρκούν για την αλλαγή του κόσμου, ενώ επισημαίνεται η φράση του Μύλλερ πως «το νεκρό στην Ιστορία δεν είναι νεκρό» (σ. 69).

Ο Άγιος Βασίλης κατασκευάζεται ως ο επιχειρηματίας του τζόγου με τους πιστούς να συρρέουν στην ονομαστική του εορτή στο καζίνο. Ο άσωτος-βετζετέριαν επιστρέφει για να καρπωθεί την οικογενειακή περιουσία. Ο Άγιος Γεώργιος εμφανίζεται ως εμμονικός δρακοκτόνος που έπεσε στην αφάνεια, επειδή τα τέρατα είναι πια προστατευόμενο είδος από τις οικολογικές οργανώσεις κάθε τύπου. Ο Απόστολος Παύλος είναι για κάποιους «κάτι μεταξύ του Λένιν και του Τρότσκι του χριστιανισμού» (σ. 48), όμως, σύμφωνα με τον συγγραφέα «ο πρώτος ντονμές στην ιστορία», δηλαδή Εβραίος που αλλαξοπίστησε για να σωθεί. Ο Ιωάννης ο πρόδρομος είναι προσηλωμένος επιχειρηματίας που τελειοποίησε τις υπηρεσίες: γάμος, βάφτιση και κηδεία, αλλά και «πιο εξειδικευμένα μπραντς (ευχέλαιο, μνημόσυνο, αγιασμός, μικρός ή ολόκληρος «σαραντισμός» κ.ο.κ.) (σ. 55), ενώ ο ίδιος ο Χριστός ήταν ένας γοητευτικός άντρας που τον λάτρευαν οι γυναίκες.

Ολοκληρώνοντας την αυτοσαρκαστική του διάθεση, ο Κωνσταντίνου γίνεται ο «ασεβής που μιλά», ενώ συνθέτει τον αντίλογο του κάθε πιστού. «Άλαλα τα χείλη των ασεβών», εύχεται παρορμητικά ο υμνωδός. «Λάθος μέγα. Εμείς δεν είμεθα σταλινικοί να στέλνουμε στα γκουλάκ τους αντιφρονούντες» (σ. 51).

ΚΩΣΤΟΥΛΑ ΜΑΚΗ

 

 

Νέοι ποιητές ενός νέου αιώνα |44. Θεοδόσης Βολκώφ (Ι)

ΔΙΑΡΚΗΣ ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ 2000-2020

Ποιά ἡ ποίηση τοῦ 21ου αἰώνα καὶ ποιοί οἱ ποιητές της; Χιλιάδες ποιητικὲς συλλογές, εἴτε τυπωμένες ἀπὸ ἐπώνυμους οἴκους εἴτε αὐτοεκδόσεις, ἑκατοντάδων ἢ καὶ χιλιάδων ποιητῶν ποὺ ἀναζητοῦν τὴν θέση τους στὴν Νεοελληνικὴ Λογοτεχνία. Τί μένει ὅμως καὶ τί περνάει ἀπὸ τὴν κρησάρα τῆς κριτικῆς; Τί ἐπιβιώνει –ἢ ἔστω, τί φαίνεται ὅτι μπορεῖ νὰ ἐπιβιώσει– στὴν μνήμη τῆς ἀναγνωστικῆς κοινότητας;

Ἀποπειρώμενο μιὰν ἀπάντηση στὰ παραπάνω, τὸ Νέο Πλανόδιον ἐγκαινιάζει τὴν ἑβδομαδιαία στήλη ‘‘Νέοι ποιητὲς ἑνὸς νέου αἰώνα. Διαρκὴς ποιητικὴ ἀνθολογία 2000-2020’’. Γιὰ διάστημα δύο ἐτῶν καὶ ἀρχῆς γενομένης ἀπὸ τὸν Φεβρουάριο τοῦ 2019, θὰ ἀνθολογοῦμε κάθε ἑβδομάδα ἀπὸ ἕνα ἢ περισσότερα ποίηματα ἑνός/μιᾶς συγγραφέα, ποὺ θὰ πληροῦν δύο προϋποθέσεις: θὰ εἶναι α) δημοσιευμένα μετὰ τὸ 2000, καὶ β) γραμμένα ἀπὸ ποιήτριες ἢ ποιητὲς 45 ἐτῶν καὶ νεώτερους, γεννημένους δηλαδὴ ἀπὸ τό –σημαδιακό– 1974 καὶ ἑξῆς.

Τὰ ποιήματα θὰ παρατίθενται πολυτονισμένα, δίχως ὅμως ἄλλες παρεμβάσεις στὸ πρωτότυπο. Ἐπίσης, στὸ τέλος κάθε ἑξαμήνου θὰ δημοσιεύεται στὸν ἱστότοπο ὁ Θησαυρὸς Ἀναγνώσεων τῶν ἀνθολόγων μὲ τὴν μορφὴ ἀναλυτικοῦ καταλόγου, ὅπου καὶ θὰ καταγράφονται ὅλες οἱ ποιητικὲς συλλογὲς ποὺ εἴδαμε στὸ διάστημα αὐτό. Τὰ ποιήματα ποὺ θὰ προκύψουν στὸ πέρας τῆς διαρκοῦς αὐτῆς ἀνθολόγησης, συμπληρωμένα ἐνδεχομένως καὶ μὲ ἄλλα, θὰ ἀποτελέσουν τὸν κορμὸ μιᾶς ἔντυπης Ἐκλογῆς.

Οἱ σκοποὶ τοῦ ἐγχειρήματος, δύο: νὰ ἀναδείξουμε τὰ ἀξιανάγνωστα ποιήματα ποὺ γράφονται στὶς μέρες μας ἀπὸ νέους ποιητές· καὶ νὰ συμβάλλουμε στὴν ἐπόπτευση τῆς νεοελληνικῆς ποίησης τοῦ αἰώνα μας, μακριὰ ἀπὸ παρελκυστικὲς κατηγοριοποιήσεις, αἰσθητικὲς ἢ/καὶ ἰδεολογικές.

ΘΑΝΑΣΗΣ ΓΑΛΑΝΑΚΗΣ – ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΚΟΡΔΑΣ


Μὲ δεδομένο τὸν τεράστιο ὄγκο τῆς τρέχουσας ποιητικῆς παραγωγῆς, ποὺ ξεπερνᾶ τοὺς 800 τίτλους ἐτησίως (813 γιὰ τὸ 2017, βάσει ἐπίσημων στοιχείων ἀπὸ τὴν Ἐθνικὴ Βιβλιοθήκη), οἱ ἀνθολόγοι δὲν τρέφουν ψευδαισθήσεις ὅτι εἶναι σὲ θέση νὰ τὴν παρακολουθήσουν στὴν πληρότητά της. Ὑπόσχονται ὅμως νὰ ἐξετάσουν φιλότιμα ὅλα τὰ βιβλία ποὺ θὰ τεθοῦν ὑπ’ ὄψιν τους. Οἱ φίλοι νέοι ποιητὲς μποροῦν (παρακαλοῦμε πολὺ μὲ ἁπλὸ δέμα/ἐπιστολή) νὰ τὰ στέλνουν στὶς διευθύνσεις: Ἀγησιλάου 7, Ἡράκλειο Ἀττικῆς, 141-22 καὶ Ἁγ. Φανουρίου 2, Ζωγράφου, 157-72. [Μὲ τὴν ἔνδειξη: “Αθ.Β.Γαλανάκης-Αλ.Κορδᾶς γιὰ τὸ Νέο Πλανόδιον” στὰ στοιχεῖα τοῦ παραλήπτη]


Θεοδόσης Βολκώφ

angel_guardian_810_500_75_s_c1

(Τὰ Τραγούδια τῆς Ψυχῆς καὶ τῆς Κόρης, Ἀθήνα, Γαβριηλίδης, 2004)

VII

Πολεμιστὴς ἀρχαίων καιρῶν σὲ κοίταζα,
Κιμμέριος βασιλιάς, πρόμαχος Σκύθης
κι ἀγρίμι τῆς ζωῆς, γιὸς τῆς φωτιᾶς,
τσακίζω μὲς στὰ χέρια σου τὸ κύπελλο τῆς λήθης.
Δὲς τὴν αὐγή, δὲς τὸ σπαθὶ καὶ δὲς τὴ νίκη.
Δὲ σοῦ ταιριάζει μιὰ ζωὴ τῆς λησμονιᾶς
δὲ σοῦ ταιριάζει ἐσένα, Ἐλεύθερη, μιὰ τέτοια καταδίκη
ποὺ σὰν ντροπὴ μολεύει τὴ μορφή σου.
Εἶναι κατάρα τῆς ζωῆς ἡ λήθη. Σ’ ἀγαπῶ. Θυμήσου.

Εἶμαι αὐτὸς ποὺ ὀργίζεται
κι ἐκεῖνος ποὺ θυμώνει
κι εἶναι γιὰ σένα ὅλες μου οἱ ζωές,
γιὰ σένα εἶν’ οἱ πληγές, γιὰ σένα οἱ πόνοι,
γιὰ σένα ὅλοι οἱ θάνατοι καὶ οἱ νίκες,
πολεμιστὴ μὲ γνώρισες, πολεμιστὴ μὲ βρῆκες
γιὰ τὸ κορμί, γιὰ τὸ φιλί σου,
γιὰ σένα οἱ μάχες τῆς ἀβύσσου,
γιὰ σένα κάτι μέσα μου ξεσπᾶ
κι ἀστράφτει καὶ θυμώνει,
γιὰ σένα γήινη τῶν πόθων μου Θεά!
Καὶ ὅλα τ’ ἄλλα – σκόνη…

~.~

XVII

Γεννήθηκα ἕνας γίγαντας
ἀπὸ τὴς γῆς τὰ σπλάχνα,
μὲ τὸ κορμὶ χωμάτινο,
φτιαγμένος μὲ πηλὸ
καὶ πάνω μου δροσιὰ ἔφερνε
τῆς μάνας μου ἡ ἄχνα,
πλασμένος μὲ τὴν ἔρημο
ζητοῦσα τὸ νερό.
Καὶ γύριζα τὰ πέρατα
τοῦ κόσμου καὶ τὶς χῶρες,
Ἀγάπη πάντα ψάχνοντας
καὶ Μάχες μυστικὲς
καὶ μ’ ἔδειραν οἱ ἀνεμικὲς
καὶ μὲ τσακίσαν μπόρες
καὶ τὸ κορμί μου ἔσπασαν
καὶ γέμισαν ρωγμές.
Στὴν ἔρημ’ ὁλομόναχος
ξεδίψαγα στὸ Νεῖλο
καὶ τὰ κομμάτια μάζευα
θνητὸς στοχαστικὸς
κι εἶπα «δὲ θέλω τὸν πηλὸ»
καὶ μ’ ἔπλασ’ ἀπὸ ξύλο
κι εἶπα, «παλιὲς ἀνεμικὲς
δὲν εἶμαι πιὰ τρωτός».
Κι ἦρθαν καινούργιες θύελλες
κι ὁρμῆσαν νέες μπόρες,
δὲν ἔκλεινε ἡ Μοίρα μου
καὶ γύριζε τ’ ἀδράχτι,
πολέμους γνώρισα φωτιᾶς
τῶν κεραυνῶν τὶς κόρες
καὶ τὸ κορμί μου ἀπόμεινε
καὶ κάρβουνο καὶ στάχτη.
Κι ἐκεῖ πάλι σηκώθηκα
βαρὺς ἀπὸ τὴ γῆ μου
καὶ μ’ ἔσπρωχνε ξανὰ μιὰ ὁρμή,
ζωὴ ἁλυσοδέτρα,
νὰ βρῶ μιὰ ὕλη ἄφθαρτη
ἀπὸ τὸ χαλαστή μου
κι ἔψαξα μὲς στὰ βάθη μου
καὶ μ’ ἔκαν’ ἀπὸ πέτρα.
Καὶ τότε ἦρθαν καὶ μ’ ἄγγιξαν
μάγισσες κάποιες κόρες,
μητέρες τους τὰ τέρατα,
πατέρες οἰ σεισμοί,
βαθιὲς θάλασσες μέσα μου
πνίγαν στεριὲς καὶ χῶρες
καὶ πιὰ χαλίκια ὁ βράχος μου
καὶ νά, ξανὰ ἡ ρωγμή!
Κι εἶπα «τώρ’ ἀπὸ σίδερο
θὰ πλάσω τὸν ἑαυτό μου,
δὲ θά ‘χω πιὰ καμιὰ ρωγμὴ
καὶ στάχτη καὶ καπνιά,
ἡ Μάχη εἶναι ἡ δόξα μου
κι ἡ Ἀγάπη τ’ ὄνειρό μου»,
μὲ βρῆκε ὅμως τὸ λύγισμα,
τὸ λιώσιμο, ἡ σκουριά.
Καινούργιες πάντ’ ἀνεμικές,
πάντα καινούργιες μπόρες,
δαιμόνισσες σὰν νά ‘λεγαν
μ’ ἀνθρώπινες φωνὲς
«ἴδιες γιὰ σένα τῆς ζωῆς
καὶ τοῦ θανάτου οἱ ὧρες,
γιατὶ κι ἐσὺ δυνάμωσες
κι ἐμεῖς πιὸ δυνατές».
Κι ἦρθε ἀπὸ μέσα ἡ Μοίρα μου,
ποὺ ἀπ’ τὴν ἀρχὴ καλοῦσα,
ἀπὸ τὰ χρόνια τὰ παλιά,
τὰ χρόνια τοῦ πηλοῦ,
κι εἶπε σὲ μένα  –μαχητὴς
ποὺ ζοῦσα κι ἀγαποῦσα–
τοὺς νόμους καὶ τὶς προσταγὲς
τῆς γῆς καὶ τ’ οὐρανοῦ:
«Γιατ’ εἶσαι σὺ ὁ ἀδάμαστος
κι ἂν γίνεις ἀπὸ ἀτσάλι
κι ἀπ’ ὅποιο μέταλλο ἄγνωστο,
σκληρό, γυαλιστερό,
μὲς στὶς φωτιές, στοὺς χαλασμοὺς
θὰ σὲ βυθίσω πάλι
δὲν ἔχ’ ἡ Ἀγάπη νικητὲς
κι ἡ Μάχη τελειωμό».

~.~

f36c8d7cbee64cd976b42a958d8b5cad

(Γιουβενάλης, Ἀθήνα, Παρισιάνου, 2012)

ΙΙ

Μνήμη Louis Antoine de Saint-Just

Ἀπ’ τοῦ Θυμοῦ τὸ πυρωμένο ἀγέρι
σαρκώσου τώρα, Στίχε, κι ἔτσι τράβα
σὲ ὅσα ἡ Ποίηση ἀποφεύγει μέρη

στὸ τρυφερὸ καὶ στὸ δειλό της διάβα.
Νέοι καιροί· πανάρχαιο προσκλητήρι –
Νὰ καῖς· ἐδῶ μὲ πάγο, ἐκεῖ μὲ λάβα.

Στῆς Ἱστορίας τ’ ἄγριο χωνευτήρι
διάλεξε τὸ πεδίο σου καὶ στήσου
ὀρθὸς μέσα στὸ ψύχος καὶ στὴν πύρη.

Λάβε, λοιπόν, τὴ θέση σου κι ὁπλίσου.
Μεριὰ ἀπόψε, Στίχε, θὰ διαλέξεις,
θὰ ὁρίσεις, ἐπιτέλους, ποιά ἡ Γῆ σου

καὶ σύσσωμος θὰ τὴνε διαφεντέψεις.
Τὴ Διψασμένη μ’ αἷμα θὰ ποτίσεις,
τὴν κλίμακα τῶν πόνων θὰ διατρέξεις,

μὰ δὲν θὰ σπάσεις ὅσο κι ἂν λυγίσεις.
Στοῦ πλήθους τὴν ψυχή, Στίχε, βυθίσου
καὶ πιὲς καὶ λούσου ἐκεῖ ὣς νὰ μεθύσεις.

Κι ὡστόσο πάλι Ἐλεύθερος κρατήσου
μὲ μάτι γερακίσιο γιὰ νὰ κρίνεις
τὶς πράξεις καὶ τὴν πράξη τὴ δική σου.

Κι ἀπὸ τὴν ἄλλη κόβε ὅταν λύνεις
δὲν εἶναι οὔτε ὁ τόπος οὔτε ἡ ὥρα·
νὰ καῖς, σὰν πρέπει, καὶ ἂν ὄχι, νὰ σβήνεις.

Ὅπως καὶ νά ‘χει ὡστόσο, ἐμπρὸς προχῶρα.
Πάτα μὲ ὁπλὲς καὶ χτύπα μὲ τσεκούρια·
κι ἂν πρέπει, κάψε ὁλάκερη τὴ χώρα

καὶ μὴν σκεφτεῖς τὰ ἐνάντια καὶ τὰ οὔρια.
Ξεχέρσωσε ὅ,τι εἶναι νὰ ἐκχερσώσεις
γιὰ νὰ φανεῖ στὴ γῆ μιὰ Γῆ καινούργια

καὶ χαλυβδώσου, ἂν θὲς νὰ χαλυβδώσεις.
Θὐμωσες, Στίχε. Δὲν ἀρκεῖ. Ὀργίσου. –
Καὶ σκότωσε, ἂν πρέπει νὰ σκοτώσεις.

Τράχυνε στὴν Ἀνάγκη τὸ κορμί σου
καὶ νεῦρα καὶ μυῶνες ὅλος δείξου,
τὴν ἴδια σου ψυχή, ἂν πρέπει, ἀρνήσου

κι ἕνας ἐνάντια σ’ ὅλους μόνος ρίξου·
φτάσε στὰ ἔσχατα τὸν Ἑαυτό σου,
στὸν πόλεμο καὶ μὲς στὸ αἷμα πνίξου·

ἀκόμα καὶ τὸ ἔγκλημα φορτώσου
καὶ γίνε Τρόμος – ἔτσι θυσιάσου·
ἂν πρέπει, καὶ αὐτό – ἀποκτηνώσου.

Ἡ Ἀνάγκη, ἐρωμένη καὶ θεά σου,
στὸ σχῆμα μιᾶς ἀόρατης στεφάνης
θὰ σώζει ἀλλοῦ τὴν ἀθωότητά σου.

Ἂν θὲς νὰ ζήσεις, πρέπει νὰ πεθάνεις.

~.~

IV

Μόνη πιστὴ ἐρωμένη μου, Ὀργή,
τῆς κάθε νύχτας σκοτεινὴ Κυρά μου,
κάθε ἴνα τοῦ κορμιοῦ μου σὲ καλεῖ,
τὴ μήτρα σου γυρεύουν τὰ παιδιά μου.
Σάρκα ποὺ ἰδέα σὲ, Ἐσὺ
πηγὴ στερνὴ καὶ πρώτη τοῦ Ἔρωτά μου,
νὰ σὲ κοιμᾶμαι θέλω, τρομερή
πίστη κι ἐλπίδα· θλίψη καὶ χαρά μου.

Μόνη πιστὴ ἐρωμένη μου, Ὀργή,
τὴν ὀμορφιά σου πιὰ ποιός διακρίνει…
Τώρα ποὺ ἀδειάζει κι ὅλο ἀδειάζει ἡ Γῆ
τὴ γύμνια μου ἡ σάρκα σου θὰ ντύνει.
Σὲ σένα μόνον δέεται ἡ Ψυχή,
μεστώνει ἀργὰ καὶ μὲ τὸ ξίφος λύνει
τὰ αἰνίγματα ποὺ θέτει ἡ Ἐποχή·
τὴ βλέπει, τὴ ζυγίζει καὶ τὴν κρίνει.

Μόνη πιστὴ ἐρωμένη μου, Ὀργή,
διῶξε ἀπὸ πάνω μου ὅλες τὶς καμπύλες
καὶ σκλήρυνέ με, κάνε με τραχύ,
νὰ μὲ μισοῦν οἱ σκύλοι καὶ οἱ σκύλες
ποὺ μόνο τρῶν καὶ καβαλιοῦνται, Ὀργή·
καὶ λεγεῶνες κάνε με καὶ ἴλες·
τὸν ἕναν πλήθυνέ τον πάλι, Ἐσύ,
καὶ στῆσε τὸν Κριὸ μπροστὰ στὶς Πύλες.

Μόνη πιστὴ ἐρωμένη μου, Ὀργή,
στὰ πόδια σου τὸν βίο μου ἀποθέτω·
τὸ σῶμα προσφορὰ καὶ προσευχὴ
ἡ Γλώσσα πού, Ὀργή, σοῦ καταθέτω.
Εἶσαι ἡ Ἀνἀγκη. Κάλπασε γοργή.
Ἔσο ἡ Φωνή. Τὸ στόμα μου ἀπελθέτω…
Καὶ ὑποψάλλω – Ὀργή, Ὀργή, Ὀργή –
Ὀργή – ἡ Βασιλεία σου ἐλθέτω.

~.~

1-angelus-novus-paul-klee

(Missa Brevis, Ἀθήνα, Παρισιάνου, 2012)

Ἀφροδίτη Οὐρανία

Σὰν ἔρθει ἡ ὥρα Ἀφροδίτη Οὐρανία
ν’ ἀριθμηθῶ κι ἐγὼ μὲς στοὺς πιστούς σου
δὲν θέλω οἱ ποὺ ἀγάπησα νὰ μεσιτεύσουν
μήτε κι οἱ ποὺ μ’ ἀγάπησαν αὐτές

παρὰ οἱ δυσαρίθμητες κι ἀνέγνωρες γυναῖκες
ποὺ δρόμους γνώριμους ἀφήνοντας
–καὶ δίχως ν’ ἀνταλλάξουμε μιλιά–
φορὲς ἀμέτρητες ἐπῆρα στὸ κατόπι.

~.~

Γυμνή

Τοῦ γλύπτη Χρήστου Γεωργίου

Θὰ σοῦ δειχτῶ γυμνή. Κάθε γραμμὴ θὰ δεῖς κάθε καμπύλη
κι αὐτὰ ποὺ μόνο ἐσύ –γνωρίζω– τὰ μαντεύεις
καὶ στὴ φωτιὰ κι ὅπως ποτέ σου πρὶν δὲν ἔπιασες τὴ σμίλη
θ’ ἀρχίσεις γρήγορα καὶ ἄγρια νὰ λαξεύεις.

Ἀπ’ τὰ κοινὰ κι ἀδύναμα κουράστηκα τὰ χάδια,
τὸ πύρινο νὰ τυλιχτεῖ ζητᾶ ἡ σάρκα μου ὄνειρό σου
κι αὐτὸ τὸ βράδυ ποὺ κρατᾶ βαθιά του ὅλα τὰ βράδια
θέλει τὸν μπροῦντζο σου καὶ τὸ πεντελικὸ τὸ μάρμαρό σου.

~.~

Στίχοι γυμνοὶ ποὺ τὸ γυμνό σου δείχνουν σῶμα

Στίχοι γυμνοὶ ποὺ τὸ γυμνό σου δείχνουν σῶμα,
καὶ ποὺ ἂν τοὺς φωνάξεις, λές, θὰ κοκκινίσεις·
«Κάνε, ζητᾶς, λιγότερο πυρὸ τὸ χρῶμα
ἐκτεθειμένο τὸ κορμί μου μὴν ἀφήσεις»

»Ὑπάρχει κάτι ἐκεῖ ποὺ καίει καὶ ξεσχίζει,
κάτι ποὺ θά ‘θελα γοργὰ νὰ τὸ ξεχάσω·
κάτι σὰν τέρας ποὺ κινεῖται καὶ μουγκρίζει…
Τοὺς στίχους σου ψιθυριστὰ θὰ τοὺς διαβάσω».

(Τοὺς στίχους μου δὲν τοὺς ἀντέχουνε τὰ χείλη;
Νὰ τοὺς φωνάξει δὲν τολμᾶ κανένα στόμα;
Εὐλογημένη νύχτα ἐσύ, ἀκριβή μου φίλη,
τὰ ψιθυρίσματα δὲν τὰ ἔμαθα ἀκόμα.)

Καὶ νὰ τοὺς ψιθυρίσεις ὅμως  – δὲν ἀλλάζει
τίποτα· ἐτοῦτο τὸ κορμί δὲν παίρνει ντῦμα·
λύκος ὁ ἄνεμος ἐκεῖ πάντα θὰ οὐρλιάζει
καὶ πάντα πύρινο θὰ ὑψώνεται τὸ κῦμα.

~.~

Αἰδοῖον ἀΐδιον

Δεύτερο στόμα, τρομερότερο τοῦ πρώτου –
μὲ τ’ ἀνδροφόνα δίχως δόντια χείλη,
μὲς στὶς συσπάσεις σου μὲ εἶχες ἀναγγείλει.
Γεννᾶς τὸν ἄντρα καὶ δηλοῖς τὸν θάνατό του.
Ἡ γλώσσα σου δὲν φτιάχτηκε ἀπὸ λέξεις·
θάλασσα ποὺ ἁρμύρα ξεχειλίζεις,
ποὺ μὲ καλεῖς, ποὺ μοῦ μιλᾶς κι ἀναβαπτίζεις
τὸ πνεῦμα μου, τὸ σῶμα ἂν ἐπιλέξεις.

Θήρα διπλή, τετράφυλλη, μικρή, μεγάλη·
ἄβατο χιλιοδιάβατο παλάτι,
ἔμμονη σκέψη καὶ βούληση ἐσχάτη
ἡ ὑποπόρφυρη θαμνώδης σου ἀγκάλη.
Ἰδέα σάρκινη, σκοπὲ τῆς κάθε πράξης,
τῶν τρόπων ὅλων τὸ αἰώνιο θέμα,
ποτάμιο πρὸς ἐσένα ρέει τὸ αἷμα
ζωὴ καὶ θάνατο μαζὶ γιὰ νὰ διδάξεις.

Καταγωγή μου ποὺ σὲ σένα κατατείνω,
λέαινα μαύρη, κόκκινη, ξανθιά, ὁ σκύμνος
ἐγώ – κι ὁ πίδακας τοῦ σπέρματος ὁ ὕμνος,
ἡ προσευχή κι ὁ ὅρκος ποὺ σοῦ δίνω.
Κόρη τοῦ Χρόνου ἀρχαιότερη ἀπ’ τὸν Χρόνο,
χαλκέντερη αἰώνια αἰώνων μήτρα,
τὴ μόνη μου λευκότητα γιὰ λύτρα
ὅσο ὁ ταῦρος μου βαστᾶ θὰ σοῦ πληρώνω.

~.~

Μαῦρος ἄγγελος

Τὸ σῶμα ἀναζητᾶ τὴν καίρια λέξη,
νὰ πεῖ, νὰ πεῖ αὐτὸ ποὺ τὸ συνέχει,
τὸν ἴδιο του τὸν θάνατο ν’ ἀντέξει,
αὐτὸ ποὺ ἐντός του φέρει μὰ ποὺ ἀπέχει.

Σῶμα νεκρό –κι ἡ Γλώσσα δὲν θὰ στέρξει–,
κατέχεται ἀπὸ αὐτὸ ποὺ δὲν κατέχει,
στὴν ἀνδροφόνο ἀφέθηκε πιὰ ἕλξη
καὶ ζωντανὸ τοῦ ὀλέθρου του μετέχει.

Μαῦρε Ἄγγελε, θανάτους κραταιώνεις
κι ἀργὰ ἢ γοργὰ στὸν Θάνατο τὸν Ἕνα
μὲ σέρνεις, μὲ ὁδηγεῖς· μὲ ματαιώνεις·

φωνῆεν ἢ σύμφωνο τοῦ λόγου μου κανένα
δὲν μοῦ ἀφήνεις νὰ ἱστορήσω τὴ ζωή μου…
Βουβὴ ἀποβαίνεις, Γλώσσα μου καὶ Γῆ μου.



Ὁ Θεοδόσης Βολκὼφ γεννήθηκε τὸ 1980 στὴν Ἀθήνα, ὅπου ζεῖ καὶ ἐργάζεται. Ἔχουν κυκλοφορήσει τὰ ποιητικά του βιβλία: Τὰ Τραγούδια τῆς Ψυχῆς καὶ τῆς Κόρης (2004), Γιουβενάλης (2012), Missa Brevis (2012), Ὁ Pietro Aretino ἐν ἔτει 2013 (2013), Sexus (2015), Σονέτα (2016) καὶ Versus (2019). Ἐπίσης, ἔχει κυκλοφορήσει τὸ δοκίμιό του Ὁ ποιητὴς Δημήτριος Ε. Σολδάτος (2018).

«Η Παρθένος σήμερον…» και ο δεκαπεντασύλλαβος

xristou-genna2

*

τοῦ ΧΡΙΣΤΟΥ ΔΑΛΚΟΥ

Ὁ Κωνσταντῖνος Σάθας, ἀναφερόμενος στήν καταλυτική ἐπίδραση τῆς Θάλειας τοῦ αἱρεσιάρχη Ἀρείου πάνω στήν χριστιανική λειτουργία, σημείωνε: «… ἐκ τῶν παρ᾿ Ἀθανασίῳ ὅμως διασωθέντων ἠκρωτηριασμένων τῆς Θαλείας λειψάνων δυνάμεθα νὰ κρίνωμεν ὅτι ὁ ῥυθμὸς τῆς Ἀρειανῆς λειτουργίας ἐστερεῖτο οἱουδήποτε γνωστοῦ ποιητικοῦ μέτρου, ἑπομένως ὅτι αὕτη ἦν πεζὸν σύγγραμμα ὡς ἡ ἡμετέρα Ὀκτώηχος καὶ τὰ ἄλλα λειτουργικὰ βιβλία, ἐκτὸς ἄν ποτε ἀνακαλυφθῇ ὑπολανθάνον τι μέτρον καὶ ἐν τῇ ρυθμικῇ ταύτῃ πεζολογίᾳ» (Κωνσταντῖνος Σάθας, Ἱστορικὸν δοκίμιον περὶ τοῦ θεάτρου καὶ τῆς μουσικῆς τῶν Βυζαντινῶν, ἤτοι εἰσαγωγὴ εἰς τὸ Κρητικὸν θέατρον, ἐν Βενετίᾳ, 1878, σ. σδ΄).

Καί ὅτι ἡ «ρυθμικὴ πεζολογία» ἀποτελεῖ βασικό χαρακτηριστικό τῶν βυζαντινῶν ἐκκλησιαστικῶν ὕμνων, ἐξαιρουμένων βεβαίως τῶν ἰαμβικῶν κανόνων πού μιμοῦνται τά ἀρχαῖα προσωδιακά μέτρα, δέν μπορεῖ γενικῶς νά ἀμφισβητηθῇ.

Ὑπάρχουν, ἐν τούτοις περιπτώσεις, ὅπου ὑπό τήν ἐπιφάνεια τοῦ καταλογάδην καταγεγραμμένου κειμένου κάνουν τήν ἐμφάνισή τους τονικά μέτρα, μεταξύ τῶν ὁποίων ἐξέχουσα θέση κατέχει ὁ ἰαμβικός δεκαπεντασύλλαβος. (περισσότερα…)

Θανάσης Γαλανάκης, Μπαλλάντα για κόμη ξανθή

 

Μ π α λ λ ά ν τ α   γ ι ὰ   κ ό μ η   ξ α ν θ ή 

Σf1f5ff8df750a2659a21ecaf85b250c1ὲ τραῖνο ἀκυβέρνητο ζητοῦν
νὰ βροῦνε ποιός θὰ πιάσει τὸ τιμόνι,
ἐνῶ ἀποσβολωμένοι ὅλοι κοιτοῦν
τῆς νήσου τὸ ἐξόδιο κανόνι.
Κοστοῦμι σιδηρὸ φτιάχνουν στὸ ἀμόνι
μίας Ἀγγλίας τέλειας παρακόρης,
ποὺ μοιάζει μὲ σαράβαλο καμιόνι.
Γι’ αὐτὸ πολλά σου τὰ ἔτη, Τζῶνσον Μπόρις!

~.~

Ὁ ἕνας ἐμπιστοσύνη ἔχει τυφλή,1160178137.jpg.0
ἄλλος ἐπιτιμᾶ στὰ φανερά:
ἀπὸ τοὺς δυὸ ποιός ἐθελοτυφλεῖ;
Εἴτε ἔτσι εἴτ’ ἀλλιῶς κάνει νερά·
τὰ σχέδια ὅλων μοιράζουν πλανερά,
κι ὁ πρῶτος Τόρης εἶναι μὲς στοὺς Τόρις:
τὰ ὑπόλοιπα εἶναι λόγια φθονερά.
Γι’ αὐτὸ πολλά σου τὰ ἔτη, Τζῶνσον Μπόρις!

~.~

jojohnsonΚάτω ἀπὸ τὴν κόμη τὴν ξανθὴ
χωρία τοῦ Ὁμήρου κατοικοῦν,
κι οἱ γόνιμες ἰδέες σὰν ψυχανθῆ,
τὰ ὅποια του κουσούρια ὑπερνικοῦν.
Ἐκεῖ ποὺ ἄλλοι εὐθὺς φυγοδικοῦν
αὐτὸς ἐπιθυμεῖ ἐπὶ ἴσοις ὅροις
τὴ χώρα οἱ ὁμοεθνεῖς του νὰ διοικοῦν.
Γι’ αὐτὸ πολλά σου τὰ ἔτη, Τζῶνσον Μπόρις!

~.~

Μιὰ ἀγκούσα παρακμῆς παντοῦ ἀντηχεῖ:_Boris-Johnson-blasts-‘ludicrous’-rules-which-ban-Brits-from-eating-rare-hamburgers
ἀπὸ τὴ μιὰ φαιδροὶ οἱ ἀριστοκράτες,
ἡ πρότασή τους κούφια ἀντηχεῖ
καὶ μοιάζουν θλιβεροὶ σὰν στὸ Sartoris,
μὰ ἀνήμποροι ἀπ’ τὴν ἄλλη κι οἱ ἐργάτες…
Γι’ αὐτὸ πολλά σου τὰ ἔτη Τζῶνσον Μπόρις!

ΘΑΝΑΣΗΣ ΓΑΛΑΝΑΚΗΣ

Σε κάθε δάσος ας ψάξουμε λοιπόν για την κουρούνα – Δοκίμιο για τον Τόμας Μπέρνχαρντ

213b8739-a1b9-4727-aa1c-5bb5b7e2ae0d

*

της ΚΩΣΤΟΥΛΑΣ ΜΑΚΗ

Η τέχνη συνολικά δεν είναι, ναι, τίποτε άλλο παρά μια τέχνη επιβίωσης, το γεγονός αυτό δεν επιτρέπεται να το παραβλέψουμε, η τέχνη είναι η απόπειρα που κάνει συνέχεια με τρόπο συγκινητικό η διάνοια να τα βγάλει πέρα μ’ αυτό τον κόσμο και με τις αντιξοότητες του, πράγμα που, ναι, όπως ξέρουμε, είναι προπάντων δυνατόν μόνο αν χρησιμοποιούμε μόνο ψέμα και ψευδολογία, υποκρισία και αυτοεξαπάτηση, είπε ο Ρέγκερ.[i] (Παλιοί δάσκαλοι, σ. 199)

Πώς ξεκινά να γράψει κάποιος για έναν αγαπημένο συγγραφέα; Και ποια η ανάγκη να παραθέτουμε τους αγαπημένους μας στοχαστές σε τακτικά αφιερώματα; Η αυτονόητη απάντηση είναι ότι για τους συγγραφείς των κειμένων, τα πρόσωπα αυτά είναι με κάποιο τρόπο σημαντικά· συχνά με παραπάνω από έναν τρόπους. Σημαίνει επίσης ότι δίνεται η δυνατότητα στους συγγραφείς να ανακατασκευάσουν ένα πρόσωπο. Να το φέρουν στη μνήμη επισημαίνοντας με όσο γίνεται πιο εύστοχο και πειστικό τρόπο τα στοιχεία αυτά που “επιτάσσουν” την ανάγκη να θυμηθούμε τα πρόσωπα αυτά και το έργο τους. Η συγγραφή, λοιπόν, ενός κειμένου για έναν αγαπημένο σε αυτήν την περίπτωση συγγραφέα προσκαλεί τους αναγνώστες στη συγκρότηση μιας “μυθολογίας”. Η “μυθολογία” αυτή μπορεί βέβαια να συγκροτηθεί με πολλούς τρόπους, χωρίς να παύει να είναι μυθολογία. Σε κάθε περίπτωση ένα αφιέρωμα στα πρόσωπα κινητοποιεί μνήμες, συναισθήματα, συμβάντα, διαλόγους και μετασχηματισμούς. Πάντως τα διλήμματα είναι πολλά και διαρκή, ενώ η έμφαση είναι ανάγκη να προσανατολιστεί στη σαρωτική γραφή του και το έργο του. Οι αναφορές στα κείμενά του δεν θα είναι πάντως “διδακτικές” παραθέσεις και εκτενής λογοδοσία που εξηγεί την ανάγκη να μιλήσουμε εγκωμιαστικά για αυτόν και την εργογραφία του. Ο Μπέρνχαρντ άλλωστε έχει μιλήσει εκτενώς για τον θαυμασμό και τα βραβεία.[ii]

Μόνο αυτό που βρίσκουμε τελικά γελοίο το κουμαντάρουμε, μόνο όταν βρίσκουμε γελοίο τον κόσμο και τη ζωή στον κόσμο πηγαίνουμε μπροστά, δεν υπάρχει άλλη, δεν υπάρχει καλύτερη μέθοδος, είπε. Σε κατάσταση θαυμασμού δεν αντέχουμε για πολύ και αφανιζόμαστε αν δεν τη διακόψουμε εγκαίρως, είπε. Ήμουν, ναι, σ’ όλη μου τη ζωή πάντοτε πολύ μακριά από την κατάσταση του ανθρώπου που θαυμάζει, ο θαυμασμός μου είναι κάτι ξένο, αφού δεν υπάρχει το θαύμα, μου ήταν πάντοτε πάντα κάτι ξένο ο θαυμασμός και τίποτε δεν με απωθεί τόσο όσο το να παρατηρώ τους ανθρώπους που θαυμάζουν, που τους έχει μολύνει ο οποιοσδήποτε θαυμασμός. (Παλιοί δάσκαλοι, 1994, Αθήνα: Εξάντας, σ. 85) (περισσότερα…)

Νέοι ποιητές ενός νέου αιώνα |43. Θοδωρής Ρακόπουλος (ΙΙ)

ΔΙΑΡΚΗΣ ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ 2000-2020

Ποιά ἡ ποίηση τοῦ 21ου αἰώνα καὶ ποιοί οἱ ποιητές της; Χιλιάδες ποιητικὲς συλλογές, εἴτε τυπωμένες ἀπὸ ἐπώνυμους οἴκους εἴτε αὐτοεκδόσεις, ἑκατοντάδων ἢ καὶ χιλιάδων ποιητῶν ποὺ ἀναζητοῦν τὴν θέση τους στὴν Νεοελληνικὴ Λογοτεχνία. Τί μένει ὅμως καὶ τί περνάει ἀπὸ τὴν κρησάρα τῆς κριτικῆς; Τί ἐπιβιώνει –ἢ ἔστω, τί φαίνεται ὅτι μπορεῖ νὰ ἐπιβιώσει– στὴν μνήμη τῆς ἀναγνωστικῆς κοινότητας;

Ἀποπειρώμενο μιὰν ἀπάντηση στὰ παραπάνω, τὸ Νέο Πλανόδιον ἐγκαινιάζει τὴν ἑβδομαδιαία στήλη ‘‘Νέοι ποιητὲς ἑνὸς νέου αἰώνα. Διαρκὴς ποιητικὴ ἀνθολογία 2000-2020’’. Γιὰ διάστημα δύο ἐτῶν καὶ ἀρχῆς γενομένης ἀπὸ τὸν Φεβρουάριο τοῦ 2019, θὰ ἀνθολογοῦμε κάθε ἑβδομάδα ἀπὸ ἕνα ἢ περισσότερα ποίηματα ἑνός/μιᾶς συγγραφέα, ποὺ θὰ πληροῦν δύο προϋποθέσεις: θὰ εἶναι α) δημοσιευμένα μετὰ τὸ 2000, καὶ β) γραμμένα ἀπὸ ποιήτριες ἢ ποιητὲς 45 ἐτῶν καὶ νεώτερους, γεννημένους δηλαδὴ ἀπὸ τό –σημαδιακό– 1974 καὶ ἑξῆς.

Τὰ ποιήματα θὰ παρατίθενται πολυτονισμένα, δίχως ὅμως ἄλλες παρεμβάσεις στὸ πρωτότυπο. Ἐπίσης, στὸ τέλος κάθε ἑξαμήνου θὰ δημοσιεύεται στὸν ἱστότοπο ὁ Θησαυρὸς Ἀναγνώσεων τῶν ἀνθολόγων μὲ τὴν μορφὴ ἀναλυτικοῦ καταλόγου, ὅπου καὶ θὰ καταγράφονται ὅλες οἱ ποιητικὲς συλλογὲς ποὺ εἴδαμε στὸ διάστημα αὐτό. Τὰ ποιήματα ποὺ θὰ προκύψουν στὸ πέρας τῆς διαρκοῦς αὐτῆς ἀνθολόγησης, συμπληρωμένα ἐνδεχομένως καὶ μὲ ἄλλα, θὰ ἀποτελέσουν τὸν κορμὸ μιᾶς ἔντυπης Ἐκλογῆς.

Οἱ σκοποὶ τοῦ ἐγχειρήματος, δύο: νὰ ἀναδείξουμε τὰ ἀξιανάγνωστα ποιήματα ποὺ γράφονται στὶς μέρες μας ἀπὸ νέους ποιητές· καὶ νὰ συμβάλλουμε στὴν ἐπόπτευση τῆς νεοελληνικῆς ποίησης τοῦ αἰώνα μας, μακριὰ ἀπὸ παρελκυστικὲς κατηγοριοποιήσεις, αἰσθητικὲς ἢ/καὶ ἰδεολογικές.

ΘΑΝΑΣΗΣ ΓΑΛΑΝΑΚΗΣ – ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΚΟΡΔΑΣ


Μὲ δεδομένο τὸν τεράστιο ὄγκο τῆς τρέχουσας ποιητικῆς παραγωγῆς, ποὺ ξεπερνᾶ τοὺς 800 τίτλους ἐτησίως (813 γιὰ τὸ 2017, βάσει ἐπίσημων στοιχείων ἀπὸ τὴν Ἐθνικὴ Βιβλιοθήκη), οἱ ἀνθολόγοι δὲν τρέφουν ψευδαισθήσεις ὅτι εἶναι σὲ θέση νὰ τὴν παρακολουθήσουν στὴν πληρότητά της. Ὑπόσχονται ὅμως νὰ ἐξετάσουν φιλότιμα ὅλα τὰ βιβλία ποὺ θὰ τεθοῦν ὑπ’ ὄψιν τους. Οἱ φίλοι νέοι ποιητὲς μποροῦν (παρακαλοῦμε πολὺ μὲ ἁπλὸ δέμα/ἐπιστολή) νὰ τὰ στέλνουν στὶς διευθύνσεις: Ἀγησιλάου 7, Ἡράκλειο Ἀττικῆς, 141-22 καὶ Ἁγ. Φανουρίου 2, Ζωγράφου, 157-72. [Μὲ τὴν ἔνδειξη: “Αθ.Β.Γαλανάκης-Αλ.Κορδᾶς γιὰ τὸ Νέο Πλανόδιον” στὰ στοιχεῖα τοῦ παραλήπτη]


Θοδωρῆς Ρακόπουλος

lesvos-petrified-forest01

(Ὀρυκτὸ δάσος, Ἀθήνα, Νεφέλη, 2013)

Καβάλ

Διαπίστωναν μὲ τὴν πάροδο τῶν γενεῶν πὼς ἐκείνη ἡ λαμπρὴ πίστη στὸ κέρατο
ἐλάφου, ὡς τὸ δῆθεν πιὸ ἀξιόπιστο ϋλικὸ γιὰ τὴν κατασκευὴ αὐλοῦ τοῦ Πανός
καὶ καβάλ, ἦταν μία ἀπὸ κεῖνες τὶς ἱστορίες πού, πλέον ὑποψιασμένα, ἀπο-
καλοῦσαν μύθους. Ὁ κοσμολογικός τους τρόμος εἶχε νὰ κάνει μὲ τὸ εὔθραυστο
τοῦ ὀργάνου: ἂν σπάσει ὁ μελωδικὸς ἄξονας τῆς ἀνάσας, θὰ γίνει κομμάτια ὁ
κόσμος· ὅλος. Ἀλλὰ βεβαίως ἡ μετανάστευση στὸν γιαλὸ μετὰ τὴν ἀποδάσωση,
τοὺς ἔπεισε ὅτι ὁ θρυμματισμένος κόσμος ἦταν θάλασσα· ἀπὸ τὰ ἐξίσου εὔθραυ-
στα κοράλλια της μποροῦσαν τώρα νὰ φτιάχνουν τὰ ἴδια ὄργανα. Καὶ τότε,
κατάλαβαν πὼς τὰ κόκαλα ἦσαν πορώδη στὸν χρόνο, κι ἡ ἀνάσα ἔχανε στὸν
συριγμὸ τῆς μουσικῆς σταδιακά – ἐνῶ τὰ κοράλλια αίώνια, καὶ πὼς τὰ κύματα
τὰ ἔχτιζαν, ἀντὶ νὰ τὰ σπᾶν.

~.~

Μπαλλάντα γιὰ τοὺς Συνοριοφύλακες

Ἐκεῖνος κάθισε ὁλόκληρος, βαρύς, καὶ σήκωσε τὸ
χέρι νὰ καλέσει πίσω ἀπὸ τὸν πάγκο τὸ γνωστὸ
κορίτσι. Ἔνιωθε, γυρνᾶ καὶ λέει στὸν σύντροφό του,
σὰν ξαφνικὰ ἀπὸ μέσα νά ‘βγε ἕνα ζῶο ποὺ εἶχα ξεχάσει νηστικὸ
γιὰ μέρες – μὲ ἁρπάζει καὶ μοῦ ψιθυρίζω: «ἄκουσέ το».
(Σιώπησε. Ἔριξε μιὰ ματιὰ στὸ μαγαζί, στὸ διάκοσμό του) –
«τὸ συρματόπλεγμα πιὸ πάνω ἀνέβασέ το«,

ἄκουσα νὰ μοῦ λέει. Ἡ κρύα ὑφὴ στὸ δέρμα ἀπὸ μπουκάλι,
τὸν ἔκοψε. Κοιτᾶ τριγύρω: ξεδοντιάρικα χαμόγελα. «Ἡ πρώτη
γύρα Amstel κερασμένη», κάν’ ἡ γκαρσόνα, κάπως μηχανικά.
Κάθεται πάνω σὲ στοίβα ροῦχα ματωμένα. Ἐκεῖνος ἅρπαξε τὸ
μανίκι ἀπ’ τὸ κορίτσι. Οἱ τέσσερείς τους τώρα. Ἔξω, κρότοι
καὶ φωνὲς ἀκούγονται ἀπ’ τὸ χιόνι ἡσυχασμένα, ἐπαναληπτικά:
«τὸ συρματόπλεγμα πιὸ πάνω ἀνέβασέ το».

Ἐκεῖνος ἔκλεισε τὸ μάτι (τὸ καλό του) στὸν κόσμο ὁλόγυρα,
νὰ δείξει πὼς ὅλοι (ἔξω καὶ μἐσα) σὰν Ἐκεῖνον μοιάζουνε.
Ὁ σύντροφός του θυμήθηκε τὴ λάσπη, τὸ αἷμα:»τίναξέ το,
τίναξέ το
«. Δὲν μίλαγε. Μετὰ πῆρε νὰ σκέφτεται πῶς ἔπαιξε τὸ
Ἄρσεναλ-Μίλαν. Ἡ γκαρσόνα ἔσυρε ἀπ’ τὸ μπὰρ μιὰ γύρα
άκόμη. Ὁ ἄλλος (ὁ τέταρτος) δὲν εἶχε ἀγγίξει διόλου μπύρα,
θυμόταν μόνο πότε ἄκουσε πρώτη φορὰ νὰ κράζουνε
«τὸ συρματόπλεγμα πιὸ πάνω ἀνέβασέ το».

Κι ἐκεῖ εἶχε μείνει. Τέταρτος. Ξαναχιονισμένα μίλια ἐμπρός του.
Τὰ ροῦχα του συνέχισαν, μέσα στὴ λάσπη, μέσα στὸ αῐμα,
μ’ Ἐκεῖνον, μὲ τὸν σύντροφο, τὴν Ἄρσεναλ, τὸ βλέμμα
«τὸ συρματόπλεγμα πιὸ πάνω ἀνέβασέ το«.

~.~

Τῆς Ἔψιλον, Πάλι

Δὲν σ’ ἔχω δεῖ γυμνἠ. Ἡ θάλασσα
κρύβει, σὰν περιδέραιο ὑφήλιο
τὴ χοϊκὴ δορά σου. Χάλασα
εὐκαιρία σάν (γερτὴ στὸν ἥλιο)

στάθηκες, φορώντας τὸ νερὸ ποδῆρες.
Μετά, σὲ κάλυψε ὁ ὑγρὸς μανδύας
καί, τυφλός (ἀντηλιὰ ἐνενήντα μοῖρες).
συγχρονισμένα τ’ ἄκρα σου –σχῆμα ὑδρίας–

σκέφτηκα, ὑφυδρίως. Στιλπνὸ κῦμα φῶς
στὰ ἴσια μαλλιά. Χωρὶς τὸ πῶμα
τοῦ καπέλου, λυτά: λευκὲς γραμμές, πλαίσιο

στὶς πινελιὲς τοῦ προσώπου. Οὔτε ἀφρὸς
τ’ ἄγγιξε, οὔτε χέρι, πρίν, στὸ διθέσιο
ἀμάξι. Δὲν σ’ ἔχω δεῖ γυμνή. Ἀκόμα.

~.~

talos
(Ξέρετε τὸ τέλος, Ἀθήνα, Ἀντίποδες, 2017 [μαζὶ μὲ Στέργιο Μήτα, Ἀντώνη Ψάλτη])

Τάλως

πὺρ στοὺς ἐκτὸς ὁρίων ἄνευ δίκης

Μὲ λὲν τὸ ἀρχαῖο ρομπότ· γυρνάω τρεῖς φορὲς
τὴ μέρα τὸ νησί μας δρασκελώντας τὰ βουνά.
Πηγαίνω πάντα στὰ ὅρια τῆς ταχύτητας  –
Μὲ προσπερνοῦν Κρητίκαροι μὲ SUV + dolby λύρες.

Μὲ λένε σκουριασμένη μηχανή: κανεὶς
τριγύρω δὲν ἀντιλαμβάνεται τὴ φλόγα ποὺ
ἐκτοξεύω ἐπάνω στὰ πλοιάρια
ποὺ χάσκουνε μαῦρα κορμιὰ τοῦ Λιβυκοῦ, τοῦ λίβα.

Μὲ λὲν ἀρχαῖο φασίστα, ἄνεργο φρουρό,
μιλιτσια ἀπελπισίας. Δὲν μὲ ἀπασχολεῖ. Κρύβομαι
ἀνἀμεσα στὰ ὄρη. Μιὰ μηχανὴ ὁριζόντιου ἤθους
σὲ μέλλον γαλανόλευκο, σὲ κυβικὰ χαλκοῦ.

Καὶ ξέρετε τὸ τέλος.


Ὁ Θοδωρῆς Ρακόπουλος (Ἀμύνταιο, 1981) σπούδασε Νομικὰ καὶ Κοινωνικὴ ἀνθρωπολογία στὴ Θεσ/νίκη καὶ τὸ Λονδίνο. Ἔχει γράψει τρία βιβλία ποίησης: Φαγιούμ (2010), Ὀρυκτὸ δάσος (2013) καὶ Ξέρετε τὸ τέλος (μαζὶ μὲ τούς: Στέργιο Μήτα καὶ Ἀντώνη Ψάλτη) (2017) καὶ τὸ ὑβριδικὸ Ἡ συνωμοσία τῆς πυρίτιδας (2014). Ἡ συλλογὴ διηγημάτων Νυχτερίδα στὴν τσέπη (2015) ὑπῆρξε τὸ πρῶτο του πεζογραφικὸ βιβλίο. Διατηρεῖ τὸ μπλογκ Ἡ Ἀφρικὴ μὲ ὁποιοδήποτε ἄλλο ὄνομα (http://thodorisrakopoulos.blogspot.com/).

Τὸ πρῶτο μέρος τῆς ἀνθολόγησης τοῦ Θ.Ρ., ἐδῶ.

Ιωάννα Τσιβάκου, Συναίσθημα και ορθολογικότητα. Η ελληνική εμπειρία (προδημοσίευση)

Εισαγωγικά

Ο «συναισθηματικός» Έλληνας, έναυσμα και σκοπός

Συχνά, διανοούμενοι και πολιτικοί, ως και άνθρωποι της τέχνης, χαρακτηρίζουν τον ελληνικό λαό «συναισθηματικό». Κρίνοντας από τα συμφραζόμενα, θα έλεγα, πως χρησιμοποιούν τον εν λόγω χαρακτηρισμό για να εξηγήσουν τον κατά τη γνώμη τους έντονο αυθορμητισμό που διακρίνει τους Έλληνες, την έλλειψη τάξης στις πράξεις και σκέψεις τους, όπως και το ευσυγκίνητο του χαρακτήρα τους. Παρόμοιες συμπεριφορές είτε αποδίδονται σε γεωγραφικά και γενετικά αίτια συνδεδεμένα με τη φυλή, είτε, πράγμα που ενδιαφέρει εν προκειμένω, σε μακρο-κοινωνικούς και πολιτισμικούς παράγοντες συνδεδεμένους με την οικογενειακή δομή και θρησκεία. Ακούγεται συχνά, πως το ελληνικό άτομο, αναθρεμμένο μέσα σε κλειστούς κοινωνικούς κύκλους, κυρίως της οικογένειας και μικρών κοινωνικών ομάδων –εντοπιότητας ή προσωπικών φιλικών σχέσεων–, αναπτύσσει ψυχισμό ρέποντα προς συναισθηματικές και όχι ορθολογικές κρίσεις και αποφάσεις για τη ζωή του όπως και για τα κοινά. Υπ’ αυτήν την οπτική, το συναίσθημα ερμηνεύεται ως η άλλη όψη όχι της αναισθησίας, αλλά του ορθολογισμού. Με τον τελευταίον όρο υπονοούνται συμπεριφορές και στάσεις ζωής εγκαθιδρυμένες κατά τους Νέους Χρόνους, όταν απέναντι στον μεσαιωνικό άνθρωπο του δυτικού κόσμου ορθώθηκε από την φιλοσοφικο-πολιτική σκέψη το εκλογικευμένο άτομο. Το υποκείμενο που πρόβαλε τότε στη σκηνή των δυτικών κοινωνιών, δεν έπαψε να είναι φορέας συναισθημάτων, όμως, όπως υποστηρίχθηκε από μεγάλο τμήμα του δυτικού στοχασμού, η κύρια συνιστώσα του θεωρήθηκε ο έλλογος νους, ο οποίος όφειλε να καλλιεργείται έτσι, ώστε ο μακρόπνοος σχεδιασμός του βίου του και, κατά ακολουθίαν, η δράση του να διακρίνονται από ορθολογικότητα. Συνεπώς, όταν γίνεται αναφορά στον συναισθηματισμό των Ελλήνων, η έννοια εκφέρεται υποτιμητικά, καθώς, υπόρρητα, συγκρίνεται με τον ορθολογισμό που κατά τη γνώμη τους εξακολουθεί να διέπει τα άτομα των δυτικών κοινωνιών, κυρίως όσων έχουν βιώσει την περίοδο της νεωτερικότητας.

ΕξώφυλλοΤσιβάκου.jpgΜεγάλο μέρος της ελληνικής πολιτικής, κοινωνιολογικής και ιστοριογραφικής σκέψης επιχείρησε να ερμηνεύσει τις παρατηρούμενες κατά τη γνώμη τους αντιφατικές ελληνικές συμπεριφορές επί τη βάσει του εκσυγχρονιστικού θεωρητικού προτύπου που αναδείχτηκε κατά τις δεκαετίες 1950-1960 και επανήλθε στο προσκήνιο κατά τις δεκαετίες 1990-2000. Με ρίζες στον Βέμπερ, το εν λόγω θεωρητικό σχήμα στηρίχθηκε κυρίως στο μοντέλο του Τάλκοτ Πάρσονς, ο οποίος ισχυρίστηκε πως οι κοινωνίες προχωρούν εξελικτικά από μια προνεωτερική σε μια νεωτερική, εκσυγχρονιστική φάση. Οι Έλληνες θεωρητικοί επέμειναν πως η ελληνική κοινωνία εξακολουθεί να κινείται με παλινδρομήσεις ανάμεσα σ’ ένα παραδοσιακό, προνεωτερικό πρότυπο, όπου κυριαρχεί η επιθυμία του προστατευτισμού και των συγγενικών σχέσεων, η ξενοφοβία και ανασφάλεια, οι συγκινήσεις και τα εθνικιστικά συναισθήματα, και σ’ ένα πρότυπο εκσυγχρονιστικό, νεωτερικό, εξωστρεφές, βασισμένο στις δημοκρατικές αρχές, τον ελεύθερο ανταγωνισμό, την ορθολογική λειτουργία του πολιτικού συστήματος κλπ.

Είναι αλήθεια πως ο δυϊσμός που παρατηρήθηκε από πολιτικούς διανοητές στις ελληνικές αντιλήψεις και συμπεριφορές αναφερόταν στην πολιτική κουλτούρα και όχι γενικά στο μοντέλο πολιτισμού της κοινωνίας, γι’ αυτό και η συζήτηση περιστράφηκε κυρίως γύρω από τον εκσυγχρονισμό των θεσμών. Η διάκριση μεταξύ πολιτικής σφαίρας και κοινωνίας ακολουθεί μια συστημική οπτική, παλαιότερα εγκαθιδρυμένη από τον Πάρσονς και μεταγενέστερα από τον Λούμαν, όπου η κοινωνική διαφοροποίηση είναι οριζόντιας μορφής, βασισμένη στην υποδιαίρεση των κοινωνικών λειτουργιών σε αυτόνομα, αυτοαναφερόμενα συστήματα. Δεν υπάρχει ωστόσο αμφιβολία πως οι υποστηρικτές του εκσυγχρονισμού της πολιτικής κουλτούρας γνωρίζουν πως η τελευταία δεν είναι δυνατόν να διαχωριστεί από τη γενικότερη κουλτούρα της κοινωνίας, όπως και από το μακροπρόθεσμο πολιτισμικό της πρότυπο, μιας και αναφέρεται σε ιδεώδη και αξίες, όπως και στις παραδόσεις και ιστορικές μνήμες ενός λαού. Αυτόν τον λόγο τον θεωρώ επαρκή προκειμένου να επεκτείνω την οπτική του πολιτικού εκσυγχρονισμού σε όλη την κοινωνία, και να θεωρήσω πως, στο βάθος, αφορά στο σύνολο των ελληνικών κοσμοαντιλήψεων. (περισσότερα…)

Ποίηση και πάθος

Αποτέλεσμα εικόνας για nicola crocetti

του ΝΙΚΟΛΑ ΚΡΟΤΣΕΤΤΙ

ΕΛΛΗΝΕΣ ΠΟΙΗΤΕΣ

Ελάχιστοι μας διαβάζουν
ελάχιστοι ξέρουν τη γλώσσα μας,
μένουμε αδικαίωτοι κι αχειροκρότητοι
σ’ αυτή τη μακρινή γωνιά,
όμως αντισταθμίζει που γράφουμε Ελληνικά

Αυτό το σύντομο ποίημα του Κύπριου Κώστα Μόντη αποδίδει πολύ καθαρά την αγάπη, το πάθος και την υπερηφάνεια που αισθάνονται οι Έλληνες για τη γλώσσα τους.

Ακόμη καλύτερα το διατυπώνει ο Σεφέρης στις Δοκιμές:

Η ελληνική γλώσσα, ο άνθρωπος, η θάλασσα… Για κοιτάξετε πόσο θαυμάσιο πράγμα είναι να λογαριάζει κανείς πως, από την εποχή που μίλησε ο Όμηρος ώς τα σήμερα, μιλούμε, ανασαίνουμε και τραγουδούμε με την ίδια γλώσσα. Κι αυτό δε σταμάτησε ποτέ, είτε σκεφτούμε την Κλυταιμνήστρα που μιλά στον Αγαμέμνονα, είτε την Καινή Διαθήκη, είτε τους ύμνους του Ρωμανού και τον Διγενή Ακρίτα, είτε το Κρητικό Θέατρο και τον Ερωτόκριτο, είτε το δημοτικό τραγούδι. Και όλοι αυτοί, οι μεγάλοι και οι μικροί, που σκέφτηκαν, μίλησαν, μέτρησαν ελληνικά, δεν πρέπει να νομίσετε πως είναι σαν ένας δρόμος, μια σειρά ιστορική, που χάνεται στη νύχτα των περασμένων και βρίσκεται έξω από σας. Πρέπει να σκεφτείτε πως όλα αυτά βρίσκουνται μέσα σας, τώρα, βρίσκουνται μέσα σας όλα μαζί, πως είναι το μεδούλι των κοκάλων σας, και πως θα τα βρείτε αν σκάψετε αρκετά βαθιά τον εαυτό σας […].

Παραφράζοντας τη διάσημη ρήση ενός πολιτικού, μπορούμε να πούμε ότι καμιά άλλη γλώσσα στην ιστορία της ανθρωπότητας δεν έχει προσφέρει τόσα πολλά σε τόσους λαούς όσο η ελληνική. Κι αυτό ισχύει κυρίως στον χώρο της ποίησης και της λογοτεχνίας. Η μεγαλύτερη ποίηση που μας κληροδοτήθηκε στην ιστορία του δυτικού πολιτισμού, γράφτηκε στην Ελλάδα αιώνες προ Χριστού: από τον Όμηρο, τους λυρικούς και τους τραγικούς ποιητές. Πρόκειται για μια ποίηση που ξεχειλίζει από πάθος.

Διότι η ποίηση είναι κόρη του πάθους και των δύο αγγέλων του, του έρωτα και του πόνου. Στην ποίηση όλα είναι προϊόν αυτών των δύο συναισθημάτων. Αυτά γεννούν τα πιο θαυμάσια και δύσμορφα παιδιά, τις πιο αισχρές και πιο υπέροχες πράξεις του ανθρώπου, από τους πολέμους μέχρι τα αριστουργήματα της τέχνης.

Ο Όμηρος, οι τραγικοί και οι λυρικοί ποιητές ύμνησαν όλα τα πάθη: το επικό, το δραματικό, το πάθος για την πατρίδα και τον μύθο, τα οικογενειακά πάθη, τους κρυφούς πόθους, το πάθος για τη γνώση και τη λογικότητα, το πάθος για την τέχνη και για το ύψιστο. Τέλος, το «πάθος των παθών»: τον έρωτα, το «γλυκόπικρο ερπετό» όπως τον αποκαλεί η Σαπφώ. Διαφορετικά, γιατί λεγεώνες ποιητών και συγγραφέων πέρασαν τη ζωή τους ν’ αραδιάζουν λέξεις σε λευκά χαρτιά χωρίς καν να ξέρουν αν ποτέ κανείς θα τους διάβαζε και θα γνώριζε τις σκέψεις και τα αισθήματά τους;

Γιατί άραγε ο Καβάφης –που κληρονόμησε από τη μητέρα του λίγες εκατοντάδες ελληνικές λέξεις– πέρασε το υπόλοιπο της ζωής του να μελετάει, μακριά από την Ελλάδα, αυτή τη γλώσσα, επιλέγοντάς την ως εργαλείο του έργου του, ωσότου γίνει ένας από τους μεγαλύτερους ποιητές της ελληνικής λογοτεχνίας όλων των εποχών;

Και γιατί ο Καζαντζάκης πέρασε χρόνια από τη ζωή του να γυρνάει στα χωριά της Κρήτης και στα νησιά του Αιγαίου και να καταγράφει, μ’ ένα μολύβι κι ένα σημειωματάριο, χιλιάδες λέξεις που άκουγε από το στόμα αγροτών, βοσκών, ψαράδων, φτωχών και αναλφάβητων ανθρώπων, ώστε να δώσει σ’ αυτές νέα ζωή ενσωματώνοντάς τες στα μυθιστορήματά του και προπαντός στην Οδύσεια, μεταμορφώνοντας αυτό το θαυμάσιο ποίημα σ’ ένα είδος γλωσσικής κιβωτού του Νώε, η οποία θα μετέφερε στο όρος Αραράτ του μέλλοντος μια κληρονομιά που διαφορετικά προοριζόταν να χαθεί παντοτινά; Πολλοί αναγνώστες, και κυρίως κριτικοί λογοτεχνίας, καταδίκασαν (ή πιο πιθανόν δεν κατάλαβαν) αυτό το εγχείρημα, παραπονούμενοι ότι τα χιλιάδες αθησαύριστα λήμματα «είναι δύσκολα ή ακατανόητα». Προτού σπεύσουν να τα θεωρήσουν δύσκολα ή ακατανόητα, δεν αναλογίστηκαν ότι πρόκειται για λέξεις της ελληνικής γλώσσας και ότι το να τις μάθει κανείς, δεν θα έπρεπε να είναι χάσιμο χρόνου παρά εμπλουτισμός. Ενδεχομένως, μπορεί κανείς να παραπονεθεί (εξήντα χρόνια μετά τον θάνατο του συγγραφέα) για την έλλειψη ενός καζαντζακικού λεξικού ή μιας σχολιασμένης έκδοσης της Οδύσσειας.

Τέλος, γιατί άνθρωποι όλων των εποχών και όλων των χωρών, οι οποίοι πέρασαν και περνούν μέχρι και σήμερα, υπό άθλιες συνθήκες, χρόνια εξορίας ή φυλακής σε στρατόπεδα για τις πολιτικές τους ιδέες (από τη Ρωσία ως τη Νότια Αμερική, από την Κίνα ως την Αφρική, και ασφαλώς στην Ελλάδα), είχαν ως μοναδική παρηγοριά και λύτρωση τη γραφή και την αγάπη για τη γλώσσας τους;

Και γιατί λεγεώνες μεταφραστών αφιέρωσαν ολόκληρη τη ζωή τους για να μεταφράσουν σε μιαν άλλη γλώσσα εκατοντάδες χιλιάδες, ίσως εκατομμύρια λέξεις ποιητών και συγγραφέων από την Ελλάδα και άλλες χώρες, συχνά με γελοία οικονομική ανταμοιβή και χωρίς κανένα προσωπικό όφελος;

Ίσως, θα μπορούσαμε ν’ απαντήσουμε, για τον ίδιο λόγο για τον οποίο ένας καλλιτέχνης περνάει τη ζωή ζωγραφίζοντας πορτρέτα του αγαπημένου του προσώπου, δίχως να ξέρει αν οι πίνακές του θα κρεμαστούν ποτέ στους τοίχους ενός μουσείου, με τη μόνη ελπίδα, σχεδόν πάντα μάταιη, να δει να του ανταποδίδεται η αγάπη – διότι καμιά μεγάλη αγάπη δεν ανταποδόθηκε ποτέ με την ίδια ένταση όποιου τη νιώθει.

Πράγματι, όλα αυτά γίνονται για έναν μοναδικό λόγο: από αγάπη.

Είμαι πεπεισμένος πως οποιοσδήποτε ξένος, ο οποίος έχει το προνόμιο να γνωρίζει το θαύμα της ελληνικής γλώσσας, ποίησης και λογοτεχνίας, έχει επίσης το καθήκον να μοιράζεται με τους υπόλοιπους αυτό το μεγάλο προνόμιο. Είναι γι’ αυτόν τον λόγο που κι εγώ αφιέρωσα όλη μου τη ζωή για να κάνω γνωστή την ελληνική ποίηση και λογοτεχνία στην Ιταλία, σχεδόν πάντα χωρίς οικονομική ανταμοιβή και χωρίς κανένα προσωπικό όφελος. Από αγάπη.

Λόγω αυτής της αγάπης έχω εκδώσει, είτε στα βιβλία μου είτε στο περιοδικό Poesia –το οποίο εδώ και τριάντα-δύο χρόνια για το είδος του έχει τη μεγαλύτερη κυκλοφορία στην Ευρώπη–, περισσότερους από τρεις χιλιάδες πεντακόσιους ποιητές και πάνω από τριάντα-έξι χιλιάδες ποιήματα από τριάντα-οκτώ γλώσσες. Οι εκατό από τους τρεις χιλιάδες πεντακόσιους ποιητές είναι Έλληνες.

Ως μεταφραστής μετέφρασα από τα ελληνικά στα ιταλικά δεκάδες ποιητές: από τον Καβάφη, τον Ελύτη, τον Σεφέρη, τον Ρίτσο, τον Αναγνωστάκη, τον Σινόπουλο ώς τη Γενιά του Εβδομήντα, μέχρι πολλούς άλλους που δεν είχαν μεταφραστεί ποτέ πριν στα ιταλικά. Συνολικά, περισσότερους από εκατό χιλιάδες στίχους και δεκάδες χιλιάδες σελίδες πεζογραφίας.

Μια αγάπη, που στην περίπτωσή μου όπως και στις άλλες, ανταποδόθηκε ελάχιστα ή άσχημα.

Δεν έχει σημασία. Η αγάπη για την ποίηση τροφοδοτείται από μόνη της και βρίσκει ανταμοιβή στην ίδια την ποίηση.

Αυτή η ξεχωριστή εμπειρία μ’ έκανε όμως να γνωρίσω και ν’ αγαπήσω εκατοντάδες ποιητές, από τους μεγαλύτερους στον κόσμο, οι οποίοι συχνά μου χάρισαν την εκτίμηση και τη φιλία τους: μια ικανοποίηση πολύ ανώτερη από οποιαδήποτε οικονομική ανταμοιβή.

Την ίδια ικανοποίηση και την ίδια τιμή που μου προσφέρετε εσείς, εδώ, σήμερα. Ευχαριστώ.

ΝΙΚΟΛΑ ΚΡΟΤΣΕΤΤΙ


Ομιλία που εκφώνησε χθες, 11 Δεκεμβρίου 2019, ο Νικόλα Κροτσέττι κατά την τελετή αναγόρευσής του σε επίτιμο διδάκτορα του Ε.Κ.Π.Α.

~.~

Αποτέλεσμα εικόνας για nicola crocetti

Νέοι ποιητές ενός νέου αιώνα |42. Χάρης Ψαρράς (ΙΙ)

ΔΙΑΡΚΗΣ ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ 2000-2020

Ποιά ἡ ποίηση τοῦ 21ου αἰώνα καὶ ποιοί οἱ ποιητές της; Χιλιάδες ποιητικὲς συλλογές, εἴτε τυπωμένες ἀπὸ ἐπώνυμους οἴκους εἴτε αὐτοεκδόσεις, ἑκατοντάδων ἢ καὶ χιλιάδων ποιητῶν ποὺ ἀναζητοῦν τὴν θέση τους στὴν Νεοελληνικὴ Λογοτεχνία. Τί μένει ὅμως καὶ τί περνάει ἀπὸ τὴν κρησάρα τῆς κριτικῆς; Τί ἐπιβιώνει –ἢ ἔστω, τί φαίνεται ὅτι μπορεῖ νὰ ἐπιβιώσει– στὴν μνήμη τῆς ἀναγνωστικῆς κοινότητας;

Ἀποπειρώμενο μιὰν ἀπάντηση στὰ παραπάνω, τὸ Νέο Πλανόδιον ἐγκαινιάζει τὴν ἑβδομαδιαία στήλη ‘‘Νέοι ποιητὲς ἑνὸς νέου αἰώνα. Διαρκὴς ποιητικὴ ἀνθολογία 2000-2020’’. Γιὰ διάστημα δύο ἐτῶν καὶ ἀρχῆς γενομένης ἀπὸ τὸν Φεβρουάριο τοῦ 2019, θὰ ἀνθολογοῦμε κάθε ἑβδομάδα ἀπὸ ἕνα ἢ περισσότερα ποίηματα ἑνός/μιᾶς συγγραφέα, ποὺ θὰ πληροῦν δύο προϋποθέσεις: θὰ εἶναι α) δημοσιευμένα μετὰ τὸ 2000, καὶ β) γραμμένα ἀπὸ ποιήτριες ἢ ποιητὲς 45 ἐτῶν καὶ νεώτερους, γεννημένους δηλαδὴ ἀπὸ τό –σημαδιακό– 1974 καὶ ἑξῆς.

Τὰ ποιήματα θὰ παρατίθενται πολυτονισμένα, δίχως ὅμως ἄλλες παρεμβάσεις στὸ πρωτότυπο. Ἐπίσης, στὸ τέλος κάθε ἑξαμήνου θὰ δημοσιεύεται στὸν ἱστότοπο ὁ Θησαυρὸς Ἀναγνώσεων τῶν ἀνθολόγων μὲ τὴν μορφὴ ἀναλυτικοῦ καταλόγου, ὅπου καὶ θὰ καταγράφονται ὅλες οἱ ποιητικὲς συλλογὲς ποὺ εἴδαμε στὸ διάστημα αὐτό. Τὰ ποιήματα ποὺ θὰ προκύψουν στὸ πέρας τῆς διαρκοῦς αὐτῆς ἀνθολόγησης, συμπληρωμένα ἐνδεχομένως καὶ μὲ ἄλλα, θὰ ἀποτελέσουν τὸν κορμὸ μιᾶς ἔντυπης Ἐκλογῆς.

Οἱ σκοποὶ τοῦ ἐγχειρήματος, δύο: νὰ ἀναδείξουμε τὰ ἀξιανάγνωστα ποιήματα ποὺ γράφονται στὶς μέρες μας ἀπὸ νέους ποιητές· καὶ νὰ συμβάλλουμε στὴν ἐπόπτευση τῆς νεοελληνικῆς ποίησης τοῦ αἰώνα μας, μακριὰ ἀπὸ παρελκυστικὲς κατηγοριοποιήσεις, αἰσθητικὲς ἢ/καὶ ἰδεολογικές.

ΘΑΝΑΣΗΣ ΓΑΛΑΝΑΚΗΣ – ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΚΟΡΔΑΣ


Μὲ δεδομένο τὸν τεράστιο ὄγκο τῆς τρέχουσας ποιητικῆς παραγωγῆς, ποὺ ξεπερνᾶ τοὺς 800 τίτλους ἐτησίως (813 γιὰ τὸ 2017, βάσει ἐπίσημων στοιχείων ἀπὸ τὴν Ἐθνικὴ Βιβλιοθήκη), οἱ ἀνθολόγοι δὲν τρέφουν ψευδαισθήσεις ὅτι εἶναι σὲ θέση νὰ τὴν παρακολουθήσουν στὴν πληρότητά της. Ὑπόσχονται ὅμως νὰ ἐξετάσουν φιλότιμα ὅλα τὰ βιβλία ποὺ θὰ τεθοῦν ὑπ’ ὄψιν τους. Οἱ φίλοι νέοι ποιητὲς μποροῦν (παρακαλοῦμε πολὺ μὲ ἁπλὸ δέμα/ἐπιστολή) νὰ τὰ στέλνουν στὶς διευθύνσεις: Ἀγησιλάου 7, Ἡράκλειο Ἀττικῆς, 141-22 καὶ Ἁγ. Φανουρίου 2, Ζωγράφου, 157-72. [Μὲ τὴν ἔνδειξη: “Αθ.Β.Γαλανάκης-Αλ.Κορδᾶς γιὰ τὸ Νέο Πλανόδιον” στὰ στοιχεῖα τοῦ παραλήπτη]


Χάρης Ψαρρᾶς (ΙΙ)

Γκότα

(Ἡ δόξα τῆς ἀνεμελιᾶς, Ἀθήνα, Κέδρος, 2008)

Ἡ Κίρκη Πηνελόπη

Θαλάσσης μάτια, κόμη ἐβένου
νηχθημερὸν στὸ φῶς. Τριζόνια
σὰν κάνεις σὲξ τοὺς ἤχους κρένουν.
Πυρφόρα,ὁλόφωτα λαμπιόνια

φέγγουν καὶ βλέπουν οἱ ἐκλεκτοί σου
τὰ κάλλη σου καὶ τὴν ἀγκάλη.
Σὲ πῆρα ἐγὼ γιὰ προσκεφάλι
κι ἂς μ’ ἀρρωσταίνει ἡ λογική σου

νὰ δίνεσαι σ’ ὅλον τὸν κόσμο.
Φιλώντας γεύομαι τὸν δυόσμο
στὸ στῆθος σου ποὺ ἀναστατώνει

τὸ πράο μου βλέμμα. Ξημερώνει
κι ἐγὼ σὲ πῆρα στὸ κατόπι,
Κίρκη, γλυκιά μου Πηνελόπη.

~.~

Ἡ ἐπιστροφή

Ραμφίζει ὁ γλάρος στὰ παράλια τὰ σκουπίδια.
Ὁ αὐγερινὸς φωτίζει τῆς τρελῆς
γριᾶς τὸ σπίτι. Οἱ ἀστοὶ κι οἱ εὐγενεῖς
λένε πὼς εἶναι μάγισσα. Τὰ ἴδια

μοῦ λέει γιὰ κείνη τοῦ τσαγκάρη ὁ παραγιός:
«Ἀπ’ τὸ σοκάκι της νὰ μὴν περνᾶς. Ρουφῆχτρες
μὲ μάγια στήνει στοῦ δρόμου τὴ μέση.
Τὴ συνοδεύουν μάγισσες καὶ χαρτορίχτρες

ποὺ σὰν λιμάρικα σκυλιὰ σοῦ τρῶν τὸ βιός».
Ὅμως ἐμένα ἡ αὐλίτσα της μ’ ἀρέσει
σὰν τὴ φωτίζει γελαστὸς ὁ αὐγερινὸς

κι ὁλοταχῶς τρέχει ἡ γριὰ στὸ ἀκρογιάλι
τὸν γλάρο νὰ ταΐσει, νηστικὸς
μὴ φύγει ἀπὸ τὰ μέρη μας, γιὰ νὰ ξανάρθει πάλι.

~.~

Ρεβεγιόν (Ἀγρυπνία)

Εὐχὲς στὴ φιέστα ἀνταλλάσσουμε καὶ πᾶμε
μιὰ ὥρα ἀρχύτερα εὐτυχεῖς νὰ κοιμηθοῦμε.
Ναί, τὸ μὴ χεῖρον βέλτιστον! «Πεινᾶμε»
φωνάζουν οἱ φτωχοὶ κι ἐμεῖς ἀκοῦμε

τὶς οἰμωγὲς ρακένδυτων λιμάρηδων
ἀστέγων καθημένων στὴν Κλαυθμῶνος.
Καθὼς χαράζει ἡ πρώτη μέρα τοῦ αἰῶνος
οἱ ἰαχὲς ἀμίμητων λυράρηδων

Φοίβου, Καρβέλλα καὶ λοιπῶν μᾶς κατακλύζουν.
Πὼς θά ‘κανα τὸ ρεβεγιὸν στὸν δρόμο δὲν τὸ πίστευα.
Ξανθομαλλούσα καλλονὴ διαβάζει Τζούλια Κρίστεβα
σ’ ἕνα παγκάκι στὴ Σταδίου. Μᾶς ὁρίζουν

καὶ οἱ κλοσὰρ καὶ ἡ πὸπ καὶ ἡ κουλτούρα.
Δές, ξημερώνει ἡ πρώτη πρώτου δυὸ χιλιάδες
μὲ ὅλα της τὰ συμπράγκαλα. Κατούρα
στοῦ μέλλοντος κι ἐσὺ τὶς συμπληγᾶδες!

~.~

Στὴν Γκότα

Ὅταν ὁ ἥλιος ἔδυσε
στὸ πιὸ φτηνὸ κατέλυσα
πανδοχεῖο τῆς Γκότα.

Μὲς στοὺς πολλοὺς
ποὺ συνωστίζονταν ἐκεῖ
γνώρισα ἕναν λυπημένο.
«Σὰν καὶ πρῶτα

ἂν ἦταν οἱ καιροί, θά ‘ταν καλά
ὅμως δὲν εἶναι πιά».
Σιγοψιθύριζε ἐτοῦτο
τὸ τραγούδι.

Μετὰ ἀπὸ χρόνια ἔμαθα
μονάχος πέθανε κι αὐτός.
Στὸν τάφο του ἕνα
λουλούδι

δὲν ἄφησε κανείς, ὡς λένε, ἀλλὰ
αἴφνης γιὰ χάρη του ὁ Θεὸς
χαμήλωσε τὰ φῶτα
καὶ στὸ σκοτάδι βύθισε
τὴν Γκότα.

~.~

Ἡ κάθοδος στὸν Ἅδη (Ι)

Χαιρετισμὸ στερνὸ ἀπόψε σοῦ ἀπευθύνω,
Ποιητὴ τῶν Ὅλων, Νεφεληγερέτη, Μάστορα.
Τοῦ ἔργου σου τὸ μεγαλεῖο δὲν θὰ κρίνω.
Μπροστά σου ἄφωνος θὰ στέκω ὥσπου τὸ χέρι

ἑνὸς ἀπ’ τοὺς ἀγγέλους σου νὰ ‘ρθεῖ νὰ μ’ εὐλογήσει.
Θυμᾶμαι ἕναν λουθηρανὸ πάστορα
ποὺ ἔλεγε μὲ περίσκεψη πὼς σὰν ὁ ἥλιος δύσει
στοῦ πλήρους σκότους ἀποσύρεται τὰ μέρη.

Κοινοτοπίες, σχόλια γιὰ νὰ περνᾶ ἡ ὥρα
κι ὅμως ήχοῦν πολύτιμα τώρα ποὺ ξεμακραίνω
κι ἐγὼ ἀπ’ τὴ ζωή. Στοῦ βίου μου τὴν αἰώρα
κούρνιαζα πρὶν μ’ ἀπαρνηθεῖ ἡ θνητή μου φύση.

Τοῦ Ἅδη τὴ θύρα τώρα ἀργοδιαβαίνω
μὲς στῶν νεκρῶν ψυχῶν τὴν κατηφόρα.
«Ἄρατε πύλες» κάποιος κραύγασε. Ποιός ὅμως;
Ὁ θάνατος ποὺ εἶν’ τῆς ζωῆς ἡ διχοτόμος.

Στὰ δυὸ τὴν κόβει ἐν τάχει κι ἔπειτα ἀφανίζεται.
Στὴ θεοσκότεινη γωνιά του πάει κι ὀδύρεται
γιατὶ πιὸ πέρα κι ἀπ’ αὐτὸν μᾶς ἀναμένει
νέα ζωή, μελλούμενη, περίσσια
σὰν τὸ φεγγάρι ποὺ ὅταν γείρει ὁ ἥλιος βγαίνει
πίσω ἀπ’ τοῦ ἡσυχαστηρίου τὰ κυπαρίσσια.

~.~

αρχείο λήψης

(Τὰ ὄντως ὄντα, Ἀθήνα, Κέδρος, 2012)

Χιόνι καὶ νερό

Στὸν αὐχένα τῆς νύχτας σκαλώνουν
νιφάδες, ἔκθαμβες, λευκές,
ἀπ’ τὸ καλέμι ἑνὸς
ἀγνώστου γλύπτη σμιλεμένες.

Ἂν δοκιμάσεις νὰ τὶς κλείσεις
στὰ χέρια σου, θὰ λιώσουνε μεμιᾶς.
Στὴ θέση τους ἀστράφτει μιᾶ σταγόνα
φρέσκου νεροῦ, αὐτὴ
δὲν εἶναι παρὰ ἡ σκόνη
ποὺ ἀπόμεινε ἀπ’ τὴ χειραψία σου
μὲ τὸν ἄγνωστο γλύπτη,

μ’ Ἐκεῖνον ποὺ μειδίαεκαὶ σφράγισε γερὰ
τὴν τέχνη Του ὁλόκληρη σ’ ἕνα ἔργο
ἕτοιμο ν’ ἀφανισθεῖ,
μόλις θνητὸς τ’ ἀγγίξει.


Ὁ Χάρης Ψαρρᾶς σπούδασε νομικὰ στὴν Ἀθήνα καὶ στὴν Ὀξφόρδη. Ἔχουν ἐκδοθεῖ τὰ ποιητικὰ βιβλία του: Σπίρτα  χειρός (2002), Στὴν ἀγκαλιὰ τοῦ κύκλου (2004), Ἡ δόξα τῆς ἀνεμελιᾶς (2008), Τὰ ὄντως ὄντα (2012), Gloria in excelsis (2017). Ποιήματά του ἔχουν μεταφραστεῖ στὰ ἀγγλικά, γαλλικά, γερμανικὰ καὶ στὰ ρουμανικά. Ἔχει ἐπίσης δημοσιεύσει δοκίμια, μελέτες καὶ μεταφράσεις.

Ξάνθος Μαϊντάς, Αφανών γυναικών (προδημοσίευση)

working-women-peter-black

ΣΤΑ ΔΕΚΑΕΦΤΑ

Ὅταν βρέθηκε κρεμασμένη

(εἶχε ἀγαπήσει τὸν θειό της
στενὴ συγγένεια
αἷμα της)

τὸ σημείωμα στὰ πόδια της
τρεῖς στίχοι ὅλοι κι ὅλοι
ἔγραφε.

Τώρα μάνα μπορεῖς
νὰ φορέσεις
κόκκινα.

~.~

Η ΣΑΣΑ
Κατέβηκε στὸν δρόμο,
λίγο πρὶν ξημερώσει.
Ἦταν ὁ ἔρωτας ποὺ ἔδινε
ἐκεῖνο τὸ ξεχωριστὸ χρῶμα.
Ἕνα σκοῦρο,
ὄχι ὅπως τὶς ἄλλες μέρες,
ἕνα φωτεινὸ σκοῦρο τ’ οὐρανοῦ.

Τὸ Ἀλβανάκι ἦταν δὲν ἦταν εἴκοσι χρονῶν
κι ἡ Σάσα, κοντὴ καὶ χοντρούλα,
πάνω ἀπ’ τὰ ἑξήντα.

Ὅταν κατέβηκε ἀπ’ τὸ ξενοδοχεῖο,
στέκι τῶν ξενιτεμένων τῆς πόλης,
δὲν σκέφτηκε τὰ βάσανα, χρόνια τώρα,
ποὺ εἶχε σηκώσει ἡ πλάτη της,
οὔτε τὰ παιδιὰ ἢ τὰ ἐγγόνια της.
Δὲν σκέφτηκε τὴν καθημερινὴ καταφρόνια.
Μὰ μόνο τοῦ νεαροῦ τὰ λίγα λόγια
(ἐργατικὸς νέος, ὀμορφόπαιδο
ὁ συμπατριώτης της):

«Γιατί ’σαι καθαρή».

Γι’ αὐτὸ τὴν ἤθελε, ἔτσι τῆς εἶπε.
Κι ἤτανε θολωμένο τὸ μυαλό του·
καὶ ὄχι ἀπ’ τὴ ρακή.

~.~

Η ΠΑΛΙΑ ΥΠΗΡΕΤΡΙΑ

Στέκεται στὴ γωνιά, μόνη της
διακοσμητική, στολίδι τοῦ σπιτιοῦ,
ἄξια γιὰ ἐργασία ἀκόμη,
ὅμως κανεὶς δὲν τὴν καταδέχεται.
Γιατὶ κανεὶς δὲν ξέρει
τὶς ἱκανότητές της.

Στέκεται μόνη,
παλιὰ σεβάσμια ὑπηρέτρια,
ποὺ ὀφείλει σύντομα νὰ πεθάνει
γιὰ νὰ ἀδειάσει τὴ γωνιά,
τὸν τόπο της.

Κι ἂς τὴ θαυμάζουν ὅλοι,
– τὰ παλιὰ ἔχουν χάρη.
Ἡ χρήση τὰ ἔχει ἐξευγενίσει.
Στέκεται μόνη
ἡ παλιά μας Singer.
Ἡ αἰωνόβια.

~.~  

Τὰ λεφτά μου τὰ ἔβγαλα,
ἕνα δαμάλι τοῦ παπποῦ τοῦ Θεοχάρη
κι ἕνα τάλιρο ἀκόμη.
Ἔραψα παντελονάκια τῶν μικρῶν
ἐσώρουχα μὲ δαντέλες
μὰ καὶ νυφικά.
Πάντρεψα κόρες κι ἐγγονές.
Στὴν Κατοχὴ κρύφτηκα
ἀπὸ τοὺς Ἰταλούς,
μαζὶ μὲ τὸ πιστόλι τοῦ παπποῦ.
Σκέβρωσε τὸ καπάκι, τὸ ντύσιμό μου
μὰ ἐγὼ στὴ θέση μου.
Λίγο λάδωμα κι ὅλα ἐντάξει.

Τοὺς ἔραψα, τοὺς ἔντυσα
κι ἀκόμα ἀξίζω,
μὰ αὐτοὶ μὲ παραπέταξαν,
γιατὶ εἶναι αὐτοὶ ποὺ δὲν μποροῦν
οὔτε κλωστὴ στὴν τρύπα νὰ περάσουν
–κι ἂν τὴν περάσουν, τί;–
οὔτε τὴ ρόδα μὲ τὸ χέρι νὰ γυρίσουν
οὔτε ἕνα χάδι στὸ πανί,
ἕνα γαζὶ ἢ ἕνα στρίφωμα.

Ἔτσι ἀνήμποροι,
εὔκολοι ἀγοραστὲς τοῦ ἕτοιμου,
δῆθεν ὡραίου,
χαζεύουν τὸ σχῆμα καὶ τὴ γραμμὴ
τὸ στέρεο μέταλλο τῆς ρόδας μου
καὶ τὸ ἀστραφτερὸ ἀτσάλι τῆς βελόνας,
καθὼς μὲ παίζουν καὶ μὲ περιπαίζουν,
ἐκεῖ στὴ γωνιὰ τοῦ σπιτιοῦ τους,

ἄχρηστη καὶ διακοσμητική.

~.~

ΟΙ ΤΣΑΚΑΡΑΝΤΕΣ ΤΗΣ ΟΔΟΥ ΑΘΗΝΑΣ

Μ’ ἁπλωμένα κλαδιὰ
σὲ φιγούρα χοροῦ
λυγερὲς μπαλαρίνες

αὐστηρὰ σκυθρωπὲς
μιμηλήφυλλες ἄστατες
τῆς ὁδοῦ Ἀθηνᾶς.

Μὲ ὀσμὴ στὸν κορμὸ
κοριτσιῶν ἱδρωμένων
κοριτσιῶν ποὺ ξαπόστασαν
λίγο πρὶν βροῦν πελάτη.

Τσακαράντες μὲ τ’ ἄνθη τους
τόσο μπλὲ μὲς στὸ γκρὶ
τόσο ἔντονο μπλὲ φωτεινό,
ζυμωμένο ἀπὸ φῶς

ἀπὸ πίκρα, σεργιάνι
ἀπὸ χρῆμα, σεβντᾶ κι ἡδονή.

~.~

ΕΝ ΚΝΙΔΩι , 4ος Π.Χ. ΑΙΩΝΑΣ

Στὴν πόλη ἔγινε γνωστὸ πὼς συνευρέθη μὲ τ’ ἄγαλμα τῆς Ἀφροδίτης.
Ἀξιοθαύμαστη, τοῦ νέου ἐπισκέπτη, ἡ τρέλα καὶ τὸ πάθος
νὰ αἰσθανθεῖ τὴν ἱερὴ σάρκα, ὅμως ἡ θεϊκὴ ἡ δύναμή της
κι ἡ σύνεση τῆς πολιτείας τιμώρησαν τὸ ἀνίερό του λάθος.

Καμία ἔπαρση στὴν πράξη του αὐτὴ
σὰν θέλησε νὰ νοιώσει δική του τὴν ἄψυχη τὴν πέτρα
καὶ ν’ ἀπολαύσει ὀλύμπια ἡδύτητα ξεχωριστή.
Φτωχὲ τῆς καλλιπύγιας ἐραστή, τοῦ κάτεργου τὶς μέρες τώρα μέτρα.

Ὤ! Πόσο βέβηλοι οἱ αἰῶνες ποὺ πέρασαν ἀλλάζοντας τὰ ἤθη.
Φάνηκε, ναί, φάνηκε αὐτὸ στὸ ξέφραγο τῶν Παρισίων Λοῦβρο,
στὴν ξιπασιὰ μεσήλικα ποὺ χάιδευε χλευαστικὰ τῆς ἀπαράμιλλης θεᾶς τὰ στήθη.

Καὶ δὲν κατάλαβε κανεὶς πὼς ἄλλο ὁ θλιβερὸς τοῦ αἰώνα μας ἐπιδειξίας
(ποὺ εἶχε κακάσχημο τὸ ἀπαράδεκτό του μοῦτρο)
καὶ ἄλλο ὁ ἐρωτευμένος, πάλαι ποτέ, γαμιὰς τῆς θεϊκῆς Κνιδίας.


Τὰ ποιήματα προέρχονται ἀπὸ τὴν ὑπὸ ἔκδοση ποιητικὴ συλλογὴ τοῦ Ξάνθου Μαϊντᾶ, Ἀφανῶν γυναικῶν, ἡ ὁποία πρόκειται νὰ κυκλοφορήσει σὐντομα ἀπὸ τὶς ἐκδόσεις Γαβριηλίδη.

Ο ανολοκλήρωτος χορός του Ησαΐα

Θανάσης Γαλανάκης

Ο ανολοκλήρωτος χορός του Ησαΐα: Η Νύφη του Ιούλη του Παναγιώτη Νικολαΐδη κι η πορεία προς μια νέα πολιτική ποίηση

Παναγιώτης Νικολαΐδης, Η Νύφη του Ιούλη, Σμίλη, 2019

nyfi_iouli_cover_17_5_19-1

1. Εἶναι βιβλία ποὺ παρὰ τὸ γεγονὸς ὅτι ἐκδίδονται, ἤγουν διανοίγονται στὸ κοινό, παραμένουν κλεισμένα στὸν ἑαυτό τους. Ἄλλα ἕνεκα τῆς ἐγγενοῦς ἐρμητικότητάς τους, ἄλλα ἕνεκα τῆς φυσιογνωμίας τῆς ἐποχῆς, ἡ ὁποία ἐξωθεῖ τὴν πλειονότητα τῶν συγγραφέων στὸν αὐτοεγκλωβισμὸ ἑνὸς στείρου ὑποκειμενισμοῦ – σὲ μιὰ λυρικὴ ἀναδίπλωση αἰσθητικὰ ἄτερπνη καὶ ἀντιπαραγωγική. Τὴν ἴδια στιγμὴ ὅμως, εἶναι καὶ κάτι ἄλλα βιβλία, ποὺ ἐπιλέγουν μὲ περίσσιο θάρρος νὰ ριχτοῦν στὸ πεδίο τῆς πάλης μὲ τὸ ἀναγνωστικὸ κοινὸ καὶ τὴν Ἱστορία, θεματοποιώντας τὰ μείζονα προβλήματα τῆς συγχρονίας τους καὶ διατηρώντας τὴ λεπτὴ ἰσορροπία μεταξὺ τῆς ἀτομικῆς/ὑποκειμενικῆς διάστασης τοῦ δημιουργοῦ τους καὶ τῆς δημόσιας/ἀντικειμενικῆς –δηλαδή, τῆς πολιτικῆς μὲ τὴν εὐρύτερη ἔννοια– διάστασης τῆς ἐποχῆς τους. Ἕνα τέτοιο βιβλίο εἶναι καὶ Ἡ νύφη τοῦ Ἰούλη τοῦ Παναγιώτη Νικολαΐδη γιὰ τὸ ὁποῖο μιλᾶμε σήμερα.

2. Δηλώνοντας τὶς προθέσεις του ἤδη ἀπὸ τὸν τίτλο, ὁ Νικολαΐδης ὁρίζει τὸ πεδίο ἀναφορᾶς τῆς συλλογῆς: ἡ Κύπρος, τὸ καλοκαίρι τῆς εἰσβολῆς (20.7.1974), ἡ ἀλγεινὴ ἐμπειρία τῆς κατοχῆς τοῦ βόρειου τμήματος, τὸ ἀτομικὸ καὶ τὸ συλλογικὸ τραῦμα. Πρόκειται –θ’ ἀναρωτηθεῖ κανείς– γιὰ μιὰ ποίηση στενὰ ἐθνικὴπατριωτική; Ἡ ἀπάντηση εἶναι ἀναφανδὸν «ὄχι»! Κι αὐτό, διότι ὅπως ἤδη ἀναφέραμε, εἶναι ἐκείνη ἡ λεπτὴ ἰσορροπία μεταξὺ προσωπικῆς ἐμβίωσης καὶ δημόσιου χώρου ποὺ κάνει τοὺς περιοριστικοὺς χαρακτηρισμοὺς τοῦ πατριωτικοῦ ἢ τοῦ ἐθνικοῦ νὰ παρέλκουν, χαιρετίζοντας ὡς καταλληλότερο χαρακτηρισμὸ ἐκεῖνον τῆς πολιτικῆς ποίησης. Εἶναι, ἑπομένως, ἡ ποίηση τοῦ Νικολαΐδη μιὰ ποίηση πολιτική μὲ τὴν εὐρύτερη ἔννοια, ἀποτελώντας τὴν ἴδια στιγμὴ καὶ μιὰ πρόταση: ἀφήνοντας κατὰ μέρος τὴν πάλαι ποτὲ ἐκδοχὴ μιᾶς ποίησης δογματικῆς καὶ στρατευμένης σ’ ἕναν σκοπό (φτάνοντας στὸ σημεῖο νὰ ἐκφυλίζεται τὸ αἰσθητικὸ ἀντικείμενο καὶ τὸ κάλλος τῆς ποιητικῆς πράξης πρὸς τέρψιν τῆς ἰδεολογικῆς θέσης), ἔχουμε νὰ κάνουμε μ’ ἕνα ἔργο ποὺ ἐνῶ ἀποτελεῖ προσωπικὸ ὁδοιπορικὸ στὸν χρονότοπο τῆς μνήμης καὶ τοῦ τραύματος, καταφέρνει νὰ ἀφορᾶ τοὺς πάντες, ἁπλούστατα ἐπειδὴ δὲν περιορίζεται στὴν ὑποκειμενικὴ μόνωση ἢ στὴ δημόσια στράτευση τοῦ δημιουργοῦ του.

3. Περνώντας στὸ ἴδιο τὸ βιβλίο ὁ ἀναγνώστης ἔρχεται ἀντιμέτωπος μὲ τοὺς ἄξονες τοῦ χώρου καὶ τοῦ χρόνου τῆς μνήμης καὶ τοῦ τραύματος. Στὴ λεπτὴ ἀντιμετώπιση τῆς θεματικῆς συνθήκης, ὁ Νικολαΐδης ἐπιστρατεύει μ’ ἔντεχνο τρόπο ποικίλες ρητορικὲς στρατηγικὲς καὶ ἐκφορές, ἐνῶ παράλληλα ἀπεγκλωβίζεται ἀπ’ τὴ μονοσημαντικότητα τῆς πρόθεσης τοῦ νὰ μιλήσει γιὰ τὸν Ἰούλη τῆς εἰσβολῆς ἐπεκτείνοντας τὸ πεδίο τῶν ἀναφορῶν καὶ τῶν ποιητικῶν του σημάνσεων καὶ διατηρώντας ἕνα σφιχτοδεμένο ὀργανικὸ σύνολο.

4. Ὁ χῶρος κι ὁ χρόνος διαπλέκονται συνιστώντας τὸν χρονότοπο τῆς μνήμης καὶ τοῦ τραύματος. Ἀσφαλῶς, ὅμως, ἡ κάθε διάσταση καταλαμβάνει τὸ δικό της ξεχωριστὸ μερίδιο μὲς στὸ βιβλίο.

Ὁ χῶρος, λοιπόν, εἶναι ἡ Κύπρος, ποὺ a priori λογίζεται ὡς διχοτομημένη καὶ τραυματισμένη, καὶ τὸ νοερό –ἅμα τε καὶ πραγματικό– ὁδοιπορικὸ τοῦ Νικολαΐδη στὰ κατεχόμενα ἐδάφη. Δὲν εἶναι λίγες, βέβαια, οἱ στιγμὲς ποὺ τὸ ποιητικὸ ὑποκείμενο τοποθετεῖται στὴν ἐλεύθερη Λευκωσία, ὡστόσο ἡ δράση τῆς συλλογῆς λαμβάνει χώρα στὸ κατεχόμενο τμῆμα τοῦ νησιοῦ. Κι αὐτὸ ποὺ ἔχει σημασία ἐν προκειμένῳ κατὰ βάση, ἀφορᾶ κυρίως στὸ προαναφερθὲν γεγονὸς τοῦ ἀπριορισμοῦ.

Ἡ Κύπρος εἶναι διχοτομημένη κι αὐτὸ λογίζεται ὡς κάτι τὸ δεδομένο· κι εἶναι δεδομένο σὲ τέτοιον βαθμὸ ποὺ τὸ ἅλγος τῆς συνειδητοποίησης φτάνει τελικὰ νὰ εἶναι μὴ ἐπικοινωνήσιμο. Εἶναι ὅμως ἔτσι; Ὁ χῶρος ἀναπαρίσταται πάντοτε μὲ βαθιὰ ὑπαινικτικότητα, μιὰ πολὺ συχνὴ ρητορικὴ στρατηγικὴ τοῦ Νικολαΐδη, ἡ ὁποία γεννᾶ ὁρισμένες ἀπ’ τὶς δυνατότερες στιγμὲς τοῦ βιβλίου: ἔτσι, ἀπὸ τὴ θέση του στὴν Λευκωσία τὸ ποιητικὸ ὑποκείμενο ἀντικρίζει ἕνα «Σύννεφο παρατεταμένης σκόνης / σὰν γάζα» ποὺ «σκέπασε τὴν πληγὴ στὸ βουνὸ / κι ὕστερα περιτύλιξε τρυφερὰ / τὴ μοιρασμένη / πόλη» («ε΄»· ἂς προσέξει κανεὶς τὸν ἐμφατικὸ διασκελισμὸ στὴ «μοιρασμένη / πόλη»…), ἐνῶ φεύγοντας ἀπὸ τὸ Μπελαπάις, κι ἐνῶ «ὁ ἥλιος ρίχνει στὴν πλατεία / προκηρύξεις», ἀφήνοντας νὰ ἐννοηθεῖ ἡ εὐδαιμονικὴ ἐλπίδα ὅτι ἴσως κάποτε ξαναρθεῖ τὸ φῶς στὴ σκοτεινὴ ἀπὸ τὴν κατοχὴ πλευρὰ τῆς νήσου, ἡ συντροφιὰ τοῦ ποιητικοῦ ὑποκειμένου ἔρχεται ἀντιμέτωπη μὲ τὴ μνήμη τοῦ τόπου, ὁ ὁποῖος κοινωνεῖ τὸ τραῦμα. Ἔτσι, ἐνῶ τὸ ποιητικὸ ὑποκείμενο τοῦ «θ΄» μᾶς λέει ὅλο νόημα (καὶ θὰ έπιστρέψουμε σ’ αὐτὸ εὐθὺς παρακάτω), ὅτι «Ἡ ζωὴ συνεχίζει νὰ μᾶς σπρώχνει μπροστά», «Ἕνα πουλὶ ὡστόσο / μᾶς κοιτᾶ καθὼς φεύγουμε / περίεργα». Τὸ πουλί, λοιπόν, κομμάτι τοῦ τοπίου, τοῦ χώρου, συνηθισμένο πλέον στὴν ξένη λαλιά, ἀκούει τὰ ἑλληνικὰ καὶ κοντοστέκεται· ξενίζεται προφανῶς ἀπὸ τὸ ἀλλότριο ἄκουσμα, τὴν ἴδια στιγμὴ ὅμως σὰν κάτι ἀπὸ μέσα του νὰ τοῦ ἀνακαλεῖ τοὺς νόμιμους κατόχους τῆς ἐπικράτειάς του· σὰν κάτι νὰ τοῦ θυμίζει μιὰ λαλιὰ ποὺ συνήθιζε φυσιολογικὰ ν’ ἀκούει.

Ὁ χῶρος καὶ ὅ,τι τὸν συναποτελεῖ ἀποκτοῦν μιὰ μεταφυσικὴ διάσταση, καθοριστικὴ γιὰ τὴ στοχοθεσία τοῦ Νικολαΐδη. Τὸ ἴδιο τὸ ποιητικὸ ὑποκείμενο γίνεται χῶρος καὶ ἀντικρίζοντας τὴν «πόρνη» Κερύνεια φτάνει νὰ ὑψώσει τὸ σπαρακτικό: «Ἄχ, νἄμουν φτιαγμένος / ἀπὸ μέταλλο ἢ πλαστικό, / κάτι ποὺ θὰ μποροῦσε / μὲ λίγο τρίψιμο καὶ μπόλικο νερὸ / νὰ καθαρίσει» («η΄»). Ἐπισκεπτόμενος τὴν Ἀκανθοὺ τῆς μάνας του καὶ περνώντας τὰ ὁδοφράγματα καὶ τὶς ἀπαγορεύσεις (ποὺ μετωνυμικὰ γίνονται κομμάτι τοῦ φυσικοῦ τοπίου: «Ἄνοιξε δρόμο / ἀνάμεσα σ’ ἀγκάθια κι ἀγριόχορτα»), «[…] [τ]οῦ ψιθύρισε μιὰ λεμονιά: / “Μὲν φύεις. / Μείνε, λαλῶ σου, τζι εἶμ’ ἀθθισμένη”». Καταιγισμὸς ὑπαινικτικῶν εἰκόνων δηλώνουν ὅ,τι δὲν μπορεῖ νὰ εἰπωθεῖ διαφορετικά: ὁ ἐξορκισμὸς τοῦ ξένου στοιχείου ἐν χώρῳ γίνεται μέσα ἀπὸ τὴν ἴδια τὴ χρήση τῆς ἑλληνικῆς γλώσσας, πηγαίνοντας στὸ Ριζοκάρπασο: «Γι’ αὐτὸ στηρίζουμε τὸ τοπίο / μὲ ἀσπίδες ἠχηρές» («ιβ΄») μᾶς ἐνημερώνει τὸ ποιητικὸ ὑποκείμενο, ἐνῶ στὴν κατεχόμενη Καρπασία, τὴν ὁποία στολίζει ἀλγεινὰ «[…] τὸ φίδι» ποὺ «στὴν ἐξορία τοῦ πλίνθου ζεσταίνεται» («ιγ΄»), ἐπιλέγει νὰ ὀνομάσει τὸ τοπίο μὲ τὶς κυπριακές του ὀνομάσίες ἐπανεμβαπτίζοντας καί, οὐσιαστικά, ἀποκαθαίροντάς το: «μολόχες τζόχοι ἀβρόσσιλλα / στρουθκιά χωστές αναθρηκές» (ibid.)

Φυσικά, ὁ χῶρος, κι ἡ τραυματικὴ ἐμπειρία ποὺ αὐτὸς κουβαλᾶ, δὲν εἶναι ἕνας ἐξωϊστορικὸς τόπος, φανταστικός, θαυμαστός, ἀλλὰ τὸ ὑπάρχον, ἡ πραγματικότητα. Ἐνίστορα, λοιπόν, ἐξελίσσεται κι αὐτὸς μαζί της, διὰ τοῦτο κι ὁ χρόνος γίνεται μαζὶ μὲ τὸν χῶρο τὸ ἄρμα τοῦ τραύματος, ὁδηγώντας τὸ ποιητικὸ ὑποκείμενο νὰ ἀναφωνήσει: «[…] Θεέ μου, / κάμε νὰ σπάσει τὸ δόντι τοῦ χρόνου» («ιγ΄»). Χῶρος καὶ χρόνος, ἐν ταυτῷ, συνιστοῦν τὸ χρονοτοπικὸ γεγονὸς τῆς εἰσβολῆς καὶ τῆς κατοπινῆς κατοχῆς, ὅμως ὁ ποιητὴς ἐπιλέγει τὸ σχῆμα τῆς ἀποσιώπησης γιὰ νὰ ἐκμηδενίσει τὸ γεγονός, ἀποστερώντας του τὴν ὕπαρξη – ὄχι φυσικὰ σὲ μιὰ προσπάθεια ἐθελοτυφλίας ἢ ἄρνησης τῆς ἀλήθειας, ὅσο περιφρόνησης τῆς ὕπαρξής του. Ὁ χῶρος καὶ ὁ χρόνος ἀδρανοῦν μπροστὰ στὸ τραῦμα: «Εἰκοσιμιὰν τοῦ Ἰούλη / Κυριακήν / ἐσταματῆσαν οὕλλα τὰ πουλιά // στὸν ἀέραν» («ιστ΄»), ὅπως ἀκριβῶς κι ἐμπρὸς στὸ ἀπόκοσμο θέαμα τῆς Ἀμμοχώστου· μιᾶς πόλης ἐξωχρονικῆς· μιᾶς μη-πόλης πόλης. Ὁ «ἀθερινόψυχος χρόνος» ποὺ σὰν τὸ σμάρι τοῦ ψιλοῦ ψαριοῦ συμπυκνώνει σὲ μιὰν ἑνιαία κίνηση μνῆμες καὶ τραύματα ποὺ κινοῦνται σὰν αὐτόματα ὅλα μαζὶ, μοιάζει «Σὰν κόκορας ποὺ περπατᾶ ἀκέφαλος / τινάζοντας παντοῦ αἷμα» («ιζ΄»). Στὸ ποιητικὸ ὑποκείμενο, ἡ μὴ ἐπικοινωνήσιμη διάσταση τοῦ ἄχθους δίνει τὴν ἐντύπωση ἑνὸς δέρματος ποὺ πρέπει νὰ τὸ ἀπεκδυθεῖ – κάτι ποὺ προσπαθεῖ νὰ τὸ ἐπιτύχει διὰ τῆς γραφῆς: «Θεέ μου, / δίδαξέ ν’ ἀποβάλω τὸ δέρμα. / Εἶμαι μονάχα ἕνα σῶμα / ποὺ γράφει μὲ τὸ χέρι τὸ ἀνεπίδοτο […]» (ibid.).

5. Ἡ πρακτικὴ τῆς ἀποσιώπησης, τοῦ ὑπαινιγμοῦ, τῆς μη κατονομασίας τοῦ τραύματος, ἀποτελεῖ ἕνα ἔντεχνο ρητορικὸ τέχνασμα τοῦ Νικολαΐδη, ἀφενὸς δηλωτικὸ τῶν προθέσεων τοῦ βιβλίου του καὶ ἀφετέρου εἰσιτήριο γιὰ τὴν νέα συνθήκη τῆς πολιτικῆς ποιητικῆς διάστασης ποὺ ὑπαινιχθήκαμε παραπάνω. Ἔτσι, οἱ ἀναφορὲς στὴν «πληγὴ στὸ βουνό», στὴν «ξένη γλώσσα» στὴν ὁποία «σπᾶνε γλώσσα καὶ ρυθμό[ς]», στὶς «λέξεις ξένες / αἰχμηρές / μαῦρο σπαθί» ἀποτελοῦν ἐνδεῖκτες τῆς ἀνεπιθύμητης ἑτερότητας, τοῦ ἄλλου, ποὺ δὲν κατονομάζεται παρὰ μόνον ὑπονοεῖται, κι αὐτὸ ἐπειδὴ ἡ κατονομασία του συνεπάγεται τὴν ἐθελούσια νομιμοποίησή του! Κι ἐδῶ ἔγκειται ἡ πραγματικὴ καὶ οὐσιαστικὴ συμβολὴ τοῦ βιβλίου τοῦ Νικολαΐδη, ὅσον ἀφορᾶ στὸ ζήτημα τῆς πολιτικῆς του στοχοθεσίας. Ἡ καταβύθιση στὸ παρελθὸν τῆς εἰσβολῆς, στοὺς χαμένους τόπους καὶ στὸν σταματημένο χρόνο ποὺ ἀνακαλεῖται ἐμπαθῶς, δὲν μένει ἐκεῖ, ἀλλὰ προβάλλεται στὸ παρὸν καὶ στὸ μέλλον, ὑψώνοντας μιὰ σαφῆ κριτικὴ στάση ἀπέναντι στὰ πράγματα. Ὄχι σπάνια, λοιπόν, τὸ ποιητικὸ ὑποκείμενο παίρνει ξεκάθαρη θέση ἀπέναντι σὲ πάσης φύσεως συμβιβασμοὺς καὶ ὑπαναχωρήσεις. Μὲ πολὺ νόημα, λοιπόν, ὁμολογεῖ ὅτι «Ὅσο κι ἀν ὀνειρεύομαι ὅμως / πολυτελῆ ἀμάξια / μιὰ στέπα στὸ δημόσιο / ἢ ἕνα ὀβὰλ γραφεῖο / ὅλο νυχτώνει στὸ λευκό», ἢ ἀλλοῦ κατονομάζει τὴ γενιά του ὡς «Τὰ παιδιὰ τῶν νεκρῶν. / Ἕνα[ν] πλανόδιο πεπτικὸ σωλήνα». Παράλληλα, τίθεται ξεκάθαρα ἀπέναντι στὴν συμβιβαστικὴ λογικὴ ποὺ ἀφορᾶ στὴ συλλογικὴ διάσταση τῆς διαχείρισης τοῦ τραύματος, ποὺ ὑπονοεῖται σὲ στίχους ὅπως «Πρέπει νὰ συνηθίσουμε νὰ ζοῦμε / καὶ μ’ αὐτό, λένε οἱ εἰδικοί,» ἢ «Οἱ στάχτες ποὺ αἰωροῦνται / θυμίζουν ἄλλη ἐποχή / ἀλλὰ θὰ τὸ ξεχάσουμε» ἢ «Μ’ αὐτὰ καὶ τ’ ἄλλα / ἦρθε ἡ ὥρα νὰ προχωρήσουμε. / Ἔτσι συμβαίνει. / Ἡ ζωὴ συνεχίζει νὰ μᾶς σπρώχνει μπροστά».

picture-063.jpgΠέρα ἀπ’ αὐτὰ ὅμως, ὁ Νικολαΐδης κλιμακώνοντας τὴν ἐμπλοκή του στὸ πεδίο τῆς πάλης, στὴ διάνοιξη τοῦ ποιητῆ στὴ δημόσια σφαίρα, στέκεται –ἐπιστρατεύοντας τὴν εἰρωνεία καὶ τὸν ὑπαινιγμό– ἀπέναντι καὶ στὴν ἐπίσημη πολιτικὴ τῆδε κακεῖσε στὴ νῆσο. Θίγεται ἔτσι ἡ ἀνίερη ἐκμετάλλευση τῶν εἰσβολέων («Στὸν πόλεμο τὸ Μπελαπάις / ἔγινε πρόχειρο νοσοκομεῖο / τραυματισμένων στρατιωτῶν. / Σήμερα εἶναι σημαντικὸ ἀξιοθέατο / (μὲ εἴσοδο παρακαλῶ) […]), ἀλλὰ καί ἡ ἀπουσία μιᾶς νουνεχοῦς ἐθνικῆς –καὶ συνάμα προσωπικῆς/ἀτομικῆς (ἕνεκα τῆς ἐξ ἄνωθεν ἀλλοτρίωσης)– στρατηγικῆς («Κι ὅλο φυσᾶ χωρὶς γραμματική»). Ἀπὸ τὸ στόχαστρο δὲν λείπει οὔτε ἡ ἔμμεση ἀναφορὰ στὸ ἀποικιοκρατικὸ παρελθόν (βλ. νύξη στὸν «ποιητὴ τῶν Bitter lemons», ἐννοώντας τὸν L. Durrell καὶ τὸ ὁμώνυμο ἔργο του). Ὕστατο σημεῖο ἐλέγχου καὶ κριτικῆς, ἡ ὅλο νόημα καταληκτήρια διακήρυξη τῆς συλλογῆς, στὴν ὁποία θὰ ἐπανέλθουμε στὸ τέλος τοῦ παρόντος κειμένου.

6. Ἡ μὴ ἐπικοινωνήσιμη διάσταση τοῦ πόνου καταφέρνει νὰ χαλιναγωγηθεῖ διὰ τῆς ποιήσεως. Ἡ ποιητικὴ πράξη per se ἀποτελεῖ ἕνα ἐνέργημα ποὺ συντείνει στὴν περιγραφή, τὴν ἐξήγηση κι ἐν τέλει τὴν κατανόηση καὶ τὴν ἑρμηνεία τοῦ ἱστορικοῦ γεγονότος –γιὰ νὰ θυμηθοῦμε τὸν Ricœur–, κι ὁ Νικολαΐδης τὸ γνωρίζει αὐτό: «Ἀπὸ τὴ λέξη στὸ χέρι λοιπὸν / κι ἀπὸ τὸ χέρι στὸ μυαλό.». Παρὰ τὸ γεγονὸς ὅτι αἰσθάνεται σὰν «[…] ἕνα σῶμα / ποὺ γράφει μὲ τὸ χέρι τὸ ἀνεπίδοτο», προστρέχει στην τέχνη τῆς ποιήσεως –γιὰ νὰ θυμηθοῦμε καὶ τὸν Ἀλεξανδρινό–, κι ἔτσι γράφοντας γιὰ τὴν Ἀμμόχωστο, μιὰν ἐμπειρία ποὺ φαίνεται νὰ ξεπερνᾶ τὴν ἀντιληπτική του δυνατότητα, φτάνει νὰ παραδεχτεῖ ὅτι «Ἀγαπημένη, / αὐτὸ τὸ ποίημα εἶναι νάρθηκας / γιὰ τὰ σπασμένα μου / δάχτυλα».

Κι εἶναι γενικότερα ἡ διαχείριση τῶν ποιητικῶν τρόπων (τῆς εἰρωνείας, τῆς διφωνικότητας, τῆς ὑπαινικτικότητας, τῆς ἀποσιώπησης), ἀλλὰ καὶ τῆς οἰκονομίας τῆς συλλογῆς ποὺ συντείνουν πρὸς μιὰ κατεύθυνση ἀνάδειξης τῆς συνολικῆς ποιητικῆς/αἰσθητικῆς διάστασης, ἡ ὁποία συγκερνᾶ τὸ λυρικό/δραματικὸ στοιχεῖο μὲ ἐκεῖνο τῆς κριτικῆς/πολιτικῆς πράξης. Ἀπὸ τὴν πρόταξη δύο σχετικῶν μὲ τὴν παρούσα θεματικὴ ποιημάτων ἀπὸ τὴν συλλογή Παραλογή τοῦ 2016 ἕως τὸ ἀποσυμφορητικό –θά ’λεγε κανείς– «ιδ΄» μὲ τὸ ἐνσταντανὲ ποὺ λειτουργεῖ ὡς ἰντερμέδιο «γιὰ ν’ ἀδειάσουν οἱ πέτρες» (ὅπως λέει ἀλλοῦ), κι ἀπὸ τὴν ἔντεχνη χρήση τοῦ διασκελισμοῦ (βλ. ἐνδεικτικὴ ἀναφορὰ παραπάνω) ἕως τὸ διόλου τυχαῖο κόμμα στὸ «γ΄» (ὅπου σχεδιάζοντας μελλοντικὰ ἀνδραγαθήματα, τὸ ποιητικὸ ὑποκείμενο τ’ ἀπαριθμεῖ: «Νὰ περισώσω σπάνια εἴδη / δάση τροπικά / τὰ πεινασμένα παιδιὰ τῆς Ἀφρικῆς, / νὰ λευτερώσω τὴν πατρίδα μου»), ὁ Νικολαΐδης φαίνεται νὰ ἐπενδύει στὸν τερπνὸ χαρακτήρα τῆς ποίησης, θεραπεύοντας ἐξίσου μορφὴ καὶ περιεχόμενο, καταστρώνοντας ἕνα ὑπόδειγμα γι’ αὐτὴ τὴ νέα πολιτικὴ ποίηση, γιὰ τὴν ὁποία κάνουμε λόγo, κι ἡ ὁποία μιλᾶ γιὰ τὴν συγχρονία και τὴν ἐποχή της, μεταχειριζόμενη τρόπους καὶ στρατηγικὲς ποὺ δὲν τῆς στεροῦν τὴν αἰσθητικὴ διάσταση.

7. Κι ἡ Νύφη; Ποῦ βρίσκεται μέσα σ’ ὅλα αὐτά; Ποιός εἶναι ὁ ρόλος της; Ἡ φασματικὴ αὐτὴ παρουσία ποὺ πέρα ἀπὸ τὸ ἐξώφυλλο καὶ τὸν τίτλο, ἐντοπίζεται καὶ στὸ ποίημα «ιστ΄», λειτουργεῖ ὡς μιὰ μετωνυμία τῆς μνήμης, τοῦ ζωντανοῦ τραύματος ποὺ διαπνέει ὅλο τὸ βιβλίο. Ἄλλοτε ὡς θάλασσα κι ἀφρός, ἄλλοτε ὡς τὸ καύκαλο τῆς Ἀμμοχώστου, πάντοτε μέσ’ ἀπ’ τὴν παρουσία τοῦ λευκοῦ (ποὺ ἱστορεῖ κατὰ βάση τὰ ποιήματα, πλάι στὸ ἀναπόφευκτο καὶ διαλεκτικὸ πορφυρὸ τοῦ αἵματος), ἡ νύφη ἐνδύει μὲ τὸ ἀφόρετο νυφικό της τὴ συλλογή, ἀφήνοντας ἀνοικτὴ μιὰ ρωγμὴ γιὰ ν’ ἀνασαίνει –καίτοι ἀσθματικά– ἡ ἐλπίδα. Καταλήγει νὰ εἶναι μιὰ ἀπόκοσμη εἰκόνα τοῦ ἀνεπίδοτου, τοῦ ἐκκρεμοῦς, τοῦ ἀτελοῦς, ποὺ σὰν ἀνολοκλήρωτος χορὸς τοῦ Ἠσαΐα ἀφήνει τὰ πάντα ἀνοικτὰ στὴν ἀπειρία τῶν δυνατοτήτων τους.

Ὁ ποιητὴς στέκει μπροστὰ στὸ ἀφόρετο κρεμασμένο νυφικὸ κι ἀναρωτιέται γιὰ τὴ θέση ποὺ πρέπει νὰ λάβει ἀπέναντι σὲ ὅ,τι ἀγγίζει τὴ βαθύτερη ὕπαρξη τοῦ ἀνθρώπου. Γνωρίζοντας καλὰ ὅτι ἡ ποίηση δὲν ὑπάρχει μόνο γιὰ νὰ ἐξωραΐζει, ἀλλὰ οὔτε καὶ γιὰ νὰ ἐπιτείνει τὴν κακότητα μέσα σ’ ἕναν κόσμο κλιμακούμενων ἀλλαγῶν, ἀναρωτιέται γιὰ τὴ θέση της τέχνης του μὲ τοὺς παρακάτω ἐξαιρετικοὺς στίχους: «Σὲ τί χρησιμεύει λοιπόν ἡ ποίηση / ὅταν ὁ θάνατος σερβίρεται μὲ μουσικὴ / κι ὅταν μπορεῖς μονάχα μ’ ἕνα κλὶκ / νὰ δεῖς ἕνα κομμένο κεφάλι / νὰ κυλιέται στὸ χαλί σου;». Ἀναλογιζόμενος τὸ ἐρώτημα αὐτό, δίνει τὴν ἀπάντηση ἀπὸ μόνος του, ὁλοκληρώνοντας τὸ βιβλίο μ’ ἕνα σαφὲς «κατηγορῶ» κόντρα στὴν νεότευκτη ἀλλαγὴ τῶν νοημάτων (ἡ «εἰσβολή» ὡς «φτερούγισμα», ἡ «κατοχή» ὡς «οὐρανός», οἱ «νεκροί» ὡς «πλεονάζοντες σὲ κακὸ καιρό»), ὑπενθυμίζοντας ὅτι κάθε ἐνδιάμεση κατάσταση, κάθε χωροχρονικὸ μεταξύ, κάθε ἀφόρετο νυφικὸ καὶ κάθε «Ἠσαΐα χόρευε…» ποὺ διακόπτεται ἀπ’ τὰ θανατηφόρα βόλια τῆς Ἱστορίας, ἔχει πάντοτε κι ὁπωσδήποτε γιὰ πρωταγωνιστές του –εἴτε τὸ θέλουμε, εἴτε ὄχι– θύτες καὶ θύματα, δράστες καὶ ἀθώους «“πλεονάζοντες”», οἱ ὁποῖοι μοιράζονται –ἡρακλείτεια; ἑγελιανά;· ἀδιάφορο!– τὴν ἀναπόδραστη κοινὴ μοίρα τοῦ χαμοῦ, τὸ μερτικό τους ἀπὸ θάνατο κι ἀπὸ «αἷμα [ποὺ ὅπως ὑπέροχα μᾶς λέει κι ὁ ποιητής] θά ’ναι γιὰ πάντα / τὸ τελευταῖο βερνίκι τῆς ἀνθρωπότητος».

ΘΑΝΑΣΗΣ ΓΑΛΑΝΑΚΗΣ


* Το κείμενο εκφωνήθηκε κατα την παρουσίαση του βιβλίου στο Polis Art Cafe (Πεσμαζόγλου 5, Αίθριο Στοάς ΒιβλίουΑθήνα) την Πέμπτη 3 Οκτωβρίου 2019